Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Ο προορισμός και ο στόχος [Ο κος Γκοριτζάκης]


          
Ο
κ. ΓΚΟΡΙΤΖΑΚΗΣ ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΕ ΤΥΧΑΙΑ Σ'ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΑΣΗ. Έμαθε πως απ'αυτήν περνάει το λεωφορείο που θα τον πάει στον επιθυμητό του προορισμό. Έχω έναν προορισμό, σκεφτόταν, όχι ένα στόχο όμως. Ίσως αν φτάσω στον προορισμό μου να μου αποκαλυφθεί και ο στόχος. Εκτός κι αν τα πράγματα λειτουργούν αντίστροφα, μονολογούσε καθώς είχε στηθεί στο σημείο αυτό και ξεκίνησε η περίεργη διαδικασία της αναμονής αυτού του λεωφορείου. 
          Πέρασαν μερικές ώρες αλλά το λεωφορείο δεν φαινόταν. Όταν ήρθε στη στάση ο κος Γκοριτζάκης, ήταν μεσημέρι και τώρα σουρούπωνε κιόλας. Ήταν προχωρημένο φθινόπωρο και άρχισε να κρυώνει λιγάκι. Δεν το σκεφτόταν αρνητικά. Δεν πρέπει να σκέφτομαι ποτέ αρνητικά, είπε στον εαυτό του. Όποιος σκέφτεται αρνητικά ακυρώνει το αποτέλεσμα της σκέψης και η σκέψη πρέπει να οδηγεί κάπου. Εκτός κι αν ο νους σκέφτεται απλά και μόνο γιατί του αρέσει ή γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. 
          Πέρασε το βράδυ, ξημέρωσε η επόμενη ημέρα και το λεωφορείο δεν ερχόταν. Ο κ. Γκοριτζάκης περίμενε υπομονετικά. Ακόμη η υπομονή του δεν είχε καταστεί ακριβώς αυτό που θα έλεγε κανείς 'αξιοθαύμαστη' αλλά πάντως κέρδιζε συνεχώς πόντους προς αυτή την εκλεκτή θέση. Το βράδυ το πέρασε κουρνιασμένος πάνω στο άβολο παγκάκι της στάσης και λίγο μετά τις δυόμισι κοιμήθηκε και είδε ένα παράξενο όνειρο. Ήταν παιδί, δέκα χρόνων και παρακολουθούσε λαθραία τους γονείς του να κάνουν έρωτα στην κρεβατοκάμαρά τους. Η μητέρα του βογκούσε και έγδερνε με πρωτοφανή μανία την πλάτη του πατέρα του ο οποίος ανέπνεε βαριά και έσπρωχνε βίαια μπρος πίσω το κορμί του σε μια διαρκή προσπάθεια να διεμβολίσει τη μητέρα του. Η σκηνή τον θύμωσε, άνοιξε την πόρτα και μπήκε αποφασισμένος να διακόψει αμέσως αυτό το αίσχος! Πριν προλάβει να πει ή να κάνει οτιδήποτε παρακολούθησε έκπληκτος την αγαπημένη του μητέρα να στρέφει ένα τεράστιο Μάγκνουμ -και είχε την βεβαιότητα ότι επρόκειτο για το ίδιο όπλο του θρυλικού «Βρόμικου Χάρρυ»- και να ετοιμάζεται να αδειάσει το περιεχόμενό του πάνω του! Ακινητοποιήθηκε και πριν αντιδράσει, ο πατέρας του σηκώθηκε, κατέβηκε από το συζυγικό κρεβάτι και στάθηκε ολόγυμνος, ως άλλος Αδάμ εμπρός του! Πρώτη του φορά έβλεπε τον ανδρισμό του πατέρα του αλλά αυτό ανήκε σε άλλη σφαίρα συλλογισμών που θα τον απασχολούσαν αργότερα. Προς στιγμήν είχε να κανονίσει το υπέρ-επείγον ζήτημα της ζωής ή του θανάτου του! Ο πατέρας του τού άστραψε ένα δυνατό χαστούκι που δεν το ένιωσε καθόλου γιατί είχε στυλωθεί τώρα και κοιτούσε την απόκρυφη περιοχή της μητέρας του. Το Μάγκνουμ τον απειλούσε θανάσιμα αλλά εκείνος είχε μαγευτεί, είχε αποβλακωθεί σχεδόν με το θέαμα του γυναικείου αιδοίου... Και τότε...
          Δεν πρόλαβε να δει τη συνέχεια του ονείρου. Κάποιος τον ξύπνησε ταρακουνώντας τον βίαια. Ήταν μια γιαγιά που τον κοιτούσε περίεργα. Ακολούθησαν κάποιες σύντομες εξηγήσεις για να ξεφορτωθεί την αδιάκριτη γερόντισσα και έμεινε πάλι μόνος στην στάση του.
          Διαπίστωσε τρία πράγματα.
          Πεινούσε πολύ.       
          Η εικόνα της μυστικής περιοχής της μητέρας του ήταν ανάγλυφη εμπρός του. 
          Και είχε στύση.
          Λίγο αργότερα πέρασε κάποιος που πουλούσε κουλούρια και μπόρεσε να ξεγελάσει την πείνα του. Από το ψιλικατζίδικο απέναντι αγόρασε και δυο μπουκάλια νερό. 
          Εξακολουθούσε να σκέφτεται περίεργα τη μητέρα του όμως.
