Σάββατο 7 Αυγούστου 2010


Καταφύγιο


Πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσα χέρια
κάτω από τόσα σώματα
πίσω απ’όλες αυτές
τις ασπρόμαυρες ημέρες…


κι όμως
με βρήκες…


και χωρίς να’χεις συντροφιά
ούτε τη σιωπή μου…


κι όμως
με βρήκες…




Ιανουάριος παγωμένος, Φλεβάρης προδομένος, Μάρτιος σιωπηλός…


Κατεβαίνω στο καταφύγιο των ψυχών… Ο Aγέννητος μετράει τους μήνες… τραγουδάει… δεν θυμάται πια τίποτε, τίποτε άλλο, όμως μετράει… 


Μπήκα στο υπόγειο του Ανθρώπου… Ο πρώτος μου εαυτός στη γωνιά είναι και κλαίει, ο δεύτερος δίπλα στο μικρό ψυγείο και με κοιτάει, ο έσχατος κοντά στον πατέρα, αναρωτιέται πόσο ακόμη θα ψηλώσει…



…Απρίλης αστερέωτος, Μάιος γελαστός, Ιούνης καυτός…


Είμαι στο λαβύρινθο του κόσμου… ο Αχώρητος δάνεισε τα χέρια του στην Ειμαρμένη, η Ειμαρμένη έχει πια τα χέρια του… ο Αχώρητος δεν μπορεί να κρατήσει πια τα πρωινά του, δεν έχει δάχτυλα να αγγίξει τη Νύχτα, κανείς δεν είχε ένα δάκρυ για τα χαμένα χέρια του… 


Είμαι στο κάτεργο του φόβου… ο πρώτος μου αριθμός είναι το μηδέν, ο δεύτερος το ένα, ο τρίτος μου αριθμός είναι το άθροισμα όλων των ηλικιών μου… και έχω όλη την υπόλοιπη στιγμή μου για να τις μετρήσω…



…Ιούλιος ερωτικός, Αύγουστος ολόφωτος, Σεπτέμβρης μαγικός…


Ο Αγέννητος μετράει… με έχει πιάσει από το χέρι και με καλεί κοντά του να μετρήσουμε μαζί… Η ανάγκη με έκανε να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια, η ανάγκη με έσπρωξε να διορθώσω το κόμπο στη ρυπαρή γραβάτα του… πνίγεται χωρίς φως ο Αγέννητος κι όμως, τραγουδάει πάντοτε, κι όμως μετράει…


Είμαι στο εργαστήρι του έφηβου θεού… Κίτρινες, άσπρες, μενεξεδιές κορδέλες παντού ολόγυρα, κανείς να τις κρεμάσει στα παράθυρα, παράθυρα δεν έχει αυτός ο κόσμος, έχει ανοίγματα όμως, κάτω από τα ανοίγματα υποδέχομαι έναν ρόγχο που μοιάζει με την ατμομηχανή που μου είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας, κάπου εδώ γύρω κι αυτή θα ανασαίνει το δικό της πένθος, κάπου εδώ γύρω…



…Οκτώβρης πρόστυχος, Νοέμβρης χολερικός, Δεκέμβρης νεκρός…


Η Εντροπία δεν μιλάει καλά τα ανθρώπινα. Έχει να πει πολλά και θέλει να μιλήσει. Αιώνες τώρα η ανάσα δεν βγαίνει από τα στήθια της και συλλαβίζει όμορφα αλλά δειλά. Το ξέρει πως θα μιλήσει όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, όταν οι άνθρωποι φιλιώσουν, όταν γεννηθούν παιδιά χωρίς καρκίνους. Αλλά δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει τούτη τη κληρονομιά. Η Εντροπία στέκει στον τοίχο, όρθια, ακάματη, προσεύχεται βουβά…


Είμαι στον αργαλειό του πόνου… Έχει η μητέρα ένα πρησμένο πόδι κι ένα χέρι γερασμένο αλλά χαμογελάει ακόμα. Ορφάνεψε πριν από μένα, θα πεθάνει ένα βράδυ του Οκτώβρη πιο μόνη από το βλέμμα, πιο σιωπηλή από το δάκρυ αλλά δεν θα φοβηθεί να περπατήσει ως εκεί. Εκεί είμαι, εκεί γεννήθηκα, εκεί την περιμένω… μητέρα θα έρθεις, θα σε στηρίξω, θα σου δώσω ένα μικρό μαντήλι, ένα φιλί στο κρύο σου μέτωπο, ένα μου ποίημα αλλά δεν θα σε συνοδεύσω παρακάτω… δεν είμαι άξιος να σε πέμψω εγώ… δεν έχω τα σπλάχνα της αποστολής αυτής, συγχώρεσέ με…


…Δευτέρα κόκκινη, Τρίτη χλωμή, Τετάρτη φαιά, Πέμπτη γαλάζια, Παρασκευή σταχτιά, Σάββατο μελανό, Κυριακή κατάλευκη…


Είμαι στο γνόφο του Άμορφου… 
μετράω κι εγώ
μαζί με τον εαυτό μου
ανέχομαι τον οπλισμένο πόνο μου
και ψιθυρίζω ίσα να με ακούει ο χρόνος
δεν έχω άλλα μάτια
να με ξεγελάω περισσότερο
να με προσδοκώ
να με υπόσχομαι
αλλά θα είμαι γιορτινός στην έξοδό μου
ακέραιος
φωτεινός
και θα ζυγίζω το κάθε βήμα μου
μονάχα στη ζυγαριά
της βιωμένης Αλήθειας…


Κι έτσι
θα ε ί μ α ι …


…πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσους εαυτούς
πίσω από όλους τους ανθρώπους
κάτω από τα σεντόνια του θανάτου…


κι όμως
με βρήκες…



Ιαν 2010

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010



Επτά


Δεν είναι για να παίζεις μ’αυτά τα πράγματα…

Δούλευα, ως συνήθως, αργά, χωμένος στις δικές μου ώρες, ανάμεσα στα χαρτιά μου, στο μεγάλο, επιβλητικό γραφείο με το ταλαιπωρημένο φωτιστικό να σκύβει σαν βραχίονας εξωγήινου πλάσματος πάνω από το μαύρο πληκτρολόγιο… αριστερά μου ένας σταυροφόρος με κοιτούσε μέσα από το μεταλλικό του προσωπείο, δεξιά μου ένα μισοδιαβασμένο βιβλίο του Γκέρσομ Σόλεμ περίμενε τη σειρά του…

…εσύ, σ’εκείνη την αποβάθρα, πρωί, αξημέρωτα σχεδόν, να με κοιτάζεις με τα παράξενα και λυπημένα μάτια σου και τα μαλλιά σου, απείθαρχα, να χορεύουν σαν ζωντανό στεφάνι γύρω από το κεφάλι σου…

…δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Τον άνθρωπο που σου έλεγα τις προάλλες, τον άνθρωπο με τις μεθυσμένες λίμνες στο βλέμμα του… τον άνθρωπο που με απείλησε με τις 7 ‘υποσχέσεις’ του…

‘Σου υπόσχομαι τα πάντα και δεν σου οφείλω τίποτε. Σου έχω έτοιμες τις 7 υποσχέσεις. Σου έχω έτοιμους 7 θανάτους, 7 ζωές, 7 αφανισμούς, 7 αναγεννήσεις, 7 σαρκώσεις, 7 ταξιδέματα… Το άλλο Σάββατο, εδώ, στο παγκάκι που έρχομαι πάντα να πεθάνω, θα σου μιλήσω για την Πένα… έλα άδειος, έλα καθαρός, έλα χωρίς τον εαυτό σου να καθίσεις δίπλα μου...’…

… εσύ, να λοξοκοιτάζεις το μεγάλο πλοίο με την κόκκινη φαρδιά ζώνη πάνω από την ίσαλο, να θέλεις να με αποχαιρετήσεις, να θέλεις να με φιλήσεις, να θέλεις να με χαστουκίσεις. Εγώ σιωπηλός, δεν λοξοκοιτούσα πουθενά, έχανα το βλέμμα μου όσο περνούσε η ώρα και υποδεχόμασταν τη πολύβουη μέρα… ο θόρυβος του λιμανιού γεννιόταν σιγά σιγά, απλωνόταν ολόγυρα σα ζωντανό σεντόνι… έχανα το βλέμμα μου εκείνο το πρωινό αλλά ακόμα δεν είχα χάσει εσένα…
…όχι ακόμα…

