Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026
Νυχτοβάτης
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
Martin Heidegger - Για τη φύση και το Είναι...
«…Κάθε ουσιαστικό πρόβλημα της φιλοσοφίας παραμένει αναγκαίως ανεπίκαιρο. Και τούτο, επειδή η φιλοσοφία βρίσκεται πολύ πιο μπροστά από το εκάστοτε παρόν της, ή επειδή συνδέει το παρόν με αυτό που αυτή ήταν πριν, με αυτό που ήταν αρχήθεν. Η φιλοσοφία παραμένει πάντοτε μια γνώση, που όχι μόνο δεν αφήνεται να γίνει επίκαιρη, αλλά αντίθετα επιβάλλει το μέτρο της πάνω στην εποχή της.
Η φιλοσοφία είναι ουσιαστικά ανεπίκαιρη, επειδή ανήκε σ’εκείνα τα σπάνια πράγματα, που μοίρα τους είναι να μη μπορούν να βρουν άμεση απήχηση στο εκάστοτε σήμερα, αλλά και ούτε επιτρέπεται να τη βρουν. Όταν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, όταν μια φιλοσοφία γίνεται της μόδας, τότε είτε δεν πρόκειται για πραγματική φιλοσοφία είτε τούτη παρανοείται και χρησιμοποιείται σε οποιεσδήποτε, ξένες προς τους σκοπούς της, καθημερινές ανάγκες…
…Μιλώντας χονδρικά, λέμε πως η φιλοσοφία σκοπεύει πάντοτε προς τον πρώτο και τον έσχατο λόγο των όντων, και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο άνθρωπος να αποκτά την έντονη εμπειρία –εν σχέσει προς το είναι του- ενός νοήματος και ενός σκοπού. Από εδώ εύκολα δημιουργείται η εντύπωση, πως η φιλοσοφία θα μπορούσε και θα έπρεπε να παράσχει, στην ιστορική ζωή ενός λαού και σε κάθε εποχή, για το παρόν και το μέλλον, τα θεμέλια, όπου επάνω τους θα χτιζόταν ένας πολιτισμός. Τέτοιες ελπίδες και αξιώσεις ξεπερνούν τη δύναμη και την ουσία της φιλοσοφίας. Τις περισσότερες φορές, αυτές οι υπερβολικές αξιώσεις προσλαμβάνουν τη μορφή μιας μείωσης της φιλοσοφίας. Λέγουν, π.χ: επειδή η μεταφυσική δεν συνέβαλε στην προετοιμασία της επανάστασης πρέπει να απορριφθεί. Τούτο είναι τόσο έξυπνο όσο το να πούμε πως δεν μας κάνει ο πάγκος του μαραγκού επειδή με αυτόν δεν μπορούμε να πετάξουμε. Ποτέ η φιλοσοφία δεν μπορεί να παράσχει άμεσα τις δυνάμεις και να δημιουργήσει τους τρόπους εμπραγμάτωσης και τις συνθήκες που επιφέρουν μιαν ιστορική μεταβολή, για τον απλό λόγο ότι ενδιαφέρει άμεσα μόνον λίγους. Ποιοι είναι αυτοί οι λίγοι; Είναι οι δημιουργικοί μεταμορφωτές, αυτοί που επιφέρουν τις μεταβολές. Η φιλοσοφία απλώνεται μόνον έμμεσα και από διόδους που δεν προκαθορίζονται, μέχρι που κάποτε –κι αυτό ύστερα από τόσο καιρό ώστε να λησμονηθεί η πρώτη φιλοσοφική πηγή- να μετατραπεί σε αυτονόητες έννοιες της κοινής ζωής.
Αντίθετα, αυτό που η φιλοσοφία μπορεί, σύμφωνα πάντα με την ουσία της, να είναι και που πρέπει να είναι, είναι το εξής: Διανοητική διάνοιξη των οδών και των προοπτικών μιας γνώσης που θέτει τα μέτρα και την ιεράρχηση. Μιας γνώσης όπου εντός της, και εξ αυτής, ένας λαός συλλαμβάνει την ύπαρξή του μέσα στον ιστορικοπνευματικό κόσμο, και την εμπραγματώνει. Είναι αυτή η γνώση όπου όλα τα ερωτήματα και τις αξίες τα εμψυχώνει και τα καθιστά αναγκαία…
…Στην εποχή της πρώτης και παραδειγματικής ανάπτυξης της δυτικής φιλοσοφίας από τους Έλληνες, οι οποίοι έθεσαν για πρώτη φορά το ερώτημα για τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους, τα όντα ονομάστηκαν φύσις. Αυτή τη θεμελιακή ελληνική λέξη για τα όντα συνήθως μεταφράζουν ως ‘νατούρα’. Χρησιμοποιούν τη λατινική μετάφραση natura πράγμα που σημαίνει κυριολεκτικά ‘γεννημένος’, ‘γέννηση’. Αλλά με αυτή τη λατινική μετάφραση παραμερίζεται το αρχέγονο περιεχόμενο της ελληνικής λέξης φύσις και φθείρεται η γνήσια φιλοσοφική κατονομαστική δύναμη της ελληνικής λέξης.
