Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

"Παρ'όλο που δεν είναι τα πάντα επιτρεπτά, είναι τα πάντα δυνατά να συμβούν"...




Η φιλοσοφική λίθος αντιπροσωπεύει το πρώτο σκαλοπάτι που βοηθάει τον άνθρωπο να προχωρήσει προς το Απόλυτο…

...Το Μάρτη του 1953 συνάντησα για πρώτη φορά στη ζωή μου έναν αλχημιστή. Αυτό έγινε στο καφέ Προκόπ που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή. Μου κανόνισε αυτό το ραντεβού ένας μεγάλος ποιητής, την εποχή που έγραφα το βιβλίο μου για τον Γκουρτζίεφ. Έμελλε να συναντήσω πολλές φορές ακόμα αυτόν τον παράξενο άνθρωπο χωρίς να τα καταφέρω όλες τις φορές να "εισχωρήσω" στα μυστικά του.
Γνώριζα πολύ λίγα πράγματα για την αλχημεία και τους αλχημιστές και όλες μου τις γνώσεις τις είχα πάρει από την λαϊκή φαντασία που δεν ήξερα φυσικά πως υπήρχαν ακόμη αλχημιστές. Ο άντρας που καθόταν απέναντι μου στο τραπέζι, άλλοτε καθόταν ο Βολταίρος, ήταν νέος και κομψός. Είχε πρώτα κάνει κλασικές σπουδές και μετά ακολούθησαν οι σπουδές στη χημεία. Επί του παρόντος κέρδιζε τη ζωή του ασχολούμενος με το εμπόριο. Συναναστρεφόταν πολλούς καλλιτέχνες και κάποιους ανθρώπους κοσμικούς.
Δεν κρατώ ημερολόγιο αλλά μου συμβαίνει σε ορισμένες σημαντικές περιπτώσεις να σημειώνω τις παρατηρήσεις μου και τα συναισθήματά μου. κείνη την νύχτα όταν γύρισα στο σπίτι μου έγραψα το εξής:
Τι ηλικία μπορεί να έχει άραγε; Είπε πως είναι 35 χρόνων. Αλλά η εμφάνιση σε μπερδεύει. Τα λευκά και κατσαρά του μαλλιά ήταν κομμένα με τέτοιο τρόπο που έμοιαζαν με περούκα. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο ρυτίδες πάνω σε μια ροζ νεανική επιδερμίδα. Οι κινήσεις του ήταν αργές και μετρημένες. Το χαμόγελο του ήταν ήρεμο αλλά τραχύ. Τα μάτια του γελαστά με ύφος απόμακρο. Όλα συνηγορούσαν για μια άλλη ηλικία. Ο λόγος του μεστός, καθαρός, χωρίς παρεκτροπές. Έβλεπες μια διαύγεια πνεύματος. Κρυβόταν μια σφίγγα πίσω από αυτό το ευπροσήγορο πρόσωπο το χωρίς ηλικία. Το ακατανόητο. Και δεν ήταν μόνο η δική μου εντύπωση, αυτή. Ο Α.Β. που τον έβλεπε σχεδόν κάθε μέρα εδώ και βδομάδες, μου είπε πως δεν "τον έπιασε" ούτε μια φορά να κάνει λάθος, να βγει έξω απ'αυτή την "ανώτερη αντικειμενικότητα".
Αυτό που του καταμαρτυρούσε ο Γκουρτζίεφ: Αυτός που αισθάνεται την ανάγκη να διδάξει δε ζει ολοκληρωτικά τη διδασκαλία του και δε βρίσκεται στο ανώτατο όριο μύησης.

Στη σχολή του Γκουρτζίεφ η ύλη δεν μεσολαβεί ανάμεσα στον μαθητή που τον έπεισαν για τη μηδενικότητά του και την ενέργεια που πρέπει να κατακτήσει για να περάσει στην ύπαρξη του πραγματικού. Αυτή την ενέργεια -αυτή τη "θέληση της θέλησης" λέει ο Γκουρτζίεφ- ο μαθητής πρέπει να τη βρει από μέσα του και πουθενά αλλού. Επομένως αυτή η προσπάθεια κατά ένα μέρος είναι λαθεμένη και οδηγεί μονάχα στην απελπισία. Αυτή η ενέργεια υπάρχει έξω από τον άνθρωπο και πρέπει να αιχμαλωτίσει. Ο καθολικός που καταπίνει την όστια θέλει μ'αυτό τον τρόπο να αιχμαλωτίσει την ενέργεια. Αλλά δεν το πιστεύετε; Αν δεν μπορείτε να έχετε πίστη ας έχετε τη φωτιά: αυτή είναι η αλχημεία. Μια αληθινή φωτιά. Μια υλική φωτιά. Τα πάντα ξεκινούν και τελειώνουν από την επαφή με την ύλη.

Ο Γκουρτζίεφ δε ζούσε μόνος, ήταν πάντα περικυκλωμένος από ανθρώπους σε μια κοινοτική ζωή. Υπάρχει ένα μονοπάτι μέσα στη μοναξιά, υπάρχουν μονοπάτια στην έρημο. Δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε μονοπάτια, ούτε ποτάμια στον άνθρωπο. Του κάνω ερωτήσεις πάνω στην αλχημεία που ασφαλώς θα του φαίνονται τελείως ανόητες. Δε δείχνει τίποτα και απαντά:
"Δεν υπάρχει τίποτα παρά μονάχα η ύλη, τίποτε άλλο παρά η επαφή με την ύλη, εργασία υλική, εργασία με τα χέρια". Επιμένει πολύ σ'αυτό.
"Αγαπάτε την κηπουρική; " Να μια καλή αρχή. Η αλχημεία μοιάζει με την κηπουρική.
"Αγαπάτε το ψάρεμα; " Η αλχημεία έχει κάποια κοινά στοιχεία με το ψάρεμα! "Δουλειά εύκολη, για γυναίκες και παιδιά".

Δε θα ξέρουν να διδάξουν αλχημεία. Όλα τα αριστουργήματα της παλιάς λογοτεχνίας μας δίνουν πληροφορίες γι'αυτή. Είναι γεγονότα που τα έζησαν όλοι οι μεγάλοι -οι ηλικιωμένοι- που τα είπαν στα παιδιά και σεβάστηκαν πραγματικά τη γνώση των μεγάλων. Δεν μπορούμε ποτέ να κρίνουμε ένα έργο μόνο από τις "αρχές" του. Αλλά η γνώση αυτών των αρχών και η οδός που οδηγεί σ'αυτή τη γνώση πρέπει να παραμείνουν μυστικές. Επομένως υπάρχει ένα είδος αλληλοβοήθειας για τους ερευνητές της πρώτης βαθμίδας.
Γύρω στα μεσάνυχτα τον ρώτησα για τον Φουλκανέλι και με άφησε να καταλάβω ότι ο Φουλκανέλι έχει πεθάνει:
"Μπορούμε να ζήσουμε", μου είπε, "πολύ περισσότερο από ότι ζούμε αλλά ο ανυποψίαστος άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να το φανταστεί. Και μπορούμε να αλλάξουμε οριστικά όψη. Εγώ το ξέρω. Ξέρω επίσης πως η φιλοσοφική λίθος είναι πραγματικότητα. Αλλά πρόκειται για μια άλλη κατάσταση που όπως όλες οι άλλες μπορεί και αυτή να καταμετρηθεί. Πρόκειται για μια άλλη κατάσταση της ύλης απ'αυτή που γνωρίζουμε. Τα μέσα αυτής της εργασίας και της καταμέτρησης είναι απλά και δεν απαιτούν πολύπλοκο εξοπλισμό: είναι δουλειά για παιδιά... " Προσθέτει:
"Υπομονή, ελπίδα, εργασία. Όποια κι αν είναι η δουλειά ποτέ δεν εργαζόμαστε όσο πρέπει".
Ελπίδα: στην αλχημεία, η ελπίδα βρίσκεται στη βεβαιότητα πως υπάρχει ένας σκοπός. "Δε θα είχα ξεκινήσει", είπε, "αν δεν μου είχαν αποδείξει ξεκάθαρα πως ο σκοπός υπάρχει πράγματι και πως είναι δυνατόν να τον κατακτήσεις μέσα σ'αυτή τη ζωή"...
... "Πιστεύω, όπως λέει και ο παλιός μου φίλος Αντρέ Μπιλί, ότι το να καταλαβαίνεις είναι το ίδιο όμορφο με το να τραγουδάς, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνεις απόλυτα"...
... "Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να φτάσεις στην ουσία της γνώσης. Η εποχή μας έχει τους δικούς της, όπως οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν τους δικούς τους. Δεν αναφέρομαι μόνο στη θεωρητική γνώση.