Όχι βέβαια. Δεν είναι για να παίζεις μ’αυτά τα πράγματα…

…

‘Είμαι έτοιμος’, του είπα.
‘Ποτέ δεν είσαι έτοιμος για να πεθάνεις’, απάντησε και έτεινε το αριστερό του χέρι στο οπτικό μου πεδίο.
‘Κοίτα τις φλέβες μου. Μιλούν για μένα καθαρότερα απ’τη φωνή μου’, είπε σχεδόν ψιθυριστά. Η φωνή του ερχόταν ολόισια από το στομάχι του, δεν ξέρω γιατί αλλά αυτό σκέφτηκα όταν τον άκουσα να μου πρωτομιλάει, καιρό πριν, σ’αυτό το ίδιο λερό παγκάκι που μας φιλοξενούσε.
‘Πρόσεχε, το βλέμμα σου να μην πέφτει πάνω μου σαν άδειο τσουβάλι! Χειρούργησέ με με τα μάτια σου φίλε μου! Ο άνθρωπος είναι τα χέρια του! Έλα λοιπόν! Δες!’
Η νύχτα κατέβαινε με γοργά βήματα και μια αύρα δροσερή με σκαμπίλισε ελαφρά. Τούτο το χέρι όμως δροσιά δεν είχε.
Ο άνθρωπος είναι τα χέρια του
Στην αρχή δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πέρα από ένα ταλαιπωρημένο αντρικό χέρι που πρόδιδε απλά και μόνο το πέρασμα 70 ίσως και περισσότερων γεμάτων και αμείλικτων χρόνων από πάνω του. Οι φλέβες, πρησμένες, διακλαδώνονταν σε μια αλλόκοτη σύνθεση… ξεκινούσαν από το πουθενά και χάνονταν πάλι στο πουθενά… το δέρμα, γερασμένο, χωρίς χυμούς πάλευε να τις κρατήσει κάτω από τη ρηχή του επιφάνεια…
Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα.
Στην αρχή είπα.
Γιατί λίγο μετά…


‘έλα μαζί μου’
‘…’
‘έλα μαζί μου… σε μια βδομάδα θα γυρίσουμε… παράτα τα όλα και έλα…’
‘…’
‘δε θυσίασες ποτέ σου ένα καλοκαίρι για μένα… κάντο τώρα, σήμερα… έλα μαζί μου…’
‘…’


‘Δεν γράφεις με τη πένα, γράφεις με τα σωθικά σου. Ποιος ηλίθιος πιστεύει ότι Τέχνη είναι ό,τι αποτυπώνει το μελάνι πάνω στις επεξεργασμένες φλούδες των ξύλων; Ποιος σου είπε ότι κάνεις Τέχνη επειδή ζαρώνεις το μέτωπο κάθε φορά που ο εγκέφαλός σου πέρδεται και τούτη τη κλανιά τη κάνεις λέξεις;
Τι βλέπεις στο χέρι μου;’
Τώρα πια μπορούσα να το δω ολοκάθαρα. Σχεδόν μου ήρθε να ουρλιάξω. Διαγραφόταν σαν ανάγλυφο πάνω σε βράχο… στο σάρκινο βράχο του ανθρώπου αυτού με τα μεθυσμένα μάτια και την αρχαία φωνή…
Το έβλεπα και… με έβλεπε κι εκείνο!


‘γράφω κάτι πάνω στη Τέχνη αυτό τον καιρό και…’
‘σκατά! Αυτό μου’ρχεται να σου φωνάξω… σκατά!’
‘σε παρακαλώ… μην…’
‘βγες απ’τη σπηλιά σου και έλα μαζί μου… πεθαίνεις εκεί μέσα… κάθε μέρα βυθίζεσαι, όλο και πιο πολύ… Θεέ μου, τι με έπιασε και τα λέω όλα αυτά πρωί πρωί…’
‘δάνεισέ μου λίγο χρόνο… μην μου τον χαρίσεις… δάνεισέ μου τον…’
‘τι έπαθες πάλι; Ποιος είναι αυτός ο γερο-ξεκούτης που σ’έχει πιάσει απ’το λαιμό και δεν μπορείς ν’ανασάνεις;’
‘…’
‘φεύγω… έλα, τώρα...’


‘Μείνε ακίνητος, ασάλευτος… άνθρωπος της Τέχνης είναι αυτός που μπορεί να μείνει ασάλευτος μπροστά στο αναπάντεχο, στο ακατανόητο, στο μεγαλειώδες… κανείς δεν μπορεί να είναι άνθρωπος της Τέχνης αν δεν έχει πεθάνει εφτά φορές… άπειρες φορές… μείνε ακίνητος, παρακολούθησέ το… είναι ζωντανό… όλο αυτό που είμαι εγώ… που είσαι εσύ… γράφεις για πολλά αλλά δεν ξέρεις ότι όλοι γράφουν μέσα από σένα… κάθε συγγραφέας είναι όλη η ανθρωπότητα, αν δεν είναι γράφει μονάχα για να διεκδικήσει ένα στενό δωμάτιο αυταρέσκειας σε ένα κύκλο νεκροζώντανων διανοούμενων… βγες από το κύκλο φίλε μου… δεν έχει τίποτε εκεί μέσα που ζητάει η ψυχή σου…’
Δεν μπορούσα να μιλήσω, να πω τίποτα, να αντιδράσω. Το έβλεπα, με απορροφούσε, με ρούφαγε σαν βαμπίρ…
‘Φύγε τώρα!’, τον άκουσα ξαφνικά να φωνάζει αλλά δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω του.
Το χέρι αποσύρθηκε, συνήλθα, τον άκουσα καθαρά.
‘Φύγε. Το άλλο Σάββατο ξανά εδώ. Θα σου φανερώσω τον καμβά… είναι η δεύτερη υπόσχεσή μου’

…

Το δωμάτιο χρειαζόταν καθάρισμα.
Το σπίτι χρειαζόταν βάψιμο.
Το μυαλό μου χρειαζόταν φρεσκάρισμα.
Ποιος ήταν ο παράξενος αυτός γέρος;
Δεν μου είχε επιτρέψει να τον δω… όταν το επιχείρησα κάλυψε το πρόσωπό του με το χέρι του.
‘Θα με δεις… θα έρθω σε κάποιο όνειρό σου… θα δεις τα μάτια μου… αυτό είναι όλο’, μου είχε πει και το ίδιο βράδυ τον ονειρεύτηκα. Ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο, κάποια Δευτέρα μεσημέρι, με περίμενε έξω από το σχολείο. Δεν χαμογελούσε. Περίμενε όρθιος στο απέναντι πεζοδρόμιο χωμένος μέσα σε ένα μαύρο παλτό. Ήξερα ότι ήταν αυτός… τον πλησίασα με περίεργα συναισθήματα. Δεν μου έδωσε το χέρι του. Μου έδωσε τα μάτια του. Και ήταν η πρώτη φορά που μου έκαναν τόσο απρόκλητη επίθεση δυο μάτια… δυο μάτια που έσταζαν…
Το αιώνιο…
Έσταζαν το αιώνιο… δυο αρχαίες λίμνες μέσα σε δυο βολβούς…
Και ξύπνησα κάθιδρος, φοβισμένος και… γερασμένος…


‘Όλο σου το σώμα είναι ένας καμβάς… στο είπε ποτέ κανείς αυτό; Είσαι ένα δίκτυο νεύρων, αγγείων, χιλιάδων αγγείων μικρών και μεγάλων… μην γελιέσαι, δεν υπάρχει τίποτε που να φανερώνει κάποιο θεϊκό σχέδιο… κι έτσι να είναι δεν μας πέφτει λόγος φίλε μου… το ξέρεις πως δεν υπάρχει ούτε ένα ανθρώπινο πλάσμα που να μην έχει ζωγραφίσει κάτι έστω και μια φορά στη ζωή του;’
Ξαφνικά, καθώς τον άκουγα να μου μιλά με κείνη τη μυστήρια φωνή του, είχα την ακατανίκητη επιθυμία να τον αντικρίσω…
‘Μη βάλεις τη ψυχή σου ποτέ πάνω σε ένα τελάρο… βάλε τις εμμονές σου όμως… δώσε τους χρώμα, δώσε τους σχήμα, γνώρισέ τις, πάλεψε μαζί τους… αυτά είχα να σου πω απόψε… στην επόμενη συνάντησή μας θα βρέχει και θα σου γνωρίσω τη τρίτη μου υπόσχεση… τη μάσκα…’