          Γύρω στο μεσημεράκι είχε μια συνάντηση με κάποιον αστυνομικό ο οποίος τον πληροφόρησε πως η στάση αυτή είχε καταργηθεί και κανένα λεωφορείο δεν θα περνούσε από κει στον αιώνα τον άπαντα. Δεν τον πίστεψε τον αστυνομικό. Όχι πως ήταν φύσει καχύποπτος, όμως ήξερε καλά πως τίποτε δεν καταργείται παρά μονάχα αυτο-καταργείται και πως η έννοια του χρόνου είναι καθαρά φιλοσοφική και καθόλου ετεροπροσδιορίσιμη. Με άλλα λόγια, φιλοσοφώντας με συνοπτικές διαδικασίες, έστειλε τον αστυνομικό στον αγύριστο και κούρνιασε ξανά στο παγκάκι για να περιμένει το λεωφορείο του.
          Πέρασε ένας μήνας περίπου. Τον ενοχλούσε η απλυσιά του αλλά ήταν ένα ήσσονος σημασίας ζήτημα. Το μείζονος ήταν το λεωφορείο. Το λεωφορείο και ο προορισμός που δεν ταυτίζεται πάντα με το στόχο.
          Πέρασαν δυο μήνες.
          Πέρασαν τέσσερις μήνες. 
          Κάποια μέρα στο ακάλυπτο οικόπεδο που βρισκόταν πίσω από τη στάση του εμφανίστηκαν κάποιοι τοπογράφοι και άρχισαν να μετράνε. Δέκα μέρες μετά εμφανίστηκαν συνεργεία εργατών, μηχανήματα, μπουλντόζες. Ήταν φανερό πως από δω και πέρα η ευλογημένη ησυχία που είχε η στάση του πήγαινε περίπατο. Άλλη μια πολυκατοικία θα χτιζόταν και τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω από το μηδέν την ανέγερσή της. Υπάρχει μια γλυκιά ηδονή στο να παρακολουθείς οτιδήποτε αλλά υπάρχει αληθινή ευτυχία στο να παρατηρείς κιόλας, σκέφτηκε και η σκέψη του τον άφησε ικανοποιημένο.
          Όταν ολοκληρώθηκε η ανέγερση της πολυκατοικίας, είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια από την πρώτη ημέρα που ο κ. Γκοριτζάκης είχε σταθεί σ'αυτή τη στάση και περίμενε το λεωφορείο του. Είχαν γίνει πολλά σ'αυτά τα τρία χρόνια. Αλλά δεν είχε γίνει το βασικότερο. Το λεωφορείο παρέμενε άφαντο!
          Ο κ. Γκοριτζάκης ξύπνησε ένα πρωινό κοιτάζοντας την θεόρατη πολυκατοικία που δέσποζε στην περιοχή, εκεί που λίγα χρόνια πριν υπήρχε μονάχα ένα άδειο αν και βρόμικο οικόπεδο. Και ξαφνικά το αποφάσισε! Θα αγοράσω κι εγώ ένα διαμέρισμα σ'αυτή την πολυκατοικία. Θα περιμένω το λεωφορείο μου μέσα στο ζεστό μου σπιτάκι, δε θα ξεπαγιάζω πια σ'αυτό το ξύλινο παγκάκι, δε θα με περονιάζει το κρύο του Γενάρη ούτε θα με σιγοψήνει ο καύσωνας του Ιούλη. Θα περιμένω το λεωφορείο μου με την άνεσή μου και όταν εμφανιστεί... τι θα κάνω όταν θα εμφανιστεί το λεωφορείο μου;
          Όλη την επόμενη ημέρα την ανάλωσε σκεφτόμενος την ορθότητα της απόφασής του. Μια απόφαση θα πρέπει να παίρνεται ύστερα από εξονυχιστική διερεύνηση όλων των εναλλακτικών θέσεων και η τελική επιλογή θα πρέπει να είναι όχι η βολικότερη αλλά η αληθινά ορθότερη, είπε στον εαυτό του.
          Το ίδιο βράδυ και μετά από τρία χρόνια είδε ξανά εκείνο το όνειρο και μάλιστα από το σημείο που είχε μείνει πριν τον ξυπνήσει βίαια σκουντώντας τον εκείνη η παλιόγρια.
          Στεκόταν ξανά, δίπλα στο μεγάλο, διπλό κρεβάτι των γονιών του, όρθιος, αποσβολωμένος, άναυδος και εκστατικός, με τα αδιάκριτα μάτια του να ρουφάνε την υπέροχη εικόνα του αιδοίου της μητέρας του που εξακολουθούσε να τον σημαδεύει με το φονικό της όπλο. Ο πατέρας του τον αποκαλούσε 'βλαμμένο' και 'τρόμπα' και ούρλιαζε έξαλλος στο αυτί του, όμως εκείνος δεν έλεγε να το κουνήσει από την θέση του. Ήθελε να το κοιτάζει συνέχεια, ήθελε να το χαϊδέψει, ήθελε να το αγγίξει. Και όταν έκανε την κίνηση προς τα εμπρός ακούστηκε ο πυροβολισμός και... ο κ. Γκοριτζάκης πετάχτηκε κάθιδρος στο σκληρό του παγκάκι. Ήταν βράδυ ακόμα, θεοσκότεινα και το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο κ. Γκοριτζάκης για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε την καρδιά του να θέλει να ανοίξει το στήθος του και να πεταχτεί έξω. Οι φλέβες του βρίσκονταν σε μια περίεργη αρμονική σύνθεση σφυροκοπημάτων και το κεφάλι του πονούσε φριχτά. Με σκότωσε, είπε δυνατά, με σκότωσε! 
          Όταν συνήλθε είχε ξημερώσει για τα καλά. Την ίδια μέρα, μια μέρα του πέμπτου Νοέμβρη που ζούσε περιμένοντας το λεωφορείο του σ'αυτή την στάση αγόρασε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου στην πρόσοψη.
          
