Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Οι δυο θεμελιώδεις ψευδαισθήσεις της συνείδησης...

 

«…Επειδή λοιπόν η συνείδηση είναι φύσει συνείδηση των ανεντελών ιδεών που έχουμε, συγκεχυμένων και ακρωτηριασμένων, σε αυτήν εδράζονται δυο θεμελιώδεις ψευδαισθήσεις: 1) Η ψυχολογική ψευδαίσθηση της ελευθερίας: εφόσον η συνείδηση δεν συγκρατεί παρά μόνο αποτελέσματα τις αιτίες των οποίων κατ’ουσίαν αγνοεί, μπορεί να νομίσει πως είναι ελεύθερη, και προσφέρει στο πνεύμα μια φαντασιακή εξουσία επί του σώματος, ενώ δεν ξέρει καν τι ‘δύναται’ το σώμα σε συνάρτηση με τις αιτίες που το κάνουν πραγματικά να ενεργεί. 2) Η θεολογική ψευδαίσθηση της σκοπιμότητας: εφόσον η συνείδηση δεν συλλαμβάνει το conatus ή την όρεξη παρά μόνον υπό μορφή παθημάτων που καθορίζονται από τις ιδέες των παθήσεων, μπορεί να νομίσει πως αυτές οι ιδέες των παθημάτων, καθόσον εκφράζουν τα αποτελέσματα των εξωτερικών σωμάτων στο δικό μας, είναι στ’αλήθεια πρωταρχικές, είναι πραγματικά τελικά αίτια, και, πως, ακόμη και στους τομείς όπου δεν είμαστε ελεύθεροι, ένας προνοητικός Θεός διευθέτησε τα πάντα σύμφωνα με τις σχέσεις μέσων – σκοπού. Τότε η επιθυμία φαίνεται να είναι δεύτερη ως προς την ιδέα του πράγματος που κρίνεται καλό.

Ακριβώς επειδή η συνείδηση είναι ανάκλαση της ιδέας και έχει απλώς και μόνον όση αξία έχει η πρώτη ιδέα, η συνειδητοποίηση δεν έχει αφ’εαυτής καμία δύναμη. Και όπως το ψευδές ως ψευδές δεν έχει μορφή, η ανεντελής ιδέα δεν ανακλάται χωρίς να αποδεσμεύσει ό,τι θετικό εμπεριέχει: είναι ψευδές το ότι ο ήλιος είναι διακόσια πόδια μακριά αλλά είναι αληθές ότι βλέπω τον ήλιο στα διακόσια πόδια. Αυτός ακριβώς ο θετικός πυρήνας της ανεντελούς ιδέας μέσα στη συνείδηση μπορεί να αποτελέσει τη ρυθμιστική αρχή για να γνωρίσουμε το ασυνείδητο, δηλαδή για να ερευνήσουμε τι δύνανται τα σώματα, για να καθορίσουμε τις αιτίες και να σχηματίσουμε τις κοινές έννοιες. Και από τη στιγμή που θα φτάσουμε σε τέτοιες εντελείς ιδέες, προσαρτάμε τα αποτελέσματα στις αληθινές τους αιτίες, ενώ η συνείδηση που έχει γίνει ανάκλαση της εντελούς ιδέας είναι ικανή να ξεπεράσει τις ψευδαισθήσεις της σχηματίζοντας για τις παθήσεις και τα πάθη που δοκίμαζε διαυγείς και ευδιάκριτες έννοιες. Ή μάλλον αντικαθιστά τα παθητικά παθήματα από ενεργητικά παθήματα, τα οποία απορρέουν από την κοινή έννοια και δεν διακρίνονται από τα παθητικά παρά μόνον από την αιτία, άρα μέσω μιας διάκρισης λόγου. Αυτός είναι ο στόχος του δευτέρου είδους γνώσης. Και το αντικείμενο του τρίτου είναι να αποκτήσουμε συνείδηση της ιδέας του Θεού, του εαυτού μας και των άλλων πραγμάτων, δηλαδή να κατορθώσουμε ώστε οι ιδέες αυτές, όπως είναι στον Θεό, έτσι να ανακλώνται και σ’εμάς (sui et Dei et rerum conscious)…»

 Ζιλ Ντελέζ, Σπινόζα – Πρακτική φιλοσοφία

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Πλάτων, Αριστοτέλης και Καντ...


  

Το να ασχοληθείς με ένα κυκλώπειο και δυσάντητο έργο όπως αυτό του Καντ απαιτεί να έχεις ανάστημα γίγαντα γιατί για έναν γίγαντα θα γράψεις. Και αυτό ο Ernst Cassirer το διέθετε το δίχως άλλο. Μα εκείνο που εντυπωσιάζει είναι αληθινά πως διαλέγει ο σπουδαίος συγγραφέας και φιλόσοφος, ολοκληρώνοντας το μελέτημά του, να τοποθετήσει τον Καντ αν όχι ανάμεσα οπωσδήποτε όμως σε ένα ανάλογο ύψος με δυο άλλους γίγαντες, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Για τον μόνο που ‘συγχωρείται’ μια τέτοια ενέργεια είναι για τον υπερ-μέγιστο γερμανό φιλόσοφο που προσωπικά θεωρώ μετά τον θείο Πλάτωνα ως τον δεύτερο πυλώνα της φιλοσοφίας μέσα στους αιώνες.

