Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Γιατί μας αιχμαλωτίζει το χθες;




…Γιατί αναπολούμε το χθες;

Γιατί έχουμε τη ματιά μας πρόθυμη στο παρελθόν και η πρόσκαιρη ‘επιστροφή’ ζωγραφίζει ένα γλυκό μειδίαμα στο πρόσωπό μας;
Η εργασία στην προσπάθεια εύρεσης μιας ικανοποιητικής απάντησης μας φέρνει μοιραία αντιμέτωπους με το ζήτημα της δημιουργίας του προσωπικού μύθου,  της ‘κατασκευής’ του ατομικού σύμπαντος δράσης, σκέψης, ιδεών, φόβων, αδιεξόδων...
…Η ωρίμανση ξεκινά όταν αντιμετωπίσει κανείς το πρώτο του αδιέξοδο. Κάτι που εμπρός του στέκεται ενεός, αμήχανος, προσωρινά ηττημένος. Η υπέρβασή του χαράζει τη πρώτη ρυτίδα στο πρόσωπο αλλά και στην όψη της ψυχής…  Και πιθανώς οριοθετεί και τον πρώτο θάνατο της νεότητας…

Αφορμή για τούτη την ανάρτηση είχε σταθεί ο πολύ γνωστός διάλογος που έχει κάποια στιγμή ο νομοδιδάσκαλος Νικόδημος, εξέχον μέλος των Σανχεντρίν με τον Ιησού. Ο Νικόδημος δεν μπορεί να κατανοήσει τον πυρήνα της διδασκαλίας του Ναζωραίου, ειδικά αυτό το ‘να γεννηθείτε άνωθεν΄. Ο Ιησούς του λέει πως το πνεύμα μοιάζει με τον άνεμο που δεν τον βλέπει κανείς αλλά φυσάει παντού.  Ο Νικόδημος ανήκει σε μια σχολή σκέψης που έχει αποστολή να ‘φυλάει’ τα περάσματα. Είναι Φύλακας, δεν μπορεί να καταλάβει ότι όλα πρέπει να γκρεμιστούν για να χτιστούν απ’την αρχή. Ο Νικόδημος είναι ένας άνθρωπος της Μνήμης. Της Ιερής Μνήμης.  Ο Ιησούς του ζητά να ξαναγίνει παιδί και να ρισκάρει. Αν δεν ρισκάρεις δεν μπορείς να κερδίσεις το αύριο. Και το σήμερα είναι κιόλας χθες. 
Αν δεν ρισκάρεις είσαι καταδικασμένος να είσαι πάντα στο χθες.

Στην ουσία, ο Νικόδημος παλεύει να διατηρήσει την ‘ιερή αδράνεια’ της παράδοσης με αγαθή πρόθεση και καρδιά και ο Ιησούς του ζητά να βουτήξει στο Αχανές.

…Γιατί μας αιχμαλωτίζει το χθες; 

Η απάντηση δεν έχει να κάνει τόσο με το ότι ήμασταν νέοι και τώρα πια δεν είμαστε. Άλλωστε, έτσι ή αλλιώς, το τέλος της νεότητας ορίζεται περίπου στην εποχή που αρχίζεις να έχεις… χθες. Στην εποχή που ο προσωπικός μύθος έχει κατασκευαστεί και το σύμπαν μέσα στο οποίο ζεις δεν μπορεί πια να αλλάξει. Να αλλάξει ορίζουσες, να μεταμορφωθεί. Δεν μπορεί; Ίσως να μπορεί όμως τούτο για να συμβεί θα χρειαστεί να δοκιμαστείς σε μια νέα γέννηση. Τι είπε ο Ιησούς στον αμήχανο Νικόδημο; Δεν μπορείς να επιτύχεις την είσοδο στην Βασιλεία των Ουρανών αν δεν γεννηθείς άνωθεν. Γιατί το γεγενημένον εκ της σαρκός σαρξ εστί το δε γεγενημένον εκ του πνεύματος πνεύμα εστί. Δεν χρειάζεσαι νέους φυσικούς γονείς, χρειάζεσαι μια νέα πνευματική αφετηρία. Διαφορετικά είσαι εγκλωβισμένος στο σύμπαν που ήδη ζεις, πάνω ή κάτω, λίγο ή πολύ… Και ο εγκλωβισμένος δεν είναι ο άνθρωπος που θα πάρει το ‘ρίσκο της Βασιλείας’. Μπορεί να είναι ευσεβής και ‘καλός’, μπορεί να είναι ευγενής και πιστός αλλά δεν είναι πια ‘νέος’. Με μια έννοια έχει πεθάνει. Και η πορεία για τη Βασιλεία απαιτεί από όλους να είναι Νέοι. Και ο αγαθός Νικόδημος παρέμεινε στους αιώνες συνοφρυωμένος να στοχάζεται τα ‘σύμβολα’ στα λόγια ενός Μυημένου της τελευταίας βαθμίδας, ενός Λόγου.