Τούτο δεν ισχύει μόνο για τη λατινική μετάφραση αυτής μόνο της λέξης αλλά και για όλες τις άλλες μεταφράσεις της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας στα ρωμαϊκά. Αυτό που συνέβη με αυτή τη μετάφραση από τα ελληνικά στα ρωμαϊκά δεν είναι τυχαίο και αβλαβές παρά είναι το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αποκοπής και αποξένωσής μας από την αρχέγονη [πρωταρχική] ουσία της ελληνικής φιλοσοφίας. Η ρωμαϊκή μετάφραση απετέλεσε, κατόπιν, το μέτρο για τον χριστιανισμό και το χριστιανικό μεσαίωνα. Τούτος μεταφέρθηκε στη σύγχρονη φιλοσοφία, η οποία κινήθηκε μέσα στον εννοιολογικό κόσμο του μεσαίωνα και έτσι δημιούργησε τις τρέχουσες παραστάσεις και έννοιες τις οποίες χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα προκειμένου να κατανοήσουμε την έναρξη της δυτικής φιλοσοφίας…
…Τι λέγει λοιπόν η λέξη φύσις; Λέγει για το αυτό-διανοιγόμενο (π.χ. το άνοιγμα ενός τριαντάφυλλου), για τη διανοιγόμενη έκπτυξη, για το, με μια τέτοια έκπτυξη, φερόμενο στην εμφάνεια κι εκεί παραμένον, με ένα λόγο, για το αναδυόμενο και κυριαρχούν. Λεξικολογικώς σημαίνει φύειν, αυξάνειν. Αλλά τι σημαίνει φύειν; Σημαίνει μόνον την αύξηση της ποσότητας, το να γίνεται κάτι περισσότερο και μεγαλύτερο…
…Η φύσις είναι το ίδιο το Είναι, όπου μόνο χάρη σε αυτό τα όντα καθίστανται και παραμένουν θεατά.
Οι Έλληνες δεν άρχισαν να μαθαίνουν αυτό που είναι η φύσις μέσω των φυσικών φαινομένων, αλλά αντίστροφα: μέσω μιας θεμελιακής ποιητικής και διανοητικής εμπειρίας του Είναι, διανοίχτηκε μπροστά τους αυτό που θα ονομάσουν φύση. Μόνον εξαιτίας αυτής της διάνοιξης μπορούσαν να δουν και τη φύση με τη στενότερη σημασία της (ως νατούρα). Έτσι λοιπόν φύσις με την πρωταρχική της σημασία σημαίνει τόσο τον ουρανό όσο και τη γη, τόσο την πέτρα όσο και τα φυτά, τόσο τα ζώα όσο και τον άνθρωπο και την ανθρώπινη ιστορία ως έργο των ανθρώπων και των θεών, τέλος και πάνω απ’όλα, τους ίδιους τους θεούς με το πεπρωμένο τους. Φύσις σημαίνει την προβαίνουσα κυριάρχηση και την δι’αυτής κυριαρχούσα παραμονή. Σε τούτη την προβαίνουσα και παραμένουσα κυριάρχηση περικλείονται τόσο το ‘γίγνεσθαι’ όσο και το ‘Είναι’, με τη στενή σημασία της ακίνητης παραμονής. Φύσις είναι η έ κ σ τ α σ ι ς , η έξοδος από το κρυμμένο όπου μόνον έτσι το κρυμμένο έρχεται σε στάση…
…Το μεγάλο έχει μεγάλη αρχή, διατηρείται μόνο με την ελεύθερη επιστροφή της μεγαλοσύνης του και, αν είναι μεγάλο, έχει μεγάλο τέλος. Αυτό συμβαίνει με τη φιλοσοφία των Ελλήνων. Τέλειωσε με μεγαλοσύνη στον Αριστοτέλη. Μόνο κοινή αντίληψη και ο μικρός άνθρωπος φαντάζονται πως το μεγάλο πρέπει να διαρκεί ατελεύτητα, και ταυτίζει τη διάρκεια με την αιωνιότητα.
