Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

Ο άνθρωπος που 'δεν έχει χρόνο'...



Κ
άποιοι λένε πως αν θέλεις να αντιληφθείς το μέγεθός σου αρκεί να κοιτάξεις ένα βράδυ που έχει καθαρό ουρανό, το στερέωμα… να αφεθείς για λίγο, να πλανηθεί το βλέμμα σου, να βυθιστεί, να ταξιδέψει σε αυτή την ιλιγγιώδη απεραντοσύνη, να χαθεί… ποιος είσαι εσύ ανάμεσα στα δισεκατομμύρια άστρα και πλανήτες; Ποιος είσαι εσύ πάνω σε έναν ασήμαντο πλανήτη στη μέση του πουθενά που μεγαλαυχείς και επαίρεσαι για την ύπαρξή σου και ‘έχεις νεύρα’ και ‘θυμώνεις’ και ‘απαιτείς’ και ‘τιμωρείς’ και ‘διδάσκεις;’ Ποιος είσαι εσύ που χαίρεσαι, που αδημονείς, που ερωτεύεσαι, που παντρεύεσαι, που ‘προσδοκάς ανάσταση νεκρών;’… Μια ματιά στους αναρίθμητους αστέρες στο σκοτεινό θόλο αρκεί για να συντριφτεί το εγώ σου και να έρθει στα… ίσα του…
Όμως εγώ λέω πως δεν χρειάζεται καν να περιηγηθείς για λίγο στο αχανές του στερεώματος για να αισθανθείς ποιος πραγματικά και τι αληθινά είσαι… και τι δεν είσαι βεβαίως… τούτο μπορεί να γίνει κάλλιστα και με τη μελέτη της ιστορίας… και αυτό βέβαια μπορεί να σού πάρει λίγο χρόνο περισσότερο όμως κάποια στιγμή, όπως συμβαίνει και μια καλή ταινία, όταν αφεθείς στην περιπλάνηση στις εποχές, στους ανθρώπους και στις περιπέτειές τους, δεν θα θέλεις να ‘επιστρέψεις’ στο σήμερα… Κι αυτό είναι το γοητευτικό και συναρπαστικό μαζί με το ‘χθες’… σε γραπώνει τόσο γερά απ’το σβέρκο που σχεδόν αγανακτείς που πρέπει να συρρικνωθείς ξανά στις στενόχωρες ορίζουσες του ‘τώρα’…
Κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι ‘πολύ βαρετή’ η ιστορία. Πως τα ιστορικά γεγονότα δεν τους αφορούν, ό,τι έγινε κάποτε έγινε, πάει και τελείωσε, με τα τωρινά μας χάλια να δούμε τι θα κάνουμε. Και κυρίως με το ‘αύριο’… τι θα γίνουμε και τι θα απογίνουμε… όταν έχουμε τόσες σκοτούρες με το σήμερα και το αύριο είναι δυνατόν να αφιερώσουμε χρόνο και κόπο σε μάχες και δολοπλοκίες και μηχανορραφίες και επιτεύγματα και αυτά κι εκείνα του ‘χθες;’ ‘Δεν έχω χρόνο’, μού είπε κάποτε ένας καλός μου φίλος όταν τον ρώτησα αν διαβάζει ιστορία. ‘Τρέχω, όλη μέρα τρέχω σαν τον Βέγγο για την επιβίωση, δεν αδειάζω… απορώ πού βρίσκεις εσύ την όρεξη και το χρόνο’… Αυτή τη διαφυγή στο ‘δεν έχω χρόνο’ την ακούω από παιδί. Ενίοτε πρόκειται για κάτι που έχει και οντότητα και ουσία, συνήθως αποτελεί μια μηχανική απόδραση από τη δύσκολη θέση. ‘Δεν έχω χρόνο’ σημαίνει συνήθως, ‘βαριέμαι’, ‘άσε με τώρα στην ησυχία μου’, ‘ποιος χ… για το τι έγινε κάποτε…’, ‘με μένα τι γίνεται μού λες;’. Πάει να πει πως το να μελετήσεις την περιπέτεια του ανθρώπου –γιατί αυτό είναι η ιστορία, τι άλλο;- μέσα στο χρόνο και άρα και τη δική σου, είναι μια δράση περιττή, για αργόσχολους ή εξυπνάκηδες, αυτούς που θέλουν να κάνουν τους ξερόλες. Ίσως ακόμα και για εκείνους που νομίζουν ότι θα βρουν τις απαντήσεις στο χτες ενώ οι απαντήσεις βρίσκονται στο σήμερα.
Αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Ευτυχώς υπάρχει και η άλλη.