Είδα λοιπόν πως οι τεχνικές του σήμερα είναι πιο ισχυρές από τις τεχνικές του χθες. Αυτή η βασική γνώση που είχαν χωρίς αμφιβολία οι αλχημιστές (και άλλοι σοφοί πριν απ'αυτούς) θα έφτανε σε μας πιο ισχυρή, πιο επικίνδυνη και πιο απαιτητική. Θέλαμε να πετύχουμε το ίδιο αποτέλεσμα με τους αρχαίους αλλά από διαφορετική θέση. Πριν βιαστούμε να καταδικάσουμε το σύγχρονο πνεύμα στο όνομα της σοφίας των αρχαίων, ή πριν απαρνηθούμε αυτή τη σοφία, πιστεύοντας πως η πραγματική γνώση αρχίζει με το δικό μας πολιτισμό, θα ήταν καλύτερα να σεβαστούμε τη δύναμη του πνεύματος που κάτω από διαφορετικές συνθήκες, περνάει από το ίδιο σημείο φωτός και ανατέλλει. Πριν το καταδικάσουμε, το απορρίψουμε ή το διαλέξουμε πρέπει να το αγαπήσουμε. Η Αγάπη είναι το παν: κίνηση και ανάπαυση μαζί...
...Η αλχημεία σύμφωνα με την άποψή μας, θα μπορούσε να ήταν ένα από τα πιο βασικά πεδία μιας επιστήμης, μιας τεχνικής, μιας φιλοσοφίας ενός τελειοποιημένου πολιτισμού. Αυτό που ανακαλύψαμε μελετώντας την αλχημεία, στο φως της σύγχρονης γνώσης, δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε πως μια τεχνική τόσο προχωρημένη, τελειοποιημένη και ακριβής θα μπορούσε να ήταν το προϊόν μιας ‘θεϊκής επιφοίτησης’ που έπεσε από τον ουρανό. Δεν είναι ότι δεν έχει το σπόρο μιας αποκάλυψης. Αλλά δεν ισχυριστήκαμε ποτέ μελετώντας τους αγίους και τους μεγάλους μυστικιστές, πως ο Θεός μιλάει στους ανθρώπους με την γλώσσα της τεχνολογίας. Βάλε το χασάπη σου κάτω από το πολωμένο φως ω! γιε μου! Πλύνε τις σκουριές στο καθαγιασμένο νερό.
Δεν πιστεύουμε ακόμα πως η τεχνική της αλχημείας θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα από επιπόλαιες έρευνες, από ασήμαντες τεχνικές αδαών, από φαντασιώσεις μανιακών της μαγείας μέχρι σ'αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε ατομική ανολοκλήρωση. Καταλήγουμε να πιστεύουμε πως υπάρχουν στην αλχημεία απομεινάρια μιας επιστήμης που έχει χαθεί και που είναι δύσκολο να την κατανοήσουμε, αφού λείπει το σύνολο των κειμένων. Πάνω σ'αυτά που μας έχουν απομείνει μπορούμε να κάνουμε κάποια έρευνα, αλλά πολύ περιορισμένη και καθορισμένη. Αφθονούν οι τεχνικές, ηθικές και θρησκευτικές ερμηνείες αλλά από την άλλη μεριά υπάρχει η βασική αναγκαιότητα της διαφύλαξης του μυστικού.

Σκεφτόμαστε πως ο πολιτισμός κατέχει μια γνώση που μπορεί να είναι προηγούμενο ενός άλλου πολιτισμού που κάτω από άλλες συνθήκες και σε άλλο πεδίο σκέψης, θα ερευνούσε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την αρχαιότητα, επισπεύδοντας με αυτό το τρόπο τη δική της πρόοδο.
Πιστεύουμε ακόμα το εξής: ο αλχημιστής την ώρα που "δουλεύει" πάνω στην ειδωμένη ύλη σύμφωνα με την παράδοση, επιχειρεί ένα είδος μετατροπής της ύλης. Αυτό που συμβαίνει μέσα στη χοάνη του, συμβαίνει και στη ψυχή του και στη συνείδηση του. Αλλάζει η κατάσταση των πραγμάτων. Όλα τα παραδοσιακά κείμενα επιμένουν σ'αυτό, επικαλούμενα τη στιγμή που επιτελείται το ‘Μεγάλο Έργο’ ή ο αλχημιστής γίνεται ‘φωτισμένος’. Νομίζουμε πως αυτά τα παλιά κείμενα περιγράφουν την αληθινή γνώση, τους νόμους της ύλης και της ενέργειας. Περιλαμβάνουν επίσης και την τεχνολογική γνώση. Την κατάκτηση αυτής της γνώσης είναι που επιθυμεί ο πολιτισμός μας. Δε μας φαίνεται καθόλου παράλογο το γεγονός ότι οι άνθρωποι σε ένα προσεχές μέλλον θα κληθούν να αλλάξουν τη μορφή του κόσμου, όπως οι αλχημιστές, όπως ακριβώς ο παλιός αλχημιστής υπέστη κάποια μεταβολή. Με την προϋπόθεση ότι ο πολιτισμός μας δε θα χαθεί ακριβώς τη στιγμή που θα έχει φτάσει στο σκοπό του, όπως έγινε με άλλους πολιτισμούς που χάθηκαν. Επίσης ελπίζουμε πως τη δεύτερη και τελευταία περίοδο της διαφάνειας, αν η περιπέτεια του πνεύματος επαναλαμβάνεται, θα είναι κάθε φορά σε όλο και υψηλότερο επίπεδο, της ελικοειδούς σκάλας. Αφήνουμε σε άλλες χιλιετίες τη φροντίδα να φέρει σε πέρας αυτή τη περιπέτεια, μέχρι το ακίνητο κέντρο, με κάθε ελπίδα"...
...Οι αλχημιστές μιλάνε για την αναγκαιότητα να διυλίσεις χίλιες φορές το νερό για να παρασκευάσεις το ελιξίριο. Ακούσαμε έναν ειδικευμένο ιστορικό να λέει ότι αυτή η άποψη ήταν τελείως παρανοϊκή. Αγνοούσε τα πάντα γύρω από το βαρύ ύδωρ και τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να εμπλουτίζουν το απλό νερό και να το κάνουν βαρύ. Ακούσαμε έναν πολυμαθή να βεβαιώνει ότι το ραφινάρισμα και ο καθαρισμός των μετάλλων από άλλα στοιχεία, δεν αλλοιώνει καθόλου τις ιδιότητες του. Θα πρέπει να φανταστούμε πως η απασχόληση με την αλχημεία είναι σαν την τυπική κίνηση που κάνει ο καθολικός "παίζοντας" με το ροζάρι του, ή σαν μια μυστική μαθητεία στην υπομονή. Είναι λοιπόν γεγονός πως μέσα από ένα τέτοιο ραφινάρισμα τίον μετάλλων που έχει περιγραφεί από τους αλχημιστές, και που σήμερα ονομάζουμε "η τήξη της ζώνης" παρασκευάζεται το "ζερμάνιουμ" και το "σιλίσιουμ" των τρανζίστορς.
Σήμερα γνωρίζουμε, χάρη στις εργασίες για τα τρανζίστορς, ότι αν καθαρίσουμε πρώτα ένα μέταλλο από περιττά στοιχεία και μετά εισάγουμε σ'αυτό χιλιοστά γραμμαρίου ακάθαρτων στοιχείων, δίνουμε στο σώμα ιδιότητες καινούριες και επαναστατικές. Σκοπός μας δεν είναι να ζαλίσουμε τον αναγνώστη με χιλιάδες παραδείγματα αλλά να του δώσουμε να καταλάβει πόσο ωφέλιμη θα ήταν μια συστηματική μελέτη της αλχημείας...

