Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Félix Francisco Casanova



Ονειρεύομαι κυριολεκτικά: Εδώ και αιώνες το σώμα μου δουλεύει χωρίς αναπαμό στο βάθος ενός ορυχείου. Ανοίγω τη γη με ένα τσεκούρι και τα πιο σπάνια ορυκτά πετάγονται σαν θερμοπίδακες μέχρι να τυφλωθούν τα μάτια μου. Το ζαφείρι «αστερίας» γεύεται την ακουαμαρίνα, ο άνεμος αντηχεί με μανία τεμαχίζοντας αχάτες και τοίχους από νεφρίτη. Καβούρια μεγαλώνουν απ’ τις λακκούβες του αίματός μου με οπάλια στις οφθαλμικές κοιλότητες. Βήρυλλοι και τιρκουάζ γεμίζουν όλα τα ανοίγματα της σπηλιάς, γρανάτες ουβαροβίτες σχηματίζουν μια μακριά οροφή από σταλακτίτες. Η πόρτα της σπηλιάς μένει φραγμένη από ένα βουνό κόκκινα μυρμήγκια. Ξαφνικά ένα παγωμένο τρέμουλο μου αναδεύει το σώμα, φωνάζω, βγάζω νύχια, πετάγομαι σαν αγρίμι ενάντια στο οχυρό των μυρμηγκιών, τους κόβω τα κρανία όπως οι χωρικοί θερίζουν το σιτάρι. Τα δαγκώνω και τα συνθλίβω με τα γυμνά μου πόδια, πληγές συσσωρεύονται στη σάρκα μου, ο περιστροφικός κάματος μαραζώνει τη μορφή μου με ανοιχτά τραύματα. Επιτέλους καταφέρνω να κάνω ένα άνοιγμα ανάμεσα στα μυρμήγκια, μια κόρη οφθαλμού ξεφεύγει από την τροχιά της για να αγγίξει το φως του ήλιου. Αυτό μου ξαναδίνει θάρρος και, ενώ στύβω με τα χέρια μου τους θώρακές τους από ζελατίνη, εκείνα μου κάνουν το πρόσωπο σαν κατατροπωμένου πυγμάχου. Αρπάζω με ένα δάχτυλο έναν θάμνο από χόρτα απ’ έξω, σιγά σιγά το υπόλοιπο σώμα επίσης τον πιάνει, τα έντομα καρφώνουν τα λυσσαλέα δόντια τους, νιώθοντας πως η λεία τους, τους ξεφεύγει. Αναπνέω αέρα. Βγήκα έχοντας γίνει κουρέλι, γυρίζω το πρόσωπο και τώρα το ζωηρό οχυρό ξαναέκλεισε, κάποια από εκείνα τα ζωύφια φώλιασαν στο δέρμα μου, τα διαλύω με ευχαρίστηση. Ήταν μια πραγματική επανάσταση και νίκησα. Σέρνομαι και στενάζω σαν ένα πουλί που έπεσε σε έναν βάτο. Στο κέντρο του κάμπου κοιτάζω έναν όρθιο καθρέφτη. Προχωρώ μπροστά με πείσμα, όπως ένα φίδι που παραμονεύει το θύμα του… Στο τέλος φτάνω τον καθρέφτη: παρατηρώ την πιο αποκρουστική ανθρώπινη μορφή. Όλο μου το σώμα καλύπτεται από μια στιβάδα, αρχίζω να ξεφορτώνομαι το δέρμα που έχει υποστεί αιώνες σκλαβιάς, τον αγώνα ενάντια στους τυράννους, τη μυρωδιά μούχλας της πιο βαθιάς σπηλιάς. Ξεριζώνω το τριχωτό της κεφαλής. Το άλλο μου δέρμα, αυτό που πάντα είχε παραμείνει στο εσωτερικό μου προφυλαγμένο απ’ τη βρωμιά, είναι άχρωμο και τα πράσινα μάτια μου μοιάζουν με δυο σμαράγδια στο χιόνι. Αποτινάζω τη στιβάδα από μαλλιά και βρύα της γλώσσας, μια σάπια κρούστα πάνω στα αληθινά μου δόντια από γάλα, η μάσκα πέφτει σαν ένα σπίτι κατεδαφισμένο. Σκίζω την επιδερμίδα του θώρακά μου, τα γεννητικά όργανα, τα πόδια. Μένω σαν ένας λοφίσκος από χιόνι και στα πόδια μου μια λακκούβα από σάρκα πυώδης και γλοιώδης.
Κινούμαι γρήγορα σαν ένα άγριο πουλάρι με τη χαίτη μουσκεμένη απ’ τη βροχή. Οδεύω κατά το μεγάλο ποτάμι. Το κρύο διαπερνά τα κόκαλά μου που μοιάζουν λαμπάδες. Αγγίζω το νερό και νερό γίνομαι.


