Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Αίσακος


Περνάγαμε το κλαδί της μυρτιάς
από τον ένα σύντροφο στον άλλο
τούτος ο νεκρόδειπνος
έχει το μεγαλείο της σιωπής
και της σιγής το φως
Ο ήρωας που κείται στο βελούδο της γης
μας περιμένει…

Περνάγαμε το πένθιμο κλαδί
από χέρι σε χέρι
λέγαμε δυο κουβέντες κι ύστερα δάκρυα
υμνούσαμε το Μέγα Σχίσμα
που τους θνητούς ποτέ δεν λησμονεί
αλλά και τον αιώνιο παλμό της δρόσινης ζωής
που δραπετεύει από τα Τάρταρα
και μας ποτίζει
για λίγο έστω
με συλλαβές βροχής

Το κλαδί έμεινε κάποτε μονάχο
ορφανό από ψελλίσματα ανθρώπων
που στέκουν τώρα βουβοί
δίπλα στο σιωπηλό πολεμιστή

Έρχεται η αυγή αδελφέ μου
και μεθυσμένους θα μας βρει
να ξέρεις
όχι από πόνο
αλλά από δριμιά κατάφαση Έρωτα
και δάφοινη φωτιά ψυχής

να ορμήξουμε εκεί
που το αιώνιο σε παίρνει απ’το στήθος

και σε αθανατίζει…



Δεκ 2011

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Νυχτοβάτης


Νυχτοβάτης



Ο Νυχτοβάτης κοιτούσε το γυμνό του είδωλο στο μεγάλο, όρθιο, οβάλ καθρέφτη.
Για πολλή ώρα έμεινε ανέκφραστος.
Για κάποιον παράξενο λόγο, ήξερε ότι ερχόταν η στιγμή που το είδωλο θα συνομιλούσε μαζί του.
Για κάποιον άλλο παράξενο λόγο, ήταν έτοιμος γι’αυτή τη συνομιλία.
Κι έτσι, δεν τον πτόησαν οι αμείλικτοι αιφνιδιασμοί.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον πρώτο όταν αντίκρισε το πρόσωπό του. Δεν εμφανιζόταν ολόκληρο. Σχεδόν το μισό έλειπε. Μισό πρόσωπο δεν σημαίνει μισή ύπαρξη, σκέφτηκε, σημαίνει διπλός μόχθος για να χτίσεις την επάρκεια της ψευδαίσθησης.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει το δεύτερο όταν διέκρινε τα έντονα, σκούρα σημάδια στο ένα του χέρι, λίγο πάνω από τον αφαλό και στα πόδια του. Ήταν πλατιές, γκρίζες κηλίδες.
Ανασαίνουν, σκέφτηκε και τον ρίγησε η λέξη που δεν τόλμησε να γίνει ήχος.

Κι ύστερα αντίκρισε τον τρίτο, τον ισχυρότερο αιφνιδιασμό.
Το είδωλό του… παλλόταν… έτρεμε… σα να ήταν μια παράξενη ολογραμμική προβολή και όχι η πιστή αποτύπωσή του. Σα να επρόκειτο για μια φασματική εικόνα χαμηλής ενέργειας που πάλευε να κρατηθεί, να μην σβήσει, να παραμείνει ζωντανή…
Πεθαίνω, σκέφτηκε ξανά και τούτη η τρομερή λέξη δεν είχε κανένα βάρος, καμιά θλίψη, κανένα συναισθηματικό περιεχόμενο. Ήταν μια απλή, καθαρή, σχεδόν κλινική διάγνωση.

