Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

MARTIN HEIDEGGER - Το ποίημα του Είναι, που μόλις άρχισε, είναι ο άνθρωπος...

MARTIN  HEIDEGGER

                 
Από  την εμπειρία της σκέψης 1947
(Aus der Erfahrung des Denkens)

μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος


Ι

Ανάμεσα στα ψηλά έλατα …  

Οδός και ισορροπία,
Πόρος και λόγος
Συναντώνται στην ίδια πορεία.

Όδευε και κόμιζε
Αστόχημα και ερώτημα
Στο δικό σου μοναδικό μονοπάτι.


ΙΙ

Όταν το εωθινό φως σιωπηλά προβαίνει πάνω από τα βουνά …


Το σκοτείνιασμα του κόσμου δεν φθάνει ποτέ στο φως του Είναι.

Ερχόμαστε πολύ αργά για τους θεούς και πολύ νωρίς για το Είναι.
Το ποίημα του Είναι, που μόλις άρχισε, είναι ο άνθρωπος.

Να οδεύεις προς ένα αστέρι· μόνο αυτό.

Σκέπτεσθαι είναι ο περιορισμός σε μια μόνο σκέψη που κάποτε
θα σταθεί σαν ένα αστέρι στον ουρανό του κόσμου.


ΙΙΙ

Όταν μπροστά από το παράθυρο της καλύβας ο ανεμοδείκτης τραγουδάει
μέσα στην επερχόμενη καταιγίδα …


Εάν το θάρρος του σκέπτεσθαι πηγάζει από την αξίωση του Είναι,
τότε ευδοκιμεί η γλώσσα της μοίρας.

Μόλις έχουμε το Πράγμα στα μάτια μας μπροστά και την ακρόαση του
λόγου στην καρδιά μας, τότε το σκέπτεσθαι ευημερεί.

Λίγοι άνθρωποι είναι αρκετά εκπαιδευμένοι, ώστε να διακρίνουν ανάμεσα
σε ένα αντικείμενο μάθησης και σε ένα Πράγμα της σκέψης.

Η υπόθεση του σκέπτεσθαι θα ήταν πιο ευοίωνη,
εάν ήδη υπήρχαν σ’ αυτό αντίμαχοι και όχι απλοί
αντίπαλοι.


IV

Όταν  σε έναν από τη βροχή ανταριασμένο ουρανό  αίφνης
γλιστρά μια ηλιαχτίδα πάνω από τα σκοτεινά λιβάδια …


Ποτέ δεν πάμε εμείς προς τις σκέψεις. Αυτές έρχονται προς
εμάς.

Αυτή είναι η προσήκουσα ώρα της συνομιλίας.

Η ώρα της ευφροσύνης στο συντροφικό διαλογισμό.
Αυτός δεν προβάλλει πολεμικές γνώμες ούτε ανέχεται τις
ενδοτικές συναινέσεις. Σταθερό παραμένει το σκέπτεσθαι
στον αγέρα του Πράγματος.

Από μια τέτοια συντροφικότητα μπορεί ίσως  να ανακύψουν ορισμένοι
τεχνίτες στην τέχνη  του  σκέπτεσθαι. Έτσι ώστε κάποιος απ’ αυτούς
απρόσμενα να γίνει δεξιοτέχνης.


V

Όταν στο ξεκίνημα του καλοκαιριού ανθίζουν οι μοναχικοί  νάρκισσοι,
κρυμμένοι μέσα στο λιβάδι, και λάμπει το ρόδο των βουνών κάτω από
το σφενδάμι

Το  μεγαλείο του απλού.

Μόνο η διαμορφωμένη εικόνα διαφυλάσσει το όραμα. Αλλά η διαμορφωμένη εικόνα ανήκει στο ποίημα.

Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας διαπνέει ενθάρρυνση, εάν θέλαμε να αποφύγουμε τη θλίψη;

Ο πόνος δωρίζει τη θεραπευτική του δύναμη, εκεί που δεν τη
φανταζόμαστε.


VI

Όταν ο αγέρας, αλλάζοντας γρήγορα, μουρμουρίζει στις ξυλώσεις
της   καλύβας και ο καιρός απειλεί να γίνει άσχημος …

Τρεις κίνδυνοι απειλούν το σκέπτεσθαι.

Ο καλός και συνεπώς ο σωτήριος κίνδυνος είναι
η γειτνίαση του άδοντος ποιητή.

Ο κακός και συνεπώς ο πιο οξύς κίνδυνος είναι το ίδιο το σκέπτεσθαι.  Πρέπει να σκέπτεται ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του, πράγμα που σπάνια μόνο το μπορεί.

Ο άσχημος και συνεπώς ο συγκεχυμένος κίνδυνος είναι
το φιλοσοφείν.


VII

Όταν μια καλοκαιριάτικη μέρα η πεταλούδα κάθεται πάνω
στο λουλούδι και με κλεισμένα τα φτερά λικνίζεται μαζί του
στον αγέρα του λιβαδιού ….

Όλο το θάρρος της καρδιάς είναι η αντηχούσα ανταπόκριση στην
αξίωση του Είναι, η οποία συλλέγει τη σκέψη μας στο παιχνίδι
του κόσμου.

Μέσα στο σκέπτεσθαι κάθε πράγμα γίνεται μοναχικά και αργά.

Στη μακροθυμία ευδοκιμεί η μεγαθυμία.

Αυτός που σκέπτεται μεγάλως, πρέπει και μεγάλως
να σφάλλει.

