Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία του Φανταστικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία του Φανταστικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Η Τρέλα του Άντελσπρουτζ


Lord  Dansany



Η   Τρέλα του Άντελσπρουτζ

E
ίδα για πρώτη φορά την πόλη του Αντελσπρουτζ ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, καθώς ερχόμουν από τα λιβάδια. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, και όλο -κείνο το πρωί έλεγα, «θα τη χτυπάει το φως του ήλιου όταν θα δω για πρώτη φορά την όμορφη κατακτημένη πόλη της οποίας η φή­μη πολύ συχνά δημιούργησε για μένα ευχάριστα όνειρα». Ξαφνικά εί­δα τα τείχη της να υψώνονται από τα λιβάδια και πίσω τους έστεκαν τα καμπαναριά της. Μπήκα μέσα από μια πύλη και είδα τα σπίτια και τους δρόμους της και αισθάνθηκα μια μεγάλη απογοήτευση. Γιατί υπάρχει ένας συγκεκριμένος αέρας σε κάθε πόλη, έτσι ώστε κάποιος να μπορεί να την ξεχωρίσει από μια άλλη αμέσως. Υπάρχουν πόλεις γε­μάτες χαρά και πόλεις γεμάτες ευχαρίστηση και πόλεις γεμάτες θλί­ψη. Υπάρχουν πόλεις που κοιτούν στον παράδεισο και κάποιες που κοιτούν στη γη —κάποιες έχουν τον τρόπο τους να κοιτούν στο παρελ­θόν και άλλες κοιτούν στο μέλλον— κάποιες σε προσέχουν όταν περ­νάς ανάμεσά τους, άλλες σε κοιτάν, άλλες σε αφήνουν να περάσεις. Άλλες αγαπούν τις πόλεις που είναι οι γείτονές τους, άλλες είναι αγα­πητές στις πεδιάδες και τους χερσότοπους —κάποιες πόλεις στέκονται γυμνές στον άνεμο, άλλες έχουν πορφυρούς μανδύες και άλλες καφέ μανδύες, και κάποιες είναι ντυμένες στα λευκά. Μερικές αφηγούνται την παλιά ιστορία της παιδικής τους ηλικίας, σε άλλες αυτό είναι μυ­στικό —κάποιες πόλεις τραγουδούν και κάποιες μουρμουρίζουν, κάποι­ες είναι θυμωμένες, και κάποιες έχουν ραγισμένες καρδιές και κάθε πό­λη έχει τον τρόπο της να υποδέχεται το Χρόνο.

Είχα πει: «Θα δω το Αντελσπρουτζ να στέκεται υπεροπτικό μέ­σα στην ομορφιά του» και είχα πει: «θα το δω να κλαίει επειδή κα­τακτήθηκε».

Είχα πει: «Θα μου τραγουδήσει τραγούδια», και «θα είναι λιγομίλητο», «θα είναι λεηλατημένο», και «θα είναι γυμνό αλλά θεσπέσιο».

Αλλά τα παράθυρα στα σπίτια του Αντελσπρουτζ κοιτούσαν ανέκφραστα πέρα από τις πεδιάδες, όπως τα μάτια ενός νεκρού τρε­λού. Τότε οι χτύποι από τα καμπαναριά του ήχησαν άχαρα και κακόφωνα, κάποια ακούστηκαν παράφωνα και οι καμπάνες από μερικά ήταν ραγισμένες, οι στέγες του ήταν γυμνές και χωρίς βρύα. Το δειλινό δεν σηκώθηκε κανένα ευχάριστο ψιθύρισμα στους δρόμους του. Όταν άναψαν οι λάμπες στα σπίτια του δεν ξεγλίστρησε έξω στο σούρουπο καμιά αποκρυφιστική πλημμύρα φωτός, ίσα που έβλεπες πως υπήρχαν αναμμένες λάμπες -το Αντελσπρουτζ δεν είχε τον τρόπο του, ούτε το δικό του αέρα. Όταν έπεσε η νύχτα και έκλεισαν όλα τα πατζούρια, τότε αντιλήφθηκα αυτό που δεν είχα σκεφτεί στο φως της ημέρας. Τότε συνειδητοποίησα πως το Αντελσπρουτζ ήταν νεκρό.

Είδα έναν ξανθομάλλη άντρα που έπινε μπύρα σε ένα καφενείο και του είπα: «Γιατί η πόλη του Αντελσπρουτζ είναι τελείως νεκρή και η ψυχή της έχει φύγει μακριά;»

Και αυτός απάντησε: «Οι πόλεις δεν έχουν ψυχές και ποτέ δεν υπάρχει ζωή στα τούβλα».

Και ενώ του είπα: «Κύριε, είπατε την αλήθεια».