...Όσο πιο πίσω στο παρελθόν πάμε, τόσο πιο πολλά χειρόγραφα βρίσκουμε. Ο Νικολά ντε Βαλουά στο 15ο αιώνα, έβγαλε το συμπέρασμα ότι οι μετατροπές, τα μυστικά και οι τεχνικές απελευθέρωσης της ενέργειας ήταν γνωστές στον άνθρωπο πριν από την ίδια την γραφή. Η αρχιτεκτονική προϋπήρξε της γραφής. Ίσως να ήταν μια μορφή γραφής. Βλέπουμε πως η αλχημεία ήταν στενά δεμένη με την αρχιτεκτονική. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα της αλχημείας, του οποίου συγγραφέας ήταν ο Γκομπινό ντε Μονλουιζάν, είχε το τίτλο: Περίεργες ερμηνείες αινιγμάτων και ιερογλυφικές φιγούρες που βρίσκονται στην κεντρική είσοδο της 'Νοτρ Νταμ' στο Παρίσι. Οι εργασίες του Φουλκανέλι αναφέρονταν στα "μυστήρια των καθεδρικών ναών" και στις λεπτομερείς περιγραφές των "φιλοσοφικών κατοικιών". Μερικές μεσαιωνικές κατασκευές μαρτυρούν την πανάρχαια συνήθεια της αλχημείας να αποστέλλει μηνύματα μέσα από την αρχιτεκτονική, διά μέσου των αιώνων.
Ο Νεύτων πίστευε ότι υπήρχε μια αλυσίδα μυημένων που απλωνόταν μέχρι την αρχαιότητα και η οποία γνώριζε τα μυστικά της μετατροπής και ανολοκλήρωσης της ύλης. Ο Άγγλος σοφός ατομικός Ντα Κόστα Αντράντε, σ'ένα λόγο που προσφώνησε στο Κέμπριτζ με την ευκαιρία των 300 χρόνων από τη γέννηση του Νεύτωνα, τον Ιούλιο του 1946, δε δίστασε να ανακοινώσει ότι ο εφευρέτης του νόμου της ροπής ήταν ένας κρίκος αυτής της αλυσίδας και ότι δεν είχε αναγγείλει παρά ένα πολύ μικρό κομμάτι των γνώσεών του.
"Δεν μπορώ να ελπίζω, είπε, να καταρρίψω, το σκεπτικό του Νεύτωνα ή το ειδικό όραμα που αποκάλυψε την ατομική ενέργεια. Θα σας πω απλά, ότι αυτά που θα σας διαβάσω σε λίγο, ξεπερνούν κατά πολύ τη σκέψη του Νεύτωνα και μιλούν για την παγκόσμια ανησυχία που προκάλεσε η σύνθεση του χρυσού. Να τι έγραφε ο Νεύτων:
‘Ο τρόπος που εμποτίζεται ο υδράργυρος, κρατήθηκε μυστικός από αυτούς που δημιούργησαν ένα δρόμο που οδηγούσε σε κάτι πιο ευγενικό (από την κατασκευή χρυσού) και φυσικά δε θα μπορούσε να ανακοινωθεί στον κόσμο, γιατί θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, αν βέβαια αυτά που γράφει ο Ερμής είναι αλήθεια’.
Πιο κάτω ο Νεύτων έγραφε: ‘υπάρχουν ακόμα πιο Μεγάλα Μυστήρια από την μετατροπή μετάλλων, αν βέβαια δεν τα παραλένε οι μεγάλοι διδάσκαλοι, γιατί μόνο αυτοί ξέρουν αυτά τα μυστικά’.
Ας σκεφτούμε πως σε τελευταία ανάλυση ο Νεύτωνας μιλάει με την ίδια επιφύλαξη και την ίδια προνοητικότητα για να αναγγείλει τις δικές του ανακαλύψεις στην οπτική.
Από ποιό παρελθόν μας έρχονται αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι που επικαλείται ο Νεύτωνας και από ποιό παρελθόν έχουν αντλήσει την επιστήμη τους;
‘Αν ανέβηκα τόσο ψηλά’, λέει ο Νεύτων, ‘είναι γιατί ανέβηκα στις πλάτες γιγάντων’"...

...Ο Ζαν Φρεντερίκ Ζβάιτσερ, είπε ο Ελβέτιος, που υπήρξε σφοδρός πολέμιος της αλχημείας, αναφέρει πως ένα πρωινό στις 27 Δεκεμβρίου του 1666, εμφανίστηκε ένας ξένος στο σπίτι του. Ήταν ένας άνθρωπος με σοβαρό παρουσιαστικό, αξιοπρέπεια και ήθος, ντυμένος με ένα απλό μαύρο παλτό σαν μενονιστής. Αφού πρώτα ρώτησε τον Ελβέτιο αν πίστευε στη φιλοσοφική λίθο (και βέβαια ο διάσημος γιατρός απήντησε αρνητικά) ο ξένος άνοιξε ένα μικρό κουτί από ελεφαντόδοντο που περιείχε κομμάτια που έμοιαζαν να ήταν φτιαγμένα από γυαλί και οπάλιο. Ανεκοίνωσε με στόμφο πως ήταν η περίφημη πέτρα και πως μπορούσε με αυτή την ελάχιστη ποσότητα να φτιάξει τόνους χρυσού. Ο Ελβέτιος αφού πρώτα τον ευχαρίστησε για την καλοσύνη που είχε να του το δείξει, πήρε ένα κομμάτι στα χέρια του και τον παρακάλεσε αν μπορούσε να του δώσει λίγο.

