Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010



συμπαγείς
στο χρόνο
αρηγμάτωτοι
θρασείς
στο πόνο
από αισθήματα
ξαρμάτωτοι
μελετούμε τον άνθρωπο
τι ψεύτες !
ανθρωποποιούμαστε
στο διηνεκές…

συγχώρεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
ιερή αλυσίδα του αιτίου και του αιτιατού
μη μας φυλακίζεις στην αθανασία άλλο
δεν το βαστάμε
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…

πολεμιστές φωτός
και άθλιοι σαρκοβόροι
τεμαχισμένοι Προμηθείς
έκπτωτοι Εωσφόροι
δεν έχουμε άλλη περπατησιά
ξεμάθαμε
ως και το βλέμμα
ακατάδεχτοι;
μην πεις
ελεεινοί
πένητες πυροφόροι
έχουμε το μερτικό μας στο φθαρτό
και αλήθεια
ορφανέψαμε νωρίς

συμπόνεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
που έχεις τα κλειδιά της πτώσης
και της ανόδου
και της σπηλιάς την έξοδο γνωρίζεις
διώξε μας
τούτο το φορτίο μας λύγισε
δεν το βαστάμε
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…

Ιαν 2010

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

clip_image002
Υ
Ύπαρξη…
Υψιπετής
Υετός
Υποδέχομαι και
Υφαίνω την
Ύπαρξη…
Υγιής
Υιός
Υλακή
Ύλης
Ύμνος
Υμένα
Υπακοή
Ύπατος
Υπέχω
Υποταγής
Υψιπετής και
Υψιπέτης
Ύψιλον

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010



Στὸν πραγματικὸ Γλάρο Ἰωνάθαν,
ποὺ ζεῖ στὸν καθένα μας

Ἦταν πρωὶ κι ὁ καινούργιος ἥλιος λαμπύριζε χρυσαφένιος πάνω στοὺς κυματισμοὺς μιᾶς ἤρεμης θάλασσας.