‘σε έχουν κατακλύσει οι εμμονές σου…’
Το βλέμμα μου άστραψε.
‘μην με μαστιγώνεις άλλο’
‘σε σκοτώνει αυτός ο άνθρωπος αγάπη μου… έλα μαζί μου…’
‘μην με χαρακώνεις άλλο…’
Και είχα πάλι μπροστά μου εκείνο που είχα δει να ζωντανεύει στο χέρι του γέρου…


‘Ήρθα στο όνειρό σου φορώντας μια μάσκα. Δεν μπορούσες να με δεις. Δεν θα σου το επέτρεπε η δική σου μάσκα’
Έβρεχε. Το είχε προβλέψει. Το ήξερε. Δεν ήθελα να σηκωθώ και να φύγω, δεν με ενδιέφερε το νερό που ζωντάνευε με τη δροσιά του τα κύτταρά μου…
‘Ήμουν κάποτε ηθοποιός… έχουν περάσει αιωνιότητες από τότε. Δεν το διάλεξα. Το έκανα για να γλιτώσω τη ζωή μου από έναν παρανοϊκό άρχοντα… δεν ξέρω τι απέγινε αυτός ο μαυρόψυχος… ‘
‘Γλίτωσες τη ζωή σου όμως…’
‘Ποιος στο είπε αυτό;’
Η βροχή δυνάμωνε. Για λίγο μείναμε και οι δυο σιωπηλοί. Λιμνούλες σχηματίζονταν κιόλας ολόγυρά μας. Κρύωνα.
‘Θέλω να περπατήσω λίγο. Πήγαινε φίλε μου. Στην άλλη μας συνάντηση θα έχω μαζί μου ένα βιολί. Πρέπει να μάθεις να ακούς. Κι αυτό στο υπόσχομαι… για 4η φορά…’


Είδα ξανά το ίδιο όνειρο. Έβγαινα από το σχολείο μονάχα που ήμουν μεγαλύτερος, τελειόφοιτος Λυκείου πια… ο γέρος στεκόταν στο ίδιο σημείο. Ακίνητος, ανέκφραστος, δεν έχω ιδέα γιατί το λέω αυτό, έτσι με έπεισε το όνειρό μου.
Τον πλησίασα με επιφυλακτικά βήματα. Άρχισε να περπατάει και τον ακολούθησα. Ξαφνικά αριστερά μου, στην αντίθετη κατεύθυνση, εμφανίστηκε το είδωλο του γέρου που με πλησίαζε. Γύρισα το βλέμμα, ο γέρος είχε πολλαπλασιαστεί, αμέτρητοι κλώνοι του παντού περπατούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις… με κύκλωναν, με…
Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου κάθιδρος πάλι, φοβισμένος… πάλι… άνοιξα το φως… για μια στιγμή, μέχρι να πάρω ανάσα, είχα την αίσθηση ότι όλοι αυτοί οι κλώνοι βρίσκονταν στο δωμάτιο…
Θυμάμαι ότι έβαλα τις φωνές…

Δεν είναι πράγματα για να αστειεύεσαι μαζί τους αυτά…

…


‘Μου το χάρισε ο πατέρας μου πριν από αναρίθμητα χρόνια… μην εγκλωβίζεσαι σε χρονικές μεταβολές… η μόνη συνάρτηση που πρέπει να σε ενδιαφέρει είναι αυτή που περιέχει τη σταθερά της ψυχής σου… και να ξέρεις… δεν θα την επιλύσεις ποτέ… σκεφτόμουν, να παίξουμε μουσική σήμερα… να προσπαθήσεις να βρεις τον ήχο του ύπαρξής σου… κάθε ύπαρξη στο σύμπαν είναι μια μοναδική σύνθεση, μια ανεπανάληπτη μουσική… η ταυτότητά σου… οι Μάγοι του Μεσαίωνα έλεγαν πως το εκατοστό όνομα, το αληθινό όνομα του Θεού είναι αυτή η σύνθεση που όποιος τη γνωρίζει και την παίξει σε ένα όργανο… ο Θεός θα εμφανιστεί με όλη Του την Δύναμη εμπρός του… ποιοι τρελοί το επιχείρησαν άραγε αυτό; Ποιος θα μπορούσε να χωρέσει το σύμπαν σε ένα μπουκάλι;
Ίσως να μπορεί να χωρέσει όμως σ’ένα βιολί…’
Δεν είπε άλλα… άρχισε μονάχα να παίζει… δεν ξέρω… δεν ξέρω αν έχω υποδεχτεί κάτι παρόμοιο στ’ αυτιά μου… ήταν μια μουσική που με τάραζε αλλά δεν μου ήταν ανεπιθύμητη… την γνώριζα τούτη τη μουσική αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω από πού… να θυμηθώ ή να ανακαλέσω ένα ανάλογο βίωμα…
‘Σταμάτα να σκέφτεσαι! Ο θόρυβος του μυαλού σου σκεπάζει τη μουσική μου!’
Δεν μπορούσα να καθίσω περισσότερο μαζί του. Ήθελα να φύγω.
‘Σε μια βδομάδα, πέμπτη υπόσχεση… στο Μουσείο!’, με διέταξε σχεδόν και άρχισα να τρέχω…


‘ξέρεις τι αγάπησα περισσότερο σε σένα;’
‘…’
‘την αθωότητα που έχει το βλέμμα σου… που είχε τουλάχιστον…’
‘…’
‘είχες όλες σου τις υποσχέσεις μέσα σε κείνο το βλέμμα αγάπη μου… και όλο σου το είναι…’
Υποσχέσεις…


‘Τι βλέπεις;’
‘Έναν Κούρο…’
‘Μια μορφή βλέπεις… μια μορφή σκαλισμένη πάνω στο μάρμαρο… αν λέγεται Κούρος ή όπως αλλιώς δεν έχει σημασία… στο είπαν, κάπου το διάβασες… μην σκέφτεσαι… σου είπα να έρθεις καθαρός, σου είπα να έρθεις χωρίς τον εαυτό σου… τι βλέπεις;’
‘έναν άνδρα… έχει μακριά μαλλιά’
‘σαν τα δικά μου… σαν τα δικά σου…’
‘είναι όμορφος…’
‘γιατί;’
‘δεν ξέρω…’
‘πάλι αναμασάς λέξεις άλλων… είναι ένας άντρας με γερό κορμί, χοντρά πόδια και μακριά μαλλιά… γιατί είναι όμορφος;’
‘έχει μορφή… εύ-μορφος…’
‘είναι απλά ένας άντρας… σε συγκινεί αυτό;’
‘δεν ξέρω’
‘γιατί ασχολήθηκε κάποιος να σμιλέψει έναν άντρα στο μάρμαρο, στο χαλκό ή στο ξύλο;’
‘δεν…’
‘σε συγκινεί γιατί είναι ακίνητος; Θα ήθελες να έπαιρνε ζωή; Να περπατούσε;’
‘…ναι… ίσως…’
‘αυτό που συν-κινεί είναι η ίδια η κίνηση λοιπόν; Το ακίνητο δεν συγκινεί; Ή ίσως ό,τι υπόσχεται την κίνηση;’
‘ναι… ίσως γι αυτό να είναι… να θεωρείται όμορφος…’
‘αν ήσουν καθηλωμένος, αν ήσουν μόνιμα ακίνητος, πιστεύεις ότι θα ήσουν όμορφος;’
‘…’
‘έμειναν δυο υποσχέσεις… σε περιμένω στο δωμάτιό μου…’
‘δεν ξέρω που μένεις’
‘θα στο πω σύντομα’


