Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Νυχτοβάτης



Ο Νυχτοβάτης κοιτούσε το γυμνό του είδωλο στο μεγάλο, όρθιο, οβάλ καθρέφτη.
Για πολλή ώρα έμεινε ανέκφραστος.
Για κάποιον παράξενο λόγο, ήξερε ότι ερχόταν η στιγμή που το είδωλο θα συνομιλούσε μαζί του.
Για κάποιον άλλο παράξενο λόγο, ήταν έτοιμος γι’αυτή τη συνομιλία.
Κι έτσι, δεν τον πτόησαν οι αμείλικτοι αιφνιδιασμοί.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον πρώτο όταν αντίκρισε το πρόσωπό του. Δεν εμφανιζόταν ολόκληρο. Σχεδόν το μισό έλειπε. Μισό πρόσωπο δεν σημαίνει μισή ύπαρξη, σκέφτηκε, σημαίνει διπλός μόχθος για να χτίσεις την επάρκεια της ψευδαίσθησης.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει το δεύτερο όταν διέκρινε τα έντονα, σκούρα σημάδια στο ένα του χέρι, λίγο πάνω από τον αφαλό και στα πόδια του. Ήταν πλατιές, γκρίζες κηλίδες.
Ανασαίνουν, σκέφτηκε και τον ρίγησε η λέξη που δεν τόλμησε να γίνει ήχος.

Κι ύστερα αντίκρισε τον τρίτο, τον ισχυρότερο αιφνιδιασμό.
Το είδωλό του… παλλόταν… έτρεμε… σα να ήταν μια παράξενη ολογραμμική προβολή και όχι η πιστή αποτύπωσή του. Σα να επρόκειτο για μια φασματική εικόνα χαμηλής ενέργειας που πάλευε να κρατηθεί, να μην σβήσει, να παραμείνει ζωντανή…
Πεθαίνω, σκέφτηκε ξανά και τούτη η τρομερή λέξη δεν είχε κανένα βάρος, καμιά θλίψη, κανένα συναισθηματικό περιεχόμενο. Ήταν μια απλή, καθαρή, σχεδόν κλινική διάγνωση.

Σήκωσε το αριστερό του χέρι και παρακολουθούσε να επαναλαμβάνει τη κίνηση το είδωλό του. Χάιδεψε το λαιμό του και το στήθος του. Και τότε το είδε για πρώτη φορά. Το είδωλό του πονούσε. Το απαλό αυτό ταξίδι στο σώμα προκάλεσε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας στο τεμαχισμένο πρόσωπο του ειδώλου του. Μπορούσε να το δει καθαρά. Το φάσμα του πονούσε και αυτόματα έριξε ξανά το χέρι του κάτω.
Επανέλαβε το ίδιο μετά με το άλλο του χέρι. Το έφερε πάνω από το σημείο των γεννητικών του οργάνων. Όταν τα άγγιξε ο ίδιος μορφασμός ζωγραφίστηκε στο μισό πρόσωπο.
Το είδωλό του τρεμόπαιξε έντονα. Για μια στιγμή μάλιστα, ήταν σίγουρος γι’αυτό, χάθηκε εντελώς… πέρασε μια άπειρη στιγμή ώσπου να το ξαναδεί να αχνοσχηματίζεται εκ νέου στον καθρέφτη εμπρός του.

Μικραίνω… μικραίνω όλο και πιο πολύ… μονολόγησε μελαγχολικά και για πρώτη φορά επέτρεψε τη φωνή του να ηχήσει στο δωμάτιο. Εκείνο που είναι να αυξηθεί πρέπει να ανθίσει… εκείνο που είναι να συρρικνωθεί πρέπει να εκλείψει… είπε ξανά και ύστερα σίγησε.

Ο Νυχτοβάτης αισθάνθηκε μια παρουσία δίπλα του. Ήταν ο αδελφός του, ένας λευκός θηριώδης λύκος που κάθε πανσέληνο τον επισκεπτόταν για λίγες ώρες ως το ξημέρωμα. Ο λύκος ανάσαινε αργά και τον πλησίασε με προσοχή. Μετά κούρνιασε στα πόδια του.
Μονομιάς το είδωλο του Νυχτοβάτη σταθεροποιήθηκε. Έγινε ανάγλυφο, ζωηρό ακόμα και λαμπερό.
Αδελφέ μου!, είπε τρυφερά ο Νυχτοβάτης και άγγιξε τον λύκο μονάχα με την απαλή φωνή του.

Δεν έχω συνείδηση της ύπαρξής μου… άρχισε να μονολογεί πάλι και το είδωλό του παλλόταν ανάλογα με την ένταση της φωνής του. Ποτέ δεν επέτρεψα τούτη την πολυτέλεια στον εαυτό μου. Συνείδηση της ύπαρξης σημαίνει να μπορείς να ορίσεις τα πράγματα μονάχα από το εσωτερικό τους φως… είπε ξανά και χάιδεψε απαλά για πρώτη φορά με το χέρι του το όμορφο ζώο. Ένιωσε την ζεστή του ανάσα στο χέρι του και χαμογέλασε. Ήταν ένα αλλόκοτο χαμόγελο. Και δεν είδε το μισό του πρόσωπο στον καθρέφτη. Εκείνο δεν χαμογελούσε.

Δεν μας αγάπησε ο ήλιος αδελφέ μου… εμείς ήπιαμε γάλα απ’τα μαστάρια της Νύχτας, είχαμε μάνα την ασημένια Πανσέληνο και ορφανοί από πατέρα πορευτήκαμε ως τα τώρα… δεν μας αγκάλιασε κανένα φως εμάς, δεν μας έθρεψε η ζέση του καλοκαιριού, δεν μας νανούρισε η ραθυμία του μεσημεριού… κι όμως… φιλοξενούμε ένα ολόκληρο κόσμο… και δεν νιώσαμε ποτέ την ορφάνια… συνέχισε να μονολογεί ο Νυχτοβάτης και τα σημάδια στο είδωλό του μεγάλωναν… γίνονταν μελανές νησίδες στο ευαίσθητο, χλωμό του σώμα.

Ο μεγάλος λύκος όρθωσε το σώμα του και γρύλλισε.

Το ξέρω, ξημερώνει. Θα πρέπει να φύγεις… πήγαινε στην απλωσιά Της αδελφέ μου, ξεκουράσου στην αρχαία αγκαλιά Της… για μένα στερεώνεται η μόνη αλήθεια λεπτό το λεπτό… σ’ευχαριστώ… είπε και αισθάνθηκε έναν λυγμό να αναδύεται απ’τα σωθικά του και να του κλείνει το λαιμό.
Το πανέμορφο ζώο χαϊδεύτηκε για μια στιγμή στο σώμα του Νυχτοβάτη, σήκωσε το βλέμμα του αιχμαλωτίζοντας την αιωνιότητα της στιγμής στα μάτια του και μετά, ήρεμα και θλιμμένα αποχώρησε.

Τα σημάδια ολοένα και μεγάλωναν. Τώρα πια είχαν απλωθεί παντού. Το είδωλο άρχισε να τρεμοπαίζει πιο έντονα. Ο καθρέφτης έμοιαζε με την επιφάνεια μιας ρυτιδιασμένης λίμνης. Ο Νυχτοβάτης δεν μπορούσε να διακρίνει το είδωλό του.

