Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

4000...


 

Έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη τη κοιλάδα
ανάμεσα στους κουρασμένους Μήδες
και στους ορεσίβιους της Βακτριανής
αφανίστηκαν πρώτιστα
όσοι κλείστηκαν
σε μια χούφτα δόξας

το βλέμμα μου φτωχό
να κλέψει αθανασία
απ΄τα βότσαλα του Ευρώτα
απ’το νερό του Γρανικού
απ’τις γαλάζιες πέτρες
της Πύλης της Ιστάρ
αλλά δεν έχω μισθοφόρους στοχασμούς
και ισορροπώ αδέξια
ανάμεσα στο εκεί
που νικήθηκε
και στο εδώ
που ακόμα ξεχρεώνει τη νίκη…

...έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη την πλευρά του ήλιου
στέκομαι όρθιος
αναπνέω ακόμη
βλάσφημα επικαλούμαι από τους πρωτόπλαστους ήρωες
εγκώμια για τον Πάρη και την Τροία
λες και δικαιούμαι
να πλυθώ στο Σκάμανδρο
και να απαιτώ να γυρίσω στην πατρίδα
που πρώτος εγώ έχω προδώσει
ακέραιος
και διαφανής!

Μου χάρισε η Α-λήθεια
μια αιωνιότητα σιωπής
να δω
να κατανοήσω
να κλάψω
κι εγώ
ο γελοίος βανδοφόρος
του ερωτευμένου 
ηρωικού
απόντα χρόνου
ακόμη νοσταλγώ
ακόμη περιμένω
θρηνώ ακόμη
και προσδοκώ
γυρνώντας άξαφνα
να δω στη πλάτη μου να ορθώνεται
όλη μου η αθωότητα
και τέσσερις χιλιετίες
να ξεσπάσουν
σαν βροχή 
καταρρακτώδης
κι επιτέλους
να με ξεδιψάσουν!!

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Οζυμανδίας

  

 

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία·
είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο…

Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο·

τα σκυθρωπά του χείλη, πτυχωμένα

σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
«Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο βασιλεύς των βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!»
Άλλο τίποτα δεν απομένει.

Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.

 

Percy Bysshe Shelley 

Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά


Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Δεν τον αγάπησα τον κόσμο...

 

Δεν τον αγάπησα τον κόσμο, ούτε κι αυτός με θέλησε.

Και τις ιεραρχίες του δεν λάτρεψα. Τα γόνατά μου

υπομονετικά δεν λύγισα μπροστά στα είδωλά του.

Δε χαμογέλασα ποτέ μου ψεύτικα, ούτε κραύγασα

για να λατρέψω την ηχώ μου. Μες στα πλήθη

δεν ήμουν άλλος ένας αριθμός.

Ήμουν μαζί τους, μα δεν ήμουνα δικός τους.

Ήμουν και θα’μαι μόνος στη ζωή.

Ζωντανός στη μνήμη τους ή ξεχασμένος...

 

George Gordon Byron

(από το Childe Harold's)

Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Δεισιδαιμονία: Δύναμη εξουσιασμού των μαζών

 

αναδημοσιεύω από http://hegel-platon.blogspot.gr/2016/07/spinoza.html

 

