Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Απλά, ένας άνθρωπος…

Manglehorn (2014)


Απλά, ένας άνθρωπος…

Ένας συνηθισμένος άνθρωπος… ‘συνηθισμένος’… το μεγαλειώδες τίποτα που μπορεί να τα περιέχει όλα… όμως και το τίποτα κάτι πρέπει να το περιέχει… κάπου πρέπει να ανήκει… γεννήθηκε ως κάτι, άνθισε, ευωδίασε, υπήρξε… και αγάπησε… Ως και το τίποτα έχει χρόνο, έχει μνήμες, έχει παρελθόν, έχει έναν κώδικα τιμής… ένα πρωτόκολλο άρνησης της ευτέλειας και ίσως ακόμη κι ένα πρωτόκολλο αυτοκαταστροφής… όμως υπάρχει και η εντελέχεια του τίποτα… ίσως αυτό το ξεχασμένο κάτι να μην είναι ολότελα ξεχασμένο… λησμονημένο αλλά όχι νεκρό… νεκροφανές αλλά όχι πεθαμένο… αναπνέει ακόμα, πάλλεται, πασχίζει να υπάρξει ξανά… από το τίποτα μπορεί να ξανανθίσει ως κάτι…
Σε ποιο στερέωμα;
Σε ποιον ουρανό;
Σε ποιον έρωτα;
Σε ποιαν αγκαλιά;
Σε ποιους ορίζοντες;
Σε ποιες θάλασσες;

Ο Αλ, τα’χουμε ξαναπεί, έχει τον τρόπο του. Έχεις τις ανάσες του, τη βραχνή φωνή του, το περισκοπικό βλέμμα του… Ο Αλ έχει τη μουσική του. Γερνάει το σώμα αλλά η ψυχή θαλερή και απείθαρχη φωνάζει, χορεύει, επαναστατεί μέσα του. Ο Αλ γερνάει με τον μαγικό εκείνο τρόπο των αιώνια νέων. Περπατάει πιο αργά αλλά δεν θα συρθεί ποτέ. Μιλάει πιο αργά αλλά δεν θα τραυλίσει ποτέ. Ανασαίνει πιο βαριά αλλά δεν θα σιγήσει ποτέ. Αρκεί να σε κοιτάξει και ξέρεις ότι είναι πάντα εδώ. Όπως στο Νονό, το Σέρπικο, τη Σκυλίσια Μέρα, το Σημαδεμένο… όπως παντού και πάντα… ακόμα και στην πιο κοινότοπη, βαρετή σκηνή, με τετριμμένους διαλόγους και κακή σκηνοθεσία… δεν σε ενδιαφέρει, δεν προσέχεις ποτέ το τοπίο του Αλ… Ο Αλ είναι το τοπίο…

Και κυλάς στον ίδιο ποταμό που ρέει κι εκείνος… όσο πάει… όπου βγει…

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Η δίψα για εκείνο που κρύβεται…


Αν πριν από τριάντα χρόνια, κάποιος μου ζητούσε μια καλή συμβουλή – κι επέμενε φορτικά, είναι η αλήθεια – θα του’λεγα: Πάψε να σκέφτεσαι και πιάσε να διαβάζεις. Και π ιο πολύ: Να μελετάς έπειτα εκείνο που διάβασες. Και τελικά: Την τρίτη φορά, κράτα και σημειώσεις. Κι αν έχεις την πολυτέλεια του χρόνου, στοχάσου κιόλας. Ναι, ίσως έτσι να κατέληγα. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν θα είχα αυτό το ύφος πάντως αυτό θα ήταν το νόημα. Η ‘κεντρική ιδέα’ που λέγαν και οι δάσκαλοι της εποχής μου.

