Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009



Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ' τον άμμο
για σάς χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ' τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σάς
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.


Τάσος Λειβαδίτης, Ποιητική
Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)





[αφιερωμένο στην Ε... που ένα μαγικό βράδυ μου απήγγειλε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη
και μου χάρισε στιγμές αθανασίας]

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009




Ύε - Κύε!

Έχεις άλλο βλέμμα για μας;
Άλλο τοπίο
Έχεις για τις ανάσες μας;
Για τις πόρνες ελπίδες μας
Έχεις άλλο ψέμα;

Στο δαίμονα όσα
Με στιγμάτισαν για προδότη

Κίβδηλη πίστη
Ήταν το μαύρο αίμα
Που λέρωσε την άσφαλτο
Βρέξε λοιπόν
Και πλύνε όσα γέννησε
Η σάπια
Σιχαμένη γενιά σου!

Εγώ – ταυτός
Ψέλλισες;
Αποκλείεται
Γιατί φωνή έχεις
Τη δική μου…

Δεκ 2009

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ







Στη πολυθρόνα

Ξύπνησα βαθιά μέσα
σε μια πολυθρόνα
και μπροστά σε μια θάλασσα
Όπου κανείς
Μόνη κίνηση
το βλέμμα επάνω στα κύματα
όπου πήγαιναν
Έτσι έμεινα
Καλοκαίρια αθέατος
Και χειμώνες ολόκληρους
Κάπως έτσι γέρασα
Γιατί ποτέ δεν σηκώθηκα...

Για να αγαπήσεις τη γραφή του Γιάννη Βαρβέρη θα πρέπει να ανήκεις σε μια ξεχωριστή συντροφιά, σε μια ιδιαίτερη ‘παρέα’. Καθόλου ελιτίστικη, απλά επιλεγμένη. Καθόλου σνομπ, απλά κατασταλαγμένη για τον ορισμό του έντεχνου, του ακριβού, του σπάνιου. Καθόλου απρόσιτη, απλά δυσπρόσιτη και γι’αυτό ατίμητη. Τα τελευταία χρόνια γνώρισα τον σπουδαίο Έλληνα ποιητή της αργολίκνιστης θέασης της ζωής από ένα πρίσμα ατομικό αλλά και μαζί συντροφικό, προσωπικό και γι’αυτό αληθινό, μοναχικό αλλά όχι ερημικό. Και κείνο που αγάπησα περισσότερο σε κείνον, δεν το κρύβω, ήταν και το μαχαίρι που μπήγει στις δικές του πληγές, όχι όπως ο εξαίσιος Αλεξανδρινός που τον έχει επηρεάσει αλλά με ένταση, με ειρωνεία αποδομητική, με χλεύη…

Τελικά θα μπορούσα να είμαι
η γυναίκα μου
λόγω συμφωνίας χαρακτήρων
να με είχα παντρευτεί
με ωραία φωνή την οποία
και ακούω ευκρινέστατα.
Ευγενέστατος δε
και μαζί ευσυγκίνητος.
Τι λουλούδια θα μου 'κοβα.
Με λουλούδια θα μ' έκοβα
και με λόγια που εγώ θα περίμενα.
Και θα ήξερα εγώ
μέχρι πότε να δίσταζα, με τι νάζια
ώστε ποτέ να μη με χάσω.

Και ακόμη με συγκλονίζει αυτή η απόστατη κι όμως τόσο απλή και σχεδόν… καθημερινή συμ-παρουσία του θανάτου, των ίδιων των νεκρών που έρχονται, υπάρχουν, ενώνουν τούτο τον κόσμο με τον άλλο και πάλι δεν αποπνέουν την μακάβρια αίσθηση του νεκροταφείου αλλά την διατύπωση της ξεκάθαρης αλήθειας τους. Κάποτε υπήρξαν άρα πάντα θα υπάρχουν… αλλά και η αίσθηση, η ψευδαίσθηση, η συναίσθηση της πραγματικότητας του νεκρού, του πένθιμου, του νεκρώσιμου…

Τι εφιάλτης κι αυτός
ενώ αγόρευα ο καλός σου
από την πολυθρόνα γλίστρησε
ο αγκώνας μου στον αέρα
ή μήπως είχα πεθάνει;

Αλλά και αυτό το… θανατηφόρο χιούμορ…

Αν έρθετε στην κηδεία μου
θα'ρθω κι εγώ στη δική σας.

