Παρασκευή 18 Απριλίου 2014



Ο Έσχατος Κύκλος



            Εφτασαν πάλι οι μέρες του άγιου Πασχα, κι ο Ιησούς κάθεται μόνος, στην αγαπημένη του μεριά, κάτω από ένα μυριόχρονο πλάτανο, στο Παράδεισο. Συλλογισμένος, σιωπηλός, που και που αναστενάζει κιόλας.
            Κείνη την ώρα τυχαία περνούσε από κει ο Πυθαγόρας, ο Σάμιος, ο μέγας φιλόσοφος, ο πανεπιστήμονας, που όλοι στο "άγιο περιβόλι" έχουν σε περισσή εκτίμηση και την συντροφιά του επιζητούν. Βλέπει τον Ναζωραίο μονάχο, σκεπτικό κι ένα μειδίαμα ανοίγεται στο γέρικο πρόσωπό του. Σκέφτεται να τον ζυγώσει πιο πολύ, το ξανασκέφτεται, ξέρει το χούι του Ραβί, να μην τον ενοχλεί κανείς όταν βυθίζεται στους στοχασμούς του, πάει να τον προσπεράσει αλλά ακούει φωνή και κοκαλώνει.
            "Για που τραβάς μωρέ φιλόσοφε; Με είδες αλλά δε θέλεις να ταράξεις την ησυχία μου, σωστά;"
            Στρέφει το βλέμμα κατά τον Γαλιλαίο ο Πυθαγόρας, χαμογελάει, τον πλησιάζει, βρίσκει χώρο και κάθεται σιμά του.
            "Καλά το είπες Δάσκαλε. Ξέρω τα χούγια σου, τα'μαθα πια. Δε θες να σ'ενοχλούν καθώς πλανιέσαι στις ομιχλώδεις χώρες του μυαλού σου, σεβαστό. Και'γω κάποτε το ίδιο θέλω, συχνά γίνομαι πιο ιδιότροπος από σένα".
            Για λίγο έπεσε σιωπή, ύστερα μίλησε ο Ιησούς.
            "Γιορτάζουν 'κάτω', είναι Πάσχα"
            "Το ξέρω. Που σημαίνει πρέπει να γιορτάζεις και του λόγου σου. Για σένα γίνονται όλ'αυτά".
            Γυρίζει το μακρυμάλλικο κεφάλι του ο Ιησούς, καρφώνονται τα δυό τεράστια μάτια του πάνω στον Πυθαγόρα, σκίρτησε εκείνος.
            "Τι λες μωρέ Σαμιώτη! Για μένα; Για μένα λες γίνονται όλ'ΑΥΤΑ;"
            Δεν ήξερε τι'ταν εκείνο που όργισε τώρα τον Εβραίο και δεν μίλησε ο φιλόσοφος. Περίεργη ψυχή, αλήθεια, γλυκός, μελίρρυτος τη μια, θάλασσα φουρτουνιασμένη στη στιγμή γινόταν, άπιαστος και απρόβλεπτος, δεν ήξερες που θα τον βρεις. Αποφάσισε τέλος να αποκριθεί.
            "Γιατί θυμώνεις δάσκαλε; Τι είπα; Αλήθεια δεν είναι; Ο μισός πλανήτης σε τιμά, τη σταύρωση και την ανάστασή σου. Είναι ή δεν είναι όπως τα'πα;"
            Γύρισε πάλι το κεφάλι του απ'την άλλη ο Ιησούς και όρθιος σηκώθηκε. Είχε ψυχή ανταριασμένη, είχε το θείο είναι του αναρπαχτεί από κάτι που δεν φανέρωνε.
            "Κι είμαι γι'αυτό πιο τυχερός από σένα ας πούμε Έλληνα;", ρώτησε βαδίζοντας χωρίς να ρίξει βλέμμα στον φιλόσοφο.
            "Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με ρωτάς Ραβί. Ξέρεις καλά πως η Ιεραρχία..."
            "Ασ'τους αυτούς! Εσένανε ρωτάω, θα'θελες τη δική σου την ζωή να'χουνε κάνει ολόκληρο γιορτάσι, πανηγυράκι και αρνιά στη σούβλα; Πες μου!"
            Έτριψε τα λευκά του γένια ο σοφός, αναστέναξε, σηκώθηκε κι αυτός κι άρχισε να γυρνάει γύρω απ'τον Ιησού. Τι σόι κουβέντα ήταν τώρα αυτή που'χε αρχινίσει ο Εβραίος; Πρώτη φορά του'χε τύχει να μοιραστεί μαζί του αυτές τις σκέψεις.
            "Ξέρεις τι λέω Ραβί; Χρόνια τα σκέφτομαι όσα έγιναν με σένα, δεν σού'χω πει, ποιος το τολμάει άλλωστε απ'όλους μας; Θέλεις λοιπόν να σου μιλήσω σήμερα καθαρά;"
            Στάθηκε ακίνητος ο Ιησούς και γύρισε το βλέμμα του στον Έλληνα.
            "Ναι μωρέ Πυθαγόρα, θέλω, μίλησέ μου και ξέρω ότι θ'ακούσω από σένα όσα χρειάζονται, ούτε ιώτα πάνω ή κάτω. Σεις οι γεωμέτρες τα μετράτε όσα λέτε και όσα κάνετε. Πες μου λοιπόν με ακρίβεια και παρρησία. Σ'ακούω"
            Κάθισε πάλι στη θέση του ο Πυθαγόρας κι άρχισε που'χε την άδεια πια, να λέει.
            "Το λοιπόν, μπορεί να θύμωσες πιο πριν μα εγώ επιμένω, έτσι το θέλησε η Ιεραρχία κι έτσι έπρεπε να γίνει. Δάσκαλος της Αχτίνας της Αγάπης είσαι και την αποστολή σου έφερες σε πέρας, με το παραπάνω θα'λεγα. Βρέθηκε ο Παύλος βέβαια, αυτός ο περίεργος Σαούλ που ήταν το ανάστημά του πιο μεγάλο κι απ'το θάρρος του και σε σεργιάνισε παντού, κι ύστερα όλα ήρθαν από μόνα τους, να μη τα λέμε, τα ξέρεις πιο καλά από μένα. Στα χρόνια που στάλθηκα εγώ ήταν αλλιώς τα πράγματα. Δεν είχε κλείσει ακόμη ο τελευταίος κύκλος, αγνοούσαν οι άνθρωποι τα βασικά, τα στοιχειώδη. Πάλεψα, ξέρεις, μόχθησα, έφτυσα αίμα να τους πείσω να σκέφτονται κι όχι μονάχα να λατρεύουν, να στύβουν το μυαλό τους για να βρουν την λύση κι όχι να περιμένουν το Δία και την Αθηνά να τους φωτίσει. Άγρια τα δικά μου χρόνια Ναζωραίε, όχι πως εσύ τράβηξες λίγα, το αντίθετο. Μα, είχες άλλη αποστολή εσύ, άλλη εγώ, άλλη ο Μουχαμέτης, άλλη ο Ινδός ο Πρίγκιπας, καλώς κακώς, έτσι τα μοίρασε το Συμβούλιο κι εσύ'σαι τώρα ο αγαπημένος του μισού πλανήτη όπως είπες κι εμένα με σπουδάζουν λίγοι κι αυτοί μ'έχουνε παραξηγήσει, άλλα είπα εγώ άλλα κατάλαβαν αυτοί. Έστω, τώρα ό,τι έγινε έγινε. Και Πάσχα που είναι, σημαίνει ότι εσύ είσαι ακόμη ισχυρός, κρατάς τα γκέμια..."