          Είχαν περάσει δώδεκα χρόνια. 
          Στη γειτονιά που ζούσε πια σαν μόνιμος κάτοικος, όλα είχαν αλλάξει. Και ο ίδιος είχε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια περιμένοντας το λεωφορείο του. Είχε πυκνά μαλλιά και γενειάδα που έφτανε ως το στέρνο του και οι ρυτίδες είχαν ζώσει τα μάτια και το μέτωπό του. Στο βλέμμα του όμως υπήρχε πάντα η ίδια λάμψη, στη ψυχή του η ίδια φλόγα, τίποτε εκεί δεν είχε αλλάξει. Μονάχα που είχε αρχίσει να φοβάται πως το λεωφορείο του ίσως να μην περνούσε ποτέ. Η μοναχική στάση παρέμενε στη θέση της και τις περισσότερες ώρες της ημέρας καθόταν στη βεράντα του και την κοιτούσε. Κάποιες φορές τον πλημμύριζε μια παράλογη νοσταλγία για το παγωμένο πια, παγκάκι του, που τον είχε φιλοξενήσει τόσες αμέτρητες μέρες και νύχτες και τα μάτια του βούρκωναν. Πόσο δύσκολο είναι να φτάσεις στον προορισμό σου, μονολογούσε και σκούπιζε τα δάκρυά του, πόσο δύσκολο...
          Πέρασαν 24 χρόνια.

          Εκείνο το βράδυ, ανήμερα των γενεθλίων του, ο κ. Γκοριτζάκης είχε σταθεί όρθιος στον καθρέφτη και εξέταζε την εικόνα του εαυτού του. Είναι μια εικόνα, το είδωλο, δεν είναι ο εαυτός μου, είπε αλλά δεν μπορούσε να μην μελαγχολήσει με το θέαμα που αντίκριζε. Τα μαλλιά του παρέμεναν πυκνά και μακριά αλλά ήταν σχεδόν άσπρα όπως και τα γένια του που σκέπαζαν πια όλο του το στήθος σχεδόν. Οι ρυτίδες είχαν βαθύνει και είχαν σκάψει το πρόσωπό του. Είμαι σαν ερημίτης, είπε και χαμογέλασε. Και τι κάνουν οι ερημίτες; Προσεύχονται, μάχονται, ανεβαίνουν τον Γολγοθά του εαυτού τους, σκοντάφτουν, πέφτουν κι άντε πάλι απ'την αρχή. Αυτό είμαι. Ένας ερημίτης, ένας ασκητής στην έρημο του εαυτού μου, στον Γολγοθά της ψυχής μου.
          Εκείνο το βράδυ είδε ξανά το όνειρο. Και το είδε ως το τέλος.
          Η μητέρα του είχε στρέψει το όπλο αργά αλλά σταθερά προς τον πατέρα που την κοίταξε με γουρλωμένα, έκπληκτα μάτια και λίγο πριν ορμίσει να της αρπάξει το φονικό σιδερικό από τα χέρια, εκείνη πάτησε την σκανδάλη δυο φορές με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Ο πατέρας κειτόταν νεκρός, δίπλα του, στα πόδια της συζυγικής κλίνης και κάτω από το γυμνό του σώμα είχε αρχίσει να σχηματίζεται κιόλας μια σκούρα κόκκινη κηλίδα. Η μητέρα φαινόταν ατάραχη παρά το φόνο που μόλις είχε διαπράξει και συνέχισε να κρατά σφιχτά το όπλο στο χέρι της. Το παιδί Γκοριτζάκης γρήγορα ξέχασε τον νεκρό πατέρα του γιατί του είχε κλέψει την προσοχή το περίεργο βλέμμα της μητέρας του και το θλιμμένο χαμόγελο που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της. Το παιδί χώθηκε στην γυμνή αγκαλιά της και εκείνη άρχισε να το χαϊδεύει τρυφερά στα μαλλιά του πριν ακουστεί και ο τρίτος πυροβολισμός. 
          Το παιδί Γκοριτζάκης τινάχτηκε τρομοκρατημένο. Το μισό κεφάλι της μητέρας του είχε γίνει μια άμορφη μάζα από μυαλά και κομμάτια κρανίου πάνω στον τοίχο. Το παιδί Γκοριτζάκης πήρε το πιστόλι από το χέρι της μητέρας του και βγήκε από το υπνοδωμάτιο με αργά, σταθερά βήματα. Πήγε στο δωμάτιό του, έκρυψε το ζεστό όπλο κάτω από το μαξιλάρι του και έπεσε να κοιμηθεί.
          