Φυσικά Βαρβέρης δεν είναι μονάχα το άχθος της ζωής και η γειτνίαση με το θανατικό αλλά και κείνη η φοβερή ματιά, η διεισδυτική ερωτική και αποκαθηλωτική ματιά, η έγχυση του παιγνιώδους αλλά και του γελοίου στο κάθε τι που δεν ρυπαίνεται αλλά απλά εξοικειώνεται. Δεν θέλω από αυτή τη στήλη να παραθέσω αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, εργογραφία, βραβεύσεις, κλπ. Μέσα από το Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει σήμερα ό,τι θέλει και αν όχι έτσι, υπάρχουν ακόμη τα καλά βιβλιοπωλεία που έχουν όλο το έργο του. Κείνο που θέλω είναι να παραθέσω μερικούς στίχους του που αγαπώ πολύ και να πω ακόμη πως με τον Γιάννη Βαρβέρη, κι ας μην έχουμε συναντηθεί ποτέ, μας συνδέει κάτι πολύ δυνατό και ανώλεθρο. Ένας έρωτας βαθύς για μια ιδιαίτερη όψη της ζωής που δεν είναι εύκολο να την αναγνώσεις ούτε και να την αποδεχθείς ακόμη κι αν την αντιληφθείς. Ένα ένδυμα σπάνιο, όχι πολύχρωμο, ακριβό όμως και φροντισμένο ιδιαίτερα, κομμένο και ραμμένο από ένα πολύ μεγάλο μάστορα που δεν φείδεται σκληρόητας η ματιά του αλλά και που ξέρεις πως η ξεκούραση δεν είναι ένα απλό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο ανούσιες δράσεις αλλά μια πνευματική Πραλάγια έως ότου ξεκινήσει ο Μπράχμα να εκπνέει και πάλι…


ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ


Αυτές οι νότες
που σας στέλνω
με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα
μα κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυο
ως κάτω στο βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανείου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας

διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική·
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.

Το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού

-------------------------------

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
μια πλήξη πια, υγιείς εμείς
μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.
Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:
έχουμε τόσα
που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.
Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
μας παραδίδονται αφειδώς
γιατί το σφρίγος πάντοτε
ποθούσε τη σοφία.
Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Αυτό μονάχα μας παρηγορεί

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009



Αυτές τις ρίζες
που τις χυμώνει η οίηση
ενός μολυσμένου χώματος
που τις ξεπλένει ένας ποταμός
άρρωστης φωτιάς
δεν τις χρειάζομαι άλλο

τα χέρια μου έχουν πληγές
και δεν τολμώ
ν’ αγγίξω το σώμα μου
η σκέψη μου έχει ζοφερές νεοπλασίες
και αρνείται να τις απορρίψει

δηλητηριάστηκα…

αν σε κοίταξα τόσο βαθιά
και πρόσβαλα το πυρήνα σου
δεν ήταν γιατί ζήλεψα τα φτερά σου
αλλά γιατί δρόσισες για λίγο τα δικά μου
και ξεχάστηκα…

Δεκ 2009

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009




...The lunatic is in the hall
The lunatics are in my hall
The paper holds their folded faces to the floor
And every day the paper boy brings more

And if the dam breaks open many years too soon
And if there is no room upon the hill
And if your head explodes with dark forebodings too
I'll see you on the dark side of the moon...



[Pink Floyd, Brain Damage]

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009




Ξένε
με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ' άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις εν' άστρο κόκκινο μεσ' το κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χαθήκαν
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χαθήκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μεσ' την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλι
αν τ' αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

(Μίλτος Σαχτούρης)

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009





Τι μας έδωσε ο χρόνος;


μας πήρε σάρκα για να μας δώσει γνώση,
μας πήρε αίμα για να μας δώσει συνειδητότητα,
μας πήρε όνειρα για να μας δώσει φόβο…