Σήκωσε το αριστερό του χέρι και παρακολουθούσε να επαναλαμβάνει τη κίνηση το είδωλό του. Χάιδεψε το λαιμό του και το στήθος του. Και τότε το είδε για πρώτη φορά. Το είδωλό του πονούσε. Το απαλό αυτό ταξίδι στο σώμα προκάλεσε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας στο τεμαχισμένο πρόσωπο του ειδώλου του. Μπορούσε να το δει καθαρά. Το φάσμα του πονούσε και αυτόματα έριξε ξανά το χέρι του κάτω.
Επανέλαβε το ίδιο μετά με το άλλο του χέρι. Το έφερε πάνω από το σημείο των γεννητικών του οργάνων. Όταν τα άγγιξε ο ίδιος μορφασμός ζωγραφίστηκε στο μισό πρόσωπο.
Το είδωλό του τρεμόπαιξε έντονα. Για μια στιγμή μάλιστα, ήταν σίγουρος γι’αυτό, χάθηκε εντελώς… πέρασε μια άπειρη στιγμή ώσπου να το ξαναδεί να αχνοσχηματίζεται εκ νέου στον καθρέφτη εμπρός του.

Μικραίνω… μικραίνω όλο και πιο πολύ… μονολόγησε μελαγχολικά και για πρώτη φορά επέτρεψε τη φωνή του να ηχήσει στο δωμάτιο. Εκείνο που είναι να αυξηθεί πρέπει να ανθίσει… εκείνο που είναι να συρρικνωθεί πρέπει να εκλείψει… είπε ξανά και ύστερα σίγησε.

Ο Νυχτοβάτης αισθάνθηκε μια παρουσία δίπλα του. Ήταν ο αδελφός του, ένας λευκός θηριώδης λύκος που κάθε πανσέληνο τον επισκεπτόταν για λίγες ώρες ως το ξημέρωμα. Ο λύκος ανάσαινε αργά και τον πλησίασε με προσοχή. Μετά κούρνιασε στα πόδια του.
Μονομιάς το είδωλο του Νυχτοβάτη σταθεροποιήθηκε. Έγινε ανάγλυφο, ζωηρό ακόμα και λαμπερό.
Αδελφέ μου!, είπε τρυφερά ο Νυχτοβάτης και άγγιξε τον λύκο μονάχα με την απαλή φωνή του.

Δεν έχω συνείδηση της ύπαρξής μου… άρχισε να μονολογεί πάλι και το είδωλό του παλλόταν ανάλογα με την ένταση της φωνής του. Ποτέ δεν επέτρεψα τούτη την πολυτέλεια στον εαυτό μου. Συνείδηση της ύπαρξης σημαίνει να μπορείς να ορίσεις τα πράγματα μονάχα από το εσωτερικό τους φως… είπε ξανά και χάιδεψε απαλά για πρώτη φορά με το χέρι του το όμορφο ζώο. Ένιωσε την ζεστή του ανάσα στο χέρι του και χαμογέλασε. Ήταν ένα αλλόκοτο χαμόγελο. Και δεν είδε το μισό του πρόσωπο στον καθρέφτη. Εκείνο δεν χαμογελούσε.

Δεν μας αγάπησε ο ήλιος αδελφέ μου… εμείς ήπιαμε γάλα απ’τα μαστάρια της Νύχτας, είχαμε μάνα την ασημένια Πανσέληνο και ορφανοί από πατέρα πορευτήκαμε ως τα τώρα… δεν μας αγκάλιασε κανένα φως εμάς, δεν μας έθρεψε η ζέση του καλοκαιριού, δεν μας νανούρισε η ραθυμία του μεσημεριού… κι όμως… φιλοξενούμε ένα ολόκληρο κόσμο… και δεν νιώσαμε ποτέ την ορφάνια… συνέχισε να μονολογεί ο Νυχτοβάτης και τα σημάδια στο είδωλό του μεγάλωναν… γίνονταν μελανές νησίδες στο ευαίσθητο, χλωμό του σώμα.

Ο μεγάλος λύκος όρθωσε το σώμα του και γρύλλισε.