          Ο κ. Γκοριτζάκης αυτή τη φορά δεν πετάχτηκε ιδρωμένος από το κρεβάτι του. Ξύπνησε ήρεμος και κοίταξε το ρολόι του. Ήταν σχεδόν πέντε το πρωί. Η καρδιά του δεν χτυπούσε σαν τρελή, δεν ήταν ιδρωμένος.
          Σηκώθηκε, φόρεσε τις παντούφλες του και βγήκε στην βεράντα. Δεν τον άγγιξε η διαφορά θερμοκρασίας που χτύπησε το σώμα του. Στύλωσε το βλέμμα του στην στροφή του δρόμου και είδε δυο φωτεινές δέσμες από προβολείς να σχίζουν το πέπλο της νύχτας. Αμέσως άκουσε και τον ήχο μηχανής. Σε δευτερόλεπτα διέκρινε τον όγκο ενός λεωφορείου να πλησιάζει. Χαμογέλασε. Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στην έρημη στάση και η πόρτα άνοιξε. Ο κ. Γκοριτζάκης χαμογέλασε ξανά. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα ακόμη και η πόρτα έκλεισε, το λεωφορείο επιτάχυνε, εξαφανίστηκε στην επόμενη στροφή.
          
          Ο κ. Γκοριτζάκης μπήκε ξανά στην κρεβατοκάμαρά του και κάθισε το ίδιο ήρεμος, το ίδιο χαμογελαστός στο κρεβάτι του.
          Σήκωσε το μαξιλάρι του και πήρε στα χέρια του το μεταλλικό αντικείμενο που βρήκε εκεί. Το χάιδεψε για λίγο απαλά και το ξανάβαλε στη θέση του. Έπεσε στο κρεβάτι, έκλεισε το φως και κοιμήθηκε...

* * *

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

δεν είμαστε τίποτε ή σχεδόν τίποτε αλλά είμαστε προικισμένοι με Θεό!



"…για να πάψουμε να είμαστε μηχανές, θα πρέπει να γνωρίσουμε τη μηχανή…

…οι υποτιθέμενες σκέψεις μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά έτοιμες διατυπώσεις που βγάζουμε από το συρτάρι. Ό,τι αποκαλούμε σκέψεις δεν είναι σκέψεις. Δεν έχουμε σκέψεις, απλώς διαθέτουμε διάφορες ετικέτες, σύντομες ή συνοπτικές ή μεγάλες – πάντα όμως ετικέτες…

… σπάνια βλέπουμε αυτό που κοιτάζουμε. Ο άνθρωπος είναι μια προσωπικότητα γεμάτη προκαταλήψεις. Υπάρχουν δυο ειδών προκαταλήψεις. Οι πρώτες προέρχονται από την ουσία ενώ οι άλλες από την προσωπικότητα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τίποτα, ζει κάτω από το κράτος της αυθεντίας, δέχεται κάθε λογής επιδράσεις και πιστεύει σ’αυτές. Δεν γνωρίζουμε τίποτε…

…ο άνθρωπος δεν γεννιέται με μια έτοιμη ψυχή, γεννιέται ατελής. Η ψυχή είναι υλική, όπως και το σώμα, η ύλη είναι ενέργεια και κάθε ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να αναπτύξει λεπτότερες ουσίες μέσα στο σώμα από μόνο του, κάνοντας συνειδητές προσπάθειες. Αλλά αυτό δεν είναι εύκολο και δεν αρκούν ούτε οι ευσεβείς πόθοι ούτε η άκαμπτη αποφασιστικότητα… η μεταμόρφωση του ανθρώπινου όντος αρχίζει μόνον όταν οι πηγές μέσα στο σώμα, τα ‘κέντρα’ από τα οποία πηγάζουν οι κινήσεις, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, πάψουν να παράγουν σπασμωδικές και ασυντόνιστες εκρήξεις ενέργειας και αρχίσουν να συνεργάζονται αρμονικά… τότε για πρώτη φορά εμφανίζεται μια νέα ποιότητα, η ‘παρουσία’. Καθώς η ένταση της παρουσίας ανεβαίνει, η μήτρα των αντιδράσεων και των πόθων μας που ονομάζουμε ‘εγώ’, γίνεται βαθμιαία ελαστική και διάφανη και, στον πυρήνας της αυτοματικής δομής της συμπεριφοράς μας, ένας νέος χώρος σχηματίζεται όπου μπορεί να αναδυθεί μια αληθινή ατομικότητα…

…δεν είμαστε τίποτε ή σχεδόν τίποτε αλλά είμαστε προικισμένοι με Θεό!...