Τέτοια υψη είναι σήμερα αδιανόητα για τον μελετητή αν δεν έχει αμέτρητες ώρες πτήσης ή αλλιώς, χιλιάδες ώρες κατάδυσης στα μεγάλα βάθη της διανόησης και της σκέψης που απαιτεί από τον αναγνώστη υπομονή, μεθοδικότητα και ‘ν το πλήθος’ επαναλήψεις… επιστροφή ξανά και ξανά στα ίδια σκοτεινά και δυσπρόσιτα σημεία… δεν γίνεται αλλιώς… όμως τελικά αποζημιώνεται… γιατί το ρίγος σε αυτές τις κορυφές, σε αυτά τα βάθη, είναι πρωτόγνωρο, το βίωμα πλημμυρικό, λυτρωτικό… και έτσι συνεχίζεις…

Να το λοιπόν πως τελειώνει το πόνημά του ο Cassirer [οι υπογραμμίσεις δικές μου]:

«…Στον γνωστό παραλληλισμό που κάνει -στη Θεωρία των Χρωμάτων- μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ο Γκαίτε αντιπαρέθεσε δυο θεμελιώδεις τύπους φιλοσοφικής θεώρησης: 

‘Ο Πλάτων σχετίζεται προς τον κόσμο ως όσιο πνεύμα που του είναι αρεστό να περνά λίγο χρόνο σ’αυτόν. Απασχολείται με το να τον γνωρίσει, όχι τόσο επειδή δήθεν τον προϋποθέτει ήση, όσο μάλλον για να του ανακοινώσει φιλικά τί φέρνει μαζί του ο ίδιος και τι λείπει στον κόσμο. Εισχωρεί στα βάθη μάλλον για να τα γεμίσει με τη δική του ουσία παρά για να τα εξερευνήσει. Κινείται προς τα ύψη με νοσταλγία να μετάσχει και πάλι της καταγωγής του. Ό,τι εκδηλώνει αφορά κάτι το αιώνια πλήρες, αγαθό, αληθές, ωραίο, του οποίου την αξίσωση φιλοδοξεί να εγείρει σε όλων τα στήθη… Ο Αριστοτέλης απεναντίας στέκει απέναντι στον κόσμο ως άνδρας αρχιτεκτονικός. Μιας και του έτυχε να βρεθεί εδώ, εδώ θέλει να δράσει και να εργαστεί. Πληροφορείται περί του εδάφους, όχι όμως πέρα απ’το υπόβαθρο που βρίσκει. Από αυτό ως το κέντρο της γης, το υπόλοιπο του είναι αδιάφορο. Σέρνει έναν γιγάντιο κύκλο για τα θεμέλια του κτίσματός του, προσπορίζεται πανταχόθεν υλικά, τα κατατάσσει, τα επισωρεύει και ανεβαίνει πυραμιδοειδώς στα ύψη, ενώ ο Πλάτων όμοια με οβελίσκο, με πύρινη ρομφαία μάλιστα, ζητεί τον ουρανό. Όταν εμφανίζονταν δυο τέτοιοι άνδρες, οι οποίοι με μια έννοια χαρίστηκαν στην ανθρωπότητα, ως χωριστοί εκπρόσωποι εξόχων ιδιοτήτων που δεν είναι εύκολο να συμβιβαστούν, όταν ευτυχούσαν να απολαύουν πλήρους παιδείας, να εκφράζουν ό,τι διαμορφώθηκε μέσα τους και όχι βέβαια σε σύντομες λακωνικές προτάσεις όμοιες με χρησμούς μαντείου αλλά σε διεξοδικά, περατωμένα κεφάλια, ποικίλα έργα, όταν αυτά τα έργα παρέμεναν για το άριστο της ανθρωπότητας, και λίγο ως πολύ συνεχώς σπουδάζονταν και θεωρούνταν, φυσικά έπεται ότι ο κόσμος στο μέτρο που πρέπει να θεωρείται αισθητικός και διανοητικός, ήταν αναγκασμένος να παραδοθεί στον έναν ή στον άλλον, να αναγνωρίσει τον έναν ή τον άλλο ως κύρη, δάσκαλο, αρχηγό’.

Είναι χαρακτηριστικό για το εύρος και το βάθος της φιλοσοφικής ευφυίας του Καντ, ότι ο Καντ, ως προς τη θεμελιώδη κατεύθυνση του πνεύματός του στέκει εκτός της οικουμενικής αντίθεσης της ιστορίας του πνεύματος την οποία ο Γκαίτε εκφράζει εδώ με τυπικό τρόπο. Η εναλλακτική λύση που προτείνεται εδώ δεν διέθετε γι’αυτόν δύναμη ούτε εγκυρότητα. Αντί της ως τώρα κοσμοϊστορικής διαμάχης των διανοητικών μοτίβων της φιλοσοφίας, ένας νέος κοσμοϊστορικός συμβιβασμός παίρνει το δρόμο του. Ενώ ο Πλάτων και ο Αριστοτελης έμοιαζαν να χαρίζονται στον κόσμο ως εκπρόσωποι χωριστών επιστημών, ο Καντ στο φιλοσοφικό του έργο ορθώνει μια νέα συνολική έννοια όσων είναι δυνατά και εφικτά στν ανθρωπότητα, συλλαμβάνουσα και τελούσα, νοούσα και πράττουσα. Ίσως να βρίσκεται εδώ το ιδιαίτερο μυστικό της ιστορικής επίδρασης που άσκησε η φιλοσοφία του. Μια παμπάλαια διχογνωμία που διαπερνούσε τη σύνολη ιστορία της διανόησης έμοιαζε τώρα να έχει για πρώτη φορά ξεπεραστεί και λυθεί. 

