Τρίτη 12 Απριλίου 2011




Επτά


Δεν είναι για να παίζεις μ’αυτά τα πράγματα…

Δούλευα, ως συνήθως, αργά, χωμένος στις δικές μου ώρες, ανάμεσα στα χαρτιά μου, στο μεγάλο, επιβλητικό γραφείο με το ταλαιπωρημένο φωτιστικό να σκύβει σαν βραχίονας εξωγήινου πλάσματος πάνω από το μαύρο πληκτρολόγιο… αριστερά μου ένας σταυροφόρος με κοιτούσε μέσα από το μεταλλικό του προσωπείο, δεξιά μου ένα μισοδιαβασμένο βιβλίο του Γκέρσομ Σόλεμ περίμενε τη σειρά του…

…εσύ, σ’εκείνη την αποβάθρα, πρωί, αξημέρωτα σχεδόν, να με κοιτάζεις με τα παράξενα και λυπημένα μάτια σου και τα μαλλιά σου, απείθαρχα, να χορεύουν σαν ζωντανό στεφάνι γύρω από το κεφάλι σου…

…δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Τον άνθρωπο που σου έλεγα τις προάλλες, τον άνθρωπο με τις μεθυσμένες λίμνες στο βλέμμα του… τον άνθρωπο που με απείλησε με τις 7 ‘υποσχέσεις’ του…

‘Σου υπόσχομαι τα πάντα και δεν σου οφείλω τίποτε. Σου έχω έτοιμες τις 7 υποσχέσεις. Σου έχω έτοιμους 7 θανάτους, 7 ζωές, 7 αφανισμούς, 7 αναγεννήσεις, 7 σαρκώσεις, 7 ταξιδέματα… Το άλλο Σάββατο, εδώ, στο παγκάκι που έρχομαι πάντα να πεθάνω, θα σου μιλήσω για την Πένα… έλα άδειος, έλα καθαρός, έλα χωρίς τον εαυτό σου να καθίσεις δίπλα μου...’…

… εσύ, να λοξοκοιτάζεις το μεγάλο πλοίο με την κόκκινη φαρδιά ζώνη πάνω από την ίσαλο, να θέλεις να με αποχαιρετήσεις, να θέλεις να με φιλήσεις, να θέλεις να με χαστουκίσεις. Εγώ σιωπηλός, δεν λοξοκοιτούσα πουθενά, έχανα το βλέμμα μου όσο περνούσε η ώρα και υποδεχόμασταν τη πολύβουη μέρα… ο θόρυβος του λιμανιού γεννιόταν σιγά σιγά, απλωνόταν ολόγυρα σα ζωντανό σεντόνι… έχανα το βλέμμα μου εκείνο το πρωινό αλλά ακόμα δεν είχα χάσει εσένα…
…όχι ακόμα…

Όχι βέβαια. Δεν είναι για να παίζεις μ’αυτά τα πράγματα…

…

‘Είμαι έτοιμος’, του είπα.
‘Ποτέ δεν είσαι έτοιμος για να πεθάνεις’, απάντησε και έτεινε το αριστερό του χέρι στο οπτικό μου πεδίο.
‘Κοίτα τις φλέβες μου. Μιλούν για μένα καθαρότερα απ’τη φωνή μου’, είπε σχεδόν ψιθυριστά. Η φωνή του ερχόταν ολόισια από το στομάχι του, δεν ξέρω γιατί αλλά αυτό σκέφτηκα όταν τον άκουσα να μου πρωτομιλάει, καιρό πριν, σ’αυτό το ίδιο λερό παγκάκι που μας φιλοξενούσε.
‘Πρόσεχε, το βλέμμα σου να μην πέφτει πάνω μου σαν άδειο τσουβάλι! Χειρούργησέ με με τα μάτια σου φίλε μου! Ο άνθρωπος είναι τα χέρια του! Έλα λοιπόν! Δες!’
Η νύχτα κατέβαινε με γοργά βήματα και μια αύρα δροσερή με σκαμπίλισε ελαφρά. Τούτο το χέρι όμως δροσιά δεν είχε.
Ο άνθρωπος είναι τα χέρια του
Στην αρχή δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πέρα από ένα ταλαιπωρημένο αντρικό χέρι που πρόδιδε απλά και μόνο το πέρασμα 70 ίσως και περισσότερων γεμάτων και αμείλικτων χρόνων από πάνω του. Οι φλέβες, πρησμένες, διακλαδώνονταν σε μια αλλόκοτη σύνθεση… ξεκινούσαν από το πουθενά και χάνονταν πάλι στο πουθενά… το δέρμα, γερασμένο, χωρίς χυμούς πάλευε να τις κρατήσει κάτω από τη ρηχή του επιφάνεια…
Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα.
Στην αρχή είπα.
Γιατί λίγο μετά…


‘έλα μαζί μου’
‘…’
‘έλα μαζί μου… σε μια βδομάδα θα γυρίσουμε… παράτα τα όλα και έλα…’
‘…’
‘δε θυσίασες ποτέ σου ένα καλοκαίρι για μένα… κάντο τώρα, σήμερα… έλα μαζί μου…’
‘…’


‘Δεν γράφεις με τη πένα, γράφεις με τα σωθικά σου. Ποιος ηλίθιος πιστεύει ότι Τέχνη είναι ό,τι αποτυπώνει το μελάνι πάνω στις επεξεργασμένες φλούδες των ξύλων; Ποιος σου είπε ότι κάνεις Τέχνη επειδή ζαρώνεις το μέτωπο κάθε φορά που ο εγκέφαλός σου πέρδεται και τούτη τη κλανιά τη κάνεις λέξεις;
Τι βλέπεις στο χέρι μου;’
Τώρα πια μπορούσα να το δω ολοκάθαρα. Σχεδόν μου ήρθε να ουρλιάξω. Διαγραφόταν σαν ανάγλυφο πάνω σε βράχο… στο σάρκινο βράχο του ανθρώπου αυτού με τα μεθυσμένα μάτια και την αρχαία φωνή…
Το έβλεπα και… με έβλεπε κι εκείνο!


‘γράφω κάτι πάνω στη Τέχνη αυτό τον καιρό και…’
‘σκατά! Αυτό μου’ρχεται να σου φωνάξω… σκατά!’
‘σε παρακαλώ… μην…’
‘βγες απ’τη σπηλιά σου και έλα μαζί μου… πεθαίνεις εκεί μέσα… κάθε μέρα βυθίζεσαι, όλο και πιο πολύ… Θεέ μου, τι με έπιασε και τα λέω όλα αυτά πρωί πρωί…’
‘δάνεισέ μου λίγο χρόνο… μην μου τον χαρίσεις… δάνεισέ μου τον…’
‘τι έπαθες πάλι; Ποιος είναι αυτός ο γερο-ξεκούτης που σ’έχει πιάσει απ’το λαιμό και δεν μπορείς ν’ανασάνεις;’
‘…’
‘φεύγω… έλα, τώρα...’


‘Μείνε ακίνητος, ασάλευτος… άνθρωπος της Τέχνης είναι αυτός που μπορεί να μείνει ασάλευτος μπροστά στο αναπάντεχο, στο ακατανόητο, στο μεγαλειώδες… κανείς δεν μπορεί να είναι άνθρωπος της Τέχνης αν δεν έχει πεθάνει εφτά φορές… άπειρες φορές… μείνε ακίνητος, παρακολούθησέ το… είναι ζωντανό… όλο αυτό που είμαι εγώ… που είσαι εσύ… γράφεις για πολλά αλλά δεν ξέρεις ότι όλοι γράφουν μέσα από σένα… κάθε συγγραφέας είναι όλη η ανθρωπότητα, αν δεν είναι γράφει μονάχα για να διεκδικήσει ένα στενό δωμάτιο αυταρέσκειας σε ένα κύκλο νεκροζώντανων διανοούμενων… βγες από το κύκλο φίλε μου… δεν έχει τίποτε εκεί μέσα που ζητάει η ψυχή σου…’
Δεν μπορούσα να μιλήσω, να πω τίποτα, να αντιδράσω. Το έβλεπα, με απορροφούσε, με ρούφαγε σαν βαμπίρ…
‘Φύγε τώρα!’, τον άκουσα ξαφνικά να φωνάζει αλλά δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω του.
Το χέρι αποσύρθηκε, συνήλθα, τον άκουσα καθαρά.
‘Φύγε. Το άλλο Σάββατο ξανά εδώ. Θα σου φανερώσω τον καμβά… είναι η δεύτερη υπόσχεσή μου’

…

Το δωμάτιο χρειαζόταν καθάρισμα.
Το σπίτι χρειαζόταν βάψιμο.
Το μυαλό μου χρειαζόταν φρεσκάρισμα.
Ποιος ήταν ο παράξενος αυτός γέρος;
Δεν μου είχε επιτρέψει να τον δω… όταν το επιχείρησα κάλυψε το πρόσωπό του με το χέρι του.
‘Θα με δεις… θα έρθω σε κάποιο όνειρό σου… θα δεις τα μάτια μου… αυτό είναι όλο’, μου είχε πει και το ίδιο βράδυ τον ονειρεύτηκα. Ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο, κάποια Δευτέρα μεσημέρι, με περίμενε έξω από το σχολείο. Δεν χαμογελούσε. Περίμενε όρθιος στο απέναντι πεζοδρόμιο χωμένος μέσα σε ένα μαύρο παλτό. Ήξερα ότι ήταν αυτός… τον πλησίασα με περίεργα συναισθήματα. Δεν μου έδωσε το χέρι του. Μου έδωσε τα μάτια του. Και ήταν η πρώτη φορά που μου έκαναν τόσο απρόκλητη επίθεση δυο μάτια… δυο μάτια που έσταζαν…
Το αιώνιο…
Έσταζαν το αιώνιο… δυο αρχαίες λίμνες μέσα σε δυο βολβούς…
Και ξύπνησα κάθιδρος, φοβισμένος και… γερασμένος…


‘Όλο σου το σώμα είναι ένας καμβάς… στο είπε ποτέ κανείς αυτό; Είσαι ένα δίκτυο νεύρων, αγγείων, χιλιάδων αγγείων μικρών και μεγάλων… μην γελιέσαι, δεν υπάρχει τίποτε που να φανερώνει κάποιο θεϊκό σχέδιο… κι έτσι να είναι δεν μας πέφτει λόγος φίλε μου… το ξέρεις πως δεν υπάρχει ούτε ένα ανθρώπινο πλάσμα που να μην έχει ζωγραφίσει κάτι έστω και μια φορά στη ζωή του;’
Ξαφνικά, καθώς τον άκουγα να μου μιλά με κείνη τη μυστήρια φωνή του, είχα την ακατανίκητη επιθυμία να τον αντικρίσω…
‘Μη βάλεις τη ψυχή σου ποτέ πάνω σε ένα τελάρο… βάλε τις εμμονές σου όμως… δώσε τους χρώμα, δώσε τους σχήμα, γνώρισέ τις, πάλεψε μαζί τους… αυτά είχα να σου πω απόψε… στην επόμενη συνάντησή μας θα βρέχει και θα σου γνωρίσω τη τρίτη μου υπόσχεση… τη μάσκα…’


‘σε έχουν κατακλύσει οι εμμονές σου…’
Το βλέμμα μου άστραψε.
‘μην με μαστιγώνεις άλλο’
‘σε σκοτώνει αυτός ο άνθρωπος αγάπη μου… έλα μαζί μου…’
‘μην με χαρακώνεις άλλο…’
Και είχα πάλι μπροστά μου εκείνο που είχα δει να ζωντανεύει στο χέρι του γέρου…


