Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

τροχιές...


ήταν ένας αναπτήρας zippo... τον θυμάμαι... ένας μαύρος αναπτήρας με μια λευκή σταμπαρισμένη νεκροκεφαλή... τον είχα αγοράσει από το κυλικείο (που είχε και μια μικρή 'μπουτίκ' με ναυτικά είδη) του Κέντρου Προπαίδευσης του Πόρου εκείνες τις πρώτες παράξενες ημέρες της θητείας... στην ουσία δεν τον είχα χρησιμοποιήσει ποτέ... το συνήθιζα να αγοράζω μικρά αντικείμενα που κάτι 'μου έλεγαν' στο μάτι έστω κι αν ποτέ στην ουσία δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό... ο συγκεκριμένος αναπτήρας είχε μια ωραία 'ματ' επίστρωση κάτω από το υπόλευκο σχέδιο της πειρατικής νεκροκεφαλής και μάλλον αυτό ήταν που μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον... ίσως... ίσως ήταν απλά και μια προσπάθεια καταναλωτικής εκτόνωσης της αμηχανίας και της νευρικότητας εκείνων των ημερών της γενικής αναστάτωσης στη ζωή μου...

όταν πήγα κάμποσο καιρό αργότερα στο 'Αβέρωφ' για να ξεκινήσει η κανονική μου θητεία, ο μικρός αναπτήρας ήταν πάντα κοντά μου... πήγαινε από τσέπη σε τσέπη, από σάκο σε σάκο, από ερμάριο σε ερμάριο... δεν χάθηκε ποτέ... περιέργως... κι ας τον είχα σχεδόν σε αχρηστία... μερικά πράγματα τελικά επιμένουν να μας ακολουθούν με μια μυστηριώδη εμμονή...

ίσως γιατί περιμένουν
περιμένουν τη στιγμή που θα βρούν τον κατάλληλο κάτοχο…

ο Αχιλλέας ήταν ο 'Η' (Ηλ/γος) του πλοίου... ένας από τους ναύτες με αυτή την ειδικότητα... και ήταν ένα μοναχικό παιδί... κοιμόταν τον περισσότερο καιρό στη κουκέτα από πάνω μου... δεν τον συναναστρέφονταν πολλοί και μάλλον από δική του επιλογή δεν βρισκόταν σε ιδιαίτερη συνάφεια με κανέναν… ένας από τους ανθρώπους εκείνους που περισσότερο σου μένουν στη μνήμη για την 'απουσία' τους παρά για την παρουσία τους... όταν είσαι παρατηρητικός βέβαια... ή ίσως κι όταν έχεις μια ανεπτυγμένη αίσθηση συντροφικότητας, ειδικά κάτω από ανάλογες συνθήκες υποχρεωτικής συμβίωσης...

τον συμπαθούσα τον Αχιλλέα… θα έλεγα κάτι παραπάνω, τον εκτιμούσα, τον σεβόμουν και ως υπεύθυνος του Οπλονομείου προσπαθούσα, όσο μπορούσα, να τον έχω σε 'ξεκούραστες' βάρδιες χωρίς να αδικώ ή να ρίχνω κανέναν... τον συμπαθούσα γιατί ήταν σιωπηλός, έκανε τη δουλειά του, δεν ζητούσε την εξαίρεση ποτέ, δεν γόγγυζε, δεν ενοχλούσε...  κι είχε κι εκείνο το συρτό βήμα που το άκουγες από μακριά και ήξερες πως ήταν το δικό του...

κάποια μέρα αποφάσισα να του δωρίσω, έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτώ, τον μαύρο αναπτήρα με την νεκροκεφαλή... ήξερα ότι ήταν λάτρης των συμβόλων αυτών και της death metal μουσικής... δεν θυμάμαι πως το ήξερα αυτό... μάλλον θα είχαμε κάνει κάποια σχετική συζήτηση... ίσως αυτό με παρακίνησε να του τον δώσω... σε κείνον άρμοζε περισσότερο να τον έχει... ίσως πάλι γιατί απλά τον είχα συμπαθήσει και πολλά χρόνια μετά κατάλαβα πως το 90% των ενεργειών μας δεν είναι γιατί 'συνειδητά' τις αποφασίσαμε αλλά γιατί... το αποφάσισαν εκείνες... και γιατί, ανεξήγητα συμπαθούμε ή αντιπαθούμε τους ανθρώπους... στους πρώτους δικαιολογούμε πρόθυμα όσα δεν συγχωρούμε στους δεύτερους... γιατί; άγνωστον... γιατί έτσι... απλά...

θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια του Αχιλλέα όταν του τον προσέφερα... τον πήρε σαν μικρό παιδί στα χέρια του, τον κοίταξε σιωπηλός αλλά γεμάτος απροσδόκητη χαρά και μετά κοίταξε εμένα... μου είπε ένα κάπως διστακτικό αλλά φορτισμένο 'ευχαριστώ φίλε' και ύστερα με ακόμη πιο αργά βήματα απ'ό,τι συνήθως, απομακρύνθηκε...

κάποιες νύχτες μετά... 
όταν πλησίασα στο φυλάκιο της προβλήτας που έκανε βάρδια ο Αχιλλέας, τον είδα μέσα από το τζαμάκι να είναι σκυφτός κοιτάζοντας κάτι... όταν πλησίασα χωρίς να κάνω θόρυβο, τον είδα να έχει στα χέρια του τον μικρό αναπτήρα και να τον χαϊδεύει... δεν ξέρω γιατί αλλά συγκινήθηκα... σχεδόν με έπιασε ένας λυγμός... απομακρύνθηκα κλεφτοπατώντας...
άρχισα να βαδίζω στην προβλήτα που είναι δεμένος ο γερο-Αβέρωφ καπνίζοντας… αναρωτήθηκα τι είναι αυτό που μας δίνει τόση χαρά σε ένα μικρό αντικείμενο... είναι η προσφορά από κάποιον που δεν το περιμέναμε γιατί ούτε φίλος μας ήταν ούτε είχε καμιά 'υποχρέωση' να μας δωρίσει οτιδήποτε; 
είναι το ίδιο το αντικείμενο που μας αποφορτίζει από την στιγμή και συμβολίζει την διάσπαση της συμπάγειας της 'καταραμένης' στιγμής και την έξοδο σε μια πιο δροσερή διαφυγή;
είναι ίσως το ότι η σκέψη ενός ανθρώπου ακούμπησε για λίγο πάνω μας... ακόμα και αν τα κίνητρά του δεν είχαν τόσο βάθος, για μας η χειρονομία του είναι ακριβή και ατίμητη...
και ας μην το μάθει ποτέ...
δεν τον ξανάδα ποτέ από τότε που απολυθήκαμε... πόσες ανάλογες τροχιές έχουμε διανύσει όλοι από τότε και πόσες φορές ανταμωθήκαμε με ανθρώπους που ήρθαν για λίγο και έφυγαν πάλι...

έχουν δίκιο οι βουδιστές που λένε λοιπόν πως οι ζωές των ανθρώπων μοιάζουν με τις τροχιές των κομητών στο στερέωμα... μοναχικές, σχεδόν μελαγχολικές τροχιές που κάποια στιγμή τέμνονται, έτσι, για λίγο και μετά συνεχίζουν τη μοναχική τους ρότα...

και δεν ξανασυναντιούνται ποτέ…

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

εκεί όπου βιώνουμε το Υπέροχο...



Εμείς
Οι εγκλωβισμένοι του Χθες
Στο φρικαλέο τριγμό του Σήμερα
Επικαλούμαστε ένα διωγμό
Ένα ανάθεμα
Ή μια ανάσα εφιάλτη
Για να επιστρέψουμε εκεί
Όπου βιώνουμε το Υπέροχο
Το Απόλυτο
Το Αληθινό
Και κατοικία μας είναι
Όχι ο χρόνος
Ούτε ο πόνος
Αλλά οι στίχοι απ’τα τραγούδια
Των βάρδων…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’ οποιονδήποτε ‘άλλο’
Εμείς ξέρουμε καλύτερα
Τι σημαίνει ν’ανήκεις στο Χθες
Και να προσδοκάς το Αύριο
Να επιστρέφεις
Για να ησυχάσεις
Και να γαληνέψεις
Κι όχι για να βιώσεις ξανά
Ό,τι για πάντα χάθηκε…

Περισσότερο απ’όλους
Κι από καθέναν χωριστά
Σ’εμάς ανήκει το Αύριο
Γιατί θυσιάσαμε όλη μας την ακεραιότητα
Κι όλη μας τη ρώμη
Οραματιζόμενοι ευρύχωρους κόσμους
Από ηδονές και αγιοσύνη
Γιατί δεν ρίξαμε κάτω
Τις ασπίδες στις ήττες
Γιατί δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Όπως το αξίζαμε
Στους λιγοστούς θριάμβους…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’όλους τους άλλους
Εμείς
Αγαπήσαμε τη ματαιότητα
Λατρέψαμε το πρόσκαιρο
Υμνήσαμε το φθαρτό
Σμιλέψαμε το Απρόσιτο
Και κατοικήσαμε μέσα του
Και σήμερα μπορούμε
Αν το θελήσουμε αληθινά
Ν’αναστηθούμε από τη τέφρα μας
Να σηκωθούμε αγέρωχοι
Να ξεκινήσουμε ξανά
Να στοχαστούμε απ’την αρχή
Όχι σ’ένα τέλος που θα αρμόζει
Στην αποκοτιά μας