…στους ανθρώπους αρέσει πολύ να μιλούν για την ηθική. Αλλά η ηθική είναι απλά αυθυποβολή. Αυτό που είναι απαραίτητο είναι η συνείδηση. Δεν διδάσκω ηθική. Διδάσκω τον τρόπο να βρει κανείς τη συνείδηση…

…η διδασκαλία μου αφορά την ενθύμηση του εαυτού… να θυμηθούμε τον εαυτό μας… σημαίνει τούτο να θυμηθούμε την ίδια την απουσία του είναι και την άγνοιά μας… να επιτρέψουμε να αναδυθεί η παρουσία στο υπόβαθρο της απουσίας ενάντια στις αντιστάσεις που ορθώνονται απέναντι σε ό,τι έρχεται να ταράξει τον ‘ύπνο’…"


Γεώργιος Ιβ. Γκουρτζίεφ

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Ενας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας...

RAINER MARIA RILKE


Γράμματα σ'ένα νέο ποιητή

Briefe en einen jungen Dichter

(Μετ.: Μάριος Πλωρίτης)


-ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ-


Όσο όμως πιο πολύ αποζητούμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου


"...Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν'αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δεν μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε -όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ'όσα μας συμβαίνουν δεν μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Και απ'όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή..."

"...Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, και άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε με άλλα ποιήματα, αναστατώνεστε όταν κάποιοι αρχιστυντάκτες σας γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω και μπρος (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τα απαρνηθείτε όλ'αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω. Αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δεν μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ενας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν από τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ'απ'όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα της νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Και αν η απόκριση τούτη τη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο και απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ'αυτή την ανάγκη..."

"...Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είναι η πηγή του. Γι'αυτό, φίλε Κύριε, δε μπορώ να σας δώσω παρά τούτη τη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ'όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε;...Γιατί ο δημιουργός πρέπει να είναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, που μαζί της είναι δεμένος..."

"...Τα έργα τέχνης ζουν σ'απέραντη μοναξιά, και η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για να τα ζυγώσεις. Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα 'συλλάβει', να τ'αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους. Να πιστεύετε, πάνω απ'όλα, ό,τι σας λέει το δικό σας το αίσθημα, στο πείσμα όλων αυτών των αναλύσεων, των συζητήσεων, των εισαγωγών..."

"...Καλλιτέχνης θα πει: να μη μετράς, να μη λογαριάζεις, να ψηλώνεις όπως το δέντρο, που δε βιάζει το χυμό του, που αδείλιαστο αψηφάει τις ανοιξιάτικες μπόρες, χωρίς να φοβάται μη δεν έρθει το καλοκαίρι..."

"...Κι αληθινά, η καλλιτεχνική δημιουργικότητα βρίσκεται τόσο απίστευτα κοντά με τη σεξουαλική ζωή, με τους πόνους και τις ηδονές της, που κατά βάθος είναι δυο διαφορετικές μορφές της ίδιας ανάγκης, του ίδιου πόθου, της ίδιας απόλαυσης..."

"...Ας μπορούσε ο άνθρωπος να νιώσει περισσότερο σεβασμό για την ίδια του τη γονιμότητα, που -είτε πνευματική μορφή έχει, είτε σαρκική- είναι μια και μόνη: γιατί και το πνευματικό ακόμα δημιούργημα τη ρίζα του την έχει στο σαρκικό, μια είναι η φύση τους. Το έργο του πνεύματος είναι σα μια απαλότερη, πιο μυστηριακή, πιο γητεμένη, πιο 'αιώνια' επανάληψη της σωματικής ηδονής..."

"...Τι νόημα θα είχε μια μοναξιά που δε θα'ταν αληθινά μεγάλη; Μονάχα μια μοναξιά υπάρχει, κι είναι μεγάλη και βαραίνει πολύ στους ώμους μας... Ένα και μόνο μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη εσώτερη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και, ώρες ολόκληρες, να μην ανταμώνεις εκεί κανέναν -αυτός πρέπει να είναι ο ανώτερος του καθενός στόχος. Να είσαι μονάχος..."

"...Μονάχα ο Ερημίτης μοιάζει υποταγμένος στους βαθύτερους νόμους της ζωής. Κι όταν κινάει μέσα στην αυγή, ή απλώνει τη ματιά του στο δειλινό, που είναι γεμάτο συντελεσμένα γεγονότα, κι όταν νιώθει τι γίνεται εκεί μέσα -τότε λυτρώνεται από όλες τις βιοτικές συνθήκες (όπως οι πεθαμένοι), κι ας στέκει, αυτός, καταμεσής στην αληθινή ζωή..."

"...Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη από όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο... Είναι γόνιμη η μοναξιά επειδή είναι δύσκολη. Ενας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει να είναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.

Γόνιμος είναι και ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να είναι το δυσκολότερο από όσα μας έταξε η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τα άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του..."

"...Στο δρόμο του Έρωτα (όπως και στο δρόμο του Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρεις -άμα τον αντικρίσεις σοβαρά- κανένα φως, καμιά απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν...Οσο όμως πιο πολύ αποζητούμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου..."