Πονούσε.
Φοβόταν.
Έκλεισε τα μάτια του και ονειρεύτηκε την γέννησή του. Ονειρεύτηκε τη Νύχτα, τους αστερισμούς, τις τροχιές των κομητών, τα αλυχτίσματα των αδελφών του στα μεγάλα δάση, τις ξάστερες βραδιές κάτω απ’το στερέωμα, τη γεύση των ποταμιών και το τραγούδισμα του νερού όπως κυλούσε.

Δάκρυσε.
Τα μέλη του μούδιαζαν.
Ο χρόνος κάλπαζε ξέφρενα.
Οι ανάσες του, ακριβότερες από ποτέ, χύνονταν μια μια στο κατώφλι της αυγής…

Έρχομαι Μάνα… μπόρεσε να ψελλίσει και όλο του το κορμί αντιλάλησε βουβά το σπαραγμό του.

Το τελευταίο που αντίκρισε στον καθρέφτη όταν άνοιξε για ύστατη φορά τα μάτια του, ήταν μια λευκή, μικρή κουκουβάγια που άνοιγε τα φτερά της κι ετοιμαζόταν να πετάξει στην ελευθερία…

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Martin Heidegger - Για τη φύση και το Είναι...



«…Κάθε ουσιαστικό πρόβλημα της φιλοσοφίας παραμένει αναγκαίως ανεπίκαιρο. Και τούτο, επειδή η φιλοσοφία βρίσκεται πολύ πιο μπροστά από το εκάστοτε παρόν της, ή επειδή συνδέει το παρόν με αυτό που αυτή ήταν πριν, με αυτό που ήταν αρχήθεν. Η φιλοσοφία παραμένει πάντοτε μια γνώση, που όχι μόνο δεν αφήνεται να γίνει επίκαιρη, αλλά αντίθετα επιβάλλει το μέτρο της πάνω στην εποχή της.

Η φιλοσοφία είναι ουσιαστικά ανεπίκαιρη, επειδή ανήκε σ’εκείνα τα σπάνια πράγματα, που μοίρα τους είναι να μη μπορούν να βρουν άμεση απήχηση στο εκάστοτε σήμερα, αλλά και ούτε επιτρέπεται να τη βρουν. Όταν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, όταν μια φιλοσοφία γίνεται της μόδας, τότε είτε δεν πρόκειται για πραγματική φιλοσοφία είτε τούτη παρανοείται και χρησιμοποιείται σε οποιεσδήποτε, ξένες προς τους σκοπούς της, καθημερινές ανάγκες…

 

…Μιλώντας χονδρικά, λέμε πως η φιλοσοφία σκοπεύει πάντοτε προς τον πρώτο και τον έσχατο λόγο των όντων, και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο άνθρωπος να αποκτά την έντονη εμπειρία –εν σχέσει προς το είναι του- ενός νοήματος και ενός σκοπού. Από εδώ εύκολα δημιουργείται η εντύπωση, πως η φιλοσοφία θα μπορούσε και θα έπρεπε να παράσχει, στην ιστορική ζωή ενός λαού και σε κάθε εποχή, για το παρόν και το μέλλον, τα θεμέλια, όπου επάνω τους θα χτιζόταν ένας πολιτισμός. Τέτοιες ελπίδες και αξιώσεις ξεπερνούν τη δύναμη και την ουσία της φιλοσοφίας. Τις περισσότερες φορές, αυτές οι υπερβολικές αξιώσεις προσλαμβάνουν τη μορφή μιας μείωσης της φιλοσοφίας. Λέγουν, π.χ: επειδή η μεταφυσική δεν συνέβαλε στην προετοιμασία της επανάστασης πρέπει να απορριφθεί. Τούτο είναι τόσο έξυπνο όσο το να πούμε πως δεν μας κάνει ο πάγκος του μαραγκού επειδή με αυτόν δεν μπορούμε να πετάξουμε. Ποτέ η φιλοσοφία δεν μπορεί να παράσχει άμεσα τις δυνάμεις και να δημιουργήσει τους τρόπους εμπραγμάτωσης και τις συνθήκες που επιφέρουν μιαν ιστορική μεταβολή, για τον απλό λόγο ότι ενδιαφέρει άμεσα μόνον λίγους. Ποιοι είναι αυτοί οι λίγοι; Είναι οι δημιουργικοί μεταμορφωτές, αυτοί που επιφέρουν τις μεταβολές. Η φιλοσοφία απλώνεται μόνον έμμεσα και από διόδους που δεν προκαθορίζονται, μέχρι που κάποτε –κι αυτό ύστερα από τόσο καιρό ώστε να λησμονηθεί η πρώτη φιλοσοφική πηγή- να μετατραπεί σε αυτονόητες έννοιες της κοινής ζωής.

Αντίθετα, αυτό που η φιλοσοφία μπορεί, σύμφωνα πάντα με την ουσία της, να είναι και που πρέπει να είναι, είναι το εξής: Διανοητική διάνοιξη των οδών και των προοπτικών μιας γνώσης που θέτει τα μέτρα και την ιεράρχηση. Μιας γνώσης όπου εντός της, και εξ αυτής, ένας λαός συλλαμβάνει την ύπαρξή του μέσα στον ιστορικοπνευματικό κόσμο, και την εμπραγματώνει. Είναι αυτή η γνώση όπου όλα τα ερωτήματα και τις αξίες τα εμψυχώνει και τα καθιστά αναγκαία…

 

…Στην εποχή της πρώτης και παραδειγματικής ανάπτυξης της δυτικής φιλοσοφίας από τους Έλληνες, οι οποίοι έθεσαν για πρώτη φορά το ερώτημα για τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους, τα όντα ονομάστηκαν φύσις. Αυτή τη θεμελιακή ελληνική λέξη για τα όντα συνήθως μεταφράζουν ως ‘νατούρα’. Χρησιμοποιούν τη λατινική μετάφραση natura πράγμα που σημαίνει κυριολεκτικά ‘γεννημένος’, ‘γέννηση’. Αλλά με αυτή τη λατινική μετάφραση παραμερίζεται το αρχέγονο περιεχόμενο της ελληνικής λέξης φύσις και φθείρεται η γνήσια φιλοσοφική κατονομαστική δύναμη της ελληνικής λέξης. 

Τούτο δεν ισχύει μόνο για τη λατινική μετάφραση αυτής μόνο της λέξης αλλά και για όλες τις άλλες μεταφράσεις της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας στα ρωμαϊκά. Αυτό που συνέβη με αυτή τη μετάφραση από τα ελληνικά στα ρωμαϊκά δεν είναι τυχαίο και αβλαβές παρά είναι το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αποκοπής και αποξένωσής μας από την αρχέγονη [πρωταρχική] ουσία της ελληνικής φιλοσοφίας. Η ρωμαϊκή μετάφραση απετέλεσε, κατόπιν, το μέτρο για τον χριστιανισμό και το χριστιανικό μεσαίωνα. Τούτος μεταφέρθηκε στη σύγχρονη φιλοσοφία, η οποία κινήθηκε μέσα στον εννοιολογικό κόσμο του μεσαίωνα και έτσι δημιούργησε τις τρέχουσες παραστάσεις και έννοιες τις οποίες χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα προκειμένου να κατανοήσουμε την έναρξη της δυτικής φιλοσοφίας… 

 

Τι λέγει λοιπόν η λέξη φύσις; Λέγει για το αυτό-διανοιγόμενο (π.χ. το άνοιγμα ενός τριαντάφυλλου), για τη διανοιγόμενη έκπτυξη, για το, με μια τέτοια έκπτυξη, φερόμενο στην εμφάνεια κι εκεί παραμένον, με ένα λόγο, για το αναδυόμενο και κυριαρχούν. Λεξικολογικώς σημαίνει φύειν, αυξάνειν. Αλλά τι σημαίνει φύειν; Σημαίνει μόνον την αύξηση της ποσότητας, το να γίνεται κάτι περισσότερο και μεγαλύτερο…

 

Η φύσις είναι το ίδιο το Είναι, όπου μόνο χάρη σε αυτό τα όντα καθίστανται και παραμένουν θεατά.