Και έκανα την ίδια ερώτηση σε έναν άλλον άντρα, και αυτός σου έδωσε την ίδια απάντηση και τον ευχαρίστησα για την ευγένεια του. Και είδα έναν άντρα με μια πιο λεπτοκαμωμένη κορμοστασιά, που εί­χε μαύρα μαλλιά, και στα μαγουλά του κανάλια για να το έχουν τρέχουν μέσα τους δάκρυα και του είπα: «Γιατί το Αντελσπρουτζ είναι τελείως νεκρό και πότε έφυγε η ψυχή του μακριά;»

Και αυτός απάντησε: «Το Αντελσπρουτζ είχε υπερβολικές ελπί­δες. Για τριάντα χρόνια άπλωνε τα χέρια του προς τη χώρα της Ακλα κάθε νύχτα, προς τη Μητέρα Άκλα από την οποία την είχαν κλέψει. Κάνε νύχτα ήλπιζε και αναστέναζε και άπλωνε τα χέρια της προς τη Μητέρα Άκλα. Τα μεσάνυχτα, μια φορά το χρόνο, στην επέτειο εκείνης της τρομερής μέρας, η Ακλα έστελνε κατασκόπους να τοποθετούν ένα στεφάνι στα τείχη του Αντελσπρουτζ. Δεν μπο­ρούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Και εκείνη τη νύχτα, μια φορά το χρόνο, συνήθιζα να κλαίω, γιατί έκλαιγε και η πόλη που με μεγά­λωσε. Κάθε νύχτα ενώ άλλες πόλεις κοιμόνταν το Αντελσπρουτζ καθόταν μελαγχολικό και ήλπιζε, μέχρι που τριάντα μαραμένα στεφάνια μαζεύτηκαν στα τείχη του, και ακόμη οι στρατιές της Ακλα δεν μπορούσαν να έρθουν.

»Αλλά μετά από ελπίδες τόσων χρόνων, και τη νύχτα που πιστοί κατάσκοποι είχαν φέρει το τριακοστό στεφάνι, το Αντελσπρουτζ ξαφνικά τρελάθηκε. Όλες οι καμπάνες χτυπούσαν φρικιαστικά στα καμπαναριά του, αλόγα έτρεχαν ξέφρενα στους δρόμους του, όλα τα σκυλιά ούρλιαζαν, αλλά οι απαθείς κατακτητές ξύπνησαν, στριφογύρισαν στα κρεβάτια τους και κοιμήθηκαν ξανά και είδα την γκρί­ζα σκοτεινή μορφή του Αντελσπρουτζ να σηκώνεται, στολίζοντας τα μαλλιά του με τα φαντάσματα των καθεδρικών ναών και να απο­μακρύνεται περπατώντας από την πόλη της. Και η τεράστια σκο­τεινή μορφή που ήταν η ψυχή του Αντελσπρουτζ έφυγε προς τα βου­νά μουρμουρίζοντας και εκεί την ακολούθησα γιατί αυτή δεν ήταν που με μεγάλωσε; Ναι. πήγα μόνος μου στα βουνά, και για τρεις μέρες, τυλιγμένος σε ένα μανδύα, κοιμήθηκα μέσα στις ομιχλώδεις ερημιές τους. Δεν είχα καθόλου φαγητό να φάω, και για να πιω υπήρ­χε μόνο το νερό των βουνίσιων ρυακιών. Τη μέρα δεν με πλησίαζε κα­νένα πλάσμα, και δεν άκουγα τίποτε άλλο παρά τον ήχο του αέρα, και τα βουνίσια ρυάκια που κελάρυζαν με θόρυβο. Αλλά για τρεις νύχτες άκουγα ολόγυρα στα βουνά τους ήχους μιας μεγάλης πόλης: εί­δα τα φώτα ψηλών παραθυριών από καθεδρικούς ναούς να λαμπυρί­ζουν για μια στιγμή πάνω στις κορυφές, και μερικές φορές το αμυδρό φως φαναριού από κάποια στρατιωτική περίπολο. Και είδα το τερά­στιο ομιχλώδες περίγραμμα της ψυχής του Αντελσπρουτζ να κάθε­ται στολισμένη με τους άυλους καθεδρικούς ναούς της, μιλώντας στον εαυτό της, με τα μάτια της καρφωμένα μπροστά της σε ένα τρε­λό βλέμμα, μιλώντας για αρχαίους πολέμους. Και μέσα στα μπερ­δεμένα λόγια της, όλες εκείνες τις νύχτες πάνω στα βουνά, μερικές φορές υπήρχε η φωνή της κυκλοφορίας, και μετά εκκλησιαστικών καμπάνων, και μετά στρατιωτικών σαλπίγγων, αλλά πιο συχνά υπήρχε η φωνή του κόκκινου πολέμου —και τα πάντα ήταν ασυνάρ­τητα, και αυτή είχε τρελαθεί εντελώς.

