Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Γιατί μας αιχμαλωτίζει το χθες;




…Γιατί αναπολούμε το χθες;

Γιατί έχουμε τη ματιά μας πρόθυμη στο παρελθόν και η πρόσκαιρη ‘επιστροφή’ ζωγραφίζει ένα γλυκό μειδίαμα στο πρόσωπό μας;
Η εργασία στην προσπάθεια εύρεσης μιας ικανοποιητικής απάντησης μας φέρνει μοιραία αντιμέτωπους με το ζήτημα της δημιουργίας του προσωπικού μύθου,  της ‘κατασκευής’ του ατομικού σύμπαντος δράσης, σκέψης, ιδεών, φόβων, αδιεξόδων...
…Η ωρίμανση ξεκινά όταν αντιμετωπίσει κανείς το πρώτο του αδιέξοδο. Κάτι που εμπρός του στέκεται ενεός, αμήχανος, προσωρινά ηττημένος. Η υπέρβασή του χαράζει τη πρώτη ρυτίδα στο πρόσωπο αλλά και στην όψη της ψυχής…  Και πιθανώς οριοθετεί και τον πρώτο θάνατο της νεότητας…

Αφορμή για τούτη την ανάρτηση είχε σταθεί ο πολύ γνωστός διάλογος που έχει κάποια στιγμή ο νομοδιδάσκαλος Νικόδημος, εξέχον μέλος των Σανχεντρίν με τον Ιησού. Ο Νικόδημος δεν μπορεί να κατανοήσει τον πυρήνα της διδασκαλίας του Ναζωραίου, ειδικά αυτό το ‘να γεννηθείτε άνωθεν΄. Ο Ιησούς του λέει πως το πνεύμα μοιάζει με τον άνεμο που δεν τον βλέπει κανείς αλλά φυσάει παντού.  Ο Νικόδημος ανήκει σε μια σχολή σκέψης που έχει αποστολή να ‘φυλάει’ τα περάσματα. Είναι Φύλακας, δεν μπορεί να καταλάβει ότι όλα πρέπει να γκρεμιστούν για να χτιστούν απ’την αρχή. Ο Νικόδημος είναι ένας άνθρωπος της Μνήμης. Της Ιερής Μνήμης.  Ο Ιησούς του ζητά να ξαναγίνει παιδί και να ρισκάρει. Αν δεν ρισκάρεις δεν μπορείς να κερδίσεις το αύριο. Και το σήμερα είναι κιόλας χθες. 
Αν δεν ρισκάρεις είσαι καταδικασμένος να είσαι πάντα στο χθες.

Στην ουσία, ο Νικόδημος παλεύει να διατηρήσει την ‘ιερή αδράνεια’ της παράδοσης με αγαθή πρόθεση και καρδιά και ο Ιησούς του ζητά να βουτήξει στο Αχανές.

…Γιατί μας αιχμαλωτίζει το χθες; 

Η απάντηση δεν έχει να κάνει τόσο με το ότι ήμασταν νέοι και τώρα πια δεν είμαστε. Άλλωστε, έτσι ή αλλιώς, το τέλος της νεότητας ορίζεται περίπου στην εποχή που αρχίζεις να έχεις… χθες. Στην εποχή που ο προσωπικός μύθος έχει κατασκευαστεί και το σύμπαν μέσα στο οποίο ζεις δεν μπορεί πια να αλλάξει. Να αλλάξει ορίζουσες, να μεταμορφωθεί. Δεν μπορεί; Ίσως να μπορεί όμως τούτο για να συμβεί θα χρειαστεί να δοκιμαστείς σε μια νέα γέννηση. Τι είπε ο Ιησούς στον αμήχανο Νικόδημο; Δεν μπορείς να επιτύχεις την είσοδο στην Βασιλεία των Ουρανών αν δεν γεννηθείς άνωθεν. Γιατί το γεγενημένον εκ της σαρκός σαρξ εστί το δε γεγενημένον εκ του πνεύματος πνεύμα εστί. Δεν χρειάζεσαι νέους φυσικούς γονείς, χρειάζεσαι μια νέα πνευματική αφετηρία. Διαφορετικά είσαι εγκλωβισμένος στο σύμπαν που ήδη ζεις, πάνω ή κάτω, λίγο ή πολύ… Και ο εγκλωβισμένος δεν είναι ο άνθρωπος που θα πάρει το ‘ρίσκο της Βασιλείας’. Μπορεί να είναι ευσεβής και ‘καλός’, μπορεί να είναι ευγενής και πιστός αλλά δεν είναι πια ‘νέος’. Με μια έννοια έχει πεθάνει. Και η πορεία για τη Βασιλεία απαιτεί από όλους να είναι Νέοι. Και ο αγαθός Νικόδημος παρέμεινε στους αιώνες συνοφρυωμένος να στοχάζεται τα ‘σύμβολα’ στα λόγια ενός Μυημένου της τελευταίας βαθμίδας, ενός Λόγου.

