Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Στη σκιά των γιγάντων…


Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει…

Κίνδυνος!

Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου…

Σέρνεσαι…

Έρπεις…

Βολεύτηκες…

Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο…

Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…

Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…

Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…

Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…

Κίνδυνος!

Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…

Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…

Κίνδυνος!

Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…

Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση…

Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…

Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…

Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…

Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019



Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.
Νίκος Καρούζος, "Εικόνα".
(απόσπασμα)


Ευχαριστώ το φίλο CHEFGUEVARA ANTINOUS
https://mewe.com/profile/5ca481a252db682c218b1bd3

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Η πορεία δεν τελειώνει ποτέ...


Όλοι οι δρόμοι που κατά καιρούς οι αυτόφωτοι έχουν δώσει στην ανθρωπότητα, δεν είναι κάτι που πρέπει και μπορούν όλοι να ακολουθούσουν. Κάνεις πραγματικά αυτόφωτος, δεν θεώρησε ότι ένας είναι ο δρόμος και όλοι πρέπει να τον ακολουθούσουν, διότι γνώριζαν την διαφορετικότητα, το επίπεδο και τις εκδοχές, που η κάθε ανθρωπινή ύπαρξη έχει. Το ιερό καθήκον τους ήταν και είναι να γνωστοποιήσουν στην ανθρωπότητα, ο καθένας με τον τρόπο του, τις επιλογές και τις προοπτικές που έχει ο ανθρώπινος νους. Η κάθε ανθρωπινή οντότητα με την μοναδική κάθε φορά έμφυτη ουσία της, έλκεται από κάποια από τις προοπτικές. Είναι στη φύση του καθένα να ακολουθεί το φως που δύναται να αναγνωρίσει, την οικεία εκδοχή του πραγματικού του είναι. Το ύψιστο δώρο αλλά και ταυτόχρονα υποχρέωση, της δημιουργίας στον άνθρωπο, είναι ότι δύναται να έχει μέσα στην πολυπλοκότητα της σύνθεσης του, την συνειδητή επιλογή της εξέλιξης του. Αυτός είναι ο βασικός κορμός της ελεύθερης βούλησης που κατέχει ο άνθρωπος. Όλα τα υπόλοιπα έμβια, υποτάσσονται ασυνείδητα στο συλλογικό υποσυνείδητο και στους νομούς του εξελικτικού γίγνεσθαι της πλανητικής σφαίρας. Η πορεία δεν τελειώνει ποτέ. Οι δρόμοι πολλοί, αλλά δεν είναι οι δρόμοι αυτοσκοπός. Οι αυτοσκοποί εφησυχάζουν, παρέχουν ασφάλεια αλλά και παγιδεύουν τον νου σε αδιέξοδα. Δεν είναι αυτοσκοπός η αρετή, η γνώση, η σοφία, η σωφροσύνη, η ανδρεία, η οσιότητα, οι τέχνες, η φιλοσοφία, η επιστήμη. Είναι δρόμοι, είναι μηχανισμοί, είναι τρόποι για την πορεία. Αυτοσκοπός στην σφαίρα ύπαρξης του χωροχρόνου αυτού, είναι η ζωή και η αρμονία της με το γίγνεσθαι. Είναι η αρμονική άνθιση της ζωής στη μεγίστη δυνατή προοπτική της. Η αλήθεια και η πραγματικότητα μπορεί να είναι μια, ο δρόμος όμως όχι. Δεν μπορεί να είναι, διότι δεν θα υφίσταται η συνειδητή ελευθερία και ο ενθουσιασμός της αναγνώρισης της ζωής.

Αναδημοσιεύω: από τον Sakis Magos
https://mewe.com/profile/5c5866b4de360b26b808c69b

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Ποιος θα είναι ο κόσμος που έρχεται;



