Τρίτη, 11 Μαΐου 2021

Παρόντες

 


Είμαστε άνθρωποι
Μες στη συμπόνια μας
Στριμωγμένοι ήχοι των πόλεων
Στοιβαγμένοι μετανάστες φόβοι
Από τις μαύρες χώρες της καρδιακής ανατολής
Αλλοτριωμένοι
Ζωντανοί ωστόσο
Και άλκιμοι εισέτι
Χαμογελαστοί

Όπως οι γαμπροί
Και οι νύφες
Λίγο πριν παραδοθούν
Ευδαίμονες
απ’τον μυητικό τεμαχισμό τους
Στα ‘έσονται εις σάρκαν μίαν’
Άηχα φιλιά τους

Είμαστε άνθρωποι
Μες στα παλτά μας
Κουρνιασμένοι οι ερωδιοί
Και οι παραδείσιοι παπαγάλοι
Όλων των παιδικών βιβλίων μας
Όλων των εφηβικών ονείρων μας
Όλων των νεανικών σκοταδιών μας
Όλων των ενήλικων θανάτων μας

Και πάνω από τα κλουβιά
Με τα πρησμένα οικόσιτα κουνέλια
Που θα κακοποιήσουν τα υπέρβαρα παιδιά μας
Εμείς χαράζουμε οδούς
Και ορθώνουμε οικοδομήματα
Τέλειας βιοκλιματικής απόδοσης
Ώστε το ψύχος της ζωής μας
Να ισορροπείται έντεχνα
Και υπέροχα
Από την θέρμη
Των ευφυών κατασκευών μας

Είμαστε
Ωστόσο
Άνθρωποι
Και αρνητές μελίρρυτοι
Των πιο γενναιοφρόνων
Από τις μοναχικές προκρούστιες
Ευχές μας 
Οδεύουμε υπερήφανοι
Τυφλοί από πάντα
Αλλά ευθυτενείς
Στη προγραμματισμένη καύση μας
Παρόντες 
Πρώτη μας φορά

Συνειδητοί

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

Για μιαν άπ'την αρχή ζωή άπροσκύνητη...

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ

Ελεύθερα στο πλάι μου τρέχουν τ` αμπέλια κι αχαλίνωτος
Μένει ο ουρανός. Πυρκαγιές ανταλλάσσουνε τα κουκουνάρια κι ένας
Όνος φευγάτος πάει ψηλά τον ανήφορο

          για λίγο σύννεφο

Κάτι πρέπει να γίνεται του αγίου Ηρακλείτου ανήμερα
Που μήτε οι ρίνες διαγιγνώσκουν
Είναι οι ζαβολιές του ανυποδήτου ανέμου που αρπάζεται

        απ` την άκρη
Του νυχτικού της μοίρας και πάει να μας αφήσει στων αιγάγρων

        το ύπαιθρο έκθετους

Στα κρυφά φεύγω με όλα τα κλοπιμαία στο νου μου
Για μιαν απ` την αρχή ζωή απροσκύνητη. Χωρίς κεριά χωρίς

        πολυελαίους

Με μόνο μια στη θέση αδάμαντος βέρα χρυσή ανεμώνη
Πασπατευτά πού πάει;
Και ζητώντας τί; Ο μισός της σελήνης μας

        ίσκιος

Ανάγκη πάσα να καθησυχάζεις είναι ως και τα μνήματα
Εάν ομοεθνών ή όχι άδιάφορον. Το παν είναι
Η και από τα λαγωνικά χαμένη οσμή της γης με ρείκια σφένταμα

        και κρόμμυα

Στην ιδιωματική ν` αποκαθίσταται γλώσσα της
Ε τί! Μια λέξη άρκεϊ να σε χωρέσει χωρικέ του πράσινου της νύχτας
Έφεσος! Του πάππου του θείου και του φωσφόρου δέκατη τέταρτη

        γενεά
Μέσα σε περιβόλια του πορτοκαλιού χρυσά και της σμίλης όμορα

        λόγια

Τέντες προτού απλωθούν κι άλλες μετέωρες απολεσθέντων πόλων
Αιφνιδίως οι τροχασμοί. Κηρύγματα των απ` αντικρύ κόλπων

        θαλάσσης

Δαπέδων δρέπανα διπλά για ναό ή για θέατρο
Νερά χλωρά λιβαδίσια κι άλλα σγουρά του γαρ και του άρα
Ρεούμενα. Εάν ποτέ κύκλους από τριφύλλι και άγρωστιν

