Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Καταχνιά

 Brothers By Hans Wolfgang Müller

 

  

Πώς έγινε αλήθεια

έτσι να ζήσουμε

που είχαμε 

το κάθε μας λεπτό

τόσο ακριβό 

[και μυστικά]

τόσο μεγάλο

που το γνωρίζαμε μονάχα εμείς οι δυο

και συνωμοτικά γελούσαμε

με κάθε νέα ρυτίδα στον καθρέφτη

 

που είχαμε τόσο ανεπίγνωστη 

της μοναξιάς τη δήωση

που την επικαλούμασταν

κρυφά μα διαρκώς

κάποτε κάποτε μάλιστα

σαν εξαρτημένοι 

που τρέφονται μονάχα

απ’την καταχνιά τους

 

και πώς έγινε αλήθεια

να βγαίνω απ’το σπίτι αυτό

λαθραία σχεδόν

κάθε πρωί

με το αβέβαιο βάδισμα

ενός ανθρώπου που δεν ξέρει

αν ο ήλιος που πάνω του λάμπει

μπορεί να τον κάψει

ή να τον θεραπεύσει

 

να τον διαλύσει σε στάχτες

ή να τον γεννήσει ξανά…

 

μακάρι να μην πίστευα τόσο

αδελφέ μου

στη μαγεία των λέξεων

αληθινά στο λέω

 

ίσως τώρα να ήσουν δίπλα μου

εδώ

 

κι εγώ ας έμενα για πάντα πλέον

στη σιωπή…

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Εμείς όμως εντελώς αλλιώς...


Θέλοντας να απλωθούμε στην ευρύχωρη θάλασσα του άλλου
γινόμαστε οικείοι
επινοούμε και μηχανευόμαστε
απεργαζόμαστε και βυσσοδομούμε
η ύπαρξή μας προσανατολίζεται
και στοχεύει
την κατάληψη του άλλου

όσο πιο 'οικείος' μας γίνει
τόσο πιο εύκολα θα τον πλημμυρίσουμε

η οικειότητα
είναι το απόλυτο όπλο 
αλλά και η Κερκόπορτά μας...

Είμαστε
μανδύες από φως και σκοτάδι
κρύβουμε καλά το κλεμμένο όραμά μας
κρύβουμε καλά τις πληγές που αιμορραγούν
και μας σκοτώνουν…

…Είμαστε
πληγωμένοι εραστές που αρνήθηκαν
ένα γενναίο όχι
για να ζουν δυστυχισμένοι
σ'ένα κίβδηλο ναι...

Φοβόμαστε;
αποθηκεύουμε ενέργεια
και τη σπαταλάμε
παλεύοντας, άγρια, λυσσαλέα, απελπισμένα
να αναρριχηθούμε στις ράχες των άλλων

όλος ο κόσμος γίνεται μια λεπτή, σκοτεινή γραμμή
που χωρίζει τη δική μας άβυσσο
από την ψευδαίσθηση ενός παραδείσιου αλλότοπου…

μέσα από το μίσος
ανιχνεύουμε τις δικές μας αντοχές

μέσα από την αγάπη
εξαντλούμε τις αντοχές του άλλου…

…Τα ένοχα θύματα είμαστε
που έμαθαν αθώα να γελούν
μα είμαστε και οι δήμιοι
που θα μας μακελέψουν…

Το άλγος της ύπαρξης δεν έχει καμιά ρηγμάτωση
η αγάπη δεν είναι ρηγμάτωση
η ελπίδα δεν είναι
η αλληλεγγύη δεν είναι

η μόνη ρηγμάτωση στο σκοτεινό κουτί
είναι η δι-ύπαρξη
γιατί μέσα από την δι-ύπαρξη
το Αχανές παύει να είναι ένας εχθρικός εφιαλτόκοσμος
και γίνεται μια φίλια δύναμη
μια φιλόξενη χώρα

είναι εμείς
όμως εντελώς αλλιώς…

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Γιατί είχα…



πέθανα
γιατί’ χα σώμα
είδα το αίμα μου
πρώτη φορά
όταν κυλούσε ανασαίνοντας
ελεύθερο…

έζησα
πρώτη φορά
στο μηρό της Κίρκης
μονάχα που ήμουν ξενιστής
της Πηνελόπης
κρυφά
και δεν το’ξερα

πέθανα
γιατί’ χα βλέμμα
είδα τον κόσμο
πρώτη μου φορά
όταν με σπλαχνίστηκες
σκοτώνοντάς με…

έζησα ελεύθερος
στην αίγα που θυσίασα
στην είσοδο του Άδη
μοσχοβολήσαν τα σκοτεινά παλάτια
και η μητέρα του Οδυσσέα
μου ψέλλισε την μόνη Αλήθεια

πέθανα
γιατί’ χα τόσους αιώνες
όλες τις πληγές μου ανοιχτές
και σε καμιά

εσένα…

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Ώρα της στάχτης



Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.




