Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

πυροφόροι...



συμπαγείς
στο χρόνο
αρηγμάτωτοι
θρασείς
στον πόνο
από αισθήματα
ξαρμάτωτοι
μελετούμε τον άνθρωπο
τι ψεύτες !
ανθρωποποιούμαστε
στο διηνεκές…

συγχώρεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
ιερή αλυσίδα του αιτίου και του αιτιατού
μη μας φυλακίζεις στην αθανασία άλλο
δεν το βαστάμε
 
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…

πολεμιστές φωτός
και άθλιοι σαρκοβόροι
τεμαχισμένοι Προμηθείς
έκπτωτοι Εωσφόροι
δεν έχουμε άλλη περπατησιά
ξεμάθαμε
ως και το βλέμμα
ακατάδεχτοι;
μην πεις
ελεεινοί
πένητες πυροφόροι
έχουμε το μερτικό μας στο φθαρτό
και αλήθεια
ορφανέψαμε νωρίς

συμπόνεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
που έχεις τα κλειδιά της πτώσης
και της ανόδου
και της σπηλιάς την έξοδο γνωρίζεις
διώξε μας
τούτο το φορτίο μας λύγισε
δεν το βαστάμε
 
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…




“Time Tunnel Transportation !”

 

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

Ο Διπλός...






Χ. Λ. Μπόρχες, Το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων
Μετ: Γιώργος Βέης, εκδ. LIBRO, 1983


Les Matthews

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Ο ναός της αλήθειας


Ποιος είναι ο ναός της αλήθειας; Αν δεν είναι το αρχέγονο τότε δεν μπορείς να νιώσεις, δεν μπορείς να ξεγελάσεις, δεν μπορείς καν να ιδρώσεις χωρίς να ψεύδεσαι… Αν δεν είναι αυτό που ίδρυσε ο χρόνος τότε δεν μπορείς να κοιτάξεις, να ψηλαφήσεις, να ορίσεις χωρίς να ψεύδεσαι…

Ο ναός της αλήθειας είναι αντίλαλος… είναι ηχώ… είναι το χοληφόρο δέντρο του ήπατος… είναι η διαπνοή του αιώνιου μέσα στο κάθε τώρα που σπαταλιέται από το ψεύδος…

Η αλήθεια μεγιστώνεται μέσα στο ψεύδος... αντίθετα, το ψέμα συρρικνούται μέσα στην αλήθεια... ο λόγος που φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια είναι τελικά... ενεργειακής φύσης... είναι πάντα ο φόβος, η ατολμία, η ελεεινή φύση του εγώ να αποσύρεται στα σκοτάδια… τα σκοτάδια έχουν κι αυτά την υγρή, νοσηρή αλήθεια τους…

Η δύναμη που αξιώνει η αλήθεια είναι τόσο μεγάλη που απαιτεί κυκλώπειες αμυντικές οχυρώσεις... και δεν τις έχει σχεδόν κανείς... όποιος νομίζει πως τις έχει είναι απλά είναι απλά ψεύστης... αυτό που θα έλεγε ευγενικά ο Νίτσε 'καλλιτέχνης'...

Χτυπάμε λοιπόν με τις αλήθειες για να σκοτώνουμε αφού με το ψέμα δεν τα καταφέρνουμε... καταπίνουμε την αλήθεια και αυτοκτονούμε... Ποιος το θέλει αυτό; Καλύτερα έξω παρά μέσα...

Και τι ειρωνεία…

Καταναλώνοντας αλήθεια δεν γινόμαστε ανθεκτικοί στο ψεύδος. Νομίζουμε πως έτσι λειτουργεί ο οργανικός κώδικας αλλά δεν ισχύει. Ο Μιθριδάτης εδώ θα αστοχούσε… Κι από την άλλη… καταναλώνοντας διαρκώς ψεύδος δεν ακυρώνουμε την αλήθεια… απλώς δηλητηριάζουμε το ήπαρ του ένδον φωτός…

Μέσα σε ένα ωκεανό ψεύδους το αληθές εντυπωσιάζει σαν κόκκινος θεόρατος βράχος... μέσα σ'ένα ωκεανό αλήθειας το ψεύδος αφανίζεται... όχι εντελώς... προσποιείται μάλλον... λικνίζεται ράθυμα σαν γλοιώδες ερπετό σε μερική ύπνωση, σε τεχνητή υπνηλία… και περιμένει…

Κι είμαστε όλοι 'καλλιτέχνες' τελικά... ευέλικτοι, χαμογελαστοί, επιδέξιοι ακροβάτες...

Γιατί; Γιατί πρέπει να επιβιώσουμε...

Μακριά από το ναό… από τον ένα και μέγα και υπαρκτό ναό; έστω…

Τυφλοί, χωλοί, υβοί, απελπισμένοι… έστω…

Μερικοί, ασυνάρτητοι, ανακεραίωτοι, αναφήγητοι… έστω…

Ξένοι… επήλυδες… κηρωμένοι νύχτα, αφρόντιστοι, ορφανεμένοι…

Ναι… ακόμα κι έτσι…

Η λερή ανάσα μας θα ραντίζει τη νύχτα με ικεσία και το ρημαγμένο στόμα μας θα ζυμώνει λέξεις ικεσίας…

Εκείνος που όλα τα βλέπει ίσως μάς σπλαχνιστεί και μάς παραλείψει…

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Πείνα, δίψα, κραυγές, χορός, χόρευε, χορός, χόρευε!

A r t h u r   R i m b a u d


Έγραφα σιωπές, νύχτες, σημείωνα το ανέκφραστο.
Ακινητοποιούσα ιλίγγους...







Για τον Ρεμπώ...


" ...Ήταν θραύσμα, αυτό ενός μετεώρου, που φλόγισε χωρίς αφορμή άλλη από την παρουσία του, που ξεπήδησε από μόνο του και έσβησε..."

(Μαλλαρμέ)



"...Όμως αυτό που κάνει μοναδική την ποίησή του, είναι ακριβώς ο άμεσος χαρακτήρας της, η συστηματική προσπάθεια να μεταδώσει αμέσως το όραμα, ξεχνώντας όσο είναι δυνατόν, ό,τι είχε μάθει προηγούμενα...
...Ο Ρεμπώ δεν είναι ούτε απατεώνας, ούτε θαυματοποιός. Μόνο ένας ποιητής που δοκίμασε όσο πιο έντιμα μπορούσε να ΔΕΙ..."

(Claude Edmonte Magny)



"...Τούτη τη στιγμή παλιανθρωπίζω όσο μπορώ. Γιατί; Θέλω να γίνω ποιητής και δουλεύω όσο μπορώ να γίνω οραματιστής. Δε θα καταλάβετε τίποτα και δε θα μπορούσα σχεδόν να σας εξηγήσω. Πρόκειται να φθάσω στο άγνωστο με την απορύθμιση όλων των αισθήσεων. Οι πόνοι είναι δυσβάσταχτοι, μα πρέπει να είσαι δυνατός, να έχει γεννηθεί ποιητής, και αναγνώρισα στον εαυτό μου έναν ποιητή. Δεν είναι διόλου δικό μου το λάθος. Είναι σφάλμα να λέμε: σκέφτομαι. Θα έπρεπε να λέμε: Με σκέφτονται. Συγνώμη για το λογοπαίγνιο. Εγώ είναι ένας άλλος..."