Πώς να κατανοήσεις το Καινό με όρους του Παλιού;

Ένας νέος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος χωρίς χθες. Αυτό τον κάνει ‘ανολοκλήρωτο’ και όχι η έλλειψη εμπειριών, η απουσία γεγονότων ζωής. Ένας άνθρωπος στην ωριμότητά του είναι ένας άνθρωπος που έχει μόνο χθες. Αυτό τον κάνει σοφό και όχι η πληθύς των εμπειριών του. Ο άνθρωπος δίχως χθες, ήτοι δίχως προσωπική μυθολογία, δεν μπορεί να είναι αναφορικός, είναι αναγκασμένος να δρέπει καρπούς εμπειριών δάνειους, από τους άλλους, από τα βιβλία, από τη σοφία του χθες. Είναι όμως και ο άνθρωπος που έχει ακόμη την ευκαιρία να βιώσει το συναρπαστικό, το Αληθινό, το Άχρονο. Ένας άνθρωπος που έχει μόνο χθες, είναι ολοκληρωτικά αναφορικός, δεν παράγει πια τίποτε, δεν εξελίσσει τίποτε αλλά έχει την σπάνια ευλογία να αξιολογήσει ένα ακέραιο σύμπαν Γνώσης. Κι αυτό, στατικά ή όχι, αποτελεί μια τρομακτική δύναμη. Όμως… είναι πλέον αργά για κείνον. Το μόνο που έμεινε για να εμπειρωθεί το Άχρονο είναι η ‘κατά χάριν’ παρέμβαση της Δύναμης. Κι αυτό σε σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις…

Γυρνάμε συχνά στο χθες γιατί είναι η μόνη περίοδος που υπήρξαμε ολοκληρωμένοι.  Δηλαδή ακέραιοι, όχι τεμαχισμένοι. Ακόμη κι αν δεν ήμασταν ευτυχισμένοι, ακόμη κι αν περάσαμε δύσκολα. Και δεν αναπολούμε το χθες γιατί θέλουμε να επιστρέψουμε σε αυτό. Δεν θέλουμε να ξαναζήσουμε το χθες. Απλά, είναι η μοναδική χειροπιαστή απόδειξη ότι αληθινά υπήρξαμε, ότι δεν είμαστε μια σκεπτομορφή, άνεμος, κόκκοι αστρόσκονης, αδιαμόρφωτα θραύσματα του Υπερνού που στην εντελέχειά τους ίσως να γίνουν μια μέρα άνθρωποι…

Μερικοί πιστεύουν ότι χθες τα πράγματα ήταν ‘καλύτερα’ και σήμερα είναι ‘χειρότερα’. Χθες τα πράγματα ήταν ‘αγνότερα’, σήμερα είναι πιο ‘βρώμικα’. Χθες οι άνθρωποι ήταν ειλικρινέστεροι, σήμερα είναι διαβρωμένοι. Αλλά ξέρουν ότι μονάχα εκ του ασφαλούς μπορείς να δογματίσεις, να διατυπώσεις αφορισμούς, να ιχνεύσεις συμπαγή κατηγορήματα. Και εκ του ασφαλούς υπάρχεις μονάχα ως προς το χθες. Το σήμερα είναι μια δυναμική κίνηση, ένα βέλος που συνεχώς τείνει, ένα άνυσμα που κάπου θα σημάνει μια τιμή. Και η τιμή αυτή δεν ξέρουμε τι θα είναι. Θετική ή αρνητική. Η αγωνία συνεχίζεται. Το αύριο, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει. Άρα, όλα ήταν καλύτερα χθες αφού είναι γνωστά, σίγουρα, δεδομένα, αξιολογημένα, τοποθετημένα, κατηγοριοποιημένα. Ό,τι κι αν πεις για το σήμερα θα διαψευσθείς, αν μιλήσεις για το αύριο, προφητεύεις όπως ο Ιεζεκιήλ την εφαρμογή του Δευτερονομίου. Ίσως να γίνει μα αν δεν γίνει όλα θα καταστραφούν ξανά και θα οδηγηθείς σε μια νέα Βαβυλώνια αιχμαλωσία…