Ξεκίνησα να μελετώ πάλι τον Σόλεμ… μάταιος κόπος. Δεν μπορούσα να συνδεθώ με τα προηγούμενα. Τα μάτια μου πονούσαν, είχα να φάω δυο μέρες σχεδόν, τα αυτιά μου βούιζαν… ήθελα να κοιμηθώ… φοβόμουν να κοιμηθώ…
Χτύπησε το τηλέφωνο και απάντησα με δισταγμό.
‘ήξερα ότι δεν θα κοιμάσαι’
‘τι ώρα είναι;’
‘περασμένες τρεις’
‘πως είσαι; Πως περνάς;’
‘πήρα την απόφασή μου’
‘…’
‘και νιώθω καλύτερα’
‘…’
‘έχει μια υπέροχη θάλασσα… κρίμα που δεν την απολαμβάνουμε μαζί’
‘…’
‘κρίμα που ποτέ δεν θα απολαύσουμε κάτι μαζί…’


Ξανά το ίδιο όνειρο… μονάχα που τώρα πια σα να ήμουν προετοιμασμένος για το απίθανο, δεν φοβήθηκα όταν ο γέρος με οδήγησε ανάμεσα σε δρόμους και στενά μιας πόλης που για πρώτη φορά έβλεπα στη ζωή μου… σταματήσαμε έξω από ένα ερειπωμένο διώροφο αρχοντικό… στάθηκε για λίγο μονάχα, η παλιά δίφυλλη πόρτα άνοιξε, κυμάτισε το χέρι του σε μια χειρονομία που με καλούσε να τον ακολουθήσω στο εσωτερικό… δεν ξέρω αν έκανα καν ένα κυματιστό βήμα κι εγώ, λες και είχαμε περάσει σε αργή κίνηση, βρέθηκα όμως ακριβώς δίπλα του, σε ένα τεράστιο σκοτεινό χώρο και ξαφνικά… και στις τέσσερις πλευρές της μεγάλης αίθουσας, άρχισε να προβάλλεται μια ταινία… χαμογέλασα… το βίωμα ήταν τόσο ευεργετικό που αφέθηκα… ήμουν σίγουρος, ναι, ήμουν σίγουρος πως χαμογελούσε κι εκείνος… με ένα παράξενο, στοιχειακό χαμόγελο που δεν θύμιζε σε τίποτα τον μορφασμό των χειλιών και του προσώπου των ανθρώπων… δεν με ένοιαξε…
…κείνο που γεννιόταν και χόρευε ζωντανεμένο στους τοίχους ήταν αυτό που με άρπαξε από τη ψυχή και δεν είχε τίποτε άλλο σημασία…
Δίνες… θάλασσες… ωκεάνια βάθη… πλάσματα του βυθού… δελφίνια που χόρευαν χαρούμενα και φάλαινες που ερωτοτροπούσαν ζωηρά και τραγουδούσαν… περίεργα ψάρια, φυτά με πολύχρωμα άνθη που κυμάτιζαν πέρα δώθε… κι ύστερα έξω από τη θάλασσα, σε αλλόκοσμες πόλεις, μέσα από δρόμους, σοκάκια, ανθρώπους με παράξενα ρούχα, πολύχρωμες φορεσιές, υπέροχα αρχιτεκτονήματα, τρούλοι και αψίδες και τόξα Γοτθικά και ύστερα το χάσιμο… πτήσεις υπερουράνιες μέσα από τούνελ χιλιόχρωμων και απειρόχρωμων γραμμών και επιπέδων, δυο διαστάσεις, τρεις, άπειρες διαστάσεις… και το τρελό ταξίδι τελειωμό δεν είχε… όλα χόρευαν γύρω μου… κάτι επικοινωνούσε μέσα μου με όλο τούτο τα γιορτάσι των χρωμάτων, των αισθήσεων και των παραισθήσεων!... ναι, κάτι επικοινωνούσε με το κάθε τι και με όλα μαζί… …και ξαφνικά… τούτη η τρελή κάμερα του απείρου ακινητοποιήθηκε… μπορούσα να δω ένα φάρο, τη σκοτεινή θάλασσα να απλώνεται μακριά και μια φιγούρα να περπατάει στην οριογραμμή των βράχων… πλησίασα, έτσι αισθάνθηκα τουλάχιστον και η κάμερα ζουμάρισε στην μοναχική ύπαρξη… ήξερα ποια ήταν… το ήξερα και η καρδιά μου φούσκωνε από λυγμούς… μόνη της… στην άκρη του γκρεμού… η κάμερα διέκοψε τη προβολή, το απόλυτο σκοτάδι μας έλουσε σαν βραδινή βροχή…
Τον ένιωσα να γυρνάει το κεφάλι του προς το μέρος μου… δεν ήθελα να τον δω να χαμογελάει… δεν θα το άντεχα…
Πετάχτηκα… κάθιδρος πάλι με τη καρδιά μου να βροντάει μέσα στο στήθος μου, το κεφάλι μου να γυρίζει σαν τρελό… τι ήπια, μονολόγησα…
Εμένα! Άκουσα κάτι να μου απαντάει και πάγωσε το αίμα μου.
Εμένα ήπιες!!


‘πήρα την απόφασή μου’, είπε…
Τι εννοούσε;

…

‘Ό,τι σου υποσχέθηκα σου το έδωσα… όχι ολόκληρο, όχι ακόμα…’
Τελευταίο μας Σάββατο λοιπόν;
Και γιατί πάντα Σάββατο;
‘Δεν χόρεψες ακόμα… και το τανγκό θέλει δυο φίλε μου…’
Ήθελα να γελάσω αλλά δεν το τόλμησα.
‘δεν μου πάει να χορέψω μαζί σου’
‘ποιος σου είπε να χορέψεις μαζί μου; Μονάχα βιάσου… ίσως να έχεις μια τελευταία ευκαιρία…’
Ένιωσα για πρώτη φορά το χέρι του να με ακουμπάει στον ώμο… μια γλυκιά θέρμη με πλημμύρισε ως τα βάθη του είναι μου… λες και ήταν χέρι πατρικό, σα να ήταν…
Μονάχα βιάσου…
‘Μια τελευταία ερώτηση’, του είπα και ένιωσα πως χαλάρωνα όλο και περισσότερο
‘Είχες πει ότι έρχεσαι σ’αυτό το παγκάκι να πεθάνεις… τι εν…’
‘Κανείς δεν είναι ίδιος πια… ούτε εσύ, ούτε κι εγώ…’
Είχα κλείσει τα μάτια αλλά δεν το είχα καταλάβει. Κόντευα να αποκοιμηθώ και όταν συνήλθα ήμουν μόνος στο παγκάκι.
Ήρθε στο μυαλό μου εκείνη.
‘πήρα την απόφασή μου’, είχε πει…
Μ’έπιασε πανικός και άρχισα να τρέχω

…

Ήξερα που να την αναζητήσω.
Αυτό που δεν ήξερα ήταν αν θα την έβρισκα.
Και τούτο με τυραννούσε το κάθε δευτερόλεπτο μέχρι να φτάσω ως εκεί.

Δεν είναι για να παίζεις μ’αυτά τα πράγματα…

Την είδα να κάθεται σ’ένα μοναχικό βραχάκι κοντά στο φάρο. Τα μαλλιά της, σαν τρελά άλογα έτρεχαν πίσω στη πλάτη της… χιλιάδες μαύρα αλλοπαρμένα και πανέμορφα άλογα που εναλλάσσονταν στο ίδιο σκηνικό… έγραφε… το ξέρω πως κάτι έγραφε… και τούτο δεν έπρεπε να το ολοκληρώσει… ίσως τότε να ήταν πια αργά…
Ο ήλιος βιαζόταν να βουτήξει στα μαύρα νερά του ορίζοντα. Έπρεπε να βιαστώ.
Γύρισε και με κοίταξε μια στιγμή μονάχα πριν βρεθώ δίπλα της.
Ήταν δακρυσμένη. Τα μάτια της είχαν διασταλεί, τα χείλη της ήταν φουσκωμένα. Ανάσαινε με προσπάθεια.
‘γιατί ήρθες;’, με ρώτησε χωρίς να κινηθούν τα χείλη της
‘δεν είχα που αλλού να πάω’ της απάντησα σιωπηλός κι εγώ
‘δεν είμαι η ψυχή σου… εκεί να πας’
‘δεν έχω ψυχή που να μην σε περιέχει’

Είδα το χαρτί της. Δεν έγραφε. Διέκρινα ένα σκίτσο. Δυο άνθρωποι σε ένα μοναχικό παγκάκι. Ο ένας φαινόταν σκυθρωπός, γερασμένος, ο άλλος νεότερος… είχαν και οι δυο μακριά μαλλιά…
Πήρα το μπλοκάκι της… προσπάθησε να με εμποδίσει αλλά της το απέσπασα.
Γύρισα σελίδα.
Το σκίτσο ήταν πιο λεπτομερές.
Ο γέρος καθόταν σκυφτός. Πρόσωπο δεν φαινόταν. Μονάχα που έδειχνε το χέρι του στον άνθρωπο δίπλα του. Το πρόσωπο του τελευταίου έλαμπε.
Γύρισα σελίδα.
‘μη… μην…’ την ‘άκουσα’ να μου μιλάει στο μυαλό μου
‘πρέπει να δω!’ της ‘είπα’ με ένταση
Ο γέρος φαινόταν ολοκάθαρα. Χαμογελούσε. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Τα γόνατά μου λύθηκαν. Σωριάστηκα στο βράχο δίπλα της.