(Γράμμα στον καθηγητή του Ζώρζ Ιζαμπάρ, Μάιος 1871)


"...Η πρώτη σπουδή του ανθρώπου που θέλει να είναι ποιητής, είναι η γνώση του εγώ του, ακέρια. Αναζητεί την ψυχή του, την επιθεωρεί, την εμβάλλει εις πειρασμόν, την μαθαίνει. Μόλις τη μάθει, πρέπει να την καλλιεργήσει! Αυτό φαίνεται απλό: σε κάθε εγκέφαλο πραγματοποιείται μια φυσική ανάπτυξη. Τόσοι εγωιστές αυτοανακηρύσσονται δημιουργοί. Είναι πολλοί αυτοί που αποδίδουν στους εαυτούς τους τη νοητική τους πρόοδο!...
...Λέω πως πρέπει να είσαι οραματιστής, να γίνεις οραματιστής.
Ο Ποιητής γίνεται οραματιστής με μια μακριά, απέραντη και λογικευμένη απορύθμιση όλων των αισθήσεων,
όλων των μορφών έρωτα, οδύνης, τρέλας. Ψάχνει ο ίδιος, εξαντλεί μέσα του όλα τα δηλητήρια, για να κρατήσει μόνο την πεμπτουσία τους. Άφατο μαρτύριο, όπου έχει ανάγκη από όλη του την πίστη, από όλη του την υπεράνθρωπη δύναμη, όπου γίνεται ανάμεσα σε όλους, ο μέγας ασθενής, ο μέγας εγκληματίας, ο μέγας καταραμένος και ο ύψιστος Σοφός!...
...Ο Ποιητής λοιπόν, είναι στ'αλήθεια, ένας κλέφτης της φωτιάς. Έχει φορτωθεί την ανθρωπότητα, ακόμα και τα Ζώα. Πρέπει να κάνει νιώσουν, να ψαύσουν, να ακούσουν τα εφευρήματά του. Αν αυτό που κουβαλάει από εκεί κάτω έχει μορφή τότε δίνει κι αυτός μορφή. Αν είναι άμορφο, τότε δίνει κι αυτός άμορφο. Να βρει μια γλώσσα. Άλλωστε, αφού κάθε λόγος είναι ιδέα, θα'ρθει ο καιρός μιας παγκόσμιας γλώσσας..."

(Γράμμα στον Πωλ Ντεμενύ, Μάιος 1871)




Η σοφία μου είναι περιφρονημένη όσο και το χάος. Τι είναι το δικό μου Μηδέν μπροστά στο ξάφνιασμα που σας περιμένει;

(Εκλάμψεις, Ζωές - Ι)

Σε μια σοφίτα μέσα όπου με κλείδωσαν στα δώδεκά μου χρόνια, γνώρισα τον κόσμο, έγινα λαμπρό παράδειγμα της ανθρώπινης κωμωδίας. Σ'ένα κελάρι μέσα, έμαθα την ιστορία. Σε κάποιο νυχτερινό γιορτάσι, σε μια πολιτεία του Βορρά, αντάμωσα μ'όλες τις γυναίκες των παλιών ζωγράφων. Σε μια γέρικη στοά του Παρισιού, με δίδαξαν τις κλασικές επιστήμες. Σε ένα εξαίσιο αρχοντικό, κυκλωμένο απ'όλη την Ανατολή, έφερα σε αίσιο πέρας το απέραντο έργο μου και έγινα ο ένδοξος αναχωρητής. Ανατάραξα το αίμα μου. Πήρα άφεση αμαρτιών για το χρέος μου. Ούτε να το σκέφτομαι πια δεν πρέπει. Είμαι στ'αλήθεια μεταθανάτιος και δεν έχει πια θελήματα...

(Εκλάμψεις, Ζωές - ΙΙΙ)

 Ας μου νοικιάσουν πια τούτο το μνήμα το ασβεστωμένο, με τις ανάγλυφες ραβδώσεις του τσιμέντου -βαθιά πολύ μες στη γη.
Ακουμπάω στο τραπέζι τους αγκώνες, η λυχνία φωτίζει δυνατά τις εφημερίδες που σα χαζός ξαναδιαβάζω, τα αδιάφορα βιβλία.
Σε μια τεράστια πάνω απ'το υπόγειο σαλόνι μου απόσταση, σπίτια στήνονται, σωρεύονται οι καταχνιές. Η λάσπη είναι ή κόκκινη ή μαύρη. Πολιτεία τερατόμορφη, νύχτα δίχως τελειωμό!
Λιγότερο ψηλά, περνούν οι υπόνομοι. Στα πλάγια, μόνο το πάχος της υδρόγειας σφαίρας. Βάραθρα ίσως, γαλάζιου ουρανού, πηγάδια φωτιάς. Σ'αυτά τα επίπεδα ίσως να ανταμώνουν οι σελήνες με τους κομήτες, να σμίγουν οι θάλασσες με τα παραμύθια.
Τις ώρες της πίκρας, φαντάζομαι σφαίρες από σάπφειρο, από μέταλλο. Είμαι ο αφέντης της σιωπής. Γιατί τάχα κάτι σα φεγγίτης να χλομιάζει στη γωνιά
του ουράνιου θόλου;

(Εκλάμψεις, Παιδικά χρόνια - V)


 Τούτη τη φορά είναι η Γυναίκα που είδα στην Πολιτεία, που της μίλησα και που μου μιλά!
Ήμουν σ'ένα δωμάτιο, χωρίς φως. Ήρθαν και μου είπαν πως Εκείνη ήταν σπίτι μου: Και την είδα, στην κλίνη μου, ολόδικιά μου, χωρίς φως! Πολύ συγκινήθηκα πολύ-πολύ, γιατί ήταν το πατρικό μου σπίτι, γι'αυτό και μια κατάθλιψη με συνεπήρε! Ήμουν με τα κουρέλια μου εγώ, κι εκείνη, μια κοσμική κυρία που δινόταν: κι έπρεπε και να φύγει! Μια κατάθλιψη χωρίς όνομα: Την άρπαξα, την πέταξα από το κρεβάτι, γυμνή σχεδόν. Και, στην άφατή μου αδυναμία, έπεσα πάνω της και σύρθηκα μαζί της μέσα στα χαλιά, χωρίς φως! Η λυχνία της οικογένειας πορφύρωνε, το ένα μετά το άλλο, τα διπλανά δωμάτια. Τότε, η γυναίκα, χάθηκε! Κι έχυσα δάκρια τόσα, όσα ποτέ Θεός δεν ζήτησε!...

(Οι ερημιές του Έρωτα)


 Όταν ο κόσμος περιοριστεί σ'ένα μοναδικό μαύρο δάσος για τα τέσσερα έκπληκτα μάτια μας -σε μια ακρογιαλιά για δυο πιστά παιδιά -σε ένα μουσικό σπίτι για τη φωτεινή μας συμπάθεια- θα έρθω να σε βρω.
Όταν δεν υπάρχει πια παρά ένας γέροντας μόνο, ήρεμος και ωραίος κυκλωμένος από μιαν ανείπωτη πολυτέλεια -και πέφτω στα γόνατά σου.
Όταν θα έχω πραγματώσει όλες τις μνήμες σου όταν θα είμαι εκείνη που ξέρει να σε αλυσοδέσει -θα σε πνίξω...