Αυτοί που τον έχουν ήδη ετοιμάσει χαμογελούν σαδιστικά από μακριά και κάνουν νεύματα και χειρονομίες άσεμνες και ξερνούν χυδαιότητα και κυνισμό.
Ο κόσμος που θα έρθει θα είναι ένα ντελίριο κυνισμού. Σε κάθε τι, ως και την ελάχιστη λεπτομέρεια, την πιο κρυφή, την πιο αθέατη.
Αυτοί που απεργάζονται την αποκτήνωση, την αποθηρίωση των ανθρώπων, το προσκύνημα, την υποδούλωση, την αφαίμαξη, την απόλυτη κένωση…
είναι ήδη εδώ…
Πάντοτε ήταν… ποτέ δεν έφυγαν… μονάχα που σε κάποιες εποχές ανάσας κρύβονταν, λούφαζαν σε τρύπες, οργάνωναν την επιστροφή τους…
τη δυναμική, κυριαρχική, εκδικητική επιστροφή τους…
Κι όλοι εμείς τους βλέπαμε, τους νιώθαμε, τους ξέραμε αλλά δεν κάναμε το παραμικρό για να τους αντιμετωπίσουμε… γιατί με μια έννοια τους περιείχαμε, τους νταντεύαμε σαν παιδιά μας, τους κανακεύαμε με παραμύθια… τους ποτίζαμε με ιχώρ και γάλα της ψυχής μας…
Ήμασταν οι ξενιστές της ίδιας μας της φρίκης…
Και τώρα οι ρόλοι άλλαξαν ξανά…
Και η εποχή του Οφιόμορφου ανθρώπου ανατέλλει…
Κι εμείς έκπληκτοι, αδρανείς και αθωράκιστοι…
Ως την αυγή ενός άλλου ήλιου… αυτή τη φορά όχι με δάνειο φως… αλλά δικό μας!

Ίσως… 



Foto: http://albertoparada.electrofolio.com/en/c42/The-dawn-of-man#/gallery.4.People

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019



Κάποιος που περπάτησε
μέσα στους λαβύρινθους του είναι του...

Κάποιος που φιλοξένησε ένα απροστάτευτο ζωάκι
στο δωμάτιό του...

Κάποιος που άπλωσε το χέρι
για να κρατήσει και να κρατηθεί...

Κάποιος που ξόδεψε όλο του το βλέμμα
για να σκεπάσει ένα μοναχικό παιδί...

Κάποιος που δρόσισε τα χείλη με νερό
κάποιου απ’τους ληστές
πάνω στο σταυρό...

Κάποιος που κοιμήθηκε για μια αιωνιότητα
σ’ένα παγκάκι
ανάμεσα στις φωνές των ανθρώπων
και τις ανάσες της νύχτας...

Κάποιος που δεν συκοφάντησε ποτέ
την τρυφερότητα...

Κάποιος που φοβήθηκε
που λεηλατήθηκε
που όλα τα αρνήθηκε…

μια μέρα θα συναντηθούμε
και θα έχει έναν ήλιο τόσο δυνατό
τόσο όμορφο
τόσο μεγάλο
που θα χαθούμε ολόκληροι στο φως του
και ακέραιοι
θα ξαπλώσουμε στη φωτιά του


και δεν θα μας καίει…


Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Γέρας



Κι έρχεται κείνη η στιγμή που ‘ανακαλύπτεις’ το φορτίο των αναμνήσεων… που αισθάνεσαι όσο ποτέ πριν, ολόκληρο και σχεδόν σημειακό το μνημονικό άχθος…

Και λες ξαφνικά, ‘δεν θέλω πια να είμαι εγώ… αν μπορούσα… μακάρι να γινόταν να μην ήμουν εγώ πια αλλά κάποιος άλλος…’

Αρνείσαι αυτό που είσαι; Αρνείσαι αυτό που φέρεις; Βέβαια το αρνείσαι. Σου είναι απεχθές και επώδυνο, σου είναι περιττό και ασήκωτο. Η κάθε σου στιγμή έχει μολυνθεί από ένα ‘χτες’ που δεν το θέλεις πια. Το κάθε σου βήμα μοιάζει με αυτό του κοσμοναύτη στη Σελήνη, αργό, μελαγχολικό, ασθμαίνον…

Έρχεται εκείνη η κυκλώπεια στιγμή που τα πλακώνει όλα, τα συντρίβει όλα, τα αφανίζει όλα. Σα να μην είσαι εσύ αυτός που καλείσαι να συνεχίζεις κάθε πρωί μα κάποιος που ‘έφτασε’ να γίνει εσύ… αυτός που δεν αναγνωρίζεις και αρνείσαι… εσύ που δεν αγκαλιάζεις και απορρίπτεις…