Ο γέρος… ήμουν εγώ… το χαμόγελο που είχα στα 20 μου… τα ολόλευκα δόντια μου, το βλέμμα μου με την κούραση των 40, τις μικρές σακούλες κάτω από τα μάτια και τα μαλλιά μου… ολόλευκα και αραιωμένα πια τα μαλλιά των 70 μου… και το χέρι εκείνο… ήταν το δικό μου… είκοσι ή τριάντα χρόνια μετά…

Κι ανάμεσα στις φλέβες ολοκάθαρα, ανάγλυφα, εκείνη η αμυχή, εκείνο το σημάδι που είχα από παιδί όταν είχα σκίσει το χέρι μου σε ένα παιχνίδι, κάποιο μαγικό καλοκαίρι… και θυμάμαι πως όλοι έλεγαν, όταν το τραύμα επουλώθηκε και έμειναν μονάχα δυο λεπτές γραμμές να θυμίζουν την αγωνία εκείνης της ημέρας, πως τούτες οι γραμμές, έτσι όπως συναντιούνται σε οξεία γωνία, μοιάζουν τόσο πολύ με τον αριθμό 7…

ΤΕΛΟΣ

Ιουλ2010

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

αναδημοσιεύω από: http://dynx.blogspot.com/


Διάφοροι συνειρμοί για την ανικανότητα μας για επικοινωνία


«Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που ούτε ακόμα ο Σούμπερτ δεν έχει τίποτα να μας πει. Πρέπει να παραδεχθούμε, ωστόσο, ότι είναι οι χειρότερές μας», λέει ένας από τους χαρακτήρες απευθυνόμενος στην κεντρική ηρωίδα στο “Πορτραίτο μιας Κυρίας” του Henry James.

Κάθομαι και αναλογίζομαι... Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν διαβάσει τόσα βιβλία, έχουν δει τόσες ταινίες, έχουν ακούσει και ξέρουν τα πάντα από μουσική, έχουν βιώσει, με άλλα λόγια, έντονα την υψηλή Τέχνη. Κι ωστόσο δεν μπορούν να επικοινωνήσουν - να επικοινωνήσουν είτε με φίλους είτε με συντρόφους, είτε ακόμα με συγγενείς και οικογένεια. Δεν αποκλείω φυσικά και τον εαυτό μου από αυτούς τους ανθρώπους. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι όλα αυτά τα βιβλία που διάβασα, η φιλοσοφία, οι θεωρίες ψυχολογίας, αλλά και τα μυθιστορήματα, κλασικά και σύγχρονα, οι βαθυστόχαστες ταινίες του Μπέργκμαν και του Αντονιόνι που βυθίζονται στον ανθρώπινο ψυχισμό, η μουσική του Μπαχ, του Μπετόβεν, του Μάλερ, του Σούμπερτ... Όλα αυτά, υπάρχουν στιγμές, που δεν οδηγούν πουθενά. Αν πράγματι δεχτούμε ότι η τέχνη μας εξυψώνει πνευματικά, τότε γιατί δεν μας βοηθά να επικοινωνούμε με τον 
άλλον; Γιατί δεν μας δείχνει πως να μοιραζόμαστε όλα τα κομμάτια του εαυτού μας μαζί του κι όχι μόνο θραύσματα της ανολοκλήρωτης προσωπικότητάς μας;  
 
avven8


Μήπως απλώς δεν έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε τους άλλους; Δεν το πιστεύω αυτό! Ή εμείς δεν δίνουμε την ευκαιρία να προβάλλουμε τον πραγματικό μας εαυτό στους άλλους, ή οι άλλοι συμπεριφέρονται με παρόμοιο τρόπο. Όμως γιατί;;;

Φοβάμαι ότι αυτό το 
γιατί ποτέ δεν θα απαντηθεί. Έτσι είναι η φύση μας. Αυτή η αδυναμία μας για επικοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξής μας. Είμαστε ημιτελείς υπάρξεις, ανίκανες να ολοκληρωθούν, να επικοινωνήσουν πλήρως, ακόμα και να αγαπήσουν και να αγαπηθούν αληθινά. Σπάνια μόνο συμβαίνει κάτι τέτοιο κι αυτές οι περιπτώσεις είναι αξιοζήλευτες πραγματικά. Αγγίζουμε χωρίς να πιάνουμε, μιλάμε χωρίς να γινόμαστε κατανοητοί, βλέπουμε με λάθος μάτια. Μήπως τελικά είχε δίκιο ο Shakespeare όταν στον μονόλογο του Jaques έλεγε ότι, «όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή»; Αν δεν είμαστε αυθεντικοί, αν απλά παίζουμε ρόλους, τότε πώς είναι δυνατό να επικοινωνήσουμε με τον άλλον, αφού δεν μπορούμε καν να προσδιορίσουμε το δικό μας κέντρο βάρους, τη μοναδική ιδιοσυγκρασία μας;

Παραθέτω εδώ έναν διάλογο* από την ταινία του Μπέργκμαν "Από τη Ζωή των Μαριονεττών", ανάμεσα στον Τιμ και την Καταρίνα, επειδή πιστεύω ότι ταιριάζει με αυτό που προσπαθώ να περιγράψω παραπάνω:
 
ΤΙΜ: Καταρίνα;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ: Ναι;
ΤΙΜ: Κοίταξέ με.Πιάσε το χέρι μου.Ακούμπησέ το απαλά στο μάγουλό σου.
(η Καταρίνα το κάνει)
Μπορείς να αισθανθείς το χέρι μου;
(η Καταρίνα γνέφει καταφατικά)
Αλλά μπορείς να αισθανθείς ότι είμαι εγώ; Ότι είμαι εγώ;
(η Καταρίνα κουνάει αρνητικά το κεφάλι)

Στην ταινία "L’ Avventura" ("Η Περιπέτεια") του Αντονιόνι, μια ομάδα ανθρώπων που πάει κρουαζιέρα με ένα πλοίο στη μεσόγειο, σταματάει σε ένα ερημικό νησί (πιο πολύ κάτι σαν βραχονησίδα θυμίζει), με σκοπό να ξεκουραστεί, όπου κι εκεί συνειδητοποιεί ότι ένα μέλος της ομάδας έχει χαθεί: η όμορφη Άννα. Κατά τη διάρκεια της εξαφάνισης της, ο εραστής της και η καλύτερή της φίλη θα ερωτευθούν παράφορα. Και η εξαφάνιση της Άννα θα υποσκιαστεί από αυτή την έντονη ερωτική επιθυμία. Το νησί είναι τελείως ξερό, μόνο βράχια και πάλι βράχια, χωρίς ίχνος βλάστησης, γυμνό, πέτρες γκρι, ένας έρημος ογκόλιθος στη μέση της θάλασσας. Στις όχθες απόκρημνοι γκρεμοί και τα κύματα να σκάνε πάνω αφηνιασμένα...  

aventu1

Κι αυτή η εικόνα, διαδοχικά με φέρνει σε άλλες σκέψεις; Πόσο διαφορετικοί είμαστε αλήθεια εμείς από αυτό το ερημικό τοπίο; «No man is an island»,  έγραψε ο Άγγλος ποιητής John Donne τον 16o αιώνα... Κατά πόσο όμως ισχύει κάτι τέτοιο; Ξερονήσια και δίπλα άλλα ξερονήσια... Έτσι και οι υπάρξεις μας που δεν λένε να γίνουν συνυπάρξεις. Θέλω να πιστεύω ότι δεν είμαστε αυθύπαρκτες οντότητες σε αυτή τη ζωή, ωστόσο η ανθρώπινη συμπεριφορά, με την ανικανότητα της να επικοινωνήσει ουσιαστικά και να αγγίξει τον άλλον άνθρωπο, με κάνει πολλές φορές να σκέφτομαι το αντίθετο. Και κατά πόσο τελικά μπορούμε να πιστεύουμε ότι νοιαζόμαστε για τον άλλον, όταν μέσα σε λίγα μόλις λεπτά ή ώρες μπορούμε να προδώσουμε τον φίλο μας, τον εραστή ή την ερωμένη μας, μπορούμε να ξεχάσουμε τα πάντα και να αφεθούμε σε νέες προκλήσεις; Που κι αυτές θα κρατήσουν ελάχιστα, μιας και πάλι δεν θα είμαστε σε θέση να επικοινωνήσουμε με τον άλλον άνθρωπο. Με τον άλλον. Γιατί πάντα θα γίνεται αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ του εγώ και του άλλου. Ο άλλος θα παραμένει τόσο ξένος σε εμάς, όσο κι εμείς στον εαυτό μας.