Να υπάρχουμε
Μα σ’ένα πέρας μυητικό
Ένα ολοκαύτωμα ανδρείο
Ένα στροβίλισμα φωτός και χάους
Πριν σφαίρες γίνουμε
Από αστρόσκονη και Νύχτα
Κι αναλωθούμε οριστικά

Και υπέροχα…

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί...


δεν ήταν άνθρωποι αυτοί

είδαμε τα πρόσωπά τους
είχαν για ρυτίδες
υλακές του χρόνου
είχαν για βλέμμα
το φως του Σείριου
κι είχαν για φωνή
ήχους ακατάληπτους
φθόγγους πυρός
και άδειες συλλαβές 

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
ήταν αρχαίες λίμνες
με απολιθωμένα όνειρα
και πετρωμένα ηλιοβασιλέματα
σε αλλόκοτους πλανήτες

κι ήταν αδελφοί μας

μας έδωσαν τα χέρια
και μαζί
μας έδιναν τον γαλάζιο θάνατό τους
μας χαμογέλασαν δειλά
και μαζί
παράξενες μορφές σχηματοποιήθηκαν 
ολόγυρα
σαν σκιές 
σαν εφιάλτες από μάγμα και θλίψη
σαν ουρανός που απομακρύνει το αγκάλιασμα του ήλιου
και αποζητά μονάχα τη βροχή…

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
ήταν σκεπτομορφές του αχανούς
ήταν αθύρματα από προσευχές
και στεναγμούς 
κερματισμένοι πόθοι
από βαθιές
ακατανόητες εποχές

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί

και ήταν αδελφοί μας


και ήμασταν εμείς…


Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

η ποίηση με κρατεί στην πικρότητα οπού ονομάζουμε ζωή...

 

Κανένας δεν μου γύρεψε να γράφω. Κατά συνέπεια για καμιά δικαίωση δεν έχω τη μαθηματική λογική με το μέρος μου. Τελικά προσαρμόζομαι στο να υπάρχω ως ποιητής καθώς ένας που βόσκει το προσωπικό του πρόβατο, που δεν είναι κατά κανένα τρόπο βοσκός. Ενδεχομένως υπάρχω ως ποιητής επειδή δεν έγινα αστρονόμος, όπως παιδί φανταζόμουνα πως θα γίνω, ή ένας φιλόσοφος, όπως αργότερα το σκεφτόμουνα, βυθισμένος αποκλειστικά σε φιλοσοφικά ενδιαφέροντα.

Το γεγονός είναι ένα: η ποίηση με κρατεί στην πικρότητα οπού ονομάζουμε ζωή και η ζωή με αφοσιώνει στην ποίηση.

Το φέρω βαρέως που υπάρχω, μα η ύπαρξη –που να πάρει ο διάβολος- έχει και τη λεγόμενη ομορφιά της. Αυτή η αντίφαση με έχει λιανίσει. Θα έλεγα πως όχι, δεν είμαι ο αυτοκινητούχος του στίχου, είμαι ένας οδοιπόρος του στίχου. Δεν είμαι των λεωφόρων (έλεγε να αποφεύγουμε ο Πυθαγόρας το βάδισμα σ’αυτές). Έκανα μονάχος μου το μονοπάτι μου, δεν το πατεί παρά μονάχα η αγάπη και εγώ.

Το δράμα του ποιητή, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι να εκφράσει την πραγματικότητα αλλά να την ξεπεράσει. Ο αληθινός ποιητής ανοίγει λογαριασμούς με την ύπαρξη –εγώ έτσι πιστεύω- και το όραμά του, χιμαιρικό αν θέλετε, είναι να σπάσει τον κλοιό της πραγματικότητας.

Η ποίηση για μένα είναι μια οντολογική απάτη, εκτός αν ο ποιητής συναντήσει και κατορθώσει τη λευτεριά της υπάρξεως (ίσον την απόσβεση ή αναγωγή του εγώ στη νόηση της καρδιάς. Ίσον την άλλοτε ονομαζόμενη αγιότητα) που θραύει την πραγματικότητα και οδηγεί τον άνθρωπο στο ζωντανό άπειρο της καθολικότητας.