Πώς να κατανοήσεις το Καινό με όρους του Παλιού;

Ένας νέος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος χωρίς χθες. Αυτό τον κάνει ‘ανολοκλήρωτο’ και όχι η έλλειψη εμπειριών, η απουσία γεγονότων ζωής. Ένας άνθρωπος στην ωριμότητά του είναι ένας άνθρωπος που έχει μόνο χθες. Αυτό τον κάνει σοφό και όχι η πληθύς των εμπειριών του. Ο άνθρωπος δίχως χθες, ήτοι δίχως προσωπική μυθολογία, δεν μπορεί να είναι αναφορικός, είναι αναγκασμένος να δρέπει καρπούς εμπειριών δάνειους, από τους άλλους, από τα βιβλία, από τη σοφία του χθες. Είναι όμως και ο άνθρωπος που έχει ακόμη την ευκαιρία να βιώσει το συναρπαστικό, το Αληθινό, το Άχρονο. Ένας άνθρωπος που έχει μόνο χθες, είναι ολοκληρωτικά αναφορικός, δεν παράγει πια τίποτε, δεν εξελίσσει τίποτε αλλά έχει την σπάνια ευλογία να αξιολογήσει ένα ακέραιο σύμπαν Γνώσης. Κι αυτό, στατικά ή όχι, αποτελεί μια τρομακτική δύναμη. Όμως… είναι πλέον αργά για κείνον. Το μόνο που έμεινε για να εμπειρωθεί το Άχρονο είναι η ‘κατά χάριν’ παρέμβαση της Δύναμης. Κι αυτό σε σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις…

Γυρνάμε συχνά στο χθες γιατί είναι η μόνη περίοδος που υπήρξαμε ολοκληρωμένοι.  Δηλαδή ακέραιοι, όχι τεμαχισμένοι. Ακόμη κι αν δεν ήμασταν ευτυχισμένοι, ακόμη κι αν περάσαμε δύσκολα. Και δεν αναπολούμε το χθες γιατί θέλουμε να επιστρέψουμε σε αυτό. Δεν θέλουμε να ξαναζήσουμε το χθες. Απλά, είναι η μοναδική χειροπιαστή απόδειξη ότι αληθινά υπήρξαμε, ότι δεν είμαστε μια σκεπτομορφή, άνεμος, κόκκοι αστρόσκονης, αδιαμόρφωτα θραύσματα του Υπερνού που στην εντελέχειά τους ίσως να γίνουν μια μέρα άνθρωποι…

Μερικοί πιστεύουν ότι χθες τα πράγματα ήταν ‘καλύτερα’ και σήμερα είναι ‘χειρότερα’. Χθες τα πράγματα ήταν ‘αγνότερα’, σήμερα είναι πιο ‘βρώμικα’. Χθες οι άνθρωποι ήταν ειλικρινέστεροι, σήμερα είναι διαβρωμένοι. Αλλά ξέρουν ότι μονάχα εκ του ασφαλούς μπορείς να δογματίσεις, να διατυπώσεις αφορισμούς, να ιχνεύσεις συμπαγή κατηγορήματα. Και εκ του ασφαλούς υπάρχεις μονάχα ως προς το χθες. Το σήμερα είναι μια δυναμική κίνηση, ένα βέλος που συνεχώς τείνει, ένα άνυσμα που κάπου θα σημάνει μια τιμή. Και η τιμή αυτή δεν ξέρουμε τι θα είναι. Θετική ή αρνητική. Η αγωνία συνεχίζεται. Το αύριο, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει. Άρα, όλα ήταν καλύτερα χθες αφού είναι γνωστά, σίγουρα, δεδομένα, αξιολογημένα, τοποθετημένα, κατηγοριοποιημένα. Ό,τι κι αν πεις για το σήμερα θα διαψευσθείς, αν μιλήσεις για το αύριο, προφητεύεις όπως ο Ιεζεκιήλ την εφαρμογή του Δευτερονομίου. Ίσως να γίνει μα αν δεν γίνει όλα θα καταστραφούν ξανά και θα οδηγηθείς σε μια νέα Βαβυλώνια αιχμαλωσία…

Γιατί αναπολούμε τόσο συχνά το χθες;

Γιατί υπάρχει ένας τρομακτικός, πυρηνικός, υπαρκτικός φόβος να ζήσουμε ξανά, να ζήσουμε αληθινά, να ξαναγεννηθούμε. Αυτός ο φόβος που είναι άγνωστος στο νέο άνθρωπο και τόσο μα τόσο οικείος στο γέροντα. Και εκεί εδράζεται και ο φόβος του θανάτου…

Ο θάνατος που έχει βιωθεί άπειρες φορές στην καθημερινότητα δεν μπορεί παρά να έχει σωρεύσει μια πυραμίδα εμπειριών ανεκτίμητη. Ο γέροντας γνωρίζει τι είναι ο θάνατος αλλά σε μικρή κλίμακα, σε κλίμακα που του επέτρεψε να τον αξιολογεί, να τον εργάζεται, να τον μάχεται αφού ακόμη ζει. Τα αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν, όλες οι απορρίψεις, οι διαψεύσεις, οι αναρίθμητες μικρές και μεγάλες ήττες που έχουν εγγραφεί και πονούν τόσο πολύ όταν τις ‘αγγίζεις’ είναι εμπειρίες θανάτων. Πριν έρθει ο μεγάλος, φοβερός και οριστικός εκείνος Θάνατος, η Τελευτή για την οποία η εσωτερική εργασία και παρασκευή, τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται ατροφική, αδύναμη, ασήμαντη…

...Γυρνούμε στο χθες καθώς είναι ο μόνος δρόμος που έχουμε περπατήσει. Κι αν δεν θέλουμε να τον περπατήσουμε ξανά, ό,τι είναι οικείο για τη ψυχή, είναι αγαπητό. Και καθώς γνωρίζουμε πια πως μας καθορίζει μονάχα αυτό στο οποίο αναφερόμαστε, είναι μονόδρομος.