Οι Έλληνες δεν άρχισαν να μαθαίνουν αυτό που είναι η φύσις μέσω των φυσικών φαινομένων, αλλά αντίστροφα: μέσω μιας θεμελιακής ποιητικής και διανοητικής εμπειρίας του Είναι, διανοίχτηκε μπροστά τους αυτό που θα ονομάσουν φύση. Μόνον εξαιτίας αυτής της διάνοιξης μπορούσαν να δουν και τη φύση με τη στενότερη σημασία της (ως νατούρα). Έτσι λοιπόν φύσις με την πρωταρχική της σημασία σημαίνει τόσο τον ουρανό όσο και τη γη, τόσο την πέτρα όσο και τα φυτά, τόσο τα ζώα όσο και τον άνθρωπο και την ανθρώπινη ιστορία ως έργο των ανθρώπων και των θεών, τέλος και πάνω απ’όλα, τους ίδιους τους θεούς με το πεπρωμένο τους. Φύσις σημαίνει την προβαίνουσα κυριάρχηση και την δι’αυτής κυριαρχούσα παραμονή. Σε τούτη την προβαίνουσα και παραμένουσα κυριάρχηση περικλείονται τόσο το ‘γίγνεσθαι’ όσο και το ‘Είναι’, με τη στενή σημασία της ακίνητης παραμονής. Φύσις είναι η  έ κ σ τ α σ ι ς , η έξοδος από το κρυμμένο όπου μόνον έτσι το κρυμμένο έρχεται σε στάση… 

 

…Το μεγάλο έχει μεγάλη αρχή, διατηρείται μόνο με την ελεύθερη επιστροφή της μεγαλοσύνης του και, αν είναι μεγάλο, έχει μεγάλο τέλος. Αυτό συμβαίνει με τη φιλοσοφία των Ελλήνων. Τέλειωσε με μεγαλοσύνη στον Αριστοτέλη. Μόνο  κοινή αντίληψη και ο μικρός άνθρωπος φαντάζονται πως το μεγάλο πρέπει να διαρκεί ατελεύτητα, και ταυτίζει τη διάρκεια με την αιωνιότητα. 

Οι Έλληνες ονομάζουν φύση τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους. Σημειώνουμε μόνον εν παρόδω, πως ήδη μέσα στην ελληνική φιλοσοφία από νωρίς άρχισε η λέξη να παίρνει κάποια στενότερη σημασία, χωρίς ωστόσο το αρχικό της νόημα να εξαφανιστεί από την εμπειρία, τη γνώση και τη στάση της ελληνικής φιλοσοφίας. Η γνώση της αρχικής σημασίας της υπάρχει ακόμη στον Αριστοτέλη, όταν τούτος μιλά για τις αρχές των όντων ως τοιούτων. Αλλά αυτός ο περιορισμός της έννοιας της φύσης προς την κατεύθυνση του ‘φυσικού’, δεν συνέβη με τον τρόπο που εμείς σήμερα το φανταζόμαστε. Αντιπαραθέτουμε στο φυσικό, το ‘ψυχικό’, το πνευματικό, το ζωτικό. Αλλά στην εποχή των Ελλήνων, και λίγο αργότερα, όλα αυτά ανήκουν στη φύση. Οι Έλληνες , αντιπαραθέτουν στα προηγούμενα αυτά που ονομάζουν θέση και νόμο, κανόνες, με την ηθικολογική σημασία. Τούτα όμως δεν σημαίνουν ηθικούς κανόνες αλλά ήθη που στηρίζονται σε ελεύθερα αποδεκτές υποχρεώσεις και σε εντολές που έρχονται από την παράδοση. Σημαίνουν την ελεύθερη συμπεριφορά και στάση, τη μορφοποίηση του ιστορικού είναι του ανθρώπου, το ήθος, αυτό που κατόπιν, κάτω από την επίδραση των κανόνων, εξέπεσε στο ‘ηθικό’…

 

Τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους είναι φύση –δηλ. ως ουσία τους και χαρακτηριστικό τους ορίζεται αυτό που προβαίνει και κυριαρχεί. Την εμπειρία ενός τέτοιου πράγματος κυρίως την αποκτούμε από αυτό που κατά κάποιο τρόπο επιβάλλεται εντελώς άμεσα στην προσοχή μας, και τούτο είναι η κατοπινή, στενότερη έννοια της φύσεως: τα φύσει όντα, τα φυσικά, τα όντα της νατούρας. Όταν θέτουμε γενικά το ερώτημα για τη φύση, δηλ. τι είναι τα όντα ως τοιαύτα, την αφετηρία τη δίνουν, πάνω απ’όλα, τα φύσει όντα. Ωστόσο, κατά τέτοιο τρόπο, που εξ αρχής το ερώτημα δεν επιτρέπεται να μείνει σε μια όποια περιοχή της φύσης στα άψυχα σώματα, στα φυτά, στα ζώα, αλλά πρέπει να πάει πέρα από τα φυσικά.

Το ‘πέρα από’ στα ελληνικά λέγεται μετά. Η φιλοσοφική έρευνα περί των όντων ως τοιούτων είναι μετά τα φυσικά. Ρωτάει για τα πέρα από τα όντα, είναι μεταφυσική…»

 

 

Martin HeideggerEinführung In Die Metaphysik [πρώτη έκδοση 1953, εισαγ., μτφ., σχόλ. Χρήστου Μαλεβίτση, εκδ. Δωδώνη, 1973]


Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Γαρμπίλι


Με πυρετούς
τανάλιες κόκκινες
που έσφιγγαν λαιμούς
ιδρώτες 

λευκό γαρμπίλι

στο μέτωπο
υποδεχόταν ο λεπρός την αγιοσύνη
της κάθε μέρας
και ο έγκλειστος σακάτης
πόρνος
την κουρασμένη βλασφημία
της κάθε νύχτας

μετά το Ένα
μετά το φως
μετά το άοδμο
αίμα
ο άνθρωπος χλομός
ο άνθρωπος όρθιος
ο άνθρωπος
υβός

ανασαίνοντας το χτες

εισπνέοντας θάνατο
μνήμες
καταβροχθίζοντας

με θόρυβο

με θόρυβο
με θόρυβο

σαρκώνεται

θνητός κι όμως
τον αθάνατο καμώνεται

θάνατο εισπνέοντας


ζωή εκ-πνέει



Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος...


  

Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του, για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία να μεταχειρίζεσαι το νου χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Είμαστε υπεύθυνοι γι’αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της βρίσκεται όχι στην ανεπάρκεια του νου, αλλά στην έλλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους να τον μεταχειριζόμαστε χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλουSapere aude! Έχε θάρρος να μεταχειρίζεσαι το δικό σου νου! Τούτο είναι το έμβλημα του Διαφωτισμού.