 

Νίκος Καρούζος


Δακτυλογραφημένη ενυπόγραφη απάντηση στην ερώτηση του Δ. Καλοκύρη ‘Γιατί γράφετε;’, που μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Δ.Τ. Άναλι και δημοσιεύτηκε στο ειδικό αφιέρωμα στο σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό του γαλλικού περιοδικού Les Nouvelles Littéraires (τχ. 2699, 9-23 Αυγούστου 1979)

Πηγή: Χάρτης 24, Δεκέμβριος 2020

 

https://www.hartismag.gr/hartis-24/afierwma/h-poihsh-me-kratei-sthn-pikrothta-opoy-onomazoyme-zwh

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Στο τέλος...

 


Στο τέλος, έτσι ή αλλιώς, όλα θα γίνουν ένα σύμβολο...

Και τότε... δεν θα μπορεί να σε αγγίξει κανείς..
Και τότε δεν θα μπορεί να σε προσβάλλει κανείς...
 
Και πρώτιστα ο ίδιος ο εαυτός σου...

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Νυχτοβάτης



Ο Νυχτοβάτης κοιτούσε το γυμνό του είδωλο στο μεγάλο, όρθιο, οβάλ καθρέφτη.
Για πολλή ώρα έμεινε ανέκφραστος.
Για κάποιον παράξενο λόγο, ήξερε ότι ερχόταν η στιγμή που το είδωλο θα συνομιλούσε μαζί του.
Για κάποιον άλλο παράξενο λόγο, ήταν έτοιμος γι’αυτή τη συνομιλία.
Κι έτσι, δεν τον πτόησαν οι αμείλικτοι αιφνιδιασμοί.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον πρώτο όταν αντίκρισε το πρόσωπό του. Δεν εμφανιζόταν ολόκληρο. Σχεδόν το μισό έλειπε. Μισό πρόσωπο δεν σημαίνει μισή ύπαρξη, σκέφτηκε, σημαίνει διπλός μόχθος για να χτίσεις την επάρκεια της ψευδαίσθησης.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει το δεύτερο όταν διέκρινε τα έντονα, σκούρα σημάδια στο ένα του χέρι, λίγο πάνω από τον αφαλό και στα πόδια του. Ήταν πλατιές, γκρίζες κηλίδες.
Ανασαίνουν, σκέφτηκε και τον ρίγησε η λέξη που δεν τόλμησε να γίνει ήχος.

Κι ύστερα αντίκρισε τον τρίτο, τον ισχυρότερο αιφνιδιασμό.
Το είδωλό του… παλλόταν… έτρεμε… σα να ήταν μια παράξενη ολογραμμική προβολή και όχι η πιστή αποτύπωσή του. Σα να επρόκειτο για μια φασματική εικόνα χαμηλής ενέργειας που πάλευε να κρατηθεί, να μην σβήσει, να παραμείνει ζωντανή…
Πεθαίνω, σκέφτηκε ξανά και τούτη η τρομερή λέξη δεν είχε κανένα βάρος, καμιά θλίψη, κανένα συναισθηματικό περιεχόμενο. Ήταν μια απλή, καθαρή, σχεδόν κλινική διάγνωση.

Σήκωσε το αριστερό του χέρι και παρακολουθούσε να επαναλαμβάνει τη κίνηση το είδωλό του. Χάιδεψε το λαιμό του και το στήθος του. Και τότε το είδε για πρώτη φορά. Το είδωλό του πονούσε. Το απαλό αυτό ταξίδι στο σώμα προκάλεσε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας στο τεμαχισμένο πρόσωπο του ειδώλου του. Μπορούσε να το δει καθαρά. Το φάσμα του πονούσε και αυτόματα έριξε ξανά το χέρι του κάτω.
Επανέλαβε το ίδιο μετά με το άλλο του χέρι. Το έφερε πάνω από το σημείο των γεννητικών του οργάνων. Όταν τα άγγιξε ο ίδιος μορφασμός ζωγραφίστηκε στο μισό πρόσωπο.
Το είδωλό του τρεμόπαιξε έντονα. Για μια στιγμή μάλιστα, ήταν σίγουρος γι’αυτό, χάθηκε εντελώς… πέρασε μια άπειρη στιγμή ώσπου να το ξαναδεί να αχνοσχηματίζεται εκ νέου στον καθρέφτη εμπρός του.

Μικραίνω… μικραίνω όλο και πιο πολύ… μονολόγησε μελαγχολικά και για πρώτη φορά επέτρεψε τη φωνή του να ηχήσει στο δωμάτιο. Εκείνο που είναι να αυξηθεί πρέπει να ανθίσει… εκείνο που είναι να συρρικνωθεί πρέπει να εκλείψει… είπε ξανά και ύστερα σίγησε.