Εκτός εάν…

Μπορούμε άραγε να ζούμε κάθε μέρα από την αρχή; Για μένα αυτό ήταν η μέγιστη πρόκληση και ως απλή σκέψη όχι ως πραγμάτωση. Αν μπορούμε να ξεκινάμε κάθε μέρα από το ‘μηδέν’ καθαροί και ακέραιοι, χωρίς τα φέροντα φορτία του χρόνου, είμαστε έτοιμοι για το Βλέμμα, το πέρασμα στην επόμενη διάσταση, τη διάσταση της Δράσης.
Αποδεικνύεται ότι τα βάρη της καθημερινότητας είναι πολλά και όσο περνούν τα χρόνια το Βλέμμα ξεθωριάζει, χάνει τις μάχες, αποσύρεται. Είμαστε πια ‘άνθρωποι πικραμένοι’ καθώς θα έλεγε και ο Γ. Βαρβέρης.
Όμως το φρόνημα του είναι δεν έχει γνωρίσει καμιά ήττα. Δεν αλλοιώνεται και δεν μαγαρίζεται. Ακόμα και αν είμαστε άνθρωποι της μνήμης, το Βλέμμα ζει στο άχρονο και απλά χρειάζεται να το ανακαλύψουμε.

Στην ουσία δεν χρειάζεται να το δούμε εμείς.

Αλλά να αφεθούμε για να μας δει Αυτό…

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015


4000…


Έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη τη κοιλάδα
ανάμεσα στους κουρασμένους Μήδες
και στους ορεσίβιους της Βακτριανής
αφανίστηκαν πρώτιστα
όσοι κλείστηκαν
σε μια χούφτα δόξας

το βλέμμα μου φτωχό
να κλέψει αθανασία
απ΄τα βότσαλα του Ευρώτα
απ’το νερό του Γρανικού
απ’τις γαλάζιες πέτρες
της Πύλης της Ιστάρ
αλλά δεν έχω μισθοφόρους στοχασμούς
και ισορροπώ αδέξια
ανάμεσα στο εκεί
που νικήθηκε
και στο εδώ
που ακόμα ξεχρεώνει τη νίκη…

...έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη την πλευρά του ήλιου
στέκομαι όρθιος
αναπνέω ακόμη
βλάσφημα επικαλούμαι από τους πρωτόπλαστους ήρωες
εγκώμια για τον Πάρη και την Τροία
λες και δικαιούμαι
να πλυθώ στο Σκάμανδρο
και να απαιτώ να γυρίσω στην πατρίδα
που πρώτος εγώ έχω προδώσει
ακέραιος
και διαφανής!

Μου χάρισε η Α-λήθεια
μια αιωνιότητα σιωπής
να δω
να κατανοήσω
να κλάψω
κι εγώ
ο γελοίος βανδοφόρος
του ερωτευμένου 
ηρωικού
απόντα χρόνου
ακόμη νοσταλγώ
ακόμη περιμένω
θρηνώ ακόμη
και προσδοκώ
γυρνώντας άξαφνα
να δω στη πλάτη μου να ορθώνεται
όλη μου η αθωότητα
και τέσσερις χιλιετίες
να ξεσπάσουν
σαν βροχή 
καταρρακτώδης
κι επιτέλους
να με ξεδιψάσουν!!

Δεκ 2009 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015


Απεριόριστο


Συναντήθηκα μαζί σου
καθώς ο ήλιος
κινούσε να βάψει άλλη μια φορά
το Απεριόριστο που'xει για στρώμα
αποδρομούσε μελαγχολικά
κι εγώ
συναντήθηκα μαζί σου.

Τη στιγμή της πυρωμένης του βύθισης
κείνη την ώρα σμίξαμε καρδιά μου
στο υπέροχο μεταίχμιο της φωτιάς του
όταν το στέμμα του πάγωνε σιγά σιγά
κείνη την ώρα σμίξαμε ψυχή μου.

Στο τελευταίο του σύνορο
καθώς συνομιλούσε με την ωραία Νύχτα
κείνη τη στιγμή σε αγάπησα
καθώς ο βασιλιάς γινόταν στρατιώτης
και η κόρη πριγκίπισσα γινόταν
κείνη τη στιγμή γεννήθηκα αγάπη μου.

Κι όπως έσβηνε ένα ένα
όλα του τα χρυσά κεριά
και πλημμύριζε το στερέωμα
με φλογισμένες υποσχέσεις για το αύριο
πέθαινα κι εγώ μωρό μου
ναι
την ώρα που βάφτιζε ένα ένα
όλα του τα διάπυρα χέρια
μέσα στη θλιμμένη λίμνη
της Σκοτεινής Ιέρειας
κι εμένα βάφτιζε
και με το ασύνορο φως της αγάπης σου
μ'έλουζε
για ν'αποκοιμηθώ
όμορφος και δικός σου...