Στο έργο του Tractatus theolocico-politicus (1670) ο Σπινόζα επιχειρεί, μεταξύ των άλλων,  να ερμηνεύσει  τη δεισιδαιμονία ως εργαλείο στα χέρια της εξουσίας για την υποδούλωση του φρονήματος των μαζών. Ό,τι σχετικό πραγματεύεται στο προαναφερθέν έργο του ο φιλόσοφος απηχεί ένα σύνολο στοχασμών του, διάσπαρτων και στα άλλα κείμενά του. Πρόσφορο έδαφος για τη διάδοση της δεισιδαιμονίας  αποτελεί, κατ’ αρχήν, η γενική κατάσταση του ανθρώπινου όχλου: είναι βυθισμένος στην άγνοια και ως εκ τούτου στην ψευδαίσθηση. Εξίσου ωστόσο καθοριστικό ρόλο στη διάδοση αυτή αναλαμβάνουν και τα πάθη, που συνδέονται με τα συναισθήματα της ψυχής και νοούνται ως η συναισθηματική πτυχή της γνώσης. Όσο λείπει μια σαφής γνώση της πραγματικότητας, οι άνθρωποι καταδικάζονται μέσα στο έρεβος της ψευδαίσθησης, της αυταπάτης και της δεισιδαιμονίας: μπερδεύονται μέσα στους συλλογισμούς τους και δεν μπορούν να ακολουθήσουν κάποια τάξη  –πόσο μάλλον να ατενίσουν την αιώνια τάξη– να αναζητήσουν κάποιες αρχές και εν τέλει να εναρμονιστούν με τον εαυτό τους. Η γνώση που μπορούν να διαθέτουν είναι συναισθηματική και αφηρημένη, με αποτέλεσμα να σχηματίζουν μόνο φαντασιακές εικόνες των γενικών αρχών. Στο ευρύτερο πεδίο του καθημερινού βίου, κατ’ επέκταση, τα πάντα κυριαρχούνται από τον φόβο. Κάθε άνθρωπος, αν κοιτάξει γύρω του, βλέπει ένα αναρίθμητο πλήθος από δειλούς· κι αν κοιτάξει μέσα του, αντικρίζει έναν φοβισμένο εαυτό, έρμαιο της δεισιδαιμονίας και της ατολμίας. Οι χαρές που συναντά είναι σαθρές και σάπιες. Καθώς όμως τις βιώνει ως αυτοσκοπό και μάλιστα αβλαβή και άκακο, του αλυσοδένουν το πνεύμα του και τον οδηγούν στη θρηνώδη απο-γοήτευση.

Ενώ ο άνθρωπος είναι προικισμένος με τη δυναμική του σώματος, του πνεύματος και της ψυχής [=του συναισθηματικού κόσμου] , οι περιστάσεις της πολιτείας, η γενική της κατάσταση: η νομική και όλη η εξωτερική της τάξη δεν του επιφυλάσσουν ανάπτυξη. Στο πλαίσιο αυτής της εξωτερικής τάξης, η πολιτεία διατηρεί το απόλυτο δικαίωμα να ποδηγετεί τα θέματα της θρησκείας, βασικά της εξωτερικής θρησκείας, όπως λέει ο φιλόσοφος, και να επηρεάζει ουσιωδώς τις θρησκευτικές πρακτικές. Οι ηγεμόνες λοιπόν που έχουν τη δυνατότητα να διατάζουν ανακαλύπτουν στην πιο χαμηλή κλίμακα της θρησκείας τη δεισιδαιμονία και την θέτουν στην υπηρεσία χειραγώγησης των μαζών. Εφόσον οι μάζες στερούνται τη γνώση, άρα δεν έχουν καλλιεργημένη νόηση, και τη βούληση, άρα άγονται και φέρονται από τα πάθη, είναι ευάλωτες στη δεισιδαιμονία. Την αισθάνονται ως την πιο αυθόρμητη θρησκεία της «φυσικής» τους ύπαρξης· γι’ αυτό και εμφανίζονται σαν να είναι από τη φύση τους δεισιδαίμονες. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο για τη δική τους συνθήκη ζωής όσο και για τη συμπεριφορά των ηγεμόνων. Ως προς τη δική τους συνθήκη ζωής, οι γνώμες της μάζας κινούνται στο επίπεδο της φαντασίας και συνήθως εξαρτώνται από την ως άνω «φυσική» τους ύπαρξη. Οι γνώμες αυτές λογίζονται ορθές και τις ωθούν στην ευσέβεια προς τον θεό. Από την άλλη πλευρά, η εξουσία παρουσιάζεται μπρος στη μάζα ως ερμηνευτής της θρησκείας και της εν λόγω ευσέβειας  και προσδίδει στον εαυτό της έναν χαρακτήρα ιεροπρεπήθεουργικό, δεισιδαιμονικό, προσαρμοσμένο στις αντίστοιχες γνώμες των μαζών. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν χρειάζεται να καταφεύγει στη χρήση φυσικής βίας για την άσκηση της εξουσίας και τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, αλλά χρησιμοποιεί την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία των μαζών, ήτοι τον προληπτικό φόβο και τρόμο για το άγνωστο και το υπερφυσικό. Με άλλα λόγια, η εξουσία χειραγωγεί τους ανθρώπους εξαπατώντας τους. Πώς τους εξαπατά; Με το να τους καλλιεργεί στο όνομα της θρησκείας το φόβο και να τους σπρώχνει στην εθελοδουλεία: να δίνουν την ψυχή και τη ζωή τους για τη νομιμότητα της εξουσίας του ηγεμόνα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σήμερα με τις πολιτικές εξουσίες: επενδύουν στο φόβο και τον τρόμο που προκαλεί στη μάζα η ανασφάλεια και το αβέβαιο της επόμενης ημέρας. Έτσι την ακρωτηριάζουν, σε επίπεδο συναισθημάτων, γνωμών και ιδεών, με αποτέλεσμα η μεν μάζα να εξαντλεί την ενέργειά της σε μια φοβισμένη επιβίωσηοι δε εξουσίες να διαιωνίζουν την κυριαρχία τους.


