Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010


ΝΑ...

Να στήσουμε περισσότερους καθρέφτες
Να χτίσουμε μεγαλύτερα είδωλα
Να καλύψουμε τα σπίτια με κάτοπτρα
Να λατρέψουμε πιο χυδαία είδωλα

Πιο πρόστυχα να κλάψουμε για το κενό μας
Πιο υποκριτικά να χλευάσουμε το διπλανό μας
Πιο γενναία να αποκαλύψουμε τον οχετό μας
Να κρύψουμε απ' τα παιδιά τον εαυτό μας
Να κρύψουμε απ' τον εαυτό μας τον εαυτό μας

Πιο ακέραιοι θα γινόμαστε όσο θα διαρκεί η προσπάθεια
Πιο σπουδαίοι θα φαινόμαστε στο θρόνο μας
Πιο τρανοί θα φαντάζουμε!
Πιο λαμπεροί, πιο όμορφοι!

Έχουμε 'χρέος'
όχι να γκρεμίσουμε
αλλά να χτίσουμε...

Να στήσουμε
Να χτίσουμε

Να ζήσουμε (;)...

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010


‘…και τρείς χιλιάδες χρόνια αν μέλλεις να ζήσεις και δέκα χιλιάδες φορές τόσα, ένα μόνο να μην ξεχνάς, ότι κανείς δεν χάνει άλλη ζωή από εκείνη που ζει. Ούτε άλλη ζει παρά εκείνη που χάνει. Άρα στο ίδιο καταντά και η μακρύτερη και η συντομότερη ζωή. Το παρόν είναι ίσο για όλους, ώστε κι εκείνο που χάνει ο καθένας είναι ίσο μ’εκείνο που χάνουν οι άλλοι…
            …του ανθρώπινου βίου η διάρκεια είναι στιγμή, η ύλη ρευστή, η αίσθηση αμυδρή, όλου του σώματος η σύσταση φτιασμένη για να σαπίσει. Η ψυχή είναι σβούρα. Η τύχη δεν προβλέπεται και η φήμη δεν κρίνεται. Με λίγα λόγια, του σώματος όλα ποταμός και της ψυχής όνειρο και φαντασία. Ο βίος πόλεμος κι επιδρομή από ξένους και η φήμη μετά θάνατο, λήθη. Τι λοιπόν μπορεί να μας οδηγήσει; Ένα και μόνο, η φιλοσοφία…
            …κι απάνω απ’όλα, τον θάνατο με ήρεμη γνώμη να τον περιμένει, όχι ως άλλο τι παρά ως διάλυση των στοιχείων, από τα οποία κάθε ζώο συνίσταται. Αν λοιπόν, για τα στοιχεία χωριστά, δεν είναι τίποτα το φοβερό ακατάπαυστα να μεταβάλλονται σε κάτι άλλο γιατί να φοβάται κανείς τη μεταβολή και τη διάλυση του συνόλου; Είναι πράμα φυσικό και κακό δεν έρχεται από τη φύση…
            …από τις πρώτες αρχές που πρέπει να μελετήσεις, είναι αυτές οι δυο: η μια, ότι τα πράγματα τα εξωτερικά δεν θίγουν την ψυχή αλλά μένουν εκεί που είναι, ακίνητα και οι ενοχλήσεις προέρχονται μόνο από την εσωτερική μας γνώμη. Η άλλη, ότι όλα αυτά, όσα βλέπεις, ταχύτατα θα μεταβληθούν και θα παύσουν να υπάρχουν. Και τις μεταβολές που έτυχε να δεις εσύ ο ίδιος, έχε τις πάντα στο νου σου. Ο κόσμος αλλαγή. Ο βίος ιδέα…
            …την αυγή, όταν με δυσκολία σηκώνεσαι, πρόχειρη να είναι η σκέψη ότι για ανθρώπου έργα σηκώνομαι. Λοιπόν, τι δυσανασχετώ, αφού πηγαίνω να κάνω εκείνα που εξαιτίας των επλάσθηκα και που γι αυτά έχω βγει στο κόσμο; Ή μήπως εδημιουργήθηκα με σκοπό να μένω ξαπλωμένος στα στρώματα και να σιγοζεσταίνομαι; -΄Ναι αλλά αυτό είναι πιο ευχάριστο΄. -Λοιπόν, για να ευχαριστιέσαι γεννήθηκες; Και όχι για να παράγεις και να ενεργείς;…
            …ο θάνατος, ανάπαυση από αισθητικές εντυπώσεις, από ορέξεις που σε τραβολογούν σαν νευρόσπαστο, από πνευματικούς περισπασμούς κι από υποδούλωση στη σάρκα…
            …πόσο διεφθαρμένος και υποκριτής εκείνος που λέει: ΄Εγώ αποφάσισα να σου φερθώ με ειλικρίνεια’. Τι κάνεις άνθρωπέ μου; Αυτό δεν χρειάζεται να το λες από πριν. Στην πράξη θα φανεί. Στο μέτωπο πρέπει να είναι γραμμένο, ν’αντηχεί αμέσως στη φωνή, ευθύς στα μάτια να εκφράζεται, όπως στη ματιά του ερωμένου διακρίνει αμέσως την αγάπη εκείνος που αγαπιέται…’