για να μας προσφέρει μια στάλα όρασης
μας γέμισε ρυτιδιασμένα βλέφαρα
για να μας δώσει μια σταγόνα ομορφιάς
μας κέρασε αλλοιωμένα κορμιά
για να μας επιστρέψει μια αχτίδα ελπίδας
μας έπνιξε σ’ένα ωκεανό απόγνωσης…



τι μας έδωσε ο χρόνος


όχι ό,τι δεν είχαμε
ό,τι δεν ζητήσαμε
όχι ό,τι δεν θελήσαμε
ό,τι δεν ευχηθήκαμε

κουρασμένα χέρια
που κρατούν άλλα κουρασμένα χέρια
ακυρωμένα ταξίδια
κρύους, λερωμένους τοίχους
με ξεθωριασμένα ‘σ’αγαπώ’…

τι μας έδωσε ο χρόνος
που κιόλας δεν είχαμε;…


19/09/2005

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009





Απλώς αυτό…

Το να δεσμεύεις αχτίδες απ’τον ήλιο
Είναι η πιο σιχαμερή κλεψιά

Δεν είναι για εσένα το αμαυρωμένο παρελθόν
Αλλά έχεις ένα μέλλον να εκπορνεύσεις
Ό,τι κι αν πω
Ό,τι κι αν σου πω
Εσύ θα εκδίδεσαι
Όχι από ανάγκη πια
Από ηδονή…

Απλώς αυτό…

Σε σένα ήρθα κάποτε
Και βρήκα τη πόρτα κλειστή
Όχι το άδειο σου βλέμμα
Δεν σε κοίταξα
Δεν πρόλαβα να σε ληστέψω
Να σε χαράξω, να σε αρπάξω απ’τις ενοχές σου
Να σε σκοτώσω με τα όπλα που μου έδωσες
Τόσο γενναιόδωρα
Όσο με αγαπούσες
Όχι, δεν πρόλαβα
Τίποτα να πω
Πίσω απ’τη κλειστή σου πόρτα…

Απλώς αυτό…

Έλεγες πως δεν υπάρχεις
Όχι αληθινά
Έλεγες πως δε θα με ενοχλείς
Όχι στ’αλήθεια
Έλεγες πως δεν θα με επινοήσεις
Όχι αν δεν υπάρχει κάποιος λόγος σοβαρός

Τι άλλαξε;

Απλώς αυτό…

Παιδιά
Παιδιά παντού ολόγυρα
Ένα χαμόγελο κρεμασμένο
Σ’ένα άδειο πρόσωπο
Ένα βλέμμα σκοτωμένο
Απ’το αλκοόλ της θλίψης
Ένα μαχαίρι στο τραπέζι
Που έκοψε κάποιες φλέβες
Πριν λίγες ώρες

Μεγάλε ήλιε
Έχεις δύσει πια
Κι αν φωτίζεις ακόμη
Είναι από ελεεινή φιλαυτία

Απλώς αυτό…

Σε ξεσκεπάζω
Να αποκαλύψω θέλω
Τα κάλλη σου εμπρός μου
Κι εσύ δεν είσαι εδώ
Έχεις αφήσει
Ένα περίεργο αποτύπωμα
Στο μπεζ σεντόνι
Όχι σαν αίμα
Μοιάζει σαν σκοτωμένο χάδι
Στοιχειωμένο κιόλας
Άσαρκο ρετάλι
Ενός ωραίου γάμου

Μην μου το αφήνεις άλλο
Δίπλα μου
Σε παρακαλώ
Με ξελογιάζει
Και με έχει δέσμιο…

Απλώς αυτό…

Ένας δρόμος
Ήταν μονάχα ένας δρόμος
Είχε κόστος να τον περπατήσεις
Αλλά δεν είχε αδιέξοδα

Μονάχα λίγο μόχθο
Να αντέχεις
Να ανέχεσαι
Να προχωράς
Να σηκώνεσαι

Ένας δρόμος
Και στο πρώτο βήμα του
Έκανες πίσω

Στο πουθενά…

Απλώς αυτό…

Παντού γύρω μου
Ένα κουρασμένο τοπίο
Όμως εγώ χαμογελάω
Και θέλω τούτο να το εκτιμήσεις

Εάν μπορούσαμε λοιπόν
Να φιληθούμε ακόμη μια φορά
Στις διασταυρώσεις δρόμων με περίεργα ονόματα
Για να τους θυμόμαστε πάντα
Και μαζί τη γεύση απ΄τα ανυπόμονα χείλη

