Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Ενας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας...

RAINER MARIA RILKE


Γράμματα σ'ένα νέο ποιητή

Briefe en einen jungen Dichter

(Μετ.: Μάριος Πλωρίτης)


-ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ-


Όσο όμως πιο πολύ αποζητούμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου


"...Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν'αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δεν μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε -όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ'όσα μας συμβαίνουν δεν μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Και απ'όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή..."

"...Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, και άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε με άλλα ποιήματα, αναστατώνεστε όταν κάποιοι αρχιστυντάκτες σας γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω και μπρος (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τα απαρνηθείτε όλ'αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω. Αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δεν μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ενας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν από τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ'απ'όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα της νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Και αν η απόκριση τούτη τη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο και απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ'αυτή την ανάγκη..."

"...Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είναι η πηγή του. Γι'αυτό, φίλε Κύριε, δε μπορώ να σας δώσω παρά τούτη τη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ'όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε;...Γιατί ο δημιουργός πρέπει να είναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, που μαζί της είναι δεμένος..."

"...Τα έργα τέχνης ζουν σ'απέραντη μοναξιά, και η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για να τα ζυγώσεις. Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα 'συλλάβει', να τ'αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους. Να πιστεύετε, πάνω απ'όλα, ό,τι σας λέει το δικό σας το αίσθημα, στο πείσμα όλων αυτών των αναλύσεων, των συζητήσεων, των εισαγωγών..."

"...Καλλιτέχνης θα πει: να μη μετράς, να μη λογαριάζεις, να ψηλώνεις όπως το δέντρο, που δε βιάζει το χυμό του, που αδείλιαστο αψηφάει τις ανοιξιάτικες μπόρες, χωρίς να φοβάται μη δεν έρθει το καλοκαίρι..."

"...Κι αληθινά, η καλλιτεχνική δημιουργικότητα βρίσκεται τόσο απίστευτα κοντά με τη σεξουαλική ζωή, με τους πόνους και τις ηδονές της, που κατά βάθος είναι δυο διαφορετικές μορφές της ίδιας ανάγκης, του ίδιου πόθου, της ίδιας απόλαυσης..."

"...Ας μπορούσε ο άνθρωπος να νιώσει περισσότερο σεβασμό για την ίδια του τη γονιμότητα, που -είτε πνευματική μορφή έχει, είτε σαρκική- είναι μια και μόνη: γιατί και το πνευματικό ακόμα δημιούργημα τη ρίζα του την έχει στο σαρκικό, μια είναι η φύση τους. Το έργο του πνεύματος είναι σα μια απαλότερη, πιο μυστηριακή, πιο γητεμένη, πιο 'αιώνια' επανάληψη της σωματικής ηδονής..."

"...Τι νόημα θα είχε μια μοναξιά που δε θα'ταν αληθινά μεγάλη; Μονάχα μια μοναξιά υπάρχει, κι είναι μεγάλη και βαραίνει πολύ στους ώμους μας... Ένα και μόνο μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη εσώτερη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και, ώρες ολόκληρες, να μην ανταμώνεις εκεί κανέναν -αυτός πρέπει να είναι ο ανώτερος του καθενός στόχος. Να είσαι μονάχος..."

"...Μονάχα ο Ερημίτης μοιάζει υποταγμένος στους βαθύτερους νόμους της ζωής. Κι όταν κινάει μέσα στην αυγή, ή απλώνει τη ματιά του στο δειλινό, που είναι γεμάτο συντελεσμένα γεγονότα, κι όταν νιώθει τι γίνεται εκεί μέσα -τότε λυτρώνεται από όλες τις βιοτικές συνθήκες (όπως οι πεθαμένοι), κι ας στέκει, αυτός, καταμεσής στην αληθινή ζωή..."

"...Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη από όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο... Είναι γόνιμη η μοναξιά επειδή είναι δύσκολη. Ενας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει να είναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.