Ο αλχημιστής αρνήθηκε με βίαιο τρόπο, λέγοντας μ'ένα ύφος δουλοπρέπειας πως δεν μπορούσε, ακόμα και για όλη την περιουσία του Ελβέτιου, να αποχωριστεί έστω και ένα ελάχιστο μόριο αυτής της πέτρας, για τον απλούστατο λόγο πως δεν είχε το δικαίωμα να διαδίδει την ύπαρξή της. Όταν ο Ελβέτιος τον παρακάλεσε να του αποδείξει τα λεγόμενα του, κάνοντας μπροστά του τη μετατροπή (των μετάλλων) ο ξένος απήντησε πως θα επιστρέψει σε τρεις βδομάδες και τότε θα του δείξει κάτι που θα τον εντυπωσιάσει. Πραγματικά ήρθε τη μέρα που είχε υποσχεθεί, αλλά αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε πείραμα, γιατί του είχε απαγορευτεί να αποκαλύψει το μυστικό. Συγκατατέθηκε παρ'όλα αυτά να δώσει στον Ελβέτιο, ένα πολύ μικρό κομμάτι σαν "κόκκο σιναπιού". Καθώς ο γιατρός αμφέβαλλε αν αυτή η ποσότητα θα του έδινε το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο αλχημιστής έσπασε το κομμάτι στα δύο, πέταξε το μισό και δίνοντας το υπόλοιπο είπε: "και αυτό ακόμα σας αρκεί".
Ο σοφός, μας ομολόγησε αργότερα, πως στην πρώτη επίσκεψη του ξένου κατάφερε να αποσπάσει κάποια μόρια της πέτρας και ότι άλλαξε το μόλυβδο όχι σε χρυσό αλλά σε γυαλί.
- Θα μπορούσατε να είχατε προστατέψει το λάφυρο σας, με λίγο κίτρινο κερί, είπε ο αλχημιστής. Αυτό θα σας βοηθούσε στο να εισχωρήσει στο μόλυβδο και να τον μετατρέψει σε χρυσό.
Ο άνθρωπος υποσχέθηκε να έρθει την επομένη στις εννιά για να πραγματοποιήσει το θαύμα, αλλά δεν ήρθε ούτε την επομένη ούτε τη μεθεπομένη. Η γυναίκα του Ελβέτιου τον πίεσε να κάνει εκείνος τη μετατροπή:
Ο Ελβέτιος ακολούθησε τις οδηγίες του ξένου. Έλιωσε τρεις "δραχμές" (παλιά μονάδα βάρους ελληνική) μόλυβδου τύλιξε την πέτρα με κίτρινο κερί και την άφησε να πέσει στο υγρό μέταλλο. Και να το θαύμα. Έγινε χρυσός! Την πήγαμε αμέσως στο χρυσοχόο και αυτός μας είπε πως ήταν το πιο φίνο χρυσό που είχε δει ποτέ του, και μας πρόσφερε 50 φλορίνια την ουγγιά. Ο Ελβέτιος κλείνοντας την αφήγησή του, μας είπε πως ο χρυσός είναι πάντα στην κατοχή του σαν χειροπιαστή απόδειξη της μετατροπής. Είθε οι άγγελοι να τον προστατεύσουν (τον ανώνυμο αλχημιστή σαν ένα είδος ευλογιάς του Θεού στους χριστιανούς). Αυτή είναι η μόνιμη προσευχή μας γι'αυτόν και για μας.
Το νέο απλώθηκε όπως η σκόνη όταν τη φυσάει ο άνεμος. Ο Σπινόζα, χωρίς να υπολογίσουμε τους ναΐφ, θέλησε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία. Επισκέφθηκε λοιπόν τον χρυσοχόο που είχε εκτιμήσει το χρυσό. Το αποτέλεσμα της επίσκεψης ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό: κατά τη διάρκεια της τήξης, το ασήμι έχοντας συγχωνευθεί με άλλα στοιχεία, μετατρέπεται σε χρυσό. Ο χρυσοχόος Μπεσέ, ήταν ο νομισματοκόπος του δούκα του Οράνζ. Ήξερε σίγουρα το επάγγελμά του. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι έπεσε θύμα απάτης ή ότι ήθελε να καταχραστεί την εμπιστοσύνη που του έδειξε ο Σπινόζα. Ο Σπινόζα πήγε μετά απ'αυτό στον Ελβέτιο, που του έδειξε το δοχείο, όπου εκεί μέσα έγινε η μετατροπή. Υπήρχαν ακόμα υπολείμματα του πολύτιμου μετάλλου κολλημένα στο εσωτερικό του δοχείου. Όπως και πολλοί άλλοι, έτσι και ο Σπινόζα πίστεψε πως αυτή η μετατροπή είχε πραγματικά γίνει...
..."Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα απ'όσα γνωρίζουμε" έλεγε ο Ρότζερ Μπέικον. Αλλά προσέθετε αυτή την κουβέντα που μπορεί να θεωρηθεί σαν ρητό της αλχημείας. "Παρ'όλο που δεν είναι τα πάντα επιτρεπτά, είναι τα πάντα δυνατά να συμβούν"...
...Ο πραγματικός σκοπός των αλχημιστικών μεθόδων που είναι ίσως ένας τομέας πολύ παλιάς επιστήμης, που ανήκε σε έναν πολιτισμό που χάθηκε, είναι η μεταμόρφωση του ίδιου του αλχημιστή και η μετάβασή του σε μια ανώτερη συνείδηση. Τα υλικά αποτελέσματα δεν είναι παρά ο προάγγελος του τελικού αποτελέσματος που είναι πνευματικό. Όλα τείνουν προς τη μετατροπή του ίδιου του ανθρώπου, στη θεοποίησή του, στην ενοποίησή του με τη θεϊκή ενέργεια όπου βασιλεύουν όλες οι ενέργειες της ύλης. Η αλχημεία είναι αυτή η επιστήμη με τη "συνείδηση" για την οποία μας μιλάει ο Ραμπελέ. Είναι μια επιστήμη που περισσότερο εξανθρωπίζει παρά υλοποιεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση του Τεϊλάρ ντε Σαρντέν ο οποίος μας έλεγε: ‘Η αληθινή φυσική επιστήμη είναι αυτή που παρεμβαίνει για να ολοκληρωθεί ο άνθρωπος δημιουργώντας μια συνολική παρουσία σε έναν ενιαίο κόσμο’.
"Μάθετε", έγραφε ένας μεγάλος αλχημιστής, "μάθετε όλοι σας, εξερευνητές αυτής της τέχνης, ότι το πνεύμα είναι το παν και ότι αν μέσα σ'αυτό το πνεύμα δεν υπάρχει κάποιο άλλο, παρόμοιο, όλες οι προσπάθειες πάνε χαμένες"...
...Θα είχαμε ακόμη πιο εντυπωσιακές ουσίες, που θα είχαν γεννηθεί από τις αλχημικές προσμίξεις. Μία από αυτές θα ήταν ευδιάλυτη στο γυαλί πριν από την τήξη του. Αυτή η ουσία μόλις άγγιζε το μισολιωμένο γυαλί, εξαφανιζόταν στο εσωτερικό του, δίνοντάς του την απόχρωση του ρουμπινιού, με ένα μωβ, που φωσφόριζε στο σκοτάδι. Είναι η περίφημη σκόνη που τη φτιάχνουν μέσα στο γουδί από αχάτη, και που τα αλχημικά κείμενα την ονομάζουν "σκόνη εκτόξευσης" ή φιλοσοφική λίθο. Από τι να είναι φτιαγμένη άραγε αυτή η πολύτιμη πέτρα" έγραφε ο Μπερνάρ, "που είναι πολυτιμότερη απ'όλες τις πέτρες και η οποία είναι ένας θησαυρός, σαν ύμνος για να δοξάζουμε το Θεό που ζει και βασιλεύει αιώνια".
Όλοι μας γνωρίζουμε τους θαυμάσιους μύθους που έχουν γραφτεί γι'αυτήν την πέτρα, που θα ήταν ικανή να μας εξασφαλίσει μετατροπή των μετάλλων και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Θα μπορούσε να μετασχηματίσει μερικά ευτελή μέταλλα, σε χρυσό, ασήμι και πλατίνα, αλλά αυτό θα ήταν μία μόνο μορφή της δύναμής της. Το πιο σημαντικό θα ήταν πως θα λειτουργούσε σα μια μορφή παρακαταθήκης πυρηνικής ενέργειας, που θα τη μεταχειριζόμασταν κατά βούληση.
...Να λοιπόν συμπληρωμένο το "Μεγάλο Έργο". Δημιουργείται στον ίδιο τον αλχημιστή μια μεταμόρφωση που μπορούμε να δούμε μέσα από τα κείμενα, αλλά που δεν είμαστε σε θέση να την περιγράψουμε, γιατί έχουμε πολύ λίγες ανάλογες εμπειρίες πάνω σ'αυτό το θέμα. Αυτή η μεταμόρφωση του αλχημιστή θα είναι κάτι σαν την υπόσχεση με τη δική του ευφυΐα και τα στοιχεία της γης. Η συγκέντρωση του Πνεύματος, η προσήλωσή του σε άλλους τόπους συνείδησης μέσα από το κοσμικό διάστημα. Προοδευτικά ή ξαφνικά, λέει η παράδοση, ο αλχημιστής ανακαλύπτει το νόημα της επίπονης εργασίας του. Ξεδιπλώνονται μπροστά του τα μυστικά της ενέργειας του σύμπαντος, και την ίδια στιγμή του αποκαλύπτονται όλες οι προοπτικές της ζωής. Από μόνος του εγκαθίδρυσε καινούργιες σχέσεις ανάμεσα στο δικό του πια χαρισματικό πνεύμα και στο παγκόσμιο, μέσα από την αιώνια αυτοσυγκέντρωση. Κάποιες ακτινοβολίες της μαγικής πέτρας, να είναι άραγε η αιτία της μεταμόρφωσης του φυσικού γίγνεσθαι του αλχημιστή;