Οκνηρία και δειλία είναι οι αιτίες που ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων μολονότι η Φύση από καιρό τους έχει ελευθερώσει από ξένη καθοδήγηση (naturaliter Maiorennes), ευχαρίστως μένουν όλη τη ζωή τους ανώριμοι. Και που γίνεται εύκολο σε άλλους να τους επιβληθούν ως κηδεμόνες. Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος. Έχω ένα βιβλίο, που έχει νου για μένα, έναν πνευματικό που έχει συνείδηση για μένα, ένα γιατρό που κρίνει τη δίαιτα για μένα κ.ο.κ. – δεν χρειάζεται λοιπόν να κουραστώ εγώ ο ίδιος. Δεν είναι ανάγκη να σκέπτομαι, όταν μπορώ απλώς να πληρώνω. Άλλοι θα αναλάβουν αυτή τη στενόχωρη δουλειά για μένα. Για να θεωρεί, το μέγιστο μέρος των ανθρώπων (μέσα εδώ ολόκληρο το ωραίο φύλο), το βήμα προς την ωριμότητα όχι μόνο δύσκολο, καθώς είναι, αλλά και πολύ επικίνδυνο –για τούτο φροντίζουν ήδη εκείνοι οι κηδεμόνες που έχουν αναλάβει με τόση καλοσύνη την εποπτεία του. Αφού πρώτα έκαμαν κουτά τα οικόσιτα ζώα τους και έλαβαν με άκρα προσοχή τα μέτρα τους, ώστε αυτά τα ήσυχα πλάσματα να μην επιτρέπουν στον εαυτό τους το τόλμημα να κάνουν βήμα έξω από την κούνια, όπου αυτοί τα έχουν κλεισμένα, τους δείχνουν έπειτα τον κίνδυνο που τα απειλεί αν προσπαθήσουν να βαδίσουν μόνα τους. Όμως ο κίνδυνος αυτός δεν είναι καθόλου τόσο μεγάλος, γιατί θα μπορούσαν με μερικά πεσίματα στην αρχή να μάθουν επιτέλους να περπατούν. Αλλά ένα παράδειγμα του είδους τούτου φέρνει τη δειλία και συνήθως τρομάζει τους ανθρώπους, έτσι ώστε να παραιτηθούν από κάθε άλλη απόπειρα στο μέλλον.

Για τον κάθε άνθρωπο χωριστά είναι λοιπόν δύσκολο να βγει με δική του προσπάθεια από την ανωριμότητα που του έχει γίνει ήδη φύση. Την έχει μάλιστα και αγαπήσει, και πραγματικά είναι στην αρχή ανίκανος να μεταχειριστεί το δικό του νου, γιατί ποτέ δεν τον άφησαν να το δοκιμάσει αυτό. Δόγματα και φόρμουλες, αυτά τα μηχανικά εργαλεία μιας έλλογης χρήσης ή μάλλον κατάχρησης των φυσικών του χαρισμάτων, είναι αλυσίδες μιας διαρκώς παρατεινόμενης ανωριμότητας. Εκείνος που θα τις πετούσε από πάνω του, πάλι μόνο ένα αβέβαιο πήδημα θα μπορούσε να κάνει απάνω από το πιο στενό χαντάκι, γιατί δεν είναι συνηθισμένος σε τέτοιαν ελεύθερη κίνηση. Για τούτο λίγοι μόνο υπάρχουν που με δικό τους δούλεμα του πνεύματός τους κατάφεραν να βγουν από την ανωριμότητα και μολοντούτο να έχουν σίγουρο περπάτημα…  


Immanuel KantΑπόκριση στο ερώτημα ‘τι είναι Διαφωτισμός’ [απόσπασμα]. Από τα Μικρά Δοκίμια, μετ: Ε. Παπανούτσου


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Η εξουσία είναι παντού...

 

«…Λέγοντας εξουσία δεν εννοώ ‘την Εξουσία’ ως σύνολο θεσμών και μηχανισμών που εξασφαλίζουν την υποταγή των πολιτών σ’ένα δοσμένο Κράτος. Ούτε εννοώ, με τη λέξη εξουσία, έναν τρόπο καθυπόταξης, που σε αντιδιαστολή με τη βία, έχει τη μορφή του κανόνα. Δεν εννοώ, τέλος, ένα γενικό σύστημα κυριαρχίας που ασκείται από ένα στοιχείο ή μια ομάδα επάνω σε μιαν άλλη και που οι επενέργειές του διατρέχουν, χάρη σε μια αλληλουχία αντιδράσεων, ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η ανάλυση με βάση την εξουσία δεν πρέπει να θέτει αξιωματικά, σαν αρχικά δεδομένα, την κυριαρχία του Κράτους, τη μορφή του νόμου ή τη σφαιρική ενότητα ενός εξουσιασμού. Αυτές δεν είναι μάλλον παρά οι τελικές της μορφές.

Με τον όρο εξουσία, νομίζω πως πρέπει καταρχήν να εννοούμε το πλήθος των σχέσεων δύναμης που ενυπάρχουν στο χώρο όπου ασκούνται και είναι συστατικές της οργάνωσής τους. Το παιχνίδι που μέσα από αδιάκοπους αγώνες και συγκρούσεις τις μεταμορφώνει, τις ενδυναμώνει, τις αντιστρέφει. Τα στηρίγματα που αυτές οι σχέσεις δύναμης βρίσκουν αναμέταξύ τους έτσι που να σχηματίζουν αλυσίδα ή σύστημα, ή, αντίθετα, τις αναντιστοιχίες, τις αντιφάσεις που απομονώνουν τη μια από την άλλη. Τις στρατηγικές τέλος, μέσα στις οποίες ενεργοποιούνται και που το γενικό τους σχέδιο ή η θεσμική τους αποκρυστάλλως υλοποιούνται στους κρατικούς μηχανισμούς, στη διατύπωση του νόμου, στις κοινωνικές ηγεμονίες. Την προϋπόθεση του δυνατού της εξουσίας, και οπωσδήποτε τη σκοπιά που επιτρέπει να γίνεται κατανοητή ή άσκησή της, ίσαμε και στις πιο ‘περιφερειακές’ της ενέργειες, και που επιτρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε τους μηχανισμούς της σαν κλειδί για την κατανόηση του κοινωνικού χώρου, δεν πρέπει να τ’ αναζητούμε στην πρωταρχική ύπαρξη ενός κεντρικού σημείου, σε μια ενιαία εστία κυριαρχίας απ’ όπου εκπέμπονται διάφορες παράγωγες και κατιούσες μορφές. Είναι το κινούμενο υπόβαθρο των σχέσεων δύναμης που οδηγούν αδιάκοπα, με την ανισότητά τους, σε καταστάσεις εξουσίας, πάντοτε όμως τοπικές και ασταθείς.

Πανταχού παρουσία της εξουσίας: όχι επειδή έχει τάχα το προνόμιο να συγκεντρώνει τα πάντα κάτω από την ακατανίκητη ενότητά της, αλλά επειδή εμφανίζεται κάθε στιγμή σε κάθε σημείο, ή μάλλον σε κάθε σχέση ενός σημείου μ’ ένα άλλο. Η εξουσία είναι παντού. Όχι επειδή συμπεριλαμβάνει τα πάντα, αλλά επειδή έρχεται από παντού. Και ‘η’ εξουσία σε ο,τι διαθέτει το σταθερό, το επαναληπτικό, το αδρανές, το αυτό-αναπαραγωγικό, δεν είναι παρά το συνολικό αποτέλεσμα που διαγράφεται με βάση όλες αυτές τις κινητικότητες, ή αλληλουχία που βρίσκει στήριγμα στην καθεμιά απ’αυτές και που προσπαθεί, από τη μεριά της, να τις στερεώσει. Πρέπει το δίχως άλλο να είμαστε νομιναλιστές: η εξουσία δεν είναι θεσμός, ούτε δομή, δεν είναι μια συγκεκριμένη δύναμη που κατέχουν μερικοί: είναι το όνομα που δίνουμε σε μια πολυσύνθετη κατάσταση σε μια δοσμένη κοινωνία

 

…Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή, θα μπορούσαμε να κάνουμε ορισμένες προστάσεις:

-      Ότι η εξουσία δεν είναι κάτι που αποκτιέται, αποσπάται ή μοιράζεται, κάτι που κρατάμε ή αφήνουμε να ξεφύγει. Η εξουσία ασκείται από αμέτρητα σημεία σ’ένα παιχνίδι άνισων και κινητών σχέσεων.

