Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Μέδουσες...



Κάτι λείπει εδώ…

Κάτι που φοβάται να υπάρξει…

Κοιτάμε μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου τα πλάσματα με τα πτερύγια… τον κόσμο εκείνο που απλώνεται μακριά… και είναι εχθρικός… δεν τον αναγνωρίζουμε… είναι όμορφος και ξένος…

Και μέσα μας γεμίζει το απεριόριστο με κάτι ψηλαφητό… με κάτι που μοιάζει με εσωτερική μέδουσα με ίνες που μας μαστιγώνουν και πονάμε… κάτι σαν ζελές που πάλλεται, ανασαίνει ανεξάρτητα από εμάς, ζει βυθισμένο στα αρχαία του βάθη… και που και που αναδύεται, μας ενοχλεί, μας πονά και μετά χώνεται πάλι στην άβυσσό του…

Ξαφνικά, όλα μάς μιλούν για εκείνο που κάποτε ήμασταν και τώρα το χάσαμε… το χάσαμε για πάντα…

Η νοσταλγία μάς πλημμυρίζει...  αυτό που ήμασταν κάποτε

Αυτό που χάσαμε για πάντα…

Όμως, είμαστε ακόμη ικανοί να κοιτάζουμε… ίσως κάποτε να μάθουμε να βλέπουμε… κάποτε όμως, όχι ακόμα.

Μα είμαστε ικανοί να κοιτάζουμε. Μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου. Τα αλλόμορφα πλάσματα με τα άδεια μάτια και τα μεγάλα σκοτεινά πτερύγια… κολυμπούν στο αμνιακό υγρό της Ύπαρξης και δεν φοβούνται… ή κι αν φοβούνται σιωπούν, εργάζονται το επόμενο λεπτό, την ίδια τη μακάβρια και υπέροχη στιγμή που ζουν… χωρίς το χρόνο… χωρίς το τσεκούρι της μνήμης… χωρίς το μαχαίρι της ελπίδας…

Εκεί εμείς δεν θα μπορέσουμε να ξαναγυρίσουμε… δεν έχει σημασία… αυτό που ήμασταν τότε, έφυγε… κάποιες ποιότητες σαν μακρινή αύρα έρχονται στο στόμα μας και είναι γεύσεις γλυκόπικρες, παράξενες.

Ευτυχώς, μένουν για λίγο. Αρκεί να πλύνουμε το στόμα μας με τη σκέψη και όλα καθαρίζουν…

Γυρνάμε το βλέμμα απ’το μονότονο θέαμα των πλασμάτων που πλησιάζουν το γυαλί για μια στιγμή και ύστερα συνεχίζουν την περιπλάνησή τους και απομακρυνόμαστε…

Αυτό δα το μάθαμε καλά.

