Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ο μύθος της Mέριμνας

  

Yosemite Spring

...

Η παρακάτω αυτοερμήνευση του εδωνά-Είναι ως ‘μέριμνας’ έχει κατατεθεί σε έναν αρχαίο μύθο[1]:

Cura cum fluvium transiret, videt cretosum lutum

ustulitque cogitabunda atque coepit fingera.

dum deliberat quid iam fecisset, Jovis intervenit.

rogat eum Cura ut det illi spiritum, et facile imperat.

cui cum vellet Cura nomen ex sese ipsa imponere,

Jovis prohibuit suumque nomen ei dandum esse dictitat.

dum Cura et Jovis disceptant, Tellus surrexit simul

suumque nomen esse volt cui corpus praebuerit suum.

sumpserunt Saturnum iudicem, is sic aecus iudicat:

“tu Jovis quia spiritum dedisti, in morte spiritum,

tuque Tellus, quia deisti corpus, corpus recipito,

Cura enim quia prima finxitm, teneat quamdiu vixerit.

sed quae nunc de nominee eius vobis controversia est,

homo vocetur, quia videtur esse factus ex humo”.

 

Όταν κάποτε η ‘Μέριμνα’ διάβαινε ένα ποτάμι, είδε χώμα αργιλώδες. Έλαβε σκεφτικά ένα κομμάτι, κι άρχισε να του δίνει μορφή. Όταν έπιασε μετά να συλλογίζεται τι είχε πλάσει, πλησίασε ο Δίας. Η ‘Μέριμνα’ τον παρακάλεσε να παράσχει πνεύμα στο χώμα που μορφοποίησε και ο Δίας ευχαρίστως παρέσχε. Αλλά όταν αυτή θέλησε να απονείμει στο πλάσμα το όνομά της, ο Δίας της το απαγόρεψε κι απαίτησε να δοθεί το δικό του. Ενώ η ‘Μέριμνα’ κι ο Δίας μάλωναν, ορθώθηκε η Γη (Tellus), κι ήθελε να δοθεί το δικό της όνομα στο πλάσμα, εφόσον αυτή του είχε προσφέρει μέρος από το κορμί της. Ζήτησαν από τον Κρόνο να διαιτητεύσει, κι αυτός αποφάσισε τα ακόλουθα, που φαίνονται δίκαια: «Μια κι’ έδωσες, Δία, το πνεύμα, ας λάβεις το πνεύμα του όταν πεθάνει. Μια και του χάρισες το σώμα, Γη, το σώμα ας λάβεις. Αφού όμως η ‘Μέριμνα’ πρώτη διαμόρφωσε αυτό το ον, ας το κατέχει όσο είναι ζωντανό. Αλλά επειδή διαφωνείτε για το όνομα, ας ονομαστεί ‘homo’ [άνθρωπος], μια και φτιάχτηκε από humus (γη)».

 

Αυτό το προοντολογικό ντοκουμέντο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όχι μόνο γιατί η ‘μέριμνα’ εμφανίζεται εδώ ως αυτή στην οποία το ανθρώπινο εδωνά-Είναι ανήκει ‘ισόβια’, παρά και γιατί προβάλλει η προτεραιότητα της ‘μέριμνας’ σε συνάφεια προς τη γνωστή αντίληψη, που θεωρεί τον άνθρωπο ως σύνθεση σώματος (γης) και πνεύματος. Cura prima finxit: στη μέριμνα έχει αυτό το ον στην αρχέγονη πηγή του Είναι του. Cura teneatquamdiu vixerit: Δεν θα αποσπάται το ον από αυτή την πηγή, παρά θα διατηρείται μέσα της, και θα κυριαρχείται από αυτήν όσο ‘είναι μες στον κόσμο’. Το ‘μες-στον-κόσμο-Είναι’ έχει τον οντολογικό χαρακτήρα της ‘μέριμνας’. Αυτό το ον παίρνει το όνομα ‘homo’ όχι γιατί λαμβάνεται υπόψη το Είναι του, παρά γιατί συνίσταται από humus. Την απόφαση για το που πρέπει να ιδωθεί το ‘αρχέγονο’ Είναι αυτού του πλάσματος την παίρνει ο Κρόνος, δηλαδή ο ‘χρόνος’. Ο προοντολογικός ορισμός της ουσίας του ανθρώπου, που εκφράζεται με αυτό το μύθο, έφερε λοιπόν δίχως άλλο σε φως το είδος του Είναι που διακατέχει τη χρονική διαβίωση του ανθρώπου μες στον κόσμο.