‘Ήρθα στο όνειρό σου φορώντας μια μάσκα. Δεν μπορούσες να με δεις. Δεν θα σου το επέτρεπε η δική σου μάσκα’
Έβρεχε. Το είχε προβλέψει. Το ήξερε. Δεν ήθελα να σηκωθώ και να φύγω, δεν με ενδιέφερε το νερό που ζωντάνευε με τη δροσιά του τα κύτταρά μου…
‘Ήμουν κάποτε ηθοποιός… έχουν περάσει αιωνιότητες από τότε. Δεν το διάλεξα. Το έκανα για να γλιτώσω τη ζωή μου από έναν παρανοϊκό άρχοντα… δεν ξέρω τι απέγινε αυτός ο μαυρόψυχος… ‘
‘Γλίτωσες τη ζωή σου όμως…’
‘Ποιος στο είπε αυτό;’
Η βροχή δυνάμωνε. Για λίγο μείναμε και οι δυο σιωπηλοί. Λιμνούλες σχηματίζονταν κιόλας ολόγυρά μας. Κρύωνα.
‘Θέλω να περπατήσω λίγο. Πήγαινε φίλε μου. Στην άλλη μας συνάντηση θα έχω μαζί μου ένα βιολί. Πρέπει να μάθεις να ακούς. Κι αυτό στο υπόσχομαι… για 4η φορά…’


Είδα ξανά το ίδιο όνειρο. Έβγαινα από το σχολείο μονάχα που ήμουν μεγαλύτερος, τελειόφοιτος Λυκείου πια… ο γέρος στεκόταν στο ίδιο σημείο. Ακίνητος, ανέκφραστος, δεν έχω ιδέα γιατί το λέω αυτό, έτσι με έπεισε το όνειρό μου.
Τον πλησίασα με επιφυλακτικά βήματα. Άρχισε να περπατάει και τον ακολούθησα. Ξαφνικά αριστερά μου, στην αντίθετη κατεύθυνση, εμφανίστηκε το είδωλο του γέρου που με πλησίαζε. Γύρισα το βλέμμα, ο γέρος είχε πολλαπλασιαστεί, αμέτρητοι κλώνοι του παντού περπατούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις… με κύκλωναν, με…
Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου κάθιδρος πάλι, φοβισμένος… πάλι… άνοιξα το φως… για μια στιγμή, μέχρι να πάρω ανάσα, είχα την αίσθηση ότι όλοι αυτοί οι κλώνοι βρίσκονταν στο δωμάτιο…
Θυμάμαι ότι έβαλα τις φωνές…

Δεν είναι πράγματα για να αστειεύεσαι μαζί τους αυτά…

…


‘Μου το χάρισε ο πατέρας μου πριν από αναρίθμητα χρόνια… μην εγκλωβίζεσαι σε χρονικές μεταβολές… η μόνη συνάρτηση που πρέπει να σε ενδιαφέρει είναι αυτή που περιέχει τη σταθερά της ψυχής σου… και να ξέρεις… δεν θα την επιλύσεις ποτέ… σκεφτόμουν, να παίξουμε μουσική σήμερα… να προσπαθήσεις να βρεις τον ήχο του ύπαρξής σου… κάθε ύπαρξη στο σύμπαν είναι μια μοναδική σύνθεση, μια ανεπανάληπτη μουσική… η ταυτότητά σου… οι Μάγοι του Μεσαίωνα έλεγαν πως το εκατοστό όνομα, το αληθινό όνομα του Θεού είναι αυτή η σύνθεση που όποιος τη γνωρίζει και την παίξει σε ένα όργανο… ο Θεός θα εμφανιστεί με όλη Του την Δύναμη εμπρός του… ποιοι τρελοί το επιχείρησαν άραγε αυτό; Ποιος θα μπορούσε να χωρέσει το σύμπαν σε ένα μπουκάλι;
Ίσως να μπορεί να χωρέσει όμως σ’ένα βιολί…’
Δεν είπε άλλα… άρχισε μονάχα να παίζει… δεν ξέρω… δεν ξέρω αν έχω υποδεχτεί κάτι παρόμοιο στ’ αυτιά μου… ήταν μια μουσική που με τάραζε αλλά δεν μου ήταν ανεπιθύμητη… την γνώριζα τούτη τη μουσική αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω από πού… να θυμηθώ ή να ανακαλέσω ένα ανάλογο βίωμα…
‘Σταμάτα να σκέφτεσαι! Ο θόρυβος του μυαλού σου σκεπάζει τη μουσική μου!’
Δεν μπορούσα να καθίσω περισσότερο μαζί του. Ήθελα να φύγω.
‘Σε μια βδομάδα, πέμπτη υπόσχεση… στο Μουσείο!’, με διέταξε σχεδόν και άρχισα να τρέχω…


‘ξέρεις τι αγάπησα περισσότερο σε σένα;’
‘…’
‘την αθωότητα που έχει το βλέμμα σου… που είχε τουλάχιστον…’
‘…’
‘είχες όλες σου τις υποσχέσεις μέσα σε κείνο το βλέμμα αγάπη μου… και όλο σου το είναι…’
Υποσχέσεις…


‘Τι βλέπεις;’
‘Έναν Κούρο…’
‘Μια μορφή βλέπεις… μια μορφή σκαλισμένη πάνω στο μάρμαρο… αν λέγεται Κούρος ή όπως αλλιώς δεν έχει σημασία… στο είπαν, κάπου το διάβασες… μην σκέφτεσαι… σου είπα να έρθεις καθαρός, σου είπα να έρθεις χωρίς τον εαυτό σου… τι βλέπεις;’
‘έναν άνδρα… έχει μακριά μαλλιά’
‘σαν τα δικά μου… σαν τα δικά σου…’
‘είναι όμορφος…’
‘γιατί;’
‘δεν ξέρω…’
‘πάλι αναμασάς λέξεις άλλων… είναι ένας άντρας με γερό κορμί, χοντρά πόδια και μακριά μαλλιά… γιατί είναι όμορφος;’
‘έχει μορφή… εύ-μορφος…’
‘είναι απλά ένας άντρας… σε συγκινεί αυτό;’
‘δεν ξέρω’
‘γιατί ασχολήθηκε κάποιος να σμιλέψει έναν άντρα στο μάρμαρο, στο χαλκό ή στο ξύλο;’
‘δεν…’
‘σε συγκινεί γιατί είναι ακίνητος; Θα ήθελες να έπαιρνε ζωή; Να περπατούσε;’
‘…ναι… ίσως…’
‘αυτό που συν-κινεί είναι η ίδια η κίνηση λοιπόν; Το ακίνητο δεν συγκινεί; Ή ίσως ό,τι υπόσχεται την κίνηση;’
‘ναι… ίσως γι αυτό να είναι… να θεωρείται όμορφος…’
‘αν ήσουν καθηλωμένος, αν ήσουν μόνιμα ακίνητος, πιστεύεις ότι θα ήσουν όμορφος;’
‘…’
‘έμειναν δυο υποσχέσεις… σε περιμένω στο δωμάτιό μου…’
‘δεν ξέρω που μένεις’
‘θα στο πω σύντομα’


Ξεκίνησα να μελετώ πάλι τον Σόλεμ… μάταιος κόπος. Δεν μπορούσα να συνδεθώ με τα προηγούμενα. Τα μάτια μου πονούσαν, είχα να φάω δυο μέρες σχεδόν, τα αυτιά μου βούιζαν… ήθελα να κοιμηθώ… φοβόμουν να κοιμηθώ…
Χτύπησε το τηλέφωνο και απάντησα με δισταγμό.
‘ήξερα ότι δεν θα κοιμάσαι’
‘τι ώρα είναι;’
‘περασμένες τρεις’
‘πως είσαι; Πως περνάς;’
‘πήρα την απόφασή μου’
‘…’
‘και νιώθω καλύτερα’
‘…’
‘έχει μια υπέροχη θάλασσα… κρίμα που δεν την απολαμβάνουμε μαζί’
‘…’
‘κρίμα που ποτέ δεν θα απολαύσουμε κάτι μαζί…’


Ξανά το ίδιο όνειρο… μονάχα που τώρα πια σα να ήμουν προετοιμασμένος για το απίθανο, δεν φοβήθηκα όταν ο γέρος με οδήγησε ανάμεσα σε δρόμους και στενά μιας πόλης που για πρώτη φορά έβλεπα στη ζωή μου… σταματήσαμε έξω από ένα ερειπωμένο διώροφο αρχοντικό… στάθηκε για λίγο μονάχα, η παλιά δίφυλλη πόρτα άνοιξε, κυμάτισε το χέρι του σε μια χειρονομία που με καλούσε να τον ακολουθήσω στο εσωτερικό… δεν ξέρω αν έκανα καν ένα κυματιστό βήμα κι εγώ, λες και είχαμε περάσει σε αργή κίνηση, βρέθηκα όμως ακριβώς δίπλα του, σε ένα τεράστιο σκοτεινό χώρο και ξαφνικά… και στις τέσσερις πλευρές της μεγάλης αίθουσας, άρχισε να προβάλλεται μια ταινία… χαμογέλασα… το βίωμα ήταν τόσο ευεργετικό που αφέθηκα… ήμουν σίγουρος, ναι, ήμουν σίγουρος πως χαμογελούσε κι εκείνος… με ένα παράξενο, στοιχειακό χαμόγελο που δεν θύμιζε σε τίποτα τον μορφασμό των χειλιών και του προσώπου των ανθρώπων… δεν με ένοιαξε…
…κείνο που γεννιόταν και χόρευε ζωντανεμένο στους τοίχους ήταν αυτό που με άρπαξε από τη ψυχή και δεν είχε τίποτε άλλο σημασία…
Δίνες… θάλασσες… ωκεάνια βάθη… πλάσματα του βυθού… δελφίνια που χόρευαν χαρούμενα και φάλαινες που ερωτοτροπούσαν ζωηρά και τραγουδούσαν… περίεργα ψάρια, φυτά με πολύχρωμα άνθη που κυμάτιζαν πέρα δώθε… κι ύστερα έξω από τη θάλασσα, σε αλλόκοσμες πόλεις, μέσα από δρόμους, σοκάκια, ανθρώπους με παράξενα ρούχα, πολύχρωμες φορεσιές, υπέροχα αρχιτεκτονήματα, τρούλοι και αψίδες και τόξα Γοτθικά και ύστερα το χάσιμο… πτήσεις υπερουράνιες μέσα από τούνελ χιλιόχρωμων και απειρόχρωμων γραμμών και επιπέδων, δυο διαστάσεις, τρεις, άπειρες διαστάσεις… και το τρελό ταξίδι τελειωμό δεν είχε… όλα χόρευαν γύρω μου… κάτι επικοινωνούσε μέσα μου με όλο τούτο τα γιορτάσι των χρωμάτων, των αισθήσεων και των παραισθήσεων!... ναι, κάτι επικοινωνούσε με το κάθε τι και με όλα μαζί… …και ξαφνικά… τούτη η τρελή κάμερα του απείρου ακινητοποιήθηκε… μπορούσα να δω ένα φάρο, τη σκοτεινή θάλασσα να απλώνεται μακριά και μια φιγούρα να περπατάει στην οριογραμμή των βράχων… πλησίασα, έτσι αισθάνθηκα τουλάχιστον και η κάμερα ζουμάρισε στην μοναχική ύπαρξη… ήξερα ποια ήταν… το ήξερα και η καρδιά μου φούσκωνε από λυγμούς… μόνη της… στην άκρη του γκρεμού… η κάμερα διέκοψε τη προβολή, το απόλυτο σκοτάδι μας έλουσε σαν βραδινή βροχή…
Τον ένιωσα να γυρνάει το κεφάλι του προς το μέρος μου… δεν ήθελα να τον δω να χαμογελάει… δεν θα το άντεχα…
Πετάχτηκα… κάθιδρος πάλι με τη καρδιά μου να βροντάει μέσα στο στήθος μου, το κεφάλι μου να γυρίζει σαν τρελό… τι ήπια, μονολόγησα…
Εμένα! Άκουσα κάτι να μου απαντάει και πάγωσε το αίμα μου.
Εμένα ήπιες!!