Γιατί αναπολούμε τόσο συχνά το χθες;

Γιατί υπάρχει ένας τρομακτικός, πυρηνικός, υπαρκτικός φόβος να ζήσουμε ξανά, να ζήσουμε αληθινά, να ξαναγεννηθούμε. Αυτός ο φόβος που είναι άγνωστος στο νέο άνθρωπο και τόσο μα τόσο οικείος στο γέροντα. Και εκεί εδράζεται και ο φόβος του θανάτου…

Ο θάνατος που έχει βιωθεί άπειρες φορές στην καθημερινότητα δεν μπορεί παρά να έχει σωρεύσει μια πυραμίδα εμπειριών ανεκτίμητη. Ο γέροντας γνωρίζει τι είναι ο θάνατος αλλά σε μικρή κλίμακα, σε κλίμακα που του επέτρεψε να τον αξιολογεί, να τον εργάζεται, να τον μάχεται αφού ακόμη ζει. Τα αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν, όλες οι απορρίψεις, οι διαψεύσεις, οι αναρίθμητες μικρές και μεγάλες ήττες που έχουν εγγραφεί και πονούν τόσο πολύ όταν τις ‘αγγίζεις’ είναι εμπειρίες θανάτων. Πριν έρθει ο μεγάλος, φοβερός και οριστικός εκείνος Θάνατος, η Τελευτή για την οποία η εσωτερική εργασία και παρασκευή, τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται ατροφική, αδύναμη, ασήμαντη…

...Γυρνούμε στο χθες καθώς είναι ο μόνος δρόμος που έχουμε περπατήσει. Κι αν δεν θέλουμε να τον περπατήσουμε ξανά, ό,τι είναι οικείο για τη ψυχή, είναι αγαπητό. Και καθώς γνωρίζουμε πια πως μας καθορίζει μονάχα αυτό στο οποίο αναφερόμαστε, είναι μονόδρομος.

Εκτός εάν…

Μπορούμε άραγε να ζούμε κάθε μέρα από την αρχή; Για μένα αυτό ήταν η μέγιστη πρόκληση και ως απλή σκέψη όχι ως πραγμάτωση. Αν μπορούμε να ξεκινάμε κάθε μέρα από το ‘μηδέν’ καθαροί και ακέραιοι, χωρίς τα φέροντα φορτία του χρόνου, είμαστε έτοιμοι για το Βλέμμα, το πέρασμα στην επόμενη διάσταση, τη διάσταση της Δράσης.
Αποδεικνύεται ότι τα βάρη της καθημερινότητας είναι πολλά και όσο περνούν τα χρόνια το Βλέμμα ξεθωριάζει, χάνει τις μάχες, αποσύρεται. Είμαστε πια ‘άνθρωποι πικραμένοι’ καθώς θα έλεγε και ο Γ. Βαρβέρης.
Όμως το φρόνημα του είναι δεν έχει γνωρίσει καμιά ήττα. Δεν αλλοιώνεται και δεν μαγαρίζεται. Ακόμα και αν είμαστε άνθρωποι της μνήμης, το Βλέμμα ζει στο άχρονο και απλά χρειάζεται να το ανακαλύψουμε.

Στην ουσία δεν χρειάζεται να το δούμε εμείς.