            Σώπασε ο Πυθαγόρας τη λογοδιάρροια, αισθάνθηκε πως είπε πολλά, κοίταξε τον Ιησού. Είχε καθίσει εκείνος κάτω απ'τον πλάτανό του πάλι, δεν μιλούσε.
            "Κρατώ τα γκέμια είπες γέρο σοφέ; Ποιά γκέμια; Όλων εκείνων που έφτιαξαν στρατούς και χύθηκαν να σφάξουν και να κλέψουν στ'όνομά μου; Όλων εκείνων που φτιάξαν λάβαρα με το σταυρό και όποιον έβρισκαν αλλόθρησκο, "άπιστο", μπροστά τους του παίρναν το κεφάλι; Όλων εκείνων που το βράδυ με επικαλούνται σιωπηλά και το πρωί με ξεφτιλίζουνε αδικώντας και πορνεύοντας χυδαία; Ποιά γκέμια Έλληνα φιλόσοφε; Θα προτιμούσα να με σπουδάζουν, όπως είπες, λίγοι κι εκλεκτοί και να είμαι ανάμεσά τους, όπως τότε, στην αρχή, που ήμασταν λίγοι αλλά σωστοί..."
            Έριξε χαμηλά το βλέμμα ο Πυθαγόρας, να πει δεν είχε λέξη. Τούτος ο χείμαρρος που'χε χιμήξει απ'τη θεία ψυχή τον είχε καθηλώσει. Ο Ιησούς ήταν ο πρώτος μεταξύ τους, ο πιο ισχυρός, ο πιο εκλεκτός αλλά και ο τραγικότερος. Τον αγαπούσε ο Σάμιος αλλά και την τύχη του δεν την ζήλευε. Στιγμή δεν είχε ησυχάσει από την στιγμή που'χε επιστρέψει στο 'περιβόλι' ο Ραβί. Όλα όσα γίνονταν αιώνες ανθρώπινους, όλοι αυτοί πόλεμοι, το αίμα που έρεε ποτάμι, η αδικία, ο όλεθρος... Τι να'βρισκε να πει εκείνος που δεν κλήθηκε ποτέ να βαστάξει το φορτίο αυτό στους ώμους του; "Ποιός να σε συμπονέσει, να σε καταλάβει Ναζωραίε", σκέφτηκε αλλά τη σκέψη κράτησε αφανέρωτη.
            "Είναι καιρός τώρα...", ακούστηκε η φωνή του Διδασκάλου και ατελείωτη έμεινε η φράση.
            "Μίλησες Ραβί;"
            "Είναι καιρός λέω τώρα, που το σκέφτομαι..."
            "Τι σκέφτεσαι δάσκαλε;"
            "Να το προτείνω στην Ιεραρχία. Να ξανακατέβω!"
            Πάγωσε το αίμα στις γέρικες φλέβες του φιλόσοφου. 
            "Τι είπες Ιησού; Ήρθαν καλά οι λέξεις ως τ'αυτιά μου ή και ο Παράδεισος με γέρασε πιότερο και ξεκούτιανα;"
            "Καλά άκουσες γέρο. Στο ξαναλέω, το θέλω, το πιστεύω, θα το προτείνω στο Συμβούλιο, θα..."
            "Τι θα προτείνεις Δάσκαλε; Ξεχνάς; Ξεχνάς πως από τότε που ανέβηκες ως εδώ αλλάξαν όλα, ξεχνάς πως το Συμβούλιο ετοιμάζει άλλες αχτίνες και πυρετώδικα δουλεύουν όλοι για να ανοίξουν τον Έσχατο Κύκλο; Αν τολμήσεις να ορθώσεις το ανάστημά σου..."
            "Ναι, θα το ορθώσω γεροφιλόσοφε, όπως τότε έτσι και τώρα! Θυμάσαι τότε; Σίγουρα θυμάσαι, πόσοι το θέλησαν να σταλώ στο κόσμο, πόσοι αντέδρασαν, τι έγινε, θυμάσαι;"
            "Θυμάμαι άρχοντα, θυμάμαι, αλλά..."
            "Δεν έχει αλλά Έλληνα. Περίμενα χρόνια, αιώνες, μακροθυμία δεν το λένε αυτό οι θεολόγοι, να περιμένεις ώσπου να 'γυρίσουν' όλοι, να δίνεις ευκαιρίες, να δίνεις τόπο στην οργή γιατί υπάρχουν πάντα περιθώρια να αλλάξει ο κόσμος, να ποια είν' τα περιθώρια σοφέ, τα ίδια χάλια προτού να έρθω, χειρότερα είναι τώρα, στην εποχή σου σε λοιδόρησαν, σε κορόιδεψαν, σε πήραν για τρελό. Τι έγινε με μένα; Θυμάσαι και κάτι άλλο, φιλόσοφε γεωμέτρη;"
            Δεν μίλαγε πια ο Πυθαγόρας, είχε λουφάξει και τρομαγμένος καρτερούσε τα χειρότερα. Τόση η οργή, η θεία μανία του Σωτήρα, τόση η θύελλα στην άγια, την πανάγια ψυχή του!
            "...'Όταν με αντίκρισε πρώτη φορά ο Ιωάννης στο ποτάμι, θυμάσαι τι μου είπε; Ιδού, ο αμνός του Θεού, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου. Έτσι του είπαν να πει, έτσι είπε και το πίστευε ο Πρόδρομος. Ποιες αμαρτίες λοιπόν πήρα επάνω μου σοφέ και ποιος ο κόσμος που αναμάρτητος πορεύτηκε από τότε; Όχι, στο είπα, αρκετά τεμπέλιασα εδώ πάνω. Θα κατέβω πάλι, σάρκα θα γίνω, αίμα και κόκαλα και ποιος με είδε και δε φοβήθηκε!"
            Αυτά ήταν τα λόγια τα στερνά του Ιησού και με κεφάλι που άχνιζε από ιερό θυμό και με ψυχή που φούσκωνε από αντάρα, γύρισε την πλάτη στον σοφό και αφανίστηκε.
            "Δυνάμεις του Καλού και Άρχοντες του Σύμπαντος, τι πρόκειται να ιδούμε ακόμα!", μονολόγησε ο Πυθαγόρας και έσκυψε το κεφάλι του στις παλάμες του σα να θρηνούσε.
