Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Russ the soviet





'' Russ the soviet '' by Sergei Yesenin

Ο τυφώνας έχει περάσει. Μείναμε μόνον λίγοι επιζώντες.
Πολλοί απουσιάζουν από το προσκλητήριο των φίλων.
Επέστρεψα πάλι στην έρημη γης,
Απ' όπου έλειψα για οχτώ χρόνια.

Σε ποιόν να στραφώ; Με ποιόν μπορώ να μοιραστώ
Τη μελαγχολική χαρά που είμαι σώος και ζωντανός;
Ένας μαγκούφης ανεμόμυλος στέκει ορθός ακόμη εδώ
Σαν βαλσαμωμένο πουλί μ' ένα φτερό - μάτια κλειστά.

Άγνωστος είμαι σε όλους εδώ.
Κι' όσοι θυμούνταν, μ' έχουν από καιρό ξεχάσει,
Και κει που κάποτε ακόμη ήταν το πατρικό μου
Απόμειναν στάχτες κι' ένα λεπτό στρώμα σκόνης του δρόμου.

Όμως η Ζωή βράζει.
Η Ζωή προχωράει γοργά.
Φρέσκα και γερασμένα πρόσωπα με προσπερνούν βιαστικά
Αλλά κανείς δε μου γνέφει, κανέναν δεν χαιρετώ
Σε κανένα βλέμμα δεν μπορώ να βρω καταφύγιο.

Και στο κεφάλι μου μπαινοβγαίνουν σκέψεις βουϊζοντας.
Τι σημαίνει πατρίδα;
Μην είναι τάχα μόνον όνειρα;
Γιατί για όλους σχεδόν εδώ, είμαι ένας προσκυνητής,
Ένας αγύρτης θλιβερός, ποιος ξέρει από τι μακρινό ταξίδι.

Και να' μαι λοιπόν!
Ένα έκθεμα ενός τόπου
Όπου το μόνο ενδιαφέρον που θα' χει είναι πως
Μια απλή χωριάτισσα έφερε στον κόσμο εκεί μια μέρα
Έναν θερμόαιμο ταραξία Ρώσο ποιητή.

Μα πάλι του νου η φωνή μιλά στη καρδιά.
'' Έλα σύνελθε! Γιατί ενοχλείσαι;
Είναι το νιόφερτο φως που φέγγει
Στα βαγόνια μιας άλλης γενιάς.

Αλίμονο, οι ανθοί σου τείνουν στην πτώση.
Τώρα άλλα τραγούδια τραγουδιούνται από άλλα χείλη,
Που όπως φαίνεται είναι πιο ελκυστικά, -
Δεν είναι ένα χωριό η μάνα τους, αλλά ο κόσμος ''.

Αχ, πατρίδα, πόσο γελοίος μπορώ να γίνω!
Τα βαθουλωτά μάγουλα κοκκινίζουν μ' ένα θαμπό πορφυρό,
Η γλώσσα των συμπατριωτών μου μου είναι ξένη,
Είμαι ένας έπηλυς στην ίδια μου τη χώρα.

Και να που βλέπω
Τους χωρικούς τη Κυριακή,
Συγκεντρωμένους σαν κοπάδι, όπως πριν μπροστά στην εκκλησιά,
Να ανταλλάσσουν τις καθημερινές τους έγνοιες
Με τα γνώριμq μεγαλόφωνα πρόστυχα λόγια.

Πέφτει το σούρουπο, και ο ήλιος ραντίζει
Μια υγρή χρυσόσκονη πάνω από τα ασημένια λιβάδια.
Και οι λεύκες κρύβουν τα γυμνά τους πόδια στ' αυλάκια
Όπως οι φράκτες κρύβουν τις κνήμες των μικρών μοσχαριών.

Ένας χωλός υπναλέος απόμαχος του κόκκινου στρατού,
Εις ενθύμηση, τεντώνοντας το ζαρωμένο του κεφάλι,
Διηγείται ιστορίες, υπερβάλλοντας, για τον Budyonny,
Και την ανακατάληψη του Perekop από τους κόκκινους.

'' Κι' έτσι έγινε η συμπλοκή, κι' από τις δυο μεριές,
Οι μπουρζουάδες... εκείνος εκεί... κάτω στη Κριμαία... ''
Και οι σφενταμιές συνοφρυώνονται σμίγοντας τα κλωνάρια τους
Και οι γυναίκες βαριανασαίνουν με φόβο στο βουβό λυκόφως.

Οι ντόπιοι Κομσομόλοι παρελαύνουν στη δημοσιά,
Και, με την φυσαρμόνικα να να παίζει δυνατά
Αντηχώντας στην κοιλάδα με εύθυμους τόνους,
Τραγουδούν του Demian Bendy τα παραπειστικά ποιήματα.

Ω! Τι χώρα! Γιατί στη κατάρα βροντοφώναξα
Στις ρίμες μου ότι ήμουνα ένα με τις μάζες;
Σήμερα η ποίηση μου δεν έχει πια ζήτηση,
Και, πολύ πιθανόν, ούτε εγώ χρειάζομαι πια εδώ.

