Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026
Γέρας
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026
Καταχνιά
Brothers By Hans Wolfgang Müller
Πώς έγινε αλήθεια
έτσι να ζήσουμε
που είχαμε
το κάθε μας λεπτό
τόσο ακριβό
[και μυστικά]
τόσο μεγάλο
που το γνωρίζαμε μονάχα εμείς οι δυο
και συνωμοτικά γελούσαμε
με κάθε νέα ρυτίδα στον καθρέφτη
που είχαμε τόσο ανεπίγνωστη
της μοναξιάς τη δήωση
που την επικαλούμασταν
κρυφά μα διαρκώς
κάποτε κάποτε μάλιστα
σαν εξαρτημένοι
που τρέφονται μονάχα
απ’την καταχνιά τους
και πώς έγινε αλήθεια
να βγαίνω απ’το σπίτι αυτό
λαθραία σχεδόν
κάθε πρωί
με το αβέβαιο βάδισμα
ενός ανθρώπου που δεν ξέρει
αν ο ήλιος που πάνω του λάμπει
μπορεί να τον κάψει
ή να τον θεραπεύσει
να τον διαλύσει σε στάχτες
ή να τον γεννήσει ξανά…
μακάρι να μην πίστευα τόσο
αδελφέ μου
στη μαγεία των λέξεων
αληθινά στο λέω
ίσως τώρα να ήσουν δίπλα μου
εδώ
κι εγώ ας έμενα για πάντα πλέον
στη σιωπή…
Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026
Εμείς όμως εντελώς αλλιώς...
είναι το απόλυτο όπλο
Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026
Γιατί είχα…
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026
Ώρα της στάχτης
(Μετ: Γιώργος Μίχος)
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026
Οι μυστικές ομιλίες των δέντρων...
Ρώμος Φιλύρας [ποίημα δημοσιευθέν στο περιοδικό Το 3ο Μάτι (τ.3, Μάρτιος 1936)]
"...Στο μικρό πεζό, ημερολογιακού χαρακτήρα, ο Ρώμος Φιλύρας γράφει: ‘Διασκέλισα το κατώφλι του [ψυχιατρείου] σα νεκρός, όπως θα διασκέλιζα με ακέραιες τις αισθήσεις μου το κατώφλι του Άδη. Οι νοσοκόμοι και οι γιατροί με τις λευκές καμιζόλες που κατέβαιναν στα εξώθυρα να με παραλάβουν και με εψαχούλευαν με το βλέμμα τους, ένα βλέμμα μέχρι οστέων εξεταστικό και διασκεδαστικό, που μου ξήλωνε ραφή προς ραφήν- κρακ, κρακ, κρακ- σαν το τρυπάνι του νεκροσκόπου το πετσί και τα κόκκαλα και μου αναμόχλευε με τη λεπτή ερευνητική του αιχμή την καρδιά και την κόγχη του εγκεφάλου, μου έκαναν την εντύπωσιν –το θυμάμαι σα να’ναι τώρα- λευκοπτερύγων αγγέλων νεκροπομπών, που με εζύγιζαν στην τρομερή φλωροζυγαριά της αδυσώπητης κρίσεως, σε ποιο τάχα κύκλο του καθαρτηρίου ή της κολάσεως θα έπρεπε να με κατατάξουν’ (Γιάννης Δάλας, Ρώμος Φιλύρας. Μια παρουσίαση από τον Γιάννη Δάλα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1999).
...Απ τον Οκτώβριο του 1927 ο Ρώμος Φιλύρας νοσηλεύόταν στο Δρομοκαΐτειον Ψυχιατρείον, όπου τον επισκέπτονταν ‘αρκετοί λόγιοι’. Μια μαρτυρία, που καταγράφτηκε μετά το θάνατο του ποιητή, ανήκει στον Αστ. Κοββατζή: ‘Τον θυμάμαι σαν και τώρα, υπαρκτόν και απίθανο, να χάνεται με νευρικές κινήσεις μέσα στους μπλαβούς ίσκιους των πεύκων, δίχως σκοπό, δίχως ελπίδα σωτηρίας, δίχως παρηγοριά. Και πίσω να μένει σε κάθε βήμα του ένα τρομαχτικό ερωτηματικό προς τη φύση και τις μυστικές της δυνάμεις: Γιατί τόση εγκατάλειψη και άλλες φορές τόσος εξευτελισμός και τόση σκληρότητα προς το αγαπημένο ον του Θεού που περιπλανιέται μοναχό του και αβοήθητο στον μεγάλο και ανεξήγητο αυτόν κόσμο; Σιγά –σιγά, συνήθισε στην απομόνωση και την εγκατάλειψη, ήταν ευχαριστημένος και ώρες ολόκληρες καθόταν ακουμπισμένος στον κορμό ενός πεύκου, σαν κάτι να συλλογιόταν ή σα ν’αφουγκραζόταν τις μυστικές ομιλίες των δέντρων’..."