Είναι βέβαια αργά και είναι μάταιο… όλα όσα ‘έγιναν’ οδήγησαν σε αυτή την καταραμένη ‘στιγμή’ που ακούς μια νότα από κάποια μελωδία και ταράζεσαι, βλέπεις μια σκηνή από μια ταινία και κλονίζεσαι, στρίβεις σε κάποια γωνιά ενός δρόμου και ανοίγεται μπροστά σου ένας ολόκληρος κόσμος… ένας χαμένος κόσμος από φωνές, μυρωδιές και όνειρα… ένας κόσμος που μαγαρίστηκε, που ακυρώθηκε…

‘Ας μην ήμουν πια εγώ’, λες, ‘ας ξυπνούσα ένα πρωί όχι εγώ αλλά ένας άλλος…’. Κι αυτό που φοβάσαι δεν είναι πλέον ο θάνατος γιατί αυτός συνέβη εκατομμύρια φορές, εκατομμύρια στιγμές και ακολουθούν αμέτρητες ακόμα… ο θάνατος περπατούσε μαζί σου συνεχώς, σου κρατούσε το χέρι… μονάχα που ήταν πάντα μεταμφιεσμένος σε ζωή και ξεγελιόσουν…

Κείνο που φοβάσαι πλέον είναι πως κι αυτή η αιώνια στιγμή θα τελειώσει… πως έχει ήδη περάσει, πως έχει ήδη πεθάνει… κείνο που φοβάσαι είναι πως το χτες στην επόμενη στιγμή θα είναι ακόμα βαρύτερο, οι μνήμες πιο ζωντανές, οι διαψεύσεις πιο οδυνηρές, οι αλήθειες πιο αμείλικτες… Γιατί τώρα πλέον έχεις συντονιστεί με το Μεγάλο Ρυθμό και η ανάσα σου αρμονίστηκε με τη δική του. Και γιατί πλέον το Αχανές δεν είναι ένα κορίτσι που σου χαμογελά ανοιξιάτικα ή μια εκδρομή με τους φίλους γεμάτη αστεία, πειράγματα και τρέλες. Μα είναι το σκληρό χέρι της Ειμαρμένης που σου κλείνει σαν τανάλια το λαιμό και σου πλακώνει το στέρνο… είναι το γέρας της πορείας σου να πραγματώσεις ό,τι μπορούσες ή ό,τι τόλμησες…

Περισσότερο…

Είναι το ψεύτικο, νεκρό χαμόγελο της κοπέλας που θα σε υποδεθχεί στο παλάτι με τα γαλάζια μάρμαρα και τα αναρίθμητα δωμάτια…

Και σ’αυτό το μεγαλοπρεπές μέγαρο δεν υπάρχει θάνατος ούτε ζωή… υπάρχει αιωνίωση και φρίκη…

Στιγμές που δεν τελειώνουν ποτέ μα διαδέχονται αναρίθμητα η μια την άλλη…

Κι αυτός ο άλλος που κάποτε ευχήθηκες να ήσουν…

Αυτοί οι αμέτρητοι άλλοι που ευχήθηκες να ήσουν…

Είναι κι αυτοί εκεί και σε περιμένουν… 



LONELY TRAVELER
The Jar - Geir Jartveit 

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019



Πέντε άξονες ενηλικίωσης του ανθρώπου

ο κύκλος επιτίθεται στη γραμμή
η άνοδος είναι η θέα του ανάποδα κρεμασμένου
το βλέμμα διασώζει ό,τι ο χρόνος αποβάλλει
το συναίσθημα είναι το χθες της σκέψης
η αντίληψη κατασκευάζεται


Πέντε αρχές του Αχανούς που κληροδοτούνται στον άνθρωπο

η εντροπία είναι το ψεύδος που δοξολογεί η ποίηση
το πραγματωμένο εν δεν μερίζεται
οι μυητικές ορίζουσες είναι εγγενείς στον άνθρωπο
ο ενιαυτός είναι η περίοδος ολοκλήρωσης και αποκατάστασης κάθε ευγενούς δοκιμασίας
ο σοφός που μιλά ακόμη δεν είναι στην τελευταία του βαθμίδα


Πέντε αφορισμοί σωματικής νοημοσύνης

το σώμα εργάζεται το υπόρρητο γνώναι
το σώμα εμπεριέχει όλες τις ενδεχομενικότητες συν κάτι ακόμα
το σώμα φιλοξενεί τις προ-εννοιολογημένες εμπειρώσεις
το σώμα αποφασίζει και καθορίζει το βέλτιστο για τους άλλους φορείς
η αγάπη είναι κυτταρικός ιμπεριαλισμός