Ρόκε Ντάλτον
(Μετ: Γιώργος Μίχος)

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Οι μυστικές ομιλίες των δέντρων...

 

Ρώμος Φιλύρας [ποίημα δημοσιευθέν στο περιοδικό Το 3ο Μάτι (τ.3, Μάρτιος 1936)]

 

"...Στο μικρό πεζό, ημερολογιακού χαρακτήρα, ο Ρώμος Φιλύρας γράφει: ‘Διασκέλισα το κατώφλι του [ψυχιατρείου] σα νεκρός, όπως θα διασκέλιζα με ακέραιες τις αισθήσεις μου το κατώφλι του Άδη. Οι νοσοκόμοι και οι γιατροί με τις λευκές καμιζόλες που κατέβαιναν στα εξώθυρα να με παραλάβουν και με εψαχούλευαν με το βλέμμα τους, ένα βλέμμα μέχρι οστέων εξεταστικό και διασκεδαστικό, που μου ξήλωνε ραφή προς ραφήν- κρακ, κρακ, κρακ- σαν το τρυπάνι του νεκροσκόπου το πετσί και τα κόκκαλα και μου αναμόχλευε με τη λεπτή ερευνητική του αιχμή την καρδιά και την κόγχη του εγκεφάλου, μου έκαναν την εντύπωσιν –το θυμάμαι σα να’ναι τώρα- λευκοπτερύγων αγγέλων νεκροπομπών, που με εζύγιζαν στην τρομερή φλωροζυγαριά της αδυσώπητης κρίσεως, σε ποιο τάχα κύκλο του καθαρτηρίου ή της κολάσεως θα έπρεπε να με κατατάξουν’ (Γιάννης Δάλας, Ρώμος Φιλύρας. Μια παρουσίαση από τον Γιάννη Δάλα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1999).

 

...Απ τον Οκτώβριο του 1927 ο Ρώμος Φιλύρας νοσηλεύόταν στο Δρομοκαΐτειον Ψυχιατρείον, όπου τον επισκέπτονταν ‘αρκετοί λόγιοι’. Μια μαρτυρία, που καταγράφτηκε μετά το θάνατο του ποιητή, ανήκει στον Αστ. Κοββατζή: ‘Τον θυμάμαι σαν και τώρα, υπαρκτόν και απίθανο, να χάνεται με νευρικές κινήσεις μέσα στους μπλαβούς ίσκιους των πεύκων, δίχως σκοπό, δίχως ελπίδα σωτηρίας, δίχως παρηγοριά. Και πίσω να μένει σε κάθε βήμα του ένα τρομαχτικό ερωτηματικό προς τη φύση και τις μυστικές της δυνάμεις: Γιατί τόση εγκατάλειψη και άλλες φορές τόσος εξευτελισμός και τόση σκληρότητα προς το αγαπημένο ον του Θεού που περιπλανιέται μοναχό του και αβοήθητο στον μεγάλο και ανεξήγητο αυτόν κόσμο; Σιγά –σιγά, συνήθισε στην απομόνωση και την εγκατάλειψη, ήταν ευχαριστημένος και ώρες ολόκληρες καθόταν ακουμπισμένος στον κορμό ενός πεύκου, σαν κάτι να συλλογιόταν ή σα ν’αφουγκραζόταν τις μυστικές ομιλίες των δέντρων’..."

Πηγή: Elena SartoriΤο περιοδικό ‘Το 3ο Μάτι’ (1935-1937)

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Εκείνο που σκοτώσαμε το πενθούμε μόνον εμείς...


(Πολλά είχαν προηγηθεί… συζητήσεις, σιωπές, βλέμματα αθώα, βλέμματα ένοχα… αδιάφορο… στην αληθινή ζωή ‘δραματουργική συνέχεια’ δεν υπάρχει…)

Ευτυχώς η ποίηση δεν έχει ανάγκη τους ποιητές, της είπα και αρνήθηκα να την κοιτάξω στα μάτια. Δεν λέω πως απέφυγα απλώς. Γιατί είναι φορές που το βλέμμα στερεώνει την αλήθεια βαθύτερα απ’το λόγο ή το άγγιγμα ακόμη.

Και δεν αντέχεται…

Η ποίηση είναι ένας ολόκληρος κόσμος.

Ή μάλλον, είναι ο ίδιος ο πρώτος Κόσμος που γέννησε όλους τους κόσμους.