Ἕνα μίλι ἀπ᾿ τὴν ἀκτή, μιὰ ψαρόβαρκα ἔπαιζε μὲ τὸ νερό, καὶ τὸ σύνθημα νὰ μαζευτεῖ τὸ σμῆνος γιὰ πρόγευμα πέρασε σὰν ἀστραπὴ στὸν ἀέρα, καὶ τότε ἕνα σύννεφο ἀπὸ χίλιους γλάρους ᾖρθε νὰ παλέψει πονηρὰ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει κάποια κομμάτια τροφῆς. Ἄρχιζε μιὰ καινούργια μέρα γεμάτη δουλειά. Πολὺ πιὸ πέρα ὅμως, ὁλομόναχος, πετώντας μακριὰ ἀπ᾿ τὴ βάρκα καὶ τὴν ἀκτή, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος συνέχιζε τὶς ἀσκήσεις του. Ἀπὸ ὕψος ἑκατὸ πόδια, ψηλὰ στὸν οὐρανό, χαμήλωσε τὰ παλαμωτά του πόδια, σήκωσε τὸ ράμφος του καὶ πάσχισε νὰ ἐπιβάλει στὰ φτερά του μιὰ ὀδυνηρή, δύσκολη, στριφτὴ καμπύλη. Μιὰ τέτοια καμπύλη τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πετάξει μὲ μικρὴ ταχύτητα καὶ τώρα πετοῦσε ὅλο καὶ πιὸ ἀργὰ ὥσπου ὁ ἄνεμος ἔγινε ἕνα ψιθύρισμα στὸ πρόσωπό του, ὥσπου τὸ πέλαγο στάθηκε ἀκίνητο κάτω. Στένεψε τὰ μάτια του σὲ ἐντατικὴ αὐτοσυγκέντρωση, κράτησε τὴν ἀνάσα του, μὲ δύναμη θέλησε νὰ δώση... ἕνα... ἀκόμα... ἑκατοστό... κλίσης... στὴν καμπύλη. Ὕστερα τὰ φτερά του ζάρωσαν, ἔχασε τὸν ἔλεγχο κι᾿ ἔπεσε.
Οἱ γλάροι, ὅπως ξέρετε, δὲν χάνουν ποτὲ τὴ σταθερότητα, δὲν χάνουν ποτὲ τὸν ἔλεγχό τους. Νὰ χάσουν τὸν ἔλεγχο τῆς πτήσης τους εἶναι γι᾿ αὐτοὺς ντροπή, εἶναι ἐξευτελισμός.
Ὅμως ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος, ποὺ δίχως ντροπὴ ἅπλωσε ξανὰ τὶς φτεροῦγες του πετώντας στὴν ἴδια κείνη τρεμάμενη δύσκολη καμπύλη - ὅλο καὶ πιὸ ἀργά, πιὸ ἀργὰ καὶ πάλι χάνοντας τὸν ἔλεγχό του - δὲν ἦταν ἕνα κοινὸ πουλί.
Οἱ περισσότεροι γλάροι δὲ νοιάζονται νὰ μάθουν παρὰ μόνο τὰ πιὸ βασικὰ πράγματα γιὰ τὸ πέταγμα — πῶς νὰ πετοῦν ἀπ᾿ τὴν ἀκτή στὴν τροφή τους καὶ πίσω πάλι. Γιὰ τοὺς περισσότερους γλάρους σημασία δὲν £ἔχει τὸ πέταγμα, ἀλλὰ τὸ φαγητό. Γιὰ τοῦτον, ὅμως, τὸ γλάρο σημασία δὲν εἶχε τὸ φαγητό, ἀλλὰ τὸ πέταγμα. Πάνω ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ἀγαποῦσε νὰ πετάει.
Ἕνας τέτοιος τρόπος σκέψης δὲν ἦταν, καθὼς ἀνακάλυψε, τὸ καλύτερο μέσο γιὰ νὰ γίνεις ἀγαπητὸς στ᾿ ἄλλα πουλιά. Ἀκόμα καὶ οἱ γονεῖς του ἔνιωθαν ἀπογοήτευση ὅταν ὁ Ἰωνάθαν περνοῦσε μέρες ὁλόκληρες μόνος, κάνοντας ἑκατοντάδες χαμηλὲς πτήσεις μὲ ἀκίνητα φτερά, κάνοντας δοκιμές.
Δὲν ἤξερε λόγου χάρη τὸ γιατί, ὅμως, ὅταν πετοῦσε πάνω ἀπ᾿ τὸ νερό, σὲ ὕψος μικρότερο ἀπ᾿ τὸ μισὸ ἄνοιγμα τῶν φτερῶν του, μποροῦσε νὰ μείνει στὸν ἀέρα περισσότερο καὶ μὲ μικρότερη προσπάθεια. Οἱ πτήσεις μὲ ἀκίνητα τὰ φτερά του τέλειωναν ὄχι μὲ τὸ συνηθισμένο πλατσούρισμα τῶν ποδιῶν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ μ᾿ ἕνα μακρύ, πλατὺ αὐλάκι καθὼς ἄγγιζε τὴν ἐπιφάνεια μὲ τὰ πόδια του ἀεροδυναμικὰ δεμένα πάνω στὸ κορμί του. Ὅταν ἄρχισε νὰ γλιστρᾷ γιὰ νὰ προσγειωθεῖ μὲ μαζεμένα τὰ πόδια του στὴν παραλία, ὅταν δρασκέλιζε τὸ μῆκος τῆς γλίστρας του στὴν ἄμμο, οἱ γονεῖς του ἦσαν ἀλήθεια πολὺ ἀπογοητευμένοι.