Γόνιμος είναι και ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να είναι το δυσκολότερο από όσα μας έταξε η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τα άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του..."

"...Στο δρόμο του Έρωτα (όπως και στο δρόμο του Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρεις -άμα τον αντικρίσεις σοβαρά- κανένα φως, καμιά απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν...Οσο όμως πιο πολύ αποζητούμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου..."

"...Αν ήταν εφικτό να απλωθεί η ματιά μας πέρα από τα σύνορα της νόησής μας, και, ακόμα μακρύτερα, από το φράχτη της διαίσθησής μας -ίσως τότε να δεχόμαστε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τις θλίψεις μας παρά τις χαρές μας. Γιατί, τις στιγμές αυτές, κάτι Καινούργιο σταλάζει εντός μας, κάτι Άγνωστο μάς διαπερνά. Δειλή και τρομαγμένη η ψυχή μας βουβαίνεται, όλα μέσα μας παραμερίζουν, βαθιά γαλήνη απλώνεται και το Καινούργιο, το Άγνωστο, ορθώνεται στη μέση σιωπηλό..."

"...Οσο πιο σιωπηλοί, πιο καρτερικοί, πιο συγκεντρωμένοι είμαστε τις ώρες της θλίψης μας, τόσο εισχωρεί πιο βαθιά και πιο άσφαλτα το Καινούργιο, το Αγνωστο, εντός μας, τόσο το κατακτούμε πιο πλέρια, τόσο περισσότερο γίνεται, αυτό, Μοίρα μας. Κι όταν μια μέρα, αργότερα, η μοίρα μας 'πραγματωθεί' (δηλαδή: ξεφύγει από μέσα μας και 'προβληθεί' στους άλλους), τότε θα νιώσουμε πως συγγενεύει στενά με το εσώτατο Είναι μας..."

"...Δε φταίει μονάχα η τεμπελιά, που οι σχέσεις των ανθρώπων επαναλαμβάνονται με τόση ανείπωτη μονοτονία, χωρίς να ανανεώνονται κάθε φορά: φταίει κι ο φόβος, ο φόβος μας μπροστά σε κάτι καινούργιο, που δε μπορούμε να προμαντέψουμε ποιο θα είναι το τέλος του και που δεν έχουμε το κουράγιο να αναμετρηθούμε μαζί του...

...Γιατί, αν στοχαστούμε την ύπαρξη του ατόμου σαν ένα μεγάλο ή μικρό δωμάτιο, είναι ολοφάνερο πως οι περισσότεροι δεν έμαθαν να γνωρίζουν παρά μια μονάχα γωνιά του δωματίου τους, μια θέση κοντά στο παράθυρο, μια λουρίδα όπου πηγαινοέρχονται. Έτσι, βρίσκονται σε μια κάποια ασφάλεια. Κι ωστόσο, πόσο πιο ανθρώπινη είναι κείνη η γεμάτη κινδύνους 'έλλειψη ασφάλειας', που σπρώχνει τους φυλακισμένους, στις ιστορίες του Poe, να 'εξερευνούν' με τα δάχτυλά τους τα τρομαχτικά μπουντρούμια τους, και να νιώθουν πέρα ως πέρα όλους τους ανείπωτους τρόμους της φυλάκισής τους εκεί μέσα..."

"...Δεν έχουμε κανένα λόγο να είμαστε δύσπιστοι απέναντι στον Κόσμο μας, μια και δεν είναι εχθρικός κι ενάντιος. Αν υπάρχουν τρόμοι μέσα σ'αυτόν τον κόσμο, είναι τρόμοι δικοί μας. Αν υπάρχουν γκρεμοί, δικοί μας γκρεμοί είναι. Αν υπάρχουν κίνδυνοι, πρέπει να προσπαθήσουμε να τους αγαπήσουμε. Κι αν πλάσουμε τη ζωή μας σύμφωνα με την αρχή πως πρέπει πάντα να αποζητούμε το δύσκολο -τότε όλα εκείνα που σήμερα ακόμα μας φαίνονται τόσο ξένα, θα πλημμυρίσουν εμπιστοσύνη και πίστη..."