"...Αν ήταν εφικτό να απλωθεί η ματιά μας πέρα από τα σύνορα της νόησής μας, και, ακόμα μακρύτερα, από το φράχτη της διαίσθησής μας -ίσως τότε να δεχόμαστε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τις θλίψεις μας παρά τις χαρές μας. Γιατί, τις στιγμές αυτές, κάτι Καινούργιο σταλάζει εντός μας, κάτι Άγνωστο μάς διαπερνά. Δειλή και τρομαγμένη η ψυχή μας βουβαίνεται, όλα μέσα μας παραμερίζουν, βαθιά γαλήνη απλώνεται και το Καινούργιο, το Άγνωστο, ορθώνεται στη μέση σιωπηλό..."

"...Οσο πιο σιωπηλοί, πιο καρτερικοί, πιο συγκεντρωμένοι είμαστε τις ώρες της θλίψης μας, τόσο εισχωρεί πιο βαθιά και πιο άσφαλτα το Καινούργιο, το Αγνωστο, εντός μας, τόσο το κατακτούμε πιο πλέρια, τόσο περισσότερο γίνεται, αυτό, Μοίρα μας. Κι όταν μια μέρα, αργότερα, η μοίρα μας 'πραγματωθεί' (δηλαδή: ξεφύγει από μέσα μας και 'προβληθεί' στους άλλους), τότε θα νιώσουμε πως συγγενεύει στενά με το εσώτατο Είναι μας..."

"...Δε φταίει μονάχα η τεμπελιά, που οι σχέσεις των ανθρώπων επαναλαμβάνονται με τόση ανείπωτη μονοτονία, χωρίς να ανανεώνονται κάθε φορά: φταίει κι ο φόβος, ο φόβος μας μπροστά σε κάτι καινούργιο, που δε μπορούμε να προμαντέψουμε ποιο θα είναι το τέλος του και που δεν έχουμε το κουράγιο να αναμετρηθούμε μαζί του...

...Γιατί, αν στοχαστούμε την ύπαρξη του ατόμου σαν ένα μεγάλο ή μικρό δωμάτιο, είναι ολοφάνερο πως οι περισσότεροι δεν έμαθαν να γνωρίζουν παρά μια μονάχα γωνιά του δωματίου τους, μια θέση κοντά στο παράθυρο, μια λουρίδα όπου πηγαινοέρχονται. Έτσι, βρίσκονται σε μια κάποια ασφάλεια. Κι ωστόσο, πόσο πιο ανθρώπινη είναι κείνη η γεμάτη κινδύνους 'έλλειψη ασφάλειας', που σπρώχνει τους φυλακισμένους, στις ιστορίες του Poe, να 'εξερευνούν' με τα δάχτυλά τους τα τρομαχτικά μπουντρούμια τους, και να νιώθουν πέρα ως πέρα όλους τους ανείπωτους τρόμους της φυλάκισής τους εκεί μέσα..."

"...Δεν έχουμε κανένα λόγο να είμαστε δύσπιστοι απέναντι στον Κόσμο μας, μια και δεν είναι εχθρικός κι ενάντιος. Αν υπάρχουν τρόμοι μέσα σ'αυτόν τον κόσμο, είναι τρόμοι δικοί μας. Αν υπάρχουν γκρεμοί, δικοί μας γκρεμοί είναι. Αν υπάρχουν κίνδυνοι, πρέπει να προσπαθήσουμε να τους αγαπήσουμε. Κι αν πλάσουμε τη ζωή μας σύμφωνα με την αρχή πως πρέπει πάντα να αποζητούμε το δύσκολο -τότε όλα εκείνα που σήμερα ακόμα μας φαίνονται τόσο ξένα, θα πλημμυρίσουν εμπιστοσύνη και πίστη..."

* * *

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Στρώμα



Κυριακές στους τοίχους
γδέρναμε το φως
και γράφαμε για τη μοναξιά
χωρίς μελάνι, χωρίς μπογιά
μονάχα με ουρανό…

μια δρασκελιά χωρίζει
το δίκλινο του ζευγαρώματος
απ΄το μονόκλινο της απατηλής
αυτάρκειας

όμως για σένα
σκληρό θα έχω το στρώμα της μνήμης
πάντα
για να μην νιώσεις ποτέ επισκέπτης

κι έτσι
για να σ’εκδικούμαι

δεν θα σου επιτρέψω 
την πολυτέλεια της λησμονιάς...



Headache...

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί

Dylan Thomas, seen here in 1944, died less than a decade later while on tour in New York City.