Η ιστορία της σημασίας της οντικής έννοιας ‘cura’ [μέριμνα] επιτρέπει να διείδουμε κι άλλες θεμελιώδεις δομές του εδωνά-Είναι. Ο Burdach[2] επισύρει την προσοχή στο διπλό νόημα του όρου ‘cura’, ο οποίος δεν σημαίνει μόνο ‘αγωνιώδης προσπάθεια’, αλλά και ‘φροντίδα’, ‘αφοσίωση’. Έτσι ο Σενέκας γράφει στην τελευταία του επιστολή (Ep. 124): «Από τις τέσσερις φύσεις που υπάρχουν (δέντρο, ζώο, άνθρωπος, Θεός), διακρίνονται οι δυο τελευταίες, οι μόνες προικισμένες με λογική, κατά το ότι ο Θεός είναι αθάνατος ενώ ο άνθρωπος θνητός. Η  αγαθότητα  του ενός,  δηλαδή του Θεού,  τελειούται  από τη  φύση του. Του  άλλου,  του ανθρώπου,  από τη  μέριμνα  (cura): unius  bonum  natura  perficit,  dei scilicet,  alterius  cura,  hominis».


Η perfectio [τελειότητα] του ανθρώπου, δηλαδή το να γίνει ο άνθρωπος ό,τι μπορεί να είναι χάρη στην ελευθερία του για τις πιο δικές του δυνατότητες (χάρη στην προβολή), είναι ‘επίτευγμα’ της ‘μέριμνας’. Ισαρχέγονα όμως η ‘μέριμνα’ καθορίζει το θεμελιώδες είδος αυτού του όντος, σύμφωνα προς το οποίο τούτο έχει παραδοθεί στον κόσμο της βιομέριμνας (ρίξιμο). Το ‘διπλό νόημα’ της ‘cura’ σημαίνει μία θεμελιώδη σύσταση με την ουσιαστικά διπλή δομή[3] της ριγμένης προβολής.

 

 

ΠηγήMartin HeideggerSein und Zeit [Είναι και Χρόνος]


Πρόλογος-Μετάφραση-Σχόλια: Γιάννης Τζαβάρας, Δωδώνη, 1978

 



[1] Ο συγγραφέας συνάντησε το προοντολογικό αυτό τεκμήριο της υπαρκτικο-ονοτολογικής ερμηνείας του εδωνά-Είναι ως μέριμνας στο άρθρο του KBurdachΟ Φάουστ και η Μέριμνα. Ο Burdach δείχνει ότι ο Γκαίτε παρέλαβε από τον Herder αυτό το μύθο της Cura, που μας παραδόθηκε ως 220ος μύθος του Υγίνου, και τον διασκεύασε για το δεύτερο μέρος του ‘Φάουστ’. 

[2] Ήδη στους Στωικούς, η μέριμνα ήταν εγκαθιδρυμένος όρος. Επανέρχεται στην Καινή Διαθήκη. Στη Βουλγάτα ό όρος είναι Sollicitudo. Η ‘μέριμνα’, έτσι καθώς θεάθηκε στην άνωθι Αναλυτική του εδωνά-Είναι, αποκαλύφθηκε στον συγγραφέα σε συνάφεια προς τις προσπάθειές του να ερμηνεύσει την αυγουστίνεια -δηλαδή ελληνο-χριστιανική- Ανθρωπολογία με βάση τις θεμελιώδεις αρχές που εγκαθιδρύθηκαν με την Οντολογία του Αριστοτέλη.

[3] Πρόκειται για το διπλό νόημα που προκύπτει από το αμοιβαίο γεγονός ότι η προβολή (η κατανόηση, η υπαρκτικότητα) ιδιάζει στο ρίξιμο (στην εύρεση, στη γεγονότητα) και το ρίξιμο στην προβολή.

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Περί 'διπλής ανάδυσης'...



Υπάρχουν άραγε αληθινά αναπάντητα ερωτήματα;

Μεγαλώσαμε με την στέρεα θεώρηση ότι υπάρχουν τα 'μικρά' και τα 'μεγάλα' ερωτήματα...
Τα πρώτα είναι αυτά που αφορούν τα 'μικρά' πράγματα... έχουν συγκεκριμένο και σχεδόν ψηλαφητό 'ορίζοντα γεγονότων'... από μια άλλη οπτική είναι ένας 'γεωμετρικός τόπος σημείων' εντός των δυνατοτήτων μας... ακόμα και της βεντάλιας της σκέψης μας...

αντίθετα, τα άλλα, τα λεγόμενα 'μεγάλα' ερωτήματα -ας τα πει κανείς υπαρξιακά ή υπαρκτικά - εκφεύγουν της δυνατότητας όχι μόνον να τα απαντήσουμε αλλά ούτε καν να αντιληφθούμε το μέγεθός τους...
Προσωπικά, πιστεύω πλέον ότι όλα αυτά είναι λίγο πολύ ............ βάλτε όποια λέξη θέλετε...
Η δική μου εσωτερική περιπέτεια, ας την πούμε αναζήτηση, στοχασμό, ψάξιμο, έχει οδηγήσει σε ένα σημείο όπου τα πράγματα είναι απαιτητό να είναι συγκεκριμένα...