Πάει καλά!
Συμπάθα με μητρική γη.
Για όσα ήμουνα χρήσιμος, μ' αυτά μόνο νοιώθω ικανοποίηση.
Κι' ας μην τραγουδιούνται οι στίχοι μου τώρα,
Εγώ τους τραγούδησα στο προσκεφάλι της άρρωστης χώρας μου.

Όλα τα παίρνω όπως είναι.
Τα αποδέχομαι όλα και τέλος.
Είμαστε σύμφωνοι, θα κρατήσω μακριά τον απόβλητο.
Ενέχυρο θα βάλω τη ψυχή μου για το Μάη και τον Οκτώβρη,
Μόνο τη λύρα μου ποτέ δεν θ' αποχωριστώ.

Δε θα τη δώσω σ' αλλουνού τα χέρια κανενός,
μήτε στη μάνα, τη γυναίκα μου ή σε κανέναν απ' τους φίλους.
Τι μοναχά σε μένα εμπιστεύτηκε τούτες τις μελωδίες της,
Σε μένα, κι' άλλον κανένανε, τραγούδησε τα τρυφερά τραγούδια της.

Εσείς οι νέοι να περνάτε καλά και τα κορμιά σας γερά να κρατάτε!
Σας προσμένει καινούργια ζωή, καινούργια τραγούδια.
Κι' όσο για μένα... ξεκινάω για άγνωστες στέπες.
Να γαληνέψει για πάντα η αντάρτικη ψυχή μου.

Μα ακόμα κι' όταν
Στον πλανήτη ολάκερο
Πάψουνε οι φυλετικές διαμάχες
Και η θλίψη και τα ψέματα σωθούνε
Ακόμα τότε θα υμνώ, με όλο
Του ποιητή το Είναι,
Της γης το ένα έκτο
Μ' ένα όνομα τόσο μικρό όπως '' Russ ''.

Μετάφραση : Δημήτρης Νικηφόρου

Αναδημοσίευση από: mariatziatziou.blogspot.gr

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Αν δεν είχε αυτό το σακατιλίκι...