Αιώνες τώρα…

Να απομακρυνόμαστε…

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016




"…Θέλησα να σε δοκιμάσω, Και ποιος είσαι εσύ για να δοκιμάζεις αυτό που δημιούργησες, Είμαι ο υπέρτατος άρχων όλων των πραγμάτων, Και όλων των όντων, θα πεις, όχι όμως δικός μου και της ελευθερίας μου, Ελευθερία για να σκοτώνεις, Όπως εσύ ήσουν ελεύθερος να επιτρέψεις να σκοτώσω τον άβελ ενώ ήταν στο χέρι σου να το αποτρέψεις, αρκεί για μια στιγμή να είχες εγκαταλείψει το ματαιόδοξο αλάθητο που μοιράζεσαι με όλους τους άλλους θεούς, αρκεί για μια στιγμή να ήσουν πραγματικά ευσπλαχνικός, να δεχόσουν την προσφορά μου με ταπεινότητα, απλώς και μόνο γιατί δεν έπρεπε να τολμήσεις να την αρνηθείς, οι θεοί, κι εσύ όπως όλοι οι άλλοι, έχετε υποχρεώσεις απέναντι σ’ εκείνους που λέτε πως δημιουργήσατε, Ο λόγος αυτός είναι αντάρτικος, Πιθανόν να είναι, σε διαβεβαιώ όμως πως, αν ήμουν θεός, κάθε μέρα θα έλεγα Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία γιατί σε αυτούς ανήκει η βασιλεία της γης, Ιεροσυλία, Μπορεί, πάντως μεγαλύτερη από τη δική σου δεν είναι, που επέτρεψες να πεθάνει ο άβελ, Εσύ τον σκότωσες, Ναι, είναι αλήθεια, εγώ ήμουν το εκτελεστικό όργανο, αλλά η καταδίκη υπαγορεύτηκε από σένα, Το αίμα που βρίσκεται εδώ δεν το έχυσα εγώ, ο κάιν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στο κακό και στο καλό, αφού επέλεξε το κακό θα το πληρώσει, Όσο κλέφτης είναι αυτός που μπαίνει στο αμπέλι άλλο τόσο είναι κι αυτός που φυλάει τσίλιες, είπε ο κάιν, Και το αίμα αυτό απαιτεί εκδίκηση, επέμεινε ο θεός, Αφού είναι έτσι, θα εκδικηθείς ταυτόχρονα έναν πραγματικό θάνατο κι έναν που δεν έχει ακόμα γίνει, Εξηγήσου, Δεν θα σ’ αρέσει αυτό που θ’ ακούσεις, Μη σε νοιάζει εσένα, μίλα, Είναι απλό, σκότωσα τον άβελ, γιατί δεν μπορούσα να σκοτώσω εσένα, στην πρόθεση είσαι νεκρός..."

Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016


Χτες βράδυ σκεφτόμουν

αν ήσουν ποταμός
θα’θελα να ήμουν ξαπλωμένος
στις όχθες σου
να σε ακούω
να σου μιλάω
να σε θαυμάζω
κείνο το αιώνιο που αναβλύζει
απ΄τις όλο έρωτα
αναταράξεις σου
να μπορεί ελάχιστα να με δροσίζει
κείνο το αειδίνητο
που σπαταλιέται υπέροχα
στη κοίτη σου
να με μαυλίζει

κι ύστερα
αν με καλούσες
αν το ήθελες
να έμπαινα μέσα σου
να αφεθώ στην αγκαλιά σου
να οσμιστώ το αρχαίος σου ρίγος
ν’απλωθώ
ως τις εξωτικές σου χώρες
η ροή της αδαπάνητης νιότης σου
να με πλουτίσει
να με σκανδαλίσει
η κρεολή  
ανυπότακτη υδατοχαίτη σου

κι ύστερα θα ποθούσα
να μου χαρίσεις
κείνο το χιλιάκριβο δώρο
να με καλέσεις στα μυστικά
τα πιο βαθιά σου δώματα
ν’αρμονιστώ
με το αεί σου

ν’αναλωθώ
ένα να γίνω
με το ολοφώτεινο
χαμόγελό σου

ανέστιος κάποτε
τώρα πια όλβιος
να διαιτώμαι
στα κρυφά παλάτια σου
απ’την αθανασία σου
ως τα πιο μύχια της ψυχής μου
ποτισμένος
γενναιόδωρα κερασμένος
να υμνωδώ στα εγκατά σου
το αείρροο
ατελεύτητό σου…

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

μπαίνει νερό



δεν με ενδιαφέρει τι μέρα είναι. δεν με ενδιαφέρει ποιος επώνυμος πέθανε - γεννήθηκε - χώρισε κ.λπ. .
δεν με νοιάζει ποιος πήρε το Νόμπελ, ποιος δεν το πήρε.
δεν με νοιάζει ποια παγκόσμια μέρα γιορτάζετε, ούτε με νοιάζει να διαφημίσω κάτι στον κόσμο, για να έχω κοινό, να έχω πελάτες, να έχω φίλους που δεν με γνωρίζουν και δεν γνωρίζω, να φτιάξω όνομα..
είμαι απ' τους απορημένους αυτού του κόσμου.
κι είμαι από πάντα απ' τους απορημένους - παράταιρους αυτής της άκοσμης βιτρίνας, που κάθε της αντικείμενο παλεύει ν' αναδείξει την ύπαρξή του με κάθε τρόπο. ..μέχρι που τρύπωσα στο υπόγειο του συνωστισμού, αφού δεν θέλησα να επιδείξω ούτε καν μια φωτογραφία παραλίας, αφού δεν έχω παραλία, ούτε καν ένα στίγμα πού βρίσκομαι -;-, πού χορεύω..πού μαδάω μαργαρίτες..-;- τίποτα.
η βιτρίνα - κόσμος...η βιτρίνα - φίλοι..η βιτρίνα - χαρά..η βιτρίνα - εραστής και ερωμένη.. ΤΙΠΟΤΑ.
και κάποτε έφτασε η βιτρίνα των σκλάβων. η βιτρίνα - σ' αγαπώ. η βιτρίνα - σε θέλω. η βιτρίνα σκλάβων έχει φτάσει. η βιτρίνα σκλάβων ΕΙΝΑΙ. η βιτρίνα σκλάβων ΕΙΜΑΣΤΕ. κι απ' το περιθώριό μου, απ' το υπόγειο του συνωστισμού - επάνω ο χορός οργιάζει - κι απ' το υπόγειο μπαίνει νερό._