6 / 6 / 98
Σεπ 2009

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015



Ψυχονομείο


από τούτη την απόσταση
όλα μοιάζουν ένα λεβιαθανικό τοπίο
πέτρες θεόρατες
ριζωμένες σε πρόστυχα μωβ σύννεφα
με τις ριπές του χρόνου
να τις αναγκάζουν ν’ανθίσουν
όνειρα αρχαίων όντων…

ο χρόνος θολώνει τ’οπτικό πεδίο
και σαρκάζει το τεράστιο μελανογράφημα
στο σώμα μου
μα δεν είναι
τους φωνάζω
ποτέ δεν ήταν
το δικό μου σώμα!

ως ξενιστής αρκούμαι
να υποδέχομαι τις εποχές
σιωπηλά
μακελεύοντας όλες τις γλυκές στιγμές
που δραπετεύουν απ’το ψυχονομείο του Απείρου

από τούτη την απόσταση
έχω την πολυτέλεια του θρήνου
και την αφέλεια της ελπίδας

κι αρνούμαι πια να στερηθώ
το αρχαίο αυτό βλέμμα
ως ξενιστής το δανείστηκα
απ’το ήπαρ του Αχανούς
σαν δηλητήριο ενέσιμο ιχώρ
και μεταβολισμένο από όσα το άγγιγμα φανέρωσε
θα το παραδώσω καθαρό
στο επόμενο καλοκαίρι
που θα με αγκαλιάσει…


αυγ2013



“simplement... une petite fleur”

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

μια μέρα θα συναντηθούμε...



Κάποιος που περπάτησε
μέσα στους λαβύρινθους του είναι του...

Κάποιος που φιλοξένησε ένα απροστάτευτο ζωάκι
στο δωμάτιό του...

Κάποιος που άπλωσε το χέρι
για να κρατήσει και να κρατηθεί...

Κάποιος που ξόδεψε όλο του το βλέμμα
για να σκεπάσει ένα μοναχικό παιδί...

Κάποιος που δρόσισε τα χείλη με νερό
κάποιου απ’τους ληστές
πάνω στο σταυρό...

Κάποιος που κοιμήθηκε για μια αιωνιότητα
σ’ένα παγκάκι
ανάμεσα στις φωνές των ανθρώπων
και τις ανάσες της νύχτας...

Κάποιος που δεν συκοφάντησε ποτέ
την τρυφερότητα...

Κάποιος που φοβήθηκε
που λεηλατήθηκε
που όλα τα αρνήθηκε…

μια μέρα θα συναντηθούμε
και θα έχει έναν ήλιο τόσο δυνατό
τόσο όμορφο
τόσο μεγάλο
που θα χαθούμε ολόκληροι στο φως του
και ακέραιοι
θα ξαπλώσουμε στη φωτιά του


και δεν θα μας καίει…


Τρίτη 3 Μαρτίου 2015


Α_ ντα_ μ 


Ο Αλεφ σκεφτόταν:
Είμαι εντός όμως κάποια στιγμή οφείλω να εξέλθω
Στο εντός μου κυοφορείται όλο το εκτός
Αν δεν δαπανήσω την απαιτούμενη ενέργεια για να αποτολμήσω το δύσκολο βήμα, κινδυνεύω να γίνω ολοκαύτωμα
Όλα εκείνα που κληρονόμησα θέλω να τα κληροδοτήσω
Θέλω να προβληθώ στο εκτός
Θέλω να εκπορευτώ
Θέλω να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ
Δεν είμαι πια το όνειρο του εαυτού μου
Οφείλω να γίνω ο εαυτός του ονείρου μου…

Ο ΝΤΑλετ σκεφτόταν:
Βρίσκομαι εκτός
Απλώθηκα νωχελικά στην υλοποίηση
Η πρωτογενής δημιουργία μου βρίσκει μορφή
Μορφώνομαι
Μορφοποιούμαι
Δεν είμαι πια ο πρώτος αλλά οδεύω στον έσχατο
Έχω την απρόσιτη κληρονομιά μου
Αλλά οφείλω να την μετασχηματίσω σε δράση
Χωρίς τη δράση μου όλα όσα σκέφτομαι θα μείνουν σκέψη
Όλα όσα αισθάνομαι θα με πνίξουν
Όλα όσα ονειρεύομαι θα με αποσαρκώσουν
Κι έχω αίμα που τρέχει στις φλέβες μου
Κι έχω μάτια που διψούν να γραπώσουν το αύριο
Κι έχω ανάσες που δεν χωρούν στο σαρκίο μου
Θέλω να περπατήσω το δρόμο μου
Θέλω να υπάρξω αληθινά…

Ο Μεμ σκεφτόταν:
Το σκίρτημα της Δημιουργίας είναι η ωραιότερη μουσική που έχω ακούσει
Είμαι παιδί της πρωτόγονης και πρωταρχικής Ανάγκης
Μένει να αγκαλιάσω τη Δύναμη
Αλλά φοβάμαι
Έχω γονείς τις δονήσεις του Απείρου
Έχω αδελφούς τα χτυποκάρδια του Χρόνου
Έχω ομογάλακτους τους περιιπτάμενους φωτοδότες αστέρες της Νόησης
Κι όμως
Ακόμη φοβάμαι
Αν σφίξω άραγε δυνατά
Στα χέρια μου
Τούτο το σβώλο χώμα
Θα ματώσω;