Ο Νυχτοβάτης αισθάνθηκε μια παρουσία δίπλα του. Ήταν ο αδελφός του, ένας λευκός θηριώδης λύκος που κάθε πανσέληνο τον επισκεπτόταν για λίγες ώρες ως το ξημέρωμα. Ο λύκος ανάσαινε αργά και τον πλησίασε με προσοχή. Μετά κούρνιασε στα πόδια του.
Μονομιάς το είδωλο του Νυχτοβάτη σταθεροποιήθηκε. Έγινε ανάγλυφο, ζωηρό ακόμα και λαμπερό.
Αδελφέ μου!, είπε τρυφερά ο Νυχτοβάτης και άγγιξε τον λύκο μονάχα με την απαλή φωνή του.

Δεν έχω συνείδηση της ύπαρξής μου… άρχισε να μονολογεί πάλι και το είδωλό του παλλόταν ανάλογα με την ένταση της φωνής του. Ποτέ δεν επέτρεψα τούτη την πολυτέλεια στον εαυτό μου. Συνείδηση της ύπαρξης σημαίνει να μπορείς να ορίσεις τα πράγματα μονάχα από το εσωτερικό τους φως… είπε ξανά και χάιδεψε απαλά για πρώτη φορά με το χέρι του το όμορφο ζώο. Ένιωσε την ζεστή του ανάσα στο χέρι του και χαμογέλασε. Ήταν ένα αλλόκοτο χαμόγελο. Και δεν είδε το μισό του πρόσωπο στον καθρέφτη. Εκείνο δεν χαμογελούσε.

Δεν μας αγάπησε ο ήλιος αδελφέ μου… εμείς ήπιαμε γάλα απ’τα μαστάρια της Νύχτας, είχαμε μάνα την ασημένια Πανσέληνο και ορφανοί από πατέρα πορευτήκαμε ως τα τώρα… δεν μας αγκάλιασε κανένα φως εμάς, δεν μας έθρεψε η ζέση του καλοκαιριού, δεν μας νανούρισε η ραθυμία του μεσημεριού… κι όμως… φιλοξενούμε ένα ολόκληρο κόσμο… και δεν νιώσαμε ποτέ την ορφάνια… συνέχισε να μονολογεί ο Νυχτοβάτης και τα σημάδια στο είδωλό του μεγάλωναν… γίνονταν μελανές νησίδες στο ευαίσθητο, χλωμό του σώμα.

Ο μεγάλος λύκος όρθωσε το σώμα του και γρύλλισε.

Το ξέρω, ξημερώνει. Θα πρέπει να φύγεις… πήγαινε στην απλωσιά Της αδελφέ μου, ξεκουράσου στην αρχαία αγκαλιά Της… για μένα στερεώνεται η μόνη αλήθεια λεπτό το λεπτό… σ’ευχαριστώ… είπε και αισθάνθηκε έναν λυγμό να αναδύεται απ’τα σωθικά του και να του κλείνει το λαιμό.
Το πανέμορφο ζώο χαϊδεύτηκε για μια στιγμή στο σώμα του Νυχτοβάτη, σήκωσε το βλέμμα του αιχμαλωτίζοντας την αιωνιότητα της στιγμής στα μάτια του και μετά, ήρεμα και θλιμμένα αποχώρησε.

Τα σημάδια ολοένα και μεγάλωναν. Τώρα πια είχαν απλωθεί παντού. Το είδωλο άρχισε να τρεμοπαίζει πιο έντονα. Ο καθρέφτης έμοιαζε με την επιφάνεια μιας ρυτιδιασμένης λίμνης. Ο Νυχτοβάτης δεν μπορούσε να διακρίνει το είδωλό του.

Πονούσε.
Φοβόταν.
Έκλεισε τα μάτια του και ονειρεύτηκε την γέννησή του. Ονειρεύτηκε τη Νύχτα, τους αστερισμούς, τις τροχιές των κομητών, τα αλυχτίσματα των αδελφών του στα μεγάλα δάση, τις ξάστερες βραδιές κάτω απ’το στερέωμα, τη γεύση των ποταμιών και το τραγούδισμα του νερού όπως κυλούσε.

Δάκρυσε.
Τα μέλη του μούδιαζαν.
Ο χρόνος κάλπαζε ξέφρενα.
Οι ανάσες του, ακριβότερες από ποτέ, χύνονταν μια μια στο κατώφλι της αυγής…

Έρχομαι Μάνα… μπόρεσε να ψελλίσει και όλο του το κορμί αντιλάλησε βουβά το σπαραγμό του.