Αν σήμερα μου ζητούσε – πάλι πιεστικά και πιο πολύ τούτη τη φορά – μια ανάλογη συμβουλή – ‘καλής πνευματικής υγείας’ να την πω – θα ήταν: Κόψε το διάβασμα και πιάσε να στοχάζεσαι. Το πάψε να σκέφτεσαι δεν θα το άλλαζα. Γιατί άλλο πράγμα η σκέψη κι άλλο ο στοχασμός. Από σκέψεις δεν πάσχουμε. Ο νους έτσι κι αλλιώς στον τομέα αυτό λειτουργεί όπως το έντερο με τον περισσευούμενο εγκλωβισμένο αέρα. Τον αποβάλλει με τις γνωστές ηχητικές και… οσμηρές συνέπειες.

Τι γίνεται όμως με το στοχασμό; Που είναι το διαμάντι που έχει περάσει από χίλια κύματα για να πάρει τις γωνίες και τις έδρες του και την καθαρότητά του; Άνθρακα τον βρίσκεις στα έγκατα της γης και υπέρλαμπρο στολίδι γίνεται μια μέρα που το βλέπεις και το θαυμάζεις. Και παίρνει το φως από τη μια και στο δίνει αυτοκρατορικό ουράνιο τόξο από την άλλη. Φως κι έτσι κι αλλιώς. Όμως και όχι. Γιατί ο στοχασμός ό,τι προσλαμβάνει ακατέργαστο, θολούρα κι ίσκιο, το μεταβολίζει σε φάσμα χρωμάτων και λαμπερή βεντάλια που είναι ικανή σε μεταμορφώσει και μόνο με την ομορφιά της. Έτσι θα του’λεγα λοιπόν όποιου ζητούσε κάποια συμβουλή καλά και σώνει: Κάνε τη σκέψη σου ομορφιά και η ομορφιά θα σε σώσει, για να θυμηθούμε και τον μέγα Φίοντορ.

Κι ακόμα: Πρόσεχε πολύ με ό,τι διαβάζεις και κυρίως, με ό,τι μηρυκάζεις.

Ναι, το’γραψα κιόλας κάποια χρόνια πριν σε μιαν ανάρτηση κι αισθάνθηκα πως ζορίστηκαν αρκετοί και άλλοι το είδαν πολύ ευνοϊκά κι έξυσαν το κεφάλι τους. Η μεγαλύτερη ευεργεσία που έκανα κάποτε στον εαυτό μου ήταν που έκοψα το διάβασμα, λέει κάπου ο Νίτσε. Όλα αυτά τα ξένα εγώ είχαν καταπλακώσει το δικό μου και δεν έπαιρνα ανάσα. Και ξαφνικά, σήκωσα ξανά κεφάλι κάτω απ’τις πλάκες! Δεν λέω πως φτάσαμε ή θα φτάσουμε ποτέ στα ύψη και στα βάθη που άγγιξε ο γίγαντας αυτός αλλά και τι μας νοιάζει; Μήπως και τα δικά μας βάθη και ύψη είναι λίγα; Μου αρέσει που πολλές φορές αναρωτιόμαστε για τον Πλάτωνα, το Μαρξ και το Νίτσε και στα δικά μας τα νερά είμαστε ακόμα στα ρηχά. Έξω – έξω, εκεί που… πατώνουμε και δεν τολμάμε να ξανοιχτούμε μπας και πνιγούμε.

Άγνωστα τα πελάγη και οι κορυφές απάτητες του δικού μας πλανήτη και θέλουμε να κατανοήσουμε την παγκόσμια φιλοσοφία και τα ξένα σύμπαντα σε βάθος και σε πλάτος! Αν δεν είναι πράξη ύστατης διαφυγής και έσχατης δειλίας αυτό τότε τι είναι;

Γιατί νομίζω δεν είναι από τεμπελιά που αποφεύγουμε το στοχασμό. Είναι από δειλία. Να το παραδεχθούμε κάποια μέρα θα προσφέρουμε δωρεά στον εαυτό μας.