(Φράσεις)

Μικρό παιδί ακόμα, θαύμαζα τον ασυμβίβαστο κατάδικο, που γι'αυτόν, οι πόρτες του κάτεργου μένουν πάντα κλειστές. Επισκεπτόμουν τα καπηλειά και τα φτηνά επιπλωμένα δωματιάκια που η παρουσία του είχε αγιάσει. Έβλεπα με τη δική του ιδέα το γαλάζιο ουρανό και την ολάνθιστη δουλειά της εξοχής. Οσφραινόμουν τη βαριά, μοιραία σκιά του στις πολιτείες. Είχε πιο πολλή δύναμη από έναν άγιο, πιο πολλή λογική από έναν ταξιδευτή -και τον εαυτό του, τον εαυτό του μόνο! σαν μάρτυρα της δόξας και του λογικού του.
Στους δρόμους πάνω τις χειμωνιάτικες νύχτες, χωρίς λημέρια, χωρίς ρούχο, χωρίς ψωμί, μια φωνή έσφιγγε την παγωμένη του καρδιά: Αδυναμία ή δύναμη; Να'σαι είναι η δύναμη. Δεν ξέρεις ούτε που πας, ούτε γιατί πας, μπες παντού, αποκρίσου σε όλα. Δε θα σε σκοτώσουν περισσότερο από ό,τι ήσουν πτώμα. Το πρωί είχα τόσο χαμένο βλέμμα και τόσο νεκρό ύφος ώστε αυτοί που συνάντησα ίσως και δεν με είδαν.
Στις πόλεις μέσα, η λάσπη μου φανερωνόταν ξάφνου μαυροκόκκινη, σαν τον καθρέφτη όταν το φως περιδιαβαίνει στο διπλανό δωμάτιο, σαν το θησαυρό μέσα στο δάσος! Καλή τύχη, φώναξα κι έβλεπα το θησαυρό μέσα στο δάσος! Καλή τύχη, φώναξα, κι έβλεπα μια θάλασσα από φλόγες και καπνό στον ουρανό! Κι αριστερά, δεξιά όλα τα πλούτη να λαμπαδιάζουν σαν μυριάδες αστραπόβροντα!
Όμως το όργιο και η συντροφιά με τις γυναίκες μού ήταν απαγορευμένα. Ούτε καν ένας σύντροφος. Έβλεπα τον εαυτό μου μπροστά σ'ένα μανιασμένο πλήθος, αντίκρυ στο εκτελεστικό απόσπασμα, κλαίγοντας από το κακό μου που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν, και συγχωρώντας! -Σαν την Ιωάννα της Λωραίνης!- "Ιερωμένοι καθηγητάδες, δάσκαλοι, κάνετε λάθος που με παραδίδετε στην δικαιοσύνη. Δεν ανήκα ποτέ σε τούτο το λαό. Δεν ήμουν ποτέ Χριστιανός. Είμαι από τη φυλή που τραγουδούσε μες στα βασανιστήρια. Δεν καταλαβαίνω τους νόμους. Δεν έχω την αίσθηση της ηθικής, είμαι ένα κτήνος. Λάθος κάνετε..."
Ναι, κλείνω τα μάτια στο δικό σας Φως. Είμαι ένα κτήνος, ένας γέρος. Όμως εγώ μπορεί και να σωθώ. Είσαστε ψευτονέγροι, εσείς οι μανιακοί οι άγριοι, οι τσιγκούνηδες. Έμπορα, είσαι νέγρος. Δικαστή, είσαι νέγρος. Ήπιες από γλυκό ποτό αφορολόγητο, από τη φάμπρικα του Σατανά.
-Τον λαό αυτό, τον εμπνέει ο πυρετός και ο καρκίνος. Οι σακάτηδες και τα γερόντια είναι τόσο αξιοσέβαστα, που ζητούν να τα βράσουμε.
-Το πιο έξυπνο είναι να φύγουμε από τούτη την ήπειρο, όπου τριγυρίζει η τρέλα για να προμηθεύει ομήρους σ'αυτούς τους κανάγιες. Εγώ μπαίνω στην αληθινή Βασιλεία των Υιών του Χαμ.
Ξέρω ακόμη τη Φύση; Ξέρω τον ίδιο τον εαυτό μου;
-Φτάνουν οι λέξεις. Θάβω τους νεκρούς μες στην κοιλιά μου. Κραυγές, τύμπανα, χορός, χόρευε, χορός, χόρευε! Και δε βλέπω την ώρα που σαν ξεμπαρκάρουν οι Λευκοί, εγώ θα πέσω στην ανυπαρξία.
Πείνα, δίψα, κραυγές, χορός, χόρευε, χορός, χόρευε!

(Μια εποχή στην κόλαση, Κακό αίμα)


Ξαναβρέθηκε! Τι;
Η αιωνιότη.
Είν'η θάλασσα μιχτή
Με τον ήλιο.

Ψυχή μου αθάνατη
Κράτα το τάμα σου
Κι άσε τη νύχτα μόνη
Και τη μέρα να φλέγεται

Λοιπόν λυτρώνεσαι
Από τις εκλογές του ανθρώπου
Απ'τις κοινές λαχτάρες
Πετάς σαν το...

-Ποτέ πια απαντοχή
Αίνος ποτέ
Υπομονή και γνώση
Σίγουρο το μαρτύριο

Δεν έχει επαύριο
Σατινένιες θρακιές
Η φλόγα σας
Λέγεται χρέος

Ξαναβρέθηκε! Τι;
Η αιωνιότη
Είν'η θάλασσα μιχτή
με τον ήλιο

(Αλχημεία του λόγου)


  Τι δουλειά! Όλα θέλουν γκρέμισμα, όλα θέλουν σβήσιμο μες στο κεφάλι μου! Αχ! Πόσο ευτυχισμένο είναι το παιδί το παρατημένο σε μια γωνιά, μεγαλωμένο στην τύχη, που φτάνει στην ηλικία του άντρα χωρίς να του έχουν χώσει καμιά ιδέα ούτε δάσκαλοι, ούτε οικογένεια. Καινούριο, καθαρό, χωρίς αρχές, χωρίς έννοιες -αφού ό,τι μας διδάσκουν είναι τρίχες- και ελεύθερο, ελεύθερο απ'όλα!

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

The echo of a distant tide...


Overhead the albatross hangs motionless upon the air
And deep beneath the rolling waves in labyrinths of coral caves
The echo of a distant tide
Comes willowing across the sand
And everything is green and submarine
And no one showed us to the land
And no one knows the where's or why's
But something stirs and something tries
And starts to climb towards the light
. . .

Pink Floyd, Echoes

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Η περιπέτεια του Σάτνι-Χάμουα...

 

«...Η κρυπτογραφία, η μαγική ιατρική και η μορφή του φιδιού έχουν συμπλεχθεί σ’ένα εκπληκτικό λαϊκό παραμύθι που μετέγραψε ο G. Maspero στο Les Contes populaires de l’Égypte ancienne. Είναι η περιπέτεια του Σάτνι-Χάμουα με τις μούμιες. Ο Σάτνι-Χάμουα, γιος ενός βασιλιά, περνούσε τον καιρό του περιφερόμενος στη μητρόπολη της Μέμφιδος για να διαβάζει τα βιβλία που ήσαν γραμμένα με την ιερή γραφή και τα βιβλία του Διπλού οίκου της ζωής. Μια μέρα, ένας ευγενής άρχισε να τον κοροϊδεύει. 