«Γιατί Ἴων, γιατί;» ρωτοῦσε ἡ μάνα του. «Γιατί εἶναι τόσο δύσκολο, Ἴων, νὰ εἶσαι ὅπως ὅλα τ᾿ ἄλλα πουλιὰ στὸ σμῆνος; Γιατί δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀφήσεις τὸ χαμηλὸ πέταγμα στοὺς ἄλμπατρος, στοὺς πελεκάνους; Γιατί δὲν τρῷς; Γιόκα μου, εἶσαι φτερὸ καὶ κόκαλο!».
«Μάνα, δὲ μὲ πειράζει νἆμαι φτερὸ καὶ κόκαλο. Θέλω μόνο νὰ ξέρω τί μπορῶ καὶ τί δὲ μπορῶ νὰ κατορθώσω στὸν ἀέρα. Τίποτ᾿ ἄλλο. Θέλω νὰ ξέρω».
«Ἄκου ἐδῶ Ἰωνάθαν», εἶπε ὁ πατέρας του, ὄχι δίχως καλοσύνη. «Ὁ χειμῶνας πλησιάζει. Οἱ βάρκες θἆναι λιγοστὲς καὶ τ᾿ ἀφρόψαρα θὰ κολυμποῦν βαθιά. Ἂν πρέπει κάτι νὰ μελετήσεις, μελέτα τὴν τροφὴ καὶ πῶς νὰ τὴν ἐξασφαλίσεις. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεση μὲ τὶς πτήσεις εἶναι πολὺ καλή, ἀλλὰ μιὰ πτήση μ᾿ ἀκίνητα φτερὰ δὲν τρώγεται. Τὸ ξέρεις. Μὴ ξεχνᾷς πὼς ἂν πετᾶς εἶναι γιὰ νὰ τρῶς».
Ὁ Ἰωνάθαν ἔσκυψε τὸ κεφάλι ὑπάκουα. Γιὰ λίγες μέρες προσπάθησε νὰ φερθεῖ ὅπως οἱ ἄλλοι γλάροι· προσπάθησε στ᾿ ἀλήθεια, κρώζοντας καὶ πολεμώντας μὲ τὸ σμῆνος γύρω στὶς ἀποβάθρες καὶ τὶς ψαρόβαρκες, βουτώντας πάνω σὲ ἀποκόμματα ψάρι καὶ ψωμί. Κι᾿ ὅμως δὲν τὰ κατάφερνε.
Δὲν ἔχει κανένα νόημα, σκέφτηκε, ἀφήνοντας σκόπιμα νὰ πέσει, ἀφοῦ τὴν κέρδισε μὲ χίλιους κόπους, μιὰ ἀντσούγια σ᾿ ἕναν πεινασμένο γερογλάρο ποὺ τὸν κυνηγοῦσε. Θὰ μποροῦσα ν᾿ ἀσχοληθῶ ὅλ᾿ αὐτὸ τὸ διάστημα μαθαίνοντας νὰ πετάω. Ἔχει τόσα νὰ μάθει κανείς!
Καὶ πολὺ σύντομα ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ξανάφυγε μόνος πάλι, πέρα στ᾿ ἀνοιχτά, πεινασμένος, εὐτυχισμένος, μαθαίνοντας.
Θέμα ἦταν ἡ ταχύτητα, καὶ μὲ μία βδομάδα ἐξάσκηση ἔμαθε γιὰ τὴν ταχύτητα πολλὰ περισσότερα ἀπὸ τὸν πιὸ γρήγορο γλάρο στὸν κόσμο.
Ἀπὸ χίλια πόδια ὕψος, ἀφοῦ κουνοῦσε τὰ φτερά του ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦσε, ξεκινοῦσε μίαν ἀκάθεκτη κατάδυση πρὸς τὰ κύματα, καὶ μάθαινε γιατὶ οἱ γλάροι δὲν κάνουν κάθετες καταδύσεις μ᾿ ὅλη τους τὴν ὁρμή. Σ᾿ ἕξη μόλις δευτερόλεπτα πετοῦσε μ᾿ ἑβδομῆντα μίλια τὴν ὥρα καὶ στὴν ταχύτητα αὐτὴ ἡ φτεροῦγα «παίζει», ὅταν βρίσκεται στὴν πάνω της κίνηση.
Αὐτὸ ἔγινε ξανὰ καὶ ξανά. Καθὼς ἦταν προσεχτικός, καὶ καθὼς δούλευε ἐξαντλώντας ὅλες του τὶς ἱκανότητες, ἔχανε τὸν ἔλεγχό του σὲ πολὺ μεγάλη ταχύτητα.
Ἀνέβαινε χίλια πόδια ψηλά. Μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη πετοῦσε πρῶτα μπροστά, κι᾿ ὑστέρα μονομιᾶς, φτερουγίζοντας, ἄρχιζε τὴν κάθετη βουτιά. Τότε, κάθε φορά, ἡ ἀριστερὴ φτεροῦγα του ἔχανε τὸν ἔλεγχο στὴν πάνω κίνηση, κατρακυλοῦσε κεῖνος ἀπότομα ἀριστερά, ἔχανε τὸν ἔλεγχο τῆς δεξιᾶς φτερούγας προσπαθώντας νὰ τὴν ἐπαναφέρει, καὶ τιναζόταν σὰν φωτιὰ σ᾿ ἕνα τρελλὸ στριφτὸ κουτρουβάλιασμα πρὸς τὰ δεξιά.
Ὅλη του ἡ προσοχὴ δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ ἐλέγξει ἐκείνη τὴν κίνηση τῆς φτερούγας. Προσπάθησε δέκα φορές, καὶ κάθε φορά, καθὼς ξεπερνοῦσε τὰ ἑβδομήντα μίλια τὴν ὥρα, γινόταν ξαφνικὰ μιὰ ἀνάκατη μάζα ἀπὸ φτερά, δίχως ἔλεγχο, ποὺ γκρεμιζόταν στὴ θάλασσα.