Μοιάζουμε δηλαδή με κείνον που λαχταράει τη θάλασσα αλλά δεν ξέρει να κολυμπάει. Βλέπει αλλά δεν τολμά. Ορέγεται αλλά δεν γεύεται. Κι αυτό από φόβο και δειλία, ίσως ακόμα και από δέος. Κι έτσι μένει στην ακρογιαλιά καιρούς ολόκληρους, ‘αδρανής και ατόφιος’.

Ας πούμε ότι το διάβασμα αυτό μπορεί να σου προσφέρει: ένα σπρώξιμο να πέσεις κι ας μην ξέρεις να κολυμπάς! Το διάβασμα σε προγυμνάζει, σε ετοιμάζει και τελικά σου δίνει τη σπρωξιά να πέσεις. Όμως, το κολύμπι - και αργότερα η βουτιά στα βαθιά- είναι δική σου υπόθεση. Γιατί το να είσαι με το νερό ως τα γόνατα δεν είναι η λύση.

Έχεις μπροστά σου τη μεγάλη πρόκληση κι εσύ απλά δροσίζεσαι. Αν δεν γευτείς το βίωμα ως τα εσώτερά σου μένεις με την αίσθηση μονάχα. Και ζηλεύεις και μισείς ακόμα όσους το απετόλμησαν.

Όμως, το ξέρεις, στα βάθη είναι η αλήθεια κι όχι στο πλατσούρισμα και στις διαφυγές των παιχνιδιών στα αβαθή και στα στεγνά. Και η δίψα για την αλήθεια είναι πιο βασανιστική κι απ’αυτή του σώματος που χωρίς νερό, αφυδατωμένο, νεκρώνεται σε μια βδομάδα. Η δίψα για εκείνο που κρύβεται εκεί και σε καλεί από τότε που σαρκώθηκες. Και δεν θα πάψει ποτέ να σε καλεί ν’αφήσεις τις ασφάλειες της παραλίας.

Με ρίσκο βέβαια, με κίνδυνο μα περισσότερο με την υπόσχεση επιτέλους, να βιώσεις, τελικά…
να ζήσεις!

Μα τότε, θα μου συμπληρώσεις, η ωραία συμβουλή αλλάζει: Πάψε να στοχάζεσαι και ζήσε!

Κι έτσι είναι, πώς αλλιώς!

Με τη διαφορά πως όποιος έχει φτάσει σε τούτο το κατώφλι, δεν έχει ανάγκη από συμβουλές και γνώμες και απόψεις.
Μονάχα βιώνει ολόκληρος

Και σιωπά…


Νοε2015

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Amor fati


Κι έτσι λοιπόν βρίσκομαι εδώ
Μονάχος
Απέναντι στο Όλο

Τι έμελλε να γίνω
το αγνοώ

βούτηξα στον ποταμό
του σκοτεινού Εφέσιου
κι αλλιώτικος βγήκα
στην απέναντι όχθη

κι όμως
ξανά ο ίδιος
τον άκουσα να λέει θυμωμένος

Τι σκόπευα να γίνω
ακόμη το αγνοώ

Και δεν θυμάμαι
αν κάποτε σκεφτόμουν

Όσο που τέντωνα το τόξο
για να δοκιμάσω
της χορδής τη γενναιότητα
όχι γιατί έπρεπε να σπάσω πρώτα
κι έπειτα να τεντωθώ ξανά
μα γιατί η δύναμη τυραννιέται μόνον
από εκείνον που τη δυναστεύει

Λοιπόν ο Ιθακήσιος βασιλιάς
καλά το είχε στοχαστεί
και ντροπαλός εστάθη
μπροστα στη Ναυσικά

από το βλέμμα του
κρατώ ένα νεύμα
ψίθυρος αύρας βραδυνής
σ' ερημικό ακρογιάλι

Γιατί στη συστολή την κερδισμένη
στο εργαστήρι της σιωπής
η αποκοτιά κλίνει το γόνυ
αφού μπροστά της ορθώνεται η σοφία

Τι μου έπρεπε να γίνω
αδιαφορώ

Αφρόντιστος μια μέρα
όρμηξα στον ποταμό του Εφέσιου μονώτη
άλλος που μπήκα στο ανήλικο νερό
κι άλλος που βγήκα
στην αρχαία όχθη

