Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Καταφύγιο



Πως με βρήκες;

ανάμεσα σε τόσα χέρια
κάτω από τόσα σώματα
πίσω απ’όλες αυτές
τις ασπρόμαυρες ημέρες…

κι όμως
με βρήκες…

και χωρίς να’χεις συντροφιά
ούτε τη σιωπή μου…

κι όμως
με βρήκες…


Ιανουάριος παγωμένος, Φλεβάρης προδομένος, Μάρτιος σιωπηλός…

Κατεβαίνω στο καταφύγιο των ψυχών… Ο Aγέννητος μετράει τους μήνες… τραγουδάει… δεν θυμάται πια τίποτε, τίποτε άλλο, όμως μετράει… 

Μπήκα στο υπόγειο του Ανθρώπου… Ο πρώτος μου εαυτός στη γωνιά είναι και κλαίει, ο δεύτερος δίπλα στο μικρό ψυγείο και με κοιτάει, ο έσχατος κοντά στον πατέρα, αναρωτιέται πόσο ακόμη θα ψηλώσει…


…Απρίλης αστερέωτος, Μάιος γελαστός, Ιούνης καυτός…

Είμαι στο λαβύρινθο του κόσμου… ο Αχώρητος δάνεισε τα χέρια του στην Ειμαρμένη, η Ειμαρμένη έχει πια τα χέρια του… ο Αχώρητος δεν μπορεί να κρατήσει πια τα πρωινά του, δεν έχει δάχτυλα να αγγίξει τη Νύχτα, κανείς δεν είχε ένα δάκρυ για τα χαμένα χέρια του… 

Είμαι στο κάτεργο του φόβου… ο πρώτος μου αριθμός είναι το μηδέν, ο δεύτερος το ένα, ο τρίτος μου αριθμός είναι το άθροισμα όλων των ηλικιών μου… και έχω όλη την υπόλοιπη στιγμή μου για να τις μετρήσω…


…Ιούλιος ερωτικός, Αύγουστος ολόφωτος, Σεπτέμβρης μαγικός…

Ο Αγέννητος μετράει… με έχει πιάσει από το χέρι και με καλεί κοντά του να μετρήσουμε μαζί… Η ανάγκη με έκανε να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια, η ανάγκη με έσπρωξε να διορθώσω το κόμπο στη ρυπαρή γραβάτα του… πνίγεται χωρίς φως ο Αγέννητος κι όμως, τραγουδάει πάντοτε, κι όμως μετράει…

Είμαι στο εργαστήρι του έφηβου θεού… Κίτρινες, άσπρες, μενεξεδιές κορδέλες παντού ολόγυρα, κανείς να τις κρεμάσει στα παράθυρα, παράθυρα δεν έχει αυτός ο κόσμος, έχει ανοίγματα όμως, κάτω από τα ανοίγματα υποδέχομαι έναν ρόγχο που μοιάζει με την ατμομηχανή που μου είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας, κάπου εδώ γύρω κι αυτή θα ανασαίνει το δικό της πένθος, κάπου εδώ γύρω…


…Οκτώβρης πρόστυχος, Νοέμβρης χολερικός, Δεκέμβρης νεκρός…

Η Εντροπία δεν μιλάει καλά τα ανθρώπινα. Έχει να πει πολλά και θέλει να μιλήσει. Αιώνες τώρα η ανάσα δεν βγαίνει από τα στήθια της και συλλαβίζει όμορφα αλλά δειλά. Το ξέρει πως θα μιλήσει όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, όταν οι άνθρωποι φιλιώσουν, όταν γεννηθούν παιδιά χωρίς καρκίνους. Αλλά δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει τούτη τη κληρονομιά. Η Εντροπία στέκει στον τοίχο, όρθια, ακάματη, προσεύχεται βουβά…

