Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2020

Μέγας γαρ ο αγών...

 

Μέγας γαρ … ο αγών, ω φίλε Γλαύκων, μέγας, ούχ όσος δοκεί, το χρηστόν ή κακόν γενέσθαι, ώστε ούτε τιμή επαρθέντα ούτε χρήμασιν ούτε αρχή ουδεμιά ουδέ γε ποιητική άξιον αμελήσαι δικαιοσύνης τε και της άλλης αρετής…

[Γιατί είναι μεγάλος ο αγώνας, αγαπητέ μου Γλαύκων, μεγάλος όσο δεν φαντάζεσαι, αν θα γίνει κανείς καλός ή κακός, τόσο που ούτε από τιμές αξίζει να παρασυρθεί ούτε από χρήματα ούτε από αξιώματα ούτε κι από την ίδια την ποίηση, και να παραμελήσει τη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές…]

 Πλάτων, Πολιτεία [608b]

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2020

το ιδίωμα του ευγενούς στοχασμού...

 

  

α. Το αξίωμα του να δι-υπάρχεις

Μ
όνο αντιμετωπίζοντας σαν αξίωμα την διύπαρξη μπορώ να αισθανθώ την ίδια την ύπαρξη.
Διύπαρξη είναι το σύμπλοκο Γεγονός της ζωής.
Διύπαρξη δεν είναι η σύνθεση των αντιθέτων αλλά η ζύμωση των ετεροκλήτων.
Διύπαρξη δεν είναι η φαινομενολογία της σχέσης αλλά το γεγονός της αποστολής της σχέσης.
Διύπαρξη είναι το αλχημιστικό ανδρόγυνο και όχι ο Ιερός Γάμος των ετεροφύλων.
Διύπαρξη είναι ό,τι αντιστέκεται στο διανόημα της ζωής.
Διύπαρξη είναι το περιεχόμενο της Ποίησης και του Άσματος του βίου.
Ο βίος δεν νοείται αυτόδοτος, ενδο-επαρκής, αυτόκρατος. Ο βίος είναι το αποτέλεσμα μιας διεργασίας, μιας ιεροπραξίας, μιας μύησης στην αλήθεια της ζωής.
Διύπαρξη είναι ο οργασμός του ευγενούς στοχασμού.
Διυπάρχοντας, χλευάζω το Αδιέξοδο καθώς δεν με αφορά καμιά έξοδος.
Διυπάρχοντας, ανασαίνω στις υψηλές κορυφές της Αξίας καθώς απαρνήθηκα τα σηπτικά απόνερα των βρωμερών υπογείων της ‘παράδοσης’ και της ‘κουλτούρας’.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω τη ζωή γιατί είμαι ιερέας της ζωής.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θάνατο γιατί είμαι ντυμένος θάνατο.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θεό γιατί είμαι παιδί της Μητέρας Άγνοιας και εγκαταβιώ στο Μοναστήρι της Αφοσίωσης.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται παρά να αφεθώ να διυπάρχω.
Διυπάρχοντας, είμαι στους ανοιχτούς ορίζοντες της δράσης και της ηδονής.
Διυπάρχοντας, ταξιδεύω στο αρχιπέλαγος της καθαρής και ανόθευτης δημιουργίας.
Διυπάρχοντας, δεν φοβάμαι να είμαι.
Διυπάρχοντας δεν δογματίζω αλλά κοινωνώ τη ζωή.
Διυπάρχοντας δεν αρνούμαι αλλά υιοθετώ.
Διυπάρχοντας δεν θλίβω αλλά εφελκύω.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Άλλο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Εαυτό.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Χρόνο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Άχρονο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με την Αλήθεια.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Τίποτα.