»Την τρίτη νύχτα έβρεχε συνεχεία, αλλά εγώ παρέμεινα εκεί για να παρατηρήσω την ψυχή της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Και αυτή κα­θόταν ακόμη κοιτάζοντας ίσια μπροστά της, παραληρώντας -αλλά τώρα η φωνή της ήταν πιο απαλή, υπήρχαν πιο πολλές μελωδίες μέ­σα της, και πότε-πότε κάποιο τραγούδι. Τα μεσάνυχτα πέρασαν, και οι ερημότοποι των βουνών ήταν ακόμη γεμάτοι από τους ψιθύρους της καημένης τρελής πόλης. Και έφτασαν οι μεταμεσονύχτιες ώρες, εκείνες οι κρύες ώρες τις οποίες πεθαίνουν οι άρρωστοι.

»Ξαφνικά αντιλήφθηκα τεράστιες μορφές να κινούνται μέσα στη βροχή και άκουσα τον ήχο από φωνές οι οποίες δεν ήταν της πόλης μου αλλά ούτε και από κάποιον που γνώριζα. Και σύντομα διέκρινα, αν και αμυδρά, τις ψυχές από ένα τεράστιο πλήθος πόλεων, να σκύβουν όλες πάνω από το Αντελσπρουτζ και να το παρηγορούν, και τα φαράγγια των βουνών βρυχήθηκαν εκείνο το βράδυ με τις φωνές πόλεων που είχαν παραμείνει σιωπηλές για αιώνες. Γιατί εκεί κατέφτασε η ψυχή του Κάμελοτ που εδώ και τόσο καιρό είχε λησμονήσει το Ουσκ -και εκεί βρι­σκόταν και το Ίλιον, περιβαλλόμενο από πύργους που ακόμη κατα­ριόταν το γλυκό πρόσωπο της καταστροφικής Ελένης— εκεί είδα τη Βαβυλώνα και την Περσέπολη, και το γενειοφόρο πρόσωπο της ταυρόμορφης Νινευής, και την Αθήνα να θρηνεί τους αθάνατος θεούς της.

»Όλες αυτές οι ψυχές των πόλεων που ήταν νεκρές μίλησαν εκεί­νη τη νύχτα πάνω στο βουνό στην πόλη μου και την κατεύνασαν, μέ­χρι που τελικά δεν μουρμούριζε πια για πολέμους, και τα μάτια της δεν ατένιζαν πια με άγριο ύφος, αλλά έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στα χέρια της και έκλαψε για κάμποσο σιγανά. Στο τέλος σηκώθη­κε, και, περπατώντας αργά και με λυγισμένο το κεφάλι, και στηρι­ζομένη πάνω στο Ίλιον και το Κάρθατζ, κατευθύνθηκε πένθιμα προς τα ανατολικά —και η σκόνη από τις λεωφόρους της στροβιλιζό­ταν πίσω της καθώς αυτή προχωρούσε, μια άυλη σκόνη που ποτέ δεν γινόταν λάσπη παρ' όλη τη δυνατή βροχή. Και έτσι οι ψυχές των πό­λεων την οδήγησαν μακριά, και σιγά-σιγά χάθηκαν από το βουνό, και ο: αρχαίες φωνές έσβησαν στην απόσταση.

»Από τότε δεν ξαναείδα ζωντανή την πόλη μου -παλιά μια φορά συνάντησα έναν ταξιδιώτη που είπε πως κάπου στη μέση μιας τερά­στιας ερήμου βρίσκονται μαζεμένες οι ψυχές όλων των νεκρών πόλε­ων. Είπε πως κάποτε είχε χαθεί σε ένα μέρος όπου δεν υπήρχε νερό, και άκουσε τις φωνές τους να μιλάνε όλη τη νύχτα».

Αλλά εγώ είπα: «Βρέθηκα κάποτε χωρίς νερό σε μια έρημο και άκουσα μια πόλη να μου μιλάει, αλλά δεν ήξερα αν μου μιλούσε πραγματικά, γιατί εκείνη την ήμερα άκουσα τόσα φριχτά πράγματα, και μόνο μερικά από αυτά ήταν αληθινά».