Θυμάμαι τον ένα παππού μου… συχνά πυκνά τον επισκεπτόμασταν με τον αδελφό μου… ιδιαίτερα σε μέρες γιορτινές… μάς περίμενε, μας υποδεχόταν χαμογελαστός, μας περνούσε στο σαλόνι και καθόμασταν πάντα στις θέσεις μας. Ο παππούς ήταν ένας άνθρωπος ‘των χεριών’, έτσι τον έλεγα μέσα μου. Τα χέρια του ήταν δυνατά, η χειραψία του σχεδόν με έκανε να λυγίζω. Ως τα ογδόντα του χρόνια δούλευε. Ήταν ‘βαρελάς και κορδελάς’, κάποτε είχε ένα φημισμένο ‘εργοστάσιο’ στη Λεύκα. Ο παππούς δεν έφτιαχνε μονάχα βαρέλια, έφτιαχνε και έπιπλα, οτιδήποτε σχεδόν από ξύλο. Είχε φτιάξει σχεδόν όλα τα έπιπλα του σπιτιού του, ήταν σπουδαίος μάστορας, τον εκτιμούσαν όλοι στον Πειραιά, καμάρωνε για την τέχνη του και τα προϊόντα της. Να γιατί τον έλεγα ‘άνθρωπο των χεριών’… με αυτά είχε φτιάξει όλη του τη ζωή, την οικογένειά του, την όποια περιουσία του. Τα χέρια του ήταν η ψυχή του, ο νους και η καρδιά του… Όμως ο παππούς δεν ήταν μονάχα άνθρωπος των χεριών. Ήταν και ένας άνθρωπος που αγαπούσε την ιστορία. Μπορεί να είχε τελειώσει με το ζόρι το δημοτικό –της εποχής του- όμως διάβαζε και παρατηρούσε. Σημείωνε και κατέγραφε. Είχε μάλιστα ένα μικρό, μπλε βιβλιαράκι στο οποίο είχε καταγράψει τα ‘σπουδαιότερα ιστορικά γεγονότα της ανθρωπότητος’. Αυτός φαίνεται πως ‘είχε χρόνο’. Κάθε φορά που πηγαίναμε με τον αδελφό μου ξέραμε το τελετουργικό. Ο αδελφός μου –που είχε και το όνομά του- το βαριόταν, εγώ όμως το αγαπούσα. Πρώτα μάς κερνούσε ένα γλυκό του κουταλιού ή ένα σοκολατάκι –η γιαγιά είχε πεθάνει από πολλών ετών κι έτσι ζούσε μόνος στο διαμέρισμά του-, έπειτα καθόταν στην καρέκλα του δίπλα μας και μας ρωτούσε ‘πώς πάει το σχολείο’. Ύστερα άρχιζε να μάς αφηγείται. Υπήρχαν ιστορίες που τις γνωρίζαμε απ’έξω αλλά εμένα δεν με πείραζε να τις ακούω ξανά και ξανά. Κι έπειτα, έβγαζε από ένα συρτάρι το μαγικό του βιβλιαράκι και με κατανυκτικές κινήσεις το άνοιγε σε κάποια επιλεγμένη σελίδα. ‘Η μάχη του Μαραθώνος’, μάς έλεγε με την ωραία, ζεστή, δυνατή φωνή του. Κι άρχιζε να διαβάζει… είχε αντιγράψει μερικά αποσπάσματα από κάποιο βιβλίο, αυτά που του άρεσαν πολύ και σταματούσε σε σημεία που έπρεπε να δίνουμε προσοχή ιδιαίτερη. Ο αδελφός μου με το ζόρι κρατιόταν ξύπνιος. Καμιά φορά είναι η αλήθεια βαριόμουν κι εγώ. Όμως το σπουδαίο ήταν το ‘μετά’. Ο παππούς έκλεινε ‘τη βίβλο’ και μάς έκανε ερωτήσεις. Ήθελε να συζητήσει τη μάχη, τους ανθρώπους, τους ήρωες, τους νικητές και τους χαμένους. Ήθελε να ακούσει τη γνώμη μας, να δει αν καταλάβαμε τους λόγους και τις αιτίες μιας νίκης ή μιας καταστροφής. Και στο τέλος, όταν έμενε κάπως ικανοποιημένος –ποτέ απόλυτα πάντως- μάς επέτρεπε να φύγουμε αφού πριν μάς έδινε βέβαια και το καθιερωμένο χαρτζιλίκι το οποίο περνούσε από… επιτροπή αξιολόγησης, δηλαδή τον αδελφό μου. ‘Πάλι τα ίδια μας έδωσε, θα ζητήσω αύξηση’, μού έλεγε καμιά φορά ο Γιάννης καθώς κατηφορίζαμε το δρόμο προς το σπίτι μας και τον κοιτούσα για να δω αν το έλεγε σοβαρά ή αστεία.