‘πήρα την απόφασή μου’, είπε…
Τι εννοούσε;

…

‘Ό,τι σου υποσχέθηκα σου το έδωσα… όχι ολόκληρο, όχι ακόμα…’
Τελευταίο μας Σάββατο λοιπόν;
Και γιατί πάντα Σάββατο;
‘Δεν χόρεψες ακόμα… και το τανγκό θέλει δυο φίλε μου…’
Ήθελα να γελάσω αλλά δεν το τόλμησα.
‘δεν μου πάει να χορέψω μαζί σου’
‘ποιος σου είπε να χορέψεις μαζί μου; Μονάχα βιάσου… ίσως να έχεις μια τελευταία ευκαιρία…’
Ένιωσα για πρώτη φορά το χέρι του να με ακουμπάει στον ώμο… μια γλυκιά θέρμη με πλημμύρισε ως τα βάθη του είναι μου… λες και ήταν χέρι πατρικό, σα να ήταν…
Μονάχα βιάσου…
‘Μια τελευταία ερώτηση’, του είπα και ένιωσα πως χαλάρωνα όλο και περισσότερο
‘Είχες πει ότι έρχεσαι σ’αυτό το παγκάκι να πεθάνεις… τι εν…’
‘Κανείς δεν είναι ίδιος πια… ούτε εσύ, ούτε κι εγώ…’
Είχα κλείσει τα μάτια αλλά δεν το είχα καταλάβει. Κόντευα να αποκοιμηθώ και όταν συνήλθα ήμουν μόνος στο παγκάκι.
Ήρθε στο μυαλό μου εκείνη.
‘πήρα την απόφασή μου’, είχε πει…
Μ’έπιασε πανικός και άρχισα να τρέχω

…

Ήξερα που να την αναζητήσω.
Αυτό που δεν ήξερα ήταν αν θα την έβρισκα.
Και τούτο με τυραννούσε το κάθε δευτερόλεπτο μέχρι να φτάσω ως εκεί.

Δεν είναι για να παίζεις μ’αυτά τα πράγματα…

Την είδα να κάθεται σ’ένα μοναχικό βραχάκι κοντά στο φάρο. Τα μαλλιά της, σαν τρελά άλογα έτρεχαν πίσω στη πλάτη της… χιλιάδες μαύρα αλλοπαρμένα και πανέμορφα άλογα που εναλλάσσονταν στο ίδιο σκηνικό… έγραφε… το ξέρω πως κάτι έγραφε… και τούτο δεν έπρεπε να το ολοκληρώσει… ίσως τότε να ήταν πια αργά…
Ο ήλιος βιαζόταν να βουτήξει στα μαύρα νερά του ορίζοντα. Έπρεπε να βιαστώ.
Γύρισε και με κοίταξε μια στιγμή μονάχα πριν βρεθώ δίπλα της.
Ήταν δακρυσμένη. Τα μάτια της είχαν διασταλεί, τα χείλη της ήταν φουσκωμένα. Ανάσαινε με προσπάθεια.
‘γιατί ήρθες;’, με ρώτησε χωρίς να κινηθούν τα χείλη της
‘δεν είχα που αλλού να πάω’ της απάντησα σιωπηλός κι εγώ
‘δεν είμαι η ψυχή σου… εκεί να πας’
‘δεν έχω ψυχή που να μην σε περιέχει’

Είδα το χαρτί της. Δεν έγραφε. Διέκρινα ένα σκίτσο. Δυο άνθρωποι σε ένα μοναχικό παγκάκι. Ο ένας φαινόταν σκυθρωπός, γερασμένος, ο άλλος νεότερος… είχαν και οι δυο μακριά μαλλιά…
Πήρα το μπλοκάκι της… προσπάθησε να με εμποδίσει αλλά της το απέσπασα.
Γύρισα σελίδα.
Το σκίτσο ήταν πιο λεπτομερές.
Ο γέρος καθόταν σκυφτός. Πρόσωπο δεν φαινόταν. Μονάχα που έδειχνε το χέρι του στον άνθρωπο δίπλα του. Το πρόσωπο του τελευταίου έλαμπε.
Γύρισα σελίδα.
‘μη… μην…’ την ‘άκουσα’ να μου μιλάει στο μυαλό μου
‘πρέπει να δω!’ της ‘είπα’ με ένταση
Ο γέρος φαινόταν ολοκάθαρα. Χαμογελούσε. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Τα γόνατά μου λύθηκαν. Σωριάστηκα στο βράχο δίπλα της.

Ο γέρος… ήμουν εγώ… το χαμόγελο που είχα στα 20 μου… τα ολόλευκα δόντια μου, το βλέμμα μου με την κούραση των 40, τις μικρές σακούλες κάτω από τα μάτια και τα μαλλιά μου… ολόλευκα και αραιωμένα πια τα μαλλιά των 70 μου… και το χέρι εκείνο… ήταν το δικό μου… είκοσι ή τριάντα χρόνια μετά…

Κι ανάμεσα στις φλέβες ολοκάθαρα, ανάγλυφα, εκείνη η αμυχή, εκείνο το σημάδι που είχα από παιδί όταν είχα σκίσει το χέρι μου σε ένα παιχνίδι, κάποιο μαγικό καλοκαίρι… και θυμάμαι πως όλοι έλεγαν, όταν το τραύμα επουλώθηκε και έμειναν μονάχα δυο λεπτές γραμμές να θυμίζουν την αγωνία εκείνης της ημέρας, πως τούτες οι γραμμές, έτσι όπως συναντιούνται σε οξεία γωνία, μοιάζουν τόσο πολύ με τον αριθμό 7…



Ιουλ2010

Κυριακή 10 Απριλίου 2011


Αντιμετωπίζοντας τη Νέα Μισανθρωπία
Του Frank Furedi

Το μεγάλο ερώτημα σήμερα δεν είναι εάν οι άνθρωποι θα επιζήσουν από τον 21ο αιώνα αλλά εάν θα επιζήσει η πίστη μας στην ανθρωπότητα 

Δημοσιεύτηκε στις 18 Απριλίου 2006 στο spiked.com. Ο Frank Furedi είναι συγγραφέας του Politics of Fear: Beyond Left and Right.

[επιλεγμένα αποσπάσματα]