Διότι όντως στον Καντ συναρμόζονται και αλληλοδιαπερνώνται οι θεμελιώδεις τάσεις τις οποίες ο Γκαίτε αντιπαράθεσε στη χαρακτηριολογία του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα έτσι ώστε οι δυο τους να στέκονται εδώ σε τόσο τέλεια ισορροπία που να μην μπορεί να γίνεται πια λόγος για αμοιβαία προτεραιότητα της μιας απέναντι στην άλλη.  

Ο ίδιος ο Κάντ ένιωθε, κυρίως στη θεμελίωση της ηθικής του, πλατωνικός. Στη δε Κριτική του Καθαρού Λόγου, εξηγήθηκε με δύναμη κι αποφασιστικότητα υπέρ του δικαίου της πλατωνικής ‘ιδέας’ κι ενάντια σε όλες τις ενστάσεις εναντίον της, οι οποίες πηγάζουν από την ‘οχλοκρατική επίκληση της δήθεν εναντιούμενης εμπειρίας’. Όταν όμως το ρεύμα της ημέρας και της μόδας ζήτησε να λάβει αντί του διαλεκτικού και ηθικού Πλάτωνα τον μυστικό θεολόγο, ο Σλόσερ υπ’αυτήν την έννοια επαίνεσε τον Πλάτωνα ως τον φιλόσοφο του υπεραισθητού και της ‘διανοητικής εποπτείας’, ο Καντ, με όχι μικρότερη ενεργητικότητα, οικειοποιήθηκε τον ‘εργάτη’ Αριστοτέλη, τον οποίο θεωρούσε πως μπορούσε να κοιτάει αφ’υψηλού εκείνη η ‘φιλοσοφία σοβαρού τόνου’. 

‘Κανενός άλλου δεν μπορεί να περάσει απ’το μυαλό να παριστάνει το σοβαρό, παρά του φιλοσόφου της εποπτείας, ο οποίος εκτίθεται όχι με την ηράκλεια εργασία της αυτογνωσίας από κάτω προς τα πάνω, αλλά άνωθεν, υπεριπτάμενος της εργασίας με μια αποθέωση που δεν του κοστίζει τίποτε. Κι αυτό επειδή μιλώντας για τη δική του θέαση δεν υποχρεούται να λογοδοτεί σε κανέναν’. Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι απεναντίας εργασία: διότι ο στόχος του μεταφυσικού Αριστοτέλη είναι σε κάθε περίπτωση να ανατέμνει τη γνώση a priori στα στοιχεία της, ανεξαρτήτως του αν και μέσω τίνος το πετυχαίνει, καθώς και η ανάκτηση και η σύνθεσή της απ’αυτά τα στοιχεία. Εδώ χαρακτηρίζεται με μια και μοναδική λέξη η διπλή κατεύθυνση της φιλοσοφίας στον Καντ. Και η κριτική φιλοσοφία αποζητεί το ‘νοητό’ ξεκινώντας από το εμπειρικοαισθητηριακό και βρίσκει την τελείωση και την πραγματικής περάτωσή της στο νοητό πρώτα – πρώτα της ιδέας της ελευθερίας. Ο δρόμος προς αυτό τον στόχο όμως οδηγεί δια μέσου της ‘ηράκλειας εργασίας της αυτογνωσίας’. 

Εδώ συνεπώς ούτε ‘πτήσεις της ευφυίας’ ούτε επίκληση κάποιων ενορατικών φωτίσεων ισχύουν. Αντιθέτως εδώ κυριαρχούν οι αυστηρές αξιώσεις και αναγκαιότητες της έννοιας. Εδώ δεν αποφασίζει κάποιο ψυχολογικό ή μυστικιστικό άμεσο συναίσθημα προφάνειας αλλά αντιθέτως η μεθοδικά τελούμενη επιστημονική ανάλυση και η ‘υπερβατολογική παραγωγή’ των θεμελιωδών μορφών της γνώσης. Το γνήσιο νοητό, το οποίο ‘υπόκειται ως βάση’ της εμπειρίας, προσεγγίζεται τώρα στη διατράνωση κι εξασφάλιση, στην πλήρη κριτική κατανόηση ακριβώς αυτής της ίδιας της εμπειρίας. Ο ίδιος ακριβώς κόπος, ο οποίος οδηγεί πέρα από την εμπειρία στο υπεραισθητό και στην ‘ιδέα’ μας ανάγει άρα όλο και πιο βαθιά στο ‘γόνιμο βάθος της εμπειρίας’. Τώρα πια αποδεικνύεται ως η δύναμη της ιδέας και του ιδεαλισμού το εξής: ότι και τα δυο, ανυψωνόμενα πάνω από την εμπειρία, τότε πια πρωτπαρουσιάζουν πλήρως κατανοητά τη μορφή και τον δομικό τους νόμο. Η ιδέα κατατείνει στο απόλυτο και άνευ όρων, το κριτικό όμως πιστεύω βρίσκει ότι το αληθινό άνευ όρων δεν είναι ποτέ δεδομένο αλλά πάντοτε παραδεδομένο και ότι συμπίπτει υπ’αυτή την έννοια με την αξίσωση του να μας παραδοθούν όλοι οι όροι. Αρκεί άρα για να προβούμε στο άπειρο να πάρουμε όλες τις κατευθύνσεις εντός του πεπερασμένου. Η εμπειρία η ίδια οδηγεί, πλήρως ανεπτυγμένη, σε ‘μεταφυσική’ καθώς και η μεταφυσική υπό την υπερβατολογική έννοια δεν θέλει να παριστά και να αποφαίνεται παρά το πλήρες περιεχόμενο της εμπειρίας. 