VIII

Όταν ο χείμαρρος στο βουνό, μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά,
ιστορεί τις πτώσεις του πάνω στους συμπαγείς βράχους …

Το αρχαιότερο από τα αρχαία μάς ακολουθεί στον τρόπο
σκέψης μας και όμως έρχεται να μας συναντήσει.

Να γιατί το σκέπτεσθαι συνάπτεται με την έλευση του
γεγονότος-όντος και είναι ανάμνηση.

Να είσαι αρχαίος σημαίνει: έγκαιρα να σταματάς εκεί
όπου η μοναδική σκέψη μιας οδού του σκέπτεσθαι
έχει διευθετηθεί στη δομή της.

Μπορούμε να αποτολμήσουμε το βήμα προς τα πίσω: από τη φιλοσοφία στη σκέψη του Είναι, στο μέτρο που μέσα στην προέλευση του σκέπτεσθαι έχουμε βρει την πάτρια εστία μας.


ΙΧ

Όταν οι χιονοθύελλες, τις νύχτες του χειμώνα,
τραντάζουν την καλύβα και ένα  πρωί  το τοπίο
βρίσκει τη γαλήνη του στη χιονισμένη του επένδυση …


Ο λόγος του σκέπτεσθαι θα εφησύχαζε στην ουσία του,
μόνο εάν γινόταν ανήμπορος να πει εκείνο που
πρέπει να μείνει ανείπωτο.

Μια τέτοια ανημποριά θα έφερνε το σκέπτεσθαι
ενώπιον του Πράγματος.

Ποτέ δεν υπάρχει ό,τι ομιλείται και σε καμιά γλώσσα
δεν υπάρχει ό,τι λέγεται.

Ότι υπάρχει πάντοτε και αιφνίδια ένα σκέπτεσθαι, ποιος εκπλησσόμενος θα ήθελε να διερευνήσει;


Χ

Όταν στις πλαγιές της ορεινής κοιλάδας, όπου οι
αγέλες προχωρούν αργά, τα κουδούνια ηχούν αδιάκοπα …

Ο ποιητικός χαρακτήρας του σκέπτεσθαι είναι ακόμα
συγκαλυμμένος.

Όπου αυτός φανερώνεται, εξισώνεται για πολύ καιρό με
την  ουτοπία  μιας  ημιποιητικής  διάνοιας.

Αλλά η σκεπτόμενη ποίηση είναι στην πραγματικότητα
η τοπολογία του Είναι.

Αυτή λέγει στο Είναι τον τόπο διαμονής της ουσίας του.


XI

Όταν το εσπέριο φως,  γέρνοντας κάπου μέσα στο δάσος,
χρυσίζει τους κορμούς των δέντρων 

Το να τραγουδάμε και να σκεπτόμαστε είναι οι γειτονικοί
κορμοί της ποίησης.
Εκφύονται από το Είναι και φτάνουν στην αλήθεια του.

Η σχέση τους μας κάνει να σκεφτούμε ό,τι ο Hölderlin
τραγουδά για τα δέντρα του δάσους:

«Και άγνωστοι μεταξύ τους παραμένουν,
όσο στέκουν, οι γειτονικοί κορμοί».

Δάση απλώνονται
Χείμαρροι ορμούν
Βράχια διαρκούν
Βροχή ρέει

Λειμώνες αναμένουν
Πηγάδια αναβρύζουν
Άνεμοι κατοικούν
Ευ-λογία βρίσκει το νόημά της.


Θέλω να ευχαριστήσω τον κο Τζωρτζόπουλο για την άδεια αναδημοσίευσης από το πολύ αξιόλογο ιστολόγιό του http://hegel-platon.blogspot.com/

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Το Άλεφ...



«…Στο κάτω μέρος της σκάλας, προς τα δεξιά, είδα μια μικρή, ιριδίζουσα σφαίρα, που ακτινοβολούσε σχεδόν ανυπόφορα. Στην αρχή, νόμισα ότι περιστρεφόταν, αργότερα κατάλαβα ότι η κίνηση αυτή ήταν μια οφθαλμαπάτη, η οποία οφειλόταν στις ιλιγγιώδεις παραστάσεις που ενέκλειε η σφαίρα. Η διάμετρος του Άλεφ θα πρέπει να ήταν δύο ή τρία εκατοστά, αλλά μέσα του ήταν ο σύμπας ο κοσμικός χώρος, χωρίς την παραμικρή σμίκρυνση.