β. Το θεώρημα του να συν-υπάρχεις

Η
συνύπαρξη αποτελεί την ομπρέλα των λογισμών της φιλοσοφίας και της θεολογίας για την ζωή.
Η συνύπαρξη δεν έχει αξιωματικό αλλά θεωρηματικό χαρακτήρα.
Η συνύπαρξη είναι το αποτέλεσμα ενός Σισύφειου πονήματος της ανθρωπότητας για την δικαιολόγηση της τελευτής του βίου.
Η συνύπαρξη δεν ερμηνεύεται, λατρεύεται.
Συνυπάρχοντας, λειτουργώ ως Σταυροφόρος της ζωής και όχι ως Γαλιλαίος του πνεύματος.
Συνυπάρχοντας, ακολουθώ τα βήματα του θυμικού και όχι της φρόνησης του συναισθήματος.
Συνυπάρχοντας, γίνομαι πιστός και προσκυνητής των Αγίων Τόπων της πίστης μου και όχι Μύστης στα σεπτά μυστήρια της Νόησης.
Συνυπάρχοντας, έχω αρνηθεί το παράλογο του βίου ή δεν ασχολούμαι μ'αυτό.
Συνυπάρχοντας, είμαι ανίκανος να αποσυμβολίσω τη ζωή γιατί είμαι ομοεπίπεδος με το πρωτογενές και το απλό.
Συνυπάρχοντας, κάνω ιδεολογία την υπεραπλούστευση των μηνυμάτων της ζωής καθώς δεν μπορώ να υπεισέλθω στα μυητικά δρώμενα της.
Συνυπάρχοντας, συσσωρεύω σκουπίδια, πληροφορίες και περιττώματα γνώσεων που αντί να επιλύουν, επαυξάνουν τα ερωτήματα και πολλαπλασιάζουν το χαοτικό ενδοσύμπαν.
Συνυπάρχοντας, στήνω είδωλα που σιχαίνομαι και οικοδομώ συμπεριφορές που απεχθάνομαι.
Συνυπάρχοντας, θεοποιώ το αβλαβές και ανώδυνο, το επιδερμικό και ακίνδυνο.
Συνυπάρχοντας, αποφεύγω να συνομιλήσω με μένα.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον θάνατο αλλά όχι το Τέλος.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον κόσμο αλλά όχι το περιεχόμενό του.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το πεπερασμένο και το εφικτό.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το γελοίο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το ά-σχημο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το α-σήμαντο.
Συνύπαρξη είναι η συμφιλίωση με την κόλαση του να πρέπει να υπάρχεις.


γ. Το μεγαλείο του να μην (οφείλεις να) υπάρχεις

Ε
ίμαι ένας λογχοφόρος του Απέριττου και γι'αυτό δεν συγκινούμαι από την λάμψη του κενού που με απειλεί.
Είμαι ένας φύλακας της Αδειοσύνης γι'αυτό και δεν απαιτώ από μένα παρά το μέγιστο και το ύψιστο.
Είμαι ένας νυμφίος και εραστής του θείου κι έτσι δεν θλίβομαι για την περιφρόνηση των αιώνων στο μηδέν που περιέχω.
Είμαι ένα κλάσμα φωτός αλλά υπόσχομαι όλο το φως!
Είμαι ένα μόριο της Νύχτας αλλά ακτινοβολώ ολόκληρη τη Νύχτα!
Είμαι μια τρεμάμενη φλόγα του Πυρός αλλά αναπνέω ολόκληρο το Πυρ!
Θέλω να υπάρξω αλλά ακόμη δεν γνωρίζω τη γλώσσα της ύπαρξης.
Συλλαβίζοντας την κάθε ημέρα, χαίρομαι για την δύναμη και την αντοχή μου.
Προχωρώντας στοχάζομαι και προβάλλω το στοχασμό μου.
Βαδίζοντας αναλώνομαι στην ιστόρηση του Θεού.
Γεννώντας τον εαυτό μου, φιλοτεχνώ έναν ακόμη Προμηθέα.
Καταλύοντας τον εαυτό μου, επικαλούμαι τον πρώτο άνθρωπο.
Είμαι ο Αδάμ και ο Εωσφόρος.
Και δεν είμαι τίποτε ούτε θα είμαι.
Επινοώντας τον εαυτό μου, υπάρχω.
Αποδομώντας τον εαυτό μου, διυπάρχω.
Μη υπάρχοντας, συναντιέμαι με τον Θεό...
 

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2020

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;



Είχα κάποτε ένα σπίτι…

Ήταν χτισμένο πάνω σε ένα παράξενο μόρφωμα από αρχαίους βράχους, σε ένα γκρεμό, πάνω απ’τη θάλασσα.