Η Νέα Μισανθρωπία

Η παρακμάζουσα πίστη στην ανθρωπότητα μπορεί κάλλιστα να εκφραστεί με τα σενάρια Αποκάλυψης σχετικά με το περιβάλλον, αλλά διαποτίζει την καθημερινή ζωή. Έτσι, συχνά θεωρείται ότι ο άνθρωπος έχει συναισθηματικό έλλειμμα. Περιγραφόμαστε ως «προσωπικότητες με τάση προς την εξάρτηση» ή θεωρούμεθα ως «ελαττωματικοί» ή «σημαδεμένοι από τη ζωή». Οι ανθρώπινες σχέσεις πάνε πακέτο με προειδοποιήσεις για κινδύνους εναντίον της υγείας. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μολύνουμε απλώς το περιβάλλον. Μιλάμε για «τοξικές σχέσεις», «τοξικούς γονείς» και «τοξικές οικογένειες». Οντως, οι ιστορίες τρόμου σχετικά με το ρίσκο στις ανθρώπινες σχέσεις είναι συχνότατα παρεμφερείς με τις συζητήσεις σχετικά με το περιβάλλον.
Η Susan Forward, συγγραφέας του Toxic Parents, συγκρίνει τα αποτελέσματα της κακής ανατροφής με «αόρατους σπόρους που εισέβαλλαν στη ζωή σας με τρόπους που δεν είχατε ποτέ φανταστεί». Προφανώς οι γονείς εκλύουν δηλητηριώδεις ουσίες που μολύνουν τα παιδιά τους κατά τον ίδιο τρόπο που οι άνθρωποι μολύνουν το περιβάλλον. Υπάρχει ουσιαστικώς ένα νέο λογοτεχνικό είδος πάνω σε αυτή την προφανώς δηλητηριώδη φύση των ανθρώπινων σχέσεων. Υπάρχουν βιβλία που τιτλοφορούνται Toxic Bachelors (Τοξικοί Εργένηδες), Toxic People: 10 Ways of Dealing with People Who Make Your Life Miserable (Τοξικοί Άνθρωποι: 10 Τρόποι Αντιμετώπισης Ανθρώπων που σας Μαυρίζουν τη Ζωή), Toxic Relationships And How To Change Them (Τοξικές Σχέσεις και Πώς να τις Αλλάξετε), Toxic Friends (Τοξικοί Φίλοι), Toxic Coworkers: How To Deal With Dysfunctional People On The Job (Τοξικοί Συνάδελφοι: Πώς να Αντιμετωπίσετε Δυσλειτουργικούς Ανθρώπους στο Χώρο Εργασίας) και Toxic Stress (Τοξικό Στρες). Όλα αυτά στέλνουν το ίδιο μισανθρωπικό μήνυμα όσον αφορά τις σχέσεις, το οποίο είναι το ίδιο με εκείνο οι προπαγανδίζουν οι νεομαλθουσιανοί για τον πληθυσμό και το περιβάλλον. Και η παρομοίωση δεν περιορίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις. Και οι δημόσιοι θεσμοί αποκτούν την προειδοποιητική ταμπελίτσα περί τοξικού κινδύνου. Δείτε αυτούς τους τίτλους: Toxic Churches: Restoration from Spiritual Abuse (Τοξικές Εκκλησίες: Ανάρρωση από την Πνευματική Κακοποίηση), Toxic Work (Τοξική Εργασία), The Allure of Toxic Leaders and Toxic Psychiatry (Η Γοητεία των Τοξικών Ηγετών και της Τοξικής Ψυχιατρικής).
Η επανερμηνεία των ανθρώπινων σχέσεων ως τοξικές έχει ηθικοπλαστικό κίνητρο. Παραδοσιακώς, η μόλυνση ήταν πράξη βεβήλωσης. Σε παλαιότερες εποχές, μολύνω σήμαινε βεβηλώνω, κηλιδώνω, ατιμάζω, διαφθείρω. Όμως όταν η ηθική βεβήλωση αναπαρίσταται ως φυσιολογική, η μόλυνση μετατρέπεται σε συμπεριφορά ρουτίνας –με σημαντικότατες συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τους ανθρώπους.
Η μισανθρωπία έχει βαθιά επίδραση στην πολιτική και τις πολιτικές διαμάχες. Πίσω στη δεκαετία του 1950 η κοινωνιολογική έρευνα ανακάλυψε ότι υπήρχε σαφής συσχετισμός στο πώς η κοινωνία θεωρούσε τους ανθρώπους και τα επικρατούντα πολιτικά ήθη. Μια μελέτη στο πώς τα άτομα θεωρούσαν την ανθρώπινη φύση υποδείκνυε ότι τα εν λόγω άτομα διαμορφώνονταν από τα πολιτικά ήθη εν γένει (14). Ετσι η στάση ως προς το δημοκρατικό ιδεώδες του ελεύθερου λόγου επηρεαζόταν άμεσα από το εάν πιστεύαμε πως οι άνθρωποι είναι ικανοί να κάνουν ευφυή επιλογή μεταξύ ανταγωνιστικών απόψεων. «Οι υπέρμαχοι της ελευθερίας του λόγου τείνουν να πιστέψουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν εξαπατώνται εύκολα, δεν παρασύρονται από ανεξέλεγκτα συναισθήματα και είναι ικανοί να διατυπώνουν βάσιμες κρίσεις», παρατηρούσε αυτή η μελέτη της δεκαετίας του 1950. Αυτό υπονοούσε υψηλό επίπεδο πίστης στην ανθρωπότητα. Εν αντιθέσει, «το άτομο με αδύναμη πίστη στους ανθρώπους τείνει να υποστηρίξει τον εκτοπισμό αδύναμων, αποκλινουσών, ή επικίνδυνων ομάδων». Η μελέτη κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «η άποψη του ατόμου περί της ανθρώπινης φύσεως μοιάζει να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο δόγμα περί πολιτικής ελευθερίας» (15). Άτομα που έβλεπαν θετικά την ανθρώπινη φύση έτειναν να είναι ανεκτικότεροι προς τον ελεύθερο λόγο και τον κοινωνικό πειραματισμό. Άτομα που έβλεπαν τους ανθρώπους ως ωθούμενους από στενό προσωπικό συμφέρον, την απληστία και άλλα καταστρεπτικά πάθη, έτειναν να υποστηρίζουν μέτρα που περιόριζαν την ελευθερία.
Σήμερα, η αύξηση της λογοκρισίας, η εγκληματικοποίηση της σκέψης από την θέσπιση της αποκαλούμενης νομοθεσίας περί «εγκλημάτων μίσους», τη θέσπιση κωδίκων λεκτικής συμπεριφοράς και η εκτεταμένη δυσαρέσκεια σε ό,τι αφορά προσβολή σε άτομα και ομάδες, τονίζεται από την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι αναξιόπιστοι σε ό,τι αφορά την διατύπωση γνώμης πάνω σε αμφιλεγόμενα ζητήματα. Η σημερινή «λογοκριτική τάση» βασίζεται στην πατερναλιστική και αρνητική άποψη περί ανθρώπινης φύσης και από έλλειψη πίστης στην ικανότητα των ανθρώπων να κάνουν το διαχωρισμό μεταξύ καλού και κακού.
Από το Μεσαίωνα είχε να εμφανιστεί τέτοιο ενδιαφέρον για τα αμαρτωλά πάθη που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Πανικοί περί «σατανιστικής κακοποίησης» έχουν εκραγεί και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού και σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο επικρατεί μια μακάβρια αντίληψη ότι σχεδόν κάθε σπίτι φιλοξενεί και έναν εν δυνάμει κακοποιητή. Τα αρπαχτικά τέρατα καραδοκούν παντού. Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τους άλλους με μια καχυποψία που ήταν σπάνια μόνο μερικές δεκαετίες πριν. Οι γονείς αναρωτιούνται εάν μπορούν να εμπιστευτούν τη φροντίδα των παιδιών τους στους υπαλλήλους του παιδικού σταθμού. Στα σχολεία, μαθητές με μώλωπες προκαλούν τις υποψίες των δασκάλων για ανάρμοστη συμπεριφορά των γονέων, ενώ οι γονείς αναρωτιούνται εάν είναι επιτρεπτή οποιαδήποτε σωματική αλληλεπίδραση μεταξύ του παιδιού τους και του δασκάλου του. Στη Βρετανία, κάθε ενήλικας υπάλληλος που μπορεί να έρθει σε επαφή με παιδί πρέπει να υποβληθεί σε αστυνομικό έλεγχο και κάποιοι στην «βιομηχανία παιδικής προστασίας» πιστεύουν πως ο αστυνομικός αυτός έλεγχος πρέπει να επεκταθεί και στον πανεπιστημιακό τομέα επίσης.
Η εμμονή με την κακοποίηση δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ ενηλίκων και παιδιών. Κάθε αλληλεπίδραση που αφορά συναισθήματα, το σώμα ή τη σεξουαλικότητα προσδιορίζεται ως δυνητικά «κακοποιητική».


Ανανεώνοντας την πίστη στον άνθρωπο

Το πώς βλέπουμε την ανθρωπότητα παίζει σημαντικό ρόλο. Εάν επιμείνουμε στο να θεωρούμε τους ανθρώπους ως ηθικώς εκφυλισμένα παράσιτα, τότε κάθε σημαντικό τεχνολογικό πρόβλημα, από τον Ιό της Χιλιετίας μέχρι τη γρίπη των πουλερικών θα αντιμετωπίζεται ως δυνητική καταστροφή πέρα από κάθε έλεγχο. Ο πολιτιστικός πεσιμισμός του σήμερα και ο πολιτιστικός αποπροσανατολισμός αποσπά την ανθρώπινη φαντασία από την αντιμετώπιση των προκλήσεων του μέλλοντος. Όλες οι συζητήσεις περί επιβίωσης της ανθρωπότητας εκφράζουν μια κρίση πίστης στην ανθρωπότητα –και γι αυτό το πραγματικό ερώτημα σήμερα δεν είναι εάν η ανθρωπότητα θα επιβιώσει από τον 21ο αιώνα, αλλά εάν θα επιβιώσει η πίστης μας στην ανθρωπότητα.
Παρά την βαθιά αίσθηση αποξένωσης της Δυτικής κουλτούρας από τις ανθρώπινες ευαισθησίες, το άτομο κατέχει σημαντικό δυναμικό για να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ζει τη ζωή του. Σήμερα, σημαντικά τμήματα του πληθυσμού διαθέτουν πραγματική δυνατότητα επιλογής και ελέγχου. Πρέπει να αναζωογονήσουμε την πίστη στην αυτονομία και τον αυτοπροσδιορισμό και να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε αφήσει πίσω μας την Εποχή του Λίθου και έχουμε περάσει σε μια εποχή όπου το μετασχηματιστικό δυναμικό των ανθρώπων αποτελεί αξιοσημείωτη δύναμη.
Γνωρίζουμε επίσης ότι η ιστορία δεν δίνει εγγυήσεις. Η μεταβολή με γνώμονα κάποιο αντικειμενικό σκοπό αποτελεί ριψοκίνδυνη επιχείρηση. Όμως είτε μας αρέσει είτε όχι, η ανάληψη ρίσκου προκειμένου να διαμορφώσουμε τη ζωή μας και τον εαυτό μας, αποτελεί μία από τις πλέον ιδιαίτερες ανθρώπινες ιδιότητες. Γι αυτό αντί να ανησυχούμε για το «οικολογικό αποτύπωμα», θα πρέπει να κάνουμε κάθε απαραίτητο βήμα για να κινηθούμε προς ένα καλύτερο μέλλον.
Η μισανθρωπία απειλεί να μας βυθίσει σε ένα νέο Μεσαίωνα προκατάληψης όπου καταντήσαμε να φοβόμαστε τον εαυτό μας. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, έχουμε δυο επιλογές: μπορούμε να αποκηρύξουμε τις ανθρώπινες ιδιότητες που μας βοήθησαν να μεταμορφώσουμε τον κόσμο και να παραδοθούμε στην επικρατούσα κουλτούρα της μοιρολατρίας. Ή μπορούμε να κάνουμε το αντίθετο. Αντί να εγκαταλείψουμε την πίστη στην ανθρωπότητα μπορούμε να στρέψουμε τις δημιουργικές μας ενέργειες προς την κατεύθυνση της ανάληψης του ελέγχου του μέλλοντός μας. Αντί να κολλάμε στο «τι θα μας συμβεί», θα πρέπει να ψάξουμε για απαντήσεις στο ερώτημα: «τι πρέπει να γίνει για να εξανθρωπιστεί το μέλλον;»
Τα ανθρώπινα πλάσματα δεν είναι άγγελοι. Είναι ικανά για δαιμονικές πράξεις. Όμως το ίδιο το γεγονός ότι μπορούμε να προσδιορίσουμε συγκεκριμένες πράξεις ως δαιμονικές, υποδεικνύει ότι είμαστε ικανοί να επανορθώσουμε πράξεις αδικίας. Και εξισορροπητικά, εμπνεόμαστε να κάνουμε το καλό. Εν αντιθέσει με τις φαντασιώσεις του ρομαντικού πρωτογονισμού, ο πολιτισμός και η ανάπτυξη κατέστησαν το βιολογικό μας είδος πιο γνωστικό και πιο ευαίσθητο σε ό,τι αφορά τις διεργασίες της φύσης. Η έμπνευση για βελτίωση των συνθηκών της ζωής –το βασικότερο κίνητρο των ανθρώπων σε όλες τις εποχές- είναι αυτό που οδήγησε την ανθρωπότητα από την Εποχή του Λίθου σε όλη την πορεία της μέχρι τον 21ο αιώνα.
Εάν η πίστη στο ανθρώπινο δυναμικό τιτλοφορείται σήμερα «ανθρωποκεντρισμός» και «ειδισμός», τότε ολόψυχα δηλώνω ένοχος υποστήριξης και των δύο αυτών απόψεων. 