Η ορμή προς το άνευ όρων είναι εγγενές και ιθαγενές στοιχείο του λόγου. Όμως ως το έσχατο άνευ όρων μέχρι το οποίο μπορούμε να εισχωρήσουμε αποδεικνύεται το ίδιο το πλήρες σύστημα των όρων του θεωρητικού και του πρακτικού λόγου. Υπ’αυτή την έννοια αλληπεριορίζονται και αλληλοπροσδιορί-ζονται στη θεωρία του Καντ η έννοια του ‘διερευνήσιμου’ και του ‘αδιερεύνητου’. Κάτι τα αδιερεύνητο παραμένει αναγνω-ρισμένο, δεν στέκει όμως πια ως απλή άρνηση εκεί, αλλά γίνεται ρυθμιστικό της γνώσης και της πράξης. Δεν είναι πια η έκφραση ενός ανενεργού και απέλπιδος σκεπτικισμού, αντιθέτως θέλει να δείξει τον δρόμο και την κατεύθυνση που πρέπει να κινηθεί και να αναπτυχθεί ολόπλευρα η έννοια. Έτσι στα όρια του όντως νοητού, στα όρια του νοητού της αποστολής του λόγου, ο κόσμος του Είναι μεταβάλλεται για μας σε κόσμο της πράξης. Σε αυτή τη νέα σχέση μεταξύ του υπό όρους και του άνευ όρων, μεταξύ πεπερασμένου και απείρου, μεταξύ εμπειρίας και εικασίας, ο Καντ δημιούργησε απέναντι στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη έναν νέο τύπο φιλοσοφικής σκέψης: η κατ’είδος νεωτερική έννοια του ιδεαλισμού, η οποία είχε πρωτοτεθεί στον Ντεκάρτ και στον Λάιμπνιτς, σε αυτόν έφτασε σε συστηματική τελειότητα και πληρότητα...»


Ernst Cassirer, Kants Leben und Lehre [Καντ, Η Ζωή και το Έργο του], μετ-σχόλια: Σ. Γερογιωργάκης,  Ίνδικτος, Αθήνα

 

 

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

η σιωπή μοιράζεται με το άγγιγμα...

 


την κοίταξε με ένα παράξενο, δειλινό βλέμμα

γιατί θέλησες να με δεις;

οι λέξεις βγήκαν διστακτικά από το στόμα της… κι όμως γρήγορα το ρυάκι έγινε ποταμός

γιατί αναρωτιέμαι για το τέλος. γιατί κάποτε φοβόμουν τόσο πολύ που δεν τολμούσα να σκεφτώ. γιατί είχα βλέμμα μονάχα για το προσιτό, το προσηνές, το απλό. και τώρα δεν ξέρω πώς να διαβάσω πια όλα αυτά που απαιτούν μια άλλη γλώσσα.

δεν μπορώ να κάνω τίποτα για το φόβο
ίσως να μπορείς
μπορώ μονάχα να τον δω πλέον…
κάνε με κι εμένα να τον δω
δεν έχεις το βλέμμα
δώσε μου το βλέμμα

το πρόσωπό του παραμορφώθηκε… πτυχώσεις αρχαίες πήραν τη θέση αυτών που εκείνη γνώριζε. το θέαμα ήταν δύσκολο να το αντέξεις.

το βλέμμα κερδίζεται
πως;
με τη σιωπή
φοβάμαι τη σιωπή
γιατί δεν την γνώρισες αληθινά ποτέ
δώσε μου τη σιωπή

άπλωσε τα χέρια του κι εκείνη τα δικά της.
κι ύστερα τον άκουσε μέσα της

η σιωπή μοιράζεται με το άγγιγμα
με το άγγιγμα γινόμαστε κοινωνοί του αχανούς
τόλμησε να πλημμυρίσεις
αφέσου να γεμίσεις
το βλέμμα γεννιέται μονάχα στο αχανές
δες!
όπου υπήρχε χώρος για το φόβο
τώρα…

πετάχτηκε από το κρεβάτι της κάθιδρη.

τα χέρια της… ήταν ζεστά…
στα σωθικά της
κάτι αναδευόταν…




Dream
© Titus Bartos

Σάββατο 26 Αυγούστου 2023

όχι για πολύ ακόμα…

 


Κανένας δεν μάς περίμενε αδελφέ μου στις Σκαιές Πύλες.
Υπήρχε μια ιδιαίτερη ησυχία σε τούτο τον τόπο της αναχώρησης. Μια ησυχία που ορίζουν ο χρόνος και η απουσία χρόνου.