Απλώς αυτό…

Θαύμαζες κάποτε
Την απερισκεψία των ανθρώπων
Να μη μεταβολίζουν την ενέργεια σε σκέψη
Αλλά τη ζωή σε επιβίωση
Λες και η ύπαρξη είναι πράξη αντίστασης
Λες και ο θάνατος είναι κάτι που προηγείται του τέλους
Έτσι πίστευες
Και ένιωθες την ανάγκη
Στην μέγιστη συνέπειά σου
Να είσαι κι εσύ ασυνεπής
Με το θάνατό σου…

Απλώς αυτό…

Δεν τελειώνουν οι λέξεις
Δεν εξαντλούνται οι ματιές
Όσο είσαι εκεί θα σε βλέπω
Όσο είμαι εδώ θα με αγγίζεις
Όσο θα αντέχουμε θα πληρώνουμε

Δεν τελειώνουν τα απογεύματα
Τα μοναχικά πρωινά
Δεν μας προσπερνά τίποτε
Που δεν το επιτρέπουμε

Απλώς αυτό…

Έστω κι αν νόμιζες πως το ήξερες
Το όνομά μου σου έμεινε κρυφό
Κι εγώ δεν έμαθα ποτέ
Το αληθινό σου όνομα

Συναντηθήκαμε γνωστοί
Και χωρίσαμε ξένοι…

Απλώς αυτό…

Είδα χθες
Ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
Σαν ψεύτικο ήταν
Έτσι όπως έλιωνε ο ήλιος
Πάνω στον ορίζοντα
Νόμιζες πως ήταν η αιώνια λάβα
Που ξεχύθηκε από το πουθενά
Για να σαρκώσει ένα νέο σύμπαν

Ένα καλούπι νέο
Ένας κόσμος καινός

Και είχα την αίσθηση
Πως ξαναγεννιέμαι
Από το λιωμένο παρελθόν μου
Από το διάπυρο παρόν μου

Σε κάτι που πάλι αύριο
Χθες θα είναι

Απλώς αυτό…


Δεκ 2006

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009


το ξαναδιάβασα, το βρήκα επίκαιρο, είπα να το φέρω ξανά στην επιφάνεια...


Είμαι στ’αλήθεια εγώ ή μήπως κάποιος άλλος που προσποιείται ότι είναι… εγώ;


[1]

