Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

 


Άνοιξη του ‘45

(Αποσπάσματα από ένα φανταστικό ημερολόγιο)


…Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι μας απειλούν… δυόμισι εκατομμύρια οικογένειες προσδοκούν ένα γρήγορο τέλος, ένα τέλος πάνω από τα σώματά μας, προσδοκούν το θάνατό μας. Με τα μαύρα, πεινασμένα μάτια τους, δεν μας βλέπουν ηττημένους, μας βλέπουν κιόλας νεκρούς. Γιατί εμείς τους φέραμε το Χάρο πάνω απ’τα κεφάλια τους, εμείς τους αρπάξαμε τα αγόρια απ’τα σπίτια και τα σωριάσαμε κουβάρια σε φριχτές χωματερές στο Στάλινγκραντ και στο Χάρκοβο και στο Λένινγκραντ και αλλού. Εμείς βιάσαμε τα κορίτσια τους και εμείς σπάσαμε στους τοίχους τα κεφαλάκια των μικρών παιδιών τους. Εμείς τους φέραμε το θανατικό και τη τρέλα. Και τώρα, δυόμισι εκατομμύρια Ρωσομογγόλοι αφιονισμένοι, αγριεμένοι και γεμάτοι εκδίκηση, περιμένουν ένα σήμα για να διαβούν τον ποταμό Όντερ και να μας πνίξουν στο αίμα μας…
…Τούτη η Άνοιξη δεν μοιάζει με καμιά άλλη…
…Μας λένε να μην φοβόμαστε, μας λένε ότι το Ράιχ δεν πέθανε, είναι ανίκητο, δεν θα λυγίσει ποτέ κάτω από τις βρομερές ερπύστριες των πεινασμένων Ρώσων. Μας λένε πως ο Φύρερ δεν θα μας εγκαταλείψει, πως ετοιμάζει τα μυστικά του όπλα και θα συντρίψει τον Ζούκοφ και τον Κόνιεφ και τους Αμερικανούς που κοντοζυγώνουν στην πρωτεύουσα. Μας λένε να μην φοβόμαστε γιατί ο Φύρερ υποσχέθηκε ένα ένδοξο μέλλον για τα παιδιά μας και ως σήμερα τις κράτησε όλες τις υποσχέσεις του…
…Μέχρι προχτές μας βομβάρδιζαν οι Σύμμαχοι. Τώρα μας λιώνουν και οι Σοβιετικοί. Πόσο θα αντέξουμε; Όμορφο Βερολίνο, μοιάζεις πια με ένα κακάσχημο φάντασμα και δεν γοητεύεις κανέναν. Μακάρι να μην σε είχε δει κανείς στις δόξες σου…
…Τέλη Απρίλη. Αύριο, μεθαύριο θα δούμε κι εμείς τα φοβερά Ρώσικα τανκς. Μα δεν με απασχολεί πια τίποτε άλλο εκτός από την πείνα. Είδα την Ματίλντε σήμερα τουμπανιασμένη στο δρόμο. Με δυσκολία τη γνώρισα έτσι όπως είχε παραμορφωθεί. Η Μάτι… που ήταν η πιο ροδαλή στη γειτονιά κι όταν ο πατέρας της έκανε την γιορτή των αρραβώνων της με τον Κουρτ που υπηρετούσε στα τανκς του Γκουντέριαν, όλοι της έλεγαν να χάσει κανένα κιλό για να είναι πιο όμορφη. Και πέθανε από την πείνα. Κατέρρευσε ξαφνικά στη μέση του δρόμου και δεν την μάζεψε κανείς. Μα κι εγώ δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ. Μακάρι να φύγω στον ύπνο μου, όσο μπορεί να κοιμηθεί κανείς δηλαδή μέσα στους βομβαρδισμούς…
…Είμαι η Μαρία Νόισλερ, του Φράντς και της Ελένα, να το επαναλαμβάνω συνέχεια, να μην ξεχάσω ποια είμαι, είμαι η Μαρία Νόισλερ, 20 ετών, κόρη του Συνταγματάρχη Φραντς Νόισλερ που χάθηκε στο Στάλινγκραντ μαζί με την 6η Στρατιά του Πάουλους και της Ελένα Νόισλερ που χάθηκε στο Κένινγκσμπεργκ όταν μπήκαν οι Ρώσοι και κανείς δεν ξέρει που είναι… αχ, μητέρα που να βρίσκεσαι κι εσύ…
…Μέσα στις τρομερές παραισθήσεις που έχω από την εξάντληση, μου ήρθε στο σπίτι και ο μικρός Ράινερ, ο γιος του Ταγματάρχη Ρος. Μου ζήτησε να τον κρύψω γιατί τον κυνηγούν από την Διοίκηση επειδή τον βρήκαν να κρύβεται σε κάτι χαλάσματα στην Βίλχελμστράσσε. Τι ζητούν από ένα 15χρονο παιδί; Να γίνει ολοκαύτωμα για το παραλήρημά τους; Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν τελειώσει. Ευτυχώς ο μικρός μου έφερε λίγο ψωμί και ζάχαρη και θα συνέλθω. Αποφάσισα να τον κρατήσω στο σπίτι. Οι Ρος ήταν φίλοι του πατέρα. Κι ό,τι γίνει. Άλλωστε, δεν με ενδιαφέρει πια…Τίποτα δεν μ’ενδιαφέρει πια… Με δυσκολία γράφω και τούτες τις γραμμές. Για ποιον άραγε;…