-Γιατί γελάς μαζί μου;

Ο ευγενής είπε:

-Δεν γελώ καθόλου μαζί σου. Αλλά μπορώ να μη γελάω όταν σε βλέπω να χάνεις τον καιρό σου εξηγώντας γραπτά που δεν έχουν καμιά δύναμη; Αν αληθινά επιθυμείς να διαβάσεις ένα γραπτό με μαγική δύναμη, έλα μαζί μου. Θα σε πάω στο μέρους που βρίσκεται το βιβλίο που έγραψε ο Θώθ με το ίδιο του το χέρι. Αυτό το βιβλίο θα σου δώσει τέτοια δύναμη που ανώτεροί σου θα είναι μόνον οι θεοί. Εκεί είναι γραμμένες δυο μαγικές φράσεις, αν απαγγείλεις την πρώτη, θα μαγέψεις τον ουρανό, τη γη, τον κόσμο της νύχτας, τα βουνά, τα νερά. Θα καταλαβαίνεις ό,τι λένε όλα τα πτηνά του ουρανού και τα ερπετά που υπάρχουν. Θα δεις όλα τα ψάρια, γιατί μια θεϊκή δύναμη θα τα κάνει να ανέβουν στην επιφάνεια του νερού. Αν διαβάσεις τη δεύτερη φράση, ακόμα κι αν είσαι μες στον τάφο, θα ξαναπάρεις τη μορφή που είχες πάνω στη γη. Θα ιδείς ακόμα και τον ήλιο να ανεβαίνει στον ουρανό, και τον κύκλο του, τη σελήνη με τη μορφή που έχει όταν φαίνεται.

Ο Σάτνι είπε:

-Μα τη ζωή μου! Ας μου πουν τι εύχεσαι να αποκτήσεις κι εγώ θα σου το δώσω. Αλλά οδήγησέ με στο μέρος που είναι το βιβλίο!

Ο ευγενής είπε στον Σάτνι:

-Το βιβλίο για το οποίο σου μιλώ δεν είναι δικό μου. Είναι στη μέση της νεκρόπολης, στον τάφο του Νενοφερκεπτάχ, του γιου του βασιλιά Μινεμπτάχ… Όμως πρόσεχε καλά μην του πάρεις το βιβλίο, γιατί θα σε βάλει να του το ξαναφέρεις πίσω, με μια φούρκα κι ένα ραβδί στο χέρι, μ’ένα αναμμένο μαγκάλι στο κεφάλι… 

Στο βάθος του τάφου, το φως ανάβλυζε από το βιβλίο. Τα ομοιώματα του βασιλιά και της οικογένειάς του ήσαν γύρω του, ‘χάρη στη δύναμη του βιβλίου του Θώθ’… Όλα αυτά επαναλαμβάνονταν. Ο Νενοφερκεπτάχ είχε ήδη ξαναζήσει ο ίδιος την ιστορία του Σάτνι. Ο ιερέας του είχε πει:

-Το βιβλίο για το οποίο σου μιλάω είναι στη μέση της θάλασσας του Κόπτου, μέσα σ’ένα σιδερένιο κιβώτιο. Το σιδερένιο κιβώτιο περιέχει ένα μπρούτζινο κιβώτιο κι αυτό περιέχει με τη σειρά του ένα κιβώτιο από ξύλο κανέλας. Το κιβώτιο από ξύλο κανέλας περιέχει ένα κιβώτιο από ελεφαντόδοντο και έβενο. Αυτό με τη σειρά του περιέχει ένα ασημένιο κιβώτιο κι αυτό, τέλος, εγκλείει ένα κιβώτιο από χρυσό… Και σε απόσταση ενός σχοίνου [μέτρο μήκους που την εποχή των Πτολεμαίων ισοδυναμούσε περίπου με 12000 βασιλικούς πήχεις των 52 εκατοστών] γύρω από το κιβώτιο μέσα στο οποίο είναι το βιβλίο υπάρχουν φίδια, σκορπιοί κάθε είδους, ερπετά και υπάρχει ένα αθάνατο φίδι τυλιγμένο γύρω απ’το κιβώτιο για το οποίο σου μιλάω.

Ύστερα από τρεις προσπάθειες, ο ασύνετος ήρωας σκοτώνει το φίδι, πίνει το βιβλίο διαλυμένο μέσα σ’ένα είδος μπίρας και αποκτά έτσι την απεριόριστη γνώση. Ο Θώθ τότε προσφεύγει στον Ρα και προκαλεί τις χειρότερες τιμωρίες…»

 

Πηγή: Jacques Derrida, Πλάτωνος Φαρμακεία (μετ: Χ.Γ. Λάζος, εκδ. ΑΓΡΑ)


Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Strange Days...


Παράξενες μέρες μας έχουν γονατίσει
Πάνε να καταστρέψουν
τις πρόσκαιρες χαρές μας.
Να συνεχίσουμε να παίζουμε
ή να βρούμε μια νέα πόλη.
Παράξενα δωμάτια γεμάτα παράξενα μάτια.
Φωνές θα δώσουν το σύνθημα
για το κουρασμένο τέλος τους.
Η οικοδέσποινα χαμογελά,
Οι καλεσμένοι κοιμούνται
κουρασμένοι από τις αμαρτίες.
Ακούστε με να μιλάω για αμαρτία,
και θα καταλάβετε, αυτό είναι.
Παράξενες μέρες μας έχουν βρει,
Και μέσα στις παράξενες ώρες τους
αργοπεθαίνουμε μόνοι.
Σώματα συγχυσμένα,
μνήμες κακομεταχειρισμένες
καθώς από την ημέρα καταφεύγουμε
σε μια παράξενη νύχτα από πέτρα

(Strange Days, Doors, 1967)

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Γίνε ο Κανένας και τρέξε...


Ο Πολύφημος δεν σου είναι άγνωστος.

Δεν τον γνώρισες ξαφνικά. Δεν σε αιφνιδίασε ποτέ.

Ο Πολύφημος είναι το αρχαίο πεδίο που σε φιλοξενεί από τη γενέθλια αυγή σου. Σπηλιά και βράχος, μήτρα και τάφος. Είναι οι γονείς και ο αδελφός σου.

Ο Πολύφημος σε θεωρεί όντας ολόκληρος ένας παλλόμενος οφθαλμός… δεν σου δίνει το χέρι γιατί τα χέρια σου δεν μπορούν να ψηλαφήσουν παρά μονάχα τοίχους φυλακής… στη στενόχωρη γεωμετρία της ειρκτής σου, δεν χρειάζεσαι ούτε χέρια, ούτε οφθαλμούς… χρειάζεσαι τον ιδρώτα της σκέψης και το στερέωμα είναι ασύνορο… εσύ όμως είσαι πεπερασμένος…

Η ειρκτή σου είναι σώμα και σήμα… είναι σταθμός και οδός… είναι σημείο και πέρασμα… είναι λίκνο και μνήμα… Σε γνωρίζει… έχει το σχήμα σου… έχει την ανάσα σου να δροσίζει τους τοίχους, έχει τους φόβους σου να λερώνουν το χώμα… το σκοτάδι σου… ακόμα κι αυτό γνωρίζει… είναι το οικείο που γεννήθηκε μαζί σου…

Η σπηλιά του Πολύφημου… η προσωπικότητα που σε αιχμαλώτισε… το μεγακυδές εγώ σου… το μεγαλαυχές λαρύγγι σου… το κυκλώπειο στομάχι σου… εσύ είσαι ο Κύκλωπας και δεν χωράς σε τούτο το σπήλαιο. Εσύ ήσουν πάντα ο Πολύφημος. Σκότωσες τους συντρόφους σου έναν προς έναν και η πείνα σου μεγαλύνθηκε αντί να κορεστεί. Εσύ είσαι που ψάχνεις τώρα τον τρόπο να γλιτώσεις από εσένα…

Σκοτώνεις τον Πολύφημο, τον Μεγάφημο, τον πολύσημο, τον σπουδαίο εαυτό σου και ελευθερώνεσαι… γίνε ο Κανένας αν έχεις τα κότσια και ελευθερώσου… γίνε ο Κανένας και τρέξε…


Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

οι ‘τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας’ ...