Ή ίσως πάλι να ήταν μέσα στη θάλασσα… 

Χτίστηκε, ναι… Δεν ξέρω από ποιους, δεν ξέρω πότε. Ήξερα όμως πως ήταν δικό μου και είχα το προνόμιο να το έχω ισόβιο ενδιαίτημα. Αν το επιθυμούσα, για όσο το επιθυμούσα. Παράξενο, αλλά δεν το αμφισβήτησα ποτέ αυτό. Ίσως γιατί κανείς δεν εμφανίστηκε ποτέ να το διεκδικήσει, να το ενοικήσει αντί για μένα… ή έστω, μαζί με μένα…

Και είχε το σπίτι αυτό μια θαυμάσια αρχιτεκτονική… απλή και λειτουργική, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δημιουργήματα της φύσης… δεν μπορείς να διανοηθείς ότι θα ήταν κάπως αλλιώς… γιατί είναι τέλεια… ώσπου κάποτε, μετά από χιλιάδες χρόνια να έχουν αλλάξει κι αυτά… ως και η τελειότητα εξελίσσεται… χλευάζει το χτες και προχωράει…

Θυμάμαι τέσσερις μεγάλες κολώνες… χοντρές όπως οι κορμοί χιλιόχρονων δέντρων. Και δεν θυμάμαι τοίχους πλήρωσης ή δοκάρια να φεύγουν από κάπου και να πηγαίνουν κάπου… δεν θυμάμαι στέγες, οροφές ή πατώματα… παράξενο… μονάχα αυτές τις κολώνες θυμάμαι σαν μηρούς κάποιου γίγαντα που γεννήθηκε πριν από τον άνθρωπο και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά… ως πότε αναρωτιόμουν καμιά φορά… ως πότε μπορεί να ζει οτιδήποτε; 

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;

Ζούσα όμορφα, ήσυχα και ειρηνικά γιατί το σπίτι μου το επέτρεπε. Οι βράχοι που είχε θεμελιωθεί μού το επέτρεπαν, η σχεδόν πάντα αγριεμένη θάλασσα που έσκαγε στη βάση αυτών των βράχων μού το επέτρεπε… το ίδιο το αλλόκοτο αυτό σπίτι μού του επέτρεπε… αλλά ήξερα, κάπως το ήξερα πως αυτό δεν θα κρατούσε για πάντα… κάποια στιγμή το σπίτι θα με έδιωχνε… το προνόμιό μου θα έπαυε να έχει ισχύ, θα ήμουν ίσως πια ανεπιθύμητος, ένα περιττό φορτίο γι αυτές τις θεόρατες κολώνες… 

Ζούσα ήρεμα και ειρηνικά… προστατευμένος μέσα σ’αυτό το αρχαίο παράξενο σπίτι… και μπορούσα να δω τα πάντα… μπορούσα να δω ολόγυρα αν γυρνούσα το κεφάλι μου… περιορισμοί δεν υπήρχαν… μπορούσα να δω τους βράχους, τη θάλασσα ύστερα τον ορίζοντα, ύστερα πάλι βράχους… μονάχα που κάποιες μέρες το σπίτι έκλεινε τα πάντα και δεν μού επέτρεπε να δω τίποτα… ένιωθα το σπίτι… θλιμμένο… ναι, αυτή είναι η λέξη… το ένιωθα να κλείνει σα στρείδι και να συρρικνώνεται… ο αέρας άλλαζε, γινόταν πιο βαρύς… το φως σκοτείνιαζε, χωνόμουν σε μια ζωντανή φυλακή που ήθελε να με αποκλείσει από οτιδήποτε…
Βρισκόμουν τότε σε ένα σιωπηλό, ζωντανό, αρχαίο τάφο… αλλά δε φοβόμουν… κάποτε κάποτε ανησυχούσα λίγο… περισσότερο συμπονούσα τούτο το σπίτι που υπέφερε από μιαν άγνωστη αιτία… ψηλαφούσα το σκοτάδι, άγγιζα μια μια τις κολώνες και τις αγκάλιαζα με το ανάπτυγμα των χεριών μου παρότι θα χρειάζονταν τρεις ακόμα για να κλείσουν μονάχα μια απ'αυτές… 