            Πέρασε ώρα, πόση άραγε και πως να την μετρήσεις που στον Παράδεισο ο χρόνος δεν υπάρχει; Και τότε ένιωσε ο Σάμιος γέροντας να τον αγγίζει κάποιο χέρι τρυφερό, όχι αντρικό, γυναικείο ήταν και μια φωνή γεμάτη γλύκα, ωραία φωνή, την ήξερε, την είχε ξανακούσει.
            "Τι έχεις γέροντα και θρηνείς; Για το παιδί μου μήπως;"
            Κείνη ήταν, η λευκοντυμένη Δέσποινα, η μάνα του που έστεκε από πάνω του.
            "Ήρθες Κυρά μου αλλά άργησες. Ο γιος σου...", πήγε να ψελλίσει ο φιλόσοφος αλλά εκείνη αποτελείωσε τα λόγια του.
            "Ξέρω Έλληνα σοφέ, ξέρω. Πάντα του έτσι ήταν, άγριος, ατίθασος, δεν έπαιρνε από λόγια. Μα, δεν ανησυχώ, όχι, τούτη τη φορά δεν σκιρτάει η καρδιά μου από αγωνία"
            Σταράτα, σίγουρα τα λόγια της γυναίκας, ανασήκωσε το γέρικο κεφάλι ο γεωμέτρης, την κοίταξε αναθαρρεμένος.
            "Δεν σκιρτάς είπες; Μα, δεν κατάλαβες καλά, τρέχει στο Συμβούλιο να βάλει βέτο, να κατέβει πάλι, να..."
            "Ήδη είναι κάτω καλέ μου γέροντα, χρόνια τώρα, αμέτρητα, όσο στεναχωριόσουν συ εδώ, κάτω απ'τον πλάτανο, πέρασαν κιόλας αιώνες που κείνος ξανακατέβηκε στη Γη!"
            Γούρλωσε τα μάτια του ο Πυθαγόρας, έσφιξε τα χέρια της Παναγιάς στα δικά του, διψούσε ξαφνικά να πιει νερό απ'το στόμα της, να μάθει!
            "Και τι έγινε αλήθεια, πες μου Δέσποινα, λυπήσουμε με και πες μου"
            Σηκώθηκε η Παναγιά, βγήκε απ'τη σκιά του πλάτανου, μακρύνθηκε λιγάκι κι ύστερα άρχισε να μιλάει και η φωνή της χωνόταν σαν αύρα στα πνευμόνια του γερο σοφού.
            "Τι περίεργο αλήθεια, να μιλώ σε ένα γέροντα σοφό απ'την Ελλάδα, εγώ που γεννήθηκα Ιουδαία κι έμαθα να σας θεωρώ όλους εσάς ειδωλολάτρες και πλανεμένους απ'το δρόμο του Θεού. Ας έχει, έμαθα κι εγώ όσα εκείνος μας δίδαξε όλους και συγχώρα με σοφέ γιατί όσα εσείς μας δώσατε με την ωραία σας γνώση τώρα μονάχα πόσο σπουδαία ήταν βλέπω. Λοιπόν, σου έλεγα πως ο Σωτήρας ξανακατέβηκε στη Γη μα, τούτη τη φορά, πιο έξυπνα, πιο ορθά το έπραξε και δεν τον είδε, ξέρεις, κανένας, ούτε τον άγγιξε κανείς κι ούτε το άγιο του σαρκίο τόλμησε να τρυπήσει με καρφιά..."
            "Μα, τι λες Κυρά, τι έγινε δηλαδή αν δεν τον είδε κανείς;"
            "Είναι γιατί με άλλα σώματα γεννήθηκε, με άλλα μάτια κοίταξε τους ανθρώπους, με άλλα λόγια τους μίλησε και το έργο καλύτερο έγινε και ο σπόρος σε εύφορα χώματα άνθισε κι έγινε λουλούδια απ'ακρη σ'ακρη, όπου οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν!..."
            Άκουγε ο Πυθαγόρας μαγεμένος και να διακόψει δεν τολμούσε την άγια μάνα.
            "...Μπήκε σε σώματα σοφών, όπως εσύ, επιστημόνων που άνοιξαν δρόμους φωτεινούς, δώσαν στους ανθρώπους απαντήσεις για όσα ο Δημιουργός μας έπλασε, βοήθησαν οι αρρώστιες να γιατρεύονται, να γίνονται νόμοι δίκαιοι, να προοδεύει η ανθρωπότητα...κι ύστερα μπήκε σε σώματα άλλων, που υμνούν με την θεία μουσική τους το ωραίο και το ευγενικό, και σε ζωγράφων και ποιητών σώματα μπήκε, να εκλεπτύνονται τα πάθη, να ειρηνεύει ο νους, να ομορφαίνουν όλα, έξω και μέσα στων ανθρώπων τον τραχύ ανάβατο..."
            Φωτίστηκε ο νους του Πυθαγόρα ακούγοντας τούτα τα μεγάλα, τα σπουδαία λόγια της Παναγίας και όσο συλλάμβανε το τέλειο του θεϊκού σχεδίου, τόσο του ερχόταν να αρχίσει να χορεύει, εκείνος, σεβάσμιος γέροντας σα μικρό παιδί που είναι ευτυχισμένο.
            "Πες μου κι άλλα Κυρά, πες μου!", φώναζε και κείνη δεν του χάλασε το χατίρι.
            "...μα και στα σώματα των ερωτευμένων μπήκε, στου καθενός ξεχωριστά και απ'την αγάπη που κείνος δίδαξε έδιωξε την υποκρισία και την ενοχή, και στων δασκάλων τα σώματα μπήκε, για να περάσει στα παιδιά το αληθινά σπουδαίο και του Θεού το θέλημα, και στων αρχόντων τα σώματα μπήκε, να κυβερνούν καλύτερα, να συμπονούν το δράμα των ανθρώπων, να μην πλανώνται πως αθάνατοι είναι..."
            Ούρλιαζε από χαρά ο γερό Πυθαγόρας κι είχε στήσει γλέντι τρελό και χοροπήδαγε σαν ελάφι αλαφιασμένο. Και μεθυσμένος από ηδονή για όσα άκουγε και πάλι ζήταγε απ'τη μάνα του Θεού να του μιλάει και να του λέει ξανά τα ίδια απ'την αρχή και ατέλειωτο το γλέντι να είναι και ανεξάντλητη η ευτυχία και η χαρά που είχε πλημμυρίσει την αθάνατη ψυχή του...