Οι Έλληνες ονομάζουν φύση τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους. Σημειώνουμε μόνον εν παρόδω, πως ήδη μέσα στην ελληνική φιλοσοφία από νωρίς άρχισε η λέξη να παίρνει κάποια στενότερη σημασία, χωρίς ωστόσο το αρχικό της νόημα να εξαφανιστεί από την εμπειρία, τη γνώση και τη στάση της ελληνικής φιλοσοφίας. Η γνώση της αρχικής σημασίας της υπάρχει ακόμη στον Αριστοτέλη, όταν τούτος μιλά για τις αρχές των όντων ως τοιούτων. Αλλά αυτός ο περιορισμός της έννοιας της φύσης προς την κατεύθυνση του ‘φυσικού’, δεν συνέβη με τον τρόπο που εμείς σήμερα το φανταζόμαστε. Αντιπαραθέτουμε στο φυσικό, το ‘ψυχικό’, το πνευματικό, το ζωτικό. Αλλά στην εποχή των Ελλήνων, και λίγο αργότερα, όλα αυτά ανήκουν στη φύση. Οι Έλληνες , αντιπαραθέτουν στα προηγούμενα αυτά που ονομάζουν θέση και νόμο, κανόνες, με την ηθικολογική σημασία. Τούτα όμως δεν σημαίνουν ηθικούς κανόνες αλλά ήθη που στηρίζονται σε ελεύθερα αποδεκτές υποχρεώσεις και σε εντολές που έρχονται από την παράδοση. Σημαίνουν την ελεύθερη συμπεριφορά και στάση, τη μορφοποίηση του ιστορικού είναι του ανθρώπου, το ήθος, αυτό που κατόπιν, κάτω από την επίδραση των κανόνων, εξέπεσε στο ‘ηθικό’…
…Τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους είναι φύση –δηλ. ως ουσία τους και χαρακτηριστικό τους ορίζεται αυτό που προβαίνει και κυριαρχεί. Την εμπειρία ενός τέτοιου πράγματος κυρίως την αποκτούμε από αυτό που κατά κάποιο τρόπο επιβάλλεται εντελώς άμεσα στην προσοχή μας, και τούτο είναι η κατοπινή, στενότερη έννοια της φύσεως: τα φύσει όντα, τα φυσικά, τα όντα της νατούρας. Όταν θέτουμε γενικά το ερώτημα για τη φύση, δηλ. τι είναι τα όντα ως τοιαύτα, την αφετηρία τη δίνουν, πάνω απ’όλα, τα φύσει όντα. Ωστόσο, κατά τέτοιο τρόπο, που εξ αρχής το ερώτημα δεν επιτρέπεται να μείνει σε μια όποια περιοχή της φύσης στα άψυχα σώματα, στα φυτά, στα ζώα, αλλά πρέπει να πάει πέρα από τα φυσικά.
Το ‘πέρα από’ στα ελληνικά λέγεται μετά. Η φιλοσοφική έρευνα περί των όντων ως τοιούτων είναι μετά τα φυσικά. Ρωτάει για τα πέρα από τα όντα, είναι μεταφυσική…»
Martin Heidegger, Einführung In Die Metaphysik [πρώτη έκδοση 1953, εισαγ., μτφ., σχόλ. Χρήστου Μαλεβίτση, εκδ. Δωδώνη, 1973]
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
Γαρμπίλι
Με πυρετούς
τανάλιες κόκκινες
που έσφιγγαν λαιμούς
ιδρώτες
στο μέτωπο
υποδεχόταν ο λεπρός την αγιοσύνη
της κάθε μέρας
και ο έγκλειστος σακάτης
πόρνος
την κουρασμένη βλασφημία
της κάθε νύχτας
μετά το Ένα
μετά το φως
μετά το άοδμο
αίμα
ο άνθρωπος χλομός
ο άνθρωπος όρθιος
ο άνθρωπος
υβός
εισπνέοντας θάνατο
μνήμες
καταβροχθίζοντας
με θόρυβο
με θόρυβο
θνητός κι όμως
τον αθάνατο καμώνεται
ζωή εκ-πνέει
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026
Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος...
Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του, για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία να μεταχειρίζεσαι το νου χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Είμαστε υπεύθυνοι γι’αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της βρίσκεται όχι στην ανεπάρκεια του νου, αλλά στην έλλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους να τον μεταχειριζόμαστε χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Sapere aude! Έχε θάρρος να μεταχειρίζεσαι το δικό σου νου! Τούτο είναι το έμβλημα του Διαφωτισμού.
Οκνηρία και δειλία είναι οι αιτίες που ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων μολονότι η Φύση από καιρό τους έχει ελευθερώσει από ξένη καθοδήγηση (naturaliter Maiorennes), ευχαρίστως μένουν όλη τη ζωή τους ανώριμοι. Και που γίνεται εύκολο σε άλλους να τους επιβληθούν ως κηδεμόνες. Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος. Έχω ένα βιβλίο, που έχει νου για μένα, έναν πνευματικό που έχει συνείδηση για μένα, ένα γιατρό που κρίνει τη δίαιτα για μένα κ.ο.κ. – δεν χρειάζεται λοιπόν να κουραστώ εγώ ο ίδιος. Δεν είναι ανάγκη να σκέπτομαι, όταν μπορώ απλώς να πληρώνω. Άλλοι θα αναλάβουν αυτή τη στενόχωρη δουλειά για μένα. Για να θεωρεί, το μέγιστο μέρος των ανθρώπων (μέσα εδώ ολόκληρο το ωραίο φύλο), το βήμα προς την ωριμότητα όχι μόνο δύσκολο, καθώς είναι, αλλά και πολύ επικίνδυνο –για τούτο φροντίζουν ήδη εκείνοι οι κηδεμόνες που έχουν αναλάβει με τόση καλοσύνη την εποπτεία του. Αφού πρώτα έκαμαν κουτά τα οικόσιτα ζώα τους και έλαβαν με άκρα προσοχή τα μέτρα τους, ώστε αυτά τα ήσυχα πλάσματα να μην επιτρέπουν στον εαυτό τους το τόλμημα να κάνουν βήμα έξω από την κούνια, όπου αυτοί τα έχουν κλεισμένα, τους δείχνουν έπειτα τον κίνδυνο που τα απειλεί αν προσπαθήσουν να βαδίσουν μόνα τους. Όμως ο κίνδυνος αυτός δεν είναι καθόλου τόσο μεγάλος, γιατί θα μπορούσαν με μερικά πεσίματα στην αρχή να μάθουν επιτέλους να περπατούν. Αλλά ένα παράδειγμα του είδους τούτου φέρνει τη δειλία και συνήθως τρομάζει τους ανθρώπους, έτσι ώστε να παραιτηθούν από κάθε άλλη απόπειρα στο μέλλον.
Για τον κάθε άνθρωπο χωριστά είναι λοιπόν δύσκολο να βγει με δική του προσπάθεια από την ανωριμότητα που του έχει γίνει ήδη φύση. Την έχει μάλιστα και αγαπήσει, και πραγματικά είναι στην αρχή ανίκανος να μεταχειριστεί το δικό του νου, γιατί ποτέ δεν τον άφησαν να το δοκιμάσει αυτό. Δόγματα και φόρμουλες, αυτά τα μηχανικά εργαλεία μιας έλλογης χρήσης ή μάλλον κατάχρησης των φυσικών του χαρισμάτων, είναι αλυσίδες μιας διαρκώς παρατεινόμενης ανωριμότητας. Εκείνος που θα τις πετούσε από πάνω του, πάλι μόνο ένα αβέβαιο πήδημα θα μπορούσε να κάνει απάνω από το πιο στενό χαντάκι, γιατί δεν είναι συνηθισμένος σε τέτοιαν ελεύθερη κίνηση. Για τούτο λίγοι μόνο υπάρχουν που με δικό τους δούλεμα του πνεύματός τους κατάφεραν να βγουν από την ανωριμότητα και μολοντούτο να έχουν σίγουρο περπάτημα…
Immanuel Kant, Απόκριση στο ερώτημα ‘τι είναι Διαφωτισμός’ [απόσπασμα]. Από τα Μικρά Δοκίμια, μετ: Ε. Παπανούτσου
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Η εξουσία είναι παντού...