Πέντε ελιγμοί εσωτερικής δράσης

το Ανοίκειο δεν είναι ενδεχόμενο, είναι αναδυόμενη δι-αντίληψη
το πεπερασμένο σε κάθε ειναιική δράση δεν γεννιέται στο είναι
το ιερό είναι απρόσιτο, αναφές και απρόσβλητο
το ερωτικό γεγονός είναι η παγκόσμια και καθολική αρχή που διέπει το κάθε τι
η διαμερισματοποίηση αντίκειται σε κάθε έννοια ενικότητας και είναι εχθρός της αρμονίας



Untitled No. 4733 Art Print by Miki Meir Levi

Τρίτη 20 Αυγούστου 2019

Η ‘χρήση’ του άλλου…




Η σχέση, λέω καμιά φορά, είναι στάση και όδευση. Είναι μια πορεία αλλά με σημεία στάθμευσης και εποπτείας. Εάν τρέχεις διαρκώς, δεν βλέπεις… ακούς μονάχα την ανάσα σου και νιώθεις το βροντοχτύπημα του είναι σου στις φλέβες σου. Κι επειδή δεν βλέπεις, δεν σκέφτεσαι κι επειδή δεν σκέφτεσαι, δεν στοχάζεσαι… κι επειδή δεν στοχάζεσαι κάποια στιγμή αποξενώνεσαι από τους ίδιους τους καρπούς της όποιας σχέσης… δεν έχεις πια σχέση… είναι ένας κυνηγημένος…
Λέω ακόμα πως δέχομαι τέσσερα στάδια… επαφή – σχέση – συνάντηση – διύπαρξη… τούτος είναι ο δικός μου στοχασμός… η επαφή δίνει την κεραύνια εκκίνηση, η σχέση εργάζεται στους τρεις άξονες της δι-εαυτικής συνθήκης του επικοινωνείν (σώμα, νους, πνεύμα) και έπειτα ακολουθεί η συνάντηση… το μεγαλειώδες και συγκλονιστικό δι-αγαπάν που ενώνει οργανισμικά τους ανθρώπους σε χαμηλά και υψηλά επίπεδα… χωρίς συνάντηση δεν έχει κανένα νόημα η δυαδικότητα, το σχήμα καταρρέει σαν χάρτινος πύργος, φλεγόμενος μάλιστα… ο άνθρωπος γίνεται ερειπιώνας, ζει σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα, αναπνέει τα τοξικά γαστρικά υγρά του και… πεθαίνει…
Δεν συζητώ καν τη δι-ύπαρξη γιατί εκεί έχουμε άλλης τάξης μεγέθη… έχουμε άλλες ενέργειες, έχουμε το ορθάνοιχτο βλέμμα, τον συντονισμό με το Ρυθμό, την συνοδοιπόρευση με τη Ροή, τη βαθιά μύηση στα έγκατα του ζην… η μόνη γλώσσα που μπορεί να περιγράψει, ίσως, τις δυναμικές και τα σύμπαντα της διύπαρξης είναι βέβαια η ποιητική… ούτε η επιστημονική, ούτε η θεολογική, ούτε η φιλοσοφική… όλες τούτες είναι φτωχά υποσύνολα της ποιητικής γλώσσας…

Όμως τι σημαίνει η ‘χρήση’ του άλλου;