Επομένως η πρόσμιξη της φωτιάς με άλλες ουσίες, όχι μόνον επιτρέπει τη μετατροπή των στοιχείων αλλά και τη μεταμόρφωση του ίδιου του πειραματιζόμενου. Αυτός, κάτω από την επίδραση των δυνάμεων που έχουν δημιουργηθεί από τις προσμίξεις της χοάνης (από τις ακτινοβολίες των πυρήνων που έχουν υποστεί δομικές αλλαγές) μπαίνει σε μια άλλη κατάσταση πραγμάτων. Γίνονται κάποιες μεταβολές μέσα του. Η ζωή του επιμηκύνεται, η ευφυΐα του και η σκέψη του έχουν κατακτήσει ένα ανώτερο επίπεδο. Η ύπαρξη τέτοιων "μεταμορφωμένων ανθρώπων" είναι η βάση της παράδοσης του Ερυθρού Σταυρού. Ο αλχημιστής βρίσκεται σε άλλο συνειδησιακό επίπεδο. Βρίσκεται μόνος του να είναι "υποψιασμένος" για τα θαύματα της φύσης, ανάμεσα στους υπόλοιπους ανυποψίαστους ανθρώπους. Ξεφεύγει από την ανθρωπότητα, όπως ο Μάλλορυ, στο Έβερεστ εξαφανίστηκε, έχοντας τη δική του στιγμή αλήθειας.
"Η φιλοσοφική λίθος αντιπροσωπεύει επομένως το πρώτο σκαλοπάτι που βοηθάει τον άνθρωπο να προσχωρήσει προς το Απόλυτο". Πάνω απ'αυτό ξεκινάει το μυστήριο. Στη δική μας ανθρώπινη μεριά δεν υπάρχει ούτε μυστήριο, ούτε εσωτερική ζωή ούτε άλλες σκιές, παρά μόνο οι επιθυμίες μας και κυρίως ο εγωισμός μας. Αλλά όπως είναι πιο εύκολο να λες από το να κάνεις, κάτι που προϋποθέτει πόνο, κούραση και μοναξιά, είναι και πιο βολικό να βρεις καταφύγιο στη "σκέψη" από το να πολεμάς σώμα με σώμα με τα σκοτάδια της ύλης. Η αλχημεία απαγορεύει τέτοιου είδους αποδράσεις στους οπαδούς της. Τους αφήνει πρόσωπο με πρόσωπο με το μεγάλο αίνιγμα... Μας διαβεβαιώνει μονάχα πως αν παλέψουμε μέχρι το τέλος, για να νικήσουμε την αμάθεια, από μόνη της η αλήθεια θα αγωνιστεί για μας, και στο τέλος θα νικήσει. Ίσως τότε να αρχίσει η "αληθινή" μεταφυσική...



Πάουελς - Μπερζιέ,  Η Αυγή των Μάγων, εκδ. Κάκτος

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

Απόδραση...



Απόδραση... τι σημαίνει και γιατί είναι τόσο σημαντική για όλους; Από τι θέλει κανείς να αποδράσει και αν έχει προηγουμένως κανείς ολοκληρωτικά δράσει έχει ανάγκη απόδρασης; Μήπως ανάγκη απόδρασης έχει εκείνος που δεν θέλει να δράσει; Που αποφεύγει μέσα στη συνεχή δραστηριότητα την αληθινή δράση; Αυτής της ποιότητας δηλαδή την κίνηση που επιφέρει κάτι σημαντικό, την κατανόηση και συνεπώς, τη μεταμόρφωση; Αρα, μήπως, η απόδραση είναι μια ακόμα διαφυγή, μια δικαιολογία να μην θέλει κανείς να δράσει;... ας μείνουμε παρακαλώ για λίγο σ'αυτό το σημείο και μην βιάζεστε να πείτε ότι όλα αυτά είναι ακατανόητα. Γιατί νομίζω αξίζει τον κόπο.... αν κανείς έχει μια ολοκληρωμένη ζωή, μια ζωή γεμάτη συμπόνοια, γεμάτη σκέψη καινούργια και κοφτερή σαν μαχαίρι, αν έχει κανείς μια ποιότητα δράσης τέτοια, επιθυμεί να αποδράσει; Από τον εαυτό του προφανώς... Γιατί αυτός μας καταδυναστεύει, μας στεναχωρεί, μας ελέγχει... Ναι, αυτή είναι η αλήθεια, ο εαυτός μας είναι πάντα το πρόβλημα, το ζήτημα της απόδρασης είναι τελικά ένα, όπως θα το έλεγαν οι σύγχρονοι γιατροί, ένα ψυχολογικό πρόβλημα, όχι υπαρξιακό, παρακαλώ να με παρακολουθήσετε, δεν είναι φιλοσοφικό το πρόβλημα... μπορεί κανείς να κατανοήσει με ένα νοσηρό νου; όχι φυσικά καθώς εκείνος που κατανοεί δεν διαφέρει από εκείνον που παρατηρεί... και έτσι η απόδραση που λέγαμε, είναι η κίνηση μετατόπισης από το κέντρο βάρους, προσφέρει μια σχετική ανακούφιση αλλά δεν επιλύει τίποτα...


jiddu krishnamurti

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

πριν τη δύση του κόσμου...



...ανταμωθήκαμε πριν τη δύση του κόσμου... αυτού του μεγάλου κόσμου που δεν τον διαλέξαμε αλλά μας γέννησε και μας άφησε έκθετους με έναν σπηλαιώδη αρχέγονο τρόμο να κυλάει στα κύτταρά μας... κι όμως εσύ, δεν είχες ποτέ τούτο το φόβο στα μάτια σου... το βλέμμα σου είχε την μελαγχολική ησυχία της καλοκαιρινής νύχτας κι έμοιαζε με το βάδισμά σου... με κάθε σου βήμα ένιωθα πως γεφυρώνεις τα ορατά με τα αόρατα... με κάθε σου βήμα, αισθανόμουν πως ως και ο χρόνος υποκλινόταν και σε ακολουθούσε... με κάθε σου βήμα δεν απομακρυνόσουν από κάτι μα πάντα, ζύγωνες τα πάντα... κι έμοιαζε το βλέμμα σου με το άγγιγμά σου... αισθανόμουν πως όλα περίμεναν τα δάχτυλά σου για να ορθώσουν ανάστημα, να διεκδικήσουν το χώρο τους, να λάμψουν τα χρώματά τους, να ανθίσουν... κι έμοιαζε το βλέμμα σου με την ανάσα σου... ήταν η πρωτανάσα της Δημιουργίας, η σπλαχνική, ζεστή πνοή που φιλιώνει τη βροχή με το χώμα και τη ροή του αφρισμένου έφηβου ποταμιού με την μεγάλη αγκαλιά της αρχαίας θάλασσας...

...ανταμωθήκαμε, για λίγο μονάχα, πριν τη δύση αυτού του απέραντου κόσμου... ενός κόσμου που δεν τον ζητήσαμε και δεν τον προσδοκούσαμε... κι όμως βρεθήκαμε κάτω απ'τον καυτό του ήλιο... απροστάτευτοι ως και από τους λογισμούς μας... ανυπόδητοι και πένητες... ελεύθεροι μονάχα να γνωρίζουμε το πέρας και όχι την αρχή...