* * *

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Στρώμα



Κυριακές στους τοίχους
γδέρναμε το φως
και γράφαμε για τη μοναξιά
χωρίς μελάνι, χωρίς μπογιά
μονάχα με ουρανό…

μια δρασκελιά χωρίζει
το δίκλινο του ζευγαρώματος
απ΄το μονόκλινο της απατηλής
αυτάρκειας

όμως για σένα
σκληρό θα έχω το στρώμα της μνήμης
πάντα
για να μην νιώσεις ποτέ επισκέπτης

κι έτσι
για να σ’εκδικούμαι

δεν θα σου επιτρέψω 
την πολυτέλεια της λησμονιάς...



Headache...

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί

Dylan Thomas, seen here in 1944, died less than a decade later while on tour in New York City.


 

Ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί

ας ζέουν, ας καίν’ τα γηρατειά στην μέρας την αυλαία-

στασίασε, στασίασε σαν τρέμει το κερί

 

Ας νιώθουν οι σοφοί το σκότος δίκαιη αμοιβή

με λόγια αφού δεν έκαμψαν ποτέ τους τα μοιραία

-ειρηνικά δεν δίνονται στη νύχτα που καλεί

 

Στο δήμιο κύμα μπρος οι ναυτικοί κλαιν’ την ακτή

Όπου -θνητές- οι πράξεις τους θ’αγίαζαν λαθραία

-στασιάζουνε στασιάζουνε σαν τρέμει το κερί

 

Τρελοί που είπαν πως θα’πιαναν τον ήλιο φτερωτοί

μόνο μια δύση επέσπευσαν, το ναύλο στον πορθμέα

μα ειρηνικά δεν δόθηκαν στη νύχτα που καλεί

 

Κι αγχιθανείς που αξιώνονται μια θέα τυφλωτική

το μάτι, λένε, κι αν τυφλό στο σκότος είν’ρομφαία

-στασιάζουνε στασιάζουνε σαν τρέμει το κερί

 

Στο μαύρο σου ύψωμα προσπέφτω -ανάθεμα κι ευχή

ας ειν’για με το δάκρυ σου καλέ μου εσύ γονέα:

ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί

στασίασε στασίασε σαν τρέμει το κερί

 

 

Ντίλαν Τόμας

 

Χάρτης 86-Φεβρ 2026

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Ραντίζοντας με αιωνίωση...

 


Η πρώτη φορά που ‘ο κύβος ερρίφθη’ ήταν με την πτώση του Εωσφόρου από το χτύπημα του Αδωνάι.
Η δεύτερη ήταν με την πτώση του Άβελ από το χτύπημα του Κάιν.
Η τρίτη ήταν με την πτώση του ελληνικού κόσμου από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στον ίδιο τον εαυτό του.

Στις απαρχές όλων των Μεγάλων Μύθων, ο άνθρωπος δεν είναι Άνθρωπος. Είναι απλά ένα έρμαιο της Μοίρας ή της Τύχης ή του εαυτού του. Στην αυγή όλων των μύθων, ο άνθρωπος δεν μετέχει της εξέλιξης αλλά άγεται και φέρεται από Δυνάμεις και Δράσεις που δεν ελέγχει. Κι όμως, στη μυθολογία της φρίκης, ο άνθρωπος πρωταγωνιστεί, συνειδητοποιείται, άρχει, ελέγχει. Στην δίνη της φρίκης, ο άνθρωπος γίνεται Αυτός και αντιμάχεται τη φθαρτότητά του.

Η φρίκη της αιωνίωσης απέναντι στη φρίκη της φθοράς.