νομίζω ότι αναπάντητα ερωτήματα δεν υπήρξαν ποτέ
με την οριστική, αμετάκλητη έννοια του αδύνατου

συμβαίνει όμως το φαινόμενο της... διπλής ανάδυσης...

όταν θέτουμε εμείς ένα ερώτημα
και όταν διαλογιζόμαστε επί μακρόν πάνω σ'αυτό
κάποια στιγμή, μέσα από το φίλτρο του μεγάλου ωκεανού του ασυνειδήτου
το ερώτημα αναδύεται στο συνειδητό
στην επιφάνεια δηλαδή
αναδύεται όπως μια φούσκα... και όταν εξέλθει στην ατμόσφαιρα της εγρήγορσης
απλά σπάει
το ερώτημα δεν είναι όμως το αρχικό
είναι ένα άλλο, ελαφρώς μεταλλαγμένο... μοιάζει με το αρχικό αλλά έχει προσλάβει και άλλες ποιότητες
που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε...

τα έχουμε ξαναπεί για το νου
ο νους ξέρει μονάχα ό,τι κάθε φορά ορίζει
όσα στρέμματα γνώσης του ανήκουν
αυτά διαφεντεύει
για το τι γίνεται παρακείθε δεν έχει άποψη
και μάλιστα
δεν αργεί να συκοφαντήσει τους άγνωστους γείτονές του
έστω και αν είναι αρχαιότεροι απ'αυτόν (ένστικτο, συναίσθημα, βίωμα, όνειρο, κλπ)

δεν τελείωσα όμως με την διπλή ανάδυση
η πρώτη ανάδυση λοιπόν
είναι αυτή της 'άλλης' ερώτησης
της εξαδέλφης αυτής που θέσαμε εμείς εξ αρχής...

η δεύτερη ανάδυση αφορά στην απάντηση
ναι
μαζί με το ερώτημα -γιατί έχει μεταβολιστεί ήδη η ερώτηση σε ερώτημα-
αναδύεται, υποχρεωτικά σχεδόν
από τα τρίσβαθα του είναι μας
και η απάντηση

μονάχα που αυτή η δεύτερη φούσκα
διαφέρει από την πρώτη
δεν είναι εμφανής
δεν είναι ορατή
και απαιτεί ικανότητες 'αλιέως' για να την γραπώσεις
βρίσκεται όμως στην περιοχή της εγρήγορσης
και... ανυπομονεί να την καλοδεχτούμε...

υποστηρίζω δηλαδή
κι αυτό μέσα από τις προσωπικές μου διαδρομές
ότι από τα ίδια ακριβώς υλικά που γεννήθηκε το -δεύτερο- ερώτημα
από αυτά γεννιέται αμέσως και η απάντηση
και έτσι αναδύονται και τα δυο

το πως θα τα διαχειριστούμε τώρα
αυτό είναι ένα άλλο θέμα

όμως...
όμως τι γίνεται με τα άλλα ερωτήματα
αυτά που δεν έχουμε θέσει εξ αρχής εμείς;
και που θεωρούνται μεγάλα και αναπάντητα

αυτά, πολύ απλά, δεν μας απασχολούν πραγματικά
δεν γίνονται μέρος του προσωπικού μας κόσμου
δεν τα φιλοξενούμε
δεν μας κατοικούν
και γι αυτό
δεν υπάρχει και καμιά απάντηση
στην ουσία
όλα αυτά τα ερωτήματα
με μια έννοια

περιμένουν...

περιμένουν να γίνουν κι αυτά κομμάτια μας
να τα αγκαλιάσουμε
να τα υποδεχτούμε

αν συμβεί αυτό
και μόνο τότε
θα έχουμε μετά από καιρό
και τις απαντήσεις
όσο μεγάλα και φιλοσοφικά και αν είναι
όποιο κι αν είναι το μέγεθός τους
σημασία έχει να αποκτήσουν τις ορίζουσες του δικού μας είναι

και τότε

θα ανέλθουν κι αυτά
ελαφρώς διαφορετικά ίσως
μέσα από κάποιο όνειρο
μέσα από την τέχνη
ή την προσευχή
ή τον έρωτα
στον σκληρό ήλιο της εγρήγορσης
και θα είναι ορατά, διάφανα και φωτεινά...

και οι απαντήσεις τους;

κάπου εκεί γύρω, στη γειτονιά είναι κι αυτές
είναι βέβαιο
και έχουν την μόνη απαίτηση

να έχουμε τα κατάλληλα μάτια να τις δούμε...

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

τρυφερότητα...



Σ’
έναν κόσμο από σακατεμένα εγώ που ανθίζουν πάνω στις μολυσμένες λίμνες του κυνισμού και της εαυτολατρείας, θα περίμενε κανείς πως εκείνο που θα δοξολογείται θα περιέχει τις ποιότητες μιας άλλης δύναμης. Μιας δύναμης ικανής να τα αλλάξει όλα. Να τα δικαιώσει όλα. Να τα ακεραιώσει. Δηλαδή να τα σώσει.