Είμαι στον αργαλειό του πόνου… Έχει η μητέρα ένα πρησμένο πόδι κι ένα χέρι γερασμένο αλλά χαμογελάει ακόμα. Ορφάνεψε πριν από μένα, θα πεθάνει ένα βράδυ του Οκτώβρη πιο μόνη από το βλέμμα, πιο σιωπηλή από το δάκρυ αλλά δεν θα φοβηθεί να περπατήσει ως εκεί. Εκεί είμαι, εκεί γεννήθηκα, εκεί την περιμένω… μητέρα θα έρθεις, θα σε στηρίξω, θα σου δώσω ένα μικρό μαντήλι, ένα φιλί στο κρύο σου μέτωπο, ένα μου ποίημα αλλά δεν θα σε συνοδεύσω παρακάτω… δεν είμαι άξιος να σε πέμψω εγώ… δεν έχω τα σπλάχνα της αποστολής αυτής, συγχώρεσέ με…

…Δευτέρα κόκκινη, Τρίτη χλωμή, Τετάρτη φαιά, Πέμπτη γαλάζια, Παρασκευή σταχτιά, Σάββατο μελανό, Κυριακή κατάλευκη…

Είμαι στο γνόφο του Άμορφου… 
μετράω κι εγώ
μαζί με τον εαυτό μου
ανέχομαι τον οπλισμένο πόνο μου
και ψιθυρίζω ίσα να με ακούει ο χρόνος
δεν έχω άλλα μάτια
να με ξεγελάω περισσότερο
να με προσδοκώ
να με υπόσχομαι
αλλά θα είμαι γιορτινός στην έξοδό μου
ακέραιος
φωτεινός
και θα ζυγίζω το κάθε βήμα μου
μονάχα στη ζυγαριά
της βιωμένης Αλήθειας…

Κι έτσι
θα ε ί μ α ι …

…πως με βρήκες;

ανάμεσα σε τόσους εαυτούς
πίσω από όλους τους ανθρώπους
κάτω από τα σεντόνια του θανάτου…

κι όμως
με βρήκες…

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

η τεχνουργία της αιωνιότητας…

 

Καμιά φορά λοιπόν, αρκεί μια πρόταση, μια λέξη… αυτό που χωράει και δεν χωράει, το αχώρητο… όλο τούτο το φορτίο που ξεχειλίζει απ’τη λέξη… η ‘επιστήμη’ του ποιητή, η αλχημεία του, η μαγεία του... φθαρμένες λέξεις, το ξέρω… όμως είναι φορές που τις νιώθω να βροντάνε μέσα μου όπως το αίμα στις φλέβες.

‘Ο γέρος είναι τιποτένιο πράγμα’… πώς γράφεται άραγε τούτο; σαν σπαθιά, νομίζεις σε κόβει στα δυο… όταν είσαι ο Γέητς όμως… 

Μαθαίνω το λοιπόν πως στα 42 του, σε ένα ταξίδι του στην Ιταλία, ο ποιητής, γοητεύεται από τη Ραβέννα και τα βυζαντινά της, τα ψηφιδωτά της, την αύρα της. Περάσαν άλλα είκοσι σχεδόν χρόνια όμως για να τα αποτυπώσει όλα τούτα, την εμπείρωσή του στο ‘Ταξίδι στο Βυζάντιο’ που μας μετέφρασε ο Γ. Σεφέρης. Μα, τι είναι αυτό το ποίημα θα πω απλά δυο λέξεις στο τέλος. Κι ας μην το συνηθίζω αυτό. Του πρέπει.

 

Ταξίδι στο Βυζάντιο

Δεν είναι τόπος για τους γέροντες αυτός. Νέοι

Στην αγκαλιά ο ένας του άλλου, πουλιά στα δέντρα,

-Τούτες οι γενεές που πεθαίνουν- στο τραγούδι τους,

Ποτάμια σμάρια οι σολομοί, θάλασσες σμάρια τα

σκουμπριά,

Το ψάρι, η σάρκα και το θήραμα, όσο βαστά το

καλοκαίρι υμνούν

Το κάθε τι που σπέρνεται, γεννιέται, και πεθαίνει.

Παρμένοι από τη λάγνα τούτη μουσική όλοι αψηφούν

Του αγέραστου νου τα μνημεία.