Κι όλα αυτά τα βιβλία, ό,τι έχει ειπωθεί από μεγάλους φιλόσοφους και ποιητές, από λογοτεχνικούς και θεατρικούς συγγραφείς, από λόγιους γενικά, όλα αυτά χαμένα...  Με βρίσκει σύμφωνο, λοιπόν, το εξής απόφθεγμα του ποιητή Daniel Weissbort: «Και η απουσία σου μου μαθαίνει, ό,τι δεν έχει μπορέσει η Τέχνη». 

aven2 

[...]

Είναι λίγο πριν δύσει ο ήλιος κι εγώ σε μία ξαπλώστρα στην πισίνα ενός ξενοδοχείου συνειδητοποιώ ότι όλος ο κόσμος έχει φύγει. Πριν μερικές ώρες η πισίνα έσφυζε από ζωή -παιδιά, ζευγάρια,  Έλληνες και τουρίστες απ' όλο τον κόσμο-, αλλά τώρα δεν υπάρχει ψυχή, πέρα από μένα που ξεχάστηκα εδώ με τις σκέψεις μου και δυο-τρεις υπαλλήλους του ξενοδοχείου που έχουν ξεκινήσει να μαζεύουν τις ξαπλώστρες και να κλείνουν τις μεγάλες λευκές ομπρέλες. Το νερό της πισίνας, πλέον ήρεμο, βαθύ μπλε, λαμπυρίζει αυτό το πορτοκαλί της δύσης... Υπέροχος χρωματικός συνδυασμός αυτό το χρυσομπλέ… Γύρω απόλυτη ερημιά, νέκρα, ο καθένας έχει τραβήξει τον δρόμο του... κι ένα αίσθημα απόλυτης μοναξιάς... Έχει αρχίσει να φυσάει ένα ψυχρό αεράκι... Ακούω στο mp3 player τις Παρτίτες του Μπαχ για πιάνο και σκέφτομαι πόσο πολύ ταιριάζουν με κάποιους από τους παραπάνω συνειρμούς μου: είναι μελαγχολικές χωρίς να το επιδιώκουν, απλά και μόνο επειδή μες στην απλότητά τους περιέχουν την αλήθεια για την οξύμωρη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. 

επίσης αντιγράφω το δικό μου σχόλιο στο άνωθι κείμενο:
πολύ ενδιαφέρουσες οι σκέψεις σου... τούτη η επικοινωνιακή αναπηρία ενδυναμώνεται πολύ περισσότερο στους διανοούμενους, τους διανοητές, τους ανθρώπους που αναφέρεις... νομίζω πως ο πυρήνας του ερωτήματός σου είναι και η απάντησή του... δεν μπορεί να επικοινωνησει η σκέψη... ο νους δεν θέλει να επικοινωνεί... είναι αυτιστικός και όταν άλλα μέσα μας θέλουν την επικοινωνία, ο νους, ο δικτάτορας και παντοδύναμος νους, τα εμποδίζει, τα σαμποτάρει, τα υπονομεύει... στην ουσία δεν είμαστε βαθιά κοινωνικά όντα... είμαστε αυτά τα ξερονήσια που εύστοχα περιέγραψες.... 

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010


  

Το Ελληνικο Θεωρημα


 

Απο την ενεργητικη οδο της μυησης στην δια της πιστεως δικαιωση 






            "Διότι, επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας.
Επειδή, και οι Ιουδαίοι σημείον αιτούσι, και οι Έλληνες σοφίαν ζητούσιν.ημείς δε κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον, εις μεν τους Ιουδαίους σκάνδαλον, εις δε τους Έλληνας μωρίαν."
(Α΄ Κορ. 1,21-23)
Σ

τις στιγμές της έντασης, συνήθως είμαστε απόλυτοι, αφοριστικοί και ξεροκέφαλα κοντόθωροι. Δεν είμαστε τυχαία έτσι. Αισθανόμαστε ηδονή, ευεξία και πλήρωση  και, ας μην γελιόμαστε, είναι όμορφο να αισθανόμαστε εσωτερικά πλήρεις. Ακόμη κι αν αργότερα, την επόμενη ημέρα, την επόμενη εβδομάδα ή τον επόμενο χρόνο έχουμε αναθεωρήσει κατά μεγάλο ποσοστό όλα εκείνα που μάς έδωσαν τούτα τα συναισθήματα. Μπορεί να τα έχουμε αναθεωρήσει, αλλά αμφιβάλλω αν τα έχουμε απωθήσει κιόλας, κάτι που είναι, φυσικά, εντελώς διάφορο.
          Μιας τάξης ζήτημα είναι το να αναγνωρίσεις πως στην δυναμική της μάχης κι αν δεν είσαι δυνατός, αισθάνεσαι δυνατός.
          Άλλης τάξης ζήτημα είναι να αναγνωρίσεις ποιοι είναι οι αντίπαλοι, ή οι εχθροί και γιατί θέλεις να τους εκμηδενίσεις.
          Στις στιγμές της απουσίας της έντασης -και όχι στις αντίστοιχες της ηρεμίας ή της εσωτερικής σιγής, που είναι διαφορετικής κατάστασης πραγματικότητες- αισθάνεσαι διαλλακτικός, επαφικός, επικοινωνιακός, έχεις σφαιρικότερη αίσθηση του δικαίου και πιστεύεις πως, τελικά, ακόμα και θέσεις που μάχονται η μια την άλλη λυσσαλέα, μπορούν να συγκλίνουν ακόμη και να συμπλεύσουν και να εκφορτιστεί περίσσεια ενέργειας που σε αναστατώνει.
          Και κάπως έτσι θα πρέπει να είσαι όταν καταπιάνεσαι με τομείς κυκλώπειους όπως είναι η λατρεία των Ελλήνων και θέλεις να εισέλθεις σε χώρες απέραντες όπως είναι η Ελληνική Γραμματεία και παράδοση. Ήρεμος, διαλλακτικός και ευρύνους. Όμως τώρα, θέλω να επιχειρήσω να ξεκινήσω αντίστροφα. Από το σήμερα προς το χθες. Και ίσως έτσι αποκτήσω κάποιες σταθερές απαραίτητες και ορόσημα αναγκαία για να μην χαθώ στις απέραντες χώρες των Ελλήνων.
                  