***

heavenly sunrise
Daniel Portal

Κυριακή 13 Απριλίου 2014



Ένα ποτήρι αγιασμένο πρωινό
στο περβάζι σου

τα χείλη σου καίνε
μου είπες

πρόβες της Άνοιξης
στις αμμουδιές του κορμιού σου

δροσερό κρασί
έσταξε η ανάσα σου

βάγια στα κατώφλια του Ιερού σου

μου σκούπισες τα δάκρυα
με τα δάκρυά σου…

ένας σταυρωμένος έρωτας
που ανασταίνεται διαρκώς
μέσα στα ορειχάλκινα μάτια σου


Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

"...ότι (σώβρακον) δεν έχω διόλου και το προσμένω άφευκτα..."



Δεκέμβριος 1821. Ο Κολοκοτρώνης βρίσκεται στην Κόρινθο με τον πρίγκιπα Υψηλάντη και όλους τους Καπεταναίους σε πυρετώδεις ετοιμασίες για την παράδοση του κάστρου της Ακροκορίνθου στους Έλληνες. Κι από κει στέλνει γράμμα στον Κωνσταντίνο Αλεξανδρόπουλο ο οποίος έχει μείνει στο Άργος ως πληρεξούσιός του στις εργασίες της Συνέλευσης.
Έχουν περάσει μόλις λίγοι μήνες από την άλωση της Τριπολιτσάς - στην οποία έγιναν τα γνωστά αίσχη - , χρυσοποίκιλτα και ασημένια σκεύη και όπλα, ρούχα και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων και ο Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου… δεν έχει σώβρακο να βάλει!

Πολύ ενδιαφέρουσα είναι δε η σημείωση του αγανακτισμένου Φωτάκου.


Κάθε απόπειρα σύγκρισης βέβαια με τον παρόντα χρόνο, πολιτικούς και άλλους, μόνο μελαγχολία προκαλεί…



Φωτάκου, Απομνημονεύματα

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

περί 'διπλής ανάδυσης'...




Υπάρχουν άραγε αληθινά αναπάντητα ερωτήματα;

Μεγαλώσαμε με την στέρεα θεώρηση ότι υπάρχουν τα 'μικρά' και τα 'μεγάλα' ερωτήματα...
Τα πρώτα είναι αυτά που αφορούν τα 'μικρά' πράγματα... έχουν συγκεκριμένο και σχεδόν ψηλαφητό 'ορίζοντα γεγονότων'... από μια άλλη οπτική είναι ένας 'γεωμετρικός τόπος σημείων' εντός των δυνατοτήτων μας... ακόμα και της βεντάλιας της σκέψης μας...

αντίθετα, τα άλλα, τα λεγόμενα 'μεγάλα' ερωτήματα -ας τα πει κανείς υπαρξιακά ή υπαρκτικά - εκφεύγουν της δυνατότητας όχι μόνον να τα απαντήσουμε αλλά ούτε καν να αντιληφθούμε το μέγεθός τους...
Προσωπικά, πιστεύω πλέον ότι όλα αυτά είναι λίγο πολύ ............ βάλτε όποια λέξη θέλετε...
Η δική μου εσωτερική περιπέτεια, ας την πούμε αναζήτηση, στοχασμό, ψάξιμο, έχει οδηγήσει σε ένα σημείο όπου τα πράγματα είναι απαιτητό να είναι συγκεκριμένα...

νομίζω ότι αναπάντητα ερωτήματα δεν υπήρξαν ποτέ
με την οριστική, αμετάκλητη έννοια του αδύνατου

συμβαίνει όμως το φαινόμενο της... διπλής ανάδυσης...

όταν θέτουμε εμείς ένα ερώτημα
και όταν διαλογιζόμαστε επί μακρόν πάνω σ'αυτό
κάποια στιγμή, μέσα από το φίλτρο του μεγάλου ωκεανού του ασυνειδήτου
το ερώτημα αναδύεται στο συνειδητό
στην επιφάνεια δηλαδή
αναδύεται όπως μια φούσκα... και όταν εξέλθει στην ατμόσφαιρα της εγρήγορσης
απλά σπάει
το ερώτημα δεν είναι όμως το αρχικό
είναι ένα άλλο, ελαφρώς μεταλλαγμένο... μοιάζει με το αρχικό αλλά έχει προσλάβει και άλλες ποιότητες
που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε...

τα έχουμε ξαναπεί για το νου
ο νους ξέρει μονάχα ό,τι κάθε φορά ορίζει
όσα στρέμματα γνώσης του ανήκουν
αυτά διαφεντεύει
για το τι γίνεται παρακείθε δεν έχει άποψη
και μάλιστα
δεν αργεί να συκοφαντήσει τους άγνωστους γείτονές του
έστω και αν είναι αρχαιότεροι απ'αυτόν (ένστικτο, συναίσθημα, βίωμα, όνειρο, κλπ)

δεν τελείωσα όμως με την διπλή ανάδυση
η πρώτη ανάδυση λοιπόν
είναι αυτή της 'άλλης' ερώτησης
της εξαδέλφης αυτής που θέσαμε εμείς εξ αρχής...

η δεύτερη ανάδυση αφορά στην απάντηση
ναι
μαζί με το ερώτημα -γιατί έχει μεταβολιστεί ήδη η ερώτηση σε ερώτημα-
αναδύεται, υποχρεωτικά σχεδόν
από τα τρίσβαθα του είναι μας
και η απάντηση

μονάχα που αυτή η δεύτερη φούσκα
διαφέρει από την πρώτη
δεν είναι εμφανής
δεν είναι ορατή
και απαιτεί ικανότητες 'αλιέως' για να την γραπώσεις
βρίσκεται όμως στην περιοχή της εγρήγορσης
και... ανυπομονεί να την καλοδεχτούμε...

υποστηρίζω δηλαδή
κι αυτό μέσα από τις προσωπικές μου διαδρομές
ότι από τα ίδια ακριβώς υλικά που γεννήθηκε το -δεύτερο- ερώτημα
από αυτά γεννιέται αμέσως και η απάντηση
και έτσι αναδύονται και τα δυο

το πως θα τα διαχειριστούμε τώρα
αυτό είναι ένα άλλο θέμα

όμως...
όμως τι γίνεται με τα άλλα ερωτήματα
αυτά που δεν έχουμε θέσει εξ αρχής εμείς;
και που θεωρούνται μεγάλα και αναπάντητα

αυτά, πολύ απλά, δεν μας απασχολούν πραγματικά
δεν γίνονται μέρος του προσωπικού μας κόσμου
δεν τα φιλοξενούμε
δεν μας κατοικούν
και γι αυτό
δεν υπάρχει και καμιά απάντηση
στην ουσία
όλα αυτά τα ερωτήματα
με μια έννοια

περιμένουν...

περιμένουν να γίνουν κι αυτά κομμάτια μας
να τα αγκαλιάσουμε
να τα υποδεχτούμε

αν συμβεί αυτό
και μόνο τότε
θα έχουμε μετά από καιρό
και τις απαντήσεις
όσο μεγάλα και φιλοσοφικά και αν είναι
όποιο κι αν είναι το μέγεθός τους
σημασία έχει να αποκτήσουν τις ορίζουσες του δικού μας είναι

και τότε

θα ανέλθουν κι αυτά
ελαφρώς διαφορετικά ίσως
μέσα από κάποιο όνειρο
μέσα από την τέχνη
ή την προσευχή
ή τον έρωτα
στον σκληρό ήλιο της εγρήγορσης
και θα είναι ορατά, διάφανα και φωτεινά...

και οι απαντήσεις τους;

κάπου εκεί γύρω, στη γειτονιά είναι κι αυτές
είναι βέβαιο
και έχουν την μόνη απαίτηση

να έχουμε τα κατάλληλα μάτια να τις δούμε...