Πως το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό; Είναι δύσκολο να περιγραφεί, να εντοπιστεί, να ιχνηλατηθεί ακόμα. Βλέπουμε τις δράσεις όπως κανείς παρακολουθεί το τσουνάμι να ορθώνεται και να ορμάει καταπάνω του. Για λίγα δευτερόλεπτα το θηριώδες φαινόμενο που τον υπερβαίνει, είναι τόσο γοητευτικό που μένει αδρανής και αρνείται την οποιαδήποτε αντίδραση. Κάποια στιγμή, αφυπνίζεται, ‘συνέρχεται’, αποφασίζει να μην θυσιαστεί χωρίς κάποια μορφής μάχη.

Οι Τρώες χάνουν την πόλη τους από την κόπωση και όχι από την ευφυία των Αχαιών.
Οι μαθητές ‘χάνουν’ τον διδάσκαλο Ιησού από δειλία και νωθρότητα κι όχι από την μοχθηρή πονηρία των Σανχεντρίν.
Οι σταυροφόροι χάνουν την Ιερουσαλήμ από την ακηδία τους κι όχι από την υπεροχή του Σαλαδίνου.

Έρχεται κάποια στιγμή που το αόρατο χέρι του Αγνώστου στεφανώνει με την εύνοιά του τη φρίκη και ο θρήνος των θνητών δεν αρκεί για να το αποτρέψει.

Η πρώτη μελαγχολική αστοχία ήταν η καταδίκη του Σωκράτη πάνω στα ερείπια της αθηναϊκής δημοκρατίας. 
Η δεύτερη ήταν η θεοποίηση του Αλέξανδρου από τους ιερείς του Άμμωνα Δία πάνω στα ερείπια του φαραωνικού μυστικισμού.
Η τρίτη ήταν η θεοποίηση της λογικής στα ερείπια της εσωτερικής αναπνοής.


Και το υπέρλαμπρο άρμα της σκοτεινής και ζωφώδους φρίκης περνούσε πάντα δίπλα τους και τους ράντιζε με την αιωνίωση…

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Γέρας



Κι έρχεται κείνη η στιγμή που ‘ανακαλύπτεις’ το φορτίο των αναμνήσεων… που αισθάνεσαι όσο ποτέ πριν, ολόκληρο και σχεδόν σημειακό το μνημονικό άχθος…


Και λες ξαφνικά, ‘δεν θέλω πια να είμαι εγώ… αν μπορούσα… μακάρι να γινόταν να μην ήμουν εγώ πια αλλά κάποιος άλλος…’

Αρνείσαι αυτό που είσαι; Αρνείσαι αυτό που φέρεις; Βέβαια το αρνείσαι. Σου είναι απεχθές και επώδυνο, σου είναι περιττό και ασήκωτο. Η κάθε σου στιγμή έχει μολυνθεί από ένα ‘χτες’ που δεν το θέλεις πια. Το κάθε σου βήμα μοιάζει με αυτό του κοσμοναύτη στη Σελήνη, αργό, μελαγχολικό, ασθμαίνον…

Έρχεται εκείνη η κυκλώπεια στιγμή που τα πλακώνει όλα, τα συντρίβει όλα, τα αφανίζει όλα. Σα να μην είσαι εσύ αυτός που καλείσαι να συνεχίζεις κάθε πρωί μα κάποιος που ‘έφτασε’ να γίνει εσύ… αυτός που δεν αναγνωρίζεις και αρνείσαι… εσύ που δεν αγκαλιάζεις και απορρίπτεις…

Είναι βέβαια αργά και είναι μάταιο… όλα όσα ‘έγιναν’ οδήγησαν σε αυτή την καταραμένη ‘στιγμή’ που ακούς μια νότα από κάποια μελωδία και ταράζεσαι, βλέπεις μια σκηνή από μια ταινία και κλονίζεσαι, στρίβεις σε κάποια γωνιά ενός δρόμου και ανοίγεται μπροστά σου ένας ολόκληρος κόσμος… ένας χαμένος κόσμος από φωνές, μυρωδιές και όνειρα… ένας κόσμος που μαγαρίστηκε, που ακυρώθηκε…