Αλλά να αφεθούμε για να μας δει Αυτό…

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Αλλά πρέπει κανείς να βρει αυτό που είναι αιώνια και άφθαρτα ιερό...

Χωρίς συμπόνια, που σημαίνει χωρίς πάθος για τα πάντα, φροντίδα για τα πάντα, σεβασμό για τα πάντα, χωρίς συμπόνια, λοιπόν, δεν μπορεί ποτέ να βρεθεί αυτό που είναι ιερό. Καταλαβαίνετε; Ξέρετε ότι δημιουργήσαμε, η σκέψη δημιούργησε, κάτι ιερό -τους ναούς, τις εκκλησίες, τα σύμβολα- και τα λατρεύουμε αυτά τα σύμβολα και τα αποκαλούμε ιερά. Αυτό όμως είναι η κίνηση της σκέψης μέσα στο χρόνο και στο μέτρο. Επομένως, αυτό δεν είναι ιερό. Κάποτε στην Ινδία, ο ομιλητής ρωτήθηκε απ’τους οπαδούς του κ. Γκάντι, που είχε πει: Όλοι οι λαοί μπορούν να εισέλθουν, κάθε είδος κάστας της ανθρώπινης κοινωνίας μπορεί να εισέλθει σ’αυτόν το ναό, γιατί ο θεός είναι εκεί για όλους. Και με ρώτησαν: Τι απαντάτε σ’αυτή τη δήλωση; Είπα: Ο καθένας μπορεί να μπει, δεν έχει σημασία ποιος μπαίνει εκεί μέσα, γιατί ο θεός δεν είναι εκεί. Καταλαβαίνετε; Ο θεός είναι μια ιδέα που δημιουργείται από τη σκέψη. Αλλά πρέπει κανείς να βρει αυτό που είναι αιώνια και άφθαρτα ιερό. Κι αυτό μπορεί να βρεθεί μόνο όταν υπάρχει συμπόνια, πράγμα που σημαίνει ότι έχετε κατανοήσει όλη τη σημασία του συναισθηματικού πόνου -όχι μόνο του δικού σας, του εαυτού σας, αλλά και του πόνου όλου του κόσμου.

Τζ. Κρισναμούρτι


5ος δημόσιος διάλογος,  Saanen, 3 Αυγούστου 1975

🅒 Krishanmurti Foundation Trust Ltd

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ο μύθος της Mέριμνας

  

Yosemite Spring

...

Η παρακάτω αυτοερμήνευση του εδωνά-Είναι ως ‘μέριμνας’ έχει κατατεθεί σε έναν αρχαίο μύθο[1]:

Cura cum fluvium transiret, videt cretosum lutum

ustulitque cogitabunda atque coepit fingera.

dum deliberat quid iam fecisset, Jovis intervenit.

rogat eum Cura ut det illi spiritum, et facile imperat.

cui cum vellet Cura nomen ex sese ipsa imponere,

Jovis prohibuit suumque nomen ei dandum esse dictitat.

dum Cura et Jovis disceptant, Tellus surrexit simul

suumque nomen esse volt cui corpus praebuerit suum.

sumpserunt Saturnum iudicem, is sic aecus iudicat:

“tu Jovis quia spiritum dedisti, in morte spiritum,

tuque Tellus, quia deisti corpus, corpus recipito,

Cura enim quia prima finxitm, teneat quamdiu vixerit.

sed quae nunc de nominee eius vobis controversia est,

homo vocetur, quia videtur esse factus ex humo”.

 