Μάρκος Αυρήλιος Εις εαυτόν

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

…

Γενναία η ψυχή
που διεκδικεί τη στιγμή της
απ'το χρόνο

Γενναία η καρδιά
που πέθανε απ'το διάπυρο κάλλος του Ερωτα

Γενναίος ο στοχασμός
που αποπειράθηκε
να χρωματίσει τη ζωή με διέξοδα

Γενναία η τέχνη
που στεφάνωσε την ανδρεία της
με λευκά χαμόγελα παιδιών

Γενναία η βροχή
που δεν λυπάται κάθε πρωινό
να μεταμορφώνεται σε Ανοιξη

Γενναία η νύχτα
που δε φοβάται κάθε αυγή
να ντύνεται ήλιος νικηφόρος

Γενναία η ανάσα
που δεν σταμάτησε ποτέ
σημαίες του αύριο
να κυματίζει στις νεανικές φωνές

...

Γενναία η ελπίδα
που δεν κοιμάται
στιγματισμένη απ'την ευχή μονάχα

Γενναία τα καλοκαίρια
που πλένουν στις έρημες θάλασσες
όλα τα κρίματα κι όλες τις διαψεύσεις

Γενναία η εποχή
που μίζερη δε στάθηκε
σε σκυλευμένα προσωπεία
και σε Μεσσίες ανέπαφους

Γενναία η δημιουργία
που δε σεβάστηκε
τα είδωλα και γκρέμισε
τα μαυσωλεία των εξαγνισμένων προσευχών

Γενναία η φύση
που απ'την ουσία εξαρτήθηκε
κι απ'τη κλειστοφοβία των λεπρών ιδεών
άνωθεν γεννήθηκε

Γενναία η ποίηση
που έμαθε ν'αναζητά
του ανθρώπου τη χλωμή ματιά
και της αινέσεώς του
τη ματαιοδοξία

…

Γενναίος κι εκείνος που ερωτεύτηκε
που μέσα στο θάνατό του ονειρεύτηκε
άλλες ζωές
κι έζησε μέσα σ'αυτές
ακέραιες δόξες

…

Γενναίοι
από εμάς οι πιο αδύναμοι
πως είχαν την προσδοκία
κι όχι το φόβο
αύριο να είναι ακόμη πιο αδύναμοι

Γενναίοι
από εμάς οι πιο λυπημένοι
πως έχουν την σκιά φροντίδα
και δε φοβούνται τη σημασία των λέξεων

Γενναίοι
από εμάς οι πιο ρωμαλέοι
πως περπάτησαν ως τα πέλαγα
της απτοησίας
κι έκαναν σπίτι τους
την ίδια τη θνητή τους φύση

Γενναίοι από εμάς
οι πιο μεγάλοι ουτοπιστές
πως ξέρουν τι υπήρχε χτες
κι ακόμα αναρωτιούνται
τι υπάρχει αύριο

Γενναίοι από εμάς
οι πιο σκλαβωμένοι
πως οι αλυσίδες τους
έχουν τους κρίκους τους χρυσούς
και οι ανάσες τους
έχουν την ιερότητα της θλίψης

Γενναίοι από εμάς
όλοι οι αντάρτες
των αναβάσεων στις ανύπαρκτες κορυφές
πού'χουν ανακαλύψει
οι επιβήτορες των αιώνων

Γενναίοι
όσοι από εμάς
εμάς αρνήθηκαν
κι έγιναν το Τώρα
κι έγιναν το Αυτό
κι έγιναν το Αόρατο
κι έγιναν μέσα στο Αθάνατό τους
η πιο όμορφη
η πιο τρωτή
κι αγαπημένη φθορά...

Γενναίο το βήμα που εργάζομαι
κάθε πρωί να σκέφτομαι
πως τάχα υπάρχω...