Το τελευταίο που αντίκρισε στον καθρέφτη όταν άνοιξε για ύστατη φορά τα μάτια του, ήταν μια λευκή, μικρή κουκουβάγια που άνοιγε τα φτερά της κι ετοιμαζόταν να πετάξει στην ελευθερία…

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Martin Heidegger - Για τη φύση και το Είναι...



«…Κάθε ουσιαστικό πρόβλημα της φιλοσοφίας παραμένει αναγκαίως ανεπίκαιρο. Και τούτο, επειδή η φιλοσοφία βρίσκεται πολύ πιο μπροστά από το εκάστοτε παρόν της, ή επειδή συνδέει το παρόν με αυτό που αυτή ήταν πριν, με αυτό που ήταν αρχήθεν. Η φιλοσοφία παραμένει πάντοτε μια γνώση, που όχι μόνο δεν αφήνεται να γίνει επίκαιρη, αλλά αντίθετα επιβάλλει το μέτρο της πάνω στην εποχή της.

Η φιλοσοφία είναι ουσιαστικά ανεπίκαιρη, επειδή ανήκε σ’εκείνα τα σπάνια πράγματα, που μοίρα τους είναι να μη μπορούν να βρουν άμεση απήχηση στο εκάστοτε σήμερα, αλλά και ούτε επιτρέπεται να τη βρουν. Όταν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, όταν μια φιλοσοφία γίνεται της μόδας, τότε είτε δεν πρόκειται για πραγματική φιλοσοφία είτε τούτη παρανοείται και χρησιμοποιείται σε οποιεσδήποτε, ξένες προς τους σκοπούς της, καθημερινές ανάγκες…

 

…Μιλώντας χονδρικά, λέμε πως η φιλοσοφία σκοπεύει πάντοτε προς τον πρώτο και τον έσχατο λόγο των όντων, και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο άνθρωπος να αποκτά την έντονη εμπειρία –εν σχέσει προς το είναι του- ενός νοήματος και ενός σκοπού. Από εδώ εύκολα δημιουργείται η εντύπωση, πως η φιλοσοφία θα μπορούσε και θα έπρεπε να παράσχει, στην ιστορική ζωή ενός λαού και σε κάθε εποχή, για το παρόν και το μέλλον, τα θεμέλια, όπου επάνω τους θα χτιζόταν ένας πολιτισμός. Τέτοιες ελπίδες και αξιώσεις ξεπερνούν τη δύναμη και την ουσία της φιλοσοφίας. Τις περισσότερες φορές, αυτές οι υπερβολικές αξιώσεις προσλαμβάνουν τη μορφή μιας μείωσης της φιλοσοφίας. Λέγουν, π.χ: επειδή η μεταφυσική δεν συνέβαλε στην προετοιμασία της επανάστασης πρέπει να απορριφθεί. Τούτο είναι τόσο έξυπνο όσο το να πούμε πως δεν μας κάνει ο πάγκος του μαραγκού επειδή με αυτόν δεν μπορούμε να πετάξουμε. Ποτέ η φιλοσοφία δεν μπορεί να παράσχει άμεσα τις δυνάμεις και να δημιουργήσει τους τρόπους εμπραγμάτωσης και τις συνθήκες που επιφέρουν μιαν ιστορική μεταβολή, για τον απλό λόγο ότι ενδιαφέρει άμεσα μόνον λίγους. Ποιοι είναι αυτοί οι λίγοι; Είναι οι δημιουργικοί μεταμορφωτές, αυτοί που επιφέρουν τις μεταβολές. Η φιλοσοφία απλώνεται μόνον έμμεσα και από διόδους που δεν προκαθορίζονται, μέχρι που κάποτε –κι αυτό ύστερα από τόσο καιρό ώστε να λησμονηθεί η πρώτη φιλοσοφική πηγή- να μετατραπεί σε αυτονόητες έννοιες της κοινής ζωής.