Τὸ κλειδί, σκέφτηκε στὸ τέλος, μούσκεμα ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ νερό, θὰ εἶναι νὰ κρατᾷς τὰ φτερὰ ἀκίνητα στὶς μεγάλες ταχύτητες - νὰ φτερουγίζεις ὡς τὰ πενήντα κι ὕστερα νὰ κρατᾶς τὰ φτερὰ ἀκίνητα.
Ξαναδοκίμασε ἀπὸ τὰ δυὸ χιλιάδες πόδια, κατρακυλώντας στὴ βουτιά του, μὲ τὸ ράμφος ἴσια κάτω, τὶς φτεροῦγες ὀρθάνοιχτες καὶ σταθερὲς μόλις πάτησε τὰ πενήντα μίλια τὴν ὥρα. Χρειάστηκε τρομακτικὴ δύναμη, ἀλλὰ τὸ πέτυχε. Σὲ δέκα δευτερόλεπτα πέρασε σὰν καπνὸς ἐνενήντα μίλια τὴν ὥρα. Ὁ Ἰωνάθαν εἶχε πετύχει μιὰ παγκόσμια ἐπίδοση ταχύτητας γιὰ γλάρους!
Ἡ νίκη, ὅμως, δὲν βάσταξε πολύ. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἄρχισε τὴν ἀνάδυση, τὴ στιγμὴ ποὺ ἄλλαξε τὴ γωνία τῶν φτερῶν του, ἀντιμετώπισε τὴν ἴδια τρομαχτικὴ ἀνεξέλεγκτη καταστροφή, ποὺ μὲ ταχύτητα ἐνενήντα μίλια τὴν ὥρα τὸν κτύπησε σὰν κεραυνός. Ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἔσκασε στὸν ἀέρα καὶ γκρεμοτσακίστηκε πάνω σὲ μιὰ θάλασσα σκληρὴ σὰν πέτρα.
Ὅταν συνῆλθε εἶχε πιὰ νυχτώσει, κι᾿ ἔπλεε στὸ φεγγαρόφωτο πάνω στὴν ἐπιφάνεια τοῦ πελάγου. Οἱ φτεροῦγες του ἦσαν σὰ κουρελιασμένα κομμάτια μολύβι, ἀλλὰ τὸ βάρος τῆς ἀποτυχίας ἦταν πάνω στὴν πλάτη του ἀκόμα πιὸ βαρύ. Θἄθελε, ἔτσι ἀδύναμος, τὸ βάρος νὰ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τὸν παρασύρει ἀπαλὰ ὡς τὸ βυθό, καὶ νὰ τελειώναν ὅλα.
Καθὼς βούλιαξε χαμηλὰ στὸ νερό, μιὰ παράξενη κούφια φωνὴ ἀντήχησε μέσα του. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ξεφύγω. Εἶμαι γλάρος. Εἶμαι ἀπ᾿ τὴν φύση μου περιορισμένος. Ἂν ἤμουν φτιαγμένος νὰ μάθω τόσα πολλὰ γιὰ τὸ πέταγμα θἆχα διαγράμματα ἀντὶ γιὰ μυαλό. Ἂν ἤμουν φτιαγμένος νὰ πετάω σὲ τέτοιες ταχύτητες, θἆχα μικρὲς φτεροῦγες ὅπως τὸ γεράκι καὶ θἄτρωγα ποντίκια, ὄχι ψάρια. Ὁ πατέρας μου εἶχε δίκιο. Πρέπει νὰ τὶς ξεχάσω αὐτὲς τὶς τρέλες. Πρέπει νὰ πετάξω πίσω στὸ σμῆνος καὶ ν᾿ ἀρκεσθῶ σ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶμαι, ἕνας φουκαριάρης γλάρος.
Ἡ φωνὴ ἔσβησε, ὁ Ἰωνάθαν συμφώνησε. Ἡ θέση ἑνὸς γλάρου τὴ νύχτα εἶναι στὴ στεριά, κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴ στιγμή, ὁρκίστηκε, θὰ γινόταν ἕνας φυσιολογικὸς γλάρος. Ὅλοι θἆταν ἔτσι πιὸ εὐτυχισμένοι. Κουρασμένος ἔφυγε ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ νερὰ καὶ πέταξε πρὸς τὴ στεριά, κι᾿ εὐγνωμονοῦσε τὰ ὅσα εἶχε μάθει γιὰ τὸ ξεκούραστο χαμηλὸ πέταγμα.
Ὅμως ὄχι, συλλογίστηκε. Πάει, τέλειωσα μ᾿ ὅ,τι ἤμουν, πάει, τέλειωσα μ᾿ ὅ,τι ἔμαθα. Εἶμαι γλάρος ὅπως κάθε ἄλλος γλάρος καὶ θὰ πετάω σὰ γλάρος. Κι᾿ ἔτσι ἀνέβηκε μὲ κόπο ἑκατὸ πόδια ψηλὰ καὶ φτερούγισε πιὸ δυνατά, γιὰ νὰ φτάση γρήγορα στὴν ἀκτή.
Ἔνιωσε καλύτερα μὲ τὴν ἀπόφασή του νὰ εἶναι μόνο ἕνα ἁπλὸ μέλος στὸ σμῆνος. Δὲν θὰ ἦταν πιὰ δεμένος στὴ δύναμη ποὺ τὸν τράβηξε στὴ μάθηση, δὲν θὰ ὑπῆρχαν ἄλλες προκλήσεις κι ἄλλες ἀποτυχίες. Κι ἦταν ὄμορφο νὰ μὴ σκέφτεσαι, καὶ νὰ πετᾶς στὸ σκοτάδι πρὸς τὰ φῶτα πάνω ἀπ᾿ τὴν ἀκτή.
Σκοτάδι! Ἡ κούφια φωνὴ στρίγγλισε τρομαγμένη. Οἱ γλάροι ποτὲ δὲν πετοῦν στὸ σκοτάδι!