Ο Αλεφ χαμογελούσε
Ο ΝΤΑλετ δρούσε
Ο Μεμ αγωνιούσε

Ο Αλεφ ονειρευόταν
Ο ΝΤΑλετ προσδοκούσε
Ο Μεμ πονούσε

Ο Αλεφ γεννιόταν
Ο ΝΤΑλετ γεννούσε
Ο Μεμ γερνούσε

Ο Αλεφ αγνοούσε
Ο ΝΤΑλετ αναρωτιόταν
Ο Μεμ αγνοούνταν

Ο Αλεφ αφομοίωσε τον εαυτό του και πέθανε
Ο ΝΤΑλετ αρνήθηκε τα πάντα και κατασκεύασε τον εαυτό του από την αρχή
Ο Μεμ αρνήθηκε τον εαυτό του, κατασκεύασε τη Θρησκεία κι έζησε για πάντα…

Οκτ2010



Our Time In Eden

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής…

Αναδημοσιεύω από: http://mythagogia.blogspot.gr/ ΧΛΕΤΣΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ (Τίποτα δεν είναι πιο ιερό από ένα δέντρο)

"Για μένα τα δέντρα υπήρξαν πάντα οι πιο διεισδυτικοί ιεροκήρυκες. Τα σέβομαι όταν ζουν σε οικογένειες και φυλές, σε δάση και άλση. Και ακόμη περισσότερο τα σέβομαι όταν στέκονται μόνα τους. Είναι σαν τα μοναχικά άτομα. Όχι σαν τους ερημίτες που έχουν αποσυρθεί μακριά για να κρύψουν κάποια αδυναμία τους , αλλά σαν τα υπέροχα μοναχικά άτομα, όπως ήταν ο Μπετόβεν και ο Νίτσε. Στα ψηλά κλαδιά τους θροΐζει ο κόσμος, ενώ οι ρίζες τους αναπαύονται στο άπειρο. 

Όμως δεν χάνουν τον εαυτό τους, παλεύουν με όλη τους τη δύναμη για ένα και μόνο πράγμα: να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, να δημιουργήσουν το δικό τους σχηματισμό, να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους. Τίποτα δεν είναι πιο ιερό, τίποτα δεν είναι πιο υποδειγματικό από ένα όμορφο και δυνατό δέντρο. Όταν ένα δέντρο κόβεται και αποκαλύπτεται η θανατηφόρος πληγή του, μπορεί κανείς να διαβάσει όλη την ιστορία του στο φωτεινό δίσκο του κορμού του: στα δαχτυλίδια του φαίνονται τα χρόνια του, ενώ στα σημάδια του φαίνονται ο αγώνας, τα δεινά, όλες οι ασθένειες, η ευτυχία και η ευημερία, τα δύσκολα χρόνια αλλά και τα ωραία, οι επιθέσεις που άντεξε, οι καταιγίδες που έχει υπομείνει. 

Τα δέντρα είναι ιερά. Όποιος ξέρει πώς να μιλήσει μαζί τους, όποιος ξέρει πώς να τα ακούσει, μαθαίνει την αλήθεια. Δεν κηρύττουν μάθηση και παραινέσεις, κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής.

To δέντρο λέει: Ένας πυρήνας είναι κρυμμένος μέσα μου, μια σπίθα, μια σκέψη, είμαι ζωή από την αιώνια ζωή. Μοναδικά είναι η μορφή και οι φλέβες του δέρματος μου, το μικρότερο φύλλο στα κλαδιά μου, αλλά και η μικρότερη ουλή στο φλοιό μου. Έγινα για να σχηματοποιήσω και να αποκαλύψω την αιωνιότητα στη μικρότερη μου λεπτομέρεια.'

To δέντρο λέει: Η δύναμή μου είναι η εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω τίποτα για τον πατέρα μου, δεν ξέρω τίποτα για τα χιλιάδες παιδιά που κάθε άνοιξη σπέρνονται από μένα. Ζω μέχρι τέλος για το μυστικό του σπόρου μου, και δεν με νοιάζει για τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι ο Θεός είναι μέσα μου. Πιστεύω ότι η εργασία μου είναι ιερή. Μ αυτή την αλήθεια ζω.'

Ενώ τα δέντρα θροΐζουν το βράδυ, εμείς είμαστε ανήσυχοι μέσα στις δικές μας παιδαριώδεις σκέψεις: Τα δέντρα έχουν μακρές σκέψεις, μεγάλες και ξεκούραστες αναπνοές, όπως έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τις δικές μας. Όσο εμείς δεν τα ακούμε, παραμένουν σοφότερα από εμάς. Αλλά όταν μάθουμε πώς να ακούμε τα δέντρα, η στενότητα, η ταχύτητα και η παιδική βιασύνη των σκέψεών μας, θα αντικατασταθούν από ανείπωτη χαρά. Όποιος έχει μάθει πώς να ακούει τα δέντρα δεν θέλει πλέον να είναι ένα δέντρο. Δεν θέλει να είναι τίποτα εκτός από αυτό που είναι."


Hermann Hesse, Bäume: Betrachtungen und Gedichte

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Μόνος εναντίον όλων...