Όταν κάποτε η ‘Μέριμνα’ διάβαινε ένα ποτάμι, είδε χώμα αργιλώδες. Έλαβε σκεφτικά ένα κομμάτι, κι άρχισε να του δίνει μορφή. Όταν έπιασε μετά να συλλογίζεται τι είχε πλάσει, πλησίασε ο Δίας. Η ‘Μέριμνα’ τον παρακάλεσε να παράσχει πνεύμα στο χώμα που μορφοποίησε και ο Δίας ευχαρίστως παρέσχε. Αλλά όταν αυτή θέλησε να απονείμει στο πλάσμα το όνομά της, ο Δίας της το απαγόρεψε κι απαίτησε να δοθεί το δικό του. Ενώ η ‘Μέριμνα’ κι ο Δίας μάλωναν, ορθώθηκε η Γη (Tellus), κι ήθελε να δοθεί το δικό της όνομα στο πλάσμα, εφόσον αυτή του είχε προσφέρει μέρος από το κορμί της. Ζήτησαν από τον Κρόνο να διαιτητεύσει, κι αυτός αποφάσισε τα ακόλουθα, που φαίνονται δίκαια: «Μια κι’ έδωσες, Δία, το πνεύμα, ας λάβεις το πνεύμα του όταν πεθάνει. Μια και του χάρισες το σώμα, Γη, το σώμα ας λάβεις. Αφού όμως η ‘Μέριμνα’ πρώτη διαμόρφωσε αυτό το ον, ας το κατέχει όσο είναι ζωντανό. Αλλά επειδή διαφωνείτε για το όνομα, ας ονομαστεί ‘homo’ [άνθρωπος], μια και φτιάχτηκε από humus (γη)».

 

Αυτό το προοντολογικό ντοκουμέντο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όχι μόνο γιατί η ‘μέριμνα’ εμφανίζεται εδώ ως αυτή στην οποία το ανθρώπινο εδωνά-Είναι ανήκει ‘ισόβια’, παρά και γιατί προβάλλει η προτεραιότητα της ‘μέριμνας’ σε συνάφεια προς τη γνωστή αντίληψη, που θεωρεί τον άνθρωπο ως σύνθεση σώματος (γης) και πνεύματος. Cura prima finxit: στη μέριμνα έχει αυτό το ον στην αρχέγονη πηγή του Είναι του. Cura teneatquamdiu vixerit: Δεν θα αποσπάται το ον από αυτή την πηγή, παρά θα διατηρείται μέσα της, και θα κυριαρχείται από αυτήν όσο ‘είναι μες στον κόσμο’. Το ‘μες-στον-κόσμο-Είναι’ έχει τον οντολογικό χαρακτήρα της ‘μέριμνας’. Αυτό το ον παίρνει το όνομα ‘homo’ όχι γιατί λαμβάνεται υπόψη το Είναι του, παρά γιατί συνίσταται από humus. Την απόφαση για το που πρέπει να ιδωθεί το ‘αρχέγονο’ Είναι αυτού του πλάσματος την παίρνει ο Κρόνος, δηλαδή ο ‘χρόνος’. Ο προοντολογικός ορισμός της ουσίας του ανθρώπου, που εκφράζεται με αυτό το μύθο, έφερε λοιπόν δίχως άλλο σε φως το είδος του Είναι που διακατέχει τη χρονική διαβίωση του ανθρώπου μες στον κόσμο.


Η ιστορία της σημασίας της οντικής έννοιας ‘cura’ [μέριμνα] επιτρέπει να διείδουμε κι άλλες θεμελιώδεις δομές του εδωνά-Είναι. Ο Burdach[2] επισύρει την προσοχή στο διπλό νόημα του όρου ‘cura’, ο οποίος δεν σημαίνει μόνο ‘αγωνιώδης προσπάθεια’, αλλά και ‘φροντίδα’, ‘αφοσίωση’. Έτσι ο Σενέκας γράφει στην τελευταία του επιστολή (Ep. 124): «Από τις τέσσερις φύσεις που υπάρχουν (δέντρο, ζώο, άνθρωπος, Θεός), διακρίνονται οι δυο τελευταίες, οι μόνες προικισμένες με λογική, κατά το ότι ο Θεός είναι αθάνατος ενώ ο άνθρωπος θνητός. Η  αγαθότητα  του ενός,  δηλαδή του Θεού,  τελειούται  από τη  φύση του. Του  άλλου,  του ανθρώπου,  από τη  μέριμνα  (cura): unius  bonum  natura  perficit,  dei scilicet,  alterius  cura,  hominis».