Η σχέση με τον άλλο, τον Άλλο, τον ένδον άλλο, δεν είναι τηλε-μαραθώνιος… δεν ευαισθητοποιούμαστε για πέντε λεπτά και τηλεφωνούμε για να τον ‘σώσουμε’… η σχέση είναι εργασία, καθημερινή, σκληρή και πολλές φορές αντιπαθητική, αχώνευτη και τραχιά… δεν έχει καμιά σχέση με το συναίσθημα… σε θέλω όσο είμαι ερωτευμένος και μέσα από το γλυκερό μου ή φλογερό μου πάθος σε ιδανικεύω… σε βάζω στο θρόνο σου, σε προσκυνάω κι έρχεται η μέρα που ξυπνώ και έχω αδειάσει και σε γκρεμίζω… αυτό δεν είναι σχέση… αυτό είναι μια λέξη από κ… και νομίζω είναι κατανοητή…

Όμως είμαστε τεμπέληδες, οκνοί και οκνηροί… είμαστε γεμάτοι ξεσπάσματα και ενθουσιασμούς και έπειτα… αδιαφορία… δεν σε ξέρω δεν με ξέρεις… καλά περάσαμε, όμορφα ήταν, να είσαι καλά, χαίρεστε… κι αυτό αφορά όλες μας τις σχέσεις… γιατί αφορά το μοτίβο, τον δομικό μηχανισμό του σχετίζεσθαι… δεν έχει να κάνει με τον άλλο, έχει να κάνει με εμάς…

Σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό εξηγεί την πλήρη αδιαφορία των περισσοτέρων και για τα πνευματικά ζητήματα… ας μην αναφέρω τα πολιτικά, τα κοινωνικά, κ.α. 

Είμαστε οι ‘τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας’ για να θυμηθώ την περίφημη ταινία του Παναγιωτόπουλου… από τους τρεις αδελφούς που βρίσκονταν σε καθημέρια λήθη και βυθιότητα, ο ένας αποτολμά να εκδηλώσει κάποια ικμάδα, κάποια σκανδαλώδη θέληση ‘να δουλέψει’ και προκαλεί την οργή –νυσταλέα κι αυτή- και αντίδραση πατέρα και αδελφών. Η βαρύτητα του εαυτού είναι τέτοια που το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο… τα έχουμε ξαναπεί για τη βαρύτητα του οκνηρού εαυτού και την ακηδία στην οποία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια… όλα είναι μαθηματικά, ο Σάμιος διδάσκαλος είχε δίκιο…

Τι είναι αυτό όμως που συντηρεί το πάθος, τον έρωτα; Τι είναι αυτό που αντιστέκεται σε αυτή τη φοβερή βαρυτική δύναμη, τη θλιπτική, την θανατογόνο; Τι είναι αυτό που μπορεί και τα πιο ράθυμα και νωχελικά πρωινά να σε ωθήσει, να σε συντηρήσει, να σε διατηρήσει στην έρευνα, τη μελέτη, την διερεύνηση, την εξερεύνηση;

Είναι πολλά… και η ταπεινή μου άποψη είναι πως το βασικότερο είναι η συσσώρευση ενέργειας… όταν είσαι ρετάλι ενεργειακό, τελειωμένος από τις βιοτικές μέριμνες, εξουθενωμένος από καθημερινούς καβγάδες, διεκδικήσεις, αδολεσχίες, συζητήσεις άνευ νοήματος, έρχεται η κόπωση… ο ‘κεκμηκώς’ που θα έλεγαν και οι παλιοί άνθρωπος δεν έχει καμιά διάθεση για πνευματικά ζητήματα… τη μόνη διάθεση που έχει είναι να πέσει για ύπνο… δικαιολογημένος…

Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις όμως… αυτοί που και στη δουλειά ξεκλέβουν χρόνο να διαβάσουν ποίηση, να σχολιάσουν ένα εδάφιο της Γραφής… να λογομαχήσουν ακόμα για μια ρήση του Πλάτωνα ή μια αποστροφή του Μαρξ… θυμάμαι τον εαυτό μου κάποτε να κάνουμε μετακόμιση με έναν φίλο, αιώνες πριν… κουβαλούσαμε θεόρατες κούτες και συζητούσαμε για τους Ναΐτες Ιππότες και το Γκράαλ… η παράνοια… από τη μια η χυδαία καθημερινότητα, από την άλλη το φως μιας υπέροχης συζήτησης…

Υπάρχουν δρόμοι λοιπόν… αλλά υπάρχουν και κρεβάτια…

Δεν ξέρω αν είναι θέμα επιλογής… μπορεί να είναι όντως θέμα βαρύτητας…


Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Η εγκατάλειψη του πνευματικού εαυτού...