Κι όμως, δεν συμβαίνει.

Σ’έναν κόσμο που κινητροδοτείται και αιμοδοτείται από τον παρασιτισμό της εγωλαγνείας και του συναισθηματικού αυτισμού, θα ανέμενε κανείς πως εκείνο που θα αναζητείται είναι μια ανάσα φωτός και ανοιχτοσύνης.

Κι όμως, δεν συμβαίνει.

Γιατί αν υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να απαντλήσει όλα αυτά τα τοξικά λύματα της κεντρομόλου και εγωσυντονικής κούρσας προς τον ειναιικό θάνατο, είναι μονάχα η τρυφερότητα.

Κάποιοι πιστεύουν ότι η τρυφερότητα είναι μια εκδήλωση ασθενικής, αδύναμης, ηττοπαθούς φύσης. Πως ο τρυφερός άνθρωπος είναι κατά κάποιο τρόπο ανεπαρκής, ελλειμματικός, ενδοτικός και ευόλισθος στην συγκατάβαση, ακόμα και στο συμβιβασμό.

Δεν γνωρίζουν όσοι τα σκέφτονται ή τα πρεσβεύουν όλα αυτά πως η τρυφερότητα είναι η ισχυρότερη δύναμη του ανθρώπου! Δεν γνωρίζουν πως η τρυφερότητα είναι η μεγαλύτερη επανάσταση και μαζί νίκη του ανθρώπου. Νίκη πάνω στον άπληστο εκτατισμό του βρυαρού υπερ-λυρικού και νοσηρού συγκινησιασμού, στην άλογη και έξαλλη προσπάθεια του υπετροφικού εγώ να κυριαρχήσει πάνω στους άλλους, πάνω σε οτιδήποτε δεν είναι μέρος του.

Πως ο τρυφερός άνθρωπος, τούτο δεν υποψιάζονται ακόμα, είναι σαν ένα υπέροχο και πανέμορφο δάσος που πάντοτε όμως κρύβει και σκληρά μυστικά και αρχέγονες δυνάμεις αντίστασης και δράσης! Δυνάμεις ως τα σήμερα ανίκητες, αξεπέραστες, ασύγκριτες!

Γιατί τη σκληρότητα δεν την αντιπαλεύεις με ακόμα μεγαλύτερη σκληρότητα.

Τον κυνισμό δεν τον δαμάζεις με ακόμα ρυπαρότερο κυνισμό.

Ό,τι περιέχεις είναι μολυσματικό μονάχα αν έχεις δηλητηριαστεί πνευματικά.

Ό,τι εκφράζεις είναι βδελυρό μόνο αν πηγάζει από τις χαίνουσες πληγές της νοσηρότητας.

Δεν είναι εύκολο να εκδηλώνεις τρυφερότητα ακόμα κι αν είσαι τρυφερός. Γιατί όλο τούτο εύκολα χλευάζεται, συκοφαντείται, υπονομεύεται.

Μα είναι αναγκαίο γιατί η ψυχή μας διψά και αν ποτίζεται μόνο από τις ρηχές λίμνες της χυδαιότητας και του καθημέριου λυγμού δεν μπορεί παρά να επιστρέφει πόνο και λυγμό.

Κι αναζητά η ψυχή τους περήφανους καταρράκτες της τρυφερότητας για να ξεδιψάσει αληθινά. Και να προσφέρει έπειτα στον τολμητία που προσπέρασε το προφανές για να ανακαλύψει το κεκρυμμένο, ορίζοντες δροσιάς και ουρανούς γλυκύτητας…


Duet...

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Καταφύγιο



Πως με βρήκες;

ανάμεσα σε τόσα χέρια
κάτω από τόσα σώματα
πίσω απ’όλες αυτές
τις ασπρόμαυρες ημέρες…

κι όμως
με βρήκες…

και χωρίς να’χεις συντροφιά
ούτε τη σιωπή μου…

κι όμως
με βρήκες…


Ιανουάριος παγωμένος, Φλεβάρης προδομένος, Μάρτιος σιωπηλός…

Κατεβαίνω στο καταφύγιο των ψυχών… Ο Aγέννητος μετράει τους μήνες… τραγουδάει… δεν θυμάται πια τίποτε, τίποτε άλλο, όμως μετράει… 

Μπήκα στο υπόγειο του Ανθρώπου… Ο πρώτος μου εαυτός στη γωνιά είναι και κλαίει, ο δεύτερος δίπλα στο μικρό ψυγείο και με κοιτάει, ο έσχατος κοντά στον πατέρα, αναρωτιέται πόσο ακόμη θα ψηλώσει…