 

II

Ο γέρος είναι τιποτένιο πράγμα,

Κουρελιασμένο ρούχο απάνω σε μπαστούνι, εκτός

Αν η ψυχή χτυπήσει τις παλάμες της και τραγουδάει

πιο δυνατά, πιο δυνατά

Στο κάθε ξέσκισμα της θνητής φορεσιάς της,

Και δεν είναι σχολειό του τραγουδιού παρά η μελέτη

Των μνημείων της δικής της μεγαλοπρέπειας.

Έτσι λοιπόν αρμένισα τις θάλασσες για να’ρθω

Στην άγια πολιτεία του Βυζαντίου.

 

III

Σοφοί ορθωμενοι μέσα στην άγια φωτιά του Θεού

Λες στο χρυσό ψηφιδωτό ενός τοίχου

Βγείτε απ’την άγια τη φωτιά, στριφογυρίστε μες στο

στρόβιλο,

Γενείτε δάσκαλοι του τραγουδιού για την ψυχή μου.

Κάψετε την καρδιά μου κι αναλώστε την. άρρωστη 

του πόθου,

Δεμένη σ’ένα ζώο που ξεψυχά,

Δεν ξέρει τώρα τι είναι. και δεχτείτε με

Στην τεχνουργία της αιωνιότητας.

 

IV

Και μια φορά που θα’βγω από τη φύση, ποτέ μου 

δε θ’αποζητήσω

Για τη σωματική μορφή μου πράγμα φυσικό,

Αλλά τέτοια μορφή που οι Γραικοί χρυσοχόι φτιάχνουν

Από σφυρήλατο χρυσάφι και μαλαματένιο σμάλτο

Για να κρατήσουν ένα νυσταλέον Αυτοκράτορα ξυπνό.

Ή στήνουν σε χρυσό κλωνάρι για να τραγουδά

Στους άρχοντες και στις αρχόντισσες του Βυζαντίου

Τα που περάσαν, ή που περνάν, ή που θα’ρθουν.

 

William Butler Yeats

Μετ: Γ. Σεφέρης

Αντιγραφές, Ίκαρος, Αθήνα 1978

 

Μα, δεν είναι τούτη η ‘τεχνουργία της αιωνιότητας’ που σου κλέβει την καρδιά; Λοιπόν, το ποίημα καθώς διαβάζω δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη συλλογή The Tower, 1928, πρώτη μεγάλη ποιητική συλλογή του Γέητς μετά το Νόμπελ το ’23. 

Ό,τι κι αν μου πει κανείς, εγώ βλέπω βέβαια ‘την υπεροχή της Τέχνης που είναι αθάνατη έναντι της Φύσης που είναι θνητή’ μα περισσότερο βλέπω την ανθρώπινη αγωνία, την αγωνία απέναντι στο τέλος που έρχεται και μεταβολίζεται σε στίχους αξεπέραστους και δυνατούς. Ικετεύει ο ποιητής τους παλαιούς σοφούς: 

Βγείτε απ’την άγια τη φωτιά, στριφογυρίστε μες στο

στρόβιλο,

Γενείτε δάσκαλοι του τραγουδιού για την ψυχή μου.

Κάψετε την καρδιά μου κι αναλώστε την. άρρωστη 

του πόθου,

Δεμένη σ’ένα ζώο που ξεψυχά,

Δεν ξέρει τώρα τι είναι. και δεχτείτε με

Στην τεχνουργία της αιωνιότητας.

 

Το άλγος του γήρατος, της φθοράς, του θανάτου δεν έχει γιατρικό, μέσα στους αιώνες… οι ποιητές, οι μεγάλοι ποιητές το αθανατίζουν μα ο πυρήνας δεν αλλάζει… 

Μα, δεν είσαι κουρελιασμένο ρούχο καθώς λες μεγάλε ποιητή… είσαι κάτι που υπερβαίνει τις εποχές και κάνει εμένα, που δεν θα μπορούσες να έχεις γνωρίσει ποτέ, να σε διαβάζω, να σε μελετώ, να σε έχω συντροφιά κι έπειτα από μένα άλλοι κι άλλοι… μυριάδες… 

Να η τεχνουργία της αιωνιότητας


Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Το άλας της γης...


Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων…
Ματθ. 5-13


Η
μυητική διδασκαλία επιφυλάσσει πάντοτε εκπλήξεις… πάντοτε… θυμάμαι ήταν η εποχή της περίφημης ‘κάθαρσης’, κάπου εκεί στο ‘βρόμικο ‘89’… ολόκληρη η Ελλάδα συνταρασσόταν από τα όσα τρομερά και ευτράπελα μαζί γίνονταν τότε… όσοι τα έζησαν και τα θυμούνται σίγουρα μειδιούν αυτή τη στιγμή… ένα ανοιξιάτικο απόγευμα ήταν, σε κάποια καφετέρια στην Κυψέλη… μια συντροφιά φίλων και μαζί μας ήταν ένας παλιός αδελφός και αγαπημένος δάσκαλος μαζί…. συζητούσαμε… λογομαχούσαμε μάλλον… Οι πολιτικές συζητήσεις ως γνωστόν εξάπτουν τα πάθη και ιδιαίτερα στους λαούς της Μεσογείου. Οι απόψεις έδιναν κι έπαιρναν, ανταλλάσσονταν επιχειρήματα που απλώνονταν σε όλη τη βεντάλια των συναισθημάτων και των σκέψεων… από τα πλέον ψύχραιμα και ήπια έως εκείνα της ριζικής ανατροπής, της αλλαγής όλων, της απόλυτης κάθαρσης… να καούν όλα και στη θέση τους…

Ο παλιός αδελφός καθόταν σιωπηλός και μας κοιτούσε με ενδιαφέρον και τρυφερότητα θα έλεγα. Ήμασταν ένα πολύβουο μελίσσι νέων κι εκείνος κάπου στα 50 του πια μπορούσε να έχει την απαιτούμενη ‘απόσταση ελέγχου’. Άκουγε προσεκτικά αλλά δεν μιλούσε.

Κάποια στιγμή, ένας από εμάς τον ρώτησε: «Κι εσύ Κ… δεν θα μας πεις την άποψή σου; Τι πιστεύεις; Τι πρέπει να γίνει;»

Όλοι σιώπησαν αμέσως και περίμεναν με ενδιαφέρον τον μεγαλύτερό μας σε ηλικία και αρχαιότερο στην ατραπό να πει κάτι.

«Θυμάσαι στην επί του Όρους ομιλία Γ…; θυμάσαι που κάποια στιγμή ο Ιησούς τους λέει: Εσείς είστε το αλάτι της γης…»

Ο Γ… γύρισε και με κοίταξε απορημένος. Ξέρω τι σκέφτηκε… ‘κάποια παγίδα υπάρχει εδώ’.

«Ναι, το θυμάμαι», απάντησε ήρεμα εκείνος.

«Και συνεχίζει ο Ιησούς… Αν όμως το αλάτι αλλοιωθεί (αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Προτεστάντες το έχουν μεταφράσει tasteless), με τι θα ξαναγίνει αλμυρό; Σε τίποτα δεν αξίζει πια παρά μόνο, αφού πεταχτεί έξω, να καταπατιέται από τους ανθρώπους… Αυτή είναι μια καλή μετάφραση νομίζω… το θυμάστε όλοι;», ρώτησε κοιτάζοντάς μας τώρα έναν έναν.

«Ωχ!», είπε μια φίλη που καθόταν δίπλα μου όσο πιο σιγανά για να μην ακουστεί. «Ξέρω ποια είναι η επόμενη ερώτηση».

«Γιατί άραγε τους λέει ότι είναι ‘το άλας της γης’;», ρώτησε όλους μας και η σιωπή έγινε ακόμα βαθύτερη.

«Τό’ξερα», είπε η φίλη και φρόντισε να συρρικνωθεί στην καρέκλα της μπας και γίνει… αόρατη, ανεπιτυχώς βέβαια.

«Σκεφτείτε διαφορετικά… μην ξεχνάτε τις μυητικές ορίζουσες που πάντα μας ενδιαφέρουν… χωρίς αυτές δεν έχουμε παρά το επιμέρους όχι το ουσιώδες…», είπε και ενθάρρυνε όλους να μιλήσουν ελεύθερα. 

Ακούστηκαν διάφορες απόψεις αλλά καμιά δεν ικανοποίησε τον αδελφό μας. Τελικά αποφάσισα να δώσω κι εγώ τη δική μου.