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

εμείς όμως εντελώς αλλιώς...


Θέλοντας να απλωθούμε στην ευρύχωρη θάλασσα του άλλου
γινόμαστε οικείοι
επινοούμε και μηχανευόμαστε
απεργαζόμαστε και βυσσοδομούμε
η ύπαρξή μας προσανατολίζεται
και στοχεύει
την κατάληψη του άλλου

όσο πιο 'οικείος' μας γίνει
τόσο πιο εύκολα θα τον πλημμυρίσουμε

η οικειότητα
είναι το απόλυτο όπλο 
αλλά και η Κερκόπορτά μας...

Είμαστε
μανδύες από φως και σκοτάδι
κρύβουμε καλά το κλεμμένο όραμά μας
κρύβουμε καλά τις πληγές που αιμορραγούν
και μας σκοτώνουν…

…Είμαστε
πληγωμένοι εραστές που αρνήθηκαν
ένα γενναίο όχι
για να ζουν δυστυχισμένοι
σ'ένα κίβδηλο ναι...

Φοβόμαστε;
αποθηκεύουμε ενέργεια
και τη σπαταλάμε
παλεύοντας, άγρια, λυσσαλέα, απελπισμένα
να αναρριχηθούμε στις ράχες των άλλων

όλος ο κόσμος γίνεται μια λεπτή, σκοτεινή γραμμή
που χωρίζει τη δική μας άβυσσο
από την ψευδαίσθηση ενός παραδείσιου αλλότοπου…

μέσα από το μίσος
ανιχνεύουμε τις δικές μας αντοχές

μέσα από την αγάπη
εξαντλούμε τις αντοχές του άλλου…

…Τα ένοχα θύματα είμαστε
που έμαθαν αθώα να γελούν
μα είμαστε και οι δήμιοι
που θα μας μακελέψουν…

Το άλγος της ύπαρξης δεν έχει καμιά ρηγμάτωση
η αγάπη δεν είναι ρηγμάτωση
η ελπίδα δεν είναι
η αλληλεγγύη δεν είναι

η μόνη ρηγμάτωση στο σκοτεινό κουτί
είναι η δι-ύπαρξη
γιατί μέσα από την δι-ύπαρξη
το Αχανές παύει να είναι ένας εχθρικός εφιαλτόκοσμος
και γίνεται μια φίλια δύναμη
μια φιλόξενη χώρα

είναι εμείς
όμως εντελώς αλλιώς…


Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

«Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται»


Behind the reality (goldmedal) TRIER... Franziskus Pfleghart



«Όταν οι χριστιανοί σταυροφόροι στην Ανατολή προσέκρουσαν σ’εκείνο το ανίκητο τάγμα των Ασσασσίνων, εκείνο το κατ’εξοχήν τάγμα των ελεύθερων πνευμάτων, του οποίου τα κατώτερα μέλη υπάκουσαν σε τέτοια πειθαρχία που όμοιά της δεν γνώρισε ποτέ άλλο μοναχικό τάγμα, πήραν, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, κάποιες πληροφορίες για εκείνο το σύμβολο και σύνθημα το οποίο προοριζόταν μόνο για τα ανώτερα μέλη του τάγματος, ως secretum [μυστικό] τους: ‘Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται’…»

Φρ. Νίτσε, Γενεαλογία της ηθικής
(μετ.: Ζήσης Σαρίκας, Νησίδες)



Κ
ανείς δεν γύρισε πίσω «αναζητώντας την αλήθεια».