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

η εξυπνάδα είναι το ίδιο μ' ένα κοφτερό εργαλείο: γρήγορα φθείρεται...




"Γράμματα σε μια νεαρή φίλη"*


(επιλεγμένα αποσπάσματα)

«Πώς τα πας; Είναι οι μέρες σου γρήγορες σαν αστραπή; Ζεις μέσα σε μία μέρα, χιλιάδες χρόνια; Είναι παράξενο το πόσο πραγματικό πρόβλημα είναι για τους περισσότερους ανθρώπους η βαρεμάρα. Πρέπει να κάνουν κάτι συνέχεια, να απασχολούνται με κάτι, κάποια δραστηριότητα, μ' ένα βιβλίο, στην κουζίνα, με τα παιδιά ή με το Θεό. Αλλιώς μένουν μόνοι τους με τους εαυτούς τους, πράγμα πολύ βαρετό. Όταν μένουν με τον εαυτό τους γίνονται εγωκεντρικοί, μπλέκονται, αρρωσταίνουν ή γίνονται βαρύθυμοι. Ένα μυαλό που δεν είναι απασχολημένο - όχι ένα αρνητικά άδειο μυαλό, αλλά ένα ξύπνιο παθιασμένο μυαλό, ένα ολοκληρωτικά κενό μυαλό - ένα τέτοιο μυαλό είναι πάντα φρέσκο, ικανό, με άπειρες δυνατότητες. Οι σκέψεις δεν είναι δημιουργικές, είναι πληκτικές, μάλλον κουτές. Μπορεί μια σκέψη να είναι έξυπνη, αλλά η εξυπνάδα είναι το ίδιο μ' ένα κοφτερό εργαλείο: γρήγορα φθείρεται· γι' αυτό οι έξυπνοι άνθρωποι είναι κουτοί.

Άφησε το μυαλό χωρίς καμιά απασχόληση, χωρίς να του δίνεις σκόπιμα δουλειά· αυτό άφησέ το να γίνεται αντί να το καλλιεργείς. Διάβασέ το ετούτο συνειδητά κι άσ’ το να συμβεί. Να σου πουν ή να διαβάσεις για το μη απασχολημένο μυαλό είναι σπουδαίο, αλλά είναι και πώς το διαβάζεις και πώς τ' ακούς.

Εκείνο που έχει σημασία είναι να κάνεις το σωστό είδος ασκήσεων, να κοιμάσαι καλά κι η μέρα σου να έχει νόημα. Αλλά κανείς γλιστράει τόσο εύκολα στη ρουτίνα κι ύστερα λειτουργεί με βάση το εύκολο μοντέλο της αυταρέσκειας ή με το μοντέλο του εξαναγκασμού του εαυτού σου να κάνει το σωστό. Όλα όμως τα μοντέλα απονεκρώνουν, οδηγούν σε αργό μαρασμό. Να είσαι δημιουργικός σημαίνει να περάσεις μια πλούσια μέρα έχοντας απλώς επίγνωση χωρίς κανέναν εξαναγκασμό, χωρίς σύγκρουση, φόβο ή σύγκριση.

Βλέπεις, υπάρχουν σπάνιες στιγμές που νιώθουμε έτσι και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας είναι φτιαγμένο από διαβρωτικές αναμνήσεις, απογοητεύσεις, μάταιες προσπάθειες, κι εκείνο που είναι αληθινό να προσπερνάει. Το σύννεφο της μονοτονίας καλύπτει τα πάντα, κι εκείνο που είναι αληθινό σβήνει. Είναι πράγματι αρκετά κοπιαστικό να διαπεράσεις αυτό το σύννεφο και να βρεθείς στο απλό, καθαρό φως. Απλώς δες τα όλα τούτα κι αυτό είναι όλο. Μην προσπαθήσεις να είσαι απλή. Αυτή η προσπάθεια το μόνο που καταφέρνει είναι να γεννάει περιπλοκές και δυστυχία. Προσπάθεια σημαίνει ότι θέλεις να γίνεις κάτι και το να θέλεις να γίνεις κάτι σημαίνει πάντοτε επιθυμία — με τις απογοητεύσεις της.

Είναι πολύ σημαντικό να ελευθερώσει κανείς τον εαυτό του από κάθε συναισθηματική, ψυχολογική ταραχή, πράγμα που δεν σημαίνει ότι πρέπει να σκληρύνει απέναντι στη ζωή. Αυτού του είδους οι ταραχές χτίζουν σταδιακά ποικίλες ψυχολογικές αντιστάσεις που επηρεάζουν και το σώμα, φέρνοντας διάφορες αρρώστιες. Η ζωή είναι μια σειρά από γεγονότα (επιθυμητά και ανεπιθύμητα)· και όσο μαζεύουμε, όσο ξεδιαλέγουμε εκείνα που θα κρατήσουμε κι εκείνα που θα πετάξουμε, θα υπάρχει αναπόφευκτα η σύγκρουση (της δυαδικότητας) που αυτή η ίδια είναι η ταραχή. Και αυτή η σειρά από ταραχές σκληραίνει το νου, την καρδιά· είναι μια διαδικασία κλεισίματος στον εαυτό, οπότε υπάρχει πόνος. Χρειάζεται τεράστια επίγνωση για να επιτρέψεις στην κίνηση της ζωής να γίνει αποδεκτή χωρίς καμία επιλογή, χωρίς καμία κίνηση προς οτιδήποτε επιθυμητό ή ανεπιθύμητο. Το θέμα δεν είναι να προσπαθείς όλη την ώρα να έχεις επίγνωση, πράγμα που είναι κουραστικό, αλλά να δεις την αναγκαιότητα της αλήθειας που φέρνει η επίγνωση, οπότε θ' ανακαλύψεις ότι αυτή η ίδια η αναγκαιότητα ενεργεί χωρίς να πιέζεις τον εαυτό σου να έχει επίγνωση…

…Οι πιο μορφωμένοι άνθρωποι, εκείνοι που κατέχουν ατέλειωτες πληροφορίες και γνώση, κι εκείνοι που έχουν επιστημονική μόρφωση, έχουν νοημοσύνη; Δεν νομίζεις ότι η νοημοσύνη είναι κάτι τελείως διαφορετικό; Στην πραγματικότητα είναι ολοκληρωτική ελευθερία από το φόβο. Εκείνοι που η ηθική τους βασίζεται στο να νιώθουν ασφάλεια, κάθε είδους ασφάλεια, δεν είναι ηθικοί, γιατί η επιθυμία για ασφάλεια είναι αποτέλεσμα του φόβου. Ο φόβος και η συγκράτηση από το φόβο, πράγμα που το ονομάζουμε ηθική, στην πραγματικότητα δεν είναι ηθική. Νοημοσύνη είναι η ολοκληρωτική ελευθερία από το φόβο. Νοημοσύνη δεν είναι να είσαι καθωσπρέπει ούτε οι διάφορες αρετές που έχουν καλλιεργηθεί από φόβο. Στην κατανόηση του φόβου υπάρχει κάτι που είναι τελείως διαφορετικό από τις θεωρίες του νου…»

*Ανάμεσα στο Ιούνιο του 1948 και τον Μάρτιο του 1960, ο Κρισναμούρτι έγραψε αυτά τα γράμματα σε μια νεαρή φίλη του, την Ναντίνι Μέτα. Αυτά τα δεκαοκτώ γράμματα εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο βιβλίο της Pupul Jayakar (αδελφής της Ναντίνι Μέτα) “Krishnamurti – A Biography,” στο κεφάλαιο 23, με τον τίτλο, «Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

"Η ευτυχία... είναι κατάσταση αρνητική..."