Κάθε πράγμα (ας πούμε, το γυαλί του καθρέφτη) ήταν άπειρα πράγματα, γιατί το έβλεπα πεντακάθαρα απ' όλα τα σημεία του σύμπαντος. Είδα την πολυπληθή θάλασσα, είδα την αυγή και το δειλινό, είδα την κοσμοπλημμύρα της Αμερικής, είδα έναν ασημένιο ιστό αράχνης στο κέντρο μιας μαύρης πυραμίδας, είδα έναν κόκκινο λαβύρινθο (ήταν το Λονδίνο), είδα μάτια κοντινά, ατέλειωτα, που με κοίταζαν εξονυχιστικά "ως εν κατόπτρω", είδα όλα τα κάτοπτρα του πλανήτη και δεν καθρεφτιζόμουν σε κανένα, είδα σε μια αυλή της οδού Σολέρ τα ίδια πλακάκια που είχα δει πριν τριάντα χρόνια στο χολ ενός σπιτιού στο Φράι Μπέντος, είδα τσαμπιά και χιόνι και καπνό, είδα φλέβες μεταλλείων και υδρατμούς, είδα ανάκυρτες ερήμους του Ισημερινού και κάθε κόκκο από την άμμο τους, είδα στο Ίνβερνες μια γυναίκα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είδα την ατίθαση κόμη, είδα το αγέρωχο κορμί, είδα έναν καρκίνο στο στήθος, είδα ένα κύκλο ξεραμένο χώμα σ'ένα πεζοδρόμιο, εκεί οπού ήταν κάποτε ένα δέντρο, είδα μια έπαυλη στο Αδρογκέ, ένα αντίτυπο της πρώτης αγγλικής μετάφρασης του Πλίνιου, εκείνης δηλαδή του Φίλιμον Χόλαντμ, είδα με μιας το κάθε γράμμα τής κάθε σελίδας (όταν ήμουν μικρός, απορούσα που τα γράμματα ενός κλειστού βιβλίου δε χάνονταν τη νύχτα και δεν ανακατεύονταν μεταξύ τους), είδα ταυτόχρονα τη νύχτα και την μέρα, είδα ένα ηλιοβασίλεμα στο Κερέταρο που έμοιαζε ν΄αντανακλά το χρώμα ενός ρόδου στην Βεγγάλη, είδα την κρεβατοκάμαρα μου άδεια, είδα σ'ένα εργαστήριο του Άλκμααρ μια υδρόγειο ανάμεσα σε δυο καθρέφτες που την πολλαπλασίαζαν επ'άπειρον, είδα άλογα που ανέμιζαν οι χαίτες τους, σε μια όχθη της Κασπίας, ξημερώνοντας, είδα τον λεπτό σκελετό ενός χεριού, είδα τους επιζώντες μιας μάχης να στέλνουν καρτ-ποστάλ, είδα σε μια βιτρίνα του Μιρζαπούρ μια ισπανική τράπουλα, είδα κάτι φτέρες να ρίχνουν την λοξή τους σκιά στο πάτωμα ενός θερμοκηπίου, είδα τίγρεις, έμβολα, βίσωνες, πλημμύρες και στρατιές, είδα όλα τα μυρμήγκια που υπάρχουν στην γη, είδα έναν περσικό αστρολάβο, είδα σ' ένα συρτάρι του γραφείου (τρέμω και που το γράφω) κάτι επιστολές χυδαίες, απίστευτα λεπτομερείς, που είχε στείλει η Μπεατρίς στον Κάρλος Αρχεντίνο, είδα ένα λατρεμένο μνημείο στο Τσακαρίτα, είδα το αποκρουστικό λείψανο αυτού που τόσο ηδονικά υπήρξε κάποτε η Μπεατρίς Βιτέρμπο, είδα την κυκλοφορία του σκοτεινού μου αίματος, είδα το πλέγμα του έρωτα και τη μεταμόρφωση του θανάτου, είδα το Άλεφ απ'όλα τα πρίσματα, είδα την Γη μέσα στο Άλεφ και, ξανά μέσα στην Γη το Άλεφ, και μέσα στο Άλεφ τη Γη, είδα το πρόσωπο μου και τα σωθικά μου, είδα το πρόσωπο σου και ζαλίστηκα και έκλαψα, γιατί τα μάτια μου είχαν δει αυτό το μυστικό και επαγωγικό πράγμα που οι άνθρωποι έχουν καπηλευθεί, τ'όνομα του, μα που κανένας από αυτούς δεν το 'χει δει ποτέ: το ασύλληπτο σύμπαν…»


Χόρχε Λουίς Μπόρχες [Το Άλεφ]
(μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης)
Τα Άπαντα Πεζά - Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Καημένοι άνθρωποι! Καημένοι όλοι μας!


[...] 
Πόσες εθνικότητες στον κόσμο! Πόσα επαγγέλματα! Πόσοι άνθρωποι!
Πόσες μοίρες διαφορετικές μπορεί να κρύβει η ζωή,
η ζωή, τελικά, κατά βάθος, πάντα η ίδια!
Πόσες φάτσες παράξενες! Όλες οι φάτσες είναι παράξενες
και δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο από το να κοιτάζεις πολύ τους ανθρώπους.
Η αδελφοσύνη τελικά δεν είναι ιδέα επαναστατική.
Είναι κάτι που μας το μαθαίνει η ζωή, όπου πρέπει να ανεχόμαστε τα πάντα,
και τελικά βρίσκουμε ευχάριστο αυτό που πρέπει ν' ανεχόμαστε,
και καταλήγουμε να κλαίμε σχεδόν από τρυφερότητα γι' αυτό
που ανεχτήκαμε!
Α, όλα τούτα είναι ωραία, είναι ανθρώπινα και ταιριάζουν τόσο
με τα ανθρώπινα συναισθήματα, τόσο κοινωνικά και καθωσπρέπει,
τόσο πολύπλοκα απλά, τόσο μεταφυσικά θλιβερά!
Η πολυτάραχη, η διαφορετική ζωή μάς διαπαιδαγωγεί τελικά στα ανθρώπινα.
Καημένοι άνθρωποι! 
Καημένοι όλοι μας! 

[...]



Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση του Φερνάντο Πεσσόα: Θαλασσινή ωδή του Άλβαρο ντε Κάμπος, μτφρ.-επίμ.: Μαρία Παπαδήμα, σχ.: Πάολο Γκέτσι, Εκδόσεις Νεφέλη 2012. Δημοσιευμένο στο //www.e-poema.eu

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Γιατί εχθρός του ποιητή δεν μπορεί να είναι ο θάνατος...