Νομίζω πως κάπως έτσι έφαγα κι εγώ την… πετριά με την ιστορία. Μπορεί τότε να μην το συνειδητοποιούσα όμως εκείνο που μού έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν πως ένας ‘άνθρωπος των χεριών’, ένας ‘απλός’, λαϊκός άνθρωπος, ένας βαρελάς και κορδελάς που δεν σπούδασε στα πανεπιστήμια, δεν πήρε διπλώματα και δεν μπορούσε να μιλήσει στη γλώσσα του Κοραή και του Ροΐδη, είχε μια θαυμαστή αφηγηματική δεινότητα και περισσότερο μια ακόμη πιο ξεχωριστή αναλυτική ικανότητα που σήμερα που την αναλογίζομαι, μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια με εντυπωσιάζει. Γιατί δεν έμενε μονάχα στην ανάγνωση των γεγονότων. Τον ενδιέφερε η εμβάθυνση στα αίτια, στους χαρακτήρες, στα πρόσωπα. Τον ενδιέφερε το ‘γιατί’ και το ‘πώς’ τα πράγματα γίνονται.
Σήμερα ακόμα καταλαβαίνω πόσο ψευδής και ανυπόστατος είναι αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ‘πνευματικούς’ και μη πνευματικούς ανθρώπους. Λες και κάποιοι έχουν πνεύμα, σκέψη, διανόηση, διερώτηση επειδή σπούδασαν και μελέτησαν τόμους ενώ όλοι οι άλλοι δεν έχουν και είναι καταδικασμένοι στα της ‘καθημερίου φροντίδος και μερίμνης’. Υποστηρίζω πως τούτος ο ελεεινός διαχωρισμός είναι ένας ιός πού μάς κόλλησε ο ‘θείος’ Πλάτων όταν ξεχώρισε μια για πάντα τον κόσμο των ψηλαφητών πραγμάτων από τις Ιδέες και τούτο τον ιό κληρονόμησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και τον προπαγάνδισαν και τον καλλιέργησαν και τον επέτειναν. Σα να έχουμε μια αριστοκρατία του πνεύματος και μια πλέμπα των σαρκικών ηδονών και επιθυμιών. Λες και δεν είναι ο κάθε άνθρωπος μια ολιστική οντότητα λες και γεννιούνται ανάμεσά μας φωτεινοί υπερ-νόες και θα πρέπει να τους δοξολογούμε και να τους υμνούμε. Δεν αργεί όλο τούτο να απολήξει σε έναν φασισμό των ολίγων και των εκλεκτών, σε έναν ιδιότυπο ρατσισμό εναντίον όσων δήθεν ‘δεν τους κόβει’.
Ο ουρανός, το στερέωμα και η πληθύς των άστρων το λοιπόν υπάρχει και για έναν άλλο λόγο. Για να μην την ψωνίσεις. Να μην ερωτευτείς ποτέ τόσο πολύ τον εαυτό σου ώστε να νομίζεις ότι η φύση και η ανθρωπότητα σού χρωστάει κάτι μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις. Το ίδιο γίνεται και με την ιστορία. Μελετώντας όλο τούτο τον πλούτο των γεγονότων, καταλαβαίνεις πόσο… κάθαρμα είσαι, πόσο άπληστος, φαταούλας, αρχομανής και εξουσιολάγνος είσαι… κι ας καμώνεσαι τον ‘ταπεινό’ και ‘μετριόφρονα’. Μόλις εμφανιστούν οι κατάλληλες συγκυρίες απελευθερώνεις το θηρίο από μέσα σου και δεν σε σταματάει τίποτα. Κι όταν αλλάξουν πάλι οι συγκυρίες και γυρίσει ο τροχός και βρεθείς ξανά από κάτω, ικετεύεις για τη ζωούλα σου και ζητάς συγχώρεση γιατί ‘δεν ήσουν ο εαυτός σου’, ‘παρασύρθηκες’, ‘ατελής άνθρωπος είσαι και έμαθες και έγινες πιο σοφός’… ας μην πω τώρα γιορτάρες μέρες τι έγινες…
Όμως, το στερέωμα δεν μπορεί να σού δώσει ένα πικρό δίδαγμα που μόνο η μελέτη του χθες μπορεί. Ότι ο άνθρωπος δεν διδάσκεται. Κι αν διδάσκεται δεν μαθαίνει… Τα ίδια λάθη, οι ίδιες αθλιότητες χιλιάδες χρόνια… οι ίδιες προσδοκίες, οι ίδιες ελπίδες, τα ίδια ‘ξεκινήματα’ και τελικά οι ίδιες απογοητεύσεις…
Ο άνθρωπος που ‘δεν έχει χρόνο’ να μελετήσει το χθες του Ανθρώπου μοιάζει λοιπόν περισσότερο με την στρουθοκάμηλο που χώνει το κεφάλι της στην άμμο… κι αν δεν αγαπά τη μελέτη δεν είναι αυτός ο λόγος που αποδρά από τη γνώση… είναι πως η γνώση του χθες είναι ο καθρέφτης που βλέπεις κάθε πρωί και δεν ψεύδεται ποτέ… καλύτερα να τον σπάσεις λοιπόν… έτσι ο πόνος είναι πιο υποφερτός…