Σ
τη Χαλκίδα ζει κι ανασαίνει ένας κόσμος μαλακός, αργοβάδιστος. Φτύνει πάνω απ' τη γέφυρά του με τ' ανήσυχα νερά, κάνει τα σουλάτσα του στο κρηπίδωμα και το βράδυ κάθεται σ' ένα τραπεζάκι —όπως ο θρήσκος μπροστά στο προσευχητάρι του— και πίνει γλυκά γλυκά το κρασί του. Το πίνει ευλαβικά, συσταζούμενα όπως ο παπάς το «ζέον» στην Αγία Τράπεζα.
Ένα μεσημέρι ο ήλιος ήταν πολύ καυτερός. Μπορούσε να κάψει και την προβιά του γαϊδάρου, να βάλει φωτιά και στο μαλλί του κεφαλιού σου. Ο Ζούπακας έφερε μια καλαθιά ρώγες και πέσαμε όλοι στη βοσκή. Μ' όσες περισσέψανε παίξαμε πετροπόλεμο. Τα ρούχα μας είχαν γεμίσει ζουμιά κι οι μύγες χίμησαν απάνου μας να μας πιουν. Στις δυο όλοι είχανε γείρει στη ρίζα του πλατανιού και τον πήραν βαριά και μερακλίδικα. Δεν είχα τίποτα να κάνω. Έβγαλα απ' τον κόρφο μου ένα βιβλίο κι άρχισα να το διαβάζω. Το μικρό, σουβλερό μάτι του Ζούπακα με πήρε μυρωδιά.
— Κάνεις και τέτοια, ε;... μου λέει πονηρά.
— Τι «τέτοια»;
— Να, διαβάζεις φυλλάδες. Ξέρεις ότι έχουμε κι εδώ έναν απ' αυτούς τους «παλαβούς» που γράφουνε βιβλία;
— Όχι, πώς τον λένε;
— Κυρ Γιάννη.
— Κυρ Γιάννη; Κι αλλιώς;
— Χα. Άλλο δεν ξέρω.
— Κατάλαβα. Θα είναι ο Γιάννης ο Σκαρίμπας. Το ξέρω. Έχω διαβάσει και κάνα δυο απ' αυτές τις «φυλλάδες» του, που λες.
— Ε... αυτός είναι... Ξέρεις τι δουλειά κάνει; Εχτελωνιστής. Να, εκειδαπά στην «Παλίρροια» το 'χει το γραφείο. Καλός άνθρωπος. Αν δεν είχε αυτό το σακατιλίκι θα 'τανε διαμάντι μοναχό. Αλλά βλέπεις ο κάθε άνθρωπος έχει και το σακατιλίκι του. Να, δεν παίρνεις παράδειγμα τον Πρόεδρα; Τζιμάνι παιδί. Πες του να πέσει στον πάτο της θάλασσας και να σου φέρει ένα σουγιά σκουργιασμένο που σου 'πεσε∙ θα το κάνει. Μα βάλ' τον να σου κουβαλήσει με πλερωμή μισή οκά πράμα θα σε σφάξει με το κασαπομάχαιρο.
— Και δε μου λες, φίλε Ζούπακα. Μιλιέται ο Σκαρίμπας, μιλιέται;
— Τι θα πει «μιλιέται»;
— Να... θέλω να πω δηλαδή, είναι βολικός;
— Βολικός; πρόβατο! Σκύβει και τον καβαλικεύεις. Αλλά... είπαμε. Έχει κείνο το «σακατιλίκι»... Κρίμας.
— Μακάρι να το είχαν κι άλλοι. Είδες που το είπες και μόνος σου; «Διαμάντι»!
— Λοιπόν, έχω που λες αδερφέ μου, ένα μεράκι με τα βιβλία... Ούτε και μπορώ να τα μετρήσω πόσα περάσανε απ' τα χέρια μου! Σ' ένα έλεγε: «Το πετρωμένο φίδι αγίνωτο»... Αρχαίο είναι μα είναι πολύ καλό.
— Το καταλαβαίνεις;
— Πώς δεν το καταλαβαίνω! Να, άμα το φίδι πετρώσει, δε... ματαγίνεται φίδι. Ματαγίνεται;
— Σε κατάλαβα. «Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον».
— Βλέπεις λοιπόν... Ναι, αυτό είναι. Αλλά βλέπεις δε σ' αφήνουνε οι μάγκες. Κουρντίζουνε τα λαρύγγια τους, ξεροβήχουνε, πετάνε πόντους. Να, κάτι τέτοια έχω σιχαθεί και τα παράτησα τα βιβλία. Όμορφο πράμα όμως, ό,τι και να πεις. Είχα μια φορά ένα στον κόρφο μου... Ξέρεις τι θα πει να στρώνεσαι κάτου από μια ετιά... να σαλιώνεις το δάχτυλο, και να ξεφυλλίζεις; Αχ... Ήτανε κι αντίκρυ  το  παραθύρι  της...  Εφτά  φορές  μια  μέρα  το  ξεφύλλισα, να με κάψει ο Θεός αν λέω ψέματα!... Μου σώθηκε το σάλιο να ξεφυλλίζω.
— Και γιατί το ξεφύλλιζες;
— Τι να κάνω αφού έπρεπε να με βλέπει;
— Να το διάβαζες.
— Άιντεεε!... Και με τι; Με το σκεπάρνι;
— Δεν ξέρεις γράμματα; Καθόλου;
— Ε, όχι και καθόλου... Δυο τρία τα βγάζω. Να, την Ωμέγα... και στου διαβόλου την τρύπα να πάει να κρυφτεί την ξετρυπώνω! Αμ το Δέλτα! Και ξέρεις πώς το ξεχωρίζω; Μοιάζει με το τριγωνάκι που παίζουνε τα πιτσιρίκια τα κάλαντα...
— Ώστε έτσι λοιπόν, φουκαρά μου, ε; Δεν ξέρεις γράμματα... Καλά, και το «πετρωμένο φίδι» πού το 'μαθες;
— Τ' άκουσα από 'να δάσκαλο.
— Και γιατί να ξεφυλλίζεις κάτω απ' το παραθύρι της;
— Για να την κάψω! Στάθηκα και τον κοίταξα συλλογισμένος.
— Και... δεν την έκαψες, ε;
— Όχι... Πώς το κατάλαβες;
— Απ' το ξεφύλλισμα. Δεν έπρεπε καημένε να το ξεφυλλίζεις. Σε μυρίστηκε.
— Και τι έπρεπε να κάνω;
— Ναα, να το 'χεις μπροστά σου ανοιχτό, και να το κοιτάζεις.
— Το δοκίμασα κι αυτό μα δακρύσανε τα μάτια μου και τ' άφηκα... Μέσα απ' τα χέρια μου, που λες, την έχασα. Και ξέρεις τι γοργόνα ήτανε!... Να τη βλέπεις και να βλογάς το Θεό που σου 'δωκε μάτια.
— Δεν είναι για μας αυτά τα πλάσματα, καημένε Ζούπακα. Αυτές έχουνε τα μάτια τους γυρισμένα αλλού.
— Ναι, μα —σε περικαλώ— μια γυναίκα δε μου πέφτει και μένα στο μοιράδι μου;
— Ναι, αλλά δε θα είναι τέτοια.
— Α! Και τι θα είναι; ρετάλι; Α... έτσι λοιπόν, ε; Εμείς δηλαδή τα πίτουρα κι οι άλλοι τις φραντζόλες, ε; Ε ρε κόσμε άδικε!
— Πες το κι άλλη μια φορά. Ξαφνικά κάποιος της κομπανίας έκανε να ξυπνήσει κι ο Ζούπακας με τράβηξε απ' το ρούχο.
— Ψτ! Κρύφ' τηνα τώρα τη φυλλάδα! Κρύφ' τηνα ντε που σου λέω! Θέλεις να σε πιάσουνε στην πατσαβούρα τους; Τώρα δουλειά δεν έχει που δεν έχει. Τράβα αντίκρυ στα πευκάκια, στρώσου στο γρασίδι να χορτάσεις και ξάπλα. Εδώ η δουλειά αρχινάει απ' τις έξι κι ύστερα.
— Καλά. Δίκιο έχεις. Είναι κι όμορφα εκεί. Είδες που δεν το σκέφτηκα... Μοναξιά, θάλασσα.