Πάνω σε καταστόλιστο άρμα, που το αφέντευε νέος άντρας οδηγώντας δυο ζωηρά άλογα, κατέβαινε στον Πειραιά ο Σωκράτης. Ο νεαρός άντρας λεγότανε Κριτίας, καινούργιος μαθητής του φιλοσόφου. Ήτανε πλούσιος κι απόγονος του πανάρχαιου βασιλιά της Αθήνας του Ερεχθέα. Είχ' εξαιρετική ξυπνάδα, πρώιμο ποιητικό ταλέντο και μεγάλη ευκολία να ρητορεύει. Το κόμμα των αριστοκρατών έβλεπε σ' αυτόν μελλοντικόν αρχηγό, ικανόν να νικήσει τον παντοδύναμο Περικλή. Όταν ήλθε ο Κριτίας να μαθητέψει κοντά του, χάρηκεν ο Σωκράτης, γιατί προπάντων τέτοιους τύπους ζητούσε να επηρεάζει. Επειδή ο ίδιος απόφευγε την πολιτική, πάσχιζε να δημιουργήσει άλλους, νέους, καταλλήλους ν' αναμορφώσουν το Άστυ, με τη λογική και το ήθος που ονειρευόταν να επιβάλει.

Το άρμα τούς κατέβαζε στο λιμάνι, να δουν να φεύγει μεγάλη «κληρουχία» για τη Θράκη. Ο Περικλής συνήθιζε κάθε χρόνο να φευγατίζει από την Αθήνα τη φτωχολογιά, στέλνοντάς την στα ξένα, σε τόπους όπου μπορούσε να διαθέσει «κλήρους», καρπερά δηλαδή χωράφια. Μ' αυτό τον τρόπο, από τη μια μεριά ξαλάφρωνε την πόλη από πικραμένο και ανήσυχον όχλο, από την άλλη είχε το πλεονέκτημα να στερεώνει στη Μεσόγειο νέα ορμητήρια για τη θαλασσοκρατορία της Αθήνας.

Είν' αλήθεια πως οι αρχαίοι νιώθαν αντιπάθεια για το μεγάλωμα κάθε πρωτεύουσας. Με νόμους αντιδρούσαν στην αύξηση του πληθυσμού. Ο οικογενειακός χαρακτήρας που κυβερνούσε κάθε Αρχαίο Άστυ, τόκανε να φοβάται την ανάμιξη με ξένο αίμα, επειδή τούτο θα συντελούσε στη διάλυση της οικογένειας και θάφερνε μεταβολή στις συνήθειες της ζωής. Έτσι κληρουχίες στέλνονταν από την Αθήνα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, για να μην ξεπεράσει ποτέ ο πληθυσμός το μισό εκατομμύριο.

Το άρμα διάβηκε ανάμεσα Αθήνα και Πειραιά, εμπρός από το ναό της Ήρας, τον καμωμένο χωρίς πόρτα ουδέ σκεπή, αυτόν που έκαψε ο Ξέρξης κι είχεν ορίσει ο Δήμος να μείνει για πάντα καμένος, ώστε να μην ξεχνιέται η περσική βαρβαρότητα. Το άρμα πορευόταν παράλληλα προς τα Μακρά Τείχη που έφταναν ως τη θάλασσα και, μολονότι ο Κριτίας είχε γοργοπόδαρα ζώα, δεν κατάφερε να τρέξει, γιατί στενός ήταν ο δρόμος κι η κίνηση αδιάκοπη. Μεγάλες ποσότητες εμπορεύματα, χιλιάδες τόννοι, στέλνονταν κάθε μέρα από το λιμάνι στο εσωτερικό με μουλάρια κι αργοκίνητες βοδάμαξες.

Ο Σωκράτης, κατά τη συνήθειά του, ρωτούσε το νέο φίλο, για να τον μελετήσει:
«Πες μου, Κριτία, τι σκοπεύεις να γίνεις;»
«Ρήτορας. Για νάχω τη δύναμη να πείθω τους βουλευτές στη Βουλή και το λαό στη Συνέλευση».

Ο Σωκράτης ξαναρώτησε:
— «Θέλεις να τους πείθεις, φαντάζομαι, σ' ό,τι σε συμφέρει, κι όχι τι είναι δίκαιο και τι άδικο, γιατί βέβαια δεν μπορείς να διδάξεις το πλήθος σε τόσο λίγην ώρα για τόσα σπουδαία πράματα».
— «Σωστά το μάντεψες, Σωκράτη. Θέλω να πείθω το λαό να δέχεται αυτά που συμφέρουν εμένα και το πολιτικό κόμμα μου».
— «Είτε δίκαια ποθείς, είτε άδικα;» απόρησε ο φιλόσοφος.
— «Φυσικά. Γιατί στην πολιτική πάντα, ό,τι και να κάνεις, μερικούς θα ωφελήσεις, άλλους θ' αδικήσεις».