Μόνο που μετά από το σπάσιμο των καθρεφτών δεν αργεί να έρθει και η εθελούσια τύφλωση… κι ίσως λέω τούτη να είναι ‘η θεραπεία’… γιατί ο μη βλέπων δεν έχει πλέον καμιά δικαιολογία… γίνεται μοιραία ‘άνθρωπος των χεριών’… πάει να πει πνευματικός άνθρωπος…
 

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Ο καθένας ομοιώνεται με αυτό που αγαπά...

 

 

Talis est quisque, quails ejus dilectio est. Terram diligis; Terram eris. Deum diligis; quid dicam, Deus eris

Ο καθένας ομοιώνεται με αυτό που αγαπά. Αγαπάς τη γη; Γη θα είσαι. Αγαπάς τον Θεό; Τότε λέω, πως θα είσαι Θεός.

Αυγουστίνος Ιππώνος


φ: God's Territory
Songquan Deng

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021




από τούτη την απόσταση
όλα μοιάζουν ένα λεβιαθανικό τοπίο
πέτρες θεόρατες
ριζωμένες σε πρόστυχα μωβ σύννεφα
με τις ριπές του χρόνου
να τις αναγκάζουν ν’ανθίσουν
όνειρα αρχαίων όντων…

ο χρόνος θολώνει τ’οπτικό πεδίο
και σαρκάζει το τεράστιο μελανογράφημα
στο σώμα μου
μα δεν είναι
τους φωνάζω
ποτέ δεν ήταν
το δικό μου σώμα!

ως ξενιστής αρκούμαι
να υποδέχομαι τις εποχές
σιωπηλά
μακελεύοντας όλες τις γλυκές στιγμές
που δραπετεύουν απ’το ψυχονομείο του Απείρου

από τούτη την απόσταση
έχω την πολυτέλεια του θρήνου
και την αφέλεια της ελπίδας

κι αρνούμαι πια να στερηθώ
το αρχαίο αυτό βλέμμα
ως ξενιστής το δανείστηκα
απ’το ήπαρ του Αχανούς
σαν δηλητήριο ενέσιμο ιχώρ
και μεταβολισμένο από όσα το άγγιγμα φανέρωσε
θα το παραδώσω καθαρό
στο επόμενο καλοκαίρι
που θα με αγκαλιάσει…



simplement... une petite fleur

 

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Όταν τούμπαρε ο κώνος…

 

 

Είναι ένα θέμα η δύναμη της αλήθειας και ένα άλλο, εντελώς άλλο, η αλήθεια της δύναμης. Τα πράγματα φαίνεται να λειτουργούν κάπως έτσι στη διαχρονία του ιστορικού γίγνεσθαι: όποτε δεν έπειθε το ένα, χρησιμοποιείτο το άλλο. Και όταν δεν έπειθε τίποτε, επιβαλλόταν η απόλυτη σιωπή. Είτε φυσικά είτε… μεταφυσικά. Αυτό συνέβη με τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Την άλκιμη εποχή του ελληνικού θεωρήματος, έπειθε η αλήθεια. Στη σιδερένια εποχή του ρωμαϊκού μιλιταρισμού, έπειθε η δύναμη. Κι έπειτα τα σκέπασε όλα ο ανισοσκελής χριστιανικός σταυρός. Η σιγή, η καταχνιά, η αυτοπαθής στροφή στον ένδον κόσμο. Ο ορθός Λόγος έπρεπε να βρει έναν άλλο δρόμο για να κατέλθει όπως ο κεραυνός που αναζητά πάντα τον καλό αγωγό για να χτυπήσει.

Ας θυμηθούμε τα δυο σχήματα που κάποτε ‘συνομίλησαν’: Στον προχριστιανικό κόσμο έχουμε την πορεία άνθρωποςà μύηση à θείο. Στον Χριστιανικό –κατ’ουσίαν Παύλειο- κόσμο έχουμε την πορεία: Θεός à χάρις à άνθρωπος. Ο Νίτσε το ονόμασε κάποτε ‘μεταξίωση’ των αξιών… κάποιος απλούστερα θα έλεγε ότι τούμπαρε ο κώνος και ακουμπάει στη μύτη του… ενώ κάποτε με την πνευματική του εργασία ο άνθρωπος πάσχιζε να κατακτήσει τις Ολύμπιες κορυφές, ο Παύλος μας γείωσε μια και καλή. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος, άλλος αποφασίζει. Και πάει και τέλειωσε.