«Γιατί το αλάτι και το κρύο νερό είναι απαραίτητα για να καθαρίσουν το αίμα», του είπα ξαφνικά και τον είδα να σμίγει τα φρύδια του. Και μετά να χαμογελάει πλατιά. Οι υπόλοιποι γύρω μου είχαν μείνει σκεφτικοί και βουβοί.

«Το αίμα;», ρώτησε αμέσως απευθυνόμενος πια μόνον σε μένα. «Ποιο αίμα;»

«Το βρόμικο αίμα»

«Δηλαδή;»

«Το αίμα του πρώτου φονικού… του Κάιν στον Άβελ… τελικά το αίμα όλων των φόνων, των πολέμων…»

Ο δάσκαλος άρχισε να γελάει δυνατά… με την καρδιά του.

«Συνέχισε αδελφέ μου…»

«Το άλας της γης είναι στην ουσία η νέα ανθρωπότητα, οι καινούργιοι άνθρωποι, οι ανακαινισμένοι, οι ‘καθαροί’… αυτοί που θα χρησιμοποιήσει ο Κύριος για να καθαρίσει τη βρομιά του παλαιού κόσμου…», συνέχισα με ένταση. «Και όσο θα παραμένει αμόλυντο θα μπορεί να ξεπλένει το αίμα… αν όμως μολυνθεί ή αλλοιωθεί είναι άχρηστο και το παλαιό θα απορροφήσει το νέο και το έργο του Θεού ακυρώνεται…»

Η φίλη δίπλα μου με κοιτούσε έκπληκτη.

«Αμόλυντο…», ψιθύρισε σχεδόν.

«Και γιατί νερό και άλας;», συνέχισε αμείλικτος ο δάσκαλος.

Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα.

«Χυμικός γάμος!... Ρόζενκρόιτς!», φώναξα ξαφνικά.

«Αλχημεία!, συμπλήρωσε ένας φίλος από τη συντροφιά. Οι παλμοί είχαν ανέβει.

«Γη-ψυχή-πνεύμα… άλας–θείο–υδράργυρος… αλλά σε προγενέστερες παραδόσεις, της εποχής του Ιησού, πνεύμα-άνθρωπος, ψυχή–νερό και άλας το πυκνό αιθερικό… ή το πράνα… ύλη…σάρκα…», συνέχισε ο φίλος.

«Τριάδες… παντού τριάδες…» μονολόγησα δυνατά.

«Στην ουσία δηλαδή ο Ιησούς μιλούσε…», τόλμησε να ψελλίσει η κοπέλα που καθόταν δίπλα μου.

«Μην διστάζεις», της είπα. «Για την Φιλοσοφική Λίθο… σε πνευματικό επίπεδο βέβαια…»

Για πολύ λίγο έπεσε μια κουβέρτα σιωπής που ήταν γεμάτη ένταση, ηλεκτρισμό και πυρετικές σκέψεις.

«Ναι», είπε κάποια στιγμή πάλι εκείνη, «και όλο αυτό πώς δένει με όσα συζητούσαμε πριν;»

«Για κάθαρση δεν συζητούσατε;», ρώτησε ο παλαιός αδελφός μας. Και συνέχισε. «Και το ερώτημα είναι φίλοι μου… ποιοι; Ποιοι είναι αυτοί που θα καθαρίσουν όλο αυτό το αίμα ολόγυρά μας; Ποιοι θα είναι εκείνοι που θα αποτελέσουν το άλας πλέον; Καταλάβατε τώρα γιατί οι μυημένοι όλων των εποχών δρούσαν σε αδελφότητες μυστικές και προστάτευαν την ταυτότητά τους, τις ιερές διδασκαλίες και το μαγικό έργο;»

«Για να μην αλλοιωθεί το άλας;», ρώτησε ένας από την συντροφιά.

«Και να μην απορροφήσει το παλαιό το νέο…», συμπλήρωσε ένας ακόμη.

Ειπώθηκαν κι άλλα… πολλά… Ήταν μια από τις βραδιές εκείνες που όλοι αποχαιρετιστήκαμε γεμάτοι δυνατές και γόνιμες σκέψεις. Θα τολμούσα να πω και έναν αυθεντικό ενθουσιασμό.