Πηγή: Θανάσης Βέμπος http://www.vembos.gr/ όπου και φιλοξενείται ολόκληρο το άρθρο

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011



Μαίανδροι

Μ’ έφερε η περπατησιά μου
στους δρόμους τούτης της πόλης
με τους ακίνητους ανθρώπους
με τον άδειο χρόνο στα πεζοδρόμια
με τις πληγές όλων όσων δεν γνώρισα ποτέ
να στάζουν αλήθεια


και μοιάζει 
να είναι το σπίτι μου

περπάτησα πολύ
χαμένος σε λαβυρίνθους ήχων
σε μαιάνδρους χρόνου
πέρασα πύλες αθέατες
και διάβηκα πόρτες μυστικές
κάποτε
έξω από κείνο το γνώριμο σπίτι
διέκρινα τη φιγούρα ενός νέου
αναμαλλιασμένου
νευρικού
να περιμένει κάτι
έτσι μου φάνηκε

κάτι να περιμένει…

θέλω να δω το βλέμμα του
μου μοιάζει οικείος
θέλω να δω τα χέρια του
το πώς φυσάει ο άνεμος
στα άναρχα μαλλιά του
έχει στα μάτια του
ένα περίεργο φως
φτιαγμένο από σκοτάδι
κι ένα χαμόγελο πικρό
φτιαγμένο από ανάσες 
άλλων εποχών

και ύστερα τον βλέπω πάλι
στις φαρδιές σκάλες
μαζί με φοιτητές
σκιές ονείρων
άσαρκες, θαμπές

μα τώρα θέλω
της καρδιάς του το βλέμμα να δω
το χτύπο από τις αρτηρίες του
που αιματώνουν ένα ψυχισμό
από λέξεις σκέλεθρα
και οράματα φωτιάς
τον ξέρω καλά αυτό το νέο
φοράει τα νιάτα του 
σαν πανωφόρι δανεικό
και η δροσιά του πρωινού
ίσα που φτάνει στη ψυχή του
μα έχει στα χείλη ακόμη κείνη τη γεύση
της αναμονής
έτσι θυμάμαι
περιμένει
πάντοτε
κάτι περιμένει…

τον βλέπω πάλι
έξω από κείνο το δωμάτιο νοσοκομείου
με το νεκρό βηματισμό
ενός ανθρώπου σε αγωνία
το τσιγάρο δεν φεύγει από τα δάχτυλα
ο καπνός δεν φεύγει από τα στήθια

νομίζω πως ξέρω τι θέλω να του πω
όμως δεν θα μ’ακούσει
αυτή η νύχτα 
δεν θα ξημερώσει
αναίμακτα
μα είμαι αρπαγμένος
απ΄την ασφάλεια του χτες
και τον αφήνω
στη σιωπή του
να σκέφτεται πως θα κυλήσει άλλο ένα λεπτό
αιωνιότητας
να περιμένει


πάντοτε
να περιμένει…

κι είμαι ξαφνικά εδώ
τον ανταμώνω πάλι
πίσω από κείνο το γραφείο
γκριζάραν κιόλας τα μαλλιά του
σκάφτηκε το μέτωπο 
από φλύκταινες ελπίδες
ρημάχτηκε το ευγενικό του πρόσωπο
από φωνές αιώνων
από ουρλιαχτά φρενών
και κλείνει βλέπω
τ’ αυτιά του
παλεύει
προσπαθεί
να κλέψει την ελάχιστη ακεραιότητα
που δεν θα απορρίψει σαν ξένο μόσχευμα
το είναι του

μην τους ακούς!
κλείσε τ’αυτιά σου


μην τους ακούς! 
αυτό που περιμένεις
σαρκώθηκε στο σήμερα
και πέθανε στο χθες!

αυτό που περιμένεις
ένα χαμόγελο ορφανό

αυτό που περιμένεις
ένας σβώλος χώμα
μια χούφτα προσευχές
και το φιλί της
όταν σ’ αποχαιρετούσε!

Μην τους ακούς!

Φυλάξου!
Πρόσεξε!
έχιδνες τύψεις
πόρνες ενοχές
σφάλισ’τα μάτια σου
τυφλώσου!

Άντεξε
ανάσανε
πάρε τις λέξεις
ήλιο αρματώσου!
κι ένα λευκό χαμόγελο

και κοίτα με ξανά…

Δεκ 2009

Σάββατο 2 Απριλίου 2011



Ο κήπος της εγκατάλειψης



T
ο φριχτό μαρτύριο δεν έλεγε να τελειώσει. Έγειρε το βλέμμα πρώτα κάτω, μετά αριστερά… τελικά το ύψωσε στο στερέωμα. Ήταν μια συνηθισμένη ανοιξιάτικη μέρα στη γη της Ιουδαίας. Συνηθισμένη; Όχι βέβαια!
Ο ταλαιπωρημένος ληστής στα αριστερά του, έκανε ένα δυνατό σπασμό καθώς παρέδιδε το πνεύμα. Ο βόγγος του τρύπησε τ’ αυτιά τού μαζεμένου πλήθους που μόρφασε με αγωνία. Κάποιοι είχαν αρχίσει να απομακρύνονται. Οι ήχοι από τους επιθανάτιους ρόγχους και το θέαμα των κορμιών που συσπώνται λίγο πριν το τέλος, δεν είναι κάτι που μπορείς να το αντέξεις για πολύ.
Ο εσταυρωμένος ένιωσε πως πλησίαζε και η δική του ακροτελεύτια στιγμή. Έριξε μια ακόμη γενναία ματιά στην ιερή πόλη των Προφητών, των προγόνων, των μανάδων και των πατεράδων, των Ραβίνων, των αδελφών και των αγαπημένων του. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή, για μια αδιάφανη στιγμή που την ένιωσε να συνθλίβεται ανάμεσα στο αιώνιο παρόν και το αιώνιο μέλλον όπως συνθλίβονταν και τα σπλάχνα του από την μαρτυρική στάση του…
αναρωτήθηκε που να ήταν Εκείνος…
Εκείνος που έπρεπε να συνεχίσει…

Ο άνθρωπος που κάποτε, για μια απειρόχρονη στιγμή, σε μια ριπαία ενόραση του Απείρου, είχε αποκληθεί «Πέτρος», τάχυνε το ασταθές βήμα του στα σκονισμένα σοκάκια της Δυτικής Συνοικίας. Ήταν κάθιδρος και ωχρός. Δεν έφταιγαν οι εβδομήντα ενιαυτοί που φιλοξενούσαν τα κόκαλά του ούτε οι τραχείς δρόμοι της ιερής πρωτεύουσας του Ισραήλ. Στην πραγματικότητα ήταν τρομοκρατημένος. Μα κι αυτή η λέξη ήταν μάλλον αδύναμη και ταπεινή για να χωρέσει όλα όσα είχαν πλημμυρίσει από την κορυφή ως τα νύχια τον γέροντα πρώην αλιέα. Τον είχαν πλημμυρίσει και λίγο ήθελαν να τον πνίξουν. Είναι πιθανό να συνέβαινε τούτο αν δεν σκόνταφτε σε μια μυτερή κοτρώνα και δεν σωριαζόταν φαρδύς πλατύς σε κάποιο ερημικό λιθόστρωτο δρομάκι της Ιερουσαλήμ.
Καθώς η καρδιά του πάλευε να αποκαταστήσει έναν αρμονικό και σταθερό ρυθμό για να μην καταρρεύσει, ο γκριζομάλλης ψαράς έχασε τις αισθήσεις του και…

Τον κοιτούσε με περιέργεια, με απορία και έκπληξη. Ποιος ήταν Αυτός με τα μεγάλα γαλάζια μάτια, το ελληνικό πηγούνι, τα μακριά, καστανά μαλλιά και την ζεστή, βαθιά, μπάσα φωνή που τον καλούσε κοντά του; Ποιος ήταν Αυτός που όταν σε κοιτούσε είχες την εξωφρενική αίσθηση ότι σε κοιτούσε η ίδια η Αιωνιότητα;
Ο Σίμωνας κατέβηκε από το πλοιάριό του και μαζί με τον αδερφό του, τον Ανδρέα και κάποιους άλλους -που μερικούς ήξερε και τους περισσότερους δεν ήθελε να ξέρει- πλησίασαν τον μυστηριώδη ξένο που τους απηύθυνε το λόγο. Πάντως, όσο περίεργα γοητευτική και αν ήταν η φωνή Του, δεν είχαν χρόνο για χάσιμο. Τα δίχτυα είχαν τα χάλια τους και ήθελαν ώρες σκληρής δουλειάς να ξανάρθουν στα συγκαλά τους, οι βάρκες τους ήθελαν πλύσιμο και τακτοποίηση και το ίδιο βράδυ έπρεπε να ξαναβγούν στα ανοιχτά.
Ο ξένος, γύρω στα τριάντα τον υπολόγισε τώρα που τον έβλεπε από κοντά –αν και για κάποιο λόγο δεν ήθελε να Τον κοιτάζει ολόισια στα μάτια-, ανέπτυσσε κάποιο θέμα στους χασομέρηδες της περιοχής που Τον άκουγαν αμίλητοι, σαν υπνωτισμένοι.
Άλλος ένας ιεροκήρυκας που θα σώσει τον ταλαίπωρο τον Ισραήλ, σκέφτηκε ο Σίμωνας αλλά όταν πλησίασε ακόμη περισσότερο όλες οι αρνητικές του σκέψεις τον εγκατέλειψαν. Μονομιάς! Απίστευτο. Δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε, θετικό ή αρνητικό, καλό ή κακό.
Για μια πελώρια και λυτρωτική στιγμή ήταν άδειος.
Και ελεύθερος!
Εκεί που νόμιζε πως έτσι κάπως είναι ο θάνατος, μπόρεσε να αντικρίσει επιτέλους τον Άνθρωπο αυτό στα μάτια και το σοκ από ενόχληση έγινε διάσταση που λίγο ήθελε να τον καταπιεί. Το βλέμμα αυτό ήταν μια δέσμη καθαρού, δυνατού και… εξωκοσμικού Φωτός! Δεν έβρισκε τα λόγια να το περιγράψει στον εαυτό του, δεν είχε την λόγια μόρφωση των Φαρισαίων ή το ποιητικό ταλέντο του Δαβίδ να την αποδώσει σε ένα χαρτί.
Κείνο που ήξερε ήταν πως μέσα από μια σπηλιά, του μυαλού ή της ψυχής του, άκουσε… «Σίμωνα, από σήμερα θα είσαι Μαζί μου…». Και, όσο παράλογο κι αν θα του φαινόταν δέκα λεπτά πριν, δεν είχε τη δύναμη ή τη θέληση να αρνηθεί. Κείνη η κλήση ήταν η φωνή της ίδιας της ύπαρξής του και δεν μπορείς να αντικρούσεις τη φωνή της ύπαρξής σου.
Και έτσι, σε μια χαοτική ρωγμή του χρόνου, τα παράτησε όλα και Τον ακολούθησε…