1997

[εξαιρετικά αφιερωμένο στις Ευαγγελία Πατεράκη
και Δέσποινα Γιαννάκου]

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010


Καθόμασταν εδώ και ώρα σ'αυτό το μοναχικό παγκάκι, ο ένας ακουμπώντας στη πλάτη του άλλου και σιωπηλοί. Μου είχε πει κάποτε ότι δεν της άρεσαν οι σιωπές, ότι την έφερναν σε αμηχανία. Το καταλάβαινα αυτό. Πολλά μπορείς να πολεμήσεις, όχι όμως και τη σιωπή. Η σιωπή έχει πολεμιστές ανίκητους, αόρατους, δε σε σκοτώνει, σε αφανίζει. Δε σε αλλάζει, σε αλλοιώνει.
            Τούτο το απόγευμα όμως της άρεσε η σιωπή και δεν ήθελε να την προσβάλλει με κανένα τρόπο. Φαίνεται ότι δεν ένιωθε απόψε αμηχανία, ή απλά, είχε χαθεί σε άλλους κόσμους. Η παρουσία μου δίπλα της θα βοηθούσε στο να αισθάνεται ότι, όταν επιστρέψει από εκεί, δε θα είναι μόνη. Σημαντικό αυτό.
            Κάποια στιγμή, γύρισε το σώμα της αλλά εγώ δεν έκανα το ίδιο. Αισθάνθηκα στη πλάτη μου τα στήθη της και ήταν μια όμορφη αίσθηση. Πέρασε τα χέρια της στη κοιλιά μου και ακούμπησε το κεφάλι της στη βάση του δικού μου. Το πιο περίεργο ήταν όταν αισθάνθηκα την ανάσα της στο σβέρκο μου. Δε ξέρω γιατί αλλά εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ξαφνικά πως ένα άλλο ον, μια ζωντανή παλλόμενη οντότητα υπήρχε δίπλα μου, με ακουμπούσε, ζούσε εκείνα τα δευτερόλεπτα συντονισμένη με μένα αλλά και τελείως αυτόνομη, ήταν μια συνειδητοποίηση που με έκανε να ανατριχιάσω. Τι στο διάβολο είναι ο νους; Στα τσακίδια οι στοχασμοί, είπα από μέσα μου και αφέθηκα να απολαμβάνω τη στιγμή.
            Οι πρώτες της λέξεις μετά από τόση ώρα ήταν αυτές που δε θα ξεχάσω ποτέ:
            "Περνάω μέσα σου τώρα, θα με υποδεχθείς;"
            Δεν έκανα την παραμικρή κίνηση, δεν είπα τίποτα, μονάχα τρόμαξα...

 * * *

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010


Ονείρεμα

(Ο Γέροντας)


Μπήκα πάλι
στους κόσμους των εικόνων
και των ξεχασμένων τραγουδιών
κείνους τους κόσμους που επινόησα κάποτε
και που στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου
κείνους τους κόσμους που πια έχω μισήσει
αλλά δεμένοι είναι αχώριστα με μένα

περπάτησα πολύ και λίγο
σημασία δεν έχει
ό,τι κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια
όπου στεκόμουν άνυδρες χώρες
όπου ανάσαινα
μονάχα λίβας και σκόνη των αιώνων

κάποτε

βρήκα ένα γέροντα θλιμμένο
να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο
και τον πλησίασα δειλά
γύρισε και με κοίταξε
και είχε στο βλέμμα του
κουρνιάσει ένας λευκός θάνατος
κι είχε στο πρόσωπό του
ξεκουραστεί η αφθονία του τίποτα

"ήρθες ξανά" μου είπε
και με καλωσόρισε
"κάθισε δίπλα μου λοιπόν
γιατί είμαι μόνος αιώνες τώρα
και διψάω να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."

και κάθισα κοντά του

κάτω απ'το χάρτινο κείνο δέντρο
κι ένιωσα πως ο γέροντας αυτός
ήταν εκεί για μένα από πάντα
κι ένιωσα τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα
τόσο αλλόκοτα νεκρό
τόσο γεμάτο από Τίποτα...

"μη με κοιτάζεις όσο θα σου λέω
μη με αγγίξεις
τίποτε είμαι γεμάτος
και δε θα νιώσεις παρά τίποτα
μη με ρωτήσεις πόσο έζησα
γιατί το έχω ξεχάσει
μη με φοβάσαι
η μοναξιά και η έπαρση
προξενούν μονάχα θλίψη"

άρχισε να λέει

και η φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου
και σκιά δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...

"χρειάζεσαι ένα κόσμο αλλιώτικο
αυτός που ζεις είναι αυταπάτη
χρειάζεσαι πολέμους με άλλες μάχες
τούτες που δίνεις κιόλας σε κουράσανε
χρειάζεσαι ανθρώπους με καρδιά
αυτούς που αγάπησες
όλοι πεθάνανε..."