…Η πρώτη πρόταση λέει:

Να μειώνεις τις ανάγκες σου σημαίνει ότι αυξαίνεις τη δύναμη σoυ.
(Rousseau, “Émile ou de l’ education”, Cammier – Flammarion, Paris 1966, σ. 211: Diminuez done les desirs, e'est comme si vous augmen- tiez les forces)

Κάποιος παλαιός φιλόσοφος το ίδιο νόημα τό 'χε διατυπώσει σ' ένα τρόπο ανάλογα λιτό, ανάλογα αγροίκο, και ανάλογα γενναίο. Δόσε μου, έλεγε, νά 'χω το ψωμί και το νερό, κι εγώ σου παραβγαίνω στην ευτυχία με το Δία.
Στη φύση δε θα βρεις πουθενά το βοηθητικό και το πρόσθετο. Στη φύση όλα είναι αναγκαία. Και κάθε αναγκαίο φτάνει να αναπληρώσει χιλιάδες δευ­τερεύοντα και περιττά. Οι χαμάδες ελιές που τσιμπολογούν τα κοτσύφια ή το γρασίδι που τρώει στην πρασιά το ερίφιο είναι γεύμα περιφανώς πλουσιότερο από το τραπέζι του Τριμαλχίωνα που περιγράφει στο Σατυρικό του ο Πετρώνιος.
Μείωνε, λοιπόν, τις ανάγκες σου για νά 'σαι κυρίαρχος, λέει ο Ρουσσώ…


…Η δεύτερη πρόταση του Ρουσσώ λέει:

Η ευτυχία του ανθρώπου εδώ κάτω δεν είναι παρά κατάσταση αρνηπκή. Πρέπει να την μετράμε με την ελάχιστη ποσότητα των πόνων που δοκιμάζου­με.
(Rousseau, ό.π.π. σ. 93: La felicite de l'homme ici-bas n'est done qu' un etat negatif; on doit la mesurer par la moindre quantite de maux qu'il souffre).

Αυτό σημαίνει: Για να σου πω πόσο αξίζεις, μη μου λες τι απόχτησες και τι κατέχεις. Πες μου σωστότερα πόσα πλήρωσες ως τώρα, και π ακόμη δε χρεωστάς.
Εδώ πρόκειται μια στάση ζωής που γεννά τα ανήμερα ερωτήματα. Σε ποιον χρεωστά τάχατες ο νέος άνθρωπος; Δεν έρχεται στον κόσμο ελεύθερος, καθαρός, αχρέωτος; Όχι! αποκρίνεται η αγωγή της φύσης.
Γιατί ο κάθε άνθρωπος που γεννιέται έχει ταυτόχρονα χρεωθεί με το δε­δομένο ότι του χαρίζεται η ζωή. Και η ζωή για τον καθένα μας είναι δώρο πολυτιμότερο από το χρυσοφόρο Παγγαίο, ή από το Δέλτα του Νείλου…


…Η ζωή του ανθρώπου είναι μία Εγνατία, που από το Δυρράχι της Αδριατικής που ξεκινά ως τα Κύψελα του Έβρου που τελειώνει είναι γιομάτη αγώ­νες, ατυχίες, βάσανα, αδικημούς, απάτες, αρρώστειες, μέριμνες, κινδύνους. Ο άνθρωπος την τραβά από την αρχή ως το τέλος ωσάν να περπατά στρωμένο ναρκοπέδιο.
Κι όσο φτάνει προς το τέλος, τόσο πλησιάζει στα πιο φοβερά από τα φο­βερά. Στα άθλια γερατειά δηλαδή' και στον ανεξίλαστο θάνατο.
Και το τέλος; Ο άνθρωπος πεθαίνει αναίτια, άχρηστα, ανώφελα. Πεθαίνει άδικα, κριματισμένα, παράλογα, μουγγά. Σαν το σκυλί που λέει ο Κάφκα.
[So wie ein Hund. Έτσι τελειώνει Η Δίκη (Der Prozess) του Κάφκα].
Καθώς πέφτει, η αυλαία σβήνει το φως, όπως η νύχτα σβήνει την αστραπή.

Πολύ κοντά στο ακρότατο άκρο έρχεται η τρίτη πρόταση του Ρουσσώ, να συμπληρώσει την προηγούμενη:

Ο άνθρωπος φυσιολογικά μαθαίνει να υποφέρει συνεχώς, και πεθαίνει ειρηνικά.
(Rousseau, ό.π.π. ο. 60: Naturellement l'homme sait souffrir constamment et meurt en paix).

Έχω την ιδέα ότι αυτή η πρόταση είναι ο πιο μεστός παιδαγωγικός λόγος που ξεστόμισε η ανθρώπινη σοφία. Όποιος ημπορεί να τον εφαρμόσει στη ζωή του, αυτός νικάει τη μοίρα. Το .κομμάτι, δηλαδή, που του μοιράζει η φύ­ση.
Γίνεται το πλάσμα που δεν υπερβαίνει βέβαια, αλλά οπωσδήποτε υψώνε­ται στην περιωπή του πλάστη του. Τον άνθρωπο τούτο δεν ημπορεί να τον βλάψει ούτε η τύχη, ούτε ο καιρός, ούτε ο θεός. Πώς να τον πούμε; που λέει ο Πίνδαρος. Άνθρωπο να τον πούμε, ή να τον πούμε ήρωα;
(Πινδάρου, Ολυμπ., 2, 2: τίνα θεόν, τίν' ηρωα, τίνα δ' άνδρα κελαδήσομεν;)


…Ο Όμηρος την πρόταση του Ρουσσώ πως ο άνθρωπος φυσιολογικά μα­θαίνει να υποφέρει σε όλη τη ζωή του, μας την εδίδαξε απλά. Τι είναι το ταξίδι του Οδυσσέα;
Έξω από τα lucida intervalla της Καλυψούς και της Ναυσικάς, το ταξίδι του Οδυσσέα δεν είναι δρόμος στα βαγιόφυλλα και στις ροδωνιές. Αλλά είναι μια ανερχόμενη εμπειρία ρίσκου, τραχύτητας, απειλής.
Από τους Λαιστρυγόνες στους Κίκονες- από τους Λωτοφάγους στη Χάρυ­βδη· από τους Κύκλωπες στον κάτου κόσμο και στον ασφοδελό λειμώνα- από το ζητιάνο Ίρο στον υπερφίαλο Αντίνοο- από το σκυλοπνίξιμο και το νησί του Ήλιου στη μάγισσα Κίρκη και στα γουρούνια…