 

Ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί

ας ζέουν, ας καίν’ τα γηρατειά στην μέρας την αυλαία-

στασίασε, στασίασε σαν τρέμει το κερί

 

Ας νιώθουν οι σοφοί το σκότος δίκαιη αμοιβή

με λόγια αφού δεν έκαμψαν ποτέ τους τα μοιραία

-ειρηνικά δεν δίνονται στη νύχτα που καλεί

 

Στο δήμιο κύμα μπρος οι ναυτικοί κλαιν’ την ακτή

Όπου -θνητές- οι πράξεις τους θ’αγίαζαν λαθραία

-στασιάζουνε στασιάζουνε σαν τρέμει το κερί

 

Τρελοί που είπαν πως θα’πιαναν τον ήλιο φτερωτοί

μόνο μια δύση επέσπευσαν, το ναύλο στον πορθμέα

μα ειρηνικά δεν δόθηκαν στη νύχτα που καλεί

 

Κι αγχιθανείς που αξιώνονται μια θέα τυφλωτική

το μάτι, λένε, κι αν τυφλό στο σκότος είν’ρομφαία

-στασιάζουνε στασιάζουνε σαν τρέμει το κερί

 

Στο μαύρο σου ύψωμα προσπέφτω -ανάθεμα κι ευχή

ας ειν’για με το δάκρυ σου καλέ μου εσύ γονέα:

ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί

στασίασε στασίασε σαν τρέμει το κερί

 

 

Ντίλαν Τόμας

 

Χάρτης 86-Φεβρ 2026

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Ραντίζοντας με αιωνίωση...

 


Η πρώτη φορά που ‘ο κύβος ερρίφθη’ ήταν με την πτώση του Εωσφόρου από το χτύπημα του Αδωνάι.
Η δεύτερη ήταν με την πτώση του Άβελ από το χτύπημα του Κάιν.
Η τρίτη ήταν με την πτώση του ελληνικού κόσμου από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στον ίδιο τον εαυτό του.

Στις απαρχές όλων των Μεγάλων Μύθων, ο άνθρωπος δεν είναι Άνθρωπος. Είναι απλά ένα έρμαιο της Μοίρας ή της Τύχης ή του εαυτού του. Στην αυγή όλων των μύθων, ο άνθρωπος δεν μετέχει της εξέλιξης αλλά άγεται και φέρεται από Δυνάμεις και Δράσεις που δεν ελέγχει. Κι όμως, στη μυθολογία της φρίκης, ο άνθρωπος πρωταγωνιστεί, συνειδητοποιείται, άρχει, ελέγχει. Στην δίνη της φρίκης, ο άνθρωπος γίνεται Αυτός και αντιμάχεται τη φθαρτότητά του.

Η φρίκη της αιωνίωσης απέναντι στη φρίκη της φθοράς.

Πως το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό; Είναι δύσκολο να περιγραφεί, να εντοπιστεί, να ιχνηλατηθεί ακόμα. Βλέπουμε τις δράσεις όπως κανείς παρακολουθεί το τσουνάμι να ορθώνεται και να ορμάει καταπάνω του. Για λίγα δευτερόλεπτα το θηριώδες φαινόμενο που τον υπερβαίνει, είναι τόσο γοητευτικό που μένει αδρανής και αρνείται την οποιαδήποτε αντίδραση. Κάποια στιγμή, αφυπνίζεται, ‘συνέρχεται’, αποφασίζει να μην θυσιαστεί χωρίς κάποια μορφής μάχη.

Οι Τρώες χάνουν την πόλη τους από την κόπωση και όχι από την ευφυία των Αχαιών.
Οι μαθητές ‘χάνουν’ τον διδάσκαλο Ιησού από δειλία και νωθρότητα κι όχι από την μοχθηρή πονηρία των Σανχεντρίν.
Οι σταυροφόροι χάνουν την Ιερουσαλήμ από την ακηδία τους κι όχι από την υπεροχή του Σαλαδίνου.

Έρχεται κάποια στιγμή που το αόρατο χέρι του Αγνώστου στεφανώνει με την εύνοιά του τη φρίκη και ο θρήνος των θνητών δεν αρκεί για να το αποτρέψει.

Η πρώτη μελαγχολική αστοχία ήταν η καταδίκη του Σωκράτη πάνω στα ερείπια της αθηναϊκής δημοκρατίας. 
Η δεύτερη ήταν η θεοποίηση του Αλέξανδρου από τους ιερείς του Άμμωνα Δία πάνω στα ερείπια του φαραωνικού μυστικισμού.
Η τρίτη ήταν η θεοποίηση της λογικής στα ερείπια της εσωτερικής αναπνοής.


Και το υπέρλαμπρο άρμα της σκοτεινής και ζωφώδους φρίκης περνούσε πάντα δίπλα τους και τους ράντιζε με την αιωνίωση…

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Γέρας



Κι έρχεται κείνη η στιγμή που ‘ανακαλύπτεις’ το φορτίο των αναμνήσεων… που αισθάνεσαι όσο ποτέ πριν, ολόκληρο και σχεδόν σημειακό το μνημονικό άχθος…


Και λες ξαφνικά, ‘δεν θέλω πια να είμαι εγώ… αν μπορούσα… μακάρι να γινόταν να μην ήμουν εγώ πια αλλά κάποιος άλλος…’

Αρνείσαι αυτό που είσαι; Αρνείσαι αυτό που φέρεις; Βέβαια το αρνείσαι. Σου είναι απεχθές και επώδυνο, σου είναι περιττό και ασήκωτο. Η κάθε σου στιγμή έχει μολυνθεί από ένα ‘χτες’ που δεν το θέλεις πια. Το κάθε σου βήμα μοιάζει με αυτό του κοσμοναύτη στη Σελήνη, αργό, μελαγχολικό, ασθμαίνον…