Αντίθετα, αυτό που η φιλοσοφία μπορεί, σύμφωνα πάντα με την ουσία της, να είναι και που πρέπει να είναι, είναι το εξής: Διανοητική διάνοιξη των οδών και των προοπτικών μιας γνώσης που θέτει τα μέτρα και την ιεράρχηση. Μιας γνώσης όπου εντός της, και εξ αυτής, ένας λαός συλλαμβάνει την ύπαρξή του μέσα στον ιστορικοπνευματικό κόσμο, και την εμπραγματώνει. Είναι αυτή η γνώση όπου όλα τα ερωτήματα και τις αξίες τα εμψυχώνει και τα καθιστά αναγκαία…

 

…Στην εποχή της πρώτης και παραδειγματικής ανάπτυξης της δυτικής φιλοσοφίας από τους Έλληνες, οι οποίοι έθεσαν για πρώτη φορά το ερώτημα για τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους, τα όντα ονομάστηκαν φύσις. Αυτή τη θεμελιακή ελληνική λέξη για τα όντα συνήθως μεταφράζουν ως ‘νατούρα’. Χρησιμοποιούν τη λατινική μετάφραση natura πράγμα που σημαίνει κυριολεκτικά ‘γεννημένος’, ‘γέννηση’. Αλλά με αυτή τη λατινική μετάφραση παραμερίζεται το αρχέγονο περιεχόμενο της ελληνικής λέξης φύσις και φθείρεται η γνήσια φιλοσοφική κατονομαστική δύναμη της ελληνικής λέξης. 

Τούτο δεν ισχύει μόνο για τη λατινική μετάφραση αυτής μόνο της λέξης αλλά και για όλες τις άλλες μεταφράσεις της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας στα ρωμαϊκά. Αυτό που συνέβη με αυτή τη μετάφραση από τα ελληνικά στα ρωμαϊκά δεν είναι τυχαίο και αβλαβές παρά είναι το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αποκοπής και αποξένωσής μας από την αρχέγονη [πρωταρχική] ουσία της ελληνικής φιλοσοφίας. Η ρωμαϊκή μετάφραση απετέλεσε, κατόπιν, το μέτρο για τον χριστιανισμό και το χριστιανικό μεσαίωνα. Τούτος μεταφέρθηκε στη σύγχρονη φιλοσοφία, η οποία κινήθηκε μέσα στον εννοιολογικό κόσμο του μεσαίωνα και έτσι δημιούργησε τις τρέχουσες παραστάσεις και έννοιες τις οποίες χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα προκειμένου να κατανοήσουμε την έναρξη της δυτικής φιλοσοφίας… 

 

Τι λέγει λοιπόν η λέξη φύσις; Λέγει για το αυτό-διανοιγόμενο (π.χ. το άνοιγμα ενός τριαντάφυλλου), για τη διανοιγόμενη έκπτυξη, για το, με μια τέτοια έκπτυξη, φερόμενο στην εμφάνεια κι εκεί παραμένον, με ένα λόγο, για το αναδυόμενο και κυριαρχούν. Λεξικολογικώς σημαίνει φύειν, αυξάνειν. Αλλά τι σημαίνει φύειν; Σημαίνει μόνον την αύξηση της ποσότητας, το να γίνεται κάτι περισσότερο και μεγαλύτερο…

 

Η φύσις είναι το ίδιο το Είναι, όπου μόνο χάρη σε αυτό τα όντα καθίστανται και παραμένουν θεατά.

Οι Έλληνες δεν άρχισαν να μαθαίνουν αυτό που είναι η φύσις μέσω των φυσικών φαινομένων, αλλά αντίστροφα: μέσω μιας θεμελιακής ποιητικής και διανοητικής εμπειρίας του Είναι, διανοίχτηκε μπροστά τους αυτό που θα ονομάσουν φύση. Μόνον εξαιτίας αυτής της διάνοιξης μπορούσαν να δουν και τη φύση με τη στενότερη σημασία της (ως νατούρα). Έτσι λοιπόν φύσις με την πρωταρχική της σημασία σημαίνει τόσο τον ουρανό όσο και τη γη, τόσο την πέτρα όσο και τα φυτά, τόσο τα ζώα όσο και τον άνθρωπο και την ανθρώπινη ιστορία ως έργο των ανθρώπων και των θεών, τέλος και πάνω απ’όλα, τους ίδιους τους θεούς με το πεπρωμένο τους. Φύσις σημαίνει την προβαίνουσα κυριάρχηση και την δι’αυτής κυριαρχούσα παραμονή. Σε τούτη την προβαίνουσα και παραμένουσα κυριάρχηση περικλείονται τόσο το ‘γίγνεσθαι’ όσο και το ‘Είναι’, με τη στενή σημασία της ακίνητης παραμονής. Φύσις είναι η  έ κ σ τ α σ ι ς , η έξοδος από το κρυμμένο όπου μόνον έτσι το κρυμμένο έρχεται σε στάση… 

 

…Το μεγάλο έχει μεγάλη αρχή, διατηρείται μόνο με την ελεύθερη επιστροφή της μεγαλοσύνης του και, αν είναι μεγάλο, έχει μεγάλο τέλος. Αυτό συμβαίνει με τη φιλοσοφία των Ελλήνων. Τέλειωσε με μεγαλοσύνη στον Αριστοτέλη. Μόνο  κοινή αντίληψη και ο μικρός άνθρωπος φαντάζονται πως το μεγάλο πρέπει να διαρκεί ατελεύτητα, και ταυτίζει τη διάρκεια με την αιωνιότητα. 