-      Ότι οι σχέσεις εξουσίας δεν βρίσκονται σε εξωτερική θέση αναφορικά με άλλους τρόπους σχέσεων (οικονομικές διαδικασίες, σχέσεις γνώσης, σεξουαλικές σχέσεις) αλλά είναι ενύπαρκτες σε αυτές. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα των κατανομών, των ανισοτήτων και των ανισορροπιών που εμφανίζονται μέσα σε αυτές και αποτελούν, αντίστοιχα, τις εσωτερικές προϋποθέσεις αυτών των διαφοροποιήσεων. Οι σχέσεις εξουσίας δεν βρίσκονται σε θέσεις υπερδομής, μ’ ένα σκέτο ρόλο απαγόρευσης ή επανεπικύρωσης. Εκεί που λειτουργούν, παίζουν ένα άμεσα παραγωγικό ρόλο.

-      Ότι η εξουσία έρχεται από κάτω. Ότι δεν υπάρχει δηλαδή, στη βάση των σχέσεων εξουσίας, και σα γενική μήτρα, κάποια δυαδική και καθολική αντίθεση ανάμεσα στους εξουσιαστές και στους εξουσιαζόμενους, που οι συνέπειές της προχωρούν από τα πάνω προς τα κάτω, αγγίζοντας ολοένα και πιο περιορισμένες ομάδες, μέχρι τα έγκατα του κοινωνικού σώματος. Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι οι πολλαπλές σχέσεις δύναμης που διαμορφώνονται και λειτουργούν μέσα στους μηχανισμούς της παραγωγής, στις οικογένειες, στις ομάδες, στους θεσμούς, χρησιμεύουν σαν υπόβαθρο σε πλατειές διασχαστικές ενέργειες που διατρέχουν το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Αυτές σχηματίζουν τότε μια γενική γραμμή δύναμης που διαπερνά τις τοπικές συγκρούσεις και τις συνδέει. Βέβαια, επιφέρουν πάνω τους, με τη σειρά τους, διάφορες ανακατατάξεις, ευθυγραμμίσεις, ομοιογενοποιήσεις, διευθυετήσεις, συγκλίσεις. Οι μεγάλες δυναστεύσεις είναι οι συνέπειες της ηγεμονίας που συνεχώς υποβαστάζει η ένταση όλων αυτών των συγκρούσεων.

-      Ότι οι σχέσεις εξουσίας είναι ταυτόχρονα σκόπιμες και όχι υποκειμενικές. Πράγματι, αν είναι κατανοητές αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι η συνέπεια ενός άλλου φορέα που τις ‘εξηγεί’ αλλά στο ότι τις διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη μια πρόθεση: δεν υπάρχει εξουσία που να ασκείται χωρίς μια σειρά από βλέψεις και στόχους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απορρέει από την εκλογή ή την απόφαση ενός ατομικού υποκειμένου. Ας μην ψάχνουμε για το επιτελείο που πρυτανεύει στη λογικότητά της. Ούτε η κάστα που κυβερνά, ούτε οι ομάδες που ελέγχουν τους κρατικούς μηχανισμούς, ούτε εκείνοι που παίρνουν τις πιο σημαντικές οικονομικές αποφάσεις διαχειρίζονται ολόκληρο το δίκτυο της εξουσίας που λειτουργεί μέσα σε μια κοινωνία (και που την κάνει να λειτουργεί). Η λογικότητα της εξουσίας είναι η λογικότητα τακτικών που είναι συχνά σαφέστατες στο περιορισμένο επίπεδο όπου ανήκουν –τοπικός κυνισμός της εξουσίας- και που καθώς αλυσώνονται αναμεταξύ τους, καθώς αλληλοζητούνται και αλληλοδιαδίδονται, βρίσκοντας τα στηρίγματα και τις προϋποθέσεις τους αλλού, φτάνουν τελικά να σχηματισουν τους γενικότερους μηχανισμούς: εκεί η λογική είναι επίσης απόλυτα σαφής, οι επιδιώξεις κατανοητές κι ωστόσο συμβαίνει να μην υπάρχει πια κανείς για να τις συλλάβει κι σχεδόν κανείς για να τις διατυπώσει: εξυπακουόμενος χαρακτήρας των μεγάλων ανώνυμων, σχεδόν βουβών, στρατηγικών που συντονίζουν φλύαρες τακτικές, των οποίων οι ‘επινοητές’ ή οι υπεύθυνοι είναι συχνά ανυπόκριτοι.