«…Λέγοντας εξουσία δεν εννοώ ‘την Εξουσία’ ως σύνολο θεσμών και μηχανισμών που εξασφαλίζουν την υποταγή των πολιτών σ’ένα δοσμένο Κράτος. Ούτε εννοώ, με τη λέξη εξουσία, έναν τρόπο καθυπόταξης, που σε αντιδιαστολή με τη βία, έχει τη μορφή του κανόνα. Δεν εννοώ, τέλος, ένα γενικό σύστημα κυριαρχίας που ασκείται από ένα στοιχείο ή μια ομάδα επάνω σε μιαν άλλη και που οι επενέργειές του διατρέχουν, χάρη σε μια αλληλουχία αντιδράσεων, ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η ανάλυση με βάση την εξουσία δεν πρέπει να θέτει αξιωματικά, σαν αρχικά δεδομένα, την κυριαρχία του Κράτους, τη μορφή του νόμου ή τη σφαιρική ενότητα ενός εξουσιασμού. Αυτές δεν είναι μάλλον παρά οι τελικές της μορφές.
Με τον όρο εξουσία, νομίζω πως πρέπει καταρχήν να εννοούμε το πλήθος των σχέσεων δύναμης που ενυπάρχουν στο χώρο όπου ασκούνται και είναι συστατικές της οργάνωσής τους. Το παιχνίδι που μέσα από αδιάκοπους αγώνες και συγκρούσεις τις μεταμορφώνει, τις ενδυναμώνει, τις αντιστρέφει. Τα στηρίγματα που αυτές οι σχέσεις δύναμης βρίσκουν αναμέταξύ τους έτσι που να σχηματίζουν αλυσίδα ή σύστημα, ή, αντίθετα, τις αναντιστοιχίες, τις αντιφάσεις που απομονώνουν τη μια από την άλλη. Τις στρατηγικές τέλος, μέσα στις οποίες ενεργοποιούνται και που το γενικό τους σχέδιο ή η θεσμική τους αποκρυστάλλως υλοποιούνται στους κρατικούς μηχανισμούς, στη διατύπωση του νόμου, στις κοινωνικές ηγεμονίες. Την προϋπόθεση του δυνατού της εξουσίας, και οπωσδήποτε τη σκοπιά που επιτρέπει να γίνεται κατανοητή ή άσκησή της, ίσαμε και στις πιο ‘περιφερειακές’ της ενέργειες, και που επιτρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε τους μηχανισμούς της σαν κλειδί για την κατανόηση του κοινωνικού χώρου, δεν πρέπει να τ’ αναζητούμε στην πρωταρχική ύπαρξη ενός κεντρικού σημείου, σε μια ενιαία εστία κυριαρχίας απ’ όπου εκπέμπονται διάφορες παράγωγες και κατιούσες μορφές. Είναι το κινούμενο υπόβαθρο των σχέσεων δύναμης που οδηγούν αδιάκοπα, με την ανισότητά τους, σε καταστάσεις εξουσίας, πάντοτε όμως τοπικές και ασταθείς.
Πανταχού παρουσία της εξουσίας: όχι επειδή έχει τάχα το προνόμιο να συγκεντρώνει τα πάντα κάτω από την ακατανίκητη ενότητά της, αλλά επειδή εμφανίζεται κάθε στιγμή σε κάθε σημείο, ή μάλλον σε κάθε σχέση ενός σημείου μ’ ένα άλλο. Η εξουσία είναι παντού. Όχι επειδή συμπεριλαμβάνει τα πάντα, αλλά επειδή έρχεται από παντού. Και ‘η’ εξουσία σε ο,τι διαθέτει το σταθερό, το επαναληπτικό, το αδρανές, το αυτό-αναπαραγωγικό, δεν είναι παρά το συνολικό αποτέλεσμα που διαγράφεται με βάση όλες αυτές τις κινητικότητες, ή αλληλουχία που βρίσκει στήριγμα στην καθεμιά απ’αυτές και που προσπαθεί, από τη μεριά της, να τις στερεώσει. Πρέπει το δίχως άλλο να είμαστε νομιναλιστές: η εξουσία δεν είναι θεσμός, ούτε δομή, δεν είναι μια συγκεκριμένη δύναμη που κατέχουν μερικοί: είναι το όνομα που δίνουμε σε μια πολυσύνθετη κατάσταση σε μια δοσμένη κοινωνία…
…Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή, θα μπορούσαμε να κάνουμε ορισμένες προστάσεις:
- Ότι η εξουσία δεν είναι κάτι που αποκτιέται, αποσπάται ή μοιράζεται, κάτι που κρατάμε ή αφήνουμε να ξεφύγει. Η εξουσία ασκείται από αμέτρητα σημεία σ’ένα παιχνίδι άνισων και κινητών σχέσεων.