Κι ο κόσμος δεν έχει ανάγκη κανέναν από μας… υπήρχε πριν και θα υπάρχει μετά… έστω και σακατεμένος… γιατί τον παραλάβαμε καθαρότερο απ’όσο θα τον παραδώσουμε… τον παραλάβαμε αγνό και τον μολύναμε… τον παραλάβαμε όμορφο και τον ασχημύναμε… είναι ντροπή να σκεφτόμαστε πως υπάρχουμε εμείς και ο κόσμος… στην ουσία υπάρχει μόνον ο Κόσμος… εμείς είμαστε ένα θλιβερό και ρυπογόνο συστατικό του… ένα εξελικτικό λάθος, μια νοσηρή εξαλλαγή, ένα καρκίνωμα… γι αυτό και θ’αφανιστούμε σύντομα και η Φύση θα γιορτάζει.

Δεν έλεγε τίποτε μονάχα με άκουγε σκεπτική. Ξέρω πως είναι αυτό. Σκεπτικός θα πει, αναλογίζομαι και ανασυγκροτώ κάθε στιγμή τον ίδιο τον εαυτό μου… σαν ένα ολόγραμμα που τρεμοπαίζει και ξαναδυναμώνει… χάνεται κι έρχεται κάθε στιγμή.

Ποτέ δεν είμαστε εδώ ή εκεί… σταθερά, ολόκληροι, άρτιοι… το σώμα ίσως… μα η καρδιά είναι αλλού και ο νους κάπου αλλού… ολόκληροι κι ευθυγραμμισμένοι δεν είμαστε ποτέ… δεν θα το αντέχαμε… θα μας συνέτριβε…

Μοιάζουμε καμιά φορά με το φονιά που στέκεται πάνω απ’το θύμα του και κλαίει… πέρασε τη γραμμή που δεν έχει γυρισμό… διέπραξε το έγκλημα… και θρηνεί όχι για το αμετάκλητο και φρικώδες της πράξης του αλλά για τη μοναξιά του… πενθεί για τον ίδιο που στη γωνιά τον περιμένει ένας άλλος θάνατος… ο δικός του… γιατί δεν είμαστε ούτε παρόντες ούτε ζωντανοί… Νομίζουμε πως είμαστε ζωντανοί…

Κάποια κομμάτια μας έχουν ήδη πεθάνει… εμείς τα σκοτώσαμε… και μόνο εμείς μπορούμε να θρηνούμε γι αυτά…

Περπατούσαμε στον κατηφορικό δρόμο για το σπίτι. Η νύχτα ήταν υγρή, αφιλόξενη, γεμάτη κιόλας με την επόμενη μέρα…

Terre brûlée
David Senechal Photographie (polydactyle)

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Ο φρουρός των ημερών...

   

Τα βράδια καμιά φορά βγαίνω έξω στα χωράφια, ανεβαίνω στις γραμμές του τρένου και ταξιδεύω στον χαμένο καιρό 

ύστερα ξαναγυρίσω στην πόλη κουρασμένος, κάθομαι σ’ένα μπαρ και πίνω, με συντροφιά ένα παραμύθι που δεν έμαθα ποτέ το τέλος του 

μπαλκόνια με απλωμένα ασπρόρουχα και γυναίκες που τα μαζεύουν απαλά σαν τα τακτοποιούν το ανέκφραστο 

κάτω απ’την πόλη ροχθούνε οι υπόνομοι με λόγια παλιών δημαγωγών 

Θεέ μου, τι ηλίθια που τέλειωσαν όλα 

νεανικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν και μάς ακολουθούν χρόνια και θα πεθάνουν μαζί μας 

κι άλλοτε μια παράξενη αίσθηση ότι έχω ξαναζήσει, θυμάμαι πράγματα που δεν έγιναν ποτέ, 

αναγνωρίζω δρόμους που δεν έχω ξαναπεράσει 

είναι περίεργο αλλά οι άνθρωποι έχουν την ακλόνητη βεβαιότητα πως ο ήλιος θα βγει και τα’άλλο πρωί 

είναι τόσο ωραίο που το συμμεριζόμαστε όλοι μας 

οι γέφυρες τις νύχτες παίρνουν τ’άρρωστα παιδιά στα μυστικά τους ταξίδια 

η θάλασσα προχωράει στα βάθη του χρόνου, αλλά τ’αγάλματα κοιτάζουν πιο πέρα 

κάποτε φίλησα στα μάτια ένα κουτσό σκυλί 

ή πέθανα μέσα σε κάποιο λεωφορείο για να γλιτώσω το εισιτήριο 

φυσαρμόνικες  ασυλλόγιστες που ξοδεύτηκαν αλύπητα παρασυρμένες απ’το δειλινό 

κι ο ύπνος: ένας θάνατος χωρίς συνέχεια, η ερημιά που καπνίζει έν’ αποτσίγαρο πεταμένο στο δρόμο 