Ο ουρανός ήταν εχθρικός, σκοτεινός και λάβρος. 
Είχες ένα βλέμμα γλυκό, παιδικό, ήρεμο. Δεν σε ενοχλούσε εσένα ποτέ ό,τι γινόταν έξω. Δεν έδωσες ποτέ σου σημασία στις μεταβολές της φύσης, στα παιχνιδίσματα του ανέμου, στα ερωτικά καλέσματα της θάλασσας. Δεν μπορούσε εύκολα να σε ξεγελάσει τίποτε που οι αισθήσεις μακαρίζουν και οι οφθαλμοί ερωτεύονται. Το παλίμβουλο της φύσης φρόνημα εσένα δεν σε άγγιξε ποτέ.
Ήξερες πως όλα βρίσκονται μέσα μας. Ήξερες πως ό,τι δεχόμαστε και ό,τι αρνιόμαστε, ό,τι ονοματίζουμε και ό,τι αποσιωπούμε, ό,τι χαρίζουμε κι ό,τι μάς δωρίζουν είναι μικρές ψηφίδες σε ένα παλίμψηστο που κάποτε θα διαβρωθεί, θα σπάσει, θα χαθεί. Για πάντα.
Σε κρατούσα από το χέρι σα να ήσουν μικρό παιδί. Κι εσύ δυσφορούσες και με άφηνες. Ήθελες να περπατήσεις μόνος σου, ήθελες να τρέξεις σε τούτα τα λιγοστά τελευταία μέτρα ως το Μεγάλο Κατώφλι. Μα εγώ δεν μπορούσα να σε αφήσω και σ’έπιανα πάλι. Αιχμάλωτο για πάντα σε ήθελα, δικό μου κι αυτό ποτέ σου δεν μού το συγχώρησες.
Και σε τούτες τις φοβερές πύλες δεν μάς περίμενε κανείς.
Ολόγυρα ένα σκληρό, αμείλιχο τοπίο. Ένα τοπίο αγέλαστο, πανάρχαιο, σιωπηλό.
Ανάσαινες βαριά τώρα κι ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται. Τι ερχόταν τώρα; Τι μάς περίμενε; Μα για τα όσα άφηνες πίσω σου είχες προ πολλού αδειάσει την ψυχή σου και δεν ενδιαφερόσουν. Ούτε για μένα πια ενδιαφερόσουν καθώς το βήμα σου γινόταν ολοένα και πιο ανυπόμονο. Ήθελες να γνωρίσεις τι συμβαίνει, ήθελες να ψηλαφήσεις το αναπόδραστο, να κοινωνήσεις το αιώνιο. Η ψυχή μου ζήλεψε την αγέρωχη στάση σου, το γενναίο σου πνεύμα. Δεν ήσουν εσύ που φοβόσουν, εγώ ήμουν.
Σαν φτάσαμε κάτω απ’τις Πύλες άρχισε να πνέει ένας παράξενος, ζεστός άνεμος. Δεν έκανες καμιά κίνηση να προστατευτείς. Γύρισες μονάχα και με κοίταξες για μια στιγμή μού άφησες το χέρι και προχώρησες. Νόμιζα πως θα διαλυθώ σε όλα μου τα εκατομμύρια κύτταρα από τούτο τον αποχωρισμό μα σε κοιτούσα στέρεος ακόμα και όρθιος να διαβαίνεις θαρρετά το πιο φοβερό κατώφλι της Ύπαρξης.
Λίγο πριν σε χάσω μέσα στο στροβιλισμό αυτού του λίβα που κατέκαιε το πρόσωπό μου, γύρισες και με κοίταξες ξανά, για στερνή φορά. Δεν μού χαμογελούσες, δεν είπες τίποτα. Κι ύστερα χάθηκες μέσα στο πέρασμα που οδηγεί τα ανθρώπινα πλάσματα από το μερικό στο Όλο και από το πολλαπλό στο Εν…
Έμεινα κάμποση ώρα, δεν ξέρω πόση, ακίνητος και περίμενα… δεν ήξερα τι… πού να γυρίσω, είπα, πού να πάω… σκέφτηκα να κινήσω κι εγώ μπροστά, να σ’ακολουθήσω, να χωθώ κι εγώ μέσα στην νεκροδίνηση αυτή που μαινόταν ολόγυρα μα σιγά σιγά έπαυε.
Έκλεισα τα μάτια και με την απόφαση να πυργώνεται μέσα μου έκανα ένα βήμα μπρος… κι άξαφνα μια τρομερή δύναμη με τίναξε προς τα πίσω και βρέθηκα ξαπλωμένος πάνω σ’αυτό το ξερό, άνυδρο χώμα.
Άρχισε να βρέχει… ένα γκρίζο, βρομερό ψιλόβροχο… οι σταγόνες πέφταν στο κεφάλι και στα χέρια και με έκαιγαν…
Σηκώθηκα, γύρισα το σώμα μου αργά και πήρα το δρόμο της επιστροφής…

Όχι για πολύ αδελφέ μου, είπα μέσα μου…
όχι για πολύ ακόμα…


Δευτέρα 14 Αυγούστου 2023

Akaufaciyâ...