‘Ας μην ήμουν πια εγώ’, λες, ‘ας ξυπνούσα ένα πρωί όχι εγώ αλλά ένας άλλος…’. Κι αυτό που φοβάσαι δεν είναι πλέον ο θάνατος γιατί αυτός συνέβη εκατομμύρια φορές, εκατομμύρια στιγμές και ακολουθούν αμέτρητες ακόμα… ο θάνατος περπατούσε μαζί σου συνεχώς, σου κρατούσε το χέρι… μονάχα που ήταν πάντα μεταμφιεσμένος σε ζωή και ξεγελιόσουν…

Κείνο που φοβάσαι πλέον είναι πως κι αυτή η αιώνια στιγμή θα τελειώσει… πως έχει ήδη περάσει, πως έχει ήδη πεθάνει… κείνο που φοβάσαι είναι πως το χτες στην επόμενη στιγμή θα είναι ακόμα βαρύτερο, οι μνήμες πιο ζωντανές, οι διαψεύσεις πιο οδυνηρές, οι αλήθειες πιο αμείλικτες… Γιατί τώρα πλέον έχεις συντονιστεί με το Μεγάλο Ρυθμό και η ανάσα σου αρμονίστηκε με τη δική του. Και γιατί πλέον το Αχανές δεν είναι ένα κορίτσι που σου χαμογελά ανοιξιάτικα ή μια εκδρομή με τους φίλους γεμάτη αστεία, πειράγματα και τρέλες. Μα είναι το σκληρό χέρι της Ειμαρμένης που σου κλείνει σαν τανάλια το λαιμό και σου πλακώνει το στέρνο… είναι το γέρας της πορείας σου να πραγματώσεις ό,τι μπορούσες ή ό,τι τόλμησες…

Περισσότερο…

Είναι το ψεύτικο, νεκρό χαμόγελο της κοπέλας που θα σε υποδεθχεί στο παλάτι με τα γαλάζια μάρμαρα και τα αναρίθμητα δωμάτια…

Και σ’αυτό το μεγαλοπρεπές μέγαρο δεν υπάρχει θάνατος ούτε ζωή… υπάρχει αιωνίωση και φρίκη…

Στιγμές που δεν τελειώνουν ποτέ μα διαδέχονται αναρίθμητα η μια την άλλη…

Κι αυτός ο άλλος που κάποτε ευχήθηκες να ήσουν…

Αυτοί οι αμέτρητοι άλλοι που ευχήθηκες να ήσουν…

Είναι κι αυτοί εκεί και σε περιμένουν… 



LONELY TRAVELER
The Jar - Geir Jartveit 

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Καταχνιά

 Brothers By Hans Wolfgang Müller

 

  

Πώς έγινε αλήθεια

έτσι να ζήσουμε

που είχαμε 

το κάθε μας λεπτό

τόσο ακριβό 

[και μυστικά]

τόσο μεγάλο

που το γνωρίζαμε μονάχα εμείς οι δυο

και συνωμοτικά γελούσαμε

με κάθε νέα ρυτίδα στον καθρέφτη

 

που είχαμε τόσο ανεπίγνωστη 

της μοναξιάς τη δήωση

που την επικαλούμασταν

κρυφά μα διαρκώς

κάποτε κάποτε μάλιστα

σαν εξαρτημένοι 

που τρέφονται μονάχα

απ’την καταχνιά τους

 

και πώς έγινε αλήθεια

να βγαίνω απ’το σπίτι αυτό

λαθραία σχεδόν

κάθε πρωί

με το αβέβαιο βάδισμα

ενός ανθρώπου που δεν ξέρει

αν ο ήλιος που πάνω του λάμπει

μπορεί να τον κάψει

ή να τον θεραπεύσει

 

να τον διαλύσει σε στάχτες

ή να τον γεννήσει ξανά…

 

μακάρι να μην πίστευα τόσο

αδελφέ μου

στη μαγεία των λέξεων

αληθινά στο λέω

 

ίσως τώρα να ήσουν δίπλα μου

εδώ

 

κι εγώ ας έμενα για πάντα πλέον

στη σιωπή…

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Εμείς όμως εντελώς αλλιώς...