«Κ

άποτε εμείς οι δυο είχαμε μια σχέση… τη θυμάσαι;»
«Και βέβαια τη θυμάμαι…»
«Μην το θεωρείς δεδομένο… ας πούμε ότι απόψε έχουμε, ως άσκηση, ‘παρκάρει’ όλες μας τις βεβαιότητες κάπου… σε ένα μέρος που μπορούμε εύκολα να επιστρέψουμε για να τις ξαναβρούμε… μην ανησυχείς, οι βεβαιότητες είναι εκεί… αλλά απόψε ας περπατήσουμε λίγο χωρίς αυτές… συμφωνείς;»
«Εσύ αποφασίζεις… εγώ ακολουθώ… συμφωνούμε… αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρη με το τι εννοείς ‘βεβαιότητες’… »
«Θα φανεί στην πορεία… Κάποτε λοιπόν είχαμε μια σχέση… Αυτό που σου έλεγα τότε ισχύει και σήμερα… τη σχέση την εγκατέλειψες γιατί δεν ήσουν διατεθειμένη να εργαστείς γι αυτήν…»
«Μια στιγμή…»
«Δεν την εγκατέλειψες γιατί έπαψες να έχεις συναισθήματα… συναισθήματα υπήρχαν και υπάρχουν και ξέρουμε ότι δεν αποσύρονται τη στιγμή που το αποφασίζει ο νους… δεν την εγκατέλειψες γιατί ανακάλυψες ότι ‘δεν ταιριάζουμε’… αυτό ήταν γνωστό από την πρώτη στιγμή… εάν ‘ταιριάζαμε’ δεν θα είχαμε επιχειρήσει καν να σχετιστούμε… την εγκατέλειψες γιατί η σχέση αυτή αποδείχθηκε βαρύ φορτίο για τους ώμους σου…»
«Μα… μισό λεπτό… δεν ήλθα απόψε… θέλω να πω δεν θέλησα να ξαναβρεθούμε απόψε μετά από τόσα χρόνια…»
«Για να περάσεις από δίκη… αυτό δεν θέλεις να πεις;»
«Ναι… δηλαδή… έχεις έναν τρόπο με τις λέξεις…»
«Δεν είναι τυχαίο που στο αναφέρω αυτό… αυτό με τη δική μας παρατημένη σχέση… όταν λέμε ότι ‘με παράτησε’ ή ‘θα την παρατήσω’, στην ουσία λέμε, ‘κουράστηκα να εργάζομαι, τεμπελιάζω, θέλω να γυρίσω στη μόνωση και την ξεγνοιασιά της ανευθυνότητάς μου’… δεν γίνεται καμιά δίκη εδώ… γίνεται απλώς μια σήμανση… γιατί νομίζω πως όσα θέλεις να μου πεις σχετίζονται με την τωρινή σου σχέση…»
«…»
«Βλέπεις, οι μηχανισμοί είναι οι ίδιοι… εμείς είμαστε στον πυρήνα μας ίδιοι… πώς σχετιζόμαστε; Ακολουθούμε ένα πλάνο, ένα σχήμα, ένα σχέδιο που καταστρώνει το γενικό επιτελείο… το μοτίβο είναι τόσο πληκτικά ίδιο που μας προκαλεί έκπληξη ότι ‘επαναλάβαμε πάλι τα ίδια λάθη’… δεν επαναλάβαμε ‘τα ίδια λάθη’… επαναλάβαμε τον εαυτό μας… αυτόν έχουμε με αυτόν πάμε στη ‘μάχη’… επειδή άλλαξε ο απέναντι δεν σημαίνει ότι αλλάξαμε κι εμείς…»
«Κι όμως… αλλάζουμε»
«Ναι, σε ένα επίπεδο αλλάζουμε, γινόμαστε λίγο πιο σοφοί, πιο έξυπνοι, πιο επιφυλακτικοί… ταυτόχρονα πιο κυνικοί, πιο καχύποπτοι, πιο άκαμπτοι… δεν θέλουμε να πληγωθούμε ξανά κι όμως αυτό δεν μας εμποδίζει να πληγώσουμε ξανά…»
«Ναι, όμως… μην τρέχεις τόσο πολύ… σε παρακαλώ… σε ό,τι αφορά εμάς… πέρασαν πολλά χρόνια, σκέφτηκα πολλά… άλλαξα σε πολλά… και πράγματι άλλαξα… εσύ θα πεις ίσως ότι γέρασα… έστω, το δέχομαι… όμως νιώθω πως στη σχέση που… με συγχωρείς αν θέλω να αναφερθώ σ’αυτήν… θα το καταλάβω αν δεν θέλεις να μιλήσουμε και θα φύγω…»
«Προς το παρόν δεν έχω πρόβλημα… ξέρεις πως οι ‘καλοί τρόποι’ και η αστική ευγένεια δεν με εμποδίζουν να εκφράσω με συμβατότητα και γνησιότητα με το είναι μου όσα νιώθω ότι θέλω να ειπωθούν…»
«Ναι, το ξέρω… και με το ρίσκο ότι μπορεί να μου ‘τα ψάλλεις’ απόψε, θέλησα να σε ξαναδώ… στο κάτω κάτω δεν ξεχνώ ότι ήσουν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα να μιλήσω… και να πάρω πράγματα… και αληθινά το εκτιμούσα κάθε φορά που μού μιλούσες… έστω και αν κάποτε θύμωνες…»
«Πήρες το ρίσκο λοιπόν, σήμερα, μετά από 12 σχεδόν χρόνια να με αναζητήσεις για να συζητήσουμε… αυτό είναι στα υπέρ και στα κατά σου… εξίσου… πάντως το ότι ανέλαβες αυτή την ευθύνη της υπέρβασης σημαίνει πως η ανάγκη θα πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη…»
«Η ανάγκη;»
«Η ανάγκη που γεννά τις υπερβάσεις… την υπέρβαση της ντροπής, ας πούμε… αν πεινάω υπερβολικά δεν θα ντραπώ να χτυπήσω μια πόρτα για λίγο φαγητό… η ανάγκη του να μην καταρρεύσει το σώμα υπερβαίνει κάθε αστικό καθωσπρεπισμό… ακόμα και κτήνος μπορεί να γίνω προκειμένου να επιβιώσω… τα ξέρουμε όλ’αυτά, χάνουμε χρόνο με ‘ εννοιολογικές συστάσεις’…»
«Θέλω μονάχα αν μπορείς να με πηγαίνεις όπως τότε… σιγά σιγά… θυμάσαι; Μου έλεγες ‘θα σε πηγαίνω σιγά σιγά μη φοβάσαι’… εσύ έτρεχες, εγώ έμενα πίσω αλλά πάντα γυρνούσες, σαν αληθινός τζέντλεμαν και με έπαιρνες από το χέρι για να προχωρήσω… φαντάζομαι ότι σε αυτά τα 12 χρόνια θα έχεις προχωρήσει ακόμη περισσότερο… είμαι βέβαιη γι αυτό… ενώ εγώ…»
«Εάν δεν είχες εγκαταλείψει τον πνευματικό σου εαυτό τότε προκειμένου να ικανοποιήσεις τις ρηχές νανο-φιλοδοξίες σου δεν θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα ‘φιλοσοφικής σύμπτωσης’ σήμερα… σε σένα δεν είχα δει μονάχα μια σαρκική πάρευνη αλλά και μια πνευματική συνοδοιπόρο…»
«Έχω άγνωστες λέξεις πάλι…»
«Ξέχνα τες και προχωρούμε…»
«Ναι… καλά… όμως με κρίνεις… γιατί οι δικές μου φιλοδοξίες ήταν ρηχές;»
«Γιατί όπου πατώνει ο μικρός εαυτός μας είναι ρηχά… κι όπου βυθίζεται ο πνευματικός εαυτός μας είναι βαθιά…»