Ο δρόμος που τάχα οδηγεί στην αλήθεια δεν υπάρχει. Απλά, δεν υφίσταται. Δεν ορίζεται. Δεν έχει ‘χάραξη’, δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη. Και αν ακόμη υπήρχε δεν θα ήταν… διπλής κατεύθυνσης. Αν υπήρχε θα ήταν μια ατραπός που θα χανόταν μυστηριακώς με το κάθε βήμα του διαβάτη. Θα γυρνούσε πίσω του και δεν θα έβλεπε τίποτε. Θα ήταν ένα μονοπάτι που θα το επινοούσε εκείνη τη στιγμή. Και την αμέσως επόμενη θα εξαφανιζόταν.

Μπορεί να μην υπάρχει ο δρόμος αλλά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ο μύθος για έναν τέτοιο δρόμο. Και το παράδοξο της μυθολογίας του υπερβαίνει την αναγκαιότητα ύπαρξης της ίδιας της αλήθειας. Είναι σαν να θρυλείται η ύπαρξη ενός ορυχείου χρυσού και εκκρεμεί η εύρεση του χάρτη με τον δρόμο που οδηγεί σ’αυτό. Δεν μας ενδιαφέρει αν όντως υπάρχει το ορυχείο και αν τωόντι έχει χρυσό. Μας ενδιαφέρει ο πυρετός. Ο πυρετός είναι ο δρόμος και όχι ο ίδιος ο χρυσός. Με μια άλλη έννοια, το ρίγος είναι η γνώση του δρόμου και όχι η ύπαρξη ή μη του τελικού προορισμού. Γιατί έχουμε τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τι είναι αυτό που αναζητούμε και το μόνο που μας λείπει είναι αυτός που θα μας δείξει τον δρόμο. Αυτός ή αυτό. Ένας χάρτης, ένας μύθος, ένα παραμύθι, μια αφήγηση.

Η αλήθεια χάνει τη σημασία της και αποτελεί ένα αιώρημα, μια θολή φιγούρα, ένα είδωλο ή ένα φετίχ. Δεν έχει νοηματοδοτηθεί από εμάς, υπήρξαν άλλοι, πολύ πριν από εμάς που υποτίθεται έφτασαν στο μυθικό Ελ Ντοράντο. Κανείς δεν γύρισε βέβαια για να μας το περιγράψει. Δεν μας απασχολεί. Ο νους κάνει τη δουλειά του σεναριογράφου, του σκηνοθέτη, του ειδικού των ‘σπέσιαλ εφέ’. Τα ζούμε όλα φαντασιακά πριν τα βιώσουμε. Τι σημασία έχει εδώ το βίωμα όταν έχει προοικονομηθεί το όλον; Το βίωμα είναι για τους τυχοδιώκτες που αναζητούν το απρόβλεπτο σε κάθε στροφή του δρόμου. Έχουμε όμως μολυνθεί από τον πυρετό του ταξιδιού και αν ανταμωθούμε με κάποιον που υποτίθεται πως γύρισε από τη μαγική χώρα θέλουμε όσο τίποτε άλλο να μας πει.