Και ο άντρας με τα μαύρα μαλλιά είπε: «Πιστεύω πως είναι αλή­θεια, αν και δεν γνωρίζω πού πήγε. Το μόνο που ξέρω είναι πως με βρή­κε ένας βοσκός το πρωί λιπόθυμο από την πείνα και το κρύο, και με μετέφερε εδώ —και όταν έφτασα στο Αντελσπρουτζ ήταν, όπως αντι­λήφθηκες και εσύ, νεκρό».




terranova (Φανταστική Βιβλιοθήκη)

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΛΙΓΚΡΙΣ




Η γραφή του Κ. Α. Σμιθ είναι αυτή που μου αρέσει. Παλιομοδίτικη ίσως και πιθανώς ‘ξεπερασμένη’ αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Γιατί είναι αυτό ακριβώς που με γοητεύει. Εδώ βρισκόμαστε στον πυρήνα της Λαβκραφτιανής ‘σχολής’ και φυσικά έχουμε να κάνουμε με τις ποιότητες και τα αρώματα της μεγάλης και ισχυρής γκόθικ παράδοσης, των ατμοσφαιρικών περιγραφών, των μυθικών βασιλείων, των φοβερών μάγων, των πανάρχαιων αρχετύπων… διαβάζοντας συγγραφείς όπως ο Κ. Α. Σμιθ είναι σα να γυρνάς στο ‘γενέθλιο’ τόπο σου, είναι σα να ξαναβαφτίζεσαι στο νερό από τις πρωτοπηγές των εννοιών και των λέξεων ακόμα… Όλα εδώ είναι όπως τα θυμάσαι από παιδί, όπως περιμένεις να τα βρεις αν τα έχεις αφήσει για να περιπλανηθείς στις νεότερες σχολές, στις ‘μοντέρνες’ αντιλήψεις… Μην ξεχνάμε όμως ότι το υπερφυσικό και το αρχέγονο δεν μοντερνίζονται, δεν ‘εκσυγχρονίζονται’, δεν αλλάζουν… οι φόρμες διαφέρουν και η ματιά από γενιά σε γενιά. Όμως ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος. Και στη γραφή ανθρώπων όπως ο Κ. Α. Σμίθ είσαι οπωσδήποτε στον αρχικό πυρήνα.
Μα και τον ίδιο τον Κ.Α. Σμιθ, ομολογώ θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσω. Θα περίμενα να τον ανταμώσω μια κρύα χειμωνιάτικη βραδιά, σε ένα ‘βαρύ’ σαλόνι με μεγάλες πολυθρόνες, χειροποίητα χαλιά, ελαφρώς φθαρμένα και αναμμένο τζάκι, απαραιτήτως. Με έναν ιππότη του μεταφυσικού τρόμου όπως ο συγγραφέας μας, με φυσική ευγένεια και έμφυτη μελαγχολία, θα μπορούσα να αφεθώ ευχάριστα για να μην πω με απληστία, σε ένα μαγικό ταξίδι αφηγήσεων σε άλλες διαστάσεις και άλλους κόσμους… αλλόκοσμους… 
Ο Κ.Α. Σμιθ (1893-1961) δεν έγινε πλούσιος ούτε διάσημος από τις ιστορίες του -50 δολάρια του έδιναν οι εκδότες για κάθε ιστορία του κι αυτά στην καλύτερη περίπτωση. Και θα παρέμενε άγνωστος και ξεχασμένος αν δεν φρόντιζε για τα κείμενά του η πλούσια σύζυγός του με την οποία έζησε μονάχα τα τελευταία εφτά χρόνια της ζωής του. Εκείνη – συμβαίνει πολύ συχνά – πάλεψε μετά το θάνατό του να προωθήσει τα διηγήματά του, να κάνει γνωστή τη γραφή του, να αποκαταστήσει τον Κ.Α. Σμιθ  ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς του Φανταστικού (Χ.Λ. Λάβκραφτ, Ρ. Χάουαρντ, Ντάνσανι, κ.α.). Και μάλλον τα κατάφερε.
Η ευγενική και μελαγχολικά απόμακρη φύση του συγγραφέα ταιριάζει απόλυτα με τον ‘ψυχισμό’ των έργων του. Και το συγκεκριμένο διήγημα είναι απολύτως χαρακτηριστικό αυτής της αχνίζουσας και ομιχλώδους γραφής.
Και είναι και από τα αγαπημένα μου… 






















Κλαρκ Άστον Σμιθ, Ο θάνατος του Μαλιγκρίς

The Death of Maligris, πρώτη έκδοση Weird Tales, 1934

(Το ταξίδι του βασιλιά Γιουβόραν και άλλα διηγήματα)