Το πρόβλημα με τις ανθρώπινες σχέσεις όσο περνάει ο χρόνος –προϊόντος του χρόνου το λένε οι σπουδαγμένοι- είναι ότι σε αναγκάζει αυτός ο άτιμος γενειοφόρος γέρων να τα επαναπροσδιορίσεις όλα.
Και όταν λέμε όλα, το εννοούμε.
Όλα!
Ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ, που λέει και το τραγούδι.
Ποιος ήμουν όταν κίνησα, ποιος είμαι τώρα, ποιος θα είμαι αύριο σαν ξημερώσει με το καλό και με την αριθμητική τα πηγαίνω καλά κι έχω δυο χέρια, δυο πόδια και ένα κεφάλι που στέκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το χώμα και ακριβώς στη μέση πάνω από τους ώμους μου.
Δεν είναι φόβητρο ο χρόνος … φόβητρο είμαστε εμείς και όλα αυτά που γεννιούνται μέσα μας κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή.
Πώς να τα μαζέψεις όλα αυτά, πώς να τα οργανώσεις, να τα βάλεις σε μια σειρά, όπως τα βιβλία στη προθήκη, τακτοποιημένα ωραία ωραία, ανά κατηγορία, θέμα, περιεχόμενο, συγγραφέα;
Πώς να μαζέψεις τον εαυτό σου, τους εαυτούς σου, τα χιλιάδες σύμπαντα που περιέχεις, που δεν ήξερες ότι τα περιέχεις αλλά πίστευες – ω αφελή!- ότι ήσουν απλά ένα μετέωρο, ένα θραύσμα, μια πιστολιά στον αέρα της Δημιουργίας;
Πώς να αποδεχθείς όλα τούτα που αισθάνεσαι, πώς να αποδεχθείς ότι αισθάνεσαι τόσα πολλά, τόσο αντιφατικά, τόσο περίεργα και εξωφρενικά;
Πώς γεννήθηκαν όλα αυτά τα τέρατα μέσα σου;
Πώς χώρεσαν;
Και πώς συμβιώνουν μεταξύ τους;
Η αλήθεια κε Γουώτσον, η προφανής και κρυστάλλινη αλήθεια, καθώς θα έλεγε ο μέγας Σέρλοκ Χολμς. Η αλήθεια που μας διαφεύγει, που επιμένει να μας ξεγελάει, να μας κοροιδεύει, να χασκογελάει με θράσος μπροστά μας.
Όπως και ο χρόνος, ο παππούς που λέγαμε.
Ο χρόνος 'γεννάει' όλα αυτά τα τέρατα.
Και ο χρόνος γεννάει και την αλήθεια.
Ή μάλλον, την αποκαλύπτει.
Δεν είμαστε ανεύθυνοι για όλες τούτες τις τερατογενέσεις, δεν είμαστε ανεύθυνοι για την σκιά τους, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών –καθώς θα έλεγαν πάλι οι περισπούδαστοι- για την ολέθρια δράση τους στον ψυχικό μας κόσμο.
Και ο φόβος;
Ο φόβος είναι ένας καλός σύμμαχος.
Θολώνει το μυαλό, παραλύει τα μπράτσα και τα γόνατα, σφαλίζει τα χείλη, παγώνει την κόλαση που βράζει μέσα μας, όλα καλά και όλα ωραία.
Όταν φοβάσαι δεν έχεις πρόβλημα. Κρύβεσαι, μαζεύεσαι στην γνωστή στάση εμβρύου και δεν σε αγγίζει τίποτα.
Όταν δεν φοβάσαι είναι το πρόβλημα.
Γιατί όταν δεν φοβάσαι όλα είναι ανοιχτά, επικίνδυνα, απρόσμενα, απρόβλεπτα, ρευστά…
Όταν δεν φοβάσαι ξανοίγεσαι στα άγνωστα πελάγη του εαυτού σου και όποιον πάρει ο Χάρος!
Και ο Χάρος παίρνει συνήθως εσένα!
Και μαζί με την άγνοια φόβου, υπάρχει και η άγνοια δράσης.
Γιατί μονάχα όσοι δεν φοβούνται ερωτεύονται, όσοι δεν φοβούνται αγαπούν.
Μόλις συνειδητοποιήσεις τι έχεις κάνει, παύεις να εκτίθεσαι, συρρικνώνεσαι, οπισθοχωρείς, το βάζεις στα πόδια –εις μάτην.
Μόλις συνειδητοποιήσεις ότι μπορείς να αγαπάς, ότι είσαι ικανός να αγαπάς, έρχεται η πρώτη κρίση πανικού.
Η αγάπη σε πετάει στο αρχιπέλαγος του εαυτού σου και βγάλτα πέρα μόνος σου.
Ωραία η αλμύρα, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, αλλά και με τη γεύση της αρμύρας στο στόμα δεν παύει το στερέωμα να είναι μουντό, δυσοίωνο, καταθλιπτικό.
Τώρα είναι που νιώθω στο πετσί μου τον ‘πολυμήχανο’ Οδυσσέα που έτρεμε κάθε φορά που ξανοιγόταν ένα μίλι μακριά από τις ακρογιαλιές και δεν είχε καμιά ποιητική διάθεση ανάλογη του Ομήρου, είναι βέβαιο...