...και ο έρωτας που κάποια μέρα μας μέθυσε κι έπαιξε για λίγο με τα σώματα και τα μυαλά μας, δεν άφησε παρά μονάχα ναούς ρημαγμένους πίσω του... κίονες θαμμένους στην άμμο, πλάκες με ακατανόητα ιερογλυφικά, γραφές του είναι που πια κανείς δεν μπορεί να μεταφράσει...

...και τα μεγάλα, μοναχικά μας βράδια, ταξιδεύουμε... περιπλανόμαστε σε κείνες τις περιοχές του Αχανούς που ίσως κάποτε αξιωθούμε να γνωρίσουμε... ονειρευόμαστε με τα μάτια ορθάνοιχτα και την καρδιά να βροντάει... και περιμένουμε... τον μεγάλο αυτό κόσμο να ξαναγίνει ένας μικρός σβώλος, ένας κόκκος αστρόσκονης που δεν θα έχει κρατήσει τίποτε απ'τον παλιό κόσμο...

...αλλά θα υπόσχεται τη γέννηση ενός καινούργιου! 

empty world by nileshwoosye

 

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Εκείνο που σκοτώσαμε το πενθούμε μόνο εμείς...



(Πολλά είχαν προηγηθεί… συζητήσεις, σιωπές, βλέμματα αθώα, βλέμματα ένοχα… αδιάφορο… στην αληθινή ζωή ‘δραματουργική συνέχεια’ δεν υπάρχει…)


Ευτυχώς η ποίηση δεν έχει ανάγκη τους ποιητές, της είπα και αρνήθηκα να την κοιτάξω στα μάτια. Δεν λέω πως απέφυγα απλώς. Γιατί είναι φορές που το βλέμμα στερεώνει την αλήθεια βαθύτερα απ’το λόγο ή το άγγιγμα ακόμη.

Και δεν αντέχεται…

Η ποίηση είναι ένας ολόκληρος κόσμος.

Ή μάλλον, είναι ο ίδιος ο πρώτος Κόσμος που γέννησε όλους τους κόσμους.

Κι ο κόσμος δεν έχει ανάγκη κανέναν από μας… υπήρχε πριν και θα υπάρχει μετά… έστω και σακατεμένος… γιατί τον παραλάβαμε καθαρότερο απ’όσο θα τον παραδώσουμε… τον παραλάβαμε αγνό και τον μολύναμε… τον παραλάβαμε όμορφο και τον ασχημύναμε… είναι ντροπή να σκεφτόμαστε πως υπάρχουμε εμείς και ο κόσμος… στην ουσία υπάρχει μόνον ο Κόσμος… εμείς είμαστε ένα θλιβερό και ρυπογόνο συστατικό του… ένα εξελικτικό λάθος, μια νοσηρή εξαλλαγή, ένα καρκίνωμα… γι αυτό και θ’αφανιστούμε σύντομα και η Φύση θα γιορτάζει.

Δεν έλεγε τίποτε μονάχα με άκουγε σκεπτική. Ξέρω πως είναι αυτό. Σκεπτικός θα πει, αναλογίζομαι και ανασυγκροτώ κάθε στιγμή τον ίδιο τον εαυτό μου… σαν ένα ολόγραμμα που τρεμοπαίζει και ξαναδυναμώνει… χάνεται κι έρχεται κάθε στιγμή.

Ποτέ δεν είμαστε εδώ ή εκεί… σταθερά, ολόκληροι, άρτιοι… το σώμα ίσως… μα η καρδιά είναι αλλού και ο νους κάπου αλλού… ολόκληροι κι ευθυγραμμισμένοι δεν είμαστε ποτέ… δεν θα το αντέχαμε… θα μας συνέτριβε…

Μοιάζουμε καμιά φορά με το φονιά που στέκεται πάνω απ’το θύμα του και κλαίει… πέρασε τη γραμμή που δεν έχει γυρισμό… διέπραξε το έγκλημα… και θρηνεί όχι για το αμετάκλητο και φρικώδες της πράξης του αλλά για τη μοναξιά του… πενθεί για τον ίδιο που στη γωνιά τον περιμένει ένας άλλος θάνατος… ο δικός του… γιατί δεν είμαστε ούτε παρόντες ούτε ζωντανοί… Νομίζουμε πως είμαστε ζωντανοί…

Κάποια κομμάτια μας έχουν ήδη πεθάνει… εμείς τα σκοτώσαμε… και μόνο εμείς μπορούμε να θρηνούμε γι αυτά…

Περπατούσαμε στον κατηφορικό δρόμο για το σπίτι. Η νύχτα ήταν υγρή, αφιλόξενη, γεμάτη κιόλας με την επόμενη μέρα…