…Τι θα πει πεθαίνω ήσυχα; Πεθαίνω ήσυχα θα ειπεί ότι τελειώνω με μια πράξη που δεν είναι περισσότερο οδυνηρή από ης προηγούμενες πράξεις μου. Σβήνω την πυρκαγιά του θανάτου ανάβοντας μπροστά της και κατευθύ­νοντας ενάντια της την πυρκαγιά της ζωής. Σε τρόπο ώστε, όταν φτάνει να μ' αγγίξει ο θάνατος, δε βρίσκει παρά τα αποκαΐδια.
Αυτό δεν είναι και το νόημα της τελευταίας επιθυμίας του Σωκράτη; - Έ συ Κρίτων και οι άλλοι! παρακάλεσε. Μη λησμονήσετε να προσφέρετε την οφειλόμενη θυσία στον Ασκληπιό, το θεό της ιατρικής.
(Πλάτων, «Φαίδων», 118: ό δή τελευταϊον έφθέγξατο Ώ Κρίτων, έφη, τω Άσκληπιω όφείλομεν άλεκτρυόνα- άλλ' άπόδοτε καϊ μή άμελπσητε).

Σα νά λέει: το κώνειο του θανάτου με γιάτρεψε από το φαρμάκι της ζωής!
Ο Σωκράτης πέθανε ήσυχα. Γιατί φυσιολογικά έμαθε να υποφέρει σε όλη του τη ζωή…


…Η ζωή είναι κίνηση, αδιάκοπη μεταβολή, συνεχής ανανέωση, αναπρο­σαρμογή, πορεία μετεξέλιξης, επανάσταση. Και όλα αυτά όχι για να προχωρεί κανένας μπροστά. Αλλά για να μένει ακίνητος, χωρίς ωστόσο να σαπίζει μέσα στην ακινησία του.
Αγωνίζομαι συνέχεια όχι για να πετύχω το καλύτερο, αλλά για να μην πέσω στο χειρότερο. Χρειάζομαι να προχωρώ όχι για να φτάσω, αλλά για να μην υπολειφθώ.
Σε τούτο το παράλογο θέατρο η φυσική επιστήμη δίνει λογική εξήγηση:
Η κίνηση του ανθρώπου που περιγράφει την πορεία της ζωής του δεν γίνεται σε αναφορά προς τον τόπο, αλλά σε αναφορά προς το χρόνο. Ό,τι κινείται δίπλα μου και παράλληλα με μένα δεν είναι ο τόπος αλλά ο χρόνος. Σωστότερα είναι ο χωροχρόνος, γιατί σε κάποιο επίπεδο χώρος και χρόνος γίνουνται ένα…


…Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο της ζωής και της φύσης. Είναι εκείνο ακριβώς, που ο Ηράκλειτος το συνέλαβε, σε μια από τις πρώτες τιτανι­κές καταλαμπές του ανθρώπινου πνεύματος, και το ονόμασε ανάπαυση μέσα στη μεταβολή.
[Είναι το περίφημο 84α Απόσπασμα του Ηράκλειτου: «μεταβάλλον αναπαύεται». Κάτι να πούμε σαν την εξίσωση του Αϊνστάιν (e = m.c2), την εξίσωση του Χάμπλ (ν = d.H), ή την εξίσωση του Χάιζενμπεργκ (Δp.Aq≥h)].


…Στην πραγματικότητα η παιδαγωγική του Ρουσσώ, που κομίζει σαν ακραίο το μήνυμα και το αίτημα της αρνητικής ευτυχίας, του αρκεσμού στο ελάχιστο, και της οικείωσης με τα βάσανα, είναι η μεταφορά και η εφαρμογή ενός βα­σικού νόμου της Φυσικής στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Πρόκειται για το δεύ­τερο νόμο της θερμοδυναμικής. Είναι ο νόμος που διαφορετικά λέγεται νόμος της εντροπίας.
Ο νόμος της εντροπίας είναι το ελατήριο που ξετυλίγεται αργά. Ορίζει: ένα κλειστό σύστημα τείνει στην αταξία, διολισθαίνει δηλαδή συνεχώς και αδυσώπητα προς τη διάλυση και τον αφανισμό του, εάν δε δέχεται έξω από τον εαυτό του την ενέργεια που χρειάζεται για να το συντηρεί. Αυτή η ενέργεια είναι η συνεχής τροφοδότηση που θα το διατηρεί στην κατάσταση της αρχικής τάξης…

…Μάθε το νέο να υποφέρει, και δε θα είναι ποτέ δυστυχής. Μάθε τον να τρέχει όπως το βέλος του χρόνου, και παρότι θα φαίνεται ακίνητος θά 'ναι πάντα σφριγηλός. Όπως το λουλούδι την άνοιξη· ο καρπός το καλοκαίρι· το χιόνι το χειμώνα.
Μάθε το νέο να μάχεται με κόπο αλησμόνητο ης αδυναμίες και τη ροπή του προς το εύκολο. Μάθε τον να αντιστέκεται στην εγγενή ηθική εντροπία του, που είναι αόρατη και ύπουλη όσο η νοτιά και η σκόνη.
Η εντροπία στον άνθρωπο είναι η δύναμη που συνεχώς τον σπρώχνει στη νωθρότητα, στην αβελτερία, στον εφησυχασμό, στη μισητή φιλαυτία, στη χει­μέρια νάρκη του μυαλού και της σάρκας. Εντροπία είναι η ηθική βαρύτητα που ακατάπαυστα μας σπρώχνει προς τα κάτω, προς το κακό, προς τον εκφυ­λισμό.
Εντροπία λόγου χάρη ήταν η αβουλησία και η λησμοσύνη (Σαν, φτάνοντας στο παλάτι της Κίρκης, έπεσαν με τα μούτρα οι ναύτες στον έρωτα στην ανάπαυση στο φαγοπότι και στο κρασί, τα λησμόνησαν όλα: θάλασσα πα­τρίδα ταξίδι νησί βασιλιά σπίτι οικείους και νόστο. Έγιναν χοίροι) μπροστά στην άνεση και στις ηδονές που βρήκανε σαν έφτασαν στο νησί της Κίρκης, και που έκαμε τους συντρόφους του Οδυσσέα από βλοσυρούς ταξιδευτές στις θάλασσες γρυλλίζοντες χοίρους στα παλάτα της μάγισσας.
Εκατό χρόνους μετά το Ρουσσώ, την αρνητική παιδαγωγική του για την καταπολέμηση της ηθικής εντροπίας ο Νίτσε την επαναδιατύπωσε μ' ένα σύνθημα-βρυχηθμό: Wille zur Macht. Βούληση για δύναμη.
Πολεμήστε, είπε ο Νίτσε, το σκουλήκι της αδυναμίας μέσα σας, το φτηνό εγωισμό σας, την αδιαφορία σας για το συνάνθρωπο, τις προλήψεις της ηθι­κής σας. Και ξεδιπλώστε στα φτερά του αγέρα τον απτό! Τότε θα αποβασκάνετε το παρόν. Και θα ιδρύσετε το μέλλον του ανθρώπου…


Δημ. Λιαντίνη, Η εντολή του Ρουσσώ και η παρακοή των δασκάλων, Αθήνα 1991.