- Ότι οι σχέσεις εξουσίας δεν βρίσκονται σε εξωτερική θέση αναφορικά με άλλους τρόπους σχέσεων (οικονομικές διαδικασίες, σχέσεις γνώσης, σεξουαλικές σχέσεις) αλλά είναι ενύπαρκτες σε αυτές. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα των κατανομών, των ανισοτήτων και των ανισορροπιών που εμφανίζονται μέσα σε αυτές και αποτελούν, αντίστοιχα, τις εσωτερικές προϋποθέσεις αυτών των διαφοροποιήσεων. Οι σχέσεις εξουσίας δεν βρίσκονται σε θέσεις υπερδομής, μ’ ένα σκέτο ρόλο απαγόρευσης ή επανεπικύρωσης. Εκεί που λειτουργούν, παίζουν ένα άμεσα παραγωγικό ρόλο.
- Ότι η εξουσία έρχεται από κάτω. Ότι δεν υπάρχει δηλαδή, στη βάση των σχέσεων εξουσίας, και σα γενική μήτρα, κάποια δυαδική και καθολική αντίθεση ανάμεσα στους εξουσιαστές και στους εξουσιαζόμενους, που οι συνέπειές της προχωρούν από τα πάνω προς τα κάτω, αγγίζοντας ολοένα και πιο περιορισμένες ομάδες, μέχρι τα έγκατα του κοινωνικού σώματος. Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι οι πολλαπλές σχέσεις δύναμης που διαμορφώνονται και λειτουργούν μέσα στους μηχανισμούς της παραγωγής, στις οικογένειες, στις ομάδες, στους θεσμούς, χρησιμεύουν σαν υπόβαθρο σε πλατειές διασχαστικές ενέργειες που διατρέχουν το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Αυτές σχηματίζουν τότε μια γενική γραμμή δύναμης που διαπερνά τις τοπικές συγκρούσεις και τις συνδέει. Βέβαια, επιφέρουν πάνω τους, με τη σειρά τους, διάφορες ανακατατάξεις, ευθυγραμμίσεις, ομοιογενοποιήσεις, διευθυετήσεις, συγκλίσεις. Οι μεγάλες δυναστεύσεις είναι οι συνέπειες της ηγεμονίας που συνεχώς υποβαστάζει η ένταση όλων αυτών των συγκρούσεων.
- Ότι οι σχέσεις εξουσίας είναι ταυτόχρονα σκόπιμες και όχι υποκειμενικές. Πράγματι, αν είναι κατανοητές αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι η συνέπεια ενός άλλου φορέα που τις ‘εξηγεί’ αλλά στο ότι τις διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη μια πρόθεση: δεν υπάρχει εξουσία που να ασκείται χωρίς μια σειρά από βλέψεις και στόχους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απορρέει από την εκλογή ή την απόφαση ενός ατομικού υποκειμένου. Ας μην ψάχνουμε για το επιτελείο που πρυτανεύει στη λογικότητά της. Ούτε η κάστα που κυβερνά, ούτε οι ομάδες που ελέγχουν τους κρατικούς μηχανισμούς, ούτε εκείνοι που παίρνουν τις πιο σημαντικές οικονομικές αποφάσεις διαχειρίζονται ολόκληρο το δίκτυο της εξουσίας που λειτουργεί μέσα σε μια κοινωνία (και που την κάνει να λειτουργεί). Η λογικότητα της εξουσίας είναι η λογικότητα τακτικών που είναι συχνά σαφέστατες στο περιορισμένο επίπεδο όπου ανήκουν –τοπικός κυνισμός της εξουσίας- και που καθώς αλυσώνονται αναμεταξύ τους, καθώς αλληλοζητούνται και αλληλοδιαδίδονται, βρίσκοντας τα στηρίγματα και τις προϋποθέσεις τους αλλού, φτάνουν τελικά να σχηματισουν τους γενικότερους μηχανισμούς: εκεί η λογική είναι επίσης απόλυτα σαφής, οι επιδιώξεις κατανοητές κι ωστόσο συμβαίνει να μην υπάρχει πια κανείς για να τις συλλάβει κι σχεδόν κανείς για να τις διατυπώσει: εξυπακουόμενος χαρακτήρας των μεγάλων ανώνυμων, σχεδόν βουβών, στρατηγικών που συντονίζουν φλύαρες τακτικές, των οποίων οι ‘επινοητές’ ή οι υπεύθυνοι είναι συχνά ανυπόκριτοι.