…Τρία κτήνη βίασαν την κυρία Βέρνερ, του 3ου πατώματος. Μπροστά στο παιδί της. Κι ύστερα της έχωσαν μέσα της μια μολότωφ και την έκαψαν ζωντανή, γελώντας απαίσια. Κτήνη, βάρβαρα γουρούνια! Όλες οι γυναίκες βάζουν κάρβουνο στο πρόσωπο και μαντήλια στα κεφάλια τους για να μην δίνουν στόχο στα μεθυσμένα ανθρωποειδή του Στάλιν αλλά δεν μπορεί τίποτα να σε φυλάξει από το κακό. Ώστε αυτά που ακούγαμε για το Κένινγκσπεργκ είναι αληθινά. Θεέ μου, ας μην δείξει ο διάβολος την δική μου πόρτα στα κτήνη αυτά…
          …Ο μικρός Ρος είναι θησαυρός. Έκλεψε από τους Ρώσους λαρδί και ψωμί και λίγες σοκολάτες και αρχίζω να ελπίζω πως θα τα καταφέρουμε. Μάθαμε ότι ο Φύρερ έδωσε τέλος στη ζωή του μαζί με την Εύα Μπράουν, στο Φύρερμπούνκερ. Μετά τους έκαψαν στον κήπο της Καγκελαρίας. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Κανείς δεν δίνει πια σημασία σε όσα λένε από δω κι από κει. Ίσως να είναι ψέματα. Ο κος Μέλτερ, ο συγγραφέας, μου είπε πως είναι αδύνατον ένα ανθρωπάκι όπως ο Χίτλερ να βρήκε το κουράγιο να αυτοκτονήσει. Σίγουρα το έσκασε μαζί με το χρυσάφι των Εβραίων και θα ζήσει ζωή χαρισάμενη σε κάποια άλλη ήπειρο, μακριά από όλους και απ’όλα. Και δεν θα τον βρούμε ποτέ. Ίσως μάλιστα να είναι σχέδιο των Εγγλέζων και του Τρούμαν. Δεν ξέρω τι είναι αλήθεια και τι ψέματα. Το μόνο που ελπίζω είναι να σταματήσουν οι βόμβες και οι οβίδες να σκάνε στα κεφάλια μας. Να συνθηκολογήσουμε, επιτέλους, να συνθηκολογήσουμε…
           …Έχω φτάσει πια στα όριά μου. Δεν αντέχω άλλο, με δυσκολία περπατάω. Ο μικρός Ρος εξαφανίστηκε, μαζί και η λίγη τροφή που μας εξασφάλιζε. Το απόγευμα χτύπησαν την πόρτα, δεν ξέρω ποιοι ήταν, δεν επέμειναν. Ίσως να ήταν Ρώσοι που ψάχνουν για κρυμμένους στρατιώτες. Ήμουν ξαπλωμένη, δεν σηκώνομαι για κανέναν λόγο πια. Το ξέρω πως θα πεθάνω εδώ, σ’αυτό το κρεβάτι, το κρεβάτι που κάποτε κοίμιζε τον αδελφό μου πριν χαθεί σε κάποιο σκοτεινό βυθό στα υποβρύχια. Είναι πιο ωραία εδώ από το δικό μου δωμάτιο που έχει μισογκρεμιστεί. Τίποτε δεν έχει μείνει πια από το σπίτι. Κι αν ζήσω ακόμα δεν θα έχω τίποτα να περιμένω. Καλύτερα να πεθάνω. Πάνω στο κρεβάτι αυτό…
          …Και ξαφνικά τόση ησυχία…
…Ακούω από τα μεγάφωνα τις φωνές σαν να είναι μέσα σε σπηλιά… Να παραδοθούν όσοι ακόμη πολεμούν, συνθηκολογήσαμε, περιορισμοί στην κυκλοφορία. Δεν θα υπάρξουν άλλοι βομβαρδισμοί. Μαρία Νόισλερ, είσαι τυχερή, είσαι ζωντανή! Κι όμως, δεν γλίτωσες…
…Οι τελευταίες μου σκέψεις είναι για τον Τόνι, τον καλό μου γαλανομάτη αγαπημένο των εφηβικών μου χρόνων στην Φρανκφούρτη, στο σπίτι της γιαγιάς Έλσας… Θέλω να χαθώ μέσα στο μεγάλο, φωτεινό του χαμόγελο καθώς με κοιτούσε, με αγκάλιαζε και με φιλούσε. ‘Μαρία θα σε παντρευτώ μια μέρα’, μου έλεγε και τον κορόιδευα. Δεν πρόλαβες Τόνι, χάθηκες κι εσύ στον Βόλγα κάποιο πρωινό από μια σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή που διαπέρασε το κράνος σου και σε άφησε στο τόπο… Ούτε κι εγώ πρόλαβα Τόνι. Δεν με βρήκε η σφαίρα κανενός Ρώσου, με νίκησε η πείνα και οι αρρώστιες...νικήθηκα κι εγώ, έπεσα όπως το Βερολίνο...
...χαλάσματα κι ερείπια κι εγώ…
…Αντίο…


Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Horror vacui...

 
 

Σ

ε αυτή τη διάσταση που έχει κατισχύσει η σιωπή, όλα εργάζονται πια ένα αλλόκοτο φως. Κι αυτή αναδεικνύεται και πάλλεται ως η μοχθηρή ομορφιά τους. Καθώς τούτη η σιωπή δεν μοιάζει με καμιά άλλη που γνώρισε ποτέ έλλογο ον, είναι ταυτόχρονα δεσμός και ελευθερία, νόσος και θεραπεία, οίηση και ταπεινότητα. Σε τούτη τη διάσταση που τρόμος του κενού έχει αντικατασταθεί μέσα από μια μετουσίωση και μεταστοιχείωση σε τρόμο της απουσίας του κενού, όλα μοιάζουν να συνομιλούν με όλα. Συνομιλούν όμως μονάχα μέσα στον πανικό της φανέρωσής τους. Και η φανέρωσή τους, μέσα σε αυτό το αλλόμορφο φως που δεν είναι λευκό αλλά υποκρίνεται θαυμάσια τη λευκότητα και την ενδύεται χωρίς καμιά ενδοστρέφεια αλλά με την πεποίθηση και την βεβαιότητα του θριαμβευτή, ανάβει και σβήνει, έρχεται και φεύγει, απλώνεται και συρρικνώνεται. Διαρκώς. Σε μια ατελεύτητη διαλεκτική του κενού και της απουσίας του κενού.

Κανείς δεν θα γνωρίζει σε λίγο ποιο είναι τι και πώς γεννήθηκε το κάθε τι. Αυτός είναι ο υπέρτατος τρόμος. Να απολέσεις όλες τις αναφορές σου.

Κι αυτή είναι η ύστατη και υπέρ-ύστατη ελευθερία. Να ελευθερωθείς από τις αναφορές σου.

Και κανείς δεν θα μάχεται πια σε λίγο για τις πτυχώσεις του Αχανούς που κάποτε ρυτίδωναν την ύπαρξη με ρίγη ομορφιάς. Ομορφιά θα είναι πια το απόλυτο κενό.

Και κανείς δεν θα μπορεί να δει αλλιώς, να θαυμάσει αλλιώς, να απορήσει αλλιώς, να ερωτευτεί αλλιώς, να πεθάνει αλλιώς.