Το ξέρω, ξημερώνει. Θα πρέπει να φύγεις… πήγαινε στην απλωσιά Της αδελφέ μου, ξεκουράσου στην αρχαία αγκαλιά Της… για μένα στερεώνεται η μόνη αλήθεια λεπτό το λεπτό… σ’ευχαριστώ… είπε και αισθάνθηκε έναν λυγμό να αναδύεται απ’τα σωθικά του και να του κλείνει το λαιμό.
Το πανέμορφο ζώο χαϊδεύτηκε για μια στιγμή στο σώμα του Νυχτοβάτη, σήκωσε το βλέμμα του αιχμαλωτίζοντας την αιωνιότητα της στιγμής στα μάτια του και μετά, ήρεμα και θλιμμένα αποχώρησε.

Τα σημάδια ολοένα και μεγάλωναν. Τώρα πια είχαν απλωθεί παντού. Το είδωλο άρχισε να τρεμοπαίζει πιο έντονα. Ο καθρέφτης έμοιαζε με την επιφάνεια μιας ρυτιδιασμένης λίμνης. Ο Νυχτοβάτης δεν μπορούσε να διακρίνει το είδωλό του.

Πονούσε.
Φοβόταν.
Έκλεισε τα μάτια του και ονειρεύτηκε την γέννησή του. Ονειρεύτηκε τη Νύχτα, τους αστερισμούς, τις τροχιές των κομητών, τα αλυχτίσματα των αδελφών του στα μεγάλα δάση, τις ξάστερες βραδιές κάτω απ’το στερέωμα, τη γεύση των ποταμιών και το τραγούδισμα του νερού όπως κυλούσε.

Δάκρυσε.
Τα μέλη του μούδιαζαν.
Ο χρόνος κάλπαζε ξέφρενα.
Οι ανάσες του, ακριβότερες από ποτέ, χύνονταν μια μια στο κατώφλι της αυγής…

Έρχομαι Μάνα… μπόρεσε να ψελλίσει και όλο του το κορμί αντιλάλησε βουβά το σπαραγμό του.

Το τελευταίο που αντίκρισε στον καθρέφτη όταν άνοιξε για ύστατη φορά τα μάτια του, ήταν μια λευκή, μικρή κουκουβάγια που άνοιγε τα φτερά της κι ετοιμαζόταν να πετάξει στην ελευθερία…

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Ο νους βολεύεται... μα η καρδιά αγριεύει...



«… Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει. μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;

Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία.

Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να ΄ταν να μπορούσε η καρδιά μου!...»


Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016


Ξένε
με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ' άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις εν' άστρο κόκκινο μεσ' το κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χαθήκαν
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χαθήκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μεσ' την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλι
αν τ' αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

Μίλτος Σαχτούρης

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

η σιωπή μοιράζεται με το άγγιγμα...




την κοίταξε με ένα παράξενο, δειλινό βλέμμα

γιατί θέλησες να με δεις;

οι λέξεις βγήκαν διστακτικά από το στόμα της… κι όμως γρήγορα το ρυάκι έγινε ποταμός

γιατί αναρωτιέμαι για το τέλος. γιατί κάποτε φοβόμουν τόσο πολύ που δεν τολμούσα να σκεφτώ. γιατί είχα βλέμμα μονάχα για το προσιτό, το προσηνές, το απλό. και τώρα δεν ξέρω πώς να διαβάσω πια όλα αυτά που απαιτούν μια άλλη γλώσσα.

δεν μπορώ να κάνω τίποτα για το φόβο
ίσως να μπορείς
μπορώ μονάχα να τον δω πλέον…
κάνε με κι εμένα να τον δω
δεν έχεις το βλέμμα
δώσε μου το βλέμμα

το πρόσωπό του παραμορφώθηκε… πτυχώσεις αρχαίες πήραν τη θέση αυτών που εκείνη γνώριζε. το θέαμα ήταν δύσκολο να το αντέξεις.

το βλέμμα κερδίζεται
πως;
με τη σιωπή
φοβάμαι τη σιωπή
γιατί δεν την γνώρισες αληθινά ποτέ
δώσε μου τη σιωπή

άπλωσε τα χέρια του κι εκείνη τα δικά της.
κι ύστερα τον άκουσε μέσα της

η σιωπή μοιράζεται με το άγγιγμα
με το άγγιγμα γινόμαστε κοινωνοί του αχανούς
τόλμησε να πλημμυρίσεις
αφέσου να γεμίσεις
το βλέμμα γεννιέται μονάχα στο αχανές
δες!
όπου υπήρχε χώρος για το φόβο
τώρα…

πετάχτηκε από το κρεβάτι της κάθιδρη.