κι όμως
τον άκουσα να λέει

ο ίδιος πάντα


Νοε2015

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Γκαθέλα του σκοτεινού θανάτου



Θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο των μήλων,
ν'απομακρυνθώ απ'των κοιμητήριων την ταραχή.
Θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο του παιδιού εκείνου
πούθελε την καρδιά του να σταματήσει στη θάλασσα την ανοιχτή

Δε θέλω να μου επαναλαμβάνουν πως οι νεκροί δεν χάνουν το αίμα
πως το σαπισμένο το στόμα ξακολουθάει να ζητάει νερό.
Δε θέλω να μαθαίνω τα μαρτύρια που δίνει η χλόη,
μήτε του φεγγαριού με το φιδίσιο το στόμα
που ενεργεί πριν από την αυγή.

Θέλω να κοιμηθώ μια στιγμή,
μια στιγμή, ένα λεφτό, έναν αιώνα
μα όλοι να ξέρουν πως δεν πέθανα εγώ
πως είναι ένας στάβλος από χρυσάφι στα χείλια μου
πως είμαι ο μικρός φίλος του ανέμου του δυτικού
πως είμαι ο απέραντος ίσκιος των δακρύων μου.

Σκέπασέ με την αυγή μ'ένα βέλο,
επειδή θα μου ρίξει από μυρμήγκια μαχαίρια,
και τα παπούτσια μου μούσκεψε με σκληρό νερό
για να γλιστρήσει του σκορπιού της η τσιμπίδα.

Επειδή θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο των μήλων
για να μάθω ένα λυγμό που να με καθαρίσει απ'το χώμα
επειδή θέλω να ζήσω μ'εκείνο το σκοτεινό παιδί
πούθελε την καρδιά του να σταματήσει στη θάλασσα την ανοιχτή.

Φ.Γ. Λόρκα

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Εκείνο που αναπτύσσεται ενώ όλα γύρω εξελίσσονται…


Κάθονταν στο αγαπημένο τους σημείο και άκουγαν τη νύχτα καθώς ανάσαινε γύρω τους. Τα φώτα της πόλης στην απέναντι ακτή έμοιαζαν με εκατομμύρια μάτια παράξενων όντων μέσα στην ομορφιά του σκοτεινού στερεώματος.
Μιλούσαν για πολλά, όπως πάντα. Χωρίς συγκεκριμένη θεματολογία, χωρίς πρωτόκολλα. Μονάχα όπως γεννιόνταν μέσα τους.
Κοιτούσαν την απέναντι ακτή και απολάμβαναν την ιερότητα της κάθε στιγμής.

Εκείνος πήρε στα χέρια του λίγη άμμο και την άφησε να χυθεί ανάμεσα στα δάχτυλά του.