Άλλωστε ο θάνατος θα είναι σε πλήρη συμφωνία με την μεταξίωση των αξιών και την εγκαθιδρυμένη και ιερή και όσια κενότητα, η πλήρης και απόλυτη και οντική κατάφαση πως ο τρόμος του κενού αφανίστηκε.

Και τίποτε δεν μπορεί να πλημμυρίσει τον χώρο και τον χρόνο άλλο από το κενό.

Και τα πάντα, το κάθε τι ξεχωριστά μα και όλα σε μια αρμονική συμφωνία, θα ανασαίνουν ελεύθερα, ηδονικά, στους λυγρούς αιώνες που αργοσέρνονται, την υπο-μηδαμινότητά τους… την ασημαντότητά τους, την ουδενότητά τους… την ανυπαρξία τους… την υπέροχη και όλβια και λιπαρή ανυπαρξία τους...
 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2023

Δριμιά Ανάγκη

 



Εμείς, εδώ
στη Μεγάλη Μοναξιά
συζητούμε για σένα
κατεβήκαμε απ’το όνειρο
μ’ένα κομμάτι ουρανό
και γίναμε μια δρασκελιά φωτός
στο μαύρο χώμα

Σφυροκοπάει το μάταιο
τη ζωή στις φλέβες μας
αγγίζουμε τα νιάτα στη σάρκα
και γίνεται χρόνος
και χάνεται

λαμποκοπάει το μέταλλο του πόνου
παίρνει κεφάλια κάθε μέρα
κάθε λεπτό
ο Λήσταρχος που φλέγεται από πόθο
για το χαμόγελό μας

φωτιά και ύαινες
και άρπαγες και οιμωγές
και στερεώματα οργωμένα από βλέμματα
και προσευχές ιερές
κατάρες, φονικά
και αγκαλιές σαν ξέφωτα ήλιου

πλούσιο το τραπέζι μας…

Εμείς, εδώ
στη Δριμιά Ανάγκη
κάθε πρωινό συνωμοτούμε
κι εργαζόμαστε
το θάνατό σου

και κάθε βράδυ
σε γιορτάζουμε
κάνουμε έρωτα τον Έρωτα
και απλωνόμαστε

και το Όνειρο εκείνο
όνειρο κάνουμε
και μέσα του ξεχνιόμαστε…



Yosemite Spring

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023

Καταχνιά

 

 Brothers By Hans Wolfgang Müller

 
 

Πώς έγινε αλήθεια

έτσι να ζήσουμε

που είχαμε

το κάθε μας λεπτό

τόσο ακριβό

[και μυστικά]

τόσο μεγάλο

που το γνωρίζαμε μονάχα εμείς οι δυο

και συνωμοτικά γελούσαμε

με κάθε νέα ρυτίδα στον καθρέφτη

 

που είχαμε τόσο ανεπίγνωστη

της μοναξιάς τη δήωση

που την επικαλούμασταν

κρυφά μα διαρκώς

κάποτε κάποτε μάλιστα

σαν εξαρτημένοι

που τρέφονται μονάχα

απ’την καταχνιά τους

 

και πώς έγινε αλήθεια

να βγαίνω απ’το σπίτι αυτό

λαθραία σχεδόν

κάθε πρωί

με το αβέβαιο βάδισμα

ενός ανθρώπου που δεν ξέρει

αν ο ήλιος που πάνω του λάμπει

μπορεί να τον κάψει

ή να τον θεραπεύσει

 

να τον διαλύσει σε στάχτες

ή να τον γεννήσει ξανά…

 

μακάρι να μην πίστευα τόσο

αδελφέ μου

στη μαγεία των λέξεων

αληθινά στο λέω

 

ίσως τώρα να ήσουν δίπλα μου

εδώ

 

κι εγώ ας έμενα για πάντα πλέον

στη σιωπή…

 

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

Μέγας γαρ ο αγών...