Από καιρό, από χρόνια πολλά ακολουθεί τον ποιητή ένας μυστηριώδης πρίγκιπας του πολέμου. 
Κανένας δεν γνωρίζει ποιος είναι. Τη γενιά του το όνομά του το σκοπό του. Είναι πάντα μονάχος με σιωπή και σαν από ένα καθήκον ακολουθεί τον ποιητή. Στο τέλος τον υποτάσσει. Την ανύπαρκτη σχέση του μ’ αυτόν τώρα την κάνει σχέση. Αλλά μια σχέση τρομερή άδικη. Ανεξήγητη ως το τέλος. Με μιαν ανεξιχνίαστη κακία βασανίζει ταπεινώνει αναίτια τον ποιητή του βγάζει τα μάτια. Τον κλείνει στην φυλακή κι ο ποιητής πεθαίνει όμως αυτό δεν έχει σημασία.
Γιατί εχθρός του ποιητή δεν μπορεί να είναι ο θάνατος.
Ο ποιητής δεν φοβάται το θάνατο το λέει. Ο θάνατος είναι φυσικός η ποίηση είναι υπερφυσική. Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο άγνωστος εχθρός του ποιητή. Ο προαιώνιος κακούργος των ποιητών.
Τότε άκουσα τον οιωνό με το κλειστό το στόμα. Μοίρα του ποιητή είναι η τιμωρία. Χωρίς κανένα έλεος χωρίς αιτία χωρίς να υπάρχει έγκλημα. Ο βασιλιάς είναι ένα άγνωστο αδυσώπητο πλάσμα κακό. Έχει αποστολή κι υπόσταση να ταπεινώνει να τρομάζει. Να βασανίσει ν’ αφανίσει τον ποιητή.
Γιατί ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό.
Η ποίησή του κι η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν.
Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό εχθρό. Έτσι ζει πάντα ο ποιητής. Απειλημένος καταπατημένος δικασμένος. Μέσα στο σκοτάδι γιατί άγρια τον τύφλωσαν. Με θανάσιμη αγωνία με μεγάλες κινήσεις στον αέρα. Φυλάγεται αλλά έρχεται πάντα η ώρα που θα τρομάξει και θα νικηθεί.
Τον ήξερα από πάντα αυτόν το πρώτο νόμο της ποίησης…
Ότι η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία. Τέτοιο είναι πάντα το τέλος των ποιητών να καταστρέφονται χωρίς αιτία.

Γιώργος Χειμωνάς
“Ο Εχθρός του Ποιητή”

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Πώς μπορείς να ξέρεις τι θέλεις όταν δεν ξέρεις ποιος είσαι;



Κάποτε ο σκηνοθέτης Ρενέ Ζυμπέρ είχε απευθύνει στον μεγάλο Γκεόργκι Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (τον οποίο είχε γνωρίσει στο Παρίσι την περίοδο της γερμανικής κατοχής και υπήρξε μαθητής του) το ερώτημα 'Ποιος είσαι κύριε Γκουρτζίεφ;' για να εισπράξει αμέσως την απάντηση: 'Κι εσύ; Ποιος είσαι εσύ;'

Οι γνωστοί και άγνωστοι αληθινοί διδάσκαλοι της Ατραπού δεν προχωρούν ούτε βήμα παρακάτω όταν έχουν να κάνουν με την άγνοια ως υπέδαφος ή ως βάση εργασίας. Ναι, ακόμη και ως υπέδαφος η άγνοια του εαυτού είναι τόσο καταλυτικός παράγων που στην ουσία δεν έχει νόημα να ξεκινήσεις την παραμικρή ουσιαστική εργασία. Γιατί είναι σα να εργάζεσαι με έναν άλλο, έναν άγνωστο, έναν ξένο. Πρώτα θα πρέπει να γίνουν οι... συστάσεις, ύστερα να αρχίσει η εσωτερική χαρτογράφηση και κάποια στιγμή, η εργασία ξεκινά... η βαθύτερη εργασία δηλαδή κι όχι αυτή που εσύ, μέσα στην τυφλότητά σου νομίζεις ότι πρέπει να ξεκινήσει.

Δεν είναι καθόλου σπάνιο, σ'αυτό ακριβώς το πεδίο ο διδάσκαλος να χρησιμοποιήσει πολλά και... διασκεδαστικά τρικ για να επιτύχει αυτό που θέλει. Εσύ τον ρωτάς για την ύπαρξη, το είναι και το θεό κι αυτός σου λέει να πας στον κήπο και να σκάψεις λάκκους μέχρι να βγουν κάλοι στα χέρια σου. Εσύ επιμένεις να τον ρωτάς τι είναι ο χρόνος και σε τι διαφέρει το αληθινό από το πραγματικό κι αυτός σε στέλνει στην κουζίνα να βοηθάς με τη λάντζα... ένας πλήρης αποπροσανατολισμός δηλαδή... επιφανειακά βέβαια. Γιατί ο δάσκαλος γι αυτό υπάρχει κι εκεί έγκειται η όποια αξία του. Να μην είναι αυτό που θέλεις εσύ. Να μην είναι η προβολή των φαντασιώσεών σου. Να μην είναι αυτός που θα σε πάρει απ'το χεράκι για να σε οδηγήσει στα Μεγάλα Μυστήρια και να σε περιμένει μετά απ'έξω, σαν καλός μπαμπάς, να σε παραλάβει και να σου χαϊδέψει στοργικά το κεφάλι.