τα χέρια της… ήταν ζεστά…
στα σωθικά της
κάτι αναδευόταν…



Μαι2012

Dream
© Titus Bartos

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Η τελευταία διάσταση είναι η Νύχτα




Η τελευταία διάσταση είναι η Νύχτα


π ρ ω τ ο ς   κ υ κ λ ο ς
Οράματα Αίματος


Είδες κι εσύ
αυτό το ασημόγκριζο φεγγάρι
που έχει μια δόλια μοχθηρία στο φως του
ή μήπως το γέννησε η Νύχτα;

Είδες κι εσύ
τη θάλασσα να μεταμορφώνεται
και να γίνεται ένα αρυτίδωτο σεντόνι
από ψυχές
ή μήπως το γέννησε η Νύχτα;

Πες μου αλήθεια
είδες κι εσύ
το πρόσωπο του θανάτου απόψε
να θροΐζει σαν μαύρος άνεμος τα φύλλα
και να κάνει τις αναμνήσεις των ανθρώπων
να αιμορραγούν;
ή μήπως ήταν κι αυτό
ένα παιγνίδι που έπαιξε η Νύχτα;

Ό,τι σε αγγίζει
δεν είναι πραγματικό
κι όμως υπάρχει
είναι επινόηση
είναι παγίδα
είναι η ανάσα της Νύχτας!

Ό,τι σε πληγώνει
δεν είναι υλικό
κι όμως ματώνεις
είναι στέρεο σκοτάδι
είναι ο αιώνιος πόνος
είναι το αίμα της Νύχτας!

Ό,τι σε αρπάζει
δεν είναι ψέμα
είναι αρχαίο
είναι βδελυρό
ό,τι σε κλέβει
δεν είναι γέννημα δικό σου
μα σου είναι οικείο
και αρρωστημένα
ζητάς να το γευτείς...

Ξέρεις αλήθεια
τι γεύση έχει
το αίμα του θανάτου;…

…Μην μένεις μόνος απόψε
όχι απόψε
γιατί θα'ρθει ο Φύλακας
και απαιτεί από σένα να τον δ ε ι ς
και να τον πολεμήσεις

Μη μένεις αδρανής απόψε
ειδικά απόψε
γιατί είναι γεμάτη η νύχτα εχθρούς
ύπουλους και χθόνιους
και θέλουν να πιουν το μυαλό σου
και θέλουν να ρουφήξουν το βλέμμα σου

Μη μένεις απροστάτευτος απόψε
κυρίως απόψε
γιατί είναι ματωμένα τα όνειρα
και στάζει αίμα ο χρόνος
μάθε λοιπόν πως απόψε
θα δ ε ι ς τη Νύχτα
και καλά ετοιμάσου!

Πες μου αλήθεια
έχεις ιδέα
τι γεύση έχει
το αίμα του Φόβου;

…κάποιοι μιλούν από παλιά
για ένα άρρωστο φεγγάρι

κάποιοι μιλούν από παλιά
για ένα φευγαλέο θάνατο
και είναι η ανάσα σου το τελευταίο βράδυ
που θα σε προδώσει
γι'αυτό
μην ανασαίνεις!

κάποιοι που ξέρουν
μιλούν από παλιά
για ένα βλάσφημο όνομα
για μια ανίερη ικεσία
πρόσεξε
είναι ο χτύπος της καρδιάς
που θα σε αποκαλύψει
γι'αυτό σταμάτα τη καρδιά σου!

κάποιοι που ακόμη έχουν τη γνώση
για κάτι που είναι να έρθει
ψιθυρίζουν
και επικαλούνται άγνωστες δυνάμεις
να τους προστατεύσουν
είναι ο φόβος που θα σε σκοτώσει απόψε
γι'αυτό πάψε να φοβάσαι...