Σημαίνει ότι ο άλλος ακυρώνεται εξ αρχής, δεν αποτελεί πρόσωπο και εξυπηρετεί ως ‘χαρτοπετσέτα’ συναισθηματική ή σωματική ή διανοητική τις ανάγκες μου. Η συνθήκη είναι τόσο συνηθισμένη που δεν χρήζει καν περιγραφής.
Η από-προσωποποίηση του άλλου είναι ένας ευφυής ελιγμός του όλου τραυματισμένου οργανισμού για να αντέξει τις δυναμικές μιας πιθανής επαφής και αργότερα ‘σχέσης’. Εάν αποδεχθώ τον άλλο ως πρόσωπο, ως το όλον που είναι –αυτονοήτως και αδιαπραγμάτευτα- τούτο σημαίνει πως πρέπει κι εγώ να προτείνω το δικό μου πρόσωπο. Η επαφή δεν απαιτεί πρόταση, απαιτεί την κατανάλωση πρωτεικών ενεργειών που αν δεν εκτονωθούν απειλείται η ίδια η συγκρότηση του αρμολογημένου όντος. Η σχέση όμως απαιτεί την πρόταση. Την κίνηση προς τον άλλο… την ίδρυση μιας συνεργασίας εμπιστοσύνης, την αμοιβαία εκχώρηση ζωτικών χώρων… εάν ο άλλος είναι πρόσωπο αναγκάζομαι να αποκαλύψω και το δικό μου.
Προτιμότερο για πολλούς να μην το πράξουν. Κι έτσι απελπισμένα και με αβυσσαλέα δίψα, αναζητούν τον άλλο ως τροφή, εργαλείο, μηχανή ικανοποίησης αναγκών… κι αυτό το κάνουν επειδή λιμοκτονούν… όταν η πείνα κορεσθεί ικανοποιητικά ο άλλος παύει να έχει λόγο ύπαρξης… στην ουσία αποτελεί εμπόδιο… είναι μια χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα και κανείς δεν κρατά στις αναμνήσεις του χαρτοπετσέτες…

Λέω λοιπόν, η σχέση είναι στάση και όδευση… διαρκής παρατήρηση, εποπτεία… το συναίσθημα με την πλημμυρική αρχαιώνια δράση του τα θολώνει όλα… ο νους όμως παραμένει εν εγρηγόρσει… δεν έχω διαλέξει τυχαία τις λέξεις που συνθέτουν από έναν άλλο, προσωπικό δρόμο το όνομά μου…
Νους ΗΜΕΡαυγής Τάνυσις Ηθείου Σώματος… (ΝΗΜΕΡΤΗΣ)


Γιατί ο νους οφείλει να οδηγεί το άρμα… όχι το άρμα το νου…  

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019



Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει;
ναι τη καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής.
Μίλτος Σαχτούρης, "Τα δώρα".

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Άληστος γνώσις…



Δεν τολμώ να κοιτάξω πια στη γη
ούτε και στον ουρανό
υπάρχει μονάχα ένα ξέφωτο μικρό
στη μνήμη
για να καταφεύγω

πριν παραδώσω ό,τι ιερότερο έχω
στον Γέροντα με το λευκό χιτώνα
πριν αξιωθώ να περπατήσω το μονοπάτι εκείνο
που δεν έχει ούτε στερέωμα
ούτε φως
θα έλθω πάλι για λίγο μόνο να σε δω
να σε αγκαλιάσω

φεύγουμε άρτιοι και οι δυο
ευτυχισμένοι
γιατί όλα τα ζήσαμε ολόκληρα
μαζί
ακέραια
ακόμα και στην αγρύπνια
ακόμα και στον πόλεμο

και δεν μιλούμε πια
και δεν ακούμε
δεν κοινωνούμε ούτε τη σιωπή
ή τη λαχτάρα ενός χαμόγελου
δεν το έχουμε ανάγκη

ανάγκη έχει μόνο εκείνος
που πάνω στο σώμα του έχει κηλίδες θλίψης
και πάνω στη ψυχή του
ένα διάπυρο γιατί
και φλέγεται…