Η perfectio [τελειότητα] του ανθρώπου, δηλαδή το να γίνει ο άνθρωπος ό,τι μπορεί να είναι χάρη στην ελευθερία του για τις πιο δικές του δυνατότητες (χάρη στην προβολή), είναι ‘επίτευγμα’ της ‘μέριμνας’. Ισαρχέγονα όμως η ‘μέριμνα’ καθορίζει το θεμελιώδες είδος αυτού του όντος, σύμφωνα προς το οποίο τούτο έχει παραδοθεί στον κόσμο της βιομέριμνας (ρίξιμο). Το ‘διπλό νόημα’ της ‘cura’ σημαίνει μία θεμελιώδη σύσταση με την ουσιαστικά διπλή δομή[3] της ριγμένης προβολής.

 

 

ΠηγήMartin HeideggerSein und Zeit [Είναι και Χρόνος]


Πρόλογος-Μετάφραση-Σχόλια: Γιάννης Τζαβάρας, Δωδώνη, 1978

 



[1] Ο συγγραφέας συνάντησε το προοντολογικό αυτό τεκμήριο της υπαρκτικο-ονοτολογικής ερμηνείας του εδωνά-Είναι ως μέριμνας στο άρθρο του KBurdachΟ Φάουστ και η Μέριμνα. Ο Burdach δείχνει ότι ο Γκαίτε παρέλαβε από τον Herder αυτό το μύθο της Cura, που μας παραδόθηκε ως 220ος μύθος του Υγίνου, και τον διασκεύασε για το δεύτερο μέρος του ‘Φάουστ’. 

[2] Ήδη στους Στωικούς, η μέριμνα ήταν εγκαθιδρυμένος όρος. Επανέρχεται στην Καινή Διαθήκη. Στη Βουλγάτα ό όρος είναι Sollicitudo. Η ‘μέριμνα’, έτσι καθώς θεάθηκε στην άνωθι Αναλυτική του εδωνά-Είναι, αποκαλύφθηκε στον συγγραφέα σε συνάφεια προς τις προσπάθειές του να ερμηνεύσει την αυγουστίνεια -δηλαδή ελληνο-χριστιανική- Ανθρωπολογία με βάση τις θεμελιώδεις αρχές που εγκαθιδρύθηκαν με την Οντολογία του Αριστοτέλη.

[3] Πρόκειται για το διπλό νόημα που προκύπτει από το αμοιβαίο γεγονός ότι η προβολή (η κατανόηση, η υπαρκτικότητα) ιδιάζει στο ρίξιμο (στην εύρεση, στη γεγονότητα) και το ρίξιμο στην προβολή.

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Περί 'διπλής ανάδυσης'...



Υπάρχουν άραγε αληθινά αναπάντητα ερωτήματα;

Μεγαλώσαμε με την στέρεα θεώρηση ότι υπάρχουν τα 'μικρά' και τα 'μεγάλα' ερωτήματα...
Τα πρώτα είναι αυτά που αφορούν τα 'μικρά' πράγματα... έχουν συγκεκριμένο και σχεδόν ψηλαφητό 'ορίζοντα γεγονότων'... από μια άλλη οπτική είναι ένας 'γεωμετρικός τόπος σημείων' εντός των δυνατοτήτων μας... ακόμα και της βεντάλιας της σκέψης μας...

αντίθετα, τα άλλα, τα λεγόμενα 'μεγάλα' ερωτήματα -ας τα πει κανείς υπαρξιακά ή υπαρκτικά - εκφεύγουν της δυνατότητας όχι μόνον να τα απαντήσουμε αλλά ούτε καν να αντιληφθούμε το μέγεθός τους...
Προσωπικά, πιστεύω πλέον ότι όλα αυτά είναι λίγο πολύ ............ βάλτε όποια λέξη θέλετε...
Η δική μου εσωτερική περιπέτεια, ας την πούμε αναζήτηση, στοχασμό, ψάξιμο, έχει οδηγήσει σε ένα σημείο όπου τα πράγματα είναι απαιτητό να είναι συγκεκριμένα...

νομίζω ότι αναπάντητα ερωτήματα δεν υπήρξαν ποτέ
με την οριστική, αμετάκλητη έννοια του αδύνατου

συμβαίνει όμως το φαινόμενο της... διπλής ανάδυσης...