…Απρίλης αστερέωτος, Μάιος γελαστός, Ιούνης καυτός…

Είμαι στο λαβύρινθο του κόσμου… ο Αχώρητος δάνεισε τα χέρια του στην Ειμαρμένη, η Ειμαρμένη έχει πια τα χέρια του… ο Αχώρητος δεν μπορεί να κρατήσει πια τα πρωινά του, δεν έχει δάχτυλα να αγγίξει τη Νύχτα, κανείς δεν είχε ένα δάκρυ για τα χαμένα χέρια του… 

Είμαι στο κάτεργο του φόβου… ο πρώτος μου αριθμός είναι το μηδέν, ο δεύτερος το ένα, ο τρίτος μου αριθμός είναι το άθροισμα όλων των ηλικιών μου… και έχω όλη την υπόλοιπη στιγμή μου για να τις μετρήσω…


…Ιούλιος ερωτικός, Αύγουστος ολόφωτος, Σεπτέμβρης μαγικός…

Ο Αγέννητος μετράει… με έχει πιάσει από το χέρι και με καλεί κοντά του να μετρήσουμε μαζί… Η ανάγκη με έκανε να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια, η ανάγκη με έσπρωξε να διορθώσω το κόμπο στη ρυπαρή γραβάτα του… πνίγεται χωρίς φως ο Αγέννητος κι όμως, τραγουδάει πάντοτε, κι όμως μετράει…

Είμαι στο εργαστήρι του έφηβου θεού… Κίτρινες, άσπρες, μενεξεδιές κορδέλες παντού ολόγυρα, κανείς να τις κρεμάσει στα παράθυρα, παράθυρα δεν έχει αυτός ο κόσμος, έχει ανοίγματα όμως, κάτω από τα ανοίγματα υποδέχομαι έναν ρόγχο που μοιάζει με την ατμομηχανή που μου είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας, κάπου εδώ γύρω κι αυτή θα ανασαίνει το δικό της πένθος, κάπου εδώ γύρω…


…Οκτώβρης πρόστυχος, Νοέμβρης χολερικός, Δεκέμβρης νεκρός…

Η Εντροπία δεν μιλάει καλά τα ανθρώπινα. Έχει να πει πολλά και θέλει να μιλήσει. Αιώνες τώρα η ανάσα δεν βγαίνει από τα στήθια της και συλλαβίζει όμορφα αλλά δειλά. Το ξέρει πως θα μιλήσει όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, όταν οι άνθρωποι φιλιώσουν, όταν γεννηθούν παιδιά χωρίς καρκίνους. Αλλά δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει τούτη τη κληρονομιά. Η Εντροπία στέκει στον τοίχο, όρθια, ακάματη, προσεύχεται βουβά…

Είμαι στον αργαλειό του πόνου… Έχει η μητέρα ένα πρησμένο πόδι κι ένα χέρι γερασμένο αλλά χαμογελάει ακόμα. Ορφάνεψε πριν από μένα, θα πεθάνει ένα βράδυ του Οκτώβρη πιο μόνη από το βλέμμα, πιο σιωπηλή από το δάκρυ αλλά δεν θα φοβηθεί να περπατήσει ως εκεί. Εκεί είμαι, εκεί γεννήθηκα, εκεί την περιμένω… μητέρα θα έρθεις, θα σε στηρίξω, θα σου δώσω ένα μικρό μαντήλι, ένα φιλί στο κρύο σου μέτωπο, ένα μου ποίημα αλλά δεν θα σε συνοδεύσω παρακάτω… δεν είμαι άξιος να σε πέμψω εγώ… δεν έχω τα σπλάχνα της αποστολής αυτής, συγχώρεσέ με…

…Δευτέρα κόκκινη, Τρίτη χλωμή, Τετάρτη φαιά, Πέμπτη γαλάζια, Παρασκευή σταχτιά, Σάββατο μελανό, Κυριακή κατάλευκη…

Είμαι στο γνόφο του Άμορφου… 
μετράω κι εγώ
μαζί με τον εαυτό μου
ανέχομαι τον οπλισμένο πόνο μου
και ψιθυρίζω ίσα να με ακούει ο χρόνος
δεν έχω άλλα μάτια
να με ξεγελάω περισσότερο
να με προσδοκώ
να με υπόσχομαι
αλλά θα είμαι γιορτινός στην έξοδό μου
ακέραιος
φωτεινός
και θα ζυγίζω το κάθε βήμα μου
μονάχα στη ζυγαριά
της βιωμένης Αλήθειας…

Κι έτσι
θα ε ί μ α ι …

…πως με βρήκες;

ανάμεσα σε τόσους εαυτούς
πίσω από όλους τους ανθρώπους
κάτω από τα σεντόνια του θανάτου…

κι όμως
με βρήκες…

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

η τεχνουργία της αιωνιότητας…

 

Καμιά φορά λοιπόν, αρκεί μια πρόταση, μια λέξη… αυτό που χωράει και δεν χωράει, το αχώρητο… όλο τούτο το φορτίο που ξεχειλίζει απ’τη λέξη… η ‘επιστήμη’ του ποιητή, η αλχημεία του, η μαγεία του... φθαρμένες λέξεις, το ξέρω… όμως είναι φορές που τις νιώθω να βροντάνε μέσα μου όπως το αίμα στις φλέβες.