οι στίχοι ενός ξεχασμένου ποιητή που παρά την προοδευτικότητά μας εμείς δεν μπορούμε να τον ξεχάσουμε 

ή τι να την κάνω τη ζωή αφού δε γνώρισα τη μητέρα στα δεκάξι της χρόνια- 

τελικά δεν είμαι παρά ένας σύντροφος τρελός από καλύτερες μέρες 

μέσα στον ύπνο ξαναβρίσκω όλα εκείνα που έχασα 

κάποτε θα πω λόγια συναρπαστικά σαν ένα ποίημα που δεν γράφτηκε ακόμα 

οι μύγες λατρεύουν τους γέρους, κάθονται στο πρόσωπό τους, κανείς δεν τις διώχνει 

ύστερα τρέχουν στο τζάμι και γράφουν μικρά επιτάφια- 

κάθομαι και κοιτάω τη βροχή, τρεις άνθρωποι παίζουν ζάρια –κανείς δεν επέζησε για να κερδίσει 

στη σοφίτα έχουμε ν’ανεβούμε απ’τον καιρό που ήταν ο παράδεισος εκεί 

θυμάσαι τα πουλιά που θάψαμε παιδιά στην άκρη του κήπου; Από τότε στεκόμαστε σοβαροί καθώς πέφτει το βράδυ 

τα χέρια των τυφλών δισταχτικά σα να φοβούνται μην αγγίξουν το πεπρωμένο 

ώσπου το τρίξιμο μιας πόρτας, ύστερα από χρόνια, σου ανοίγει ένα νόημα βαθύτερο 

με μια λέξη: ένας μανιώδης συλλέκτης άστρων που δεν έχω τι να τα κάνω, 

ένας νοσταλγός μιας ευτυχίας που έζησα μέσα στ’όνειρο και ξύπνησα για να πεθάνω 

άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες 

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια. 

 

Τ. Λειβαδίτης  Βιολέτες για μια εποχή, 1985

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Αδάμ



Το σύμπαν αντιφέγγιζε στο νωχελικό του βλέμμα.
Βάδισε πάνω στο παρθένο χορτάρι
και ξάπλωσε στη σκιά μιας συκιάς. Το χέρι,
κάτω απ’ το κεφάλι. Αποκοιμήθηκε.
Ήταν γλυκός ο ύπνος του, δίχως αναταραχή,
μες στη γαλάζια σιωπή της Εδέμ.
Είδε στ’ όνειρό του τα κρεματόρια του Άουσβιτς
και τους λάκκους με τα στοιβαγμένα πτώματα.
Είδε τα παιδιά του!
Μες στη μακαριότητα του παράδεισου
έν’ αχνόγελο απλώθηκε στο γαλήνιο πρόσωπό του.
Ονειρευόταν δίχως βαθειά να νοιώθει τίποτα,
γιατί ακόμα δεν ξεχώριζε το καλό απ’ το κακό.


ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΒΙΝΟΚΟΥΡΟΦ

[ЕВГЕНИЙ МИХАЙЛОВИЧ ВИНОКУРОВ (1925 -1993)]: 

Μετάφραση: Σοφία Εμμ. Χατζιδάκη


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Δάχτυλα...

 


Μου γέρασες πνοή μου
  
σου χαμογελώ πικρά
με βλέπεις;
μέσα απ’ το θολό σου βλέμμα
αντέχεις ακόμα να με βλέπεις;
κορίτσι των κερασένιων χειλιών
μεθυσμένο μου δέντρο
έχεις για ρίζες
όλες σου τις ματαιώσεις…

ένας μιθριδάτης πόνος
φιλοξενείται στο υπογάστριο της ψυχής μου
μου γέρασες αιώνα μου
καθώς σε νανούριζα γλυκά
εσύ αργοπέθαινες…

αλλά δεν το’ξερε κανείς μας

Μου γέρασες φωνή μου
  
σε περίμενα μόνος
κείνο το πρωινό του Αυγούστου
είχα στην αγκαλιά μου
όσο ήλιο είχα καταφέρει να μαζέψω
μικρά λουλούδια
δάκρυα καυτά
κι εκείνο το ακατανόητο βλέμμα
που έχουν οι ετοιμοθάνατοι…

μέσα στην αρχαία αγκαλιά μου
γέρασες ηδονή μου
και στάζεις μέλι κι αίμα

σώμα το σώμα
φόβο το φόβο
βλέμμα το βλέμμα

διαπερνάς τα δάχτυλά μου…




handfull of love...
Christopher Stanczyk