Σε αυτό τον… τουμπαρισμένο αξιακά κόσμο, παλεύουμε 2000 χρόνια τώρα να… ισιώσουμε, να προσανατολιστούμε, να ορθοτομήσουμε το Λόγο, να προκόψουμε… δεν είναι παράξενο που πασχίζουμε κουτουλώντας οι διαφωτιστές πάνω στους χριστιανούς και οι δημιουργιστές πάνω στους δαρβινικούς, οι μαρξιστές πάνω στους δεξιούς και οι αναρχικοί πάνω στους α-πολιτικούς. Και γενικά όλοι πάνω σε όλους…

…και τούτο το θέμα έχει πολλές πτυχές ακόμη…

 

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

επάνω και από τη φύση ακόμη…

 

Τ

ίνος θα του πήγαινε άπλαστες ορεινές μάζες, σωριασμένες τη μια πάνω στην άλλη σε δεινή αταξία με τις πυραμίδες τους από πάγο ή τη θολή ανταριασμένη θάλασσα κλπ. να τα αποκαλέσει υψηλά; Όταν όμως το θυμικό, με το να αφήνεται θεωρώντας την κρίση του, και αδιακρίτως της μορφής που αυτή παίρνει, να το παρασύρουν η φαντασία κι ένας λόγος, ο οποίος συνδεόμενος με τη φαντασία χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, δεν κάνει άλλο από το να την επεκτείνει, [όταν λοιπόν με τον τρόπο αυτό το θυμικό], βρίσκει όλη την ισχύ της φαντασίας κατώτερη των ιδεών της, τότε κρίνοντας αισθάνεται ήδη εξυψωμένο… Με αυτό τον τρόπο η φύση στην αισθητική μας κρίση δεν κρίνεται υψηλή ως υποβάλλουσα τάχα φόβο αλλά επειδή ανακαλεί μέσα μας την ικανότητά μας (η οποία δεν είναι φύση) να βλέπουμε όλα όσα μας μέλλον (αγαθά, υγεία και ζωή) ως μικρά και συνεπώς τη δύναμή της (στην οποία υποτασσόμαστε ως προς αυτά τα πράγματα) για μας και την προσωπικότητά μας ανεξαρτήτως αυτών ως κράτος στο οποίο δεν είναι ανάγκη να υποταχθούμε, εάν διακυβεύονται ύψιστες αρχές μας καθώς και η τήρηση ή η καταπάτησή τους. Έτσι, η φύση ονομάζεται εδώ υψηλή επειδή εξυψώνει τη φαντασία στην παράσταση τέτοιων περιπτώσεων στις οποίες το θυμικό μπορεί να αισθητοποιήσει στον εαυτό του το ύψος του οικείου του προορισμού επάνω και από τη φύση ακόμη

 Immanuel Kant, Κριτική της Κριτικής Ικανότητας

(οι επισημάνσεις δικές μου)

 

Είναι πολύ χαρακτηριστική τούτη η στροφή που σε αυτήν αντιδρά ήδη ο Καντ καθώς ‘βλέπει’ τη θύελλα που έρχεται και που σάρωσε τα πάντα στον αιώνα που τον διαδέχθηκε και που διαρκεί ως και σήμερα όσον αφορά στην επικράτηση του θυμικού στην κρίση και αξιοδότηση του Υψηλού… για το νεωτερικό και τον μετανεωτερικό άνθρωπο, εμάς δηλαδή, αυτό έφτασε στα ακροσύνορά του κι έγινε αντικειμενικότητα τέτοια που να μην χρειάζεται πια κατηγορίες και κατηγορήματα ούτε υποκείμενα και αντικείμενα… απλά, υφίσταται, δρα ως δύναμη της φύσης και καθορίζει με άλογο τρόπο τα πάντα… με έναν λόγο απλό, μας πήρε και μας σήκωσε κάποτε σε όλους τους τομείς και σήμερα παλεύουμε να μαζέψουμε τα αμάζευτα…

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη

 


Εἴθε νὰ μὴν ὑπῆρχα
μαβὴς ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς, ἀλητεία.
Κι ἂν εἶπα τὶς προάλλες τὴ ζωὴ ἀντίρρηση τοῦ σκούληκα
δὲν ἔπαψε νὰ φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
ἡ ἀπελπισία.
Θὲς τὸ ζῷο θὲς ὁ ἅγιος τίμημα ἡ ἀπουσία.
Κορφόνυχα μὲς στὴ φωτιὰ σὲ ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου καὶ χρόνια
ἔκανα ῾γὼ τὸ μπόι μου βλαστοβολώντας ὕψος
χωρὶς νὰ συμβουλεύομαι
κακοὺς ὀνειροκρῖτες καὶ θολὰ μαντεῖα.
Δὲν ἀναμέτρησα κινδύνους, ἀποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στὰ χρυσάνθεμα ὁρκίστηκα στὴ χλόη
κι ὅπως ρεκάζει ἐπιστήθιος ἄνεμος ἀπὸ βροχερὰ
συμπεράσματα
στὰ ἐρυθρὰ χαλάσματα τοῦ ἥλιου ξαναφαίνομαι
κι ἀνιστορῶ τὰ ρόδινα νεφρά μου.