Σκέπασα το κασελάκι με μια εφημερίδα κι έφυγα. Ναι. Δεν είναι μακριά το δασάκι. Περνάς τη γέφυρα, ύστερα το ξενοδοχείο «Φλοίσβος», και χώνεσαι στα πεύκα. Η μοναξιά εκεί είναι ολομόναχη. Ακόμη κι οι σκύλοι κοιμούνται το μεσημεριανό τους ύπνο. Κάτω από ένα πευκάκι ο κόσμος γίνεται απέραντος. Σωπαίνουν όλες οι φωνές που είχες μέσα σου. Γίνεται ησυχία. Οι ιδέες που βουίζουν μες στ' αφτιά σου... τα παράπονα που φουσκώνουν το στήθος σου... Οι έγνοιες που 'χουν εκεί μέσα τη φωλιά τους... Όλα πέφτουν στο νερό, σκορπούνε, χάνονται. Ακουμπάς στη ρίζα, αντίκρυ στην πεντάμορφη πόλη. Ύστερα κλείνεις την πόλη όξω απ' τα μάτια σου, και φέρνεις στη θέση της έναν κήπο. Δάσος οι νεραντζιές... και το παγκάκι ολομόναχο κάτω από μια νεραντζιά. Είναι τα μάτια της λαμπερά και σε λούζουν. Κείνη λέει τ' όνομά σου πολλές φορές. Ακουμπάει το χέρι της στην άκρη των μαλλιών σου —έτσι. Κι εσύ νιώθεις —το χέρι της!— το νιώθεις να κοκκινίζει απ' την ντροπή. Τόσο όμορφο, τόσο ντροπαλό χέρι... πάει, δεν είναι πια για να ξαναγίνει. Ύστερα κάτι γίνεται κι όλα σταματούν... Οι νεραντζιές απόμειναν σκυφτές από πάνω μας... Το φιλί της μοσκοβολούσε νιότη!... Αλίκη... Τ' όνομά σου έμεινε στα χείλη μου σαν το κλαδάκι της βραδινής μας νεραντζιάς. Το κρατώ και μοσκοβολά ο κόσμος. Τώρα (αγάπη μου... αγάπη μου...), τώρα ζηλεύω το παγκάκι που ακούμπησε το φουστάνι σου... Και ζηλεύω και τον εαυτό μου που ήταν εκεί και το 'δε... Αλίκη... θέλω να πω ένα τραγούδι και φοβάμαι μην καεί το στόμα μου. «Αλίκη»!... Μια μπενζίνα πέρασε ντουφεκώντας ξοπίσω της κάτι τόπια καπνού. Μ' αυτήν ήταν που ήρθα απ'την Αθήνα; Δεν ξέρω...
Τώρα είμαι ξανά στη Χαλκίδα και κάθομαι με τα μάτια μου αντίκρυ της. Οι νεραντζιές λείπουν. Έγιναν καΐκια; άνθρωποι;... δεν ξέρω. Μα εγώ θέλω να της πω δυο λόγια. Θα τα φυλακίσω σ' ένα χαρτί και θα της τα στείλω. Χαρτί  έχω. Και μοναξιά... Στο κάθε γραμματάκι ακουμπώ το μολύβι στα χείλη μου. Είναι ένα γράμμα φιλημένο. Δεν κάθομαι πια ούτε και να το συλλογιστώ πώς θ' αρχίσω. Με πάει μόνο του το μολύβι, το στέλνουν τα χείλη μου. «Δεσποινίς, αφ' ης ανεχώρησα εξ Αθηνών, μολονότι ούτε έστω και επί μίαν στιγμήν διελογίσθην ότι ήτο  δυνατόν  να  υπάρξει  εκ  νέου  οιαδήποτε  μεταξύ  μας  επαφή, εν τούτοις ιδού  εγώ διά της παρούσης μου αθετώ κάθε προγενεστέραν μου υπόσχεσιν. Διερωτώμαι: Τι  ήταν  αυτό που επέδρασε τόσον πολύ εις την υπαναχώρησίν μου; Και η απορία μου μένει αναπάντητος. Ιδού λοιπόν ότι αποδεικνύομαι ολιγότερον σταθερός απ' όσον επιθυμούσα. Εν τούτοις προέχει η ανάγκη να έχω μίαν σαφή εξήγησιν της συμπεριφοράς σας —αυτή και μόνον είναι η αφορμή ήτις με παρεκίνησε να σας απευθύνω την παρούσαν μου. Ανεκάλεσα δις εις την τάξιν τον εαυτόν μου διά τα νυκτερινάς εκείνας παρεκτροπάς μου. Τέλος πάντων, αυτό ήθελα να πληροφορηθώ, δεσποινίς: Με αγαπάτε ή όχι; Επί της απαντήσεώς σας ταύτης πέπρωται να καθορίσω και την περαιτέρω στάσιν μου. Και επί τούτοις διατελώ, αναμένων διευκρινίσεις σας. Όλως υμέτερος».
Το 'κλεισα και το ταχυδρόμησα την ίδια ώρα. Έτσι εξηγούνται οι άνθρωποι! Όχι, έπρεπε να το καταλάβει! Επειδή δηλαδή εγίναμε λούστροι πά' να πει ότι ξεχάσαμε και τη μόρφωσή μας; Ας ερχόταν ένας κύριος και να μου έλεγε ότι τα καταφέρνει καλύτερα από μένα το λούστρο, στην επίσημη γλώσσα! Δε χωράει αμφιβολία... θα τα χάσει! «Μωρέ μπράβο! Τέτοια μόρφωση έχει κείνος ο λούστρος της Χαλκίδας! Κι εγώ να μην του το πω καθαρά ότι τον λατρεύω». Μα λίγο κράτησε αυτή η περηφάνια. Σαν απόμεινα το βράδυ μόνος και πήρα τον ανήφορο του Καράμπαμπα, κατάλαβα να με ζώνουν οι ντροπές. Αν αυτό ήταν γράμμα, αν αυτό το φέρσιμο ήταν ανθρώπου που σέβεται τον εαυτό