Η σοφία σχεδίαζε άλλο θα γινόταν όπως πριν
Της άκρης του δαχτύλου σου το εναποτύπωμα
 

Γράμματα θα υπάρχουν. Θα διαβάζουν οι άνθρωποι

        κι απ` την ουρά της πάλι

Η ιστορία θα πιάνεται. Μόνο τ` αμπέλια να καλπάζουν κι αχαλίνωτος

        να `ναι

Ο ουρανός όπως τον θέλουν τα παιδιά

Με κοκόρους και με κουκουνάρια και με κυανούς χαρταετούς σημαίες
Του αγίου Ηρακλείτου ανήμερα

                                        παιδός η βασιληίη.

 

Οδ. Ελύτης, Δυτικά της Λύπης, Ίκαρος (1995)

Τρίτη, 4 Μαΐου 2021

και δεν θα μας καίει…

 


Κάποιος που περπάτησε
μέσα στους λαβύρινθους του είναι του...

Κάποιος που φιλοξένησε ένα απροστάτευτο ζωάκι
στο δωμάτιό του...

Κάποιος που άπλωσε το χέρι
για να κρατήσει και να κρατηθεί...

Κάποιος που ξόδεψε όλο του το βλέμμα
για να σκεπάσει ένα μοναχικό παιδί...

Κάποιος που δρόσισε τα χείλη με νερό
κάποιου απ’τους ληστές
πάνω στο σταυρό...

Κάποιος που κοιμήθηκε για μια αιωνιότητα
σ’ένα παγκάκι
ανάμεσα στις φωνές των ανθρώπων
και τις ανάσες της νύχτας...

Κάποιος που δεν συκοφάντησε ποτέ
την τρυφερότητα...

Κάποιος που φοβήθηκε
που λεηλατήθηκε
που όλα τα αρνήθηκε…

μια μέρα θα συναντηθούμε
και θα έχει έναν ήλιο τόσο δυνατό
τόσο όμορφο
τόσο μεγάλο
που θα χαθούμε ολόκληροι στο φως του
και ακέραιοι
θα ξαπλώσουμε στη φωτιά του


και δεν θα μας καίει…


Τρίτη, 27 Απριλίου 2021

 

Καμιά φορά

απογεύματα

περπατώ μακριά

ως εκείνο το πάρκο

έξω από το Ναυτικό Μουσείο

που παίζαμε μικροί

 

σκαρφαλώναμε θυμάμαι

πάνω στον ‘Παπανικολή’

παριστάναμε τους ατρόμητους θαλασσινούς

αυτούς που βλέπαμε στην τηλεόραση

κι έπειτα παίζαμε μπάλα

ώσπου να ιδρώσουμε

 

κάποτε πέφταμε

χτυπούσαμε

τα γόνατα γδαρμένα κι αίματα

γυρίζαμε στο σπίτι αλαφιασμένοι

χορτασμένοι από παιχνίδι

κουρασμένοι

και τρώγαμε με όρεξη

κι ονειρευόμασταν

πότε θα ξαναπάμε

 

καμιά φορά περπατώ ακόμη

ως εκεί

στο πάρκο

έξω από το Ναυτικό Μουσείο

παιδιά πολλά που παίζουν

νέοι που κάθονται παρέες

λίγο απόμερα

γονείς που έχουν το νου τους

μην πέσουν και χτυπήσουν τα παιδιά τους

 

κι εγώ γυρνώ ολόγυρα το βλέμμα

εσένα δεν σε βλέπω πουθενά

δεν μου μιλά κανείς

και η τόση φασαρία

μου μοιάζει αλλόκοτη και ξένη

σα να είμαι στο όνειρο ενός άλλου

και πρέπει να γυρίσω

πριν ξυπνήσει…

 

και γυρνώ λοιπόν

συνήθως βουρκωμένος

φτάνω στο σπίτι αλαφιασμένος

μα δεν έχω πια όρεξη να φάω

ούτε λαχταρώ να ξαναπάω εκεί

που αλητεύοντας το βλέμμα μου ολόγυρα

δεν σε εντοπίζει πουθενά

 

μα είμαι ολόκληρος ένας άηχος παφλασμός

ένας πελώριος

σιωπηλός κυματισμός…

 

κι έπειτα πέφτω απρόθυμα

και κοιμάμαι…

 

Απρ. 2021