- Ότι εκεί όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει αντισταση κι ότι ωστόσο, ή μάλλον από τούτο το ίδιο το γεγονός, η αντίσταση αυτή δεν βρίσκεται σε θέση εξωτερική προς την εξουσία. Πρέπει άραγε να πούμε ότι είμαστε αναγκαστικά ‘μέσα’ στην εξουσία, ότι δεν της ‘ξεφεύγουμε’, ότι δεν υπάρχει, σε σχέση με αυτήν, απόλυτο εξωτερικό, αφού είμαστε οπωσδήποτε υποταγμένοι στο νόμο; Ή ότι επειδή η ιστορία είναι η πανουργία της λογικής, η εξουσία είναι κι αυτή από τη μεριά της η πανουργία της ιστορίας –αυτή που πάντα κερδίζει; Αυτό θα σήμαινε ότι παραγνωρίζουμε τον αυστηρά σχεσιακό χαρακτήρα των σχέσεων εξουσίας, που δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο σε συνάρτηση με μια πολλαπλότητα σημείων αντίστασης: μέσα στις σχέσεις εξουσίας, αυτά παίζουν το ρόλο του αντιπάλου, του στόχου, του στηρίγματος, της εξοχής για μια λαβή. Αυτά τα σημεία αντίστασης είναι παρόντα παντού μέσα στο δίκτυο της εξουσίας. Δεν υπάρχει επομένως, σε σχέση με την εξουσία, ένας τόπος της μεγάλης Άρνησης –ψυχή της εξέγερσης, εστία όλων των ανταρσιών, καθαρός νόμος της επανάστασης. Αλλά, απλά αντιστάσεις, που αποτελούν περιπτώσεις σε επίπεδο του είδους: δυνατές, αναγκαίες, απίθανες, αυθόρμητες, άγριες, μοναχικές, προσχεδιασμένες, χαμερπείς ή γεμάτες αυταπάρνηση. Εξ ορισμού δεν μπορούν να υπάρχουν παρά μόνο μέσα στο στρατηγικό πεδίο των σχέσεων εξουσίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι μόνο ο αντίκτυπός τους, το αποτύπωμά τους ‘εν κοίλω’ που αποτελεί, σε σχέση με τη θεμελιακή δυνάστευση, έναν αντίποδα, τελικά πάντα παθητικό, καταδικασμένο σε μιαν ατέλειωτη ήττα. Οι αντιστάσεις δεν εξαρτώνται από κάποιες ετερογενείς αρχές. Αλλά και δεν είναι ωστόσο ένα δόλωμα ή μια κατ' ανάγκη υπόσχεση. Αποτελούν τον άλλο όρο στις σχέσεις εξουσία. Εγγράφονται μέσα τους σαν το απαραίτητο αντίκρυσμα. Επομένως, είναι κι αυτές μοιρασμένες με τρόπο ακανόνιστο: τα σημεία, οι κόμποι, οι εστίες αντίστασης είναι σκορπισμένα με περισσότερη ή λιγότερη πυκνότητα στο χρόνο και στο χώρο, ντρεσάροντας κάποτε ομάδες ή άτομα με τρόπο οριστικό, ανάβοντας ορισμένα σημεία του σώματος, ορισμένα στοιχεία της ζωής, ορισμένους τύπους συμπεριφοράς. Μήπως μεγάλες ριζικές τομές, μερικοί δυαδικοί και συμπαγείς; Καμιά φορά, ναι. Τις περισσότερες φορές όμως έχουμε να κάνουμε με σημεία αντίστασης κινητά και μεταβατικά, που σπάζουν τις ενότητες και προκαλούν ανασυντάξεις, που αυλακώνουν τα ίδια τα άτομα, τα διαμελίζουν και τα ξαναπλάθουν, χαράζοντας μέσα τους, στο σώμα και στην ψυχή τους, περιοχές απόρθητες. Όπως ακριβώς το δίκτυο των σχέσεων εξουσίας τελικά σχηματίζει έναν πυκνό ιστό που διασχίζει τους μηχανισμούς και τους θεσμούς χωρίς να εντοπίζεται με ακρίβεια πάνω τους, με τον ίδιο τρόπο και η διασπορά των σημείων αντίστασης διασχίζει τις κοινωνικές στρωματώσεις και τις ατομικές μονάδες. Και ασφαλώς, εκείνο που κάνει δυνατή μια επανάσταση, είναι ακριβώς η στρατηγική κωδίκωση αυτών των σημείων αντίστασης, περίπου με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος στηρίζεται στη θεσμική συνένωση των σχέσεων εξουσίας…»
Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της σεξουαλικότητας - Η δίψα για γνώση, μτφ: Γκλόρυ Ροζάκη, εκδ. Ράππα
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026
Η δίψα για εκείνο που κρύβεται...