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016



Polaris
Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ


αναδημοσιεύω από



Σ
τὸ βορεινὸ παράθυρο τοῦ δωματίου μου φεγγοβολεῖ, μὲ φῶς ἀπόκοσμον, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Λάμπει ἐκεῖ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν μακρόσυρτων διαβολικῶν ὡρῶν τοῦ νυχίου σκότους. Καὶ κατὰ τὸ φθινόπωρο, ποὺ οἱ βοριᾶδες καταριῶνται καὶ ὀλολύζουν καὶ τὰ δέντρα τοῦ βάλτου, μὲ τὰ κοκκινωπὰ φύλλα, συνομιλοῦν ψιθυριστά, ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη, τὶς μικρὲς ὧρες τοῦ πρωϊνοῦ, κάθομαι κοντὰ στὸ παραθυρόφυλλο καὶ παρατηρῶ τὸ ἄστρο. Ψηλὰ ἀπὸ τὰ χάη τρεκλίζει ἡ λαμπρὴ Κασσιόπη καθὼς οἱ ὧρες προχωροῦν ἀργά, ἐνῷ  ὁ ἀστερισμὸς Τσὰρλς Γουέιν πορεύεται βαριά, πίσω ἀπὸ τὰ μουλιασμένα καὶ ἀτμίζοντα δέντρα τοῦ βάλτου ποὺ λικνίζονται στὸ νυχτερινὸ ἀγέρι.  Μόλις πρὶν τὴν αὐγὴ ὁ Ἀρκτοῦρος τρεμοπαίζει, ῥόδινος, πάνωθε τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, καὶ ἡ Κόμη τῆς Βερενίκης ῥίχνει ἀλλόκοτα τὸ τρέμιο φῶς της πέρα, κατὰ τὴν μυστηριώδη ἀνατολή. Ὅμως ἀκόμα ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο τοῦ μαύρου θόλου, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ. Κάποιες φορές, σὰν εἶναι συννεφιά, μπορῶ καὶ κοιμοῦμαι.
     Καθαρὰ θυμοῦμαι τὴν νύχτα τῆς μεγάλης Ἠοῦς, ὅταν πάνω ἀπ’ τὸν βάλτο ταλαντεύθηκαν τρομακτικὲς ἀκτινόμορφες λάμψεις ἑνὸς δαιμονικοῦ φωτός. Μετὰ ἀπὸ τὴν φωτοδέσμη συννέφιασε καὶ τότε ἀποκοιμήθηκα.
      Ἦταν πάλι ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ὅταν πρωταντίκρυσα τὴν πόλι. Ἀκίνητη καὶ νυσταγμένη κειτόταν, ἐπὶ ἑνὸς ἰδιότυπου ὑψιπέδου ποὺ ἐκτεινόταν σ’ ἕνα κοίλωμα μεταξὺ παράξενων κορυφῶν. Ἀπὸ μάρμαρο νεκρικῆς ὠχρότητας ἦσαν τὰ τείχη καὶ οἱ πύργοι της, οἱ στῦλοι, οἱ θόλοι καὶ τὰ πεζοδρόμια. Στὶς μαρμάρινες ὁδοὺς ὑπῆρχαν μαρμάρινοι κίονες ποὺ κατέληγαν σὲ κιονόκρανα μὲ τὶς ἀνάγλυφες μορφὲς ἀξιοσέβαστων γενειοφόρων ἀνδρῶν. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν θερμὴ κι’ ἐπικρατοῦσε ἄπνοια. Καὶ ὑψηλά, μόλις δέκα μοῖρες ἀπ’ τὸ ζενίθ, ἔλαμπε κεῖνος ὁ παρατηρητής, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Ἐπὶ μακρὸν ἀτένισα πρὸς τὴν πόλι μὰ δὲν ξημέρωσε. Ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαράν, ποὺ τρεμόπαιζε χαμηλὰ στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ δὲν ἔδυε ποτέ, εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα τὸ ἓν τέταρτον τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, εἶδα κίνησι καὶ φῶτα στὰ σπίτια καὶ στοὺς δρόμους. Μορφὲς ἰδιόῤῥυθμα ντυμένες ἀλλὰ συνάμα εὐγενεῖς καὶ οἰκεῖες κυκλοφοροῦσαν ἔξω καὶ ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ἄνθρωποι ἔλεγαν σοφίες σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ κατανοοῦσα, ὡστόσο δὲν θύμιζε καμμία γλῶσσα ἀπ’ ὅσες γνώριζα. Καὶ ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα περισσότερο ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, ἐπικράτησε πάλι σκότος καὶ σιωπή.
      Ὅταν ξύπνησα δὲν ἤμουν σὰν πρῶτα. Εἶχε ἐντυπωθῆ στὴν μνήμη μου τὸ ὅραμα τῆς πόλεως καὶ μέσα στὴν ψυχή μου εἶχε ἀναδυθῆ καὶ μιὰ ἄλλη ἀπροσδιόριστη ἀνάμνησι, γιὰ τῆς ὁποίας τὴν φύσι δὲν ἤμουν τότε βέβαιος. Ἔκτοτε, τὶς συννεφιασμένες βραδιὲς ποὺ μ’ ἔπιανε ὕπνος, ἔβλεπα τὴν πόλι συχνά. Πότε ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη καὶ πότε ὑπὸ τὶς καυτὲς κίτρινες ἀκτῖνες ἑνὸς ἥλιου ποὺ δὲν ἔδυε, ὅμως περιστρεφόταν χαμηλὰ γύρω  ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα. Καὶ τὶς νύχτες μὲ ξαστεριὰ ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτοῦσε μοχθηρά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.
      Σταδιακὰ κατέληξα ν’ ἀναρωτιέμαι περὶ τῆς θέσεώς μου στὴν πόλι τοῦ ἰδιότυπου ὑψιπέδου, μεταξὺ τῶν παράξενων κορυφῶν.  Ἱκανοποιημένος, στὴν ἀρχή, νὰ ἐξετάζω τὸ τοπίο ὡς ἀσώματη παρουσία ἀμέτοχου παρατηρητῆ, πλέον ἐπιθυμοῦσα νὰ ὁρίσω τὴν σχέσι μου μ’ αὐτὴν καὶ νὰ διατυπώσω κι’ ἐγὼ τὶς σκέψεις μου, ὡς ἕνας ἀπ’ τοὺς ἀξιοσέβαστους ἄνδρες ποὺ συνωμιλοῦσαν καθημερινὰ στὶς δημόσιες πλατεῖες. Εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «Αὐτὸ δὲν εἶναι ὄνειρο, γιατὶ μὲ ποιούς τρόπους μπορῶ ν’ ἀποδείξω, περισσότερο ἀπὸ τούτη, τὴν ἁπτὴ πραγματικότητα τῆς ἄλλης ζωῆς στὸ λιθόκτιστο σπίτι, νοτίως τοῦ δαιμονικοῦ βάλτου καὶ τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μὲ περιέργεια μέσα στὸ βορεινὸ παράθυρό μου κάθε βράδυ;»
      Κάποια νύχτα, καθὼς ἄκουγα τὴν συζήτησι σὲ μιὰ μεγάλη πλατεῖα, ποὺ περιεῖχε πλῆθος ἀγαλμάτων, ἔνιωσα μιὰν ἀλλαγὴ καὶ συνειδητοποίησα πὼς ἐπιτέλους εἶχα ἐνσώματη παρουσία. Μήτε καὶ ἤμουν κάποιος ξένος στοὺς δρόμους τῆς Ὀλαθόης, ἡ ὁποία κεῖται ἐπὶ τοῦ ὑψιπέδου τῆς Σαρκίδος καὶ μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ὁ ὁμιλῶν ἦταν ὁ φίλος μου  Ἄλως, ὁ δὲ λόγος του τέτοιος ποὺ μοῦ εὔφραινε τὴν ψυχή, γιατὶ ἦταν λόγος ἀληθινοῦ ἀνδρὸς καὶ πατριώτη. Ἐκείνη τὴν νύχτα ἔγινε γνωστὴ ἡ πτῶσι τῆς Ντάϊκος καὶ ἡ προέλασι τῶν Ἰνοῦτος: Κοντόχοντρα δαιμονικὰ κίτρινα κτήνη ποὺ πρωτοφάνηκαν πρὶν πέντε χρόνια ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἄγνωστης δύσεως, μὲ σκοπὸ νὰ δηώσουν τὶς ἀκριτικὲς περιοχὲς τοῦ βασιλείου μας, ὥστε κατόπιν νὰ πολιορκήσουν τὶς πόλεις. Ἔχοντας ἐκπορθήσει τοὺς ὠχυρωμένους τόπους στοὺς πρόποδες τῶν βουνῶν, ὁ δρόμος πρὸς τὸ ὑψίπεδο ἦταν πλέον ἀνοιχτός, ἐκτὸς καὶ ἂν κάθε πολίτης προέβαλε ἀντίστασι μὲ τὴν δύναμι δέκα ἀνδρῶν. Γιατὶ τὰ κοντόχοντρα πλάσματα ἦσαν δεινὰ στὶς τέχνες τοῦ πολέμου καὶ ἀγνοοῦσαν τοὺς περὶ τιμῆς ἐνδοιασμούς, ποὺ συγκρατοῦσαν τοὺς δικούς μας ὑψηλόκορμους γκριζομάτηδες ἄνδρες τῆς Λόμαρ ἀπὸ ἀνηλεεῖς κατακτήσεις.
      Ὁ Ἄλως, ὁ φίλος μου, ἦταν διοικητὴς ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ὑψιπέδου καὶ ἀπ’ αὐτὸν κρεμόταν ἡ στερνὴ ἐλπίδα τῆς πατρίδας μας. Κατὰ τὴν παροῦσα περίστασι μίλησε γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ θ’ ἀντιμετωπίζαμε καὶ παρώτρυνε τοὺς ἄνδρες τῆς Ὀλαθόης, τοὺς γενναιότερους τῶν Λομαριανῶν, νὰ τηρήσουν πιστὰ τὶς παραδόσεις τῶν προγόνων τους· οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀναγκάσθηκαν νὰ πορευθοῦν νοτίως τῆς Ζόμπνα, ἀντιμέτωποι μὲ τὴν προέλασι τοῦ μεγάλου παγετῶνα (ὅπως ὁμοίως οἱ ἀπόγονοί μας θὰ χρειαστῇ μιὰν ἡμέρα νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Λόμαρ), θαῤῥετὰ καὶ νικηφόρα σάρωσαν τοὺς μαλλιαροὺς μακρυχέρηδες καννιβάλους Γκνόφκεζ ποὺ τοὺς ἔφραζαν τὸν δρόμο. Ὁ Ἄλως μοῦ ἀρνήθηκε τὸ καθῆκον τοῦ πολεμιστῆ γιατὶ ἤμουν ἀδύναμος καὶ εἶχα τὴν τάσι γιὰ περίεργες λιποθυμίες ὅταν ὑποβαλλόμουν σὲ πίεσι καὶ κακουχίες. Ὅμως εἶχα τὴν ὀξύτερη ὅρασι μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν πολλῶν ὡρῶν ποὺ καθημερινὰ ἀφιέρωνα στὴν σπουδὴ τῶν Πνακοτικῶν χειρογράφων καὶ στὴν μελέτη τῆς σοφίας τῶν Ζομπναριανῶν πατέρων. Ἔτσι λοιπὸν ὁ φίλος μου, μὴ ἐπιθυμῶντας νὰ μὲ καταδικάσῃ σὲ ἀδράνεια, μὲ ἀποζημίωσε μὲ τοῦτο τὸ μηδαμινῆς σπουδαιότητας καθῆκον. Μ’ ἔστειλε στὸ παρατηρητήριο τοῦ Θάπνεν νὰ ὑπηρετῶ ὡς τὰ μάτια τοῦ στρατοῦ μας. Ἂν οἱ Ἰνοῦτος ἐπιχειροῦσαν νὰ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι ἀπὸ τὴν μεριὰ τῆς στενωποῦ πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον, ὥστε μ’ αὐτὴν τὴν κίνησι νὰ αἰφνιδιάσουν τὴν φρουρά, ἤμουν ὡρισμένος νὰ στείλω τὸ σῆμα φωτιᾶς ποὺ θὰ προειδοποιοῦσε τοὺς ἐν ἀναμονῇ στρατιῶτες καὶ θὰ διέσωζε τὴν πόλι ἀπὸ ἄμεση καταστροφή.
     Ἔρημος ἀνέβηκα τὸν πύργο, γιατὶ κάθε στιβαρὸς στὸ σῶμα ἄνδρας χρειαζόταν στὰ χαμηλότερα περάσματα. Ὄντας πολλὲς ἡμέρες ἄυπνος, τὸ μυαλό μου πονοῦσε σαστισμένο ἀπὸ διέγερσι καὶ ἐξάντλησι. Ὅμως ὁ στόχος μου ἤταν ἀκλόνητος, ἐπειδὴ ἀγαποῦσα τὴν γενέθλια γῆ μου τὴν Λόμαρ καὶ τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης, ποὺ κεῖται μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ἀλλὰ καθὼς στεκόμουν στὸ ὑψηλότερο δωμάτιο τοῦ πύργου, ἰδοὺ ἡ κερασφόρος φθίνουσα σελήνη, κόκκινη καὶ δαιμονική, νὰ τρέμῃ ἀνάμεσα στοὺς ἀτμοὺς ποὺ αἰωροῦνταν πάνω ἀπ’ τὴν μακρυνὴ κοιλάδα τοῦ Μπάνοφ. Καὶ ἀπὸ μιὰ χαραμάδα στὴν στέγη λαμπύριζε ὁ χλωμὸς Πολικὸς ἀστέρας, φτερουγίζοντας σὰν ζωντανὸς καὶ κοιτῶντας κακότροπα σὰν δαίμονας καὶ πειραστής. Μοῦ φάνηκε πὼς τὸ πνεῦμα του ψιθύριζε κακοπροαίρετες συμβουλές, καθησυχάζοντάς με σχετικὰ μὲ τὴν προδοτικὴ ὑπνηλία, μὲ μιὰν ἀναθεματισμένη ῥυθμικὴ ὑπόσχεσι, τὴν ὁποία ἐπαναλάμβανε ξανὰ καὶ ξανά:

«Βιγλάτορα κοιμήσου ὥσπου οἱ σφαῖρες
γιὰ δυόμισι μυριάδων χρόνων μέρες
θὰ στρέφωνται· καὶ τότε πάλι ὁρίζω 
στὸν τόπο, ἐδῶ, ποὺ τώρα λαμπυρίζω.
Ἄλλ’ ἄστρη, τὸ γοργόν, θὲ ν’ ἀνατείλουν
πάνω στὸν νοητὸν οὐράνιο στῦλον.
Ἄστρη ὁποὺ πραΰνουν κι’ εὐλογοῦνε
μὲ τὴν γλυκειὰ τὴν λήθη ὁποὺ σκορποῦνε:
Μόνον ὅταν ὁ γῦρος μου γυρίσῃ,
τὸ παρελθὸν στὴν πόρτα σου θὰ ὁρίσῃ».

Ματαίως πάλεψα μὲ τὴν νύστα μου, ἀναζητῶντας νὰ συνδέσω τούτους τοὺς παράξενους λόγους μὲ κάποιες παραδεδομένες γνώσεις περὶ τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ εἶχα διδαχθῆ ἀπὸ τὰ Πνακοτικὰ χειρόγραφα. Τὸ κεφάλι μου, ἀσήκωτο καὶ νὰ γυρίζῃ, κρεμάστηκε στὸ στῆθος μου καὶ τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ ἄνοιξα τὰ μάτια ἦταν ἐντὸς ὀνείρου. Μὲ τὸν Πολικὸν ἀστέρα νὰ μοῦ χαμογελᾷ πλατιὰ μέσ’ ἀπὸ ἕνα παράθυρο, πάνωθε τῶν φριχτῶν λικνιζομένων δέντρων ἑνὸς ὀνειρικοῦ βάλτου. Καὶ ἀκόμα ὀνειρεύομαι.
     Βυθισμένος στὴν ντροπὴ καὶ στὴν ἀπόγνωσί μου οὐρλιάζω μανιωδῶς, ἱκετεύοντας τὰ ὀνειροπλάσματα τριγύρω μου νὰ μὲ ξυπνήσουν, προτοῦ οἱ Ἰνοῦτος διαβοῦν ἀπαρατήρητοι τὸ πέρασμα πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον καὶ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι μέσω αἰφνιδιασμοῦ. Τοῦτα τὰ πλάσματα, ὅμως, εἶναι δαίμονες, γιατὶ μοῦ γελοῦν κατάμουτρα καὶ μοῦ ἐξηγοῦν πὼς δὲν ὀνειρεύομαι. Μὲ χλευάζουν ἐνῷ κοιμοῦμαι καὶ ἐνόσῳ ὁ κοντόχοντρος κίτρινος ἐχθρὸς μπορεῖ νὰ ἕρπῃ ἀθόρυβα ἐναντίον μας. Ἀπέτυχα νὰ τηρήσω τὸ καθῆκον μου καὶ πρόδωσα τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης. Ἀποδείχθηκα τιποτένιος στὸν Ἄλως, τὸν φίλο μου καὶ διοικητή μου. Μὰ καὶ πάλι καγχάζουν οἱ ἥσκιοι τοῦ ὀνείρου μου. Ἰσχυρίζονται πὼς γῆ τῆς Λόμαρ δὲν ὑπάρχει πέραν τῶν νυχτερινῶν μου φαντασιώσεων. Πὼς σ’ ἐκεῖνες τὶς ἐπικράτειες, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας λάμπει ψηλὰ καὶ ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν πορεύεται ἀργὰ καὶ χαμηλὰ γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, δὲν ὑπῆρξε τίποτα πλὴν πάγου καὶ χιονιοῦ ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, μήτε καὶ ἄνθρωπος ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κοντόχοντρα κίτρινα πλάσματα, τὰ μαραμμένα ἀπ’ τὸ ψῦχος, τὰ ὁποῖα καὶ ὀνομάζουν «Ἐσκιμώους».
      Καὶ καθὼς σφαδάζω βυθισμένος στὴν ὀδύνη τῆς ἐνοχῆς μου, ἀλλόφρων νὰ σώσω τὴν πόλι ποὺ ἡ ἐναντίον της ἀπειλὴ κάθε στιγμὴ αὐξάνεται, καὶ ματαιοπονῶντας ν’ ἀπελευθερωθῶ ἀπὸ τὸ ἀφύσικο ὄνειρο μὲ τὸ λιθόκτιστο σπίτι, τὸν δαιμονικὸ βάλτο καὶ τὸ κοιμητήριο στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὁ Πολικὸς ἀστέρας, κακὸς καὶ τερατώδης, κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸν μαῦρο θόλο, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ.


Απόδοση: Ευστράτιος Σαρρής
Τραγωδάνος