Μπαρούχ  Σπινόζα (1632–1677)


Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Εμμανουήλ Ροΐδης - Αθηναϊκοί περίπατοι


Άρθρο του πάντα καυστικού και απολαυστικού Εμμ. Ροΐδη στο περ. Εστία λίγο μετά το πέρας των πρώτων θερινών Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (25 Μαρτίου έως 3 Απριλίου 1896 ή 6-15 Απριλίου με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο).

 

Π

ολύ περισσότερον παρ’ όσα από τον καιρόν του Αμπού έως σήμερον έτυχε να διαβάσω εις τον ξένον τύπον υβριστικά διά την Ελλάδα, μ’ έκαμαν να εντρέπωμαι αι κατά τας παραμονάς των Ολυμπιακών αγώνων συστάσεις των ιδικών μας εφημερίδων, προς την αστυνομίαν και τους οικοκυραίους, να επιμεληθούν προς χάριν των ξένων την καθαριότητα των δρόμων και να φροντίσουν να μη βρωμούν αι μάνδραι και να μην είναι τα πεζοδρόμια παραρτήματα μακελλείων και λαχανοπωλείων. Όλα αυτά εζητούντο ως και όταν επρόκειτο να επισκεφθούν τας Αθήνας οι αυτοκράτορες Δον Πέτρος και Γουλιέλμος, ως μέτρα έκτακτα, με την υπόμνησιν μάλιστα ότι δεν θα παρετείνοντο επί πολλάς ημέρας αι τοιαύται περί καθαριότητος ενοχλήσεις. Τι άλλο δύναταί τις εκ των συστάσεων τούτων να συμπεράνει παρά μόνον ότι, καθώς οι Τζιφούτηδες της Βλαχίας αλλάζουν και κυνηγούν τας ψείρας των μόνον κατά τας μεγάλας των θρησκευτικάς εορτάς, ούτω και οι κάτοικοι των Αθηνών μόνον εις εκτάκτους περιστάσεις πρέπει ν’ αναπνεύουν άοσμον αέρα, και να μη γλιστρούν εις αίματα και να μη σκοντάπτουν εις σάπια πορτοκάλια και λείψανα γάτων και ορνίθων;

     Μη βιασθείτε να με κατατάξητε εις το γένος των αναμασητικών ζώων αν σας ομιλώ διά την κατάστασιν των αθηναϊκών δρόμων. Ούτε καμήλα είμαι ούτε επικήδειος ρήτωρ διά να μου αρέσουν τα αναμασήματα. Τούτο όμως εσυλλογίσθην, ότι μετά τους Ολυμπιακούς αγώνας οι Αθηναίοι, εξιπασθέντες από την λαμπρότητα της πανηγύρεως, την συρροήν του τόσου κόσμου, την παρουσίαν του βασιλέως και των πριγκίπων, τας σημαίας, τα σαλπίσματα, τας φωτοχυσίας, τας μουσικάς και του Λούη τας τιμάς, εκατάντησαν όλοι αθλομανείς. Η Πλάκα, προ πάντων, όπου κατοικώ, έγινεν όλη ένα είδος Σταδίου. Καθ’ ημέραν κινδυνεύω ν’ ανατραπώ από υποψηφίους μαραθωνοδρόμους ή να σπάσουν οι δισκοβόλοι την κεφαλήν μου. Διά να σχηματίσετε ιδέαν του βαθμού εις τον οποίον έφθασεν η αγωνομανία, αρκεί να σας είπω ότι κάθε απόγευμα περί την δύσιν του ηλίου ημπορεί ο διαβάτης να καμαρώσει περί τον πλάτανον της Πλάκας και το φανάρι του Διογένους, εκτός των παίδων και νεανίσκων, και κάμποσα, όχι μόνον μικρά αλλά και αρκετά μεγάλα αγοροκόριτζα να σηκώνουν βάρη, να πηδούν, να ρίπτουν δίσκους και να τρέχουν, χωρίς φόβον να δείξουν το χρώμα της καλτσοδέτας των,  συμμεριζόμεναι, ως φαίνεται, τας περί εξισώσεως των δύο φύλων προοδευτικάς ιδέας της Εφημερίδας των Κυριών.