κάποιοι μιλούν από παλιά
για τη μεγάλη χοάνη του Τίποτα
είναι αυτοί που διάλεξε η Εκάτη
να φυλούν τα μαγικά περάσματα
είναι αυτοί που λατρεύουν το θάνατο
κι είναι αυτοί που είδαν
τους Ακέφαλους Καβαλάρηδες
και τη Νύχτα στο Κατώφλι του Χρόνου

κάποιοι που είναι ακόμη ζωντανοί
μιλούν μα είναι δεσμευμένοι απ'το Χτες
όσα πουν να είναι τα τελευταία τους λόγια
κάποιοι που στοιχειώθηκαν απ'το Χάλκινο Πρόσωπο

κάποιοι που ανέβηκαν στο Εβένινο Αρμα
μιλούν ακόμη για τις Ασημένιες Αρπάγες
κι όποιος βλέπει απόψε είναι διπλά ευλογημένος
κι όποιος ταξιδεύει απόψε
είναι αιώνια καταραμένος
μα είναι αλήθεια
όποιος αγγίχτηκε απ'την Εκάτη
γυρνά σαλεμένος στις χώρες της τρέλας...

…Είναι ατελείωτες οι στρατιές
και αναρίθμητοι οι ιππότες
κατάφρακτοι πολεμιστές
πάνω σε άσαρκα άλογα

ατελείωτες αλήθεια είναι οι στρατιές
που η Κόλαση ξερνάει απ'τις σπηλιές του Χρόνου

Στερέωσε τα λογικά σου
και αρνήσου να αγγίξεις
και να ακούσεις
όσα θα γίνουν και όσα θα βιώσεις
όλα αρνήσου τα!
γιατί είναι ρευστός ο κόσμος του φωτός σου
και θα χυθεί σ'ένα φλεγόμενο Άπειρο

Στερέωσε μαχητή τα λογικά σου
κλείσε καλά τα μάτια σου
κλείδωσε τη καρδιά σου
και ετοιμάσου...


Δ ε υ τ ε ρ ο ς   κ υ κ λ ο ς
Αλλόκοτοι σχηματισμοί

…Είμαστε μυριάδες
κρυώνει ο άνεμος στο πέρασμά μας
αλλοιώνουμε τις δέσμες του φωτός
αλλόκοτοι σχηματισμοί
από νεκρούς και στάχτη...

Είμαστε αναρίθμητοι
το στερέωμα πλένεται απ'το αίμα μας
γεννηθήκαμε από την κλειστοφοβία των θεών
τρελοί νυχτοφύλακες
σε μαυσωλεία ιδεών...

Είμαστε απεριφρόνητοι
οι ποιητές υμνούν το άγγιγμά μας
φέρνουμε θάνατο και αδειοσύνη
στις νεκροπόλεις των αισθημάτων ζούμε...

Είμαστε ανίκητοι
ακέφαλοι και άσαρκοι
βλάσφημοι πόρνοι
οι βάρδοι τραγουδούν το καλπασμό μας
στις ονειροχώρες των παιδιών καραδοκούμε...

…Κάποιοι είπαν κάποτε
-οι αιώνες νυχτοπατώντας χάθηκαν
στο σούρουπο της ανοησίας τους-
πως είμαστε φανταστικοί
και αυτό είμαστε!
στα κύτταρά μας αιώνες νανουρίζεται στοργικά
το Απρόσιτο
και το Χαώδες

Κάποιοι κάποτε ισχυρίστηκαν
-τα σύμπαντα και οι αδιάσταλτοι κόσμοι χλευάζουν
την έπαρση των νάνων στοχασμών τους-
πως είμαστε πλάσματα του Σκότους
και όντως είμαστε!
τρεφόμαστε απ'το Ιχώρ του Πλούτωνα
και ο Αδης κανακεύει τα ανάπηρα παιδιά μας
σε κλίνες σμιλεμένες από κρανία φιλοσόφων

Κάποιοι αποτόλμησαν να πουν
-οι μανδύες του Άρχοντα
από ηδονή ξεδιπλώνονται
και σε βλέμματα ελπιδοφόρων ισορροπιών
απλώνουν τη τρέλα με ηδύτητα-
πως είμαστε σκέψεις νοσηρές
άδεια κελύφη και άθλια βαμπίρ
και αλήθεια είμαστε!
ρουφάμε αγνότητα
από παρθένους έρωτες
και ανασαίνουμε
βυζαίνουμε αγάπη
από ψυχωσικούς θρησκόληπτους
και αθανασία υφαίνουμε...