Κι άλλες φορές όλα ήταν τόσο διαφορετικά… χαρούμενα, φωτεινά, τραγουδιστά… μπορούσα να τα δω όλα να χαμογελούν, ως και τους βράχους να είναι λιγότερο συμπαγείς, ως και τη θάλασσα να είναι πιο φιλική… ο αέρας με πλημμύριζε με μια αίσθηση ηδονική… ήταν οι μέρες της χαράς, οι μέρες που το σπίτι με αγαπούσε και…

Και κάποια μέρα εμφανίστηκε ο πρόβολος

Εμφανίστηκε από το πουθενά και με έκανε να ριγήσω. Ξεπρόβαλλε μέσα στο σπίτι σαν φαλλός ενός γίγαντα σειληνού και κατάλαβα πως αυτή ήταν η αρχή του τέλους για μένα. Έπρεπε να εγκαταλείψω το σπίτι μου και να αναζητήσω στέγη κάπου αλλού… που όμως; Δεν είχα βγει ποτέ απ’το σπίτι… δεν χρειάστηκε, δεν το επιθύμησα, δεν το σκέφτηκα καν…

Ο πρόβολος ήταν ένα κυκλώπειο παλούκι που διαπερνούσε το σπίτι σαν κάρφος από την μια άκρη ως την άλλη και έμοιαζε να το έχει πληγώσει θανάσιμα… αυτό μπορούσα να το νιώσω… μπορούσα να νιώσω τους παλμούς του να αργοσβήνουν… μπορούσα να αισθανθώ την αγωνία του… μπορούσα ακόμη και να δω το αίμα του να τρέχει πάνω στις όμορφες κολώνες του… ο πρόβολος ήταν το μαχαίρι που το σκότωνε σιγά σιγά και απειλούσε και τη δική μου ύπαρξη…
Κάτι ακόμα πιο παράξενο είναι πως ποτέ δεν αναρωτήθηκα πώς εμφανίστηκε αυτός ο πρόβολος, αν είχε λόγο ύπαρξης, αν συμβόλιζε κάτι, αν ήταν αληθινός ή γέννημα της φαντασίας μου… της δική μου ή του σπιτιού… τον αποδέχτηκα σαν ένα φυσικό γεγονός… σαν κάτι τρομερό που δεν εύχεσαι να συμβεί ποτέ αλλά όταν συμβεί δεν παλεύεις να το ερμηνεύσεις. Μονάχα να το αντιμετωπίσεις. Αν μπορείς. Ή αν θέλεις…

Κάποια μέρα ξύπνησα βρεγμένος… πανικοβλήθηκα… η θάλασσα είχε εισβάλλει στο σπίτι ή το σπίτι βυθιζόταν στην αγκαλιά της… δεν ξέρω… σιγά σιγά η στάθμη της ανέβαινε και πάλευε να πνίξει μέσα της τα πάντα… ο πρόβολος είχε αλλάξει διεύθυνση αλλά δεν είχε αλλάξει ούτε μέγεθος ούτε είχε απομακρυνθεί… άλλαζε συνεχώς τον άξονά του… πότε οριζόντιος, πότε με κάποια κλίση… η θάλασσα κάποια στιγμή εγκατέλειψε την προσπάθεια να μας αφανίσει και αποσύρθηκε… την επομένη ήμουν πάλι στην ίδια κατάσταση… 

Ύστερα προσπάθησαν οι βράχοι… χώθηκαν μέσα στο σπίτι, έπιασαν τις γωνιές και απείλησαν να συνθλίψουν τον πρόβολο… χωρίς αποτέλεσμα… ο πρόβολος, με ζηλευτή ευελιξία, λες κι έπαιζε μαζί τους, άλλαζε θέση και κλίση και τους χλεύαζε κατάμουτρα… τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον σκοτώσει…

Το σπίτι πέθαινε και έπρεπε να βγω από κει μέσα…

Και τότε έγινε!

Ονειρεύτηκα!

Ήταν το πρώτο όνειρο που είχα ποτέ μου!