[2]
...Τι είναι πιο χαοτικό; Ο εαυτός ή ο κόσμος;
Το ενδον-σύμπαν ή το… outerspace;
Ο λεγόμενος ‘μικρόκοσμος’ ή ο περίφημος ‘μακρόκοσμος’;
Το σπίτι της ψυχής μας ή οι απέραντες πολιτείες του ‘έξω’ κόσμου;
Όταν χάνομαι, χάνομαι στα αμέτρητα διαμερίσματα του εσωτερικού μου σπιτιού, δεν χάνομαι στους δρόμους και στα σοκάκια της ‘εχθρικής’ πόλης που με περικλείει.
Τα πιο αβέβαια βήματα είναι τα βήματα της αναζήτησης του πυρήνα μου και όχι τα βήματα στον επαγγελματικό ή κοινωνικό στίβο που είναι ‘ζούγκλα’ κλπ, κλπ.
Ποιος είπε άλλωστε ότι στη ζούγκλα –της ψεύτρας κοινωνίας δηλ.- είναι χειρότερα απ’ότι μια μέρα αληθινής ενδοσκόπησης, ειλικρινούς καταβύθισης στα θολά ύδατα του ασυνειδήτου;
Τι είναι αυτό που αληθινά μπορεί να σε τρομοκρατήσει σε μια ζούγκλα; Η αδυναμία προσανατολισμού και εξόδου απ’αυτήν. Και η πιθανή συνάντηση με κάποιο μοχθηρό τέρας, κάποιο παμφάγο ερπετό, κάποιο πεινασμένο θηρίο. Όλα αυτά μπορούν να συμβούν φυσικά αν και οι πιθανότητες δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Και μπορείς κάλλιστα να διέλθεις την ζούγκλα ή και να διαβιώσεις εντός της με σχετική ασφάλεια. Αρκεί να διαχειριστείς τον πανικό σου και να οργανώσεις τον εαυτό σου. Οργανώνεσαι εσωτερικά και αντιμετωπίζεις τα εξωτερικά.
Τι συμβαίνει αντίστοιχα με την ένδον ζούγκλα; Είναι μια ζούγκλα άγνωστη, σκοτεινή, απέραντη, ασύνορη και μοιάζει περισσότερο με μια ζοφερή, άγρια θάλασσα. Το τι θα συναντήσεις, το τι θα αντιμετωπίσεις και αν θα καταφέρεις να επιστρέψεις σώος και αρτιμελής είναι εντελώς αβέβαιο. Ούτε σημεία προσανατολισμού υπάρχουν για να πιαστείς, ούτε καν ο ουράνιος θόλος με τα αστέρια του για να βρεις ένα ρημαδο-Βορρά και να τον ακολουθήσεις. Complete Chaos! Δεν μπορείς να οργανωθείς εσωτερικά για να αντιμετωπίσεις τα… εσωτερικά. Και όλα αυτά μονάχα σε μια μέρα ενδοσκόπησης!
Κι όμως, έχω νομίζω την λύση στο ακανθώδες αυτό αίνιγμα, στο αγωνιώδες και… αλγώδες αυτό ζήτημα. Και το μυστικό είναι… ο μίτος της Αριάδνης και ο καλός μύθος του Μινώταυρου. Ναι, εκεί είναι το μυστικό. Και το ρόλο του μίτου στην περίπτωσή μας, του σωτηρίου νήματος δηλαδή που θα μας συνδέσει με την έξοδο –και είσοδο μαζί- του λαβύρινθού μας, θα τον αναλάβει μια λέξη–κλειδί, μια φράση-κλειδί, πιθανώς μια εικόνα-κλειδί. Την στιγμή που θα βρισκόμαστε χαμένοι στο εσωτερικό μας διάστημα και αγωνιούντες και απελπισμένοι θα αναζητούμε την διέξοδο, με την επίκληση αυτής της λέξης, φράσης ή με την ανάσυρση αυτής της εικόνας, αμέσως θα επιστρέψουμε στα… ρηχά, ή στην έξοδο του τούνελ, του λαβυρίνθου και θα αντικρίσουμε ξανά το ευλογημένο φως του… έξω κόσμου, ούτως ειπείν της καθημερινότητας, της απλοϊκής επανάληψης των ίδιων και ίδιων καταστάσεων καθ’ εκάστην κλπ, κλπ.
Το όλο πράγμα απαιτεί απλώς ολίγη προπόνηση και μια διάθεση παιγνιώδη θα έλεγα. Κι όπως ο αμύητος στα μυστικά της κολύμβησης πρώτα επιχειρεί να δροσίσει τα πόδια του στα ρηχά, μετά ξεθαρρεύει και βυθίζει όλο του το σώμα και σιγά σιγά μαθαίνει –πίνοντας και αρκετές γουλιές ύδατος- να χρησιμοποιεί πόδια και χέρια κατά τον ορθό τρόπο ώστε να μην βουλιάζει αλλά να διασχίζει ως δελφίνι με χάρη και αυτοπεποίθηση τα νερά, έτσι και ο αμύητος στα της ενδοσκόπησης πρέπει να πράξει. Γιατί η βύθιση στον εαυτό, η περιπλάνηση στα σκοτεινά δωμάτια της ψυχής είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Συναρπαστικό ίσως, αλλά επικίνδυνο. Και η εισχώρηση στον απέραντο και επικίνδυνο αυτό κόσμο θα πρέπει να γίνει με μέθοδο, σύνεση και πρόγραμμα. Και βέβαια, αργά και ήρεμα. Δεν μπορείς να εξερευνήσεις τα της ψυχής σου όταν είσαι οργισμένος, αγχωμένος, εκνευρισμένος ή τεθλιμμένος. Ακόμα και ένα χαμένο νόμισμα ή αναπτήρα δεν μπορείς να βρεις όταν τον αναζητάς με άγχος και ανυπομονησία. Στην αναζήτηση, στην εκζήτηση, στην αναδίφηση και στην ανασκαφή, χρειάζεται ηρεμία, υπομονή, μέθοδος και προγραμματισμός. Και βέβαια πειθαρχία. Ίσως γι’αυτό οι Γερμανοί είναι οι καλύτεροι αρχαιολόγοι του κόσμου. Γιατί συγκεντρώνουν όλες αυτές τις αρετές που για μας τους Έλληνες είναι σπάνιες. Αλλά ας επιστρέψω στα του λαβυρίνθου που με ενδιαφέρουν πολύ.