Ο Νίτσε έλεγε πως ο αληθινός φίλος είναι ένα σκληρό στρώμα κι όχι αυτό που θα βυθιστείς τεμπέλικα και θα πλαδαρέψεις με την ησυχία σου. Ο αληθινός διδάσκαλος δεν είναι η ησυχία σου, είναι η ανησυχία σου. Δεν είναι το τέλος της αγωνίας σου, είναι η αγωνία σου. Δεν είναι ο κόλακας φίλος, ο τρυφερός παππούς, ο χαμογελαστός γερούλης που θα σε κανακεύει και θα σου λέει συνέχει πως 'όλα θα πάνε καλά'. Είναι ο... τύραννός σου. Ο πονοκέφαλος και ο θυμός σου. Αν βρεις στο μονοπάτι κάποιον που δεν είναι έτσι, καλύτερα σήκω και φύγε. Γιατί εκεί που βρίσκεσαι άλλα ζητούν και περιμένουν από σένα. Και δεν δίνουν δεκάρα για σένα.

Ο μέγιστος Πυθαγόρας, στο περίφημο Ομακοείο του, επέβαλλε στους νεοφερμένους μια βασανιστική και τυραννική περίοδο πενταετούς σιγής. Γι αυτό και ως γνωστόν αποκαλούνταν Ακροαταί ή Ακουσματικοί. Έπρεπε να συμπληρωθούν λοιπόν πέντε ολόκληρα χρόνια για να μπορέσει ο μαθητής -δόκιμος αδελφός και μύστης- να μπορεί να αρθρώσει σκέψεις, απόψεις και θέσεις επί μυητικών θεμάτων. Δεν ήταν μια περίοδος απόλυτης αλαλίας όπως κάποιοι έχουν βλακωδώς γράψει. Ο Πυθαγόρας δεν αναζητούσε... μουγκούς στη σχολή του, η σιγή ήταν σχετική με τα ζητήματα που συζητούνταν, τις διδασκαλίες, τη μυστική γνώση που μοιράζονταν οι αδελφοί του Ομακοείου. Ο δόκιμος νεόφυτος είχε την μοναδική ευκαιρία, αφού είχε γίνει κατ'αρχήν δεκτός, να γίνει κοινωνός ενός τρόπου ζωής και διδασκαλιών που ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο είχαν καν ακούσει. Ταυτόχρονα ήταν η σπάνια ευκαιρία του να εργαστεί με τον εαυτό, να στρέψει το βλέμμα εντός, να πάψει να φλυαρεί, να θορυβεί και να μεγαλαυχεί και να επικεντρωθεί στα ουσιώδη και μείζονα ζητήματα της ύπαρξης και της ζωής. Μετά από την συμπλήρωση αυτής της περιόδου, έτσι κι αλλιώς θα ήταν πλέον ένας άλλος σε σχέση με αυτόν που αιτήθηκε την εισδοχή του στον κύκλο των Πυθαγορείων. Και έτσι, αν είχε αντέξει όλη αυτή την μακρόχρονη δοκιμασία και είχε καρπούς η εργασία του, στην ουσία πολύ λίγα θα είχε πια να πει. Και πολύ βαθύτερου περιεχομένου βέβαια.

Μερικοί πιστεύουν ότι οι μυητικές αδελφότητες έκρυβαν τα πάντα και ήταν βυθισμένες σε μια θάλασσα μυστικοπάθειας και διαρκούς εσωστρέφειας. Η πραγματικότητα νομίζω είναι διαφορετική. Αυτό που συνέβαινε είναι αυτό που συμβαίνει με κάθε οικογένεια. Τα ιερά μυστικά που δένουν και συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας δεν κοινοποιούνται, προστατεύονται για να προστατεύουν... Όσο 'μυστικοπαθής' και 'φιλομυστήριος' είναι ο πατέρας μιας οικογένειας άλλο τόσο είναι και ο ηγήτωρ μιας μυητικής αδελφότητας. Και αν το κόστος της έκθεσης στην πρώτη περίπτωση μπορεί να είναι σχετικό και με βλάβες που επανορθώνονται, στην δεύτερη περίπτωση μπορεί να σημαίνει τον αφανισμό μιας ολόκληρης παράδοσης, με την έννοια της βίαιης διακοπής του νήματος, του σπασίματος της αλύσου. Το κόστος είναι βαρύ και κάποιες φορές ιστορικά ανεπανόρθωτες οι βλάβες για γενιές ολόκληρες. Γνωρίζουμε πως αδελφότητες και τάγματα εξαφανίστηκαν για πολλά χρόνια ακόμα και για αιώνες επειδή κάποιοι πρόδωσαν την ιερή σχέση τους με τους αδελφούς τους και μόλυναν τους όρκους σιγής τους.