Μετ: Θωμάς Μαστακούρης

Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, 2010

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016



Polaris
Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ


αναδημοσιεύω από



Σ
τὸ βορεινὸ παράθυρο τοῦ δωματίου μου φεγγοβολεῖ, μὲ φῶς ἀπόκοσμον, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Λάμπει ἐκεῖ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν μακρόσυρτων διαβολικῶν ὡρῶν τοῦ νυχίου σκότους. Καὶ κατὰ τὸ φθινόπωρο, ποὺ οἱ βοριᾶδες καταριῶνται καὶ ὀλολύζουν καὶ τὰ δέντρα τοῦ βάλτου, μὲ τὰ κοκκινωπὰ φύλλα, συνομιλοῦν ψιθυριστά, ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη, τὶς μικρὲς ὧρες τοῦ πρωϊνοῦ, κάθομαι κοντὰ στὸ παραθυρόφυλλο καὶ παρατηρῶ τὸ ἄστρο. Ψηλὰ ἀπὸ τὰ χάη τρεκλίζει ἡ λαμπρὴ Κασσιόπη καθὼς οἱ ὧρες προχωροῦν ἀργά, ἐνῷ  ὁ ἀστερισμὸς Τσὰρλς Γουέιν πορεύεται βαριά, πίσω ἀπὸ τὰ μουλιασμένα καὶ ἀτμίζοντα δέντρα τοῦ βάλτου ποὺ λικνίζονται στὸ νυχτερινὸ ἀγέρι.  Μόλις πρὶν τὴν αὐγὴ ὁ Ἀρκτοῦρος τρεμοπαίζει, ῥόδινος, πάνωθε τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, καὶ ἡ Κόμη τῆς Βερενίκης ῥίχνει ἀλλόκοτα τὸ τρέμιο φῶς της πέρα, κατὰ τὴν μυστηριώδη ἀνατολή. Ὅμως ἀκόμα ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο τοῦ μαύρου θόλου, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ. Κάποιες φορές, σὰν εἶναι συννεφιά, μπορῶ καὶ κοιμοῦμαι.
     Καθαρὰ θυμοῦμαι τὴν νύχτα τῆς μεγάλης Ἠοῦς, ὅταν πάνω ἀπ’ τὸν βάλτο ταλαντεύθηκαν τρομακτικὲς ἀκτινόμορφες λάμψεις ἑνὸς δαιμονικοῦ φωτός. Μετὰ ἀπὸ τὴν φωτοδέσμη συννέφιασε καὶ τότε ἀποκοιμήθηκα.
      Ἦταν πάλι ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ὅταν πρωταντίκρυσα τὴν πόλι. Ἀκίνητη καὶ νυσταγμένη κειτόταν, ἐπὶ ἑνὸς ἰδιότυπου ὑψιπέδου ποὺ ἐκτεινόταν σ’ ἕνα κοίλωμα μεταξὺ παράξενων κορυφῶν. Ἀπὸ μάρμαρο νεκρικῆς ὠχρότητας ἦσαν τὰ τείχη καὶ οἱ πύργοι της, οἱ στῦλοι, οἱ θόλοι καὶ τὰ πεζοδρόμια. Στὶς μαρμάρινες ὁδοὺς ὑπῆρχαν μαρμάρινοι κίονες ποὺ κατέληγαν σὲ κιονόκρανα μὲ τὶς ἀνάγλυφες μορφὲς ἀξιοσέβαστων γενειοφόρων ἀνδρῶν. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν θερμὴ κι’ ἐπικρατοῦσε ἄπνοια. Καὶ ὑψηλά, μόλις δέκα μοῖρες ἀπ’ τὸ ζενίθ, ἔλαμπε κεῖνος ὁ παρατηρητής, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Ἐπὶ μακρὸν ἀτένισα πρὸς τὴν πόλι μὰ δὲν ξημέρωσε. Ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαράν, ποὺ τρεμόπαιζε χαμηλὰ στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ δὲν ἔδυε ποτέ, εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα τὸ ἓν τέταρτον τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, εἶδα κίνησι καὶ φῶτα στὰ σπίτια καὶ στοὺς δρόμους. Μορφὲς ἰδιόῤῥυθμα ντυμένες ἀλλὰ συνάμα εὐγενεῖς καὶ οἰκεῖες κυκλοφοροῦσαν ἔξω καὶ ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ἄνθρωποι ἔλεγαν σοφίες σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ κατανοοῦσα, ὡστόσο δὲν θύμιζε καμμία γλῶσσα ἀπ’ ὅσες γνώριζα. Καὶ ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα περισσότερο ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, ἐπικράτησε πάλι σκότος καὶ σιωπή.