Ὁ Ἰωνάθαν δὲν εἶχε τὴν προδιάθεση ν᾿ ἀκούσει. Τί ὄμορφα ποὺ εἶναι, σκέφτηκε. Τὸ φεγγάρι καὶ τὰ φῶτα νὰ τρεμοσβήνουν πάνω στὸ νερό, καὶ ν᾿ ἁπλώνουν μέσ᾿ στὴ νύχτα φωτερὰ μονοπάτια, κι ὅλα τόσο εἰρηνικὰ κι᾿ ἀκίνητα...
Κατέβα! Οἱ γλάροι δὲν πετοῦν ποτὲ στὰ σκοτεινά! Ἂν ἤσουν φτιαγμένος γιὰ νὰ πετᾶς στὸ σκοτάδι θά 'χες μάτια κουκουβάγιας! Θά 'χες σχεδιαγράμματα στὸ κεφάλι σου, ὄχι μυαλό! Θὰ 'χες κοντὰ φτερὰ ὅπως τὸ γεράκι!
Ἐκεῖ, μέσα στὴ νύχτα, ἑκατὸ πόδια ψηλὰ στὸν ἀέρα, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ἔπαιξε τὸ μάτι. Ὁ πόνος του, οἱ ἀποφάσεις του ἔγιναν καπνός. Κοντὰ φτερά. Κοντὰ φτερὰ ὅπως τὸ γεράκι! Νὰ ἡ λύση! Τί βλάκας ποὺ ἤμουν! Μοῦ ἀρκεῖ ἕνα τόσο δὰ φτερό, ἀρκεῖ ν᾿ ἀναδιπλώσω τὶς φτεροῦγες μου καὶ νὰ πετάω μόνο μὲ τὶς ἄκρες τους! Κοντὰ φτερά!
Ἀνέβηκε δυὸ χιλιάδες πόδια πάνω ἀπ᾿ τὴ σκοτεινὴ θάλασσα καὶ δίχως νὰ συλλογιστεῖ οὔτε στιγμὴ τὴν ἀποτυχία ἢ τὸ θάνατο, ἔφερε τὸ μπρὸς μέρος τῆς κάθε του φτερούγας σφιχτὰ πάνω στὸ σῶμα του, ἄφησε μόνο σὰ στενὰ λεπίδια τὶς ἄκρες τους νὰ ξεπεταχτοῦν στὸν ἀέρα, καὶ ἔπεσε σὲ κάθετη πτήση.
Ὁ ἀέρας μούγγριζε σὰ θεριὸ στὸ κεφάλι του. Ἑβδομήντα μίλια τὴν ὥρα, ἐνενήντα, ἑκατὸν εἴκοσι καὶ πιὸ γρήγορα ἀκόμα. Τώρα ἡ πίεση τοῦ ἀέρα, στὰ ἑκατὸ σαράντα μίλια τὴν ὥρα, ἦταν πολὺ λιγότερη ἀπ᾿ ὅ,τι πρὶν στὰ ἑβδομῆντα, καὶ μὲ μιὰ ἐλάχιστη στροφὴ στὶς ἄκρες τῶν φτερῶν του βγῆκε ἄνετα ἀπ᾿ τὴν κατάδυσή του καὶ τινάχτηκε πρὸς τὰ πάνω, μακριὰ ἀπ᾿ τὰ κύματα, σὰ μιὰ σταχτιὰ ὀβίδα στὸ φεγγαρόφωτο.
Ἔκλεισε σχεδὸν ὁλότελα τὰ μάτια του ἀπέναντι στὸν ἄνεμο κι᾿ ἔνιωσε χαρά. Ἑκατὸ σαράντα μίλια τὴν ὥρα! καὶ μὲ ἀπόλυτο ἔλεγχο! Ἂν βουτήξω ἀπὸ τὰ πέντε χιλιάδες πόδια, ἀντὶ ἀπὸ τὰ δυὸ χιλιάδες, πόσο γρήγορα ἄραγε...
Οἱ προηγούμενοι ὅρκοι του ξεχάστηκαν, σκορπίστηκαν μακριὰ μέσα στὸ μεγάλο γρήγορο ἄνεμο. Κι᾿ ὅμως δὲν ἔνιωσε ἔνοχος, καθὼς καταπατοῦσε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε δώσει. Τέτοιες ὑποσχέσεις εἶναι μόνο γιὰ τοὺς γλάρους ποὺ ἀποδέχονται τὰ συνηθισμένα. Ὅποιος ἀρίστευσε μαθαίνοντας, δὲν χρειάζεται τέτοιες ὑποσχέσεις.
Μὲ τὴν ἀνατολή, ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἄρχισε πάλι τὴν ἐξάσκησή του. Ἀπὸ ὕψος πέντε χιλιάδες πόδια οἱ ψαρόβαρκες ἦσαν βουλίτσες πάνω στὸ λεῖο γαλανὸ νερό, τὸ Σμῆνος στὸ Πρόγευμα ἕνα ἀχνὸ σύννεφο ἀπὸ μικροσκοπικὰ σκονάκια, νὰ στροβιλίζονται. Ἦταν ζωντανός, τρέμοντας λίγο ἀπὸ χαρά, περήφανος ποὺ κυριαρχοῦσε τώρα πάνω στὸ φόβο του. Ὕστερα δίχως ἐπισημότητες μάζεψε τὶς φτεροῦγες του, ἅπλωσε τὶς κοντὲς λοξὲς ἄκρες τῶν φτερῶν του καὶ βούτηξε ἀμέσως πρὸς τὴ θάλασσα. Ὅταν πέρασε τὶς τέσσερεις χιλιάδες πόδια, εἶχε φτάσει τὴν ὁριακὴ ταχύτητα, ὁ ἀέρας ἦταν ἕνα στέρεο φράγμα ἤχου ἀπέναντι στὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ κινηθεῖ πιὸ γρήγορα. Πετοῦσε τώρα ἴσια κάτω, μὲ ταχύτητα διακόσια δεκατέσσερα μίλια τὴν ὥρα. Ξεροκατάπιε, γιατί ἤξερε πὼς ἂν τὰ φτερά του ἄνοιγαν σ᾿ αὐτὴ τὴ ταχύτητα, θὰ γινόταν ἕνα ἑκατομμύριο κομματάκια γλάρου. Ἡ ταχύτητα ὅμως ἦταν δύναμη, καὶ ἡ ταχύτητα ἦταν χαρά, καὶ ἡ ταχύτητα ἦταν ἀπόλυτη ὀμορφιά.