Για να το αντιληφθεί καλύτερα κάποιος αυτό ας αναφερθεί το εξής σχήμα: Αν μπορούν να διακριθούν οι σχέσεις σε Σχέσεις Αίματος, Σχέσεις Σπέρματος, Σχέσεις Πνεύματος, όλες ιερές και απαραβίαστες, οι σχέσεις των αδελφών της Αλύσου είναι Σχέσεις Ύπαρξης, Σχέσεις του Είναι, προσωπικά θα έλεγα πως μονάχα με το Αχανές μπορεί να συγκριθεί ποιοτικά η σχέση που αναπτύσσεται στην Άλυσο. Έχουν ως άξονες το Άπειρο, το Ιερό και το Άχρονο. Όμως, στο γήινο πεδίο, στο πεδίο εκδήλωσης όπου ο χονδροειδής μας φορέας έχει τον πρώτο λόγο -ώσπου να ολοκληρωθεί το μυητικό έργο- ο άνθρωπος είναι ευαίσθητος, ευόλισθος και ασταθής. Έτσι λοιπόν, η μόνη προστασία απέναντι στην ίδια την ατέλειά μας, είναι εργαλεία της ατέλειάς μας: ο φόβος, η απαγόρευση, η 'στρατιωτική' πειθαρχία. Εξωτερικά εργαλεία και ασπίδες για την προστασία του εσωτερικού έργου. Ποιος μπορεί να έχει αντίρρηση; Όταν υπάρχουν παράλογα μέτρα και απόρθητα θησαυροφυλάκια για τις 'πολύτιμες' πέτρες αυτού του πλανήτη, γιατί μας ενοχλεί που κάποιοι προσπαθούν να προστατεύσουν τα πνευματικά διαμάντια της άρρητης γνώσης του κόσμου;
Για τον πνευματικό δάσκαλο, ο κάθε 'μαθητής' είναι ένα ακατέργαστο διαμάντι. Ο ίδιος ο δόκιμος δεν το γνωρίζει ακόμα, η αρχαία φωνή δεν έχει γίνει τόσο δυνατή. Έχει τις ποιότητές της κάποιες στιγμές, 'συναισθάνεται' ή 'αντιλαμβάνεται' κάποιες δονήσεις αλλά αγνοεί και την πηγή και τη δύναμή της. Αγνοεί φυσικά και την αποστολή του, το ποιος πραγματικά είναι. Ξυπνάει, εργάζεται, τρώει, κάνει οικογένεια, κάνει παιδιά, κάνει λεφτά, κυνηγάει χίμαιρες, παλεύει για την κοινωνική καταξίωση, γερνάει και πεθαίνει μέσα στην άγνοια. Μια μηχανή που δεν μπόρεσε ποτέ να αυτο-συνειδητοποιηθεί. Μπορεί να εκλεπτύνθηκε μέσα στους αιώνες αλλά παρέμεινε μηχανή. Εξελίχθηκε χωρίς να αναπτυχθεί, καθώς θα έλεγε και ο μεγάλος Γκουρτζίεφ. Γιατί η ανάπτυξη σημαίνει πως αποκτάς γνώση, σιγά σιγά, σταδιακά κι άλλοτε αιφνίδια και αποκαλυπτικά της ίδιας της μηχανής. Έχεις εποπτεία της μηχανής... και έτσι μόνο παύεις να είσαι μηχανή. Ξεπερνάς τη μηχανή, απο-μηχανοποιείσαι. Χρησιμοποιείς τη μηχανή αλλά έχεις πλέον αποταυτιστεί. Αυτό είναι μέρος της ανάπτυξής σου. Μικρό αλλά απαραίτητο.

Η εξέλιξη συμβαίνει και χωρίς εσένα. Για την ακρίβεια, δεν θα ρωτήσει ποτέ εσένα. Συνέβαινε επί χιλιετηρίδες και αιώνες και είναι ένα βουβό κύμα που πάει μπροστά. Αλλά εσύ δεν συμμετέχεις, δεν καθορίζεις τίποτα. Μπορείς όμως να έχεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη. Στη δική σου ανάπτυξη. Κατά καιρούς αυτή η λέξη έχει ειπωθεί αλλιώς: Μύηση, Εργασία, Έργο (Opus), Άνοδος, κλπ.

Και χωρίς αυτό το μακρύ και ανηφορικό ταξίδι στο Όρος του Εαυτού, δεν μπορείς να έχεις θέαση του ποιος είσαι. Γιατί αν ξέρεις ποιος είσαι τότε έχεις απαντήσει σχεδόν στα πάντα. Τα ερωτήματα παύουν, ησυχάζουν, τελειώνουν.

Και τότε ξέρεις τι πραγματικά Θέλεις. Όχι τι επιθυμείς, τι ορέγεσαι, τι σε έλκει, τι σε ηδονίζει... αλλά τι Θέλεις.

Όσο είσαι ακόμα στους πρόποδες, ομοεπίπεδος και αιχμάλωτος της μερικότητας, των πραγματικοτήτων του νου, του θορύβου της δραστηριότητας, της μέριμνας και της διαρκούς κίνησης προς το ασήμαντο, αν δηλαδή, δεν ξέρεις ποιος είσαι, πώς μπορείς να ξέρεις τι Θέλεις;

Νομίζεις ότι ξέρεις αλλά δεν ξέρεις τίποτα.

Νομίζεις ότι βλέπεις αλλά είσαι τυφλός σαν κουτάβι.

Νομίζεις ότι ορίζεις τα πράγματα αλλά είσαι μια θλιβερή μαριονέτα στο κουκλοθέατρο της Ειμαρμένης.

Και ανασαίνεις το πεπερασμένο σου σα να είναι η αιωνιότητα... ενώ κάθε στιγμή που περνάει ζυγώνεις όλο και πιο κοντά στον αφανισμό σου...

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Γιατί μας αιχμαλωτίζει το χθες;




…Γιατί αναπολούμε το χθες;

Γιατί έχουμε τη ματιά μας πρόθυμη στο παρελθόν και η πρόσκαιρη ‘επιστροφή’ ζωγραφίζει ένα γλυκό μειδίαμα στο πρόσωπό μας;
Η εργασία στην προσπάθεια εύρεσης μιας ικανοποιητικής απάντησης μας φέρνει μοιραία αντιμέτωπους με το ζήτημα της δημιουργίας του προσωπικού μύθου,  της ‘κατασκευής’ του ατομικού σύμπαντος δράσης, σκέψης, ιδεών, φόβων, αδιεξόδων...
…Η ωρίμανση ξεκινά όταν αντιμετωπίσει κανείς το πρώτο του αδιέξοδο. Κάτι που εμπρός του στέκεται ενεός, αμήχανος, προσωρινά ηττημένος. Η υπέρβασή του χαράζει τη πρώτη ρυτίδα στο πρόσωπο αλλά και στην όψη της ψυχής…  Και πιθανώς οριοθετεί και τον πρώτο θάνατο της νεότητας…