Αν σήμερα μου ζητούσε – πάλι πιεστικά και πιο πολύ τούτη τη φορά – μια ανάλογη συμβουλή – ‘καλής πνευματικής υγείας’ να την πω – θα ήταν: Κόψε το διάβασμα και πιάσε να στοχάζεσαι. Το πάψε να σκέφτεσαι δεν θα το άλλαζα. Γιατί άλλο πράγμα η σκέψη κι άλλο ο στοχασμός. Από σκέψεις δεν πάσχουμε. Ο νους έτσι κι αλλιώς στον τομέα αυτό λειτουργεί όπως το έντερο με τον περισσευούμενο εγκλωβισμένο αέρα. Τον αποβάλλει με τις γνωστές ηχητικές και… οσμηρές συνέπειες.
Κι ακόμα: Πρόσεχε πολύ με ό,τι διαβάζεις και κυρίως, με ό,τι μηρυκάζεις.
Ναι, το’γραψα κιόλας κάποια χρόνια πριν σε μιαν ανάρτηση κι αισθάνθηκα πως ζορίστηκαν αρκετοί και άλλοι το είδαν πολύ ευνοϊκά κι έξυσαν το κεφάλι τους. Η μεγαλύτερη ευεργεσία που έκανα κάποτε στον εαυτό μου ήταν που έκοψα το διάβασμα, λέει κάπου ο Νίτσε. Όλα αυτά τα ξένα εγώ είχαν καταπλακώσει το δικό μου και δεν έπαιρνα ανάσα. Και ξαφνικά, σήκωσα ξανά κεφάλι κάτω απ’τις πλάκες! Δεν λέω πως φτάσαμε ή θα φτάσουμε ποτέ στα ύψη και στα βάθη που άγγιξε ο γίγαντας αυτός αλλά και τι μας νοιάζει; Μήπως και τα δικά μας βάθη και ύψη είναι λίγα; Μου αρέσει που πολλές φορές αναρωτιόμαστε για τον Πλάτωνα, το Μαρξ και το Νίτσε και στα δικά μας τα νερά είμαστε ακόμα στα ρηχά. Έξω – έξω, εκεί που… πατώνουμε και δεν τολμάμε να ξανοιχτούμε μπας και πνιγούμε.
Άγνωστα τα πελάγη και οι κορυφές απάτητες του δικού μας πλανήτη και θέλουμε να κατανοήσουμε την παγκόσμια φιλοσοφία και τα ξένα σύμπαντα σε βάθος και σε πλάτος! Αν δεν είναι πράξη ύστατης διαφυγής και έσχατης δειλίας αυτό τότε τι είναι;
Ας πούμε ότι το διάβασμα αυτό μπορεί να σου προσφέρει: ένα σπρώξιμο να πέσεις κι ας μην ξέρεις να κολυμπάς! Το διάβασμα σε προγυμνάζει, σε ετοιμάζει και τελικά σου δίνει τη σπρωξιά να πέσεις. Όμως, το κολύμπι - και αργότερα η βουτιά στα βαθιά- είναι δική σου υπόθεση. Γιατί το να είσαι με το νερό ως τα γόνατα δεν είναι η λύση.
Με ρίσκο βέβαια, με κίνδυνο μα περισσότερο με την υπόσχεση επιτέλους, να βιώσεις, τελικά… να ζήσεις!
Μα τότε, θα μου συμπληρώσεις, η ωραία συμβουλή αλλάζει: Πάψε να στοχάζεσαι και ζήσε!
Κι έτσι είναι, πώς αλλιώς!
Μονάχα βιώνει ολόκληρος
Και σιωπά…