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Όχι για πολύ ακόμα


Κανένας δεν μάς περίμενε αδελφέ μου στις Σκαιές Πύλες.
Υπήρχε μια ιδιαίτερη ησυχία σε τούτο τον τόπο της αναχώρησης. Μια ησυχία που ορίζουν ο χρόνος και η απουσία χρόνου.
Ο ουρανός ήταν εχθρικός, σκοτεινός και λάβρος.
Είχες ένα βλέμμα γλυκό, παιδικό, ήρεμο. Δεν σε ενοχλούσε εσένα ποτέ ό,τι γινόταν έξω. Δεν έδωσες ποτέ σου σημασία στις μεταβολές της φύσης, στα παιχνιδίσματα του ανέμου, στα ερωτικά καλέσματα της θάλασσας. Δεν μπορούσε εύκολα να σε ξεγελάσει τίποτε που οι αισθήσεις μακαρίζουν και οι οφθαλμοί ερωτεύονται. Το παλίμβουλο της φύσης φρόνημα εσένα δεν σε άγγιξε ποτέ.
Ήξερες πως όλα βρίσκονται μέσα μας. Ήξερες πως ό,τι δεχόμαστε και ό,τι αρνιόμαστε, ό,τι ονοματίζουμε και ό,τι αποσιωπούμε, ό,τι χαρίζουμε κι ό,τι μάς δωρίζουν είναι μικρές ψηφίδες σε ένα παλίμψηστο που κάποτε θα διαβρωθεί, θα σπάσει, θα χαθεί. Για πάντα.
Σε κρατούσα από το χέρι σα να ήσουν μικρό παιδί. Κι εσύ δυσφορούσες και με άφηνες. Ήθελες να περπατήσεις μόνος σου, ήθελες να τρέξεις σε τούτα τα λιγοστά τελευταία μέτρα ως το Μεγάλο Κατώφλι. Μα εγώ δεν μπορούσα να σε αφήσω και σ’έπιανα πάλι. Αιχμάλωτο για πάντα σε ήθελα, δικό μου κι αυτό ποτέ σου δεν μού το συγχώρησες.
Και σε τούτες τις φοβερές πύλες δεν μάς περίμενε κανείς.
Ολόγυρα ένα σκληρό, αμείλιχο τοπίο. Ένα τοπίο αγέλαστο, πανάρχαιο, σιωπηλό.
Ανάσαινες βαριά τώρα κι ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται. Τι ερχόταν τώρα; Τι μάς περίμενε; Μα για τα όσα άφηνες πίσω σου είχες προ πολλού αδειάσει την ψυχή σου και δεν ενδιαφερόσουν. Ούτε για μένα πια ενδιαφερόσουν καθώς το βήμα σου γινόταν ολοένα και πιο ανυπόμονο. Ήθελες να γνωρίσεις τι συμβαίνει, ήθελες να ψηλαφήσεις το αναπόδραστο, να κοινωνήσεις το αιώνιο. Η ψυχή μου ζήλεψε την αγέρωχη στάση σου, το γενναίο σου πνεύμα. Δεν ήσουν εσύ που φοβόσουν, εγώ ήμουν.
Σαν φτάσαμε κάτω απ’τις Πύλες άρχισε να πνέει ένας παράξενος, ζεστός άνεμος. Δεν έκανες καμιά κίνηση να προστατευτείς. Γύρισες μονάχα και με κοίταξες για μια στιγμή μού άφησες το χέρι και προχώρησες. Νόμιζα πως θα διαλυθώ σε όλα μου τα εκατομμύρια κύτταρα από τούτο τον αποχωρισμό μα σε κοιτούσα στέρεος ακόμα και όρθιος να διαβαίνεις θαρρετά το πιο φοβερό κατώφλι της Ύπαρξης.
Λίγο πριν σε χάσω μέσα στο στροβιλισμό αυτού του λίβα που κατέκαιε το πρόσωπό μου, γύρισες και με κοίταξες ξανά, για στερνή φορά. Δεν μού χαμογελούσες, δεν είπες τίποτα. Κι ύστερα χάθηκες μέσα στο πέρασμα που οδηγεί τα ανθρώπινα πλάσματα από το μερικό στο Όλο και από το πολλαπλό στο Εν…
Έμεινα κάμποση ώρα, δεν ξέρω πόση, ακίνητος και περίμενα… δεν ήξερα τι… πού να γυρίσω, είπα, πού να πάω… σκέφτηκα να κινήσω κι εγώ μπροστά, να σ’ακολουθήσω, να χωθώ κι εγώ μέσα στην νεκροδίνηση αυτή που μαινόταν ολόγυρα μα σιγά σιγά έπαυε.
Έκλεισα τα μάτια και με την απόφαση να πυργώνεται μέσα μου έκανα ένα βήμα μπρος… κι άξαφνα μια τρομερή δύναμη με τίναξε προς τα πίσω και βρέθηκα ξαπλωμένος πάνω σ’αυτό το ξερό, άνυδρο χώμα.
Άρχισε να βρέχει… ένα γκρίζο, βρομερό ψιλόβροχο… οι σταγόνες πέφταν στο κεφάλι και στα χέρια και με έκαιγαν…
Σηκώθηκα, γύρισα το σώμα μου αργά και πήρα το δρόμο της επιστροφής…