Το βλέμμα εργαζόταν μέσα μας…

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Όταν το μερικό συναντά το Απόλυτο...

Μερικές σκέψεις γύρω από την αστοχία της αγάπης

Την προδοσία
Wall  - Zoltan Toth


Ο Ισκαριώτης πρόδωσε γιατί βρέθηκε στο πλέον ασύλληπτο αδιέξοδο που μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος: το υπαρξιακό αδιέξοδο. Ο Ισκαριώτης συνάντησε, ή μάλλον συναντήθηκε με το απροσδόκητο. Κι όταν συναντιέσαι με το απροσδόκητο πράττεις απροσδόκητα.
Στην περίπτωση του Ζηλωτή Ιούδα, το μερικό συναντήθηκε με το Απόλυτο. Το ελλιπές με το τέλειο. Το πεπερασμένο με το άχρονο, το γήινο με το υπέργειο. Το υπαρξιακό αδιέξοδο δεν θα αργούσε να εμφανιστεί. Εμφανίστηκε άλλωστε, σε όλους τους μαθητές. Εμφανίστηκε στον Πέτρο, τον 'βράχο', εμφανίστηκε στον Θωμά, είναι σίγουρο πως πλημμύρισε τους πάντες. Απλά, ο Ιούδας δεν το άντεξε, προσπάθησε να το εκλογικεύσει, να το ερμηνεύσει, να το διαχειριστεί, κι αυτό ήταν το μοιραίο του λάθος. Ένα λάθος που χρειαζόταν ενέργεια για να αποφευχθεί, για να μην οδηγηθεί ο εν αδιεξόδω ευρισκόμενος μαθητής στην απόδραση και τελικά, στην λύτρωσή του και οι Ζηλωτές, εκτόνωναν όλη τους την ενέργεια στη δράση.
Ο Ιούδας ήταν ένας άνθρωπος της δράσης. Δεν ‘ευτύχησε’ να έχει την… αφέλεια του Πέτρου ή την εσωτερικότητα του Ιωάννη. Ήταν ένας άνθρωπος της καθαρής δράσης, και γι' αυτό το αδιέξοδο για εκείνον υπήρξε συντριπτικό και αξεπέραστο. Η ματιά του αποζητούσε με θράσος να ανοιχτεί σε ορίζοντες που ήταν απαγορευμένοι. Τουλάχιστον για εκείνον. Τον εικονογραφώ να αδιαφορεί πλήρως για τους υπόλοιπους μαθητές, για τον κόσμο και για τους Νομοδιδασκάλους της θρησκείας του. Τολμώ να εικάσω πως από τη στιγμή που ενεπλάκη στην υπαρξιακή σύγκρουση πριν οδηγηθεί στο αδιέξοδο κατανόησε -κι ίσως ήταν ο μόνος- τι ήταν ο Ιησούς, ή τι έμελλε να είναι ο Ιησούς αλλά το βάρος της κατανόησης έπεσε σαν ταφόπλακα πάνω του.
Ο Ισκαριώτης δεν πέρασε στην επόμενη ιστορική φάση του δράματος. Στη φάση της εξωστρέφειας, της ιεραποστολής, της πολεμικής ενάντια στον εθνικό και ιουδαϊκό κόσμο και της οργάνωσης της πρώτης χριστιανικής κοινότητας. Ίσως ευτυχώς. Έζησε τον διδάσκαλο χωρίς παραχαράξεις, χωρίς στρατηγικές και αντιμαχίες, βίωσε την αποκαλυπτική δύναμη της Αλήθειας ως το τέλος. Μονάχα που η Αλήθεια σαν Φως τον πλημμύρισε και τον έκαψε.

Και από το μοναχικό κλαδί που αιωρείται αιώνια κρεμασμένος, αναθεματισμένος και καταραμένος, καταγγέλλει στους ανθρώπους όλων των εποχών την υποκρισία των 'καθαρών', την 'ευθυκρισία' των 'τέλειων' και την αυθεντία των 'πεφωτισμένων'...