…Σου έμαθαν πως να χορεύεις
όχι πως να εναρμονίζεσαι
κι είσαι μια θλιβερή φιγούρα
από αδέξια μέλη που σέρνονται
κι είσαι ένα κέλυφος από νεκρές ανταύγειες

Σου έμαθαν πως να κοιτάζεις
όχι όμως πως να βλέπεις
είσαι τυφλός και δεν το ξέρεις
είσαι η όραση του τίποτα στους κόσμους του μηδέν

Σου έμαθαν να Μας σιχαίνεσαι
όχι όμως πως να Μας μισείς
στο μεγαλείο της Αρνητικότητας
σου απαγορεύτηκε να εισέλθεις
στην αγκαλιά είσαι μιας διακορευμένης αγιότητας
και θηλάζεις την μακαριότητα των ηττημένων...

…Σου έμαθαν πως να οργίζεσαι
όχι όμως πως να πολεμάς
ορθώνεις το ανάστημά σου απέναντί Μας
αλλά είναι το βλέμμα σου κενό
όπως η ύπαρξή σου
και χάνεται στο Απροσμέτρητό Μας...

Σου έμαθαν πως να αρπάζεις
όχι όμως πως να εφελκύεις
τίποτα σημαντικό δεν μπόρεσες να εκσπερματώσεις
κι έχεις αδειάσει
από τότε που πρώτη φορά ερωτεύτηκες
κι είσαι ένα ενεργειακό κουρέλι

Σου έμαθαν να βλασφημάς
όχι όμως να επικαλείσαι
μια νοσηρή υπόσχεση είσαι
κι είναι καιρός σου να μάθεις
πως είναι στο Άπειρο να ορμάς...


τρίτος κύκλος
Μαγικά Περάσματα

…Φυλάμε τα μαγικά περάσματα
είμαστε οι Εβένινοι Ιππότες της Νύχτας
στους αιώνες που μετράτε
χτίσαμε ένα απέραντο βασίλειο
από ρινίσματα ονείρων
στους κόσμους που ανασαίνουμε
συνθλίβεται ως και το σκοτάδι

Φυλάμε τα απρόσιτα κάστρα
είμαστε οι αναρίθμητοι λογχοφόροι
του Αργυρού Τίποτε
στις αιωνιότητες που ζητάτε
υμνήσαμε ένα Σύμπαν από νεκρόφιλες λαγνείες
στα λιβάδια που καλπάζουμε
εκπυρώνεται ως και ο Φόβος

Φυλάμε τα μαγικά περάσματα
είμαστε λαίμαργοι σειληνοί και γόητες φαύλοι
και όμως
στοιχειώνουμε το τρόμο και απλωνόμαστε
ως τις παραφυάδες των πρωινών σας
ο Άρχοντας μας λάτρεψε
η Νύχτα μας έθρεψε
η απληστία σας μας νανουρίζει

…Κόσμοι συγκρούονται
πλανήτες φλέγονται
και απόψε αγνοί ταξιδιώτες
φονεύονται

Κόσμοι παλεύουν
ήλιοι θρυμματίζονται
και απόψε καρδιές πολεμιστών
απ'το κάλλος της Νύχτας
εκπορνεύονται

Κόσμοι τελειώνουν
όνειρα πεθαίνουν
ματιές και προσχήματα
και απόψε
των μάγων οι μπέρτες
δονούνται ηδονικά
στην Απειροσύνη της Εκάτης...