          Εάν ο Χριστιανισμός είναι επανάσταση όχι μονάχα στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος οργανώνει την καθημερινή του ζωή και διαμορφώνει συμπεριφορές και πράξεις αλλά κυρίως στο πως έρχεται σε επαφή με το θείο -τον Θεό- και διαλέγεται μαζί Του, μπορεί να προκύψει ίσως και από μια απλή φράση του Παύλου:

"ότι εάν ομολογήσης διά του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσεις εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθή"
(Ρωμ. 10,9)

Ναι, νομίζω πως και μόνο αυτή η απλή φράση να είχε διασωθεί από τις πολλές επιστολές του Αποστόλου των Εθνών, θα αρκούσε για να θεμελιώσει μια πνευματική επανάσταση.
          Είναι μια ρήση, μια διατύπωση, ένας αφορισμός, μια θεώρηση που δεν έχει το προηγούμενό της στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος, των θρησκειών, των γνωστών λατρειών και δοξασιών απανταχού της υφηλίου.
          Είναι ένας άξονας από τους αμετακίνητους στην δογματική της θρησκείας του Ναζωραίου, είναι ακρογωνιαίος λίθος, σημείο αναφοράς, η πεμπτουσία της χριστιανικής θεολογίας.
        Ομολογείς ότι πιστεύεις στον Εσταυρωμένο και σώζεσαι.
          Διά της πίστεώς σου, δικαιώνεσαι, σώζεσαι.
          Προϋπόθεση της σωτηρίας, απλά και μόνον η πίστη.
          Είναι μια από τις σπουδαιότερες επαναστάσεις του ανθρωπίνου πνεύματος. Οι Έλληνες δεν απετόλμησαν να διατυπώσουν μια τέτοια θεώρηση, νομίζω πως δεν θα πρέπει να πέρασε ποτέ από το νου τους.
          Ο Παύλος όμως δογματίζει λυτρωτικά, απλά και μιμείται τον Κύριο.
          Γιατί, ποιος είναι ο μοναδικός άνθρωπος για τον οποίο είμαστε απολύτως σίγουροι πως βρίσκεται στον Παράδεισο;
          Κάποιος από τους μαθητές και Αποστόλους που όργωσαν όλο τον τότε γνωστό κόσμο κηρύττοντας τον Λόγο και βρίσκοντας μαρτυρικό θάνατο; Όχι.
          Κάποιος άγιος ή Πατέρας της Εκκλησίας που αφιέρωσε τη ζωή του στην άσκηση, την προσευχή, την αγία ζωή; Όχι.
          Ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας κοινός ληστής, ένας καταδικασμένος στην χειρότερο και ατιμωτικότερο θάνατο, τον σταυρικό. Ένας άνθρωπος που η ζωή του ήταν γεμάτη αμαρτίες, αδικίες και κανένα έργο χριστιανικό. Κι όμως, ο ληστής αυτός, έχει την διαβεβαίωση του Θεανθρώπου[1] ότι θα είναι μαζί του στον Παράδεισο!!!
          Ο Παύλος μιμείται τον Ιησού στον σταυρό και κηρύττει: Πίστεψε και θα σωθείς. Ομολόγησε την πίστη σου και θα σωθείς.
          Η μεγαλύτερη, ως τότε, επανάσταση στην ανθρώπινη σκέψη, στον ανθρώπινο λογισμό, στο σύμπαν των έλλογων όντων. Και δεν διστάζει να το επαναλάβει προς εμπέδωσιν.

"Διότι, πας όστις επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου, θέλει σωθή"
(Ρωμ. 10,13)
         
          Μπροστά σ'αυτό το επιχείρημα του Παύλου, ο Ελληνορωμαϊκός κόσμος, ένα άρτια δομημένο σύμπαν χιλιετηρίδων, καταρρέει και αποστυντίθεται!
          Τι να αντιτάξεις σε μια τόσο απλή, τόσο σαφή, τόσο "βολική" θεώρηση;
          Πως να μιλήσεις για κοσμολογία, αστρονομία, φυσική, τέχνη, ιατρική, μουσική, ηθική και 'σεπτά μυστήρια' όταν μέσα σε δυο φράσεις όλα αυτά γίνονται περιττά, αχρείαστα και, εν τέλει, αποπροσανατολιστικά;
          Παρά την εμφανή απογοήτευσή μου, θα αποτολμήσω να διερευνήσω τι εννοούσαν οι Έλληνες με την λέξη μύηση για να διακριβώσω και τις -ελάχιστες πάντως- πιθανότητές μου να απορρίψω τον "λακωνικό" Παύλο και να εμμείνω στην στέρεη πεποίθησή μου πως το οικοδόμημα των Ελλήνων ήταν υπερτελές και ουδεμίαν ανάγκη είχε από συμπληρώσεις, νοθεύσεις ή επαναστάσεις.
          Ας πάρουμε βαθιά ανάσα λοιπόν.
          Μύηση λοιπόν σημαίνει είσοδος, εισδοχή (λατ. ρίζα initium εκ του οποίου το initiation). Άρα, μεμυημένος είναι εκείνος που έχει εισέλθει. Που όμως; Και γιατί; Λοιπόν, οι πρόγονοί μας, όπως και όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί- "προχριστιανικούς" τους λένε μερικοί- είχαν κάποιες... ιδιορρυθμίες, κάποιες αποκλίσεις από την 'ορθόδοξη' συμπεριφορά στα μεγάλα συστήματα Γνώσης και Αληθείας που κατά εποχές και τόπους ίδρυσαν και απεκλήθησαν 'Μυστήρια'. Δεν δέχονταν και δεν ανέχονταν τους ράθυμους, τους οκνηρούς, κοινώς, τους τεμπέληδες. Ήταν μια 'διαστροφή' τους, ας πούμε από την οποία όμως δεν μετακινήθηκαν ποτέ. Όσοι ήταν διψασμένοι για να μάθουν έπρεπε πρώτα να 'πάθουν' και σε αυτό, επίσης, είχαν μια... στενοκέφαλη επιμονή. Τα μεγάλα και διάσημα 'Πανεπιστήμια' της αρχαιότητας δεν κρατούσαν μαθητευόμενους ανεπαρκείς ή απρόθυμους και δεν συγχωρούσαν την αμέλεια, την κουτοπονηριά και την φυγοπονία. Αντιθέτως, είχαν επινοήσει -ή κληρονομήσει- πολύπλοκα και επίπονα συστήματα βαθμιδωτής ανέλιξης του επιπέδου των μαθητών τους, δια των οποίων οικοδομούσαν προσωπικότητες και οντότητες υψηλότατης στάθμης. Δέχονταν σχεδόν τους πάντες όμως ελάχιστοι 'αποφοιτούσαν', οι αληθινά άριστοι. Με αυτή την έννοια, οι αρχαίοι, Αιγύπτιοι, Έλληνες κ.α., ήταν πραγματικοί οπαδοί της αριστο-κρατίας.
          Ξέρουμε πως ένας από τους αυστηρότερους διδασκάλους της αρχαιότητας ήταν ο Πυθαγόρας, ο οποίος έθετε σε πολλαπλές και κοπιώδεις δοκιμασίες τον οιονδήποτε ήθελε να γίνει μέλος του κοινοβίου του. Και όταν ακόμη τον έκανε δεκτό ως Ακροατή, του επέβαλλε την -εξωφρενική για τις ημέρες μας- δοκιμασία της πενταετούς σιωπής, στην διάρκεια της οποίας, το δόκιμο μέλος ήταν παρόν στις συνεδρίες των αδελφών, χωρίς να μπορεί να παρέμβει, να διατυπώσει άποψη, να διαφωνήσει. Αλλά και όλους τους μαθητές του, σε όλες τις βαθμίδες έλεγχε καθημερινά και επίμονα για το αν έχουν αποκτήσει ευχέρεια στη μάθηση και στην απομνημόνευση[2], εάν έχουν αποκτήσει ταχύτητα στην παρακολούθηση των μαθημάτων[3], και ενέκρινε τους πραγματικά ικανούς να παραλάβουν την σοφία του και τότε επιχειρούσε να τους μυήσει στην επιστήμη του[4].
          Για τους Έλληνες, ο δρόμος προς την 'θέωση' ξεκινά από τον άνθρωπο, από τον εσωτερικό άνθρωπο, τον πνευματικό άνθρωπο. Πριν μιλήσουν για τους θεούς, το θείο και πως να έρθεις σε επαφή με αυτό, ενδιαφέρονταν να οικοδομήσουν έναν πλήρη, άρτιο και ευτυχή άνθρωπο. Η πορεία λοιπόν ήταν από κάτω προς τα άνω. Γι'αυτό και ήταν υπέρμαχοι της λεγόμενης 'ενεργητικής οδού'. Μιας οδού που απαιτούσε δουλειά, μόχθο και συνεχή προσπάθεια από τον μαθητευόμενο. Μιας οδού που ήταν σπαρμένη με αγκάθια και γεμάτη εμπόδια και παγίδες.
          Στο ελληνικό στερέωμα, δεν υπάρχει 'εκ των άνω' σωτηρία, η πορεία είναι μοναχική, σκληρή και απαιτητική.
          Στο ελληνικό σύμπαν δεν περιμένεις κανέναν να σε σώσει 'κατά την πίστη σου' αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι θα θερίσεις ό,τι εσύ έσπειρες.
        Μονάχα μια είναι η οδός του ελληνικού κόσμου. Η ενεργητική.
          Η Μύηση είναι η κατεξοχήν έκφραση της ενεργητικής οδού.
         