 

«οι άνθρωποι που κατοικούν στα βουνά»



Είναι υπέροχο
να σ’αγνοεί η Daiva

Ως κι ο Μεγάλος Βασιλιάς
που ο ήλιος των ανθρώπων
ανατέλλει και δύει
στο πρόσωπό του
δεν έχει λέξη να προφέρει για μας

κανείς δεν ξέρει να του πει
πώς ξημερώνει κάθε αυγή
ο νέος ήλιος στο βλέμμα των μανάδων μας
και πώς χαράζει τα ιερά αυλάκια του ο χρόνος
στα μέτωπα των γερόντων μας

κι ακόμη δεν ξέρει να του πει
πώς λούζουν ψιθυρίζοντας
στη βραδινή βροχή
τα όμορφα μαλλιά τους οι γυναίκες μας
πριν αφεθούν στα χάδια των αντρών τους

κι ούτε ποτέ θα μάθει ο Μέγας Βασιλέας
πώς ανασαίνουν κάθε δειλινό
αποκαμωμένα απ’το παιχνίδι
τα παιδιά μας

και τα τραγούδια των μικρών μας κοριτσιών
τις μυστικές τους ώρες
ποτέ ο Υπέρτατος Αφέντης δεν θ’ακούσει

είμαστε αόρατοι

στα πανάρχαια σπήλαια
των αδελφών μας βράχων
γεννιόμαστε
και στους γκρεμούς των κρυμμένων μας βουνών
τα πρώτα μας όνειρα
με τις σκιές των λουλουδιών
τα μοιραζόμαστε

και στα υψίπεδα που δεν ορίζει άλλος
παρά το αιώνιο βλέμμα των προγόνων
και οι κατεβασιές των αητών
χαράζουν το αδύνατο στους ορίζοντες

σε τούτα τα ιερά υψίπεδα
ερωτευόμαστε

και στα φαράγγια
που οι υλακές των λύκων τα πρωινά
μουδιάζουν τα πόδια των δειλών
εκεί ανδρωνόμαστε

κι ύστερα από το πέρασμα ημερών μεγάλων
που θηλάζουν όλα τα χρώματα του ανθρώπου
και άλλοτε στο χαμόγελο
κι άλλοτε στον πόνο
κουρνιάζουν τη σκέψη του

ύστερα από χιλιάδες νύχτες
που αγωνιούμε για τον πυρετό
στα στήθια των σεβάσμιων
ή τραγουδούμε τον έρωτα που πυρώνει τα χείλη
και μεθάει τα σκέλια

έρχεται Εκείνη η μέρα
που στις αθέατες κορυφές
των χιλιόχρονων βουνών μας
μονάχοι
λέμε στο κουρασμένο σώμα
μείνε αδελφέ μου εσύ εδώ
να σ’αγκαλιάσει η Μάνα
κι άλλους να δώσεις, πιο άξιους από μένα

και με το πνεύμα ελεύθερο πια
να απλώνεται στα ασύνορα λιβάδια τ’ουρανού
πέρα από τους ποταμούς στα βορινά
πέρα από τις στέπες και τις ανοιχτωσιές της δύσης
πέρα απ΄τα αφιλόξενα της ανατολής κάτασπρα βουνά
κι ως κάτω, στον αδελφό ωκεανό, στο νότο

στο Ταξίδι του Ανέμου αφηνόμαστε
και με το Φως του Αρχαίου Πατέρα
και την Πνοή των Ονείρων

χαμογελώντας

ένα γινόμαστε…

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

Να θυμώνεις πνευματικά, όχι συναισθηματικά…

 