«Οκ… δεν είναι εύκολο να συνεννοηθούμε… μπορείς σε παρακαλώ τουλάχιστον γι απόψε να μην είσαι τόσο σκληρός; Το ξέρω ότι αν το θέλεις μπορείς να είσαι ο πιο τρυφερός άνθρωπος του κόσμου… Κι όταν πάλι στραβώσεις…»
«Αφήνω τη χαρά των αξιολογικών κρίσεων κομμωτηρίου παρακεί και σε ακούω… δεν υπόσχομαι ούτε τρυφερότητα, πάει να πει κανάκεμα και χαϊδολόγημα, ούτε μη γόνιμη σκληρότητα πάει να πει εξωστρεφή εκδικητικότητα… σου υπόσχομαι όμως γνησιότητα… παίρνεις το πακέτο και σου προσφέρω το χρόνο μου που ειλικρινά σου λέω, είναι πλέον υπερ-πολύτιμος για μένα… δεν παίρνεις το πακέτο και αναζητάς μια φιλενάδα σου ή κάποιον άλλο για κανακέματα, παρηγόριες της δεκάρας και τιποτολογίες πυγμαίων στοχασμών… σε ακούω»
«Πω, πω… είσαι σε φόρμα απόψε ρε παιδάκι μου… μου φαίνεται ότι και μόνο που με είδες ‘φόρτωσες’ κανονικά… έστω… κάτσε να τα βάλω μέσα μου σε μια σειρά… αφού μπήκα στο χορό θα χορέψω…»
«Εντάξει… χόρεψε λοιπόν…»
«Ουφ… Λοιπόν… περνάω μια πολύ δύσκολη φάση ξέρεις… Είχα μια σχέση τα τελευταία πέντε χρόνια… ήταν κάτι… νόμιζα δηλαδή πως ήταν αυτό που έψαχνα… μια σχέση που θα πήγαινε κάπου καλά… εν τω μεταξύ, πριν τρία χρόνια έχασα τον πατέρα μου και για ένα διάστημα φιλοξενούσα τη μητέρα μου στο σπίτι… θυμάσαι, το ίδιο εκείνο σπίτι που είχαμε μείνει για λίγο μαζί… η μητέρα μου έχασε τη γη κάτω απ’τα πόδια της… ο πατέρας ήταν τα πάντα για εκείνη… ήταν παντρεμένοι σχεδόν μισό αιώνα… αυτό το διάστημα φαίνεται πως επέδρασε αρνητικά στο δεσμό μου… πίστευα πως είχα να κάνω με έναν άνθρωπο που θα καταλάβαινε… όμως όταν άρχισε να συνέρχεται σιγά σιγά η μητέρα μου ανακάλυψα πως εκείνος ήταν πια μακριά… αλλού… είχε κλειστεί, είχε ψυχρανθεί… δεν ήμασταν πια όπως πριν… κι ενώ με είχε κάνει να πιστέψω ότι ίσως να παντρευόμασταν, εκείνος απομακρυνόταν πλέον όλο και πιο πολύ…»
«Ναι…»
«Μετά άρχισαν τα προβλήματα… αλυσιδωτά… καβγάδες… τσακωμοί για το παραμικρό… με έπιασε πανικός… είμαι σαράντα χρόνων πλέον… σαράντα ενός για την ακρίβεια… το τρένο έφυγε, το νιώθω… κι αυτό με έριξε σε μια απόγνωση και κατάθλιψη… άρχισα τις επισκέψεις σε ψυχολόγους, να παίρνω και φάρμακα… το ένα έφερνε το άλλο, η μια στραβή την επόμενη… ώσπου…»
«Ώσπου εκείνος μια ωραία πρωία την κοπάνησε και σε άφησε στο κενό…»
«Ναι… δηλαδή κάπως έτσι… με πρόσχημα ένα ταξίδι στον αδελφό του στο Γκέτεμποργκ… από κει μου έστειλε τα… μαντάτα… όσο ήταν εδώ δεν τολμούσε να μου τα πει στα ίσια… έπρεπε να πάει χιλιάδες μίλια μακριά για να το ξεστομίσει…»
«Πότε έγινε αυτό; Το τελευταίο δηλαδή;»
«Πριν οχτώ μήνες…»
«Και οι λογισμοί αυτοκτονίας πότε άρχισαν;»
«Πώς;»
«Θέλεις να μιλήσουμε ή θέλεις απλά να σε ακούω;»
«Δηλαδή… ναι… μού το πέταξες κάπως ξαφνικά… δεν είναι τόσο απλό να τα εξομολογείται κανείς αυτά…»
«Όμως δεν υπάρχει και άλλος τρόπος…»
«Τον τελευταίο καιρό υπάρχουν έντονες τέτοιες σκέψεις… δεν το αρνούμαι…»
«Βλέπεις ακόμη κάποιο ψυχολόγο ή ψυχίατρο ή ψυχοθεραπευτή;»
«Όχι… δεν με βοηθούσε τελικά…»
«Η ψυχοθεραπεία θα σε βοηθούσε… είμαι βέβαιος… έστω… τι άλλο θέλεις να μου πεις;»
«…»
«Ας καθίσουμε εδώ…»
«Πάντα σου άρεσαν τέτοια σημεία… τα παγκάκια δίπλα στη θάλασσα…»
«Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη μερικά»
«Ωραία είναι εδώ… Ξέρεις… μου είχε λείψει…»
«Τι πράγμα;»
«Να… η συντροφιά σου… η φωνή σου… όλα αυτά τα περίεργα και καμιά φορά αλλόκοτα που μου έλεγες… κι εγώ θυμάμαι ξάπλωνα στα πόδια σου και άρχιζα τις χαζοερωτήσεις μου… γιατί εκείνο, γιατί το άλλο… καμιά φορά σε τσάντιζα με την άγνοιά μου για πράγματα εντελώς στοιχειώδη για σένα… άλλες φορές το έκανα επίτηδες… όταν θύμωνες τα μάτια σου σκοτείνιαζαν, τα φρύδια σου έσμιγαν… κι αυτό… με έφτιαχνε… το θυμάμαι… ήταν το πιο σεξουαλικό στοιχείο πάνω σου… το βλέμμα σου… καμιά φορά…»
«Ως εδώ… ως εδώ σε παρακαλώ… μην το κάνουμε αυτό… καθόμαστε απλά σε ένα παγκάκι… είμαστε δυο φίλοι που κάποτε μοιραστήκαμε κάτι πολύ ιδιαίτερο, πολύ ξεχωριστό… όμως τώρα είμαστε απλά δυο φίλοι που συζητούν… αποδεχόμαστε τη συνθήκη ή όχι;»
«Ναι… με συγχωρείς…»
«Δεν ξέρω τι θέλεις να σου πω όμως… τι καινούργιο θα μπορούσα να σου πω… ο πυρήνας είναι αυτός που σου ανέφερα και πριν…»
«Για την άρνηση να εργαστεί κάποιος μέσα σε μια σχέση;»
«Ακριβώς… ξέρεις… όταν χωρίσαμε βίωσα όλο φάσμα της ειδεχθούς αυτής διάστασης του πένθους… το βίωσα ως τα βαθύτερα επίπεδα του είναι μου… όχι μόνο αυτό… επέτρεψα στον εαυτό μου να φτάσει ως τα ακροσύνορα της ύπαρξης… ως εκείνο τον ερημότοπο, τον σπαρμένο με βράχους και κόκκαλα, τον άνυδρο ξερότοπο του είναι που βρίσκεται ακριβώς πριν την επίγνωση… ο πόνος ήταν τρομακτικός, σκίστηκα στα δυο και στα τέσσερα και στα χίλια κομμάτια του εαυτού μου… θέλησα αμέτρητες φορές να ακυρώσω την ύπαρξή μου, να σταματήσω τη διαδρομή μου, να αφαιρέσω κάθε ίχνος ζωής από μέσα μου… έζησα σε κείνο τον αφιλόξενο πλανήτη χιλιάδες ώρες, χιλιάδες αιωνιότητες… όμως, όσο περνούσε ο καιρός, το στερέωμα γινόταν από κατάμαυρο και γεμάτο σύννεφα όξινης βροχής, πιο φωτεινό, πιο φιλικό… ξημέρωνε σιγά σιγά η ακριβή επίγνωση… αυτήν περίμενα, αυτήν ποθούσα πλέον… κλαις;»