Είναι γνωστό ότι ο Λαβύρινθος είναι από τα σπουδαιότερα ψυχολογικά σύμβολα και ταυτόχρονα, από τους πανάρχαιους χρόνους, ένα άριστο αποτύπωμα ολόκληρου του σύμπαντος. Ο λαβύρινθος συμβολίζει και απεικονίζει τόσο το ένδον όσο και το εξωτερικό σύμπαν. Και ο μύθος του λαβυρίνθου και του Μινώταυρου τι άλλο είναι από την ονειρική –ή διαλογιστική, δηλαδή ενδοσκοπική- κατάδυση του ανθρώπου στα βαθύτερα διαμερίσματα του ασυνειδήτου και την αντιμετώπιση όλων των τεράτων που κρύβονται εκεί καλά και μας απειλούν; Φόβοι, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, απωθημένες συγκρούσεις, ματαιώσεις, απογοητεύσεις, ακυρώσεις, κλπ, κλπ. Νομίζω ότι όλο αυτό το εκρηκτικό υλικό ο Γιουγκ το ονομάζει ‘ψυχικό παράγωγο’ και μοιάζει με την λάβα ενός ηφαιστείου που παραμένει πάντα ενεργό και ενίοτε εκρήγνυται. Και τι συμβαίνει όταν εκρήγνυται;
Είναι δουλειά των ψυχιάτρων από κει και πέρα.
Βλέπουμε ότι οι Έλληνες και μόνον αυτοί, είχαν προηγηθεί του περίφημου Ελβετού ψυχιάτρου κατά 3000 χρόνια και είχαν χαρτογραφήσει όλες αυτές τις χαοτικές εσωτερικές καταστάσεις. Τις είχαν συμπυκνώσει με θαυμάσιο τρόπο στον μύθο του Λαβυρίνθου, του Θησέα και του Μινώταυρου και έδωσαν και την λύση με τον μίτο της Αριάδνης. Ποια είναι η Αριάδνη; Το λογικόν μέρος της ψυχής, ο Λόγος που περιμένει τον Θυμό, το Αστρικό μας σώμα, στο ταξίδι του στο Ασυνείδητο και την επιστροφή του στο Φως. Οι αποκρυφιστές μετά από χίλια χρόνια απεικόνισαν τον μίτο με μια ασημένια κλωστή που συνδέει το αστρικό σώμα με τoν υλικό φορέα όταν αυτό, κατά την διάρκεια του ύπνου –ή κάποιας σοβαρής ασθένειας ή άλλου δυνατού σοκ- αποχωρίζεται το σώμα και ταξιδεύει σε άλλες διαστάσεις. Μοιάζει με τον σωλήνα που συνέδεε τους παλιούς δύτες με την επιφάνεια και τους χορηγούσε οξυγόνο.
Κατά την άποψη ενός αγαπημένου φίλου και αδελφού στην εσωτερική Ατραπό, ο μίτος μπορεί να είναι αυτή καθ’αυτή η επισκοπή, η παρατήρηση, η εποπτεία. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει –και αληθινά ισχύει- όταν η αναζήτηση είναι επιφανειακή, σύντομη, σε ασφαλή και ‘ρηχά νερά’. Είναι σαν να εισέρχεσαι σε ένα σκοτεινό τούνελ. Στην αρχή έχεις πίσω σου την είσοδο και το φως. Όσο προχωράς η είσοδος απομακρύνεται και κάποια στιγμή εξαφανίζεται. Από το σημείο αυτό και μετά η πρόταση του αγαπημένου φίλου, δεν ισχύει, δεν επαρκεί. Η μεθοδολογία, η διαδικασία παρατήρησης, η εποπτεία της αναζήτησης δεν μπορεί πια να αποτελεί κρίκο σύνδεσης με τον Λόγο, με τον Κόσμο, με το Φως της Εγρήγορσης. Από κει και μετά, χρειάζονται άλλα όπλα, άλλες λειτουργίες, ισχυρότερες, ασφαλέστερες, δυναμικότερες.
Όπως και να’χει, ο εσωτερικός μας λαβύρινθος, ένας αρχέγονος, «προϊστορικός» τόπος, γεμάτος με τέρατα αλλά και με απαντήσεις σε χίλια δυο ζητήματα που μας απασχολούν και μας ανισορροπούν, είναι μια από τις δυναμικότερες συμπυκνώσεις και συνθέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Γνωστές είναι και οι Βουδιστικές Μαντάλα άλλωστε που μοιάζουν πολύ με τους γνωστούς μας λαβύρινθους και έχουν πολλούς συμβολισμούς.
Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ. Οι κίνδυνοι πάντα θα υπάρχουν, γιατί όποιος δεν θέλει να ρισκάρει ποτέ και τίποτα, δεν μπορεί και να πάρει τίποτε. Ο δρόμος υπάρχει, η ψυχή περιμένει, το ε ί ν α ι λαχταρά να ενωθεί με το Όλον, η Αλήθεια να αποκαλυφθεί στον ειλικρινή σκαπανέα, στον τολμηρό πιονέρο.
Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.
Το θέμα είναι όμως να αποφασίσει κανείς κάποια στιγμή να αρχίσει.
Μάιος 2006