Οι Έλληνες ονομάζουν φύση τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους. Σημειώνουμε μόνον εν παρόδω, πως ήδη μέσα στην ελληνική φιλοσοφία από νωρίς άρχισε η λέξη να παίρνει κάποια στενότερη σημασία, χωρίς ωστόσο το αρχικό της νόημα να εξαφανιστεί από την εμπειρία, τη γνώση και τη στάση της ελληνικής φιλοσοφίας. Η γνώση της αρχικής σημασίας της υπάρχει ακόμη στον Αριστοτέλη, όταν τούτος μιλά για τις αρχές των όντων ως τοιούτων. Αλλά αυτός ο περιορισμός της έννοιας της φύσης προς την κατεύθυνση του ‘φυσικού’, δεν συνέβη με τον τρόπο που εμείς σήμερα το φανταζόμαστε. Αντιπαραθέτουμε στο φυσικό, το ‘ψυχικό’, το πνευματικό, το ζωτικό. Αλλά στην εποχή των Ελλήνων, και λίγο αργότερα, όλα αυτά ανήκουν στη φύση. Οι Έλληνες , αντιπαραθέτουν στα προηγούμενα αυτά που ονομάζουν θέση και νόμο, κανόνες, με την ηθικολογική σημασία. Τούτα όμως δεν σημαίνουν ηθικούς κανόνες αλλά ήθη που στηρίζονται σε ελεύθερα αποδεκτές υποχρεώσεις και σε εντολές που έρχονται από την παράδοση. Σημαίνουν την ελεύθερη συμπεριφορά και στάση, τη μορφοποίηση του ιστορικού είναι του ανθρώπου, το ήθος, αυτό που κατόπιν, κάτω από την επίδραση των κανόνων, εξέπεσε στο ‘ηθικό’…

 

Τα όντα ως τοιαύτα στο σύνολό τους είναι φύση –δηλ. ως ουσία τους και χαρακτηριστικό τους ορίζεται αυτό που προβαίνει και κυριαρχεί. Την εμπειρία ενός τέτοιου πράγματος κυρίως την αποκτούμε από αυτό που κατά κάποιο τρόπο επιβάλλεται εντελώς άμεσα στην προσοχή μας, και τούτο είναι η κατοπινή, στενότερη έννοια της φύσεως: τα φύσει όντα, τα φυσικά, τα όντα της νατούρας. Όταν θέτουμε γενικά το ερώτημα για τη φύση, δηλ. τι είναι τα όντα ως τοιαύτα, την αφετηρία τη δίνουν, πάνω απ’όλα, τα φύσει όντα. Ωστόσο, κατά τέτοιο τρόπο, που εξ αρχής το ερώτημα δεν επιτρέπεται να μείνει σε μια όποια περιοχή της φύσης στα άψυχα σώματα, στα φυτά, στα ζώα, αλλά πρέπει να πάει πέρα από τα φυσικά.

Το ‘πέρα από’ στα ελληνικά λέγεται μετά. Η φιλοσοφική έρευνα περί των όντων ως τοιούτων είναι μετά τα φυσικά. Ρωτάει για τα πέρα από τα όντα, είναι μεταφυσική…»

 

 

Martin HeideggerEinführung In Die Metaphysik [πρώτη έκδοση 1953, εισαγ., μτφ., σχόλ. Χρήστου Μαλεβίτση, εκδ. Δωδώνη, 1973]


Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Γαρμπίλι


Με πυρετούς
τανάλιες κόκκινες
που έσφιγγαν λαιμούς
ιδρώτες 

λευκό γαρμπίλι

στο μέτωπο
υποδεχόταν ο λεπρός την αγιοσύνη
της κάθε μέρας
και ο έγκλειστος σακάτης
πόρνος
την κουρασμένη βλασφημία
της κάθε νύχτας

μετά το Ένα
μετά το φως
μετά το άοδμο
αίμα
ο άνθρωπος χλομός
ο άνθρωπος όρθιος
ο άνθρωπος
υβός

ανασαίνοντας το χτες

εισπνέοντας θάνατο
μνήμες
καταβροχθίζοντας

με θόρυβο

με θόρυβο
με θόρυβο

σαρκώνεται

θνητός κι όμως
τον αθάνατο καμώνεται

θάνατο εισπνέοντας


ζωή εκ-πνέει