είπε ο γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια
και το κεφάλι μου σκυφτό
να μην με αρπάζει η τρέλα του τοπίου

"χρειάζεσαι άλλες μουσικές
τούτες που ακούς σε ανισορροπούν
είναι κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες
άλλες χρειάζεσαι αυγές
οι ήλιοι που ανατέλλουν στη ζωή σου
κι αυτοί ψεύτικοι είναι
όπως αυτό το δέντρο..."

είπε ξανά ο γέροντας και στο μυαλό μου
σφυροκοπούσε μια φρενήρης άρνηση
να μην αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά
να φύγω
να επιστρέψω
να ξυπνήσω!

"εμένα σύντομα θα με ξεχάσεις
τίποτε είμαι
και δεν γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου
εμένα γρήγορα θα με περάσεις
αλλά, πόσο σε συμπονώ,
μ'εσένα θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"

είπε ξανά και άκουσα το γέλιο του
κραυγή κι αυτό
παράφωνη οιμωγή απ'το τίποτα
και προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά
να τρέξω πίσω, να χαθώ,
να νιώσω εμένα ακέραιο,
να ξυπνήσω!

"κράτησε τούτο που σου λέω
πριν να ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες
όλα είναι όπως εγώ
τίποτε
αν δεν γεμίσουν από σένα
όλα είναι όπως το δέντρο αυτό
ψεύτικα
αν δεν δονούνται από σένα
όλα είναι χαμένα
όπως ο χρόνος σου μαζί μου
αν δεν ντυθούν αγάπη
από σένα!"

τούτα είπε ο γέροντας
πριν με αφήσει
και τον αφήσω κι εγώ
και έχω μια εικόνα τελευταία
πριν πάλι ευλογηθώ
στον κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω
ο γέροντας να εξαφανίζεται
το δέντρο να αφανίζεται
κι εμένα να στέκω ολομόναχος
σ'ένα απέραντο τοπίο
από περίεργο φως

και να μιλάω σε μένα...

16/7/2001

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010



Σκέφτομαι καμιά φορά
Τι θα γινόταν αν ξυπνούσα μια μέρα
Σε μια έρημη πόλη;

Αν άνοιγα το ραδιόφωνο
Και υπήρχαν μόνο παράσιτα
Αν άνοιγα την τηλεόραση
Και δεν υπήρχε σταθμός
Αν έβγαινα στο δρόμο
Και δεν υπήρχε κανείς;

Τι θα γινόταν άραγε
Αν ξυπνούσα μόνος;
Ολότελα μόνος στη πόλη;

Κι αν έπαιρνα το αυτοκίνητο
Και ταξίδευα στους άδειους δρόμους
Περνούσα από άδεια μαγαζιά
Κι από άδεια σχολεία
Προσπερνούσα ερημωμένες πλατείες
Και πάρκα που δεν έχουν πια ζωή
Τι θα γινόταν άραγε;
Και τι θα με πλημμύριζε;

Ο απόλυτος τρόμος;
Η απόλυτη ευτυχία;
Η απόλυτη μοναξιά;

Ποιος είμαι τότε;
Πως με λένε;
Τι σημασία έχει αν έχω παρελθόν;
Τι νόημα έχει να έχω μέλλον;
Ποιος ήμουν κάποτε;
Ποιος έχτισε όλα τούτα ολόγυρά μου;
Και γιατί τα εγκατέλειψαν όλοι;

Αν υπάρχει η αλφαβήτα του κόσμου
Ποιος θα μου διδάξει το ‘α’;

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010




Γιατί είχα…

πέθανα
γιατί’ χα σώμα
είδα το αίμα μου
πρώτη φορά
όταν κυλούσε ανασαίνοντας
ελεύθερο…

έζησα
πρώτη φορά
στο μηρό της Κίρκης
μονάχα που ήμουν ξενιστής
της Πηνελόπης
κρυφά
και δεν το’ξερα

πέθανα
γιατί’ χα βλέμμα
είδα τον κόσμο
πρώτη μου φορά
όταν με σπλαχνίστηκες
σκοτώνοντάς με…

έζησα ελεύθερος
στην αίγα που θυσίασα
στην είσοδο του Άδη
μοσχοβόλησαν τα σκοτεινά παλάτια
και η μητέρα του Οδυσσέα
μου ψέλλισε την μόνη Αλήθεια

πέθανα
γιατί’ χα τόσους αιώνες
όλες τις πληγές μου ανοιχτές
και σε καμιά
εσένα…

Ιούνιος 2009