Ο Πιλάτος, με μια έννοια, πίστεψε πως για μια στιγμή τα είχε όλα. Ή σχεδόν όλα. Ο Ιησούς ήταν ο δρόμος. Ή αυτό τουλάχιστον φημολογείτο. Ήταν μια πιθανότητα που έπρεπε να εξεταστεί. Ο Ιησούς μπορεί να ήταν αληθινά ο δρόμος. Άρα το μόνο που απέμενε ήταν ο ίδιος ο χρυσός… Η ερώτηση ήταν ‘τι είναι η αλήθεια’ και εκεί ο Ιησούς (η Οδός) έμεινε σιωπηλός… Απογοήτευση. Ο παγανιστής Πιλάτος δεν αντέχει τη σιωπή και ο στοχασμός της σιωπής είναι πρόβλημα και όχι ευκαιρία για έναν διοικητή, για έναν ηγέτη, για έναν δικαστή, για έναν στρατιωτικό. Ο Πιλάτος ήθελε τον Ιησού συγκεκριμένο, ήθελε το Δρόμο να μιλήσει, να εκφραστεί με σαφήνεια, με ενάργεια. Ο παγανιστικός κόσμος είχε τα παλαιά μυστήρια προστατευμένα πίσω από το πέπλο της Ιεράς Σιγής με ποινή θανάτου. Και ξαφνικά ο Πιλάτος, στη ‘χώρα του πουθενά’ ανταμώνεται με τον παράξενο άνθρωπο από τη Ναζαρέτ που ισχυρίζεται πως είναι η Οδός. Η ευκαιρία είναι μεθυστική, σχεδόν τοξική. Κι όμως, σιωπή. Αυτό μας παρεδόθη τουλάχιστον, αυτό γνωρίζουμε.
Ο Πιλάτος όμως αγνοούσε πως η ‘αλήθεια’ –ό,τι κι αν είναι, όπως κι αν νοείται ή πραγματώνεται- δεν ‘μαθαίνεται’. Δεν ‘διδάσκεται’, δεν περνάει απ’τον ένα στον άλλο, από στόμα σε αυτί ή από χέρι σε χέρι. Το είχε αποσαφηνίσει απόλυτα ο Αριστοτέλης αιώνες πριν… οὐ μαθεῖν τι ἀλλὰ παθεῖν καὶ διατεθῆναι... Δεν πρόκειται να μάθεις λοιπόν αλλά οφείλεις να αφεθείς και να πάθεις… Κι αυτό όμως ο Σταγειρίτης δεν το δωρίζει σε όλους… γενομένους δηλονότι ἐπιτηδείους… μονάχα κάποιοι, οι επιτήδειοι, οι ικανοί, οι άξιοι με άλλα λόγια θα μπορέσουν να γευθούν τους καρπούς της μύησης… ‘στενή και τεθλιμμένη η οδός’ και όχι ‘πλατεία κέλευθος’… από τότε…

Το σκάνδαλο όμως παραμένει… αν δεν υπάρχει Ελ Ντοράντο τότε δεν υπάρχει τίποτε. Αν δεν υπάρχει τίποτε τότε όλα είναι κίβδηλα, ‘ψεύτικα’, α-νόητα, ασήμαντα, θνησιγενή και με μια έννοια, ήδη νεκρά.
Ο ίδιος ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι… όλα όσα αγαπούμε, ποθούμε, αγωνιούμε γι’ αυτά… Όλα λοιπόν;
Και τότε προς τι τα Σεμνά Όργια, προς τι οι μυήσεις, τα καταβάσια, τα πέπλα σιγής;
Προς τι όλος αυτός ο μύθος, οι κατασκευές, τα οικοδομήματα και οι παραδόσεις;

Η ελπίδα ίσως; Η ελπίδα πως μετά όλα θα είναι αληθινά, επιτέλους;

Η ελπίδα πως αυτό που ακολουθεί είναι κάτι άλλο, διαφορετικό, αληθινό;

Και μη νομίζει κανείς πως οι χριστιανοί ανακάλυψαν την ελπίδα… «…καί περὶ τῆς τελευτῆς ἡδίους ἔχει τὰς ἐλπίδας ὡς ἄμεινον διάγοντας, καὶ οὐκ ἐν τῷ σκότει τε καὶ τὸ βορβόρῳ κεεσομένους, ἄ δὴ τοὺς ἀμυήτους ἀναμένει...» (Αριστείδη, Ελευσίνιος Λόγος)
Τις πιο γλυκές ελπίδες έχουν [οι μυημένοι] σχετικά με το θάνατο πως εκείνοι θα περάσουν καλύτερα και πως δεν θα βρίσκονται στο σκότος και δεν θα κείτονται στο βόρβορο, καταστάσεις που περιμένουν τους αμύητους.

Φαίνεται το λοιπόν πως δεν είναι μονάχα πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Γεννιέται και πρώτη. Πριν την αλήθεια.

Πριν από οτιδήποτε…