     Καλά θα εκάμνατε να στείλετε εκεί κανένα από τους ρεπόρτερ σας να περιγράψει αυτά τα σπαρτιατικά παιγνίδια, διότι αξίζουν τον κόπον. Εγώ ήθελα μόνον να σας υποδείξω ότι, αφού από τόσα έτη βοά όλος ο κόσμος κατά του κονιορτού, της λάσπης τω λάκκων και της δυσωδίας και ματαίως αγωνίζεται όλος ο τύπος να φέρει εις θεογνωσίαν του δημοτικούς μας άρχοντας και την αστυνομίαν, καλόν ίσως θα ήτο ν’ αποταθεί σήμερον προς διόρθωσιν του κακού εις την αγωνομανίαν, να προσπαθήσει δηλαδή να πείσει τους φιλάθλους ότι χωρίς πνεύμονας υγιείς αδύνατον είναι να υπάρξουν μυώνες ισχυροί· ότι εφόσον εξακολουθούν ν’ αναπνέουν τας αναθυμιάσεις της Πλάκας, της Βάθιας, της Παλαιάς Αγοράς, του Ροδακιού και του Βαθρακονησίου, χάνουν τον καιρόν των γυμναζόμενοι και ονειρευόμενοι τας δάφνας του Λούη, του ροφώντος καθαρόν αέρα εις το Μαρούσι, ή των αθλητών της Αμερικής, όπου σκουπίζονται οι δρόμοι τετράκις την ημέραν και καταδικάζονται εις βαρύ πρόστιμον οι ρίπτοντες από το παράθυρον, όχι κοφίνια σκουπιδιών, αλλά και μίαν μαραμένην ανθοδέσμην. Το επιχείρημα τούτο είναι ίσως το μόνον δυνάμενον να συγκινήσει τους αγωνιστάς μας, αφού ούτε περί της υγείας των πολυφροντίζουν ούτε φαίνεται να τους ενοχλεί πολύ η ακαθαρσία.

     Οι πανηγυρισταί της Θείας Προνοίας συγκαταλέγουν εις τα ευεργετήματα αυτής την επιδεκτικότητα των αισθήσεών μας να καταντούν με τον καιρόν και την συνήθειαν αναίσθητοι εις τα δυσάρεστα θεάματα, ακούσματα και μυρίσματα. Και έχουν μέγα δίκαιον. Πρόχειρον τούτου απόδειξιν μας δίδουν οι ενορίται του Αγίου Γεωργίου, των οποίων, ως εσυνήθισαν τ’ αυτία την ρινοφωνίαν του ψάλτου, ούτω πλησιάζουν και οι οφθαλμοί να συνηθίσουν την νεοχάρακτον επί του τοίχου του ναού εξάπηχυν εκείνην γελοιογραφίαν, ήτις τόσον πολύ τους εσκανδάλισε κατά τας πρώτας ημέρας. Η όσφρησις προ πάντων είναι εξ όλων μας των αισθήσεων η επιδεκτικωτέρα να μεταβληθεί διά της έξεως εις αναισθησίαν. Γνωρίζετε βεβαίως το περίφημον ποίημα του Βωδελαίρ, «Το ψοφίμι» (La charogne), με την ανοικτήν κοιλίαν, όπου βόσκουν κοπρόμυγες, μαμούνια, σκώληκες και ασκαρίδες. Ο ποιητής εύρισκε τρόπον να μυρίζεται το πράγμα τούτο «ως άνθος» και όλοι τον ενόμισαν τρελόν, δέκα έτη πριν τρελαθεί. Το κατόρθωμα του Βωδελαίρ δύναται βεβαίως να θεωρηθεί ως εξαιρετικόν, ουδεμίαν όμως επιδέχεται αμφισβήτησιν ότι ούτε οι ζωογδάρται, ούτε οι ταμπάκηδες, ούτε οι σκουπιδοξύστες, ούτε οι βαλσαμωταί ορνέων, ούτε οι κάτοικοι των οδών «Αίαντος» και «Πρωτογένους» ενοχλούνται πολύ από την ποιότητα του αέρος τον οποίον αναπνέουν. Η μύτη των καταντά με τον καιρόν στωική. Το κακόν είναι ότι δεν ηυδόκησεν η Θεία Πρόνοια να καταστήσει και τους πνεύμονας ημών επίσης επιδεκτικούς να εξοικειωθούν με τα μολύσματα της ατμοσφαίρας.