-      Ότι εκεί όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει αντισταση κι ότι ωστόσο, ή μάλλον από τούτο το ίδιο το γεγονός, η αντίσταση αυτή δεν βρίσκεται σε θέση εξωτερική προς την εξουσία. Πρέπει άραγε να πούμε ότι είμαστε αναγκαστικά ‘μέσα’ στην εξουσία, ότι δεν της ‘ξεφεύγουμε’, ότι δεν υπάρχει, σε σχέση με αυτήν, απόλυτο εξωτερικό, αφού είμαστε οπωσδήποτε υποταγμένοι στο νόμο; Ή ότι επειδή η ιστορία είναι η πανουργία της λογικής, η εξουσία είναι κι αυτή από τη μεριά της η πανουργία της ιστορίας –αυτή που πάντα κερδίζει; Αυτό θα σήμαινε ότι παραγνωρίζουμε τον αυστηρά σχεσιακό χαρακτήρα των σχέσεων εξουσίας, που δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο σε συνάρτηση με μια πολλαπλότητα σημείων αντίστασης: μέσα στις σχέσεις εξουσίας, αυτά παίζουν το ρόλο του αντιπάλου, του στόχου, του στηρίγματος, της εξοχής για μια λαβή. Αυτά τα σημεία αντίστασης είναι παρόντα παντού μέσα στο δίκτυο της εξουσίας. Δεν υπάρχει επομένως, σε σχέση με την εξουσία, ένας τόπος της μεγάλης Άρνησης –ψυχή της εξέγερσης, εστία όλων των ανταρσιών, καθαρός νόμος της επανάστασης. Αλλά, απλά αντιστάσεις, που αποτελούν περιπτώσεις σε επίπεδο του είδους: δυνατές, αναγκαίες, απίθανες, αυθόρμητες, άγριες, μοναχικές, προσχεδιασμένες, χαμερπείς ή γεμάτες αυταπάρνηση. Εξ ορισμού δεν μπορούν να υπάρχουν παρά μόνο μέσα στο στρατηγικό πεδίο των σχέσεων εξουσίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι μόνο ο αντίκτυπός τους, το αποτύπωμά τους ‘εν κοίλω’ που αποτελεί, σε σχέση με τη θεμελιακή δυνάστευση, έναν αντίποδα, τελικά πάντα παθητικό, καταδικασμένο σε μιαν ατέλειωτη ήττα. Οι αντιστάσεις δεν εξαρτώνται από κάποιες ετερογενείς αρχές. Αλλά και δεν είναι ωστόσο ένα δόλωμα ή μια κατ' ανάγκη υπόσχεση. Αποτελούν τον άλλο όρο στις σχέσεις εξουσία. Εγγράφονται μέσα τους σαν το απαραίτητο αντίκρυσμα. Επομένως, είναι κι αυτές μοιρασμένες με τρόπο ακανόνιστο: τα σημεία, οι κόμποι, οι εστίες αντίστασης είναι σκορπισμένα με περισσότερη ή λιγότερη πυκνότητα στο χρόνο και στο χώρο, ντρεσάροντας κάποτε ομάδες ή άτομα με τρόπο οριστικό, ανάβοντας ορισμένα σημεία του σώματος, ορισμένα στοιχεία της ζωής, ορισμένους τύπους συμπεριφοράς. Μήπως μεγάλες ριζικές τομές, μερικοί δυαδικοί και συμπαγείς; Καμιά φορά, ναι. Τις περισσότερες φορές όμως έχουμε να κάνουμε με σημεία αντίστασης κινητά και μεταβατικά, που σπάζουν τις ενότητες και προκαλούν ανασυντάξεις, που αυλακώνουν τα ίδια τα άτομα, τα διαμελίζουν και τα ξαναπλάθουν, χαράζοντας μέσα τους, στο σώμα και στην ψυχή τους, περιοχές απόρθητες. Όπως ακριβώς το δίκτυο των σχέσεων εξουσίας τελικά σχηματίζει έναν πυκνό ιστό που διασχίζει τους μηχανισμούς και τους θεσμούς χωρίς να εντοπίζεται με ακρίβεια πάνω τους, με τον ίδιο τρόπο και η διασπορά των σημείων αντίστασης διασχίζει τις κοινωνικές στρωματώσεις και τις ατομικές μονάδες. Και ασφαλώς, εκείνο που κάνει δυνατή μια επανάσταση, είναι ακριβώς η στρατηγική κωδίκωση αυτών των σημείων αντίστασης, περίπου με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος στηρίζεται στη θεσμική συνένωση των σχέσεων εξουσίας…»

 

 Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της σεξουαλικότητας -  Η δίψα για γνώση, μτφ: Γκλόρυ Ροζάκη, εκδ. Ράππα

 

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Η δίψα για εκείνο που κρύβεται...


Αν πριν από τριάντα χρόνια, κάποιος μου ζητούσε μια καλή συμβουλή – κι επέμενε φορτικά, είναι η αλήθεια – θα του’λεγα: Πάψε να σκέφτεσαι και πιάσε να διαβάζεις. Και πιο πολύ: Να μελετάς έπειτα εκείνο που διάβασες. Και τελικά: Την τρίτη φορά, κράτα και σημειώσεις. Κι αν έχεις την πολυτέλεια του χρόνου, στοχάσου κιόλας. Ναι, ίσως έτσι να κατέληγα. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν θα είχα αυτό το ύφος πάντως αυτό θα ήταν το νόημα. Η ‘κεντρική ιδέα’ που λέγαν και οι δάσκαλοι της εποχής μου.

Αν σήμερα μου ζητούσε – πάλι πιεστικά και πιο πολύ τούτη τη φορά – μια ανάλογη συμβουλή – ‘καλής πνευματικής υγείας’ να την πω – θα ήταν: Κόψε το διάβασμα και πιάσε να στοχάζεσαι. Το πάψε να σκέφτεσαι δεν θα το άλλαζα. Γιατί άλλο πράγμα η σκέψη κι άλλο ο στοχασμός. Από σκέψεις δεν πάσχουμε. Ο νους έτσι κι αλλιώς στον τομέα αυτό λειτουργεί όπως το έντερο με τον περισσευούμενο εγκλωβισμένο αέρα. Τον αποβάλλει με τις γνωστές ηχητικές και… οσμηρές συνέπειες.

Τι γίνεται όμως με το στοχασμό; Που είναι το διαμάντι που έχει περάσει από χίλια κύματα για να πάρει τις γωνίες και τις έδρες του και την καθαρότητά του; Άνθρακα τον βρίσκεις στα έγκατα της γης και υπέρλαμπρο στολίδι γίνεται μια μέρα που το βλέπεις και το θαυμάζεις. Και παίρνει το φως από τη μια και στο δίνει αυτοκρατορικό ουράνιο τόξο από την άλλη. Φως κι έτσι κι αλλιώς. Όμως και όχι. Γιατί ο στοχασμός ό,τι προσλαμβάνει ακατέργαστο, θολούρα κι ίσκιο, το μεταβολίζει σε φάσμα χρωμάτων και λαμπερή βεντάλια που είναι ικανή σε μεταμορφώσει και μόνο με την ομορφιά της. Έτσι θα του’λεγα  λοιπόν όποιου ζητούσε κάποια συμβουλή καλά και σώνει: Κάνε τη σκέψη σου ομορφιά και η ομορφιά θα σε σώσει, για να θυμηθούμε και τον μέγα Φίοντορ.

Κι ακόμα: Πρόσεχε πολύ με ό,τι διαβάζεις και κυρίως, με ό,τι μηρυκάζεις.

Ναι, το’γραψα κιόλας κάποια χρόνια πριν σε μιαν ανάρτηση κι αισθάνθηκα πως ζορίστηκαν αρκετοί και άλλοι το είδαν πολύ ευνοϊκά κι έξυσαν το κεφάλι τους. Η μεγαλύτερη ευεργεσία που έκανα κάποτε στον εαυτό μου ήταν που έκοψα το διάβασμα, λέει κάπου ο Νίτσε. Όλα αυτά τα ξένα εγώ είχαν καταπλακώσει το δικό μου και δεν έπαιρνα ανάσα. Και ξαφνικά, σήκωσα ξανά κεφάλι κάτω απ’τις πλάκες! Δεν λέω πως φτάσαμε ή θα φτάσουμε ποτέ στα ύψη και στα βάθη που άγγιξε ο γίγαντας αυτός αλλά και τι μας νοιάζει; Μήπως και τα δικά μας βάθη και ύψη είναι λίγα; Μου αρέσει που πολλές φορές αναρωτιόμαστε για τον Πλάτωνα, το Μαρξ και το Νίτσε και στα δικά μας τα νερά είμαστε ακόμα στα ρηχά. Έξω – έξω, εκεί που… πατώνουμε και δεν τολμάμε να ξανοιχτούμε μπας και πνιγούμε.

Άγνωστα τα πελάγη και οι κορυφές απάτητες του δικού μας πλανήτη και θέλουμε να κατανοήσουμε την παγκόσμια φιλοσοφία και τα ξένα σύμπαντα σε βάθος και σε πλάτος! Αν δεν είναι πράξη ύστατης διαφυγής και έσχατης δειλίας αυτό τότε τι είναι;

Γιατί νομίζω δεν είναι από τεμπελιά που αποφεύγουμε το στοχασμό. Είναι από δειλία. Να το παραδεχθούμε κάποια μέρα, θα προσφέρουμε δωρεά στον εαυτό μας.