Φέλιξ Φρανθίσκο Κασανόβα

(Απόσπασμα από το βιβλίο Το χάρισμα του Βοράθε, εκδόσεις Demipage, 1975)

Μετ.: Άτη Σολέρτη



Για τον ποιητή και το έργο του:

Μια εκπληκτική ανάρτηση!!!

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016



 
Μόνος [1]


Από τα πρώτα μου χρόνια δεν ήμουνα

όπως ήταν οι άλλοι, δεν έβλεπα με το βλέμμα

που βλέπουν οι άλλοι. Τα πάθη μου

ν’ αντλήσω από νάμα κοινό δεν μπορούσα,

από την ίδια πηγή δεν έλαβα

τον πόνο μου, και την καρδιά μου δεν κατάφερνα

στη χαρά να ξυπνήσω από τους ίδιους ήχους.

Κι ό,τι αγάπησα, το αγάπησα μονάχος μου.



Έτσι, στα παιδικά μου τα χρόνια, στην αυγή

μιας ζωής πολυκύμαντης, ξεπήδησε

απ’ όλα του καλού και του κακού τα βάθη,

μυστήριο που ακόμη με κρατά δεμένο:

από τον χείμαρρο ή την πηγή,

από τον κόκκινο βουνογκρεμό,

από τον ήλιο που γύρω μου γλιστρά

στο φθινοπωρινό χρυσό του χρώμα,

από την αστραπή στον ουρανό

που με προσπέρασε πετώντας δίπλα μου,

από την καταιγίδα, τη βροντή,

κι από το σύννεφο που πήρε τη μορφή-

κι ενώ ο υπόλοιπος ο ουρανός ήταν γαλάζιος-

του δαίμονα στο βλέμμα μου.


Έντγκαρ Άλλαν Πόε
Μετ: Σταύρος Γκιργκένης 
http://heterophoton.blogspot.gr/2016/07/edgar-allan-poe-alone.html


Alone

From childhood's hour I have not been
As others were; I have not seen
As others saw; I could not bring
My passions from a common spring.
From the same source I have not taken
My sorrow; I could not awaken
My heart to joy at the same tone;
And all I loved, I loved alone.

Then- in my childhood, in the dawn
Of a most stormy life- was drawn
From every depth of good and ill
The mystery which binds me still:
From the torrent, or the fountain,
From the red cliff of the mountain,
From the sun that round me rolled
In its autumn tint of gold,
From the lightning in the sky
As it passed me flying by,
From the thunder and the storm,
And the cloud that took the form
(When the rest of Heaven was blue)
Of a demon in my view.







[1] Το ποίημα γράφτηκε στα 1830, αλλά εκδόθηκε το 1875 κι ενώ ο Πόε ήταν ήδη πεθαμένος. Ο ποιητής από την παιδική του ηλικία αντιλαμβάνεται τον κόσμο διαφορετικά από τους υπόλοιπους ανθρώπους, δεν αντλεί από την κοινή πηγή συναισθημάτων από την οποία αντλούν όλοι, δεν λυπάται και δεν χαίρεται με τα ίδια πράγματα όπως οι άλλοι. Η καρδιά του δεν ξυπνά να χαρεί από τις ίδιες μελωδίες ή ρυθμούς. Νιώθει, λοιπόν, απέραντη μοναξιά, ακόμη και στην αγάπη. Αυτή η διαφορετικότητά του είναι ένα μυστήριο που συνεχίζει να τον ξεχωρίζει και να τον βασανίζει μέχρι σήμερα. Αυτό το μυστήριο δεν είναι τίποτε άλλο από την συνειδητοποίηση εκ μέρους του ποιητή ότι πίσω από τη φαινομενική διαφορά του καλού και του κακού ο κόσμος κατά βάθος έχει μια ενιαία υπόσταση και δυστυχώς η υπόσταση αυτή έχει κάτι το δαιμονικό. Κάθε καλή ή κακή εμπειρία που έζησε ο ποιητής μας του το υποδεικνύει. Ακόμη και εκεί που οι άλλοι βλέπουν έναν γαλάζιο ουρανό, αυτός βλέπει στο μοναδικό σύννεφο το πρόσωπο ενός δαίμονα.
[Να σημειωθεί ότι στη μετάφραση πήρα μερικές μικρές ελευθερίες]