Νίκος Καρούζος, "Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη".

(Απόσπασμα).

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

όχι για πολύ ακόμα…

 


Κανένας δεν μάς περίμενε αδελφέ μου στις Σκαιές Πύλες.
Υπήρχε μια ιδιαίτερη ησυχία σε τούτο τον τόπο της αναχώρησης. Μια ησυχία που ορίζουν ο χρόνος και η απουσία χρόνου.

Ο ουρανός ήταν εχθρικός, σκοτεινός και λάβρος. 
Είχες ένα βλέμμα γλυκό, παιδικό, ήρεμο. Δεν σε ενοχλούσε εσένα ποτέ ό,τι γινόταν έξω. Δεν έδωσες ποτέ σου σημασία στις μεταβολές της φύσης, στα παιχνιδίσματα του ανέμου, στα ερωτικά καλέσματα της θάλασσας. Δεν μπορούσε εύκολα να σε ξεγελάσει τίποτε που οι αισθήσεις μακαρίζουν και οι οφθαλμοί ερωτεύονται. Το παλίμβουλο της φύσης φρόνημα εσένα δεν σε άγγιξε ποτέ.
Ήξερες πως όλα βρίσκονται μέσα μας. Ήξερες πως ό,τι δεχόμαστε και ό,τι αρνιόμαστε, ό,τι ονοματίζουμε και ό,τι αποσιωπούμε, ό,τι χαρίζουμε κι ό,τι μάς δωρίζουν είναι μικρές ψηφίδες σε ένα παλίμψηστο που κάποτε θα διαβρωθεί, θα σπάσει, θα χαθεί. Για πάντα.
Σε κρατούσα από το χέρι σα να ήσουν μικρό παιδί. Κι εσύ δυσφορούσες και με άφηνες. Ήθελες να περπατήσεις μόνος σου, ήθελες να τρέξεις σε τούτα τα λιγοστά τελευταία μέτρα ως το Μεγάλο Κατώφλι. Μα εγώ δεν μπορούσα να σε αφήσω και σ’έπιανα πάλι. Αιχμάλωτο για πάντα σε ήθελα, δικό μου κι αυτό ποτέ σου δεν μού το συγχώρησες.
Και σε τούτες τις φοβερές πύλες δεν μάς περίμενε κανείς.
Ολόγυρα ένα σκληρό, αμείλιχο τοπίο. Ένα τοπίο αγέλαστο, πανάρχαιο, σιωπηλό.
Ανάσαινες βαριά τώρα κι ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται. Τι ερχόταν τώρα; Τι μάς περίμενε; Μα για τα όσα άφηνες πίσω σου είχες προ πολλού αδειάσει την ψυχή σου και δεν ενδιαφερόσουν. Ούτε για μένα πια ενδιαφερόσουν καθώς το βήμα σου γινόταν ολοένα και πιο ανυπόμονο. Ήθελες να γνωρίσεις τι συμβαίνει, ήθελες να ψηλαφήσεις το αναπόδραστο, να κοινωνήσεις το αιώνιο. Η ψυχή μου ζήλεψε την αγέρωχη στάση σου, το γενναίο σου πνεύμα. Δεν ήσουν εσύ που φοβόσουν, εγώ ήμουν.
Σαν φτάσαμε κάτω απ’τις Πύλες άρχισε να πνέει ένας παράξενος, ζεστός άνεμος. Δεν έκανες καμιά κίνηση να προστατευτείς. Γύρισες μονάχα και με κοίταξες για μια στιγμή μού άφησες το χέρι και προχώρησες. Νόμιζα πως θα διαλυθώ σε όλα μου τα εκατομμύρια κύτταρα από τούτο τον αποχωρισμό μα σε κοιτούσα στέρεος ακόμα και όρθιος να διαβαίνεις θαρρετά το πιο φοβερό κατώφλι της Ύπαρξης.
Λίγο πριν σε χάσω μέσα στο στροβιλισμό αυτού του λίβα που κατέκαιε το πρόσωπό μου, γύρισες και με κοίταξες ξανά, για στερνή φορά. Δεν μού χαμογελούσες, δεν είπες τίποτα. Κι ύστερα χάθηκες μέσα στο πέρασμα που οδηγεί τα ανθρώπινα πλάσματα από το μερικό στο Όλο και από το πολλαπλό στο Εν…
Έμεινα κάμποση ώρα, δεν ξέρω πόση, ακίνητος και περίμενα… δεν ήξερα τι… πού να γυρίσω, είπα, πού να πάω… σκέφτηκα να κινήσω κι εγώ μπροστά, να σ’ακολουθήσω, να χωθώ κι εγώ μέσα στην νεκροδίνηση αυτή που μαινόταν ολόγυρα μα σιγά σιγά έπαυε.
Έκλεισα τα μάτια και με την απόφαση να πυργώνεται μέσα μου έκανα ένα βήμα μπρος… κι άξαφνα μια τρομερή δύναμη με τίναξε προς τα πίσω και βρέθηκα ξαπλωμένος πάνω σ’αυτό το ξερό, άνυδρο χώμα.
Άρχισε να βρέχει… ένα γκρίζο, βρομερό ψιλόβροχο… οι σταγόνες πέφταν στο κεφάλι και στα χέρια και με έκαιγαν…
Σηκώθηκα, γύρισα το σώμα μου αργά και πήρα το δρόμο της επιστροφής…