Ο Σωκράτης ξαναρώτησε:
— «Θέλεις να τους πείθεις, φαντάζομαι, σ' ό,τι σε συμφέρει, κι όχι τι είναι δίκαιο και τι άδικο, γιατί βέβαια δεν μπορείς να διδάξεις το πλήθος σε τόσο λίγην ώρα για τόσα σπουδαία πράματα».
— «Σωστά το μάντεψες, Σωκράτη. Θέλω να πείθω το λαό να δέχεται αυτά που συμφέρουν εμένα και το πολιτικό κόμμα μου».
— «Είτε δίκαια ποθείς, είτε άδικα;» απόρησε ο φιλόσοφος.
— «Φυσικά. Γιατί στην πολιτική πάντα, ό,τι και να κάνεις, μερικούς θα ωφελήσεις, άλλους θ' αδικήσεις».

— «Δεν ξέρεις, Κριτία, ότι το μεγαλύτερο κακό στον κόσμο είναι η αδικία»;
«Όχι. Ακόμα μεγαλύτερο κακό είναι να σε αδικούν».
«Μην το λες αυτό», έκανε ο Δάσκαλος.
— «Ώστε θα προτιμούσες, Σωκράτη, ν' αδικιέσαι μάλλον παρά ν' αδικείς;»
— «Εγώ βέβαια δε θα ήθελα μήτε το ένα μήτε τάλλο αν όμως ήταν ανάγκη να διαλέξω, ναι, θα προτιμούσα να μ' αδικούνε παρά ν' αδικώ», αποκρίθηκε ο Σωκράτης.
— «Θέλεις να πεις πως δεν θα σ' άρεσε να είσαι παντοδύναμος; Να κάνεις ό,τι θέλεις, να είσαι τόσο ευτυχισμένος σαν τον μεγάλο Πέρση βασιλιά;»
—«Δεν ξέρω πόσο είν' ευτυχισμένος ο βασιλιάς της Περσίας. Δεν τον έχω συναναστραφεί», είπε απλά ο φιλόσοφος.
— «Τι δηλαδή; Ήταν ανάγκη να τον συναναστραφείς, για να καταλάβεις πόσο ευτυχισμένος είναι ένας πανίσχυρος άρχοντας;»
Χωρίς δισταγμό απάντησε ο Σωκράτης:
— «Ασφαλώς έπρεπε. Γιατί αγνοώ αν είναι δίκαιος».
— «Και τι; Στη δικαιοσύνη περιορίζεις εσύ την ευτυχία ενός τυράννου, Σωκράτη;»
—«Μάλιστα. Μόνον ο δίκαιος ζει ευτυχισμένα, καλέ μου. Δυστυχεί όποιος είναι άδικος».
Ο Κριτίας δυσκολεύτηκε μια στιγμή ν' απαντήσει, ύστερα είπε με πεποίθηση που ταίριαζε στην ηλικία του:
— «Φοβάμαι πως στην πράξη συμβαίνει τ' αντίθετο απ' αυτό που κατηχείς εσύ. Όλος ο κόσμος σέβεται και θαυμάζει τους δυνατούς. Το φυσικό δίκαιο είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπινους νόμους. Εμένα μ' έμαθαν οι σοφιστές, πως τους νόμους τους κάνουν οι αδύνατοι άνθρωποι, ο πολύς όχλος. Νομοθετούν προς το συμφέρο τους, για να εμποδίζουν τους δυνατούς να έχουν ό,τι τους αξίζει, λέγοντας πως είναι αδικία να κατέχει κανείς περισσότερα από τους άλλους. Απαιτούν νάχουν ίσα με τους δυνατούς κι ας είναι κατώτεροι. Μα η φύση, Σωκράτη, θέλει ο καλύτερος ν' απολαβαίνει περισσότερα. Κοίταξε γύρω σου — παντού θα δεις όσους είν' ισχυροί, τους δικτάτορες, τους τυράννους, να γράφουν τους νόμους στα παλιά τους τα παπούτσια και να διευθύνουν με το φυσικό δίκαιο. Στη θέλησή τους υποτάσσουν την άβουλη μάζα. Ζουν μέσα στον πλούτο και τα γλέντια και κανένας δεν τολμάει να τους βλάψει. Αυτό θα πει ευτυχία!»

Ο Σωκράτης χαμογέλασε και στα μάτια του ξέσπασε μια σπίθα πονηράδας:
— «Με θάρρος μιλάς, Κριτία, και σε παρακαλώ να μην αλλάξεις τον τρόπο που εξηγείς τις σκέψεις σου, για να με μάθεις πώς πρέπει να περνάμε το βίο μας. Λες, λοιπόν, πως αρετή είναι να μην περιορίζει κανείς τις επιθυμίες του αλλά να τις αφήνει να ξεσπάν;»
— «Ναι».
— «Μήπως δε βρίσκεις σωστό το λεγόμενο, πως ευδαίμονες είναι όσοι δεν έχουν ανάγκες;»

— «Βέβαια όχι, έκανε ο Κριτίας, γιατί τότε οι πέτρες κι οι πεθαμένοι, που δε νιώθουν ανάγκες, θα ήταν ευτυχέστατοι».