του, τότε εγώ ήθελα πέταγμα στη θάλασσα, ήθελα φκυάρισμα. Σκέπασα τα μάτια μου ενώ δε μ' έβλεπε κανένας. Μόνο τα σπερδούκλια τίναζαν κατά τον ουρανό τις ανθισμένες φουντίτσες τους. Δε γίνεται, δεν μπορούσε να γίνει. Έπρεπε να διορθώσω την ανοησία μου. Μα πώς; Το γράμμα πια θα 'χει φτάσει. Ένα τηλεγράφημα... Μα τι να πεις και πώς να το πεις μέσα σ' ένα τηλεγράφημα; Αυτό έλειπε... να σου πιάνουνε ολόκληρη γραμμή για να στέλνεις εσύ στην Αθήνα τα σάλια σου. Τότε σκέφτηκα το τηλέφωνο. Γίνονται κάτι τέτοια. Καλείς έναν —όποιον θέλεις— και του λες «αύριον στας 5 τηλεφωνική συνδιάλεξις»... Πας στις πέντε η ώρα, κάθεσαι μπρος στο ακουστικό και τα λες όλα!
Αφήνω το κασελάκι και κατρακυλώ πίσω στην πόλη. Μα ένας υπάλληλος, που ήταν το «προσωπικόν νυκτός», με κοίταξε σαν τσόφλι και μ' έδιωξε. Είχε φαίνεται και κοιλόπονο —όλο έπιανε το στομάχι του. «Αύριο... μου είπε κρύα. Μη σκας, δε φεύγει η Αθήνα απ' τη θέση της». Δίκιο είχε ο άνθρωπος. Γιατί έτσι άρον άρον νυχτιάτικα; Η μέρα έχει πιο πολλά μάτια. Στρώνεις το ζήτημά σου μπροστά σου και το μελετάς. Το χτυπάς από δω, το χτυπάς από κει. Ε καλά, το γράμμα κείνο ήταν για  να το κλαις. Και να το  φτύνεις —δε  χρειαζότανε φιλοσοφία. Μα το μπάλωμα που θα το διόρθωνε έπρεπε να είναι γερό. Αύριο που θα ξεθόλωνε ο νους μου, που θα 'φευγαν απ' το λιμάνι οι καπνοί, κι η Χαλκίδα θα πρόβαλε στο παραθύρι της νύχτας λαμπερή σαν πρωτοξύπνητη παρθένα... η καρδιά μου θα ξαναγύριζε στο λυπημένο μου στήθος φέρνοντας μαζί της την ευωδία των νεραντζιών. Τώρα ήταν καιρός για ψόφο, καιρός γι' ανήφορο, για μικρό αγκυροβόλημα. Μα την καρδιά δεν την παίρνει ο ύπνος. Ποιο το όφελος να πάρω τον ανήφορο αφού δεν είναι για να κοιμηθώ; Α, αυτός ο υπάλληλος με το δύσκολο ύφος, αν δε συμπονούσε μόνο τα έντερά του, αν συμπονούσε λιγάκι και μένα... Θα 'παιρνε την πρόσκλησή μου. Κι εγώ θα ησύχαζα. Και —να δεις τότε— θα τον έβγαζα τον ανήφορο σαν το πουλί. Γύρισα ξανά πίσω. Κείνος καθόταν στο γραφείο και ζέσταινε με τις παλάμες του τ' αφτιά του. Μόλις με είδε πίσω απ' το τζαμάκι στάθηκε λίγο και συλλογίστηκε. Ύστερα άνοιξε το πορτόνι και μ' έκραξε με το μολύβι να πάω κοντά του.
— Έλα δω... μου λέει. Δε θέλω να το 'χω βάρος στη συνείδησή μου. Για να κάνεις εσύ έτσι κάτι θα τρέχει, ε; Είναι για θάνατο;
— Χειρότερο...
Τράβηξε μπροστά του ένα μπλοκ. Έβαλε κάτω ένα χιλιοτριμμένο καρμπόν, έγραψε κάνα δυο λέξεις, έσκισε το μισό, και μου τ' άπλωσε.
— Πάρ' το... μου λέει. Η συνδιάλεξις θα πραγματοποιηθεί αύριον στας εξ.
— Ευχαριστώ, του λέω. Ευχαριστώ πολύ... πολύ...
Ήμουν πια στην πόρτα... Ξαφνικά όμως τον ακούω να με ξαναφωνάζει:
— Για έλα δω, μου λέει. Θαρρώ πως πρωτύτερα που σε ρώτησα για θάνατο, μου είπες «κάτι χειρότερο». Τι πράμα είναι χειρότερο απ' το θάνατο;
— Η αγάπη!... του λέω.
Σηκώθηκε σαν αγριεμένη φουρτούνα.
— Αχ.... μου λέει. Τι να σου κάνω; Τώρα πια πάει, την έκανα την μποσικάδα! Κανένας άλλος δε φταίει. Εγώ φταίω. Έλα ξανά από δω και τα λέμε.
Βρε διώχ' τους!... Ήμουν πια μακριά. Μα η φωνή του, τσιριχτή, κακιωμένη, συνέχιζε να με κυνηγά. Ξεβόλεψα ένα ανθρωπάκι απ' το καθημερινό του καβουρντιστήρι —μια ταπεινή, ξέχωρη, μονότονη ζωή. Ήταν σαν να τον άρπαξα σαν μια παλιά μπατανία και να τον τίναξα απ' τις στάχτες του. «βρε διωχ' τους!» Έτσι να κάνεις, λογικέ μου, κανονικέ μου, ανύπαρκτε μου πολίτη... γραναζάκι παλιό και άβουλο μιας μηχανής τακτικής, βολικής και άχρηστης. «Βρε διωχ' τους!» Καλά μου 'κανες. Πήρα πάλι το ανέβασμα για το Γολγοθά μου, που εδώ λέγεται Καράμπαμπας. Τα σπερδούκλια μου κόβουν το δρόμο. Βρομούν. Αλίκη... Αχ Αλίκη... Αλίκη... πώς τα 'κανες αυτά τα ωραία κρίνα και βρομούν;