Όχι για πολύ αδελφέ μου, είπα μέσα μου…
όχι για πολύ ακόμα…



Time Gate

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019


Περιπατητής σε δρόμους αχάρακτους
σύντροφοι τα ξωτικά της φαντασίας.
Ξέρω θα μου πείτε
τα πλουμιστά εμπορεύματά σας
φαντάζουν διαλεχτά.
Όμως στις παράγκες του κόσμου ξεθωριάζουν.
Δεν τα χρειάζομαι.
Αφήστε με ήσυχο νʼ ανησυχώ.
Αντώνης Στασινόπουλος, "Ανήσυχος".
(Ο ποιητής, αναρχικός κι επαναστάτης Αντώνης Στασινόπουλος (1957- 2015), γεννήθηκε και πέθανε στην Πάτρα, επιδιώκοντας με την κοινωνική και ποιητική του ζωή την υπέρβαση κάθε προσωπείου. Μοναχικός, παρά τη σχέση ζωής με τη σύντροφό του και τους ακλόνητους φίλους που στάθηκαν στο πλευρό του, απλός μα ασυμβίβαστος, εξέφρασε με την ποίησή του τον μόχθο του ανθρώπου απέναντι στο Tέρας του κράτους που ο ίδιος δημιούργησε. Η ιδανική πόλη είναι γιʼ αυτόν μια πόλη «αγέννητη» με «σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου». Μια τέτοια πόλη, όμως, δεν υφίσταται στο παρόν, αφού ο πλανήτης τυλίγεται με ένα «γκρι φόντο». Παρά τις πληγές και τη μοχθηρία του κόσμου που σήκωσε στις πλάτες του, ο ποιητής δεν είναι απαισιόδοξος. Αγκαλιάζει το σύμπαν γύρω του «φτιάχνοντας κύκλους» ζωής κι ευελπιστώντας για το «σπόρο» που θα μείνει πίσω για τις επόμενες γενεές. Αγκαλιάζοντας τα «παιδιά-ποιητές» του μέλλοντος και τους κατατρεγμένους, η ποίηση του Αντώνη Στασινόπουλου κυοφορεί το βρέφος μιας ουτοπικής αλλαγής).

Αναδημοσίευσα από: 
CHEFGUEVARA ANTINOUS
https://mewe.com/myworld 

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019


Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους
Κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους
Όμως ή καρδιά μου ήταν πιο κοντά
Στους άγριους άρρωστους με τα φτερά
Στους μεγάλους απεριόριστους τρελλούς
Κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους


Μίλτος Σαχτούρης, "Έζησα κοντά".
(Μνήμη Γιώργου Μακρή).

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Να φυλάς τα ιερά σου


Να φυλάς τα ιερά σου
Να φροντίζεις μέσα στην άγονη σκόνη
εσύ να μένεις καθαρός
Να επιμένεις
Οι μέρες που σου έλειψαν
να ξέρεις
έρχονται πάλι


Να παραφυλάς τις ασέληνες νύχτες

για τον εχθρό στο σκοτάδι
όμως όταν τελικά τον ανταμώσεις
δώστου το χώρο που ζητάει
δώστου αφηγήσεις
και ιλίγγους από ηρωικούς ανέμους
ως και την παρηγοριά της λήθης
αν το μπορείς


Όμως

μακριά απ'τα ιερά σου
τα κρύφια δώματα
τις αίθουσες με τα ακριβά σου


Κι όταν θα φεύγει

Πρόσεξε!
μην τον κοιτάξεις
το χέρι μην του δώσεις
Μην ξεχαστείς!
Το βλέμμα του
με κάθε κόστος ν'αποφύγεις


Όχι γιατι το Άγνωστο θα σε σαρώσει

Μα εκείνο που θ'αντικρίσεις
με τη γλυκύτητα του οικείου
θα σου ζεστάνει την καρδιά τόσο πολύ
που την αποστολή σου αρνείσαι
και αφήνεσαι νωχελικά
να ευεργετηθείς
με το μαυλιστικό ταξίδι στο Αχανές


Και μουδιασμένος

ως τα έγκατα
απ'τη θέρμη της καρδιάς σου
αναχωρείς
και αφύλαχτα μένουν τα ιερά σου
Κι εσυ απ'το ταξίδι αυτό
απρόσωπος θα επιστρέψεις...


Hidden Entrance

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

οι ‘τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας’...