      Ὅταν ξύπνησα δὲν ἤμουν σὰν πρῶτα. Εἶχε ἐντυπωθῆ στὴν μνήμη μου τὸ ὅραμα τῆς πόλεως καὶ μέσα στὴν ψυχή μου εἶχε ἀναδυθῆ καὶ μιὰ ἄλλη ἀπροσδιόριστη ἀνάμνησι, γιὰ τῆς ὁποίας τὴν φύσι δὲν ἤμουν τότε βέβαιος. Ἔκτοτε, τὶς συννεφιασμένες βραδιὲς ποὺ μ’ ἔπιανε ὕπνος, ἔβλεπα τὴν πόλι συχνά. Πότε ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη καὶ πότε ὑπὸ τὶς καυτὲς κίτρινες ἀκτῖνες ἑνὸς ἥλιου ποὺ δὲν ἔδυε, ὅμως περιστρεφόταν χαμηλὰ γύρω  ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα. Καὶ τὶς νύχτες μὲ ξαστεριὰ ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτοῦσε μοχθηρά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.
      Σταδιακὰ κατέληξα ν’ ἀναρωτιέμαι περὶ τῆς θέσεώς μου στὴν πόλι τοῦ ἰδιότυπου ὑψιπέδου, μεταξὺ τῶν παράξενων κορυφῶν.  Ἱκανοποιημένος, στὴν ἀρχή, νὰ ἐξετάζω τὸ τοπίο ὡς ἀσώματη παρουσία ἀμέτοχου παρατηρητῆ, πλέον ἐπιθυμοῦσα νὰ ὁρίσω τὴν σχέσι μου μ’ αὐτὴν καὶ νὰ διατυπώσω κι’ ἐγὼ τὶς σκέψεις μου, ὡς ἕνας ἀπ’ τοὺς ἀξιοσέβαστους ἄνδρες ποὺ συνωμιλοῦσαν καθημερινὰ στὶς δημόσιες πλατεῖες. Εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «Αὐτὸ δὲν εἶναι ὄνειρο, γιατὶ μὲ ποιούς τρόπους μπορῶ ν’ ἀποδείξω, περισσότερο ἀπὸ τούτη, τὴν ἁπτὴ πραγματικότητα τῆς ἄλλης ζωῆς στὸ λιθόκτιστο σπίτι, νοτίως τοῦ δαιμονικοῦ βάλτου καὶ τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μὲ περιέργεια μέσα στὸ βορεινὸ παράθυρό μου κάθε βράδυ;»
      Κάποια νύχτα, καθὼς ἄκουγα τὴν συζήτησι σὲ μιὰ μεγάλη πλατεῖα, ποὺ περιεῖχε πλῆθος ἀγαλμάτων, ἔνιωσα μιὰν ἀλλαγὴ καὶ συνειδητοποίησα πὼς ἐπιτέλους εἶχα ἐνσώματη παρουσία. Μήτε καὶ ἤμουν κάποιος ξένος στοὺς δρόμους τῆς Ὀλαθόης, ἡ ὁποία κεῖται ἐπὶ τοῦ ὑψιπέδου τῆς Σαρκίδος καὶ μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ὁ ὁμιλῶν ἦταν ὁ φίλος μου  Ἄλως, ὁ δὲ λόγος του τέτοιος ποὺ μοῦ εὔφραινε τὴν ψυχή, γιατὶ ἦταν λόγος ἀληθινοῦ ἀνδρὸς καὶ πατριώτη. Ἐκείνη τὴν νύχτα ἔγινε γνωστὴ ἡ πτῶσι τῆς Ντάϊκος καὶ ἡ προέλασι τῶν Ἰνοῦτος: Κοντόχοντρα δαιμονικὰ κίτρινα κτήνη ποὺ πρωτοφάνηκαν πρὶν πέντε χρόνια ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἄγνωστης δύσεως, μὲ σκοπὸ νὰ δηώσουν τὶς ἀκριτικὲς περιοχὲς τοῦ βασιλείου μας, ὥστε κατόπιν νὰ πολιορκήσουν τὶς πόλεις. Ἔχοντας ἐκπορθήσει τοὺς ὠχυρωμένους τόπους στοὺς πρόποδες τῶν βουνῶν, ὁ δρόμος πρὸς τὸ ὑψίπεδο ἦταν πλέον ἀνοιχτός, ἐκτὸς καὶ ἂν κάθε πολίτης προέβαλε ἀντίστασι μὲ τὴν δύναμι δέκα ἀνδρῶν. Γιατὶ τὰ κοντόχοντρα πλάσματα ἦσαν δεινὰ στὶς τέχνες τοῦ πολέμου καὶ ἀγνοοῦσαν τοὺς περὶ τιμῆς ἐνδοιασμούς, ποὺ συγκρατοῦσαν τοὺς δικούς μας ὑψηλόκορμους γκριζομάτηδες ἄνδρες τῆς Λόμαρ ἀπὸ ἀνηλεεῖς κατακτήσεις.