Μοιάζουμε δηλαδή με κείνον που λαχταράει τη θάλασσα αλλά δεν ξέρει να κολυμπάει. Βλέπει αλλά δεν τολμά. Ορέγεται αλλά δεν γεύεται. Κι αυτό από φόβο και δειλία, ίσως ακόμα και από δέος. Κι έτσι μένει στην ακρογιαλιά καιρούς ολόκληρους, ‘αδρανής και ατόφιος’.

Ας πούμε ότι το διάβασμα αυτό μπορεί να σου προσφέρει: ένα σπρώξιμο να πέσεις κι ας μην ξέρεις να κολυμπάς! Το διάβασμα σε προγυμνάζει, σε ετοιμάζει και τελικά σου δίνει τη σπρωξιά να πέσεις. Όμως, το κολύμπι - και αργότερα η βουτιά στα βαθιά- είναι δική σου υπόθεση. Γιατί το να είσαι με το νερό ως τα γόνατα δεν είναι η λύση.

Έχεις μπροστά σου τη μεγάλη πρόκληση κι εσύ απλά δροσίζεσαι. Αν δεν γευτείς το βίωμα ως τα εσώτερά σου μένεις με την αίσθηση μονάχα. Και ζηλεύεις και μισείς ακόμα όσους το απετόλμησαν.

Όμως, το ξέρεις, στα βάθη είναι η αλήθεια κι όχι στο πλατσούρισμα και στις διαφυγές των παιχνιδιών στα αβαθή και στα στεγνά. Και η δίψα για την αλήθεια είναι πιο βασανιστική κι απ’αυτή του σώματος που χωρίς νερό, αφυδατωμένο, νεκρώνεται σε μια βδομάδα. Η δίψα για εκείνο που κρύβεται εκεί και σε καλεί από τότε που σαρκώθηκες. Και δεν θα πάψει ποτέ να σε καλεί ν’αφήσεις τις ασφάλειες της παραλίας.

Με ρίσκο βέβαια, με κίνδυνο μα περισσότερο με την υπόσχεση επιτέλους, να βιώσεις, τελικά… να ζήσεις!

Μα τότε, θα μου συμπληρώσεις, η ωραία συμβουλή αλλάζει: Πάψε να στοχάζεσαι και ζήσε!

Κι έτσι είναι, πώς αλλιώς!

Με τη διαφορά πως όποιος έχει φτάσει σε τούτο το κατώφλι, δεν έχει ανάγκη από συμβουλές και γνώμες και απόψεις.

Μονάχα βιώνει ολόκληρος

Και σιωπά…



Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;



Είχα κάποτε ένα σπίτι…

Ήταν χτισμένο πάνω σε ένα παράξενο μόρφωμα από αρχαίους βράχους, σε ένα γκρεμό, πάνω απ’τη θάλασσα.

Ή ίσως πάλι να ήταν μέσα στη θάλασσα… 

Χτίστηκε, ναι… Δεν ξέρω από ποιους, δεν ξέρω πότε. Ήξερα όμως πως ήταν δικό μου και είχα το προνόμιο να το έχω ισόβιο ενδιαίτημα. Αν το επιθυμούσα, για όσο το επιθυμούσα. Παράξενο, αλλά δεν το αμφισβήτησα ποτέ αυτό. Ίσως γιατί κανείς δεν εμφανίστηκε ποτέ να το διεκδικήσει, να το ενοικήσει αντί για μένα… ή έστω, μαζί με μένα…

Και είχε το σπίτι αυτό μια θαυμάσια αρχιτεκτονική… απλή και λειτουργική, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δημιουργήματα της φύσης… δεν μπορείς να διανοηθείς ότι θα ήταν κάπως αλλιώς… γιατί είναι τέλεια… ώσπου κάποτε, μετά από χιλιάδες χρόνια να έχουν αλλάξει κι αυτά… ως και η τελειότητα εξελίσσεται… χλευάζει το χτες και προχωράει…

Θυμάμαι τέσσερις μεγάλες κολώνες… χοντρές όπως οι κορμοί χιλιόχρονων δέντρων. Και δεν θυμάμαι τοίχους πλήρωσης ή δοκάρια να φεύγουν από κάπου και να πηγαίνουν κάπου… δεν θυμάμαι στέγες, οροφές ή πατώματα… παράξενο… μονάχα αυτές τις κολώνες θυμάμαι σαν μηρούς κάποιου γίγαντα που γεννήθηκε πριν από τον άνθρωπο και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά… ως πότε αναρωτιόμουν καμιά φορά… ως πότε μπορεί να ζει οτιδήποτε; 

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;

Ζούσα όμορφα, ήσυχα και ειρηνικά γιατί το σπίτι μου το επέτρεπε. Οι βράχοι που είχε θεμελιωθεί μού το επέτρεπαν, η σχεδόν πάντα αγριεμένη θάλασσα που έσκαγε στη βάση αυτών των βράχων μού το επέτρεπε… το ίδιο το αλλόκοτο αυτό σπίτι μού του επέτρεπε… αλλά ήξερα, κάπως το ήξερα πως αυτό δεν θα κρατούσε για πάντα… κάποια στιγμή το σπίτι θα με έδιωχνε… το προνόμιό μου θα έπαυε να έχει ισχύ, θα ήμουν ίσως πια ανεπιθύμητος, ένα περιττό φορτίο γι αυτές τις θεόρατες κολώνες… 

Ζούσα ήρεμα και ειρηνικά… προστατευμένος μέσα σ’αυτό το αρχαίο παράξενο σπίτι… και μπορούσα να δω τα πάντα… μπορούσα να δω ολόγυρα αν γυρνούσα το κεφάλι μου… περιορισμοί δεν υπήρχαν… μπορούσα να δω τους βράχους, τη θάλασσα ύστερα τον ορίζοντα, ύστερα πάλι βράχους… μονάχα που κάποιες μέρες το σπίτι έκλεινε τα πάντα και δεν μού επέτρεπε να δω τίποτα… ένιωθα το σπίτι… θλιμμένο… ναι, αυτή είναι η λέξη… το ένιωθα να κλείνει σα στρείδι και να συρρικνώνεται… ο αέρας άλλαζε, γινόταν πιο βαρύς… το φως σκοτείνιαζε, χωνόμουν σε μια ζωντανή φυλακή που ήθελε να με αποκλείσει από οτιδήποτε…
Βρισκόμουν τότε σε ένα σιωπηλό, ζωντανό, αρχαίο τάφο… αλλά δε φοβόμουν… κάποτε κάποτε ανησυχούσα λίγο… περισσότερο συμπονούσα τούτο το σπίτι που υπέφερε από μιαν άγνωστη αιτία… ψηλαφούσα το σκοτάδι, άγγιζα μια μια τις κολώνες και τις αγκάλιαζα με το ανάπτυγμα των χεριών μου παρότι θα χρειάζονταν τρεις ακόμα για να κλείσουν μονάχα μια απ'αυτές… 

Κι άλλες φορές όλα ήταν τόσο διαφορετικά… χαρούμενα, φωτεινά, τραγουδιστά… μπορούσα να τα δω όλα να χαμογελούν, ως και τους βράχους να είναι λιγότερο συμπαγείς, ως και τη θάλασσα να είναι πιο φιλική… ο αέρας με πλημμύριζε με μια αίσθηση ηδονική… ήταν οι μέρες της χαράς, οι μέρες που το σπίτι με αγαπούσε και…