Ἄρχισε τὴν ἀνάσχεση στὰ χίλια πόδια, οἱ ἄκρες τῶν φτερῶν του ἔτριζαν κι᾿ ἄναβαν σ᾿ αὐτὸ τὸν τρομακτικὸ ἄνεμο, ἡ βάρκα καὶ τὸ πλῆθος τῶν γλάρων ἔρχονταν κατὰ πάνω του καὶ μεγάλωναν μὲ ἀστραπιαία ταχύτητα, πάνω στὸ δρόμο του.
Δὲν μποροῦσε νὰ σταματήσει· δὲν ἤξερε ἀκόμα οὔτε πῶς νὰ στρίψει μ᾿ αὐτὴ τὴν ταχύτητα.
Ἡ σύγκρουση θὰ σήμαινε ἀκαριαῖο θάνατο. Κι᾿ ἔτσι ἔκλεισε τὰ μάτια του.
Συνέβηκε κεῖνο τὸ πρωί, τότε, μόλις μετὰ τὸ ξημέρωμα, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος νὰ περάσει σὰ σφαῖρα ἀπ᾿ τὸ κέντρο ἀκριβῶς τῆς συνάθροισης γιὰ Πρόγευμα τοῦ Σμήνους, σὰν ἀστραπὴ μὲ διακόσια δώδεκα μίλια τὴν ὥρα, μὲ τὰ μάτια κλειστά, σ᾿ ἕνα ἄγριο βουητὸ ἀπὸ ἀέρα καὶ φτερά. Ὁ Γλάρος Τύχη τοῦ χαμογέλασε γιὰ μιὰ φορὰ καὶ κανένας δὲ σκοτώθηκε.
Ὅταν πιὰ σήκωσε τὸ ράμφος του πρὸς τὸν οὐρανό, ἐξακολουθοῦσε νὰ κινεῖται σὰ πύρινη σφαῖρα μὲ ταχύτητα ἑκατὸν ἑξήντα μίλια τὴν ὥρα. Ὅταν σιγὰ σιγὰ ἔφτασε στὰ εἴκοσι μίλια καὶ ἅπλωσε ξανὰ ἐπιτέλους τὰ φτερά του, ἡ βάρκα ἦταν σὰ ψίχουλο πάνω στὴ θάλασσα, τέσσερεις χιλιάδες πόδια κάτω. Σκέφτηκε τὸ θρίαμβο. Ὁριακὴ ταχύτητα! Ἕνας γλάρος πετᾶ μὲ ταχύτητα διακόσια δέκα τέσσερα μίλια τὴν ὥρα! Ἦταν μιὰ Κατάκτηση, ἦταν ἡ πιὸ μεγάλη, ἡ μοναδικὴ στιγμὴ στὴν ἱστορία του Σμήνους, καὶ κείνη τὴ στιγμὴ μία καινούργια ἐποχὴ ἄνοιξε γιὰ τὸν Ἰωνάθαν Γλάρο. Ἀφοῦ πέταξε στὸ ἐρημικὸ τόπο τῆς ἐξάσκησής του, διπλώνοντας τὰ φτερά του γιὰ νὰ βουτήξει ἀπὸ ὀχτὼ χιλιάδες πόδια, βάλθηκε ἀμέσως ν᾿ ἀνακαλύψει πῶς νὰ στρίβει.
Ἀνακάλυψε πὼς ἕνα καὶ μόνο ἀκρινὸ φτερὸ ἂν κινηθεῖ ἀνὰ χιλιοστό, προκαλεῖ μία ὁμαλὴ μεγαλόπρεπη καμπύλη σὲ τρομαχτικὴ ταχύτητα. Πρὶν τὸ μάθει αὐτό, ὡστόσο, ἀνακάλυψε πὼς ἂν κουνήσει περισσότερα ἀπὸ ἕνα φτερὸ σ᾿ αὐτὴ τὴν ταχύτητα, στροβιλίζεσαι σὰ σφαίρα ὅπλου... Καὶ ὁ Ἰωνάθαν εἶχε ἔτσι γίνει ὁ πρῶτος ἀκροβάτης τοῦ ἀέρα, πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλο γλάρο στὸν κόσμο.
Δὲν ἔχασε καιρὸ κείνη τὴ μέρα σὲ κουβέντες μὲ ἄλλους γλάρους ἀλλὰ συνέχισε νὰ πετᾶ ὥσπου νύχτωσε. Ἀνακάλυψε τὴν ἀκροβατικὴ στροφή, τὴν ἀργὴ περιστροφή, τὴν ἀνάποδη στροφή, τὸ στροβίλισμα, τὴν τούμπα.
Ὅταν ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἔφτασε κοντὰ στὸ Σμῆνος στὴν παραλία, ἦταν νύχτα βαθιά. Ἦταν ζαλισμένος καὶ φοβερὰ κουρασμένος. Κι᾿ ὅμως άπ᾿ τὴ χαρά του προσγειώθηκε μὲ ἀκροβασία καὶ πραγματοποιώντας λίγο πρὶν ἀγγίξει τὸ ἔδαφος, μιὰ ξαφνικὴ ἀπότομη περιστροφή.
Ὅταν μάθουν, σκέφτηκε, τὴν Κατάκτηση θὰ ξετρελαθοῦν ἀπὸ χαρά. Πόσο πιὸ πλούσια γίνεται τώρα ἡ ζωή μας! Ἀντὶ γιὰ τὸ μονότονο κοπιαστικὸ πήγαινε κι᾿ ἔλα στὶς ψαρόβαρκες, ὑπάρχει ἕνα νόημα στὴ ζωή! Μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τὴν ἄγνοια, μποροῦμε ν᾿ ἀναγνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν ὄντα ξεχωριστά, ἔξυπνα καὶ ἐπιδέξια.Μποροῦμε νὰ εἴμαστε λεύτεροι! Μποροῦμε νὰ μάθουμε νὰ πετοῦμε!...