Μενέλαου Λουντέμη, ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΜΟΥΣ (απόσπασμα)

Τρίτη 16 Απριλίου 2013






Εκλειπτική του Αχανούς 

(επιλεγμένα αποσπάσματα)


Ο άνθρωπος συνομιλεί με τον εαυτό του τροχιοδρομώντας αέναα στην εκλειπτική του Αχανούς…


Αχανές δεν είναι μονάχα ό,τι δεν μπορεί να περι-οριστεί, να τοπογραφηθεί με τον θεοδόλιχο του νου και να υψομετρηθεί με τον χωροβάτη της αντίληψης.

Αχανές είναι ο μητροπολιτικός κόσμος της υπερ-Αντίληψης…

Αχανές δεν είναι απλά ένας μη-μετρήσιμος γεω-χώρος, φυσικός ή φαντασιακός. Στην πραγματικότητα, Αχανές είναι ο μόνος αληθινός χώρος και ας μην είναι ‘πραγματικός’. Δεν τον αναγνωρίζει η μεθοδολογία του νου, δεν τον εμπεριέχει στην ΄διδαδκτέα’ του ύλη, τον απορρίπτει εξ αρχής.
Αχανές είναι οτιδήποτε αναφέρεται στη ματιά. Είναι, με άλλα λόγια, το υποκείμενο και το αντικείμενο σε μια ταυτότητα δι-ύπαρξης στο διηνεκές… εντατική, δυναμική, αλληλοπεριχωρική δι-ύπαρξη.

Ο άνθρωπος που συναντήθηκε με το Αχανές έγινε ο ίδιος αχανής και ελευθερώθηκε…

Στο αχανές, η συνομιλία με τον εαυτό δεν υπόκειται σε ψυχαναλυτικούς όρους και η συνομιλία με το θείο δεν έχει την μηχανιστική επαναληπτικότητα του διαλογισμού.
Ακόμη και η προσευχή, δεν ανήκει στο αχανές. Ακόμη και ο έρωτας, ο άπτερος έρωτας, ο θείος έρωτας, δεν ανήκουν στο αχανές. Γιατί στο αχανές έχει την πανάρχαια γλώσσα του ωκεάνιου βιώματος. Μια γλώσσα ακατάληπτη, άγνωστη, ξεχασμένη, απρόσιτη από οτιδήποτε μπορεί να γίνει μέρος της κοινής αντίληψης.