 

  

Μέγας γαρ … ο αγών, ω φίλε Γλαύκων, μέγας, ούχ όσος δοκεί, το χρηστόν ή κακόν γενέσθαι, ώστε ούτε τιμή επαρθέντα ούτε χρήμασιν ούτε αρχή ουδεμιά ουδέ γε ποιητική άξιον αμελήσαι δικαιοσύνης τε και της άλλης αρετής…

[Γιατί είναι μεγάλος ο αγώνας, αγαπητέ μου Γλαύκων, μεγάλος όσο δεν φαντάζεσαι, αν θα γίνει κανείς καλός ή κακός, τόσο που ούτε από τιμές αξίζει να παρασυρθεί ούτε από χρήματα ούτε από αξιώματα ούτε κι από την ίδια την ποίηση, και να παραμελήσει τη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές…]

 Πλάτων, Πολιτεία [608b]

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

[Σοφοίς χρώ]... ως πότε;

Αυτός εδώ ο τόπος που εμείς οι… φρέσκοι ζούμε και αναπνέουμε, κάνουμε τα πρώτα μας βήματα, σπουδάζουμε, ερωτευόμαστε, παντρευόμαστε, κάνουμε παιδιά και τα μεγαλώνουμε με διαρκείς αυτοσχεδιασμούς αλλά στην καλύτερη περίπτωση με περίσσεια αγάπης, στη χειρότερη κακοποιώντας τα σωματοπνευματικώς, γερνάμε και πεθαίνουμε, δεν ήταν πάντοτε ένας τόπος φαιδρότητας, ανοησίας και κάθε λογής τενεκέδων ξεγάνωτων και βλακο-χαζο-ηλίθιων που παρελαύνουν νυχθημερόν από τους δέκτες τηλεοράσεων ή τα σόσιαλ ή δεν ξέρω από που αλλού διαμορφώνοντας συνειδήσεις και επηρεάζοντας τάσεις, μόδες και όλα τα σχετικά και συνήθως ελεεινά.

Κάποτε ζούσαν και δρούσαν και δίδασκαν γίγαντες σε αυτόν τον τόπο. Γίγαντες που θεμελίωσαν αυτό που σήμερα αποκαλείται ‘δυτικός τρόπος ζωής’, ή ελληνορωμαϊκό μοντέλο διοίκησης και χάραξαν νοοτροπίες, φιλοσοφικές οδούς και ατραπούς, φιλοτέχνησαν στερεώματα και σύμπαντα αξεπέραστου κάλλους.

Και ευτυχώς, μπορεί ακόμα, αν κανείς πνίγεται από τη δυσοσμία ή την βλακεία που τον περιζώνει και του σφίγγει σα θηλιά το λαιμό, να κάνει μια βουτιά σε τούτο τον ωκεανό σοφίας και να… ξεπλυθεί.

Ως πότε όμως; 


 

Ιωάννη Στοβαίου, Ανθολόγιον [Σωσιάδου των επτά σοφών υποθήκαι]


 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

"η πιο μικρή άβυσσος είναι αυτή που δυσκολότερα γεφυρώνεται..."


Το Νυχτερινό Τραγούδι

 

Είναι νύχτα: τώρα μιλούν πιο δυνατά όλες οι αναβρύζουσες ψυχές. Και η ψυχή μου είναι μια αναβρύζουσα ψυχή.

Είναι νύχτα: Τώρα μόνο ξυπνούν όλα τα τραγούδια των ερωτευμένων. Και η ψυχή μου είναι το τραγούδι ενός ερωτευμένου.

Κάτι ανειρήνευτο κι ασώπαστο είναι μέσα μου. Θέλει να ξεσπάσει. Μια λαχτάρα γι’αγάπη είναι μέσα μου, που η ίδια μιλά τη γλώσσα της αγάπης.

Είμαι φως: αχ, να ήμουν νύχτα! Μα η μοναξιά μου είναι τ’ότι είμαι περιζωσμένος από φως.

Αχ, να’μουν σκοτεινός και νυχτερινός! Πόσο θα’θελα να πιω απ’τους μαστούς του φωτός!

Ακομα και τα ίδια εσάς θα ήθελα να ευλογήσω, ω μικρά σπιθιριστά αστέρια και φωτεινά σκουλήκια εκεί πάνω! – και θα’μουν μακάριος από το φως που θα μου χαρίζατε.

Μα ζω μέσα στο δικό μου φως, καταπίνω πάλι τις φλόγες που ξεπηδούν από μέσα μου.

Δε γνωρίζω την ευτυχία εκείνου που παίρνει. Και πολλές φορές ονειρεύτηκα πως η κλεψιά θα πρέπει να είναι ευδαιμονικώτερη απ’το πάρσιμο.