Richard Bach "Ο γλάρος Ιωνάθαν"
(απόσπασμα από το Πρώτο Μέρος)

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

...να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου...




Επιστρέφω απόγευμα στο κρεβάτι, ανοίγω το τελευταίο βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι. Μεσάνυχτα όλη μέρα. Εξ αφορμής μιας πρότασης στο οπισθόφυλλο το πήρα. «Είμαστε αλάθητοι», λέει, «στην επιλογή του εραστή μας, ιδιαίτερα όταν αξιώνουμε το λάθος πρόσωπο. Υπάρχει ένα ένστικτο, μαγνήτης ή αερικό, που γυρεύει το αταίριαστο».


***

Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει – αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου. Την ισόβια συνύπαρξη, ιδίως.

***

Η λάθος επιλογή σού διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο τού να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιό σου. Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι....Πένθος αμετάκλητο μετά».



Σε κάθε συνάντησή σου με ίσο σου άνθρωπο θα βάζεις μπροστά σαν πανοπλία το άξεστο πλάσμα. Ο λίγος ίσκιος σου θα σε θωρακίζει από την οδυνηρή συνάφεια με τον παρεμφερή σου. Κανονικά πρέπει να χρωστάς ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό στην άξεστη αγάπη σου. «Σε ευχαριστώ, ακαλλιέργητο πλάσμα, που η επινοημένη μου εμμονή για σένα με προστάτεψε. Δεν πήγα να καώ με την καλή περίπτωση. Να χάσω την ανεξαρτησία μου. Τη μαγκιά μου. Να γίνω κουρέλι». Αν δεν υπήρχε το φάντασμα του άξεστου ανθρώπου, θα αναγκαζόσουν κάποια στιγμή να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου...το οδυνηρό πράγμα που λέγεται ζευγάρι...θα αναγκαζόσουν να είσαι τρυφερός...να αγαπήσεις στ΄ αλήθεια.



Μαλβίνα Κάραλη


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΌ http://gomedusa.blogspot.com/

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010





Εμείς
Οι εγκλωβισμένοι του Χθες
Στο φρικαλέο τριγμό του Σήμερα
Επικαλούμαστε ένα διωγμό
Ένα ανάθεμα
Ή μια ανάσα εφιάλτη
Για να επιστρέψουμε εκεί
Όπου βιώνουμε το Υπέροχο
Το Απόλυτο
Το Αληθινό
Και κατοικία μας είναι
Όχι ο χρόνος
Ούτε ο πόνος
Αλλά οι στίχοι απ’τα τραγούδια
Των βάρδων…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’ οποιονδήποτε ‘άλλο’
Εμείς ξέρουμε καλύτερα
Τι σημαίνει ν’ανήκεις στο Χθες
Και να προσδοκάς το Αύριο
Να επιστρέφεις
Για να ησυχάσεις
Και να γαληνέψεις
Κι όχι για να βιώσεις ξανά
Ό,τι για πάντα χάθηκε…

Περισσότερο απ’όλους
Κι από καθέναν χωριστά
Σ’εμάς ανήκει το Αύριο
Γιατί θυσιάσαμε όλη μας την ακεραιότητα
Κι όλη μας τη ρώμη
Οραματιζόμενοι ευρύχωρους κόσμους
Από ηδονές και αγιοσύνη
Γιατί δεν ρίξαμε κάτω
Τις ασπίδες στις ήττες
Γιατί δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Όπως το αξίζαμε
Στους λιγοστούς θριάμβους…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’όλους τους άλλους
Εμείς
Αγαπήσαμε τη ματαιότητα
Λατρέψαμε το πρόσκαιρο
Υμνήσαμε το φθαρτό
Σμιλέψαμε το Απρόσιτο
Και κατοικήσαμε μέσα του
Και σήμερα μπορούμε
Αν το θελήσουμε αληθινά
Ν’αναστηθούμε από τη τέφρα μας
Να σηκωθούμε αγέρωχοι
Να ξεκινήσουμε ξανά
Να στοχαστούμε απ’την αρχή
Όχι σ’ένα τέλος που θα αρμόζει
Στην αποκοτιά μας
Να υπάρχουμε
Μα σ’ένα πέρας μυητικό
Ένα ολοκαύτωμα ανδρείο
Ένα στροβίλισμα φωτός και χάους
Πριν σφαίρες γίνουμε
Από αστρόσκονη και Νύχτα
Κι αναλωθούμε οριστικά
Και υπέροχα…

2003 - 2010

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

'ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ...'




"You are the world, the neighbour, the friend, the so-called enemy. If you would understand, you must first understand yourself, for in you is the root of all understanding. In you is the beginning and the end."
"If you are very clear, if you are inwardly a light unto yourself, you will never follow anyone"