«Η βαθιά εμπειρία της μοναχικότητας σε ενηλικιώνει. Όμως όχι μέσα στη ζωή. Αλλά στο θάνατο.
Ζούμε με το μύθο του ανθρώπου ως ‘κοινωνικού όντος’ και από τα μικράτα μας μαθαίνουμε να αλληλεπιδρούμε με τους άλλους όπως όλα τα δίποδα θηλαστικά στις αγέλες. Δεχόμαστε απριορικά την κυριαρχική ύπαρξη ενός Άλφα, ενός ηγέτη, και τη δική μας θέση μέσα στο σύνολο. Ανεξάρτητα με το αν η θέση αυτή που ετεροπροσδιορίζεται μας ταιριάζει ή μας αρμόζει, είμαστε υποχρεωμένοι να την αποδεχθούμε γιατί είμαστε τάχα ‘κοινωνικά’ όντα αλλιώς υποβαθμιζόμαστε στην κατηγορία των ‘θηρίων’ και των απόβλητων περιθωριακών.
Ο μύθος αυτός μας δηλητηριάζει τη σκέψη και το είναι μας κραυγάζει. Είμαστε προικισμένοι με το μεγαλείο της μοναχικής ανάπτυξης εντός ενός ευρύτερου συνόλου που ‘πάσχει’ από αδήριτη εξέλιξη αλλά καταντάμε κοινωνικοποιημένοι μεν –βίαια και τραυματικά- και απαθλιωμένοι… ‘μόνοι κι έρημοι’.
Αυτό συμβαίνει γιατί ζούμε μια εμπειρία αρνητικής ανάπτυξης ή στατικότητας ή έστω αργής και βασανιστικής ανάπτυξης ενώ όλα γύρω εξελίσσονται.
Την λεγόμενη ‘εξέλιξη’ αν και εφόσον συμβαίνει δεν μπορούμε ούτε να την αντιληφθούμε ούτε –αλίμονο – να την επηρεάσουμε.
Είναι περίπου σα να πιστεύεις πως με ένα κουπί θα αλλάξεις τους κυματισμούς σε έναν ωκεανό. Ένα κουπί διαθέτεις και τίποτε άλλο.
Λέμε συχνά την ανοησία ότι εκείνο το περιβάλλον βοήθησε στην εξέλιξή μου ή το άλλο την εμπόδισε, κλπ. Δεν αντιλαμβανόμαστε τα μεγέθη και ανοητολογούμε.
Την μόνη εμπειρία που δυνητικά έχουμε είναι αυτή της εσωτερικής ανάπτυξης και πιθανώς, οι ελάχιστοι εξ ημών, της πνευματικής ολοκλήρωσης. Καμιά εξέλιξη δεν εμποδίζει εμάς να αναπτυχθούμε. Αν περιμένουμε να συμβαδίσουμε την εξέλιξη είναι σα να περιμένουμε τα άστρα να γίνουν μαύρες τρύπες για να αναπτύξουμε διαστημική τεχνολογία. Όλα γύρω εξελίσσονται. Βουβά και αργά. Ας το δεχθούμε κι ας μην γνωρίζουμε την αιτία ή την Αρχή.
Τι γίνεται όμως με τη δική μας ανάπτυξη;»

Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Εκείνη κρατούσε στο χέρι της ένα μικρό βότσαλο και όταν έγινε η παύση το πέταξε στη μαύρη θάλασσα που γυάλιζε υπέροχα εμπρός τους.

«Μέσα στο θορυβώδη, πολύβουο κόσμο, εμείς οφείλουμε να αναπτυχθούμε σιωπηρά, σιγηλά και σχεδόν συνωμοτικά. Δηλαδή μοναχικά. Αν αρνηθούμε την πολυτέλεια της μοναχικότητας στον εαυτό μας –τη μοναδική που δεν πρέπει να του στερήσουμε ποτέ- είναι σαν να απαιτούμε χωρίς φιάλες οξυγόνου να τοπογραφήσουμε τους σκοτεινούς βυθούς των θαλασσών. Δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κι άλλωστε δεν έχει συμβεί ακόμα.
Είμαστε στα σπάργανα.

Και προχωράμε βασανιστικά και εξοργιστικά αργά.

Στην ουσία φοβόμαστε τη μοναχικότητα γιατί φοβόμαστε την εσωτερική ανάπτυξη.
Όσο χανόμαστε μέσα στους άλλους όλα είναι πιο εύκολα. Ως και η λήθη.
Μέσα στον εαυτό μας δεν μπορούμε να χαθούμε.
Όπου κι αν πάμε θα είμαστε πάλι εμείς.
Η κοινωνικοποίηση σε βοηθά να αντιμετωπίσεις τη ζωή.
Η πνευματική ολοκλήρωση σε βοηθά να αντιμετωπίσεις το θάνατο…»

Δεν ήθελε να της μιλήσει άλλο… έμειναν σιωπηλοί να κοιτούν την ακίνητη θάλασσα.

Ως και ο άνεμος είχε σιγήσει…