«… δεν… μην… μην δίνεις σημασία σε παρακαλώ… πες μου…»
«Ήρθες απόψε ως εδώ για να μου πεις και τελικά σου λέω εγώ… μα όσα μοιραζόμαστε προέρχονται να ξέρεις από τον ίδιο αυτό ερημότοπο… μπορεί να μην το ξέρουμε και να μην το συνειδητοποιούμε αλλά μοιάζουμε πολύ… όλοι μας… όσο μεγαλώνουμε το καταλαβαίνουμε, το ψηλαφούμε πια… γίνεται αισθητό και ανάγλυφο όπως οι πληγές πάνω στη σάρκα, τα πυρογραφήματα από τις εμπειρίες μας, τα τραύματα από τις ματαιώσεις μας… μοιάζουμε τόσο πολύ που σιγά σιγά αναγνωρίζουμε στον άλλον τον εαυτό μας… ίσως γι αυτό ο άνθρωπος αυτός απέδρασε στο Γκέτεμποργκ… ίσως γι αυτό αποδρά κανείς ξαφνικά με μια βαλίτσα στο χέρι και τρέχει μακριά από ό,τι αγάπησε περισσότερο στη ζωή του… έλα, σκούπισε τα μάτια σου…»
«Δεν φεύγουν όλοι όμως… όχι όλοι…»
«Δεν φεύγουν πράγματι όλοι… μένουν οι πιο δυνατοί… ίσως πάλι να συμβαίνει το αντίθετο… να μένουν οι πιο αδύνατοι…»
«…»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Θυμήθηκα ένα κείμενό σου… πόσο με είχε παραξενέψει τότε που το πρωτοδιάβασα… ένα κείμενό σου για τη σιωπή… πως οι άνθρωποι στην ουσία μένουν σε όλη τους τη ζωή σιωπηλοί… υπάρχουν κάποιες σπάνιες στιγμές που επικοινωνούν με τη γλώσσα, με τις λέξεις μα… δεν θυμάμαι ακριβώς… με άλλους τρόπους πιο πολύ μεταδίδουν όσα αληθινά σκέφτονται και νιώθουν… θυμάμαι ότι το σκεφτόμουν αυτό όταν φιλοξενούσα τη μητέρα μου… όλα όσα μου έλεγε τότε δεν τα είχε πει στον πατέρα μου… έζησε πενήντα χρόνια σχεδόν μαζί του μέσα στη σιωπή… και σε μένα, μέσα σε λίγους μήνες έλεγε, έλεγε… έκλαιγε και μιλούσε για κείνον… τι μας συμβαίνει, αναρωτήθηκα… τι μας συμβαίνει και δεν συντονιζόμαστε ποτέ με την καρδιά και την ψυχή μας; Γιατί το κάνουμε αυτό; Γιατί σπαταλάμε τη ζωή μας μέσα σ’αυτή τη σιωπή;»
«…»
«Έμεινες κι εσύ τώρα σιωπηλός… τα κατάφερα λοιπόν να σε κάνω να σιγήσεις…»
«Σκεφτόμουν… είμαστε λίγη ώρα ξανά μαζί μετά από τόσα χρόνια και ήδη εργάζεσαι ξανά… όπως τότε… επέστρεψε ο πνευματικός σου εαυτός που εγκατέλειψες και η εποπτεία που με τόσο κόπο είχες αναπτύξει… με συγκινεί όλο τούτο…»
«Φταίει η συναναστροφή μαζί σου καλέ μου… τι άλλο;»
«Περιπλανηθήκαμε αρκετά απόψε όμως το επίκεντρο θαρρώ ήταν άλλο… θέσε ξανά το επίκεντρο αν θέλεις να εστιάσουμε…»
«Δεν με νοιάζει και τόσο… αλήθεια στο λέω… είχα ξεχάσει πως μαζί σου μπορεί να αλλάζουμε θέματα, να πηγαίνουμε από το ένα στο άλλο όμως όλα συνδέονται με έναν τρόπο, όλα κάτι διδάσκουν… από όσα κιόλας είπαμε νιώθω πως κέρδισα, νιώθω πως μπήκαν σε τάξη αρκετά… άλλωστε πιστεύω πως το τραύμα μου είναι ακόμα νωπό… περισσότερο από όλα χρειάζομαι χρόνο… έτσι δεν είναι;»
«Βεβαίως όμως περισσότερο κι από την ευεργετική και παράλληλη δράση του χρόνου, σε καλώ να επιστρέψεις σε αυτό που είναι ανεξάρτητο από το καιρικό, το εξωτερικό, το τυχηματικό…»
«Δηλαδή;»
«Στην εσωτερική εποπτεία… ό,τι κι αν συμβαίνει που προκαλείται από δράσεις δικές μας ή άλλων, δεν επιτρέπουμε σε καμιά περίπτωση την παρατεταμένη απώλεια της εποπτείας… ακόμα και όταν ευρισκόμεθα υπό διαρκή πολιορκία δεν εγκαταλείπουμε τις θέσεις μας για την ασφάλεια του καταφυγίου που αποδεικνύεται μια πλάνη… όταν θα καταληφθεί η πόλη ως και οι κρυπτόμενοι αποκαλύπτονται και κανένα καταφύγιο δεν μπορεί να τους σώσει… και μάλιστα ο θάνατός τους θα είναι διπλός και πολλαπλός… θα έχει προηγηθεί ο εναγώνιος αργός και οδυνηρός θάνατος της δειλίας πριν επέλθει ο φυσικός και πραγματικός από τα χέρια του εχθρού… κανένα κέρδος λοιπόν δεν αποκομίζει ο κρυπτόμενος παρά την φενάκη της αποφυγής των συνεπειών της κατάληψης του όλου εαυτού από τον όποιο εχθρό…»
«Διαρκώς στις επάλξεις λοιπόν;»
«Οπωσδήποτε… εν αγρυπνία διαρκή και πολεμική ετοιμότητα… ο υπερ-μέγιστος των μεγίστων ‘σκοτεινός’ Εφέσιος διδάσκαλος μάς το κληροδότησε και μέσω της αλύσου όλοι οι αδελφοί στους αιώνες το υπερασπιζόμαστε και το φυλάττουμε ως μυητική αλήθεια υψηλής τάξης… εποπτεία, ισχύς…»
«… κι ευελιξία… ναι, το θυμάμαι…»
«Το ότι πρόκειται να απαλλοτριωθεί το σώμα το γνωρίζουμε και το αναμένουμε… θα επισυμβεί… όσον αφορά όμως την ακηδία και τον πνευματικό θάνατο, για τούτο την ευθύνη φέρουμε αποκλειστικά εμείς… εγκατάλειψη του πνευματικού εαυτού σημαίνει παραχώρηση στο Αχανές όλων των προκεχωρημένων φυλακίων της ύπαρξης… σημαίνει έπειτα την ένδον προδοσία των ιερών μας και τέλος σημαίνει την αναξιοπρέπεια του σύνολου θανάτου σε κατάσταση βυθιαίας νάρκης…»
«Καλά το είπα πως ήσουν σε φόρμα σήμερα…»
«Ας πηγαίνουμε τώρα, τι λες;»
«Ναι… εγώ πήρα αρκετή δουλειά για το σπίτι… και σ’ ευχαριστώ… έχω πολλά να σκεφτώ, να οργανώσω, να δω απ’την αρχή…»
«Με λιγότερες ‘βεβαιότητες’…»
«Ναι…»
«Σου υπόσχομαι να είμαι εδώ όταν και όποτε θελήσεις για να μοιραζόμαστε ανάλογες στιγμές…»

 * * *