Όχι για πολύ αδελφέ μου, είπα μέσα μου…
όχι για πολύ ακόμα…



Time Gate
sulaiman almawash

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2020

Μέγας γαρ ο αγών...

 

Μέγας γαρ … ο αγών, ω φίλε Γλαύκων, μέγας, ούχ όσος δοκεί, το χρηστόν ή κακόν γενέσθαι, ώστε ούτε τιμή επαρθέντα ούτε χρήμασιν ούτε αρχή ουδεμιά ουδέ γε ποιητική άξιον αμελήσαι δικαιοσύνης τε και της άλλης αρετής…

[Γιατί είναι μεγάλος ο αγώνας, αγαπητέ μου Γλαύκων, μεγάλος όσο δεν φαντάζεσαι, αν θα γίνει κανείς καλός ή κακός, τόσο που ούτε από τιμές αξίζει να παρασυρθεί ούτε από χρήματα ούτε από αξιώματα ούτε κι από την ίδια την ποίηση, και να παραμελήσει τη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές…]

 Πλάτων, Πολιτεία [608b]

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

το ιδίωμα του ευγενούς στοχασμού...

 

  

α. Το αξίωμα του να δι-υπάρχεις

Μ
όνο αντιμετωπίζοντας σαν αξίωμα την διύπαρξη μπορώ να αισθανθώ την ίδια την ύπαρξη.
Διύπαρξη είναι το σύμπλοκο Γεγονός της ζωής.
Διύπαρξη δεν είναι η σύνθεση των αντιθέτων αλλά η ζύμωση των ετεροκλήτων.
Διύπαρξη δεν είναι η φαινομενολογία της σχέσης αλλά το γεγονός της αποστολής της σχέσης.
Διύπαρξη είναι το αλχημιστικό ανδρόγυνο και όχι ο Ιερός Γάμος των ετεροφύλων.
Διύπαρξη είναι ό,τι αντιστέκεται στο διανόημα της ζωής.
Διύπαρξη είναι το περιεχόμενο της Ποίησης και του Άσματος του βίου.
Ο βίος δεν νοείται αυτόδοτος, ενδο-επαρκής, αυτόκρατος. Ο βίος είναι το αποτέλεσμα μιας διεργασίας, μιας ιεροπραξίας, μιας μύησης στην αλήθεια της ζωής.
Διύπαρξη είναι ο οργασμός του ευγενούς στοχασμού.
Διυπάρχοντας, χλευάζω το Αδιέξοδο καθώς δεν με αφορά καμιά έξοδος.
Διυπάρχοντας, ανασαίνω στις υψηλές κορυφές της Αξίας καθώς απαρνήθηκα τα σηπτικά απόνερα των βρωμερών υπογείων της ‘παράδοσης’ και της ‘κουλτούρας’.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω τη ζωή γιατί είμαι ιερέας της ζωής.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θάνατο γιατί είμαι ντυμένος θάνατο.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θεό γιατί είμαι παιδί της Μητέρας Άγνοιας και εγκαταβιώ στο Μοναστήρι της Αφοσίωσης.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται παρά να αφεθώ να διυπάρχω.
Διυπάρχοντας, είμαι στους ανοιχτούς ορίζοντες της δράσης και της ηδονής.
Διυπάρχοντας, ταξιδεύω στο αρχιπέλαγος της καθαρής και ανόθευτης δημιουργίας.
Διυπάρχοντας, δεν φοβάμαι να είμαι.
Διυπάρχοντας δεν δογματίζω αλλά κοινωνώ τη ζωή.
Διυπάρχοντας δεν αρνούμαι αλλά υιοθετώ.
Διυπάρχοντας δεν θλίβω αλλά εφελκύω.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Άλλο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Εαυτό.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Χρόνο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Άχρονο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με την Αλήθεια.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Τίποτα.