Ο γέρο-Σίμων, που κάποτε, πριν από χίλιες αιωνιότητες, τον αποκαλούσαν Πέτρο, ξύπνησε στο φτωχικό δωμάτιο κάποιων άγνωστων ανθρώπων που τον κοιτούσαν μελαγχολικά. Διέκρινε το γλυκό πρόσωπο μιας κόρης, τον πατέρα της και μια ηλικιωμένη γυναίκα.
«Συνήλθες;», τον ρώτησε ο άντρας και το σκληρό του βλέμμα έδειχνε να τον ψηλαφεί από πάνω μέχρι κάτω.
«Εεε… ναι… μα…»
«Σε βρήκαμε έξω απ’ τη πόρτα. Ήσουν άσπρος σα πεθαμένος», διευκρίνισε η γριά κλείνοντας τη φράση της με ακατάληπτους εξορκισμούς του θανάτου.
Η κοπέλα του έφερε μια κούπα νερό στα χείλη του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το δέρμα του είχε ξεραθεί και έκαιγε.
Έκαιγε ολόκληρος. Εσωτερικά κι εξωτερικά.
«Είμαι άρρωστος;», περισσότερο απεφάνθη παρά ρώτησε.
«Σε λίγο έρχεται η γυναίκα μου με λίγο ζωμό. Δεν έχεις τίποτε. Έτσι νομίζω», απάντησε αμέσως ο πατέρας που το βλέμμα του ήταν καχύποπτο, αεικίνητο.
«Έμπορος είσαι;»
Ο Σίμων ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Πως είχαν έρθει για το Πάσχα με το γιο του και την ανιψιά του στην Ιερουσαλήμ, πως είχαν περάσει μερικές μέρες στο Ναό για τα καθιερωμένα της πανάρχαιας πίστης τους, πως ετοιμάζονταν πια, μεταπασχάλια να ξαναγυρίσουν στην αγαπημένη τους Γαλιλαία.
Την τελευταία ημέρα, την ημέρα των ετοιμασιών στο σπίτι των φίλων και αδελφών που τους φιλοξενούσαν, αποφάσισε να κάνει μια επίσκεψη σε έναν παλιό του φίλο στη Δυτική Συνοικία της πόλης. Τον γνώριζε από τότε, από εκείνα τα φοβερά τρία χρόνια που κανείς δεν είχε ξεχάσει αλλά και κανείς δεν ήθελε πια να θυμάται. (Κανείς… όχι ακριβώς, υπήρχε κι εκείνος ο παλαβιάρης πρώην Φαρισαίος από την Ταρσό που είχε γυρίσει τρεις φορές όλη την αυτοκρατορία και… τέλος πάντων). Ήταν εκείνος που είχε τολμήσει να βοηθήσει τον Διδάσκαλο να μεταφέρει το Ξύλο στο δρόμο προς το Γολγοθά. Κάθε χρόνο που ερχόταν στην Ιερουσαλήμ σκεφτόταν να τον επισκεφτεί και κάθε χρόνο το ανέβαλλε. Για κάποιο περίεργο λόγο, αυτή τη φορά είχε την αποφασιστικότητα και την δύναμη να το κάνει. Και με βήματα γρήγορα και την καρδιά του να βροντάει στο στήθος του, βγήκε στα σοκάκια της πόλης…
«Δεν μου απάντησες. Έμπορος είσαι;»
Η ερώτηση του άντρα είχε πια τον καθαρό τόνο του ανακριτή.
«Εεε, όχι, όχι. Ψαράς είμαι… ήμουν δηλαδή. Τώρα πια είμαι πλοιοκτήτης… στη Γαλιλαία»
«Φτου! Ειδωλολάτρες!», έκραξε ο άντρας και απομακρύνθηκε από κοντά του σα να είχε δίπλα του λεπρό.
«Ιερεμία!», τον μάλωσε η γριά μητέρα του, «να μην ακούσω ξανά τούτη τη λέξη στο σπίτι μας!»
Ο άντρας αποσύρθηκε στο μέσα δωμάτιο αφήνοντας την κόρη να κοιτάζει τρυφερά τον Σίμωνα.
«Συγνώμη, δεν θα μείνω άλλο…», είπε εκείνος και έκανε να σηκωθεί αλλά αμέσως μια σκοτοδίνη τον ξανάριξε στο κρεβάτι.
«Μην σηκώνεστε. Να έρθει η μητέρα πρώτα. Να πιείτε λίγο ζωμό. Οι δικοί σας που μένουν;»
«Στο σπίτι του Ζεφρά, στη μεγάλη Δεξαμενή…»
«Ναι, ξέρω. Θα πάω να τους ειδοποιήσω γιατί θα ανησυχούν», είπε τρυφερά η μικρή και ο Σίμων της χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη.
«Ευχαριστώ παιδί μου», της είπε. «Να ζητήσεις τον Ιωάννη, είναι ο γιος μου. Ο γιος του Π…, του Σίμωνα από τη Γαλιλαία. Και την ανιψιά μου, τη Ραχήλ. Είναι στα χρόνια σου περίπου και τόσο όμορφη όσο εσύ»
Η μικρή του χαμογέλασε και απομακρύνθηκε από το κρεβάτι. Κι αφού πήρε την άδεια του πατέρα της βγήκε από το μικρό σπίτι αφήνοντας τον Σίμωνα στο κρεβάτι με εκατομμύρια συναισθήματα και μια ψυχή έτοιμη να εκραγεί…

Εκείνο το βράδυ, όλη η ομάδα των μαθητών, αποκαμωμένη, είχε αποσυρθεί νωρίς. Όλοι κοιμόνταν. Ο Ματθαίος ροχάλιζε ως συνήθως, ο Ιούδας βογκούσε από κάποιο ενύπνιο, ο Ιωάννης, ο μικρός και αγαπημένος Του δεν ακουγόταν καθόλου.
Ο Πέτρος δεν κοιμόταν. Στριφογύριζε στα στρώματά του, φύσαγε και ξεφύσαγε. Ήθελε να ενοχλήσει το Διδάσκαλο αλλά ντρεπόταν. Όλη την ημέρα γυρνούσαν, Εκείνος δίδασκε, τα πλήθη ακολουθούσαν, κάποιοι από το Συμβούλιο τους κατασκόπευαν, που και που Ρωμαίοι έκαναν περιπόλους, έμεναν για λίγο, άκουγαν, χλεύαζαν, έφτυναν το χώμα και έφευγαν. Ένα κακό προαίσθημα τον είχε ζώσει, ένα φίδι που τον κατέτρωγε, όταν ήταν μαζί Του η ψυχή του αναπαυόταν μα όταν έμενε μόνος…
Σηκώθηκε από τα σκεπάσματά του και πλησίασε την άλλη πλευρά του δωματίου που είχε πλαγιάσει ο Ραβί. Τον βρήκε καθισμένο δίπλα στο μικρό παράθυρο να ατενίζει τον έναστρο ουρανό. Το ασημένιο φως της μισογεμάτης σελήνης απλωνόταν στο οστεώδες πρόσωπό Του και τόνιζε ακόμη περισσότερο τις όμορφες γωνίες του προσώπου Του.
Ο Σίμωνας ντράπηκε που μαγάριζε τη στιγμή κι έκανε να ξαναγυρίσει στο στρώμα του.
«Έλα κοντά μου Πέτρο!», άκουσε τη φωνή Του σαν βελούδινο χάδι στα αυτιά του και γύρισε.
Κουλουριάστηκε δίπλα Του σα να ήθελε να είναι η ελαχιστότερη των υπάρξεων δίπλα στον Διδάσκαλο και αρκέστηκε να Τον κοιτάζει στο μαγικό σεληνόφως. Ήξερε πως ήταν μια σπάνια στιγμή κοντά Του, μια προνομιούχα στιγμή που θα ήθελαν να ζήσουν χιλιάδες άλλοι και δε θα τη ζούσαν ποτέ.
«Ραβί…», ψέλλισε μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας και σαν άκουσε φωνή του σώπασε. Και δεν ήξερε γιατί, ήθελε να ξεσπάσει, να ξεσπάσει σε λυγμούς, να αφήσει τη καρδιά του να εκραγεί, να εκραγούν μαζί του και όλα τα άλλα γύρω του, όσα τον πλάκωναν και όσα τον έπνιγαν.
«Είσαι ανήσυχος Πέτρο… μα πρέπει να ξέρεις ότι δεν θα ησυχάσεις ποτέ…»
Ο Πέτρος είχε κλείσει τα μάτια. Δεν μπορούσε να κοιτάξει το Διδάσκαλο, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, ήταν ολόκληρος μια βουβή κραυγή.
Κάποια στιγμή ένιωσε το χέρι Του να χαϊδεύει τα μαλλιά του. Μονομιάς η φουρτούνα μέσα του κόπασε, η ψυχή γαλήνεψε, η καρδιά έπεσε στους σωστούς παλμούς της.
«Δάσκαλε…», πήγε να πει αλλά Εκείνος δεν τον άφησε. Του έσφιξε τον ώμο, τον χάιδεψε στο μάγουλο, τον ακινητοποίησε.
«Έχεις δει ποτέ σου τα αστέρια το βράδυ;», άκουσε την φωνή Του. «Αμέτρητα, άλλα πιο φωτεινά, άλλα λιγότερο μα όλα υπάρχουν για τη Δόξα Εκείνου…», συνέχισε ο Διδάσκαλος και η φωνή του τώρα έμοιαζε με γλυκό νανούρισμα. Ο Πέτρος λυμένος πια και χαλαρός έγειρε εμπρός στα πόδια Του και αφέθηκε.
«Κάποτε Με ρώτησαν το όνομά Μου. Θυμάσαι Πέτρο τι απάντησα;»
Ο απλοϊκός ψαράς ήταν κιόλας με το ένα πόδι στην αγκαλιά του ύπνου και μέσα σε δευτερόλεπτα θα κοιμόταν σαν μωρό. Ο Ιησούς τον χάιδευε τρυφερά. Μονάχα λίγο πριν βυθιστεί εντελώς στο μαυλιστικό ταξίδι της λήθης, άκουσε από μακριά τη γλυκιά φωνή Του.
«Είμαι Αυτός που Είμαι, αυτό είπα… και θα πρέπει σύντομα να το δουν και να το βιώσουν όλοι…»

Όταν άνοιξε τα μάτια του ένα άλλο αγαπημένο χέρι του χάιδευε το πρόσωπο.
«Τον είδα Ιωάννη!», ψέλλισε αμέσως με το που είδε τον μονάκριβο γιο του να κάθεται στο προσκεφάλι του. «Ναι, Τον είδα… στο…»
«Ησύχασε πατέρα, ησύχασε»
Τα μάτια του γέροντα αλιέα είχαν ανάψει, καθρέφτιζαν αληθινά την διάπυρη, αναστατωμένη ψυχή του. Ο Ιωάννης από την άλλη, ήρεμος και πράος προσπαθούσε να του μεταδώσει λίγη από τη γαλήνη του.
«Πρέπει να φύγουμε πατέρα. Μπορείς να σηκωθείς; Πως αισθάνεσαι;»
Ο Σίμων αντί απάντησης όρθωσε το κορμί του στο κρεβάτι του και αργά αλλά σίγουρα πάτησε και τα πόδια του. Ο Ιωάννης τον στήριζε και σύντομα ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η οικοδέσποινα.
«Τι κάνετε; Που πάτε;»
«Θα φύγουμε κυρά. Ευχαριστούμε για όσα έκανες. Ο πατέρας μου…»
«Ο πατέρας σου θα μείνει απόψε και θα κοιμηθεί εδώ. Ετοίμασα ζεστή σούπα και δεν θέλω αντιρρήσεις παιδί μου. Άσε εμάς τους μεγαλύτερους, ξέρουμε καλύτερα»
Ο Ιωάννης κοίταξε τον χλωμό ακόμη πατέρα του και δεν το σκέφτηκε πολύ. Τον βοήθησε να ξαπλώσει ξανά στο κρεβάτι του και έσπευσε να ευχαριστήσει την γυναίκα για τις περιποιήσεις της.
«Πρέπει να πάω στη Ραχήλ πατέρα», του είπε. «Συ κοιμήσου πάλι, είσαι σε καλά χέρια εδώ».
Ο Σίμων χαμογέλασε. Πόσο περήφανος ήταν για το γιο του. Πόσο καμάρωνε για κείνον.
«Να πας στη μικρή μας Ιωάννη», είπε και έγειρε στο στρώμα.
Ο Ιωάννης έφυγε και ύστερα από λίγο η γυναίκα πλησίασε τον κλινήρη με ένα πιάτο ζεστή σούπα.
«Έλα, σιγά σιγά…», είπε και τον βοήθησε να ανακαθίσει και να φάει.
«Είσαι ένας από εκείνους, έτσι δεν είναι;»
Η ερώτηση άναψε σαν φωτιά στο μυαλό του. Ώστε ήξερε;
«Ο Πέτρος δεν είσαι; Ξέρω ποιος είσαι αλλά μην φοβάσαι. Εδώ είσαι ασφαλής. Πάντα θα είσαι»
Ο Σίμωνας είχε παγώσει και δεν μπόρεσε να κατεβάσει άλλη γουλιά.
«Αναρωτιέσαι πως εγώ που έχω τα μισά σου χρόνια ξέρω για σας και για… Εκείνον… πολλοί είμαστε τέτοιοι… κρυβόμαστε, δεν μιλάμε, όσο πάει λιγοστεύουμε, αλλά… και σε κατάλαβα αμέσως!»
Ο Σίμωνας κοίταξε τη γυναίκα με βλέμμα ιδιαίτερο. Με απορία, έκπληξη αλλά και συμπάθεια. Ώστε υπήρχαν ακόμη οπαδοί Του;
«Και αν θες να ξέρεις… Τον έχω δει κι εγώ! Πρόσφατα!»
Ο Σίμωνας κόντεψε να πνιγεί, άφησε το πιάτο του να πέσει και κοίταξε με γουρλωμένα μάτια την γυναίκα.
«Τον… Τον έχεις δει;»
«Ναι… δυο φορές. Η μια ήταν πριν πέντε ημέρες. Κρύβεται. Και καλά κάνει»
Ο Σίμωνας αισθανόταν την καρδιά του να βροντάει πια σαν τρελή στο γέρικο στήθος του. Άρπαξε τη γυναίκα από τα μπράτσα και την ταρακούνησε.
«Που μένει; Που είναι το σπίτι Του;»
Η γυναίκα απομακρύνθηκε.
«Δεν ξέρω. Απλά τον είδα. Και δεν ήταν μόνος. Ήταν μαζί με…»
Ο Σίμωνας κατάλαβε, έκλεισε τα μάτια και την παρακάλεσε να μην συνεχίσει.