Αφορμή για τούτη την ανάρτηση είχε σταθεί ο πολύ γνωστός διάλογος που έχει κάποια στιγμή ο νομοδιδάσκαλος Νικόδημος, εξέχον μέλος των Σανχεντρίν με τον Ιησού. Ο Νικόδημος δεν μπορεί να κατανοήσει τον πυρήνα της διδασκαλίας του Ναζωραίου, ειδικά αυτό το ‘να γεννηθείτε άνωθεν΄. Ο Ιησούς του λέει πως το πνεύμα μοιάζει με τον άνεμο που δεν τον βλέπει κανείς αλλά φυσάει παντού.  Ο Νικόδημος ανήκει σε μια σχολή σκέψης που έχει αποστολή να ‘φυλάει’ τα περάσματα. Είναι Φύλακας, δεν μπορεί να καταλάβει ότι όλα πρέπει να γκρεμιστούν για να χτιστούν απ’την αρχή. Ο Νικόδημος είναι ένας άνθρωπος της Μνήμης. Της Ιερής Μνήμης.  Ο Ιησούς του ζητά να ξαναγίνει παιδί και να ρισκάρει. Αν δεν ρισκάρεις δεν μπορείς να κερδίσεις το αύριο. Και το σήμερα είναι κιόλας χθες. 
Αν δεν ρισκάρεις είσαι καταδικασμένος να είσαι πάντα στο χθες.

Στην ουσία, ο Νικόδημος παλεύει να διατηρήσει την ‘ιερή αδράνεια’ της παράδοσης με αγαθή πρόθεση και καρδιά και ο Ιησούς του ζητά να βουτήξει στο Αχανές.

…Γιατί μας αιχμαλωτίζει το χθες; 

Η απάντηση δεν έχει να κάνει τόσο με το ότι ήμασταν νέοι και τώρα πια δεν είμαστε. Άλλωστε, έτσι ή αλλιώς, το τέλος της νεότητας ορίζεται περίπου στην εποχή που αρχίζεις να έχεις… χθες. Στην εποχή που ο προσωπικός μύθος έχει κατασκευαστεί και το σύμπαν μέσα στο οποίο ζεις δεν μπορεί πια να αλλάξει. Να αλλάξει ορίζουσες, να μεταμορφωθεί. Δεν μπορεί; Ίσως να μπορεί όμως τούτο για να συμβεί θα χρειαστεί να δοκιμαστείς σε μια νέα γέννηση. Τι είπε ο Ιησούς στον αμήχανο Νικόδημο; Δεν μπορείς να επιτύχεις την είσοδο στην Βασιλεία των Ουρανών αν δεν γεννηθείς άνωθεν. Γιατί το γεγενημένον εκ της σαρκός σαρξ εστί το δε γεγενημένον εκ του πνεύματος πνεύμα εστί. Δεν χρειάζεσαι νέους φυσικούς γονείς, χρειάζεσαι μια νέα πνευματική αφετηρία. Διαφορετικά είσαι εγκλωβισμένος στο σύμπαν που ήδη ζεις, πάνω ή κάτω, λίγο ή πολύ… Και ο εγκλωβισμένος δεν είναι ο άνθρωπος που θα πάρει το ‘ρίσκο της Βασιλείας’. Μπορεί να είναι ευσεβής και ‘καλός’, μπορεί να είναι ευγενής και πιστός αλλά δεν είναι πια ‘νέος’. Με μια έννοια έχει πεθάνει. Και η πορεία για τη Βασιλεία απαιτεί από όλους να είναι Νέοι. Και ο αγαθός Νικόδημος παρέμεινε στους αιώνες συνοφρυωμένος να στοχάζεται τα ‘σύμβολα’ στα λόγια ενός Μυημένου της τελευταίας βαθμίδας, ενός Λόγου.

Πώς να κατανοήσεις το Καινό με όρους του Παλιού;

Ένας νέος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος χωρίς χθες. Αυτό τον κάνει ‘ανολοκλήρωτο’ και όχι η έλλειψη εμπειριών, η απουσία γεγονότων ζωής. Ένας άνθρωπος στην ωριμότητά του είναι ένας άνθρωπος που έχει μόνο χθες. Αυτό τον κάνει σοφό και όχι η πληθύς των εμπειριών του. Ο άνθρωπος δίχως χθες, ήτοι δίχως προσωπική μυθολογία, δεν μπορεί να είναι αναφορικός, είναι αναγκασμένος να δρέπει καρπούς εμπειριών δάνειους, από τους άλλους, από τα βιβλία, από τη σοφία του χθες. Είναι όμως και ο άνθρωπος που έχει ακόμη την ευκαιρία να βιώσει το συναρπαστικό, το Αληθινό, το Άχρονο. Ένας άνθρωπος που έχει μόνο χθες, είναι ολοκληρωτικά αναφορικός, δεν παράγει πια τίποτε, δεν εξελίσσει τίποτε αλλά έχει την σπάνια ευλογία να αξιολογήσει ένα ακέραιο σύμπαν Γνώσης. Κι αυτό, στατικά ή όχι, αποτελεί μια τρομακτική δύναμη. Όμως… είναι πλέον αργά για κείνον. Το μόνο που έμεινε για να εμπειρωθεί το Άχρονο είναι η ‘κατά χάριν’ παρέμβαση της Δύναμης. Κι αυτό σε σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις…