Έρχεται εκείνη η κυκλώπεια στιγμή που τα πλακώνει όλα, τα συντρίβει όλα, τα αφανίζει όλα. Σα να μην είσαι εσύ αυτός που καλείσαι να συνεχίζεις κάθε πρωί μα κάποιος που ‘έφτασε’ να γίνει εσύ… αυτός που δεν αναγνωρίζεις και αρνείσαι… εσύ που δεν αγκαλιάζεις και απορρίπτεις…

Είναι βέβαια αργά και είναι μάταιο… όλα όσα ‘έγιναν’ οδήγησαν σε αυτή την καταραμένη ‘στιγμή’ που ακούς μια νότα από κάποια μελωδία και ταράζεσαι, βλέπεις μια σκηνή από μια ταινία και κλονίζεσαι, στρίβεις σε κάποια γωνιά ενός δρόμου και ανοίγεται μπροστά σου ένας ολόκληρος κόσμος… ένας χαμένος κόσμος από φωνές, μυρωδιές και όνειρα… ένας κόσμος που μαγαρίστηκε, που ακυρώθηκε…

‘Ας μην ήμουν πια εγώ’, λες, ‘ας ξυπνούσα ένα πρωί όχι εγώ αλλά ένας άλλος…’. Κι αυτό που φοβάσαι δεν είναι πλέον ο θάνατος γιατί αυτός συνέβη εκατομμύρια φορές, εκατομμύρια στιγμές και ακολουθούν αμέτρητες ακόμα… ο θάνατος περπατούσε μαζί σου συνεχώς, σου κρατούσε το χέρι… μονάχα που ήταν πάντα μεταμφιεσμένος σε ζωή και ξεγελιόσουν…

Κείνο που φοβάσαι πλέον είναι πως κι αυτή η αιώνια στιγμή θα τελειώσει… πως έχει ήδη περάσει, πως έχει ήδη πεθάνει… κείνο που φοβάσαι είναι πως το χτες στην επόμενη στιγμή θα είναι ακόμα βαρύτερο, οι μνήμες πιο ζωντανές, οι διαψεύσεις πιο οδυνηρές, οι αλήθειες πιο αμείλικτες… Γιατί τώρα πλέον έχεις συντονιστεί με το Μεγάλο Ρυθμό και η ανάσα σου αρμονίστηκε με τη δική του. Και γιατί πλέον το Αχανές δεν είναι ένα κορίτσι που σου χαμογελά ανοιξιάτικα ή μια εκδρομή με τους φίλους γεμάτη αστεία, πειράγματα και τρέλες. Μα είναι το σκληρό χέρι της Ειμαρμένης που σου κλείνει σαν τανάλια το λαιμό και σου πλακώνει το στέρνο… είναι το γέρας της πορείας σου να πραγματώσεις ό,τι μπορούσες ή ό,τι τόλμησες…

Περισσότερο…

Είναι το ψεύτικο, νεκρό χαμόγελο της κοπέλας που θα σε υποδεθχεί στο παλάτι με τα γαλάζια μάρμαρα και τα αναρίθμητα δωμάτια…

Και σ’αυτό το μεγαλοπρεπές μέγαρο δεν υπάρχει θάνατος ούτε ζωή… υπάρχει αιωνίωση και φρίκη…

Στιγμές που δεν τελειώνουν ποτέ μα διαδέχονται αναρίθμητα η μια την άλλη…

Κι αυτός ο άλλος που κάποτε ευχήθηκες να ήσουν…

Αυτοί οι αμέτρητοι άλλοι που ευχήθηκες να ήσουν…

Είναι κι αυτοί εκεί και σε περιμένουν… 



LONELY TRAVELER
The Jar - Geir Jartveit 

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Καταχνιά

 Brothers By Hans Wolfgang Müller

 

  

Πώς έγινε αλήθεια

έτσι να ζήσουμε

που είχαμε 

το κάθε μας λεπτό

τόσο ακριβό 

[και μυστικά]

τόσο μεγάλο

που το γνωρίζαμε μονάχα εμείς οι δυο

και συνωμοτικά γελούσαμε

με κάθε νέα ρυτίδα στον καθρέφτη

 

που είχαμε τόσο ανεπίγνωστη 

της μοναξιάς τη δήωση

που την επικαλούμασταν

κρυφά μα διαρκώς

κάποτε κάποτε μάλιστα

σαν εξαρτημένοι 

που τρέφονται μονάχα

απ’την καταχνιά τους

 

και πώς έγινε αλήθεια

να βγαίνω απ’το σπίτι αυτό

λαθραία σχεδόν

κάθε πρωί

με το αβέβαιο βάδισμα

ενός ανθρώπου που δεν ξέρει

αν ο ήλιος που πάνω του λάμπει

μπορεί να τον κάψει

ή να τον θεραπεύσει

 

να τον διαλύσει σε στάχτες

ή να τον γεννήσει ξανά…

 

μακάρι να μην πίστευα τόσο

αδελφέ μου

στη μαγεία των λέξεων

αληθινά στο λέω

 

ίσως τώρα να ήσουν δίπλα μου

εδώ

 

κι εγώ ας έμενα για πάντα πλέον

στη σιωπή…