Μονάχα η Αγάπη γνωρίζει το Αχανές και το Αχανές την Αγάπη.

Αγάπη και όχι… αγάπη. Γιατί δεν πρόκειται για μια ακόμη συναισθηματική, ευγενής έστω και εκλεπτυσμένη έκφραση του ανώτερου εαυτού. Ακόμη και ο ανώτερος εαυτός είναι μολυσμένος από τα κατάλοιπα της σαρκικής όρασης, δεν μπορεί να δει τόσο βαθιά, στα έγκατα του αχανούς.
Η συναισθηματική αγάπη είναι ένα απλό και μειονεκτούν υποσύνολο της Αγάπης. Είναι η κατακτητική, εγωτική, άπληστη ‘αγάπη’ της ηδονολατρείας, της ηδυπάθειας, της περιέργειας, της επεκτατικής δράσης του συναισθήματος. Η πλημμυρική της φύση δεν έχει τη δύναμη να πληρώσει σε βάθος τίποτε. Μοιάζει με ένα ρηχό ρυάκι που παλεύει να ξεδιψάσει ένα απειράριθμο στρατό. Τούτη η άγρια και επιδρομική αγάπη δεν έχει σχέση με το μεγαλείο και το Ολύμπιο ύψος του Αχανούς.
Το Αχανές προϋπήρχε της αγάπης.
Το Αχανές, γεννήθηκε όταν όλα βρίσκονταν στο γνόφο του σκότους.


Συνομιλώ με το Αχανές σημαίνει ότι έχω υπερβεί το σημείο τομής της εκλειπτικής του Χρόνου με την εκλειπτική του Αχανούς… πέρα από τούτο το σημείο, όλα επιστρέφουν σε μένα και όλα απομακρύνονται από μένα.

Πως μπορεί να συνομιλήσει κανείς με το Αχανές; Πως μπορεί να βυθιστεί ένας κόκκος ζάχαρης στη θάλασσα και να μην διαλυθεί, να μην αφανιστεί; Πως μπορεί μια πυρετική ψυχή να εμπιστευτεί την ανάσα της στο άπειρο και να μην σκορπίσει σε εκατομμύρια και δις εκατομμύρια φλόγες που τίποτε δεν μπορούν να ζεστάνουν και κανέναν χώρο να φωτίσουν;
Το να μιλάς για το Αχανές είναι μια δράση αυτό-υπονομευόμενη. Είναι μια δοκιμασία μαζί και μια πρόκληση του νου να εισέλθει στο παράδοξο. Μοιάζει με το ταξίδι στο παρελθόν. Είναι αδύνατο και μαζί δυνατό. Η σκέψη γυρίζει στο παρελθόν καταργώντας όλους τους περιορισμούς, ανεμπόδιστη, θριαμβική, υπερπηδά κάθε φράγμα και επιτυγχάνει εκείνο που το σώμα δεν μπορεί. Η σκέψη καταργεί κάθε έννοια παράδοξου και δεν γνωρίζει νόμους φυσικούς ή μετα-φυσικούς. Η σκέψη όμως δεν μπορεί να εισέλθει στο Αχανές. Γιατί εκεί, ο χρόνος και ο χώρος, οι δυο άξονες που «κατασκευαστικά» απαιτούνται για να μπορεί να τροχιοδρομεί η σκέψη, δεν υπάρχουν, είναι ανύπαρκτοι και μαζί υπαρκτοί…

Μιλώντας για το Αχανές, ο άνθρωπος τεντώνεται, η διάνοιά του ανοίγει, εκτείνεται, εκπτύσσεται, όμως και πάλι, δεν μπορεί παρά να αγγίξει τους τοίχους του αυτό-ορισμού του. Όπως ακριβώς ο έγκλειστος με τα χέρια σε έκταση αγγίζει ίσως το πολύ πολύ τα ασφυκτικά όρια της φυλακής του

Στο πρώτο σημείο τομής των εκλειπτικών η γέννηση
Στο δεύτερο ο θάνατος…


Άνοιξη 2012

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Come out and play...