Από τη πρώτη στιγμή που την είδε, κάτι σαν μαύρο σύννεφο τον σκίασε. Και ήξερε πως όλα πια θα άλλαζαν, όλα θα ήταν διαφορετικά ανάμεσα σε κείνους και τον Διδάσκαλο. Η Μαρία ήταν όμορφη βέβαια και την ποθούσαν κρυφά όλοι οι μαθητές – εκτός ίσως από τον Ιωάννη που είχε το μυαλό και το κορμί του ήδη αφιερωμένο σε άλλα πράγματα – αλλά το κυριότερο ήταν πως είχε γίνει απαραίτητη και σ’ Εκείνον και στην ομάδα. Όταν κατέβηκαν από το Θαβώρ, μετά την φοβερή εμπειρία που είχαν ζήσει εκείνος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης όταν έγιναν μάρτυρες της φωτοχυσίας που είχε τυλίξει σαν λευκή θάλασσα τον Ραβί, εκείνη ήταν που έσπευσε να τον περιποιηθεί πρώτη, να του πλύνει τα πόδια, να του ετοιμάσει τα καθαρά σεντόνια, να τον φροντίσει.
Όταν γύρισαν από τη χώρα των Γαδαρηνών, των ελεεινών αυτών παγανιστών που τους έδιωξαν κακήν κακώς μετά από εκείνο το εξοντωτικό εξορκισμό του δύστυχου δαιμονισμένου βοσκού, εκείνη τον περίμενε στην ακρογιαλιά να τον υποδεχθεί πρώτη και καλύτερη, να του δώσει φαγητό και κρασί και να τον ρωτήσει για όσα είχαν γίνει.
Κι όταν έγινε το απίστευτο θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, του αγαπημένου φίλου του Ιησού, εκείνη ήταν που πέρασε όλη την υπόλοιπη μέρα μαζί Του για να Τον ηρεμεί και να Τον κανακεύει. Και εκτός απ΄όλα αυτά, εκείνη σιγά σιγά ήταν που κρατούσε το ταμείο, εκείνη έσπευδε να βρίσκει τα σπίτια που τους φιλοξενούσαν, τα φαγητά και το νερό, τα ζωντανά να τους μεταφέρουν στις δύσκολες ώρες.
Κανείς από τους μαθητές δεν την θεωρούσε ισότιμη, ίση και ισάξια. Αλλά και κανείς δεν ήθελε να την διώξει από το πλευρό Του. Και ο Διδάσκαλος, αλήθεια είναι, δεν ήθελε να τους ξεχωρίζει, να τους διακρίνει, να τους διαιρεί. Κι όμως, το ήξεραν, το διαισθάνονταν, το φοβόνταν όλοι. Πιο πολύ και από τους Σαχρεντίν, κι από τους Ρωμαίους και από τον Σατανά τον ίδιο, όλοι τους εκείνη είχαν σε φόβο. Γιατί το Έργο κινδύνευε, η Αποστολή τους να πάει στο βρόντο, όλα να χαθούν.
Και τότε…

Είχε βραδιάσει. Ο Πέτρος είχε ανασηκωθεί. Καθόταν σκυφτός στο κρεβάτι του και έκλαιγε. Έκλαιγε με αναφιλητά, βγάζοντας συριχτές κραυγές, πιο πολύ εσωτερικά παρά εξωτερικά. Τούτο το θέαμα είχε τρομάξει τη γυναίκα και τον Ιωάννη. Ο κάποτε ΄κλειδοκράτορας’ της Σωτηρίας, ο άνθρωπος που πάνω του θα έχτιζε Εκείνος το Βασίλειό Του, γέροντας πια, ανήμπορος και τελειωμένος, στην αποδρομή του βίου του, σε ένα άγνωστο σπίτι, μπροστά στο παιδί του και μια περίεργη γυναίκα έκλαιγε σα μωρό παιδί.
«Θέλω να Τον… Κύριε… Διδάσκαλε… γιατί…»
Τα λόγια, οι λέξεις, οι συλλαβές, οι αναμνήσεις, το βάρος μιας ολόκληρης ζωής, το Έργο που τελείωσε πριν καν αρχίσει, Εκείνος που όταν έχασε εκείνη που αγαπούσε…
Με κάποιο τρόπο, παράξενο και σαφή, ο Πέτρος συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η τελευταία του νύχτα. Μια νύχτα που θα την περνούσε μακριά από την αγαπημένη του Γαλιλαία, από τα χώματα που ξεκίνησε κάποτε, πριν από εφτά δεκαετίες τη γήινη περιπέτειά του, τα χώματα που είχε ζήσει όλες τις χαρές και τις λύπες του, που είχε συναντήσει Εκείνον, ή μάλλον, που το Άπειρο τον είχε, έστω για λίγο αγγίξει…
«Ιωάννη, πρέπει… πρέπει να σας πω… και που είναι μάρτυρας και η γυναίκα αυτή το θεωρώ καλό σημείο, ναι, πριν οτιδήποτε άλλο, πρέπει να σας πω…», είπε ξαφνικά και το πρόσωπό του είχε φωτιστεί, έτσι όπως τότε, στο όρος Θαβώρ, όταν ο Ραβί τους είχε πάρει μαζί Του, εκείνον, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη και όλα είχαν ξαφνικά λουστεί στο άκτιστο Φως των Αιώνων…
«Πατέρα…», διαμαρτυρήθηκε ο Ιωάννης αλλά εισέπραξε μια έντονη χειρονομία από εκείνον που ακόμη σπαρασσόταν από τους λυγμούς.
Η γυναίκα τον κοιτούσε αποσβολωμένη. Ο άντρας της είχε πάρει τη κόρη τους και τη μάνα του και είχαν πάει να περάσουν τη βραδιά στο σπίτι του αδελφού του για να μην έχουν καμιά σχέση με έναν ‘εθνικό’, έναν ειδωλολάτρη. Έτσι είχε όλη την ησυχία και την άνεση να ζήσει αυτές τις σπάνιες στιγμές με έναν από τους μαθητές Εκείνου…
«Πατέρα, ησύχασε…», είπε ο νεαρός με έντονη την ανησυχία στο βλέμμα του καθώς προαισθανόταν κι εκείνος το τέλος που ερχόταν στη ζωή του ταλαιπωρημένου πατέρα του.
Ο Πέτρος σηκώθηκε από το κρεβάτι του και προχώρησε προς το μικρό παραθυράκι του δωματίου. Απ’ έξω η αρχαία πόλη ησύχαζε. Που και που ακούγονταν βήματα μοναχικών διαβατών και πιο σπάνια περίπολοι της Φρουράς του Πραιτορίου που επιθεωρούσαν τους σκοτεινούς δρόμους.
«Κάποτε», άρχισε να τους λέει, «σ’ αυτήν εδώ την πόλη, την ιερή για όλους μας πόλη, έγινε ένα θαύμα… δεν ξέρω αν το συνειδητοποίησαν πολλοί, δεν ξέρω αν το κατάλαβαν, αν το βίωσαν, αν το έζησαν πολλοί, ξέρω όμως ότι έγινε ένα θαύμα… στη ζωή τη δική μας… στη ζωή όσων ήταν κοντά Του…»
Ο Ιωάννης είχε έλθει δίπλα του και του κρατούσε το ρυτιδιασμένο χέρι του. Ο πατέρας του ήταν για κείνον ολόκληρος ο κόσμος μετά τον πρόωρο χαμό της μητέρας. Και τώρα…
«…Πριν από Εκείνον δεν ξέραμε, δεν υποψιαζόμασταν, δεν… δεν υπήρχαμε… όλοι το νιώθαμε, όλων η καρδιά είχε τον ίδιο χτύπο… Εκείνος είχε έλθει και μας είχε κοιτάξει… και από κείνη την ώρα μας πήρε στην αγκαλιά της μια θάλασσα που όμοιά της δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι υπήρχε… Μια θάλασσα όμορφη, τεράστια αλλά… κόκκινη, κόκκινη σαν το αίμα!...»
Ο πρώην απόστολος ρίγησε και η φωνή του έσπασε. Ο Ιωάννης τον έσφιξε και τον συνόδευσε και πάλι στο κρεβάτι.
Η γυναίκα έφερε λίγο κρασί για όλους.
«Τι ήταν εκείνο που μας τράβηξε τη ψυχή, μας την… πήρε και την έφερε, σαν ανεμοδούρα που παίρνει το σκαφάκι, το γυρνάει και το γυρίζει σα ξυλαράκι… να, έτσι γίναμε όλοι μέσα μας… και μαζί, πώς να το πω… πιο όμορφοι, πιο ήρεμοι, λες κι επειδή ήταν Εκείνος μαζί μας, δεν είχαμε να φοβόμαστε τίποτε…»
Το βλέμμα του γέροντα ψαρά είχε γλυκάνει, το ίδιο και η φωνή του και το ωραίο κρασί είχε ροδίσει τα μάγουλά του. Ο Ιωάννης δεν είχε ξαναδεί τον πατέρα του τόσο… εσωτερικά φωτεινό, τόσο διαφορετικό.
«Εκείνη την άνοιξη, τη τελευταία μας μαζί Του… όταν όλοι έζησαν την… την ανάσταση του παιδικού του φίλου…»
«Του Λαζάρου!», συμπλήρωσε η γυναίκα με γουρλωμένα μάτια.
«Ναι, λίγο μετά… δεν ξέρω, όλα άλλαξαν… έφταιγε η αρρώστια της Μαρίας… κι Εκείνος ήξερε βέβαια… το παιδί που είχε στα σπλάχνα της, κάτι δεν πήγαινε καλά, η εγκυμοσύνη δεν πήγαινε καλά και ο Ραβί την αγαπούσε τόσο πολύ… και ξαφνικά, ένα τεράστιο ρήγμα Τον έσκισε, Τον άνοιξε στα δυο, από τη μια το Έργο, η Αποστολή, από την άλλη η Μαρία, η νέα ζωή μέσα της, η συνέχειά Του…»
«Μα πατέρα…», διέκοψε ο Ιωάννης.
«Δικό Του ήταν! Κι αν δεν ήταν, το θεωρούσε δικό Του. Ποτέ δεν έμαθε στ’ αλήθεια κανείς, τι σημασία έχει;»
Η γυναίκα είχε κοκαλώσει στη θέση της.
«Προτού μπούμε στα Ιεροσόλυμα για το Πάσχα, χιλιάδες μας περίμεναν, πλήθη αμέτρητα, μα λίγο πριν, εκείνο το βράδυ…»