‘Ο γέρος είναι τιποτένιο πράγμα’… πώς γράφεται άραγε τούτο; σαν σπαθιά, νομίζεις σε κόβει στα δυο… όταν είσαι ο Γέητς όμως… 

Μαθαίνω το λοιπόν πως στα 42 του, σε ένα ταξίδι του στην Ιταλία, ο ποιητής, γοητεύεται από τη Ραβέννα και τα βυζαντινά της, τα ψηφιδωτά της, την αύρα της. Περάσαν άλλα είκοσι σχεδόν χρόνια όμως για να τα αποτυπώσει όλα τούτα, την εμπείρωσή του στο ‘Ταξίδι στο Βυζάντιο’ που μας μετέφρασε ο Γ. Σεφέρης. Μα, τι είναι αυτό το ποίημα θα πω απλά δυο λέξεις στο τέλος. Κι ας μην το συνηθίζω αυτό. Του πρέπει.

 

Ταξίδι στο Βυζάντιο

Δεν είναι τόπος για τους γέροντες αυτός. Νέοι

Στην αγκαλιά ο ένας του άλλου, πουλιά στα δέντρα,

-Τούτες οι γενεές που πεθαίνουν- στο τραγούδι τους,

Ποτάμια σμάρια οι σολομοί, θάλασσες σμάρια τα

σκουμπριά,

Το ψάρι, η σάρκα και το θήραμα, όσο βαστά το

καλοκαίρι υμνούν

Το κάθε τι που σπέρνεται, γεννιέται, και πεθαίνει.

Παρμένοι από τη λάγνα τούτη μουσική όλοι αψηφούν

Του αγέραστου νου τα μνημεία.

 

II

Ο γέρος είναι τιποτένιο πράγμα,

Κουρελιασμένο ρούχο απάνω σε μπαστούνι, εκτός

Αν η ψυχή χτυπήσει τις παλάμες της και τραγουδάει

πιο δυνατά, πιο δυνατά

Στο κάθε ξέσκισμα της θνητής φορεσιάς της,

Και δεν είναι σχολειό του τραγουδιού παρά η μελέτη

Των μνημείων της δικής της μεγαλοπρέπειας.

Έτσι λοιπόν αρμένισα τις θάλασσες για να’ρθω

Στην άγια πολιτεία του Βυζαντίου.

 

III

Σοφοί ορθωμενοι μέσα στην άγια φωτιά του Θεού

Λες στο χρυσό ψηφιδωτό ενός τοίχου

Βγείτε απ’την άγια τη φωτιά, στριφογυρίστε μες στο

στρόβιλο,

Γενείτε δάσκαλοι του τραγουδιού για την ψυχή μου.

Κάψετε την καρδιά μου κι αναλώστε την. άρρωστη 

του πόθου,

Δεμένη σ’ένα ζώο που ξεψυχά,

Δεν ξέρει τώρα τι είναι. και δεχτείτε με

Στην τεχνουργία της αιωνιότητας.

 

IV

Και μια φορά που θα’βγω από τη φύση, ποτέ μου 

δε θ’αποζητήσω

Για τη σωματική μορφή μου πράγμα φυσικό,

Αλλά τέτοια μορφή που οι Γραικοί χρυσοχόι φτιάχνουν

Από σφυρήλατο χρυσάφι και μαλαματένιο σμάλτο

Για να κρατήσουν ένα νυσταλέον Αυτοκράτορα ξυπνό.

Ή στήνουν σε χρυσό κλωνάρι για να τραγουδά

Στους άρχοντες και στις αρχόντισσες του Βυζαντίου

Τα που περάσαν, ή που περνάν, ή που θα’ρθουν.

 

William Butler Yeats

Μετ: Γ. Σεφέρης

Αντιγραφές, Ίκαρος, Αθήνα 1978

 

Μα, δεν είναι τούτη η ‘τεχνουργία της αιωνιότητας’ που σου κλέβει την καρδιά; Λοιπόν, το ποίημα καθώς διαβάζω δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη συλλογή The Tower, 1928, πρώτη μεγάλη ποιητική συλλογή του Γέητς μετά το Νόμπελ το ’23. 

Ό,τι κι αν μου πει κανείς, εγώ βλέπω βέβαια ‘την υπεροχή της Τέχνης που είναι αθάνατη έναντι της Φύσης που είναι θνητή’ μα περισσότερο βλέπω την ανθρώπινη αγωνία, την αγωνία απέναντι στο τέλος που έρχεται και μεταβολίζεται σε στίχους αξεπέραστους και δυνατούς. Ικετεύει ο ποιητής τους παλαιούς σοφούς: 

Βγείτε απ’την άγια τη φωτιά, στριφογυρίστε μες στο

στρόβιλο,

Γενείτε δάσκαλοι του τραγουδιού για την ψυχή μου.