Ονειρεύτηκα έναν απέραντο, βαθυγάλαζο ουρανό… ένα στερέωμα απεριόριστο πάνω απ’το σπίτι… κι εγώ μπορούσα να πετάω ελεύθερος και να ταξιδεύω με μια μου σκέψη, με μια εικόνα όπου ήθελα!

Ρίγος!

Ξαφνικά, δεν ήμουν πια μέσα στο σπίτι, αιχμάλωτος, έγκλειστος, δέσμιος μιας άλλης οντότητας… μπορούσα να πάω και να κάνω ό,τι θέλω, να επινοήσω τις πτήσεις μου, να φανταστώ τον εαυτό μου, να ξεκινώ και να σταματώ όποτε το θέλω…

Και από μακριά είδα τη φρίκη και το δράμα.

Είδα τον πρόβολο να έχει θεριέψει σαν δηλητηριώδες φυτό και να έχει εμβολίσει πέρα ως πέρα το σπίτι μου που πια έμοιαζε με ένα ανόητο παιχνίδι στις ορέξεις ενός τρελού.

Πόνεσα τόσο που η πτήση μου ακυρώθηκε. Ξύπνησα κάθιδρος μέσα στην αγωνία μου και βρέθηκα ξανά μέσα στη φυλακή μου.

Το σπίτι πέθαινε και μαζί του θα πέθαινα κι εγώ.

Ένιωθα στο λαιμό μου το ρόγχο του. Ένιωθα τις φλέβες του να μην χτυπούν πια δυνατά, ένιωθα την ομορφιά του να μαραζώνει.

Ως και το ονειρικό μου ταξίδεμα δεν είχε πια δύναμη. Οι πτήσεις μου έμειναν παρθενικά βιώματα, συναρπαστικά αλλά καταδικασμένα να ματαιωθούν. Η ανάσα μου βάρυνε, η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι γινόταν τοξική, το οξυγόνο λιγόστευε, όλα τελείωναν πια…

Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τον πρόβολο.

Αποφάσισα, ο τρελός, σαν ύστατη κίνηση ενός απελπισμένου, να προσπαθήσω να τον αγγίξω. Αν άπλωνα το χέρι μου θα τον έπιανα. Δεν το είχα σκεφτεί ως τότε! Ας ήταν και η τελευταία πράξη που θα έκανα ποτέ.

Και το έκανα! 

Ο πρόβολος αντέδρασε όπως ένα ρόδο που το χαϊδεύει η πρωινή αύρα. Ήταν ζωντανός, μοναχικός, δυστυχισμένος! 

Τον συμπόνεσα ως τα έγκατα της ψυχής μου. Για να εισβάλλει σαν κατακτητής στο κάστρο μου και να αρνείται να το εγκαταλείψει, σήμαινε πως αναζητούσε τις συντεταγμένες του, τον σκοπό της ύπαρξής του, κάποιο νόημα στην όποια ζωή του.

Και είχε ζωή.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε, έχασα τις αισθήσεις μου… χωρίς να φοβάμαι πια ούτε να πονάω για το χαμένο μου σπίτι, ξύπνησα σε μια αμμουδιά… 

Κάποτε…
…σηκώθηκα και κοίταξα ολόγυρα…

Είχα γένια λευκά και τα χέρια μου δεν ήταν όπως τα θυμόμουν… είχα γεράσει, έβλεπα τις φλέβες ανάγλυφες και φουσκωμένες κάτω απ’το δέρμα μου. Γύρισα το βλέμμα και δεξιά είδα κάτι που άγγιξε την καρδιά μου. 

Περπάτησα ως εκεί, σκαρφάλωσα με κόπο γιατί δεν είχα τις δυνάμεις ενός νέου ανθρώπου. 

Σε κάποιο πλάτωμα, πάνω από ένα παράξενο μόρφωμα των βράχων, κάτι εξείχε από το χώμα.

Πλησίασα.

Ήταν μια πλάκα από μάρμαρο χωμένη κάθετα πάνω στο έδαφος. 

Διάβασα κάτι που ήταν έγγλυφο στην επιφάνειά της.

Δάκρυσα και χαμογέλασα.

Χαμογέλασα και δάκρυσα ξανά.

Κι έμεινα εκεί, δίπλα της… αναπαυμένος

δεν θυμάμαι πια πόσο…