β. Το θεώρημα του να συν-υπάρχεις

Η
συνύπαρξη αποτελεί την ομπρέλα των λογισμών της φιλοσοφίας και της θεολογίας για την ζωή.
Η συνύπαρξη δεν έχει αξιωματικό αλλά θεωρηματικό χαρακτήρα.
Η συνύπαρξη είναι το αποτέλεσμα ενός Σισύφειου πονήματος της ανθρωπότητας για την δικαιολόγηση της τελευτής του βίου.
Η συνύπαρξη δεν ερμηνεύεται, λατρεύεται.
Συνυπάρχοντας, λειτουργώ ως Σταυροφόρος της ζωής και όχι ως Γαλιλαίος του πνεύματος.
Συνυπάρχοντας, ακολουθώ τα βήματα του θυμικού και όχι της φρόνησης του συναισθήματος.
Συνυπάρχοντας, γίνομαι πιστός και προσκυνητής των Αγίων Τόπων της πίστης μου και όχι Μύστης στα σεπτά μυστήρια της Νόησης.
Συνυπάρχοντας, έχω αρνηθεί το παράλογο του βίου ή δεν ασχολούμαι μ'αυτό.
Συνυπάρχοντας, είμαι ανίκανος να αποσυμβολίσω τη ζωή γιατί είμαι ομοεπίπεδος με το πρωτογενές και το απλό.
Συνυπάρχοντας, κάνω ιδεολογία την υπεραπλούστευση των μηνυμάτων της ζωής καθώς δεν μπορώ να υπεισέλθω στα μυητικά δρώμενα της.
Συνυπάρχοντας, συσσωρεύω σκουπίδια, πληροφορίες και περιττώματα γνώσεων που αντί να επιλύουν, επαυξάνουν τα ερωτήματα και πολλαπλασιάζουν το χαοτικό ενδοσύμπαν.
Συνυπάρχοντας, στήνω είδωλα που σιχαίνομαι και οικοδομώ συμπεριφορές που απεχθάνομαι.
Συνυπάρχοντας, θεοποιώ το αβλαβές και ανώδυνο, το επιδερμικό και ακίνδυνο.
Συνυπάρχοντας, αποφεύγω να συνομιλήσω με μένα.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον θάνατο αλλά όχι το Τέλος.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον κόσμο αλλά όχι το περιεχόμενό του.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το πεπερασμένο και το εφικτό.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το γελοίο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το ά-σχημο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το α-σήμαντο.
Συνύπαρξη είναι η συμφιλίωση με την κόλαση του να πρέπει να υπάρχεις.


γ. Το μεγαλείο του να μην (οφείλεις να) υπάρχεις

Ε
ίμαι ένας λογχοφόρος του Απέριττου και γι'αυτό δεν συγκινούμαι από την λάμψη του κενού που με απειλεί.
Είμαι ένας φύλακας της Αδειοσύνης γι'αυτό και δεν απαιτώ από μένα παρά το μέγιστο και το ύψιστο.
Είμαι ένας νυμφίος και εραστής του θείου κι έτσι δεν θλίβομαι για την περιφρόνηση των αιώνων στο μηδέν που περιέχω.
Είμαι ένα κλάσμα φωτός αλλά υπόσχομαι όλο το φως!
Είμαι ένα μόριο της Νύχτας αλλά ακτινοβολώ ολόκληρη τη Νύχτα!
Είμαι μια τρεμάμενη φλόγα του Πυρός αλλά αναπνέω ολόκληρο το Πυρ!
Θέλω να υπάρξω αλλά ακόμη δεν γνωρίζω τη γλώσσα της ύπαρξης.
Συλλαβίζοντας την κάθε ημέρα, χαίρομαι για την δύναμη και την αντοχή μου.
Προχωρώντας στοχάζομαι και προβάλλω το στοχασμό μου.
Βαδίζοντας αναλώνομαι στην ιστόρηση του Θεού.
Γεννώντας τον εαυτό μου, φιλοτεχνώ έναν ακόμη Προμηθέα.
Καταλύοντας τον εαυτό μου, επικαλούμαι τον πρώτο άνθρωπο.
Είμαι ο Αδάμ και ο Εωσφόρος.
Και δεν είμαι τίποτε ούτε θα είμαι.
Επινοώντας τον εαυτό μου, υπάρχω.
Αποδομώντας τον εαυτό μου, διυπάρχω.
Μη υπάρχοντας, συναντιέμαι με τον Θεό...