όταν θέτουμε εμείς ένα ερώτημα
και όταν διαλογιζόμαστε επί μακρόν πάνω σ'αυτό
κάποια στιγμή, μέσα από το φίλτρο του μεγάλου ωκεανού του ασυνειδήτου
το ερώτημα αναδύεται στο συνειδητό
στην επιφάνεια δηλαδή
αναδύεται όπως μια φούσκα... και όταν εξέλθει στην ατμόσφαιρα της εγρήγορσης
απλά σπάει
το ερώτημα δεν είναι όμως το αρχικό
είναι ένα άλλο, ελαφρώς μεταλλαγμένο... μοιάζει με το αρχικό αλλά έχει προσλάβει και άλλες ποιότητες
που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε...

τα έχουμε ξαναπεί για το νου
ο νους ξέρει μονάχα ό,τι κάθε φορά ορίζει
όσα στρέμματα γνώσης του ανήκουν
αυτά διαφεντεύει
για το τι γίνεται παρακείθε δεν έχει άποψη
και μάλιστα
δεν αργεί να συκοφαντήσει τους άγνωστους γείτονές του
έστω και αν είναι αρχαιότεροι απ'αυτόν (ένστικτο, συναίσθημα, βίωμα, όνειρο, κλπ)

δεν τελείωσα όμως με την διπλή ανάδυση
η πρώτη ανάδυση λοιπόν
είναι αυτή της 'άλλης' ερώτησης
της εξαδέλφης αυτής που θέσαμε εμείς εξ αρχής...

η δεύτερη ανάδυση αφορά στην απάντηση
ναι
μαζί με το ερώτημα -γιατί έχει μεταβολιστεί ήδη η ερώτηση σε ερώτημα-
αναδύεται, υποχρεωτικά σχεδόν
από τα τρίσβαθα του είναι μας
και η απάντηση

μονάχα που αυτή η δεύτερη φούσκα
διαφέρει από την πρώτη
δεν είναι εμφανής
δεν είναι ορατή
και απαιτεί ικανότητες 'αλιέως' για να την γραπώσεις
βρίσκεται όμως στην περιοχή της εγρήγορσης
και... ανυπομονεί να την καλοδεχτούμε...

υποστηρίζω δηλαδή
κι αυτό μέσα από τις προσωπικές μου διαδρομές
ότι από τα ίδια ακριβώς υλικά που γεννήθηκε το -δεύτερο- ερώτημα
από αυτά γεννιέται αμέσως και η απάντηση
και έτσι αναδύονται και τα δυο

το πως θα τα διαχειριστούμε τώρα
αυτό είναι ένα άλλο θέμα

όμως...
όμως τι γίνεται με τα άλλα ερωτήματα
αυτά που δεν έχουμε θέσει εξ αρχής εμείς;
και που θεωρούνται μεγάλα και αναπάντητα

αυτά, πολύ απλά, δεν μας απασχολούν πραγματικά
δεν γίνονται μέρος του προσωπικού μας κόσμου
δεν τα φιλοξενούμε
δεν μας κατοικούν
και γι αυτό
δεν υπάρχει και καμιά απάντηση
στην ουσία
όλα αυτά τα ερωτήματα
με μια έννοια

περιμένουν...

περιμένουν να γίνουν κι αυτά κομμάτια μας
να τα αγκαλιάσουμε
να τα υποδεχτούμε

αν συμβεί αυτό
και μόνο τότε
θα έχουμε μετά από καιρό
και τις απαντήσεις
όσο μεγάλα και φιλοσοφικά και αν είναι
όποιο κι αν είναι το μέγεθός τους
σημασία έχει να αποκτήσουν τις ορίζουσες του δικού μας είναι

και τότε

θα ανέλθουν κι αυτά
ελαφρώς διαφορετικά ίσως
μέσα από κάποιο όνειρο
μέσα από την τέχνη
ή την προσευχή
ή τον έρωτα
στον σκληρό ήλιο της εγρήγορσης
και θα είναι ορατά, διάφανα και φωτεινά...

και οι απαντήσεις τους;

κάπου εκεί γύρω, στη γειτονιά είναι κι αυτές
είναι βέβαιο
και έχουν την μόνη απαίτηση

να έχουμε τα κατάλληλα μάτια να τις δούμε...