Και κάποια μέρα εμφανίστηκε ο πρόβολος

Εμφανίστηκε από το πουθενά και με έκανε να ριγήσω. Ξεπρόβαλλε μέσα στο σπίτι σαν φαλλός ενός γίγαντα σειληνού και κατάλαβα πως αυτή ήταν η αρχή του τέλους για μένα. Έπρεπε να εγκαταλείψω το σπίτι μου και να αναζητήσω στέγη κάπου αλλού… που όμως; Δεν είχα βγει ποτέ απ’το σπίτι… δεν χρειάστηκε, δεν το επιθύμησα, δεν το σκέφτηκα καν…

Ο πρόβολος ήταν ένα κυκλώπειο παλούκι που διαπερνούσε το σπίτι σαν κάρφος από την μια άκρη ως την άλλη και έμοιαζε να το έχει πληγώσει θανάσιμα… αυτό μπορούσα να το νιώσω… μπορούσα να νιώσω τους παλμούς του να αργοσβήνουν… μπορούσα να αισθανθώ την αγωνία του… μπορούσα ακόμη και να δω το αίμα του να τρέχει πάνω στις όμορφες κολώνες του… ο πρόβολος ήταν το μαχαίρι που το σκότωνε σιγά σιγά και απειλούσε και τη δική μου ύπαρξη…
Κάτι ακόμα πιο παράξενο είναι πως ποτέ δεν αναρωτήθηκα πώς εμφανίστηκε αυτός ο πρόβολος, αν είχε λόγο ύπαρξης, αν συμβόλιζε κάτι, αν ήταν αληθινός ή γέννημα της φαντασίας μου… της δική μου ή του σπιτιού… τον αποδέχτηκα σαν ένα φυσικό γεγονός… σαν κάτι τρομερό που δεν εύχεσαι να συμβεί ποτέ αλλά όταν συμβεί δεν παλεύεις να το ερμηνεύσεις. Μονάχα να το αντιμετωπίσεις. Αν μπορείς. Ή αν θέλεις…

Κάποια μέρα ξύπνησα βρεγμένος… πανικοβλήθηκα… η θάλασσα είχε εισβάλλει στο σπίτι ή το σπίτι βυθιζόταν στην αγκαλιά της… δεν ξέρω… σιγά σιγά η στάθμη της ανέβαινε και πάλευε να πνίξει μέσα της τα πάντα… ο πρόβολος είχε αλλάξει διεύθυνση αλλά δεν είχε αλλάξει ούτε μέγεθος ούτε είχε απομακρυνθεί… άλλαζε συνεχώς τον άξονά του… πότε οριζόντιος, πότε με κάποια κλίση… η θάλασσα κάποια στιγμή εγκατέλειψε την προσπάθεια να μας αφανίσει και αποσύρθηκε… την επομένη ήμουν πάλι στην ίδια κατάσταση… 

Ύστερα προσπάθησαν οι βράχοι… χώθηκαν μέσα στο σπίτι, έπιασαν τις γωνιές και απείλησαν να συνθλίψουν τον πρόβολο… χωρίς αποτέλεσμα… ο πρόβολος, με ζηλευτή ευελιξία, λες κι έπαιζε μαζί τους, άλλαζε θέση και κλίση και τους χλεύαζε κατάμουτρα… τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον σκοτώσει…

Το σπίτι πέθαινε και έπρεπε να βγω από κει μέσα…

Και τότε έγινε!

Ονειρεύτηκα!

Ήταν το πρώτο όνειρο που είχα ποτέ μου!

Ονειρεύτηκα έναν απέραντο, βαθυγάλαζο ουρανό… ένα στερέωμα απεριόριστο πάνω απ’το σπίτι… κι εγώ μπορούσα να πετάω ελεύθερος και να ταξιδεύω με μια μου σκέψη, με μια εικόνα όπου ήθελα!

Ρίγος!

Ξαφνικά, δεν ήμουν πια μέσα στο σπίτι, αιχμάλωτος, έγκλειστος, δέσμιος μιας άλλης οντότητας… μπορούσα να πάω και να κάνω ό,τι θέλω, να επινοήσω τις πτήσεις μου, να φανταστώ τον εαυτό μου, να ξεκινώ και να σταματώ όποτε το θέλω…

Και από μακριά είδα τη φρίκη και το δράμα.

Είδα τον πρόβολο να έχει θεριέψει σαν δηλητηριώδες φυτό και να έχει εμβολίσει πέρα ως πέρα το σπίτι μου που πια έμοιαζε με ένα ανόητο παιχνίδι στις ορέξεις ενός τρελού.

Πόνεσα τόσο που η πτήση μου ακυρώθηκε. Ξύπνησα κάθιδρος μέσα στην αγωνία μου και βρέθηκα ξανά μέσα στη φυλακή μου.

Το σπίτι πέθαινε και μαζί του θα πέθαινα κι εγώ.

Ένιωθα στο λαιμό μου το ρόγχο του. Ένιωθα τις φλέβες του να μην χτυπούν πια δυνατά, ένιωθα την ομορφιά του να μαραζώνει.

Ως και το ονειρικό μου ταξίδεμα δεν είχε πια δύναμη. Οι πτήσεις μου έμειναν παρθενικά βιώματα, συναρπαστικά αλλά καταδικασμένα να ματαιωθούν. Η ανάσα μου βάρυνε, η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι γινόταν τοξική, το οξυγόνο λιγόστευε, όλα τελείωναν πια…

Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τον πρόβολο.

Αποφάσισα, ο τρελός, σαν ύστατη κίνηση ενός απελπισμένου, να προσπαθήσω να τον αγγίξω. Αν άπλωνα το χέρι μου θα τον έπιανα. Δεν το είχα σκεφτεί ως τότε! Ας ήταν και η τελευταία πράξη που θα έκανα ποτέ.

Και το έκανα! 

Ο πρόβολος αντέδρασε όπως ένα ρόδο που το χαϊδεύει η πρωινή αύρα. Ήταν ζωντανός, μοναχικός, δυστυχισμένος! 

Τον συμπόνεσα ως τα έγκατα της ψυχής μου. Για να εισβάλλει σαν κατακτητής στο κάστρο μου και να αρνείται να το εγκαταλείψει, σήμαινε πως αναζητούσε τις συντεταγμένες του, τον σκοπό της ύπαρξής του, κάποιο νόημα στην όποια ζωή του.

Και είχε ζωή.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε, έχασα τις αισθήσεις μου… χωρίς να φοβάμαι πια ούτε να πονάω για το χαμένο μου σπίτι, ξύπνησα σε μια αμμουδιά… 

Κάποτε…
…σηκώθηκα και κοίταξα ολόγυρα…

Είχα γένια λευκά και τα χέρια μου δεν ήταν όπως τα θυμόμουν… είχα γεράσει, έβλεπα τις φλέβες ανάγλυφες και φουσκωμένες κάτω απ’το δέρμα μου. Γύρισα το βλέμμα και δεξιά είδα κάτι που άγγιξε την καρδιά μου. 

Περπάτησα ως εκεί, σκαρφάλωσα με κόπο γιατί δεν είχα τις δυνάμεις ενός νέου ανθρώπου. 

Σε κάποιο πλάτωμα, πάνω από ένα παράξενο μόρφωμα των βράχων, κάτι εξείχε από το χώμα.

Πλησίασα.

Ήταν μια πλάκα από μάρμαρο χωμένη κάθετα πάνω στο έδαφος. 

Διάβασα κάτι που ήταν έγγλυφο στην επιφάνειά της.

Δάκρυσα και χαμογέλασα.

Χαμογέλασα και δάκρυσα ξανά.

Κι έμεινα εκεί, δίπλα της… αναπαυμένος

δεν θυμάμαι πια πόσο…