Η μαμή βγήκε από την κάμαρη της εγκυμονούσης με βλέμμα σκοτεινό, χλομή και κάθιδρη. Το δικό Του βλέμμα αντίθετα ήταν όλες οι φωτιές της Δημιουργίας και όλες οι θύελλες των κατακλυσμών.
«Ένα από τα δυο… μια από τις δυο…», είπε και Εκείνος όρμηξε στο δωμάτιο να παλέψει ενάντια στο θάνατο όπως τόσες και τόσες φορές είχε κάνει ως τώρα.
Η Μαρία πάλευε, άρπαζε τις κοπέλες, τις τραβούσε, σφάδαζε σα ζώο, ούρλιαζε, χτυπιόταν… Σαν μπήκε Εκείνος, μονομιάς ησύχασε, οι τρομακτικοί πόνοι καταλάγιασαν όπως κάποτε όταν μπήκε στη θάλασσα τα κύματα του έγλειφαν τα πόδια και ο άνεμος Τον προσκύνησε, ναι, έτσι Τον προσκύνησε κι ο πόνος… Της άγγιξε το μέτωπο και ο μορφασμός του θανάτου έφυγε για λίγο από το ωραίο πρόσωπό της, μόνο για λίγο…
Οι κοπέλες μέριασαν στην άκρη του μικρού δωματίου σαν τρομαγμένα ζωάκια, μαζεύτηκαν και κλείσαν τα μάτια καθώς Εκείνος όρθωσε το αριστερό Του χέρι στον ουρανό, όπως είχε κάνει και έξω από το βράχο του Λαζάρου, σήκωσε το πηγούνι Του ενώ με το άλλο χέρι έσφιγγε δυνατά το μέτωπό της…
Η μια από τις κοπέλες δεν άντεξε, άνοιξε τα μάτια της και κείνο που αντίκρισε την άφησε μισότυφλη για όλη την υπόλοιπη ρημαγμένη ζωή της.
Ο Ιησούς – θεραπευτής και Θεουργός, εφελκύοντας κολοσσιαίες Δυνάμεις συνεργούς στη προσπάθειά Του, είχε λουστεί σε ένα τρομακτικό γαλαζόλευκο φως που ήταν αδύνατο να το αντέξει κανείς. Σείστηκε η γη και δονήθηκαν για λίγο άνθρωποι και κτίσματα σε απόσταση χιλιομέτρων καθώς ο Κύριος των Δυνάμεων πάλευε να σώσει μάνα και κόρη από το χαμό, από το πέρασμα στην άλλη όχθη…
Δεν τα κατάφερε. Ως κι Εκείνος. Όχι εντελώς. Η Θεία Οικονομία μερίμνησε για τη νεότερη ύπαρξη, χαμογέλασε στη καινούργια ψυχή που ερχόταν στο κόσμο κι άφησε τα μάτια της όμορφης Μαρίας για πάντα πλέον σφαλιστά…

«Αυτό… αυτό ήταν κάτι που δεν μπόρεσε να το αντέξει…», είπε ο Πέτρος ιδρωμένος, συνεπαρμένος από την αφήγησή του, όπως ξαναζούσε όσα έγιναν εκείνες τις φοβερές ημέρες που οι τύχες της ανθρωπότητας παίζονταν στις στιγμές, στους λυγμούς, στις ρυτίδες της Αιωνιότητας που είχε σαρκωθεί στον άντρα εκείνο που περπάτησε κάποτε στη Γη…
Η γυναίκα έφερε κι άλλο κρασί και ξαναμμένη κι εκείνη είχε λύσει το πανωφόρι της κι είχε λύσει τα μαλλιά της.
Ο Ιωάννης είχε σκύψει το κεφάλι και ρουφούσε τα λόγια του πατέρα του. Ήταν τα στερνά του, τα πιο ιερά, τα πιο αληθινά.
Και τα πιο δύσκολα.
«Από κείνη την ημέρα… όλα αφανίστηκαν, όλα τελείωσαν, δεν ξέρω, ακόμα και σήμερα δεν ξέρω πως…»
«Η μικρή;», ρώτησε ο Ιωάννης.
«Την παραδώσαμε στο σπίτι του Νομοδιδάσκαλου Νικοδήμου που ο Ραβί τον εμπιστευόταν απόλυτα. Δεν την ξανάδε κανείς… έως πρόσφατα...», συμπλήρωσε ο Πέτρος και κοίταξε την γυναίκα που κούναγε το κεφάλι της με θαυμασμό, έκπληξη και δέος.
«Και μια βδομάδα μετά, στο ανώγειο, μας συγκέντρωσε όλους για τον Τελευταίο Δείπνο… Εκεί μας τα είπε όλα…»

Όλοι μαζεμένοι γύρω από το Διδάσκαλο. Στο χλομό φως των κεριών που κάνει τις σκιές να τρεμοπαίζουν στα θλιμμένα πρόσωπά τους. Όλοι μαζί, πάλι, όπως εκατοντάδες φορές τα τελευταία τρία χρόνια. Μαζί. Για τελευταία φορά.
Ο Διδάσκαλος τους έπλυνε τα πόδια, έκοψε το ψωμί, γέμισε όλες τις κούπες με το κόκκινο κρασί. Κανείς δεν μιλούσε. Τη σιωπή την έκοβες με το μαχαίρι στο φτωχικό τούτο ανώγειο. Επιτέλους, ήρθε η στιγμή να τους μιλήσει.
«Περπάτησα πολύ για να φτάσω ίσαμε δω… το ξέρετε… μαζί διανύσαμε όλη τούτη την απόσταση…»
Η φωνή Του βαθιά, ήρεμη, γεμάτη. Το βλέμμα να αφήνει τον ένα μαθητή και να γραπώνεται στον άλλο. Τα χέρια να ανοίγουν και να κλείνουν σε κύκλους και σε ημικύκλια. Τα μαλλιά να τρέχουν ελεύθερα στους ώμους, να γυαλίζουν στο φως των κεριών. Το δέρμα ηλεκτρισμένο, τα αγγίγματα γεμάτα σημασία και περιεχόμενο.
Ο Πέτρος καθόταν δεξιά. Ο Ιούδας στ’ αριστερά. Ο Ιωάννης σιωπηλός απέναντι κοντά στον Ιάκωβο. Οι άλλοι ολόγυρα.
«…δεν σας κάλεσα τυχαία να είστε μαζί μου. Όλοι σας, ο καθένας από σας είναι και μια όψη του Έργου. Τώρα δεν το υποψιάζεστε, μετά θα σας γίνει γνωστό… να είστε αγαπημένοι, θα έρθουν δύσκολες μέρες…»
Ο Ιούδας βούτηξε το ψωμί του στο κρασί και ξαφνικά σηκώθηκε και σιωπηλά έφυγε.
«Που πάει αυτός;», πετάχτηκε ο Ματθαίος με μάτια που έκαιγαν.
«Ησύχασε. Πηγαίνει εκεί που πρέπει…», τον μάλωσε ο Ραβί.
Δείπνησαν πιο σιωπηλοί, πιο βουβοί από ποτέ. Κανείς δεν ήξερε ακόμη, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί…

Ο Πέτρος αισθανόταν τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν όπως η άμμος που τρέχει ανάμεσα στα δάχτυλα και χάνεται στο πουθενά. Κι όπως τα ξαναζούσε τώρα όλα, λέξη τη λέξη, εικόνα την εικόνα, στιγμή τη στιγμή, όπως τα άφηνε να βγαίνουν από μέσα του, αλάφρωνε, άδειαζε, αφαιρούσε… Και ο Ιωάννης του κρατούσε το χέρι και ανάσαινε δυνατά.
«Πατέρα…»
«Στη Γεσθημανή… εκεί έγιναν όλα, εκεί…», είπε και μια κραυγή βγήκε σαν φωτιά από τα σπλάχνα του. Η γυναίκα κόντεψε να βάλει τις φωνές. Είχε τρομοκρατηθεί. Από ώρα τώρα έβλεπε το φως του γέρου να τρεμοσβήνει, όπως μπορούσε να βλέπει η μάνα της και η μάνα της μάνας της… Και τούτο το φως ήταν… το πιο αλλόκοτο απ’ όσα είχε αξιωθεί να δει ως σήμερα. Είχε μέσα του όλο το θάνατο και όλη την αθανασία…
«Στον ελαιώνα της Γεσθημανής… στην ελιά, τη μεγάλη, αυτή δίπλα στη ξερολιθιά, στην έχω δείξει παιδί μου…»
«Ναι πατέρα, μου την έχεις δείξει...»
«Στην ελιά αυτή την αγιασμένη που ήπιε όλα τα δάκρυά Του… κείνο το άγιο νερό ανάμικτο με το αίμα Του…»
«Τι έγινε εκεί; Εκεί δεν Τον συνέλαβαν;», πετάχτηκε η γυναίκα αλαφιασμένη.
«Όχι! Όχι, όχι Αυτόν!», έκραξε ο ψαράς και έχασε τις αισθήσεις του.

Το φριχτό μαρτύριο τον είχε εξαντλήσει, δεν άντεχε πια. Ο άνθρωπος που κρεμόταν πια από μια κλωστή, από μια ύστατη ανάσα, από μια προσευχή, άνοιξε για μια τελευταία φορά τα μάτια του, ατένισε μέσα από τα δάκρυά του το στερέωμα και ψέλλισε μερικές συλλαβές που δε θα μπορούσε να ακούσει κανείς.
Κανείς;
Εκτός ίσως από Εκείνον…
Στο μυαλό του πέρασαν γρήγορα οι τελευταίες εικόνες της γήινης διαδρομής του.
Η συνάντηση στον Κήπο με τον Διδάσκαλο.
Το φιλί που του έδωσε.
Τα τελευταία λόγια Εκείνου προς τους έκπληκτους μαθητές.
Η ιερή υπόσχεση που αντάλλαξαν μυστικά.
Να μη μάθει ποτέ κανένας.
Ποτέ…
Την αναχώρηση του Διδασκάλου μέσα στη τεράστια νύχτα.
Τα τρομερά συναισθήματά του όταν έμεινε μόνος… στο Κήπο της Εγκατάλειψης.
Στο Κήπο της Ιερής Αγάπης που δε θα μάθαινε ποτέ κανείς πόσο ασύνορη υπήρξε…
Τον ερχομό των στρατιωτών…
Δάδες, φωνές, η οδός του μυστικού μαρτυρίου που απλώνεται εμπρός του…
Ο ιδρώτας που ποτίζει το χώμα…
Και η παράδοση… η παράδοση σε κείνους που λίγες μέρες πριν ήθελε να παραδώσει Εκείνον…
Δεν το περίμενε, μειδίασε…
Ανακουφισμένος, πλήρης…
Δικαιωμένος…
Έκλεισε τα μάτια, ετοιμάστηκε να αναχωρήσει και για στερνή φορά αναρωτήθηκε…
αναρωτήθηκε που να ήταν Εκείνος…
Εκείνος που έπρεπε να συνεχίσει…

Ιούνιος 2009