     Δεν εννοώ βεβαίως ότι όλοι οι μετερχόμενοι ακάθαρτα επαγγέλματα και όλοι οι γείτονες κοπρώνων αποθνήσκουν από φθίσιν, κακοήθη πυρετόν, κοιλιακόν τύφον ή σηψαιμίαν, αλλά μόνον ότι δεν έχομεν δίκαιον να περιφρονώμεν τόσον πολύ τους ιατροστατιστικούς πίνακας, εκ των οποίων προκύπτει ότι εις όλας τας πόλεις της Ευρώπης ο αριθμός των νόσων και ο μέσος όρος της ανθρωπίνης ζωής διαφέρει πολύ κατά τα επαγγέλματα και τας συνοικίας. Δεν έχω πρόχειρον τον Bouchardat[1], διά να σας παρατάξω αριθμούς και τι λέγει περί της ευρωστίας των équarisseurs[2], των boyaudiers[3], των chiffonniers[4] και των άλλων καταδικασμένων εκ του επαγγέλματός των ν’ αναπνέουν εις το Παρίσι αθηναϊκόν αέρα· δεν βλέπω όμως και την ανάγκην ν’ αναζητήσω ξένα παραδείγματα, αφού πρόχειρα και πειστικώτατα είναι τα δικά μας. Σοφός καθηγητής του πανεπιστημίου μας μου έλεγε, προ τινων μηνών, ότι εις μόνην την περισσοτέραν ακαθαρσίαν του Γαζοχωρίου, της Αγίας Τριάδος, και εν γένει των κάτω μαχαλάδων, πρέπει ν’ αποδοθεί ο μεγαλύτερος αριθμός των προώρων θανάτων. Εύκολον και ασφαλέστατον μέσον αποδείξεως θα ήτο η επί τη βάσει της επιγραφής των επικηδείων πλακών ή σταυρών εξακρίβωσις του μέσου όρου της ηλικίας εις την οποίαν απέθανον οι αναπαυόμενοι εις το κοιμητήριον της Βάθιας και οι ευτυχήσαντες ν’ αναπνεύσουν καθαρώτατον αέρα πριν ενταφιασθούν εις το Α΄ νεκροταφείον. Η διαφορά θα ήτο, πιστεύω, μεγάλη, αφού και εκ πρώτης όψεως προξενεί αλγεινήν έκπληξιν εις τον επισκέπτην του λαϊκού Β΄ νεκροταφείου το μέγα πλήθος των παιδικών και νεανικών σταυρών.

     Αλλά σκοπός μου σήμερον δεν είναι να θρηνήσω επ’ αυτών, αλλά μόνον να υποδείξω ότι η σημερινή αγωνομανία παρέχει εις τον τύπον μοναδικήν ευκαιρίαν να την εκμεταλλευθεί υπέρ της καθαριότητος και της ευπρεπείας των δρόμων της πρωτευούσης. Την ελπίδα επιτυχίας ενισχύει η σύμπτωσις ότι η αγωνιστίτις αύτη επέσκηψεν οξυτέρα επί των κατοικούντων τας ρυπαράς συνοικίας. Τούτους πρόκειται ο τύπος να πείσει όχι ότι κινδυνεύει το στήθος των από φθίσιν, αφού δεν τους μέλει περί τούτου, αλλ’ οι μυώνες των από ατροφίαν, και μάταιον είναι να γυμνάζονται, να τρέχουν, να δισκοβολούν και να βλέπουν εις τον ύπνον των ολυμπιακά βραβεία, εφ’ όσον εξακολουθούν να τρέφουν τους πνεύμονάς των με τελμάτων, σφαγείων και βόθρων αναθυμιάσεις.   

 

περ. Εστία, 22.5.1896

 

 

[1] Γάλλος χημικός και φαρμακοποιός (1806-1886) 

[2] τεμαχιστές σφαγίων 

[3] χορδοποιοί  (η βρώμα, επειδή οι χορδές κατασκευάζονταν από τα εντόσθια των ζώων.) 

[4] ρακοσυλλέκτες