Τ
ο Έργο επιτελείται κατά στάδια. Έχει αναβαθμούς. Και απαιτεί χρόνο. Χρόνο και μελέτη. Μελέτη και υπομονή. Υπομονή και… ψυχραιμία. Ένα σύντομο αφήγημα θα διαλύσει τα νέφη της απορίας.
Ένας καλός φίλος, σε μακρινές εποχές, συνήθιζε να διαβάζει ένα απόσπασμα από τη Γραφή κάθε απόγευμα και έπειτα, σε έξαλλη κατάσταση, εκσφενδόνιζε το βιβλίο του προς οιαδήποτε κατεύθυνση. Μια μέρα μού τηλεφώνησε κατά τις 7.00. Για την ακρίβεια με ξύπνησε.
«Σε ξύπνησα;», με ρώτησε επαναλαμβάνοντας την ίδια περιττολογία που χαρακτηρίζει όλους μας για να καταπολεμήσουμε την αμηχανία.
«Τι σημασία έχει; Τώρα έγινε», του είπα. «Συμβαίνει κάτι;»
«Κερνάω καφέ»
«Σε λίγο πάω στη δουλειά», του είπα. Λάθος. Ήταν Κυριακή. Ο φίλος μου κι εγώ λοιπόν, σε λιγότερο από μια ώρα καθόμασταν ολομόναχοι σε καφέ του Πειραιά με την κοπέλα που πήρε παραγγελία να μας στραβοκοιτάζει.
«Μου κάνει εντύπωση», του είπα μετά την πρώτη γουλιά και με κάποια νεύρα για το βίαιο ξεσηκωμό μου Κυριακάτικα.
«Τι πράγμα;»
«Η επιμονή σου με την Αγία Γραφή… αφού ό,τι διαβάζεις σε εκνευρίζει… γιατί δεν την παρατάς;»
«Αυτή θα ήταν μια ήττα που δεν θα την επέτρεπα να μου συμβεί», είπε. Ήταν και αυτός αρπαγμένος. Για άλλους λόγους.
«Δεν φταίει η Γραφή», του είπα και τον φούντωσα περισσότερο.
«Τι φταίει;»
«Εσύ»
Τον είδα να κουνάει το κεφάλι του.
«Χτες ας πούμε… τι έγινε;»
«Χτες τα πήρα πολύ άγρια… έφτασε η Γραφή απέναντι, στη γειτόνισσα», είπε και ανακάθισε.
Χαμογέλασα.
«Τι γελάς; Της χτύπησα το κουδούνι βραδιάτικα… ευτυχώς δεν με παρεξήγησε… είχε προσγειωθεί στο μπαλκόνι της»
«Ευειδής η γειτόνισσα;», τον ρώτησα με νόημα.
«Μια χαρά. Και νεοτάτη»
«Άρα κάνεις και γνωριμίες…», είπα και ο εκνευρισμός του πήρε φωτιά.
«Θα σου πω τώρα τι κάνω πρωινιάτικα και σένα»
«Καλά… εντάξει… ας επιστρέψουμε στο θέμα μας. Τι προκάλεσε την οργή σου;»
Ο φίλος μου ήπιε όλο τον υπόλοιπο καφέ του, παρήγγειλε δεύτερο και άρχισε να μου ιστορεί.
«Με τάραξε αυτή η… συνάντηση του Ιησού με τη Χαναναία… τα θυμάσαι το περιστατικό… από τον Ματθαίο…»
Του έγνεψα καταφατικά.
«…το διάβαζα, το ξαναδιάβαζα… πόσο πολύ τα είχα πάρει… οι Εβραίοι από πάνω κι εμείς από κάτω… δεν το αντέχουν, με νιώθεις φίλε; Δεν το αντέχουν ότι εμείς ήμασταν και είμαστε οι από πάνω… και παρουσίασαν την ειδωλολάτρισσα γυναίκα να ικετεύει τον Ιησού να θεραπεύσει την κόρη της… κι αυτός την αποκάλεσε ‘ψωριάρικο σκυλί’… ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων… ‘δεν χαραμίζω τα θαύματα για τους κωλο-έλληνες’, της πέταξε στη μούρη… εκεί ήταν που πήγα να πετάξω τη Βίβλο για πρώτη φορά… αποφάσισα όμως να περιμένω… ε, στο τέλος δεν άντεξα… το κέρατό μου…»
Η αλήθεια είναι ότι δεν τον είχα ξαναδεί τόσο οργισμένο το φίλο μου… το σκηνικό μού φάνηκε προς στιγμήν εντελώς σουρεαλιστικό… να θυμώσεις για ένα περιστατικό που ‘συνέβη’ κάποτε, δυο χιλιάδες χρόνια πριν σε κάποια περιοχή έξω από την Ιουδαία ανάμεσα στον Ιησού και μια άγνωστη γυναίκα… εντελώς τρελό μού φάνηκε για μια στιγμή… όμως μετά άρχισα να το βλέπω διαφορετικά.
Τα πνευματικά ζητήματα δεν έχουν ηλικία. Η αλήθεια δεν έχει ηλικία. Η ζωή δεν έχει ηλικία. Ούτε ο θάνατος.
Γιατί θυμώνουμε με τα πνευματικά ζητήματα; Γιατί κάνουμε ‘συναισθηματικές αναγνώσεις’ ενώ θα έπρεπε να κάνουμε πνευματικές.
«Αν δεν πάψεις να βλέπεις τη Γραφή σαν το μπεστ-σέλλερ του μήνα ή του χρόνου και δεν αρχίζεις να ‘αποστασιοποιείσαι’ αυτά θα παθαίνεις», του είπα ξαφνικά και τον έκανα να σιωπήσει, να ακινητήσει με την κούπα καφέ στο χέρι.
«Τι θέλεις να πεις;», με ρώτησε με χαμηλωμένο τόνο φωνής.
«Θέλω να πω ότι διαβάζεις συναισθηματικά και ανάλογα ερμηνεύεις. Αν δεν κατανοείς το ‘συναισθηματικά’ ας το διατυπώσω διαφορετικά. Διαβάζεις ως αναγνώστης που θέλει να ‘πάρει θέση’, να βρει ήρωα να ‘ταυτιστεί’, να ελευθερωθεί μέσω του ήρωα… αυτή δεν είναι μελέτη ενός ιερού κειμένου, είναι κάποιο τεύχος του Λούκυ-Λουκ… και χωρίς να σε διασκεδάζει κιόλας… γι αυτό θυμώνεις… Έλληνες εναντίον Εβραίων… στη Βίβλο κερδίζουν οι Εβραίοι, δεν έχεις καμιά ελπίδα… πάρτο απόφαση… κι ας υπάρχουν εδάφια που δήθεν ‘σημαίνουν’ το αντίθετο… κι εσύ κάνεις μια ιδεολογική ανάγνωση, βουτάς με όλο σου το πάθος και πιάνεις τον Ιησού από το λαιμό επειδή μίλησε άσχημα στη Χαναναία… δεν κάνουμε δουλειά έτσι…»
Ο φίλος μου ολοκλήρωσε και τον δεύτερο καφέ του… σιωπηλός όμως. σκεφτόταν.
‘Ώστε αυτό κάνω λοιπόν… ταυτίζομαι’
«Είμαστε παιδιά της εικόνας, του κινηματογράφου… ό,τι ξέρουμε το μάθαμε πρώτιστα από τις εικόνες και έπειτα από την προσωπική μας εμβύθιση στο βάθος των γεγονότων… δεν λειτουργούσαν έτσι κάποτε τα πράγματα… κάποτε οι άνθρωποι μάθαιναν δια της ακοής όχι δια της οράσεως… σήμερα δεν αρκεί καν η εικόνα… είμαστε οι πιο έξυπνοι ηλίθιοι της ιστορίας… πολύπλοκοι στη διαδικασία και ρηχοί στην ουσία… με άλλα λόγια…»
«Με λες ηλίθιο;» με ρώτησε δήθεν ενοχλημένος.
«Έξυπνο ηλίθιο… έχει διαφορά. Αυτό λοιπόν που πρέπει να κάνεις…»
«…είναι να το πάρω αλλιώς!», είπε ξαφνικά σα να φωτίστηκε.
«Ακριβώς! Κάποιος που μελετά την ελληνική μυθολογία βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα… ο Δίας ήταν ατακτούλης και άπιστος, η Ήρα γκρινιάρα και σκρόφα, ο Άρης ήταν ο Ράμπο και η Αφροδίτη η… τέλος πάντων πρωί πρωί… τι θα του έλεγες αυτού του ανθρώπου; Ήταν οι Έλληνες άραγε τόσο ολιγόνοες ώστε να θυσιάζουν στα σχήματα, στις μορφές και στα είδωλα; Αυτή τη θεώρηση υιοθετούμε για τους προγόνους;»
«Με μια πρώτη ανάγνωση όμως αιφνιδιάζεσαι… πρέπει να το παραδεχτείς…», μου αντιγύρισε ξεθαρρεμένος.
«Είσαι στο μονοπάτι της πνευματικής αναζήτησης χρόνια φίλε μου… πώς καταδέχεσαι να αρκείσαι στην ‘πρώτη’ ανάγνωση; Και να με ξυπνάς πρωί πρωί με τη δροσούλα για να σου εξηγώ τα αυτονόητα;»
Ο φίλος μου έκανε μια χειρονομία ‘συγνώμης’. Ύστερα έπεσε και πάλι σε στοχασμό.
«Και πώς γίνεται να μη θυμώνει κανείς;»
«Να θυμώνεις… αλλά όχι συναισθηματικά… πνευματικά. Πάει να πει να επιστρέφεις στον τόπο του εγκλήματος όπως κάθε καλός ‘ντετέκτιβ’… ‘θα το βρω το κλειδί’ να λες ‘τσαντισμένος’… με τον εαυτό σου όμως… το μυαλό δουλεύει, η ψυχή επαναστατεί, η καρδιά χτυπά δυνατά… είσαι σε κίνηση, σε συναγερμό… όλα συνεργάζονται εντός σου… κι όλη τούτη την ενέργεια που σπατάλησες στην εξαλλοσύνη και το θυμό την παροχετεύεις σε άλλο κανάλι πλέον… και πυροδοτείς τον μυητικό στοχασμό…»
Έπεσε σιωπή.
«Άλλο καφέ;»
Τον είδα να μού χαμογελά συνωμοτικά.
«Το παράκανες μου φαίνεται… σε όλα υπερβολικός!»
«Μου αρέσει να μιλάμε… γι αυτό…»
«Ας σηκωθούμε να περπατήσουμε καλύτερα… έχουμε να πούμε κι άλλα. Είπες θα κεράσεις… δεν βλέπω να βγάζεις το πορτοφόλι», είπα και σηκώθηκα από την καρέκλα.