Κάψετε την καρδιά μου κι αναλώστε την. άρρωστη 

του πόθου,

Δεμένη σ’ένα ζώο που ξεψυχά,

Δεν ξέρει τώρα τι είναι. και δεχτείτε με

Στην τεχνουργία της αιωνιότητας.

 

Το άλγος του γήρατος, της φθοράς, του θανάτου δεν έχει γιατρικό, μέσα στους αιώνες… οι ποιητές, οι μεγάλοι ποιητές το αθανατίζουν μα ο πυρήνας δεν αλλάζει… 

Μα, δεν είσαι κουρελιασμένο ρούχο καθώς λες μεγάλε ποιητή… είσαι κάτι που υπερβαίνει τις εποχές και κάνει εμένα, που δεν θα μπορούσες να έχεις γνωρίσει ποτέ, να σε διαβάζω, να σε μελετώ, να σε έχω συντροφιά κι έπειτα από μένα άλλοι κι άλλοι… μυριάδες… 

Να η τεχνουργία της αιωνιότητας


Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Το άλας της γης...


Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων…
Ματθ. 5-13


Η
μυητική διδασκαλία επιφυλάσσει πάντοτε εκπλήξεις… πάντοτε… θυμάμαι ήταν η εποχή της περίφημης ‘κάθαρσης’, κάπου εκεί στο ‘βρόμικο ‘89’… ολόκληρη η Ελλάδα συνταρασσόταν από τα όσα τρομερά και ευτράπελα μαζί γίνονταν τότε… όσοι τα έζησαν και τα θυμούνται σίγουρα μειδιούν αυτή τη στιγμή… ένα ανοιξιάτικο απόγευμα ήταν, σε κάποια καφετέρια στην Κυψέλη… μια συντροφιά φίλων και μαζί μας ήταν ένας παλιός αδελφός και αγαπημένος δάσκαλος μαζί…. συζητούσαμε… λογομαχούσαμε μάλλον… Οι πολιτικές συζητήσεις ως γνωστόν εξάπτουν τα πάθη και ιδιαίτερα στους λαούς της Μεσογείου. Οι απόψεις έδιναν κι έπαιρναν, ανταλλάσσονταν επιχειρήματα που απλώνονταν σε όλη τη βεντάλια των συναισθημάτων και των σκέψεων… από τα πλέον ψύχραιμα και ήπια έως εκείνα της ριζικής ανατροπής, της αλλαγής όλων, της απόλυτης κάθαρσης… να καούν όλα και στη θέση τους…

Ο παλιός αδελφός καθόταν σιωπηλός και μας κοιτούσε με ενδιαφέρον και τρυφερότητα θα έλεγα. Ήμασταν ένα πολύβουο μελίσσι νέων κι εκείνος κάπου στα 50 του πια μπορούσε να έχει την απαιτούμενη ‘απόσταση ελέγχου’. Άκουγε προσεκτικά αλλά δεν μιλούσε.

Κάποια στιγμή, ένας από εμάς τον ρώτησε: «Κι εσύ Κ… δεν θα μας πεις την άποψή σου; Τι πιστεύεις; Τι πρέπει να γίνει;»

Όλοι σιώπησαν αμέσως και περίμεναν με ενδιαφέρον τον μεγαλύτερό μας σε ηλικία και αρχαιότερο στην ατραπό να πει κάτι.

«Θυμάσαι στην επί του Όρους ομιλία Γ…; θυμάσαι που κάποια στιγμή ο Ιησούς τους λέει: Εσείς είστε το αλάτι της γης…»

Ο Γ… γύρισε και με κοίταξε απορημένος. Ξέρω τι σκέφτηκε… ‘κάποια παγίδα υπάρχει εδώ’.

«Ναι, το θυμάμαι», απάντησε ήρεμα εκείνος.

«Και συνεχίζει ο Ιησούς… Αν όμως το αλάτι αλλοιωθεί (αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Προτεστάντες το έχουν μεταφράσει tasteless), με τι θα ξαναγίνει αλμυρό; Σε τίποτα δεν αξίζει πια παρά μόνο, αφού πεταχτεί έξω, να καταπατιέται από τους ανθρώπους… Αυτή είναι μια καλή μετάφραση νομίζω… το θυμάστε όλοι;», ρώτησε κοιτάζοντάς μας τώρα έναν έναν.

«Ωχ!», είπε μια φίλη που καθόταν δίπλα μου όσο πιο σιγανά για να μην ακουστεί. «Ξέρω ποια είναι η επόμενη ερώτηση».

«Γιατί άραγε τους λέει ότι είναι ‘το άλας της γης’;», ρώτησε όλους μας και η σιωπή έγινε ακόμα βαθύτερη.