Γυρνάμε συχνά στο χθες γιατί είναι η μόνη περίοδος που υπήρξαμε ολοκληρωμένοι.  Δηλαδή ακέραιοι, όχι τεμαχισμένοι. Ακόμη κι αν δεν ήμασταν ευτυχισμένοι, ακόμη κι αν περάσαμε δύσκολα. Και δεν αναπολούμε το χθες γιατί θέλουμε να επιστρέψουμε σε αυτό. Δεν θέλουμε να ξαναζήσουμε το χθες. Απλά, είναι η μοναδική χειροπιαστή απόδειξη ότι αληθινά υπήρξαμε, ότι δεν είμαστε μια σκεπτομορφή, άνεμος, κόκκοι αστρόσκονης, αδιαμόρφωτα θραύσματα του Υπερνού που στην εντελέχειά τους ίσως να γίνουν μια μέρα άνθρωποι…

Μερικοί πιστεύουν ότι χθες τα πράγματα ήταν ‘καλύτερα’ και σήμερα είναι ‘χειρότερα’. Χθες τα πράγματα ήταν ‘αγνότερα’, σήμερα είναι πιο ‘βρώμικα’. Χθες οι άνθρωποι ήταν ειλικρινέστεροι, σήμερα είναι διαβρωμένοι. Αλλά ξέρουν ότι μονάχα εκ του ασφαλούς μπορείς να δογματίσεις, να διατυπώσεις αφορισμούς, να ιχνεύσεις συμπαγή κατηγορήματα. Και εκ του ασφαλούς υπάρχεις μονάχα ως προς το χθες. Το σήμερα είναι μια δυναμική κίνηση, ένα βέλος που συνεχώς τείνει, ένα άνυσμα που κάπου θα σημάνει μια τιμή. Και η τιμή αυτή δεν ξέρουμε τι θα είναι. Θετική ή αρνητική. Η αγωνία συνεχίζεται. Το αύριο, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει. Άρα, όλα ήταν καλύτερα χθες αφού είναι γνωστά, σίγουρα, δεδομένα, αξιολογημένα, τοποθετημένα, κατηγοριοποιημένα. Ό,τι κι αν πεις για το σήμερα θα διαψευσθείς, αν μιλήσεις για το αύριο, προφητεύεις όπως ο Ιεζεκιήλ την εφαρμογή του Δευτερονομίου. Ίσως να γίνει μα αν δεν γίνει όλα θα καταστραφούν ξανά και θα οδηγηθείς σε μια νέα Βαβυλώνια αιχμαλωσία…

Γιατί αναπολούμε τόσο συχνά το χθες;

Γιατί υπάρχει ένας τρομακτικός, πυρηνικός, υπαρκτικός φόβος να ζήσουμε ξανά, να ζήσουμε αληθινά, να ξαναγεννηθούμε. Αυτός ο φόβος που είναι άγνωστος στο νέο άνθρωπο και τόσο μα τόσο οικείος στο γέροντα. Και εκεί εδράζεται και ο φόβος του θανάτου…

Ο θάνατος που έχει βιωθεί άπειρες φορές στην καθημερινότητα δεν μπορεί παρά να έχει σωρεύσει μια πυραμίδα εμπειριών ανεκτίμητη. Ο γέροντας γνωρίζει τι είναι ο θάνατος αλλά σε μικρή κλίμακα, σε κλίμακα που του επέτρεψε να τον αξιολογεί, να τον εργάζεται, να τον μάχεται αφού ακόμη ζει. Τα αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν, όλες οι απορρίψεις, οι διαψεύσεις, οι αναρίθμητες μικρές και μεγάλες ήττες που έχουν εγγραφεί και πονούν τόσο πολύ όταν τις ‘αγγίζεις’ είναι εμπειρίες θανάτων. Πριν έρθει ο μεγάλος, φοβερός και οριστικός εκείνος Θάνατος, η Τελευτή για την οποία η εσωτερική εργασία και παρασκευή, τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται ατροφική, αδύναμη, ασήμαντη…

...Γυρνούμε στο χθες καθώς είναι ο μόνος δρόμος που έχουμε περπατήσει. Κι αν δεν θέλουμε να τον περπατήσουμε ξανά, ό,τι είναι οικείο για τη ψυχή, είναι αγαπητό. Και καθώς γνωρίζουμε πια πως μας καθορίζει μονάχα αυτό στο οποίο αναφερόμαστε, είναι μονόδρομος.

Εκτός εάν…

Μπορούμε άραγε να ζούμε κάθε μέρα από την αρχή; Για μένα αυτό ήταν η μέγιστη πρόκληση και ως απλή σκέψη όχι ως πραγμάτωση. Αν μπορούμε να ξεκινάμε κάθε μέρα από το ‘μηδέν’ καθαροί και ακέραιοι, χωρίς τα φέροντα φορτία του χρόνου, είμαστε έτοιμοι για το Βλέμμα, το πέρασμα στην επόμενη διάσταση, τη διάσταση της Δράσης.
Αποδεικνύεται ότι τα βάρη της καθημερινότητας είναι πολλά και όσο περνούν τα χρόνια το Βλέμμα ξεθωριάζει, χάνει τις μάχες, αποσύρεται. Είμαστε πια ‘άνθρωποι πικραμένοι’ καθώς θα έλεγε και ο Γ. Βαρβέρης.
Όμως το φρόνημα του είναι δεν έχει γνωρίσει καμιά ήττα. Δεν αλλοιώνεται και δεν μαγαρίζεται. Ακόμα και αν είμαστε άνθρωποι της μνήμης, το Βλέμμα ζει στο άχρονο και απλά χρειάζεται να το ανακαλύψουμε.

Στην ουσία δεν χρειάζεται να το δούμε εμείς.

Αλλά να αφεθούμε για να μας δει Αυτό…