Φτώχεια μου είναι το να μην ξεκουράζεται ποτέ το χέρι μου από το να δωρίζει. Φθόνος μου είναι το να βλέπω μάτια γιομάτα αναμονή και τις φωτισμένες νύχτες του πόθου.

Ω δυστυχία όλων των δωρητών! Ω σκοτείνιασμα του ήλιου μου! Ω επιθυμία της επιθυμίας! Ω ακόρεστη και μέσα στον κόρο πείνα!

Παίρνουν από μένα: μα αγγίζω και τις ψυχές τους; Μια άβυσσος είναι ανάμεσα στο Δίδω και στο Παίρνω. Και η πιο μικρή άβυσσος είναι αυτή που δυσκολότερα γεφυρώνεται.

Μια πείνα γεννιέται από την Ομορφιά μου: θα ήθελα να κάνω κακό σε κείνους που φώτισα, θα ήθελα να ληστέψω εκείνους που τους έκανα δώρα: έτσι πεινώ την κακόα.

Να τραβώ πίσω το χέρι μου, όταν μου δίνετε το χέρι σας. Να κοντοστέκομαι σαν τον καταρράκτη που κοντοστέκεται και στο πέσιμό του: έτσι πεινώ την κακία.

Τέτοιες εκδικήσεις στοχάζεται η αφθονία μου: τέτοιες δολιότητες αναβρύζουν από τη μοναξιά μου.

Η ευτυχία μου να δωρίζω πέθανε από το να δωρίζω, η αρετή μου κουράστηκε και η ίδια από την αφθονία της.

Αυτός που δωρίζει πάντα, κινδυνεύει να γίνει ξεδιάντροπος. Αυτός που μοιράζει πάντα, κάνει κάλους στα χέρια και στην καρδιά από το πολύ μοίρασμα.

Από τα μάτια μου δεν αναβρύζουν πια δάκρυα μπροστά στη ντροπή αυτών που γυρεύουν. Το χέρι μου έγινε πολύ σκληρό για το τρεμούλιασμα των γιομάτων χεριών.

Τι έγιναν τα δάκρυα των ματιών μου και το χνούδι της καρδιάς μου;  Ω μοναξιά όλων των δωρητών! Ω σιωπή κάθε φωτοδότη!

Πολλοί ήλιοι κυκλοφέρνουν στο έρημο διάστημα: σε κάθε τι που είναι σκοτεινό μιλούν με το φως τους, σε μένα δε μιλούν!

Ω τούτη δω είναι η εχθρότητα του φωτός προς κάθε τι που δίδει φως: ανήλεα ακολουθεί την τροχιά του.

Άδικος ως τα βάθη της καρδιάς του προς κάθε τι που δίδει φως, παγερός προς όλους τους ήλιους. Έτσι οδοιπορεί κάθε ήλιος.

Θύελλας όμοιοι πετούν οι ήλιοι μέσα στην τροχιά τους, αυτή’ναι η πορεία τους. Την ανηλεή θέλησή τους ακολουθούν, αυτή’ναι η παγερότητά τους.

Ω, μόνον εσείς, ω Σκοτεινοί, ω Νυχτερινοί, είστε εκείνοι που δημιουργούν θερμότητα από κάθε τι που δίδει φως! Ω, μόνον εσείς πίνετε γάλα και δροσιά απ’τους μαστούς του φωτός!

Αχ, πάγος είναι γύρω μου, το χέρι μου καίγεται αγγίζοντας στο παγερό! Αχ, μέσα μου είναι μια δίψα που λαχταρά τη δική σας!

Είναι νύχτα: μα πρέπει να’μαι φως! Και δίψα για το νυχτερινό! Και μοναξιά!

Είναι νύχτα: σαν πηγή αναβλύζει τώρα η επιθυμία μου – και διψά να μιλήσει.

Είναι νύχτα: τώρα μιλούν πιο δυνατά όλες οι αναβρύζουσες πηγές. Και η ψυχή μου είναι μια αναβρύζουσα πηγή κι αυτή.

Είναι νύχτα: τώρα μόνον ξυπνούν όλα τα τραγούδια των ερωτευμένων. Και η ψυχή μου είναι το τραγούδι ενός ερωτευμένου.

Έτσι τραγούδησεν ο Ζαρατούστρα...

 

Φρ. Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

(μετ: Άρης Δικταίος)

 

Curvaceousness by Shihya Kowatari