      Ὁ Ἄλως, ὁ φίλος μου, ἦταν διοικητὴς ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ὑψιπέδου καὶ ἀπ’ αὐτὸν κρεμόταν ἡ στερνὴ ἐλπίδα τῆς πατρίδας μας. Κατὰ τὴν παροῦσα περίστασι μίλησε γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ θ’ ἀντιμετωπίζαμε καὶ παρώτρυνε τοὺς ἄνδρες τῆς Ὀλαθόης, τοὺς γενναιότερους τῶν Λομαριανῶν, νὰ τηρήσουν πιστὰ τὶς παραδόσεις τῶν προγόνων τους· οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀναγκάσθηκαν νὰ πορευθοῦν νοτίως τῆς Ζόμπνα, ἀντιμέτωποι μὲ τὴν προέλασι τοῦ μεγάλου παγετῶνα (ὅπως ὁμοίως οἱ ἀπόγονοί μας θὰ χρειαστῇ μιὰν ἡμέρα νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Λόμαρ), θαῤῥετὰ καὶ νικηφόρα σάρωσαν τοὺς μαλλιαροὺς μακρυχέρηδες καννιβάλους Γκνόφκεζ ποὺ τοὺς ἔφραζαν τὸν δρόμο. Ὁ Ἄλως μοῦ ἀρνήθηκε τὸ καθῆκον τοῦ πολεμιστῆ γιατὶ ἤμουν ἀδύναμος καὶ εἶχα τὴν τάσι γιὰ περίεργες λιποθυμίες ὅταν ὑποβαλλόμουν σὲ πίεσι καὶ κακουχίες. Ὅμως εἶχα τὴν ὀξύτερη ὅρασι μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν πολλῶν ὡρῶν ποὺ καθημερινὰ ἀφιέρωνα στὴν σπουδὴ τῶν Πνακοτικῶν χειρογράφων καὶ στὴν μελέτη τῆς σοφίας τῶν Ζομπναριανῶν πατέρων. Ἔτσι λοιπὸν ὁ φίλος μου, μὴ ἐπιθυμῶντας νὰ μὲ καταδικάσῃ σὲ ἀδράνεια, μὲ ἀποζημίωσε μὲ τοῦτο τὸ μηδαμινῆς σπουδαιότητας καθῆκον. Μ’ ἔστειλε στὸ παρατηρητήριο τοῦ Θάπνεν νὰ ὑπηρετῶ ὡς τὰ μάτια τοῦ στρατοῦ μας. Ἂν οἱ Ἰνοῦτος ἐπιχειροῦσαν νὰ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι ἀπὸ τὴν μεριὰ τῆς στενωποῦ πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον, ὥστε μ’ αὐτὴν τὴν κίνησι νὰ αἰφνιδιάσουν τὴν φρουρά, ἤμουν ὡρισμένος νὰ στείλω τὸ σῆμα φωτιᾶς ποὺ θὰ προειδοποιοῦσε τοὺς ἐν ἀναμονῇ στρατιῶτες καὶ θὰ διέσωζε τὴν πόλι ἀπὸ ἄμεση καταστροφή.
     Ἔρημος ἀνέβηκα τὸν πύργο, γιατὶ κάθε στιβαρὸς στὸ σῶμα ἄνδρας χρειαζόταν στὰ χαμηλότερα περάσματα. Ὄντας πολλὲς ἡμέρες ἄυπνος, τὸ μυαλό μου πονοῦσε σαστισμένο ἀπὸ διέγερσι καὶ ἐξάντλησι. Ὅμως ὁ στόχος μου ἤταν ἀκλόνητος, ἐπειδὴ ἀγαποῦσα τὴν γενέθλια γῆ μου τὴν Λόμαρ καὶ τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης, ποὺ κεῖται μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ἀλλὰ καθὼς στεκόμουν στὸ ὑψηλότερο δωμάτιο τοῦ πύργου, ἰδοὺ ἡ κερασφόρος φθίνουσα σελήνη, κόκκινη καὶ δαιμονική, νὰ τρέμῃ ἀνάμεσα στοὺς ἀτμοὺς ποὺ αἰωροῦνταν πάνω ἀπ’ τὴν μακρυνὴ κοιλάδα τοῦ Μπάνοφ. Καὶ ἀπὸ μιὰ χαραμάδα στὴν στέγη λαμπύριζε ὁ χλωμὸς Πολικὸς ἀστέρας, φτερουγίζοντας σὰν ζωντανὸς καὶ κοιτῶντας κακότροπα σὰν δαίμονας καὶ πειραστής. Μοῦ φάνηκε πὼς τὸ πνεῦμα του ψιθύριζε κακοπροαίρετες συμβουλές, καθησυχάζοντάς με σχετικὰ μὲ τὴν προδοτικὴ ὑπνηλία, μὲ μιὰν ἀναθεματισμένη ῥυθμικὴ ὑπόσχεσι, τὴν ὁποία ἐπαναλάμβανε ξανὰ καὶ ξανά:

«Βιγλάτορα κοιμήσου ὥσπου οἱ σφαῖρες
γιὰ δυόμισι μυριάδων χρόνων μέρες
θὰ στρέφωνται· καὶ τότε πάλι ὁρίζω 
στὸν τόπο, ἐδῶ, ποὺ τώρα λαμπυρίζω.
Ἄλλ’ ἄστρη, τὸ γοργόν, θὲ ν’ ἀνατείλουν
πάνω στὸν νοητὸν οὐράνιο στῦλον.
Ἄστρη ὁποὺ πραΰνουν κι’ εὐλογοῦνε
μὲ τὴν γλυκειὰ τὴν λήθη ὁποὺ σκορποῦνε:
Μόνον ὅταν ὁ γῦρος μου γυρίσῃ,
τὸ παρελθὸν στὴν πόρτα σου θὰ ὁρίσῃ».

Ματαίως πάλεψα μὲ τὴν νύστα μου, ἀναζητῶντας νὰ συνδέσω τούτους τοὺς παράξενους λόγους μὲ κάποιες παραδεδομένες γνώσεις περὶ τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ εἶχα διδαχθῆ ἀπὸ τὰ Πνακοτικὰ χειρόγραφα. Τὸ κεφάλι μου, ἀσήκωτο καὶ νὰ γυρίζῃ, κρεμάστηκε στὸ στῆθος μου καὶ τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ ἄνοιξα τὰ μάτια ἦταν ἐντὸς ὀνείρου. Μὲ τὸν Πολικὸν ἀστέρα νὰ μοῦ χαμογελᾷ πλατιὰ μέσ’ ἀπὸ ἕνα παράθυρο, πάνωθε τῶν φριχτῶν λικνιζομένων δέντρων ἑνὸς ὀνειρικοῦ βάλτου. Καὶ ἀκόμα ὀνειρεύομαι.
     Βυθισμένος στὴν ντροπὴ καὶ στὴν ἀπόγνωσί μου οὐρλιάζω μανιωδῶς, ἱκετεύοντας τὰ ὀνειροπλάσματα τριγύρω μου νὰ μὲ ξυπνήσουν, προτοῦ οἱ Ἰνοῦτος διαβοῦν ἀπαρατήρητοι τὸ πέρασμα πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον καὶ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι μέσω αἰφνιδιασμοῦ. Τοῦτα τὰ πλάσματα, ὅμως, εἶναι δαίμονες, γιατὶ μοῦ γελοῦν κατάμουτρα καὶ μοῦ ἐξηγοῦν πὼς δὲν ὀνειρεύομαι. Μὲ χλευάζουν ἐνῷ κοιμοῦμαι καὶ ἐνόσῳ ὁ κοντόχοντρος κίτρινος ἐχθρὸς μπορεῖ νὰ ἕρπῃ ἀθόρυβα ἐναντίον μας. Ἀπέτυχα νὰ τηρήσω τὸ καθῆκον μου καὶ πρόδωσα τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης. Ἀποδείχθηκα τιποτένιος στὸν Ἄλως, τὸν φίλο μου καὶ διοικητή μου. Μὰ καὶ πάλι καγχάζουν οἱ ἥσκιοι τοῦ ὀνείρου μου. Ἰσχυρίζονται πὼς γῆ τῆς Λόμαρ δὲν ὑπάρχει πέραν τῶν νυχτερινῶν μου φαντασιώσεων. Πὼς σ’ ἐκεῖνες τὶς ἐπικράτειες, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας λάμπει ψηλὰ καὶ ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν πορεύεται ἀργὰ καὶ χαμηλὰ γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, δὲν ὑπῆρξε τίποτα πλὴν πάγου καὶ χιονιοῦ ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, μήτε καὶ ἄνθρωπος ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κοντόχοντρα κίτρινα πλάσματα, τὰ μαραμμένα ἀπ’ τὸ ψῦχος, τὰ ὁποῖα καὶ ὀνομάζουν «Ἐσκιμώους».
      Καὶ καθὼς σφαδάζω βυθισμένος στὴν ὀδύνη τῆς ἐνοχῆς μου, ἀλλόφρων νὰ σώσω τὴν πόλι ποὺ ἡ ἐναντίον της ἀπειλὴ κάθε στιγμὴ αὐξάνεται, καὶ ματαιοπονῶντας ν’ ἀπελευθερωθῶ ἀπὸ τὸ ἀφύσικο ὄνειρο μὲ τὸ λιθόκτιστο σπίτι, τὸν δαιμονικὸ βάλτο καὶ τὸ κοιμητήριο στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὁ Πολικὸς ἀστέρας, κακὸς καὶ τερατώδης, κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸν μαῦρο θόλο, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ.


Απόδοση: Ευστράτιος Σαρρής
Τραγωδάνος