Η σχέση με τον άλλο, τον Άλλο, τον ένδον άλλο, δεν είναι τηλε-μαραθώνιος… δεν ευαισθητοποιούμαστε για πέντε λεπτά και τηλεφωνούμε για να τον ‘σώσουμε’… η σχέση είναι εργασία, καθημερινή, σκληρή και πολλές φορές αντιπαθητική, αχώνευτη και τραχιά… δεν έχει καμιά σχέση με το συναίσθημα… σε θέλω όσο είμαι ερωτευμένος και μέσα από το γλυκερό μου ή φλογερό μου πάθος σε ιδανικεύω… σε βάζω στο θρόνο σου, σε προσκυνάω κι έρχεται η μέρα που ξυπνώ και έχω αδειάσει και σε γκρεμίζω… αυτό δεν είναι σχέση… αυτό είναι μια λέξη από κ… και νομίζω είναι κατανοητή…

Όμως είμαστε τεμπέληδες, οκνοί και οκνηροί… είμαστε γεμάτοι ξεσπάσματα και ενθουσιασμούς και έπειτα… αδιαφορία… δεν σε ξέρω δεν με ξέρεις… καλά περάσαμε, όμορφα ήταν, να είσαι καλά, χαίρεστε… κι αυτό αφορά όλες μας τις σχέσεις… γιατί αφορά το μοτίβο, τον δομικό μηχανισμό του σχετίζεσθαι… δεν έχει να κάνει με τον άλλο, έχει να κάνει με εμάς…

Σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό εξηγεί την πλήρη αδιαφορία των περισσοτέρων και για τα πνευματικά ζητήματα… ας μην αναφέρω τα πολιτικά, τα κοινωνικά, κ.α.

Είμαστε οι ‘τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας’ για να θυμηθώ την περίφημη ταινία του Παναγιωτόπουλου… από τους τρεις αδελφούς που βρίσκονταν σε καθημέρια λήθη και βυθιότητα, ο ένας αποτολμά να εκδηλώσει κάποια ικμάδα, κάποια σκανδαλώδη θέληση ‘να δουλέψει’ και προκαλεί την οργή –νυσταλέα κι αυτή- και αντίδραση πατέρα και αδελφών. Η βαρύτητα του εαυτού είναι τέτοια που το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο… τα έχουμε ξαναπεί για τη βαρύτητα του οκνηρού εαυτού και την ακηδία στην οποία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια… όλα είναι μαθηματικά, ο Σάμιος διδάσκαλος είχε δίκιο…

Τι είναι αυτό όμως που συντηρεί το πάθος, τον έρωτα; Τι είναι αυτό που αντιστέκεται σε αυτή τη φοβερή βαρυτική δύναμη, τη θλιπτική, την θανατογόνο; Τι είναι αυτό που μπορεί και τα πιο ράθυμα και νωχελικά πρωινά να σε ωθήσει, να σε συντηρήσει, να σε διατηρήσει στην έρευνα, τη μελέτη, την διερεύνηση, την εξερεύνηση;

Είναι πολλά… και η ταπεινή μου άποψη είναι πως το βασικότερο είναι η συσσώρευση ενέργειας… όταν είσαι ρετάλι ενεργειακό, τελειωμένος από τις βιοτικές μέριμνες, εξουθενωμένος από καθημερινούς καβγάδες, διεκδικήσεις, αδολεσχίες, συζητήσεις άνευ νοήματος, έρχεται η κόπωση… ο ‘κεκμηκώς’ που θα έλεγαν και οι παλιοί άνθρωπος δεν έχει καμιά διάθεση για πνευματικά ζητήματα… τη μόνη διάθεση που έχει είναι να πέσει για ύπνο… δικαιολογημένος…

Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις όμως… αυτοί που και στη δουλειά ξεκλέβουν χρόνο να διαβάσουν ποίηση, να σχολιάσουν ένα εδάφιο της Γραφής… να λογομαχήσουν ακόμα για μια ρήση του Πλάτωνα ή μια αποστροφή του Μαρξ… θυμάμαι τον εαυτό μου κάποτε να κάνουμε μετακόμιση με έναν φίλο, αιώνες πριν… κουβαλούσαμε θεόρατες κούτες και συζητούσαμε για τους Ναΐτες Ιππότες και το Γκράαλ… η παράνοια… από τη μια η χυδαία καθημερινότητα, από την άλλη το φως μιας υπέροχης συζήτησης…

Υπάρχουν δρόμοι λοιπόν… αλλά υπάρχουν και κρεβάτια…


Δεν ξέρω αν είναι θέμα επιλογής… μπορεί να είναι όντως θέμα βαρύτητας…