— «Μα κι ο βίος όπως τον θέλεις εσύ είν' ανυπόφορος, τον ορμήνεψε ο Σωκράτης. Μάθε πως η ψυχή του ακόλαστου ανθρώπου μοιάζει πιθάρι με τρύπιο πάτο, που ποτέ δε γεμίζει. Ενώ ο δίχως ανάγκες άνθρωπος ζει με ηρεμία».
— «Δε με πείθεις, Σωκράτη, γιατί ευχαρίστηση στη ζωή θα πει να ζεις εντατικά».
— «Άμα λες ευχάριστη ζωή εννοείς, όταν πεινάει κανείς να τρώει κι όταν διψά να πίνει;» ρώτησε ο φιλόσοφος.
— «Όχι μόνον αυτό, αλλά κι όταν κανείς εκπληρώνει όλες τις άλλες επιθυμίες του».
— «Πρόσεξε, Κριτία, μήπως σε κάνω να ντραπείς. Νομίζεις πως είν' ευτυχισμένος ένας ψωριάρης, επειδή έχει επιθυμία να ξύνεται και εύκολα το πετυχαίνει;»
— «Αστειεύεσαι, Σωκράτη;»
— «Κάθε άλλο. Θέλω να καταλάβεις πως υπάρχουν πράματα που τα λέμε ωφέλιμα και πράματα που τα λέμε ευχάριστα. Για να στο πω απλούστερα. Η μαγειρική είναι τέχνη που ευχαριστεί μόνο, προσπαθεί να κολακεύει μιαν αίσθηση, τη γεύση, χωρίς να νοιάζεται αν μας ωφελεί, ενώ η ιατρική είν' επιστήμη που θεραπεύει. Μπορεί κάποτε να ενοχλεί, μα στο τέλος ωφελεί. Είσαι σύμφωνος;» έκανε ο Σωκράτης.
— «Είμαι».
— «Όπως είπαμε τώρα για το σώμα, έτσι υπάρχουν και για την ψυχή ενέργειες, που άλλες δοκιμάζουν μονάχα να την κολακέψουν κι άλλες αγωνίζονται να την ωφελήσουν. Ας δούμε πού θα κατατάξουμε τη ρητορική σου. Αν βέβαια, Κριτία, ο ρήτορας ζητά να ικανοποιήσει τις δικές του επιθυμίες, όπως έλεγες πριν, ή να κολακεύει το λαό για να τον ξεγελάσει, τότε η ρητορική του είναι βλαβερή. Αν όμως προσπαθεί να κάνει καλύτερο το πλήθος, εμποδίζοντας να εκπληρωθούν οι παράλογες επιθυμίες του, τότε είναι ωφέλιμη η ρητορική. Το παραδέχεσαι αυτό ή δεν το παραδέχεσαι;»
— «Το παραδέχομαι» , αναγκάστηκε να πει ο νέος.

— «Τότε, εξακολούθησε ο Σωκράτης, συμφωνούμε, πως ευτυχισμένος είναι κείνος ο πολιτικός, που προσέχει το συμφέρο του λαού κι όχι το δικό του, που προσπαθεί να βλαστήσει στις ψυχές των συμπολιτών τη δικαιοσύνη και να ξεριζώσει την αδικία. Αυτός ο πολιτικός, τον όχλο, που είναι ανόητος και άδικος, τον βιάζει να καλυτερεύει. Το παραδέχεσαι κι αυτό;»
— «Κι αυτό το παραδέχομαι», είπε ο Κριτίας.
—«Ε, τότε, παιδί μου, περισσότερο πρόσεχε να μην αδικείς παρά να μην αδικιέσαι. Κι αν ποτέ κάνεις κανένα κακό, να θέλεις να σε τιμωρούν, για να γίνεσαι καλύτερος. Ν' αποφεύγεις την κολακεία είτε προς τους λίγους είτε στους πολλούς, επειδή όλες οι αθλιότητες της πολιτικής έχουν αιτία την κολακεία στο λαό».
— «Χαίρομαι ν' ακούω πως και σένα δε σ' αρέσει ο Περικλής», έκανε ο Κριτίας.
—«Ούτε αυτός, ούτε καν οι παλαιότεροι, γιατί όλοι τους δούλευαν ένα δαιμονικό σκοπό — να μεγαλώσουν με κάθε τρόπο την Αθήνα, αδικώντας ως και τους συμμάχους, ενώ θα έπρεπε να πασχίζουν να κάνουν ηθικούς τους πολίτες. Είναι κακός ο Περικλής, επειδή κατάντησε τους Αθηναίους τεμπέληδες και φλύαρους, αφότου ψήφισε να πληρώνονται μισθοί στο λαό και να μη σταματάν τα θέατρα και τα γλέντια».
Κοντοστάθηκε μια στιγμή ο φιλόσοφος κι ύστερα είπε: 
— «Άκουσε τη συμβουλή μου, Κριτία: να μεταχειρίζεσαι τη ρητορική σου για ό,τι υψηλό και δίκαιο, έστω κι αν απομείνεις μονάχος εναντίον όλων, έστω κι αν σε βρίσουν, κι αν σ' εξευτελίσουν. Και, μα το Δία, ακόμα κι αν σε χαστουκίσουν, που θεωρείται ατιμωτικό, μη θυμώσεις. Γιατί, αν πραγματικά είσ' ενάρετος, δε θα πάθεις τίποτα, ούτε σε τούτη τη ζωή, ούτε στη μέλλουσα, όταν έρθει για τους νεκρούς η μέρα να κριθούνε. Μείνε κοντά μου, Κριτία, να ποτίσουμε τον όχλο νέα ηθική. Ν' αναμορφώσουμε την κοινωνία...»


απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Ζαλοκώστα: "ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ"

Οι επισημάνσεις δικές μου