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

Και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες...

 

 
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
Υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
Υπάρχει μια έκσταση
Όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
Μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
Μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
Και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες...


Γ. Σεφέρης

Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

Δάχτυλα

 



Μου γέρασες πνοή μου
  
σου χαμογελώ πικρά
με βλέπεις;
μέσα απ’ το θολό σου βλέμμα
αντέχεις ακόμα να με βλέπεις;
κορίτσι των κερασένιων χειλιών
μεθυσμένο μου δέντρο
έχεις για ρίζες
όλες σου τις ματαιώσεις…

ένας μιθριδάτης πόνος
φιλοξενείται στο υπογάστριο της ψυχής μου
μου γέρασες αιώνα μου
καθώς σε νανούριζα γλυκά
εσύ αργοπέθαινες…

αλλά δεν το’ξερε κανείς μας

Μου γέρασες φωνή μου
  
σε περίμενα μόνος
κείνο το πρωινό του Αυγούστου
είχα στην αγκαλιά μου
όσο ήλιο είχα καταφέρει να μαζέψω
μικρά λουλούδια
δάκρυα καυτά
κι εκείνο το ακατανόητο βλέμμα
που έχουν οι ετοιμοθάνατοι…

μέσα στην αρχαία αγκαλιά μου
γέρασες ηδονή μου
και στάζεις μέλι κι αίμα

σώμα το σώμα
φόβο το φόβο
βλέμμα το βλέμμα

διαπερνάς τα δάχτυλά μου…




handfull of love...
Christopher Stanczyk