Come out and play (2012)

Υπάρχει μια… Μαχενική κληρονομιά καθώς φαίνεται σε συγγραφείς και σκηνοθέτες που επιχειρούν να αναδομήσουν έναν φαντασιακό κόσμο με υλικά της πραγματικότητας που ζούμε όλοι. Μονάχα που ενώ στον μεγάλο συγγραφέα και στο αξεπέραστο έργο του «Μέγας Θεός Παν» είναι το ζωικό βασίλειο που επαναστατεί και παίρνει την εκδίκησή του απέναντι στη δεσποτεία των ανθρώπων (μια αντι-χριστιανική θεολογία, μια in reverse απόδοση της Δημιουργίας, μια ‘ανταπόδοση’ που αιχμαλωτίζει τον υπερόπτη και αλαζόνα ‘συμβασιλέα’ της Κτίσης στα δεσμά της ίδιας του της αλαζονείας) στο συγκεκριμένο δημιούργημα είναι τα παιδιά που το πράττουν. Και τα παιδιά είναι μεν άνθρωποι και καθόλου δεν τους αρμόζει η προσομοίωση με τα ‘κτήνη’ του Μάχεν αλλά έχουν και κάποιες άλλες ενδιαφέρουσες ιδιότητες στις οποίες οι ενήλικοι αντιπαραθέτουν συνήθως μονάχα την αμηχανία και τη σιωπή τους.
Μια από αυτές τις ιδιότητες είναι η έλλειψη οίκτου.
Μια άλλη ίσως είναι η καθαρή δράση.


Κι επειδή στον κινηματογράφο του Φανταστικού η αδράνεια είναι ασυγχώρητο σφάλμα, τα αποτελέσματα είναι ολέθρια για τους ενήλικες πρωταγωνιστές της ταινίας όταν έρχονται αντιμέτωποι με την επανάσταση των ‘αγγέλων’, των ‘αθώων’ αγοριών και κοριτσιών που δεν έχουν έλεος, δεν έχουν οίκτο, δεν έχουν καμιά στάθμιση των ενεργειών τους, καμιά αίσθηση ή ενδιαφέρον για την αξία της ζωής.
Εδώ πρόκειται καθαρά για μια διαφορά βλέμματος και είναι συγκλονιστικό να καταγράφεται με τόση στεγνότητα, απλότητα και ‘φυσικότητα’ από την κάμερα.


Το νεαρό ζευγάρι των αμερικανών φτάνει στο απομονωμένο παραδείσιο ψαροχώρι, κάπου στο Μεξικό για να περάσει ειδυλλιακές διακοπές. Η κοπέλα είναι στον 7ο μήνα της εγκυμοσύνης της –κι εδώ σημειώνει κανείς την ειρωνική διάθεση του συγγραφέα (Juan José Plans και "El juego de los niños" η νουβέλα του που έκανε ταινία ο Makinov). Το ψαροχώρι φαίνεται έρημο. Μονάχα μερικά παιδιά βρίσκονται από δω κι από κει με μια κάπως ‘περίεργη’ και σιωπηλή συμπεριφορά. 


Κάποια στιγμή κι ενώ η κυοφορούσα κοπέλα έχει καθίσει σε ένα μπαράκι για να πει ένα δροσιστικό, περιμένοντας το σύζυγό της που έχει ξαμοληθεί στους άδειους δρόμους για να βρει φαγητό ή κάποιον άνθρωπο να μιλήσει τέλος πάντων, μια νεαρή κοπέλα την πλησιάζει και της χαϊδεύει την κοιλιά. Η σκηνή έχει τρυφερότητα, έχει ομορφιά αλλά είναι απλά ένα έξυπνο εργαλείο που θα οικονομήσει την περαιτέρω φρικαλέα συνέχεια της ιστορίας.
Γιατί η φρίκη δεν αργεί να ξεσπάσει… και δεν έχει τίποτε από την αθωότητα στα ψεύτικα χαμόγελα των παιδιών που έχουν πια το πάνω χέρι.
Και δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να τα σταματήσει κανείς.


Δεν θα πρόσεχα την ταινία, ίσως να με άφηνε αδιάφορο αν δεν υπήρχαν δυο – τρεις ευρηματικές σκηνές, βασισμένες προφανώς στο μυθιστόρημα αλλά που δίνονται με ωμότητα και στερεότητα που σοκάρει περισσότερο κι από τις –όχι πολλές – σκηνές ωμής βίας.
Σε εποχές καρναβαλιού και σε περιοχές του πλανήτη μας όπου τα παγανιστικά, χθόνια, ενδοφλέβια στοιχεία κερδίζουν τη μάχη στα… πανωσηκώματα των χριστιανικών ορόφων… σε εποχές που η φύση ιεροποιείται ξανά και η μύηση γίνεται με τον απόλυτα ‘μυστικό’ τρόπο της σιωπής, του βλέμματος, της έγερσης των αρχαίων θεών μέσα μας, δυο ξένοι είναι φορείς μιας μόλυνσης που πρέπει να εξουδετερωθεί… προηγουμένως βέβαια έχουν εξουδετερωθεί και οι ‘οικείοι’… δεν υπάρχουν οικείοι όταν μιλάει η Φύση, το Παλαιό, το Ερπετό…
Υπάρχει μόνο μια άλλη διάσταση ύπαρξης, μια άλλη φωνή, ένα κάλεσμα στο Πρώτο, το εγκατιαίο, το δεσμευμένο στο χώμα, το αίμα και το θάνατο…