Πηγή: Elena Sartori, Το περιοδικό ‘Το 3ο Μάτι’ (1935-1937)
Σάββατο 29 Αυγούστου 2026
Εκείνο που σκοτώσαμε το πενθούμε μόνον εμείς...
Terre brûlée
David Senechal Photographie (polydactyle)
Τρίτη 25 Αυγούστου 2026
Ο φρουρός των ημερών...
Τα βράδια καμιά φορά βγαίνω έξω στα χωράφια, ανεβαίνω στις γραμμές του τρένου και ταξιδεύω στον χαμένο καιρό
ύστερα ξαναγυρίσω στην πόλη κουρασμένος, κάθομαι σ’ένα μπαρ και πίνω, με συντροφιά ένα παραμύθι που δεν έμαθα ποτέ το τέλος του
μπαλκόνια με απλωμένα ασπρόρουχα και γυναίκες που τα μαζεύουν απαλά σαν τα τακτοποιούν το ανέκφραστο
κάτω απ’την πόλη ροχθούνε οι υπόνομοι με λόγια παλιών δημαγωγών
Θεέ μου, τι ηλίθια που τέλειωσαν όλα
νεανικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν και μάς ακολουθούν χρόνια και θα πεθάνουν μαζί μας
κι άλλοτε μια παράξενη αίσθηση ότι έχω ξαναζήσει, θυμάμαι πράγματα που δεν έγιναν ποτέ,
αναγνωρίζω δρόμους που δεν έχω ξαναπεράσει
είναι περίεργο αλλά οι άνθρωποι έχουν την ακλόνητη βεβαιότητα πως ο ήλιος θα βγει και τα’άλλο πρωί
είναι τόσο ωραίο που το συμμεριζόμαστε όλοι μας
οι γέφυρες τις νύχτες παίρνουν τ’άρρωστα παιδιά στα μυστικά τους ταξίδια
η θάλασσα προχωράει στα βάθη του χρόνου, αλλά τ’αγάλματα κοιτάζουν πιο πέρα
κάποτε φίλησα στα μάτια ένα κουτσό σκυλί
ή πέθανα μέσα σε κάποιο λεωφορείο για να γλιτώσω το εισιτήριο
φυσαρμόνικες ασυλλόγιστες που ξοδεύτηκαν αλύπητα παρασυρμένες απ’το δειλινό
κι ο ύπνος: ένας θάνατος χωρίς συνέχεια, η ερημιά που καπνίζει έν’ αποτσίγαρο πεταμένο στο δρόμο
οι στίχοι ενός ξεχασμένου ποιητή που παρά την προοδευτικότητά μας εμείς δεν μπορούμε να τον ξεχάσουμε
ή τι να την κάνω τη ζωή αφού δε γνώρισα τη μητέρα στα δεκάξι της χρόνια-
τελικά δεν είμαι παρά ένας σύντροφος τρελός από καλύτερες μέρες
μέσα στον ύπνο ξαναβρίσκω όλα εκείνα που έχασα
κάποτε θα πω λόγια συναρπαστικά σαν ένα ποίημα που δεν γράφτηκε ακόμα
οι μύγες λατρεύουν τους γέρους, κάθονται στο πρόσωπό τους, κανείς δεν τις διώχνει
ύστερα τρέχουν στο τζάμι και γράφουν μικρά επιτάφια-
κάθομαι και κοιτάω τη βροχή, τρεις άνθρωποι παίζουν ζάρια –κανείς δεν επέζησε για να κερδίσει
στη σοφίτα έχουμε ν’ανεβούμε απ’τον καιρό που ήταν ο παράδεισος εκεί
θυμάσαι τα πουλιά που θάψαμε παιδιά στην άκρη του κήπου; Από τότε στεκόμαστε σοβαροί καθώς πέφτει το βράδυ
τα χέρια των τυφλών δισταχτικά σα να φοβούνται μην αγγίξουν το πεπρωμένο
ώσπου το τρίξιμο μιας πόρτας, ύστερα από χρόνια, σου ανοίγει ένα νόημα βαθύτερο
με μια λέξη: ένας μανιώδης συλλέκτης άστρων που δεν έχω τι να τα κάνω,
ένας νοσταλγός μιας ευτυχίας που έζησα μέσα στ’όνειρο και ξύπνησα για να πεθάνω
άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες
άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.
Τ. Λειβαδίτης Βιολέτες για μια εποχή, 1985