(επιλεγμένα αποσπάσματα)

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

...και για να πεθάνεις, πρέπει να γεννηθείς και χωρίς Έρωτα δε μπορείς να γεννηθείς.





Τώρα η G. (η Θεά Αράντα/Αράβχον) δεν είχε ερωτευτεί ποτέ
αλλά θα έπρεπε να λύσει όλα τα Μυστήρια, ακόμη και το Μυστήριο του Θανάτου·
έτσι, ταξίδεψε στις Κάτω Χώρες.

Οι Φύλακες των Πυλών την προκάλεσαν: 
"Βγάλε τα φορέματα σου, άσε κατά μέρος τα κοσμήματα σου 
γιατί τίποτα δεν πρέπει να έχεις μαζί σου μπαίνοντας στη χώρα μας".

Έτσι, άφησε κάτω τα φορέματα και τα κοσμήματα της και δέθηκε,
όπως γίνεται με όλους που εισέρχονται στο Βασίλειο του Θανάτου του Παντοδύναμου.
Ήταν τόση η ομορφιά της, ώστε ο ίδιος ο Θάνατος γονάτισε και φίλησε τα πόδια της, λέγοντας:
"Ευλογημένα ας είναι αυτά τα πόδια, που σ' έφεραν σε τούτο τον δρόμο. 
Μείνε μαζί μου κι άσε με να θέσω το ψυχρό μου χέρι στην καρδιά σου".

Εκείνη απάντησε:
"Δε σ΄αγαπώ. 
Για ποιο λόγο προκαλείς όλα τα πράγματα που αγαπώ 
και βρίσκεις ευχαρίστηση με το να τα μαραίνεις και να πεθαίνουν;"

"Κυρία", απάντησε ο Θάνατος,
"είναι η Ηλικία και η Μοίρα, που μπροστά τους εγώ είμαι αβοήθητος. 
Η Ηλικία αναγκάζει όλα τα πράγματα να μαραίνονται· 
αλλά όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, τελειώνοντας ο καιρός τους, 
εγώ τους δίνω ανάπαυση και ειρήνη και δύναμη, 
ώστε να μπορούν να επιστρέψουν. 
Αλλά εσύ, εσύ είσαι όμορφη. 
Μην ξαναγυρίσεις· 
μείνε μαζί μου".

Αλλά Εκείνη απάντησε:
"Δε σ' αγαπώ".

Τότε είπε ο Θάνατος:
"Και δε θα λάβεις το χέρι μου στην καρδιά σου, 
πρέπει να λάβεις τα βάσανα του Θανάτου".

"Αυτή είναι η Μοίρα· καλύτερα έτσι", είπε Εκείνη 
και γονάτισε κι ο Θάνατος τη βασάνισε κι εκείνη φώναξε:
"Νιώθω τον πόνο της αγάπης".

Κι ο Θάνατος είπε:
"Ευλογημένη να 'σαι" και της έδωσε το Πενταπλό Φιλί, λέγοντας:
"Έτσι μόνο μπορείς να φτάσεις στη χαρά και στη γνώση". 

Και της δίδαξε όλα τα Μυστήρια.
Κι έκαναν έρωτα κι έγιναν ένα και της δίδαξε όλη τη Μαγεία.

Γιατί από κει προέρχονται τα τρία μεγάλα γεγονότα στη ζωή του Ανθρώπου:
Έρωτας, Θάνατος κι Ανάσταση σ' ένα νέο σώμα κι η Μαγεία τα ελέγχει αυτά όλα. 
Γιατί για να ολοκληρωθεί ο Έρωτας πρέπει να ξαναγυρίσεις πάλι στην ίδια στιγμή και στον τόπο, όπως ο αγαπημένος και πρέπει να τα θυμηθείς και να τ' αγαπήσεις πάλι.
Αλλά για να ξαναγεννηθείς πρέπει να πεθάνεις και να είσαι έτοιμος για ένα νέο σώμα
και για να πεθάνεις, πρέπει να γεννηθείς και χωρίς Έρωτα δε μπορείς να γεννηθείς.
Κι αυτή είναι όλη η Μαγεία.


"Το Νόημα της Μαγείας", Τζέραλντ Β. Γκάρντνερ.



αναδημοσίευση από Καλλιτεχνόψαρο
http://artifishialcrafts.blogspot.gr/

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Xαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε...



Η Αυτοκτονία του Aτζεσιβάνο  

Μαθητή του Βούδα


Aνεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Aτζεσιβάνο. K' ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
Kι όπως κυλά, από τ' άδυτα του αδύτου
των ουρανών, μες στη νυχτιά έν' αστέρι,
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ' τα στήθη πέταξε η πνοή του.

Xαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι π' αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία,
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!



(Α. Σικελιανός, Λυρικός Βίος, E΄, Ίκαρος 1968)

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

τρίστιχα...




Τα πορτοκάλια πέσαν στο χώμα.
Οι γριές τα μαζεύουν.
Εγώ τον ήλιο.
Διακοφτό, 25.ΙΙΙ.82


Γκρέμισαν τους ελληνικούς ναούς.
Τ’άλλο πρωινό προσευχηθήκαμε
μπροστά σε μια μαργαρίτα.
Διακοφτό, 25.ΙΙΙ.82


Κάθισε στα γόνατά μου
το μικρό φεγγάρι.
Μου χτενίζει το μουστάκι.
Διακοφτό, 25.ΙΙΙ.82


Μεγάλες νύχτες θερινές.
Οι ξυλοκόποι κάνουν έρωτα
με τα κομμένα δέντρα.
Διακοφτό, 25.ΙΙΙ.82


Με τους κροτάφους στις παλάμες του. Κι όμως
η θάλασσα περίμενε μπρος στο παράθυρό του
να του χαμογελάσει.
Διακοφτό, 25.ΙΙΙ.82


Μαρμάρινε Άγνωστε Στρατιώτη, αν δεν ήσουν ωραίος
αν δεν ήσουν γυμνός δε θα ξέραμε
γιατί σου καταθέτουν τόσα στεφάνια.
Διακοφτό, 25.ΙΙΙ.82


Ακούω τις νύχτες
να κηρύττουν τον έρωτα
τα βατράχια
Διακοφτό, 27.ΙΙΙ.82


Συνάντησα και πάλι στο Καρλόβασι τον Πυθαγόρα.
Δάσκαλε –του είπα – ποιος είναι ο αριθμός μου;
Κοίταξε τ’άστρα. Το 9 –μου είπε.
Αθήνα, 31.ΙΙΙ.82


Γ.Ρίτσος 3x111 Τρίστιχα Κέδρος 1987