          Όμως, ο Παύλος, είχε διαφορετική άποψη.
          Οι χριστιανοί Πατέρες, είχαν διαφορετική άποψη.
          Οι περισπούδαστοι Σχολαστικοί θεολόγοι είχαν διαφορετική άποψη.
          Στο χριστιανικό κόσμο, η πορεία είναι εκ των άνω προς τα κάτω. Για τον χριστιανό, το σημαντικό δεν είναι να θέλει εκείνος να πλησιάσει το θεό αλλά να πλησιάσει ο Θεός εκείνον.

"...ουχί ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ'ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον Υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών"
(ΑΊωάν. 4,10)

          Ο χριστιανός γνωρίζει καλά πως ό,τι κι αν εκείνος πράξει στη ζωή του, όσο καλός και συνετός και δίκαιος και αν είναι, δεν έχει εξασφαλίσει την σωτηρία του. Είναι ένα παράδοξο που ανήκει, φυσικά στην περίφημη υπέρλογη και μυστηριακή και ανεξιχνίαστη θέληση και σοφία του Πατέρα. Το σχήμα 'πράττω καλώς -> οδεύω στον Παράδεισο', δεν λειτουργεί. Όπως επίσης δεν λειτουργεί και το αντίστροφο: 'πράττω κακώς -> οδεύω στην Κόλαση'. Ο ελληνικός κόσμος, ο κόσμος του Ορθού Λόγου και του αυθυπεύθυνου του ανθρώπου πάει περίπατο. Όποιον θέλει ο Κύριος εκείνον και σώζει, κάτι, που όπως λένε και οι εγκυρότεροι θεολόγοι, θα πρέπει εμείς οι άνθρωποι, να δεχθούμε ταπεινά, ως δούλοι του Θεού και να το... καταπιούμε αφού, έτσι ή αλλιώς, λόγος δεν μάς πέφτει. Εκείνος που δημιούργησε τους γαλαξίες και τα σύμπαντα, δεν θα δώσει αναφορά σε ένα μυρμήγκι για την συντριβή ή την σωτηρία του.
          Τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς στην εξ'αποκαλύψεως και άρα πέρα από κάθε έλεγχο και αντιγνωμία αυτή απόλυτη θέση;
         
          Προσεγγίζοντας τον ελληνικό κόσμο μέσα από τις δικές μας, χριστιανικές αναφορές των τελευταίων 1500 ετών, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην αγγίξουμε και την σχιζοφρένεια! Πως είναι δυνατόν να καταρρεύσει, αναρωτιέται κανείς καλόπιστα, ο 'αρχαίος κόσμος' που είχε φθάσει σε τέτοια μοναδικά επίπεδα πολιτισμού, που είχε προχωρήσει την επιστήμη, την τέχνη, την φιλοσοφία, την ποίηση και την μουσική, που στις κοινωνικές και πολιτικές δομές είχε υπερβεί κατά πολύ ακόμη και τα σημερινά μοντέλα έμμεσης δημοκρατίας, πως είναι δυνατόν η ανθρωπότητα να θέλησε να γυρίσει αίφνης τόσο πίσω, πως επέτρεψαν οι άνθρωποι το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών που λειτουργούσαν επί αιώνες, την κατασυκοφάντηση και διάλυση των Μυστηρίων στα οποία είχαν μυηθεί όλες οι εξέχουσες κορυφές του αρχαίου πνεύματος, πως μπόρεσαν να ανεχθούν την απαγόρευση των Ολυμπιακών αγώνων, πως ανέχονταν αποφάσεις που σπίλωναν και απηγόρευαν το θέατρο, τους ποιητικούς αγώνες, την ελεύθερη έκφραση μέσω της γλυπτικής και της ζωγραφικής; Πως πρόδωσαν οι άνθρωποι τόσο εύκολα όσα οι πατέρες και οι παππούδες τους με τεράστιο μόχθο είχαν δημιουργήσει επί αιώνες και πως δέχθηκαν τον εξευτελισμό του πολιτισμού τους που, ξαφνικά, εμφανίστηκε αποτρόπαιος και 'ειδωλολατρικός';
          Πως ανέχονταν οι άνθρωποι εκείνων των φοβερών εποχών της ύστερης αρχαιότητας, κάποιους ρασοφόρους 'πεφωτισμένους' που ήρθαν από το πουθενά, ευαγγελιζόμενοι κάποια 'μετά θάνατον ζωήν αιώνιον' να τους αλλάζουν τρόπο ζωής, να τους κλέβουν την λατρεία των προγόνων τους, να γκρεμίζουν με ανείπωτη λύσσα μπροστά στα μάτια τους τα σεβάσματα και τα ιερά τους, να τους επιβάλλουν φασιστικά το ποιο θεό θα λατρεύουν, πως θα τον λατρεύουν, απειλώντας τον καθένα ξεχωριστά και τις οικογένειές τους με φρικτά βασανιστήρια σε περίπτωση κρυφής ή φανερής άρνησης;
          Αναρωτιέμαι κι εγώ, όχι μονάχα σε στιγμές έντασης, αλλά και σε στιγμές ηρεμίας και… καταλλαγής, εάν έχω την παραμικρή δικαιολογία για την άγνοια, την αδιαφορία και τον 'ωχαδερφισμό' μπροστά σε όλα αυτά τα εγκλήματα όχι εις βάρος κάποιων άλλων άγνωστων και ξένων, αλλά εις βάρος εμένα και του πανάκριβου κληροδοτήματος που μου αντιστοιχεί πριν έρθουν και κατοικήσουν στη πατρίδα μου όλοι αυτοί οι περίεργοι, άσχετοι, ανιστόρητοι και άξεστοι που μου επιβάλλουν τούτη την πνευματική τρομοκρατία επί 1500 χρόνια τώρα.
         
          Όταν από κάποιους τίθεται το ερώτημα για την ‘αναβίωση της ελληνικής θρησκείας’ - λατρείας, είναι σαν να τίθεται ένα άλλο, μεγαλύτερο, σπουδαιότερο και σημαντικότερο ερώτημα: για την αναβίωση του ελληνικού κόσμου.
          Και αναρωτιέμαι αν, πλησιάζοντας στο δείλι του βίου μου θα έχω κάποια συνεισφορά στην δράση και την κίνηση προς την κατεύθυνση αυτή.
          Αναρωτιέμαι όχι μονάχα γιατί έχω την υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μου αλλά γιατί, αν ίσως, κάποια στιγμή, ερωτηθώ από τον γιο μου –αν αποκτήσω δηλαδή - γιατί κάποτε συνέβησαν όλα αυτά που συνέβησαν για την συκοφάντηση, την διαπόμπευση και την εξαφάνιση του ελληνικού κόσμου, θα έχω πιθανώς, κάποια απάντηση να δώσω.
          Το επόμενο ερώτημα είναι που φοβάμαι πιο πολύ και θα'θελα να είμαι έτοιμος να του απαντήσω.
          Κι εσύ τι έκανες;
          Γιατί, το να μην γνωρίζεις και να μην δρας, είναι σφάλμα που επανορθώνεται.
          Το να γνωρίζεις όμως και να αδιαφορείς, είναι ασυγχώρητο.
          Τελικά, ίσως η ενεργητική οδός να είναι μονόδρομος.


[1]"Αληθώς σοι λέγω, σήμερον θέλεις είσθαι μετ'εμού εν τω παραδείσω" (Κατά Λουκά, 23-43)
[2]"περί ευμαθείας και μνήμης εσκόπει" (Ιαμβλιχου, Περί του Πυθαγορικού Βίου)
[3]"ει δύνανται ταχέως και σαφώς παρακολουθείν τοις λεγομένοις", (Ως άνω)
[4]"τους τε αρμόζοντας τοις αγαθοίς της παρ'εαυτώ σοφίας ενέκρινε και ούτως επί τας επιστήμας ανάγειν επειράτο" (Ως άνω)


- 2002 -