Θέλοντας να απλωθούμε στην ευρύχωρη θάλασσα του άλλου
γινόμαστε οικείοι
επινοούμε και μηχανευόμαστε
απεργαζόμαστε και βυσσοδομούμε
η ύπαρξή μας προσανατολίζεται
και στοχεύει
την κατάληψη του άλλου

όσο πιο 'οικείος' μας γίνει
τόσο πιο εύκολα θα τον πλημμυρίσουμε

η οικειότητα
είναι το απόλυτο όπλο 
αλλά και η Κερκόπορτά μας...

Είμαστε
μανδύες από φως και σκοτάδι
κρύβουμε καλά το κλεμμένο όραμά μας
κρύβουμε καλά τις πληγές που αιμορραγούν
και μας σκοτώνουν…

…Είμαστε
πληγωμένοι εραστές που αρνήθηκαν
ένα γενναίο όχι
για να ζουν δυστυχισμένοι
σ'ένα κίβδηλο ναι...

Φοβόμαστε;
αποθηκεύουμε ενέργεια
και τη σπαταλάμε
παλεύοντας, άγρια, λυσσαλέα, απελπισμένα
να αναρριχηθούμε στις ράχες των άλλων

όλος ο κόσμος γίνεται μια λεπτή, σκοτεινή γραμμή
που χωρίζει τη δική μας άβυσσο
από την ψευδαίσθηση ενός παραδείσιου αλλότοπου…

μέσα από το μίσος
ανιχνεύουμε τις δικές μας αντοχές

μέσα από την αγάπη
εξαντλούμε τις αντοχές του άλλου…

…Τα ένοχα θύματα είμαστε
που έμαθαν αθώα να γελούν
μα είμαστε και οι δήμιοι
που θα μας μακελέψουν…

Το άλγος της ύπαρξης δεν έχει καμιά ρηγμάτωση
η αγάπη δεν είναι ρηγμάτωση
η ελπίδα δεν είναι
η αλληλεγγύη δεν είναι

η μόνη ρηγμάτωση στο σκοτεινό κουτί
είναι η δι-ύπαρξη
γιατί μέσα από την δι-ύπαρξη
το Αχανές παύει να είναι ένας εχθρικός εφιαλτόκοσμος
και γίνεται μια φίλια δύναμη
μια φιλόξενη χώρα

είναι εμείς
όμως εντελώς αλλιώς…

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Γιατί είχα…



πέθανα
γιατί’ χα σώμα
είδα το αίμα μου
πρώτη φορά
όταν κυλούσε ανασαίνοντας
ελεύθερο…

έζησα
πρώτη φορά
στο μηρό της Κίρκης
μονάχα που ήμουν ξενιστής
της Πηνελόπης
κρυφά
και δεν το’ξερα

πέθανα
γιατί’ χα βλέμμα
είδα τον κόσμο
πρώτη μου φορά
όταν με σπλαχνίστηκες
σκοτώνοντάς με…

έζησα ελεύθερος
στην αίγα που θυσίασα
στην είσοδο του Άδη
μοσχοβολήσαν τα σκοτεινά παλάτια
και η μητέρα του Οδυσσέα
μου ψέλλισε την μόνη Αλήθεια

πέθανα
γιατί’ χα τόσους αιώνες
όλες τις πληγές μου ανοιχτές
και σε καμιά

εσένα…

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Ώρα της στάχτης



Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.




Ρόκε Ντάλτον
(Μετ: Γιώργος Μίχος)