«Τό’ξερα», είπε η φίλη και φρόντισε να συρρικνωθεί στην καρέκλα της μπας και γίνει… αόρατη, ανεπιτυχώς βέβαια.

«Σκεφτείτε διαφορετικά… μην ξεχνάτε τις μυητικές ορίζουσες που πάντα μας ενδιαφέρουν… χωρίς αυτές δεν έχουμε παρά το επιμέρους όχι το ουσιώδες…», είπε και ενθάρρυνε όλους να μιλήσουν ελεύθερα. 

Ακούστηκαν διάφορες απόψεις αλλά καμιά δεν ικανοποίησε τον αδελφό μας. Τελικά αποφάσισα να δώσω κι εγώ τη δική μου.

«Γιατί το αλάτι και το κρύο νερό είναι απαραίτητα για να καθαρίσουν το αίμα», του είπα ξαφνικά και τον είδα να σμίγει τα φρύδια του. Και μετά να χαμογελάει πλατιά. Οι υπόλοιποι γύρω μου είχαν μείνει σκεφτικοί και βουβοί.

«Το αίμα;», ρώτησε αμέσως απευθυνόμενος πια μόνον σε μένα. «Ποιο αίμα;»

«Το βρόμικο αίμα»

«Δηλαδή;»

«Το αίμα του πρώτου φονικού… του Κάιν στον Άβελ… τελικά το αίμα όλων των φόνων, των πολέμων…»

Ο δάσκαλος άρχισε να γελάει δυνατά… με την καρδιά του.

«Συνέχισε αδελφέ μου…»

«Το άλας της γης είναι στην ουσία η νέα ανθρωπότητα, οι καινούργιοι άνθρωποι, οι ανακαινισμένοι, οι ‘καθαροί’… αυτοί που θα χρησιμοποιήσει ο Κύριος για να καθαρίσει τη βρομιά του παλαιού κόσμου…», συνέχισα με ένταση. «Και όσο θα παραμένει αμόλυντο θα μπορεί να ξεπλένει το αίμα… αν όμως μολυνθεί ή αλλοιωθεί είναι άχρηστο και το παλαιό θα απορροφήσει το νέο και το έργο του Θεού ακυρώνεται…»

Η φίλη δίπλα μου με κοιτούσε έκπληκτη.

«Αμόλυντο…», ψιθύρισε σχεδόν.

«Και γιατί νερό και άλας;», συνέχισε αμείλικτος ο δάσκαλος.

Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα.

«Χυμικός γάμος!... Ρόζενκρόιτς!», φώναξα ξαφνικά.

«Αλχημεία!, συμπλήρωσε ένας φίλος από τη συντροφιά. Οι παλμοί είχαν ανέβει.

«Γη-ψυχή-πνεύμα… άλας–θείο–υδράργυρος… αλλά σε προγενέστερες παραδόσεις, της εποχής του Ιησού, πνεύμα-άνθρωπος, ψυχή–νερό και άλας το πυκνό αιθερικό… ή το πράνα… ύλη…σάρκα…», συνέχισε ο φίλος.

«Τριάδες… παντού τριάδες…» μονολόγησα δυνατά.

«Στην ουσία δηλαδή ο Ιησούς μιλούσε…», τόλμησε να ψελλίσει η κοπέλα που καθόταν δίπλα μου.

«Μην διστάζεις», της είπα. «Για την Φιλοσοφική Λίθο… σε πνευματικό επίπεδο βέβαια…»

Για πολύ λίγο έπεσε μια κουβέρτα σιωπής που ήταν γεμάτη ένταση, ηλεκτρισμό και πυρετικές σκέψεις.

«Ναι», είπε κάποια στιγμή πάλι εκείνη, «και όλο αυτό πώς δένει με όσα συζητούσαμε πριν;»

«Για κάθαρση δεν συζητούσατε;», ρώτησε ο παλαιός αδελφός μας. Και συνέχισε. «Και το ερώτημα είναι φίλοι μου… ποιοι; Ποιοι είναι αυτοί που θα καθαρίσουν όλο αυτό το αίμα ολόγυρά μας; Ποιοι θα είναι εκείνοι που θα αποτελέσουν το άλας πλέον; Καταλάβατε τώρα γιατί οι μυημένοι όλων των εποχών δρούσαν σε αδελφότητες μυστικές και προστάτευαν την ταυτότητά τους, τις ιερές διδασκαλίες και το μαγικό έργο;»

«Για να μην αλλοιωθεί το άλας;», ρώτησε ένας από την συντροφιά.

«Και να μην απορροφήσει το παλαιό το νέο…», συμπλήρωσε ένας ακόμη.

Ειπώθηκαν κι άλλα… πολλά… Ήταν μια από τις βραδιές εκείνες που όλοι αποχαιρετιστήκαμε γεμάτοι δυνατές και γόνιμες σκέψεις. Θα τολμούσα να πω και έναν αυθεντικό ενθουσιασμό.

Το βλέμμα εργαζόταν μέσα μας…