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009


Λένε

δε πρέπει να'σαι τόσο ευαίσθητος

μπορεί να σπάσεις

να'σαι σκληρός

να γελάς ακόμη και στη θλίψη

να είσαι ευαίσθητος

σε τίποτε δε θα σε ωφελήσει

να γράφεις ποιήματα

είναι ξεπερασμένο

όπως και κάθε τι

που αντλεί ομορφιά

μόνο απ'τον εαυτό του...


Λένε

δε πρέπει να είσαι τόσο απόμακρος

να είσαι τόσο πια μοναχικός

θα σβήσεις όλο σου το φως

μέσα στη μοναξιά σου

θα πλύνεις όλη τη χαρά σου

με το Απέραντο που'χεις νανούρισμα

να γράφεις για τον έρωτα

είναι επικίνδυνο

όπως και κάθε τι

που αρπάζεται απ'το χρόνο

τη φωτιά

και τη κραυγή...


Λένε

δε πρέπει να αγαπάς τόσο πολύ

τόσο βαθιά

τόσο απόλυτα

μπορεί να συντριφτείς

μπορεί να μην αντέξεις

όλο αυτό το πόνο

δεν είσαι υπεράνθρωπος

δεν είσαι Άτλαντας

στους ώμους σου να σηκώνεις

τόσους αιώνες σκοτεινιάς

να γράφεις για κείνο που έχασες

είναι αυτοκτονία

όπως και κάθε τι

που τρέφεται απ'τα μαστάρια της Νύχτας

που πεθαίνει απ'το σπαραγμό της θύμησης...

4 Σεπ 2000