-- J. Krishnamurti

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009



Η Νύχτα της Αλήθειας





Τους είδα καθισμένους σε κείνο το μοναχικό παγκάκι. Ήταν σιωπηλοί. Εκείνος, ντυμένος απλά, με ένα τζιν παντελόνι -το αγαπημένο του- και ένα επίσης τζιν τζάκετ, βλέμμα χαμηλωμένο, έτριβε νευρικά τα δάχτυλά του. Απέφευγε να της ρίξει έστω και μια ματιά. Εκείνη, είκοσι πόντους δίπλα του, με ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι και ένα όμορφο λευκό πουλόβερ που τόνιζε τα υπέροχα χαρακτηριστικά της και αναδείκνυε την κορακάτη χαίτη της που ξαπλωνόταν στην πλάτη και στο στήθος της. Ούτε εκείνη τον κοιτούσε. Καθόταν σιωπηλή, βυθισμένη στις σκέψεις της.
        Δεν ξέρω πως ένιωσα που τους είδα έτσι. Το σκηνικό μου θύμισε κινηματογραφική ταινία. Μου φάνηκε στημένο, ψεύτικο. Ίσως γιατί δεν τους ταίριαζε, ίσως γιατί τους είχα συνηθίσει διαφορετικά,  ίσως γιατί όλη αυτή η σιωπή διογκώνει τα συναισθήματα και μεταμορφώνει το ασήμαντο σε σημαντικό.
        Όμως, αυτό που τους συνέβαινε, δεν είχε ανάγκη της σιωπής για να γίνει σημαντικό ή μεγάλο. Ήταν από μόνο του ήδη πελώριο και, φαντάζομαι, δυσβάσταχτο και για τους δυο.
        Μια σκέψη μου πέρασε απ'το μυαλό έτσι όπως τους παρατηρούσα. Τι είναι τελικά μια συνάντηση χωρισμού; Η προσπάθεια να απαλλαγείς από το βάρος του "πτώματος" της σχέσης, να το μετακυλίσεις, να το ξεφορτωθείς, να το φορτώσεις στον άλλο. "Το βάρος του πτώματος της σχέσης", επανέλαβα στον εαυτό μου και μου φάνηκε απίστευτο που το έλεγα για τα δυο αυτά παιδιά. Όπως απίστευτα και ακατανόητα είναι πάντα ο θάνατος, η απώλεια, η απόρριψη και η μοναξιά. Ακατανόητα και τόσο καθημερινά!
        Ύστερα σιώπησαν και οι δικές μου σκέψεις. Ο λόγος έπρεπε να δοθεί σε κείνους. Πρώτη, αποφάσισε να μιλήσει η Στεφανία. Μου φαίνεται πως πάντα κάπως έτσι συμβαίνει. Οι γυναίκες αποταμιεύουν πάντα θάρρος και το αποδεικνύουν και στις πιο δύσκολες στιγμές γιατί είναι οι πρώτες που αποφασίζουν να μπουν βάλουν τα πόδια τους στη φωτιά.

-Δεν θα πεις τίποτα;
- Τι να πω;...
- Τι σκεφτόσουν;
- Πότε;
- Τώρα... όση ώρα με περίμενες;
- Κάτι άσχετο.
- Με μας;
- Ναι.
-Τι;
- Ότι μάλλον θα ξαναρχίσω το κάπνισμα.
- Δεν είναι και τόσο άσχετο αυτό.
- Ναι, τελικά δεν είναι.
- Αλλά δεν πρόκειται να το κάνεις.
- Μάλλον θα το κάνω. Κι αυτή τη στιγμή έχω ανάγκη ένα τσιγάρο.
- Ξέχασέ το.
- Δε θέλω να το ξεχάσω. Καλύτερα να έχω αυτό στο μυαλό μου. Καλύτερα από...
- Από τι;
- Ασ'το.
- Δεν ήρθα απόψε εδώ για να αφήσω τίποτα Μάνο. Τρία χρόνια που "τα αφήναμε" όλα να που φτάσαμε.
- Άρχισες βλέπω.
- Ναι, άρχισα. Κάποιος θα πρέπει να κάνει την αρχή...

        Η Στεφανία ήταν η πρώτη που "άρχισε" αλλά ο Μάνος ήταν ο πρώτος απ'τους δυο που αποφάσισε να γυρίσει το βλέμμα του και να το αφήσει να συναντήσει το δικό της. Θα πρέπει να ήταν μια οδυνηρή απόφαση. Μια απόφαση που χρειάστηκε αποθέματα ενέργειας και τόλμης. 

- Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί συναντηθήκαμε απόψε εδώ;
- Για να μιλήσουμε.
- Όχι, συναντηθήκαμε για να χωρίσουμε.
- Έστω...
- Και γιατί εδώ;
- Έχει σημασία;
- Όλα έχουν σημασία.
- Μάνο...
- Σ'αυτό το παγκάκι, πριν από τρία χρόνια...
- Ωραία, ας πάμε κάπου αλλού...
- Στεφανία, κάθισε σε παρακαλώ. Αν πρόκειται να χωρίσουμε, ας χωρίσουμε εδώ. Το θέλω να γίνει εδώ.
- Το σημαντικό δεν είναι το παγκάκι.
- Τότε ήταν.
- Ούτε τότε ήταν.
- Τότε ήταν όλα σημαντικά. Ακόμη κι εμείς...

Ήταν η στιγμή που η ένταση έπεσε, η σιωπή επανήλθε και η ατμόσφαιρα ήταν τόσο φορτισμένη που νόμιζες πως αν άναβες ένα σπίρτο θα γινόταν έκρηξη. Η έκρηξη όμως δεν είχε συμβεί ακόμη και η εσωτερική φόρτιση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Ο Μάνος έδειχνε να παλεύει να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και, φαντάζομαι πως πάλευε για κάτι ακόμη δυσκολότερο. Να εμποδίσει τον "κακό" εαυτό του να χρησιμοποιήσει το οπλοστάσιό του. Ίσως να αγαπούσε ακόμη αυτή τη γυναίκα και να μην ήθελε να την σκοτώσει.
        Αλλά μάλλον είχα άδικο.

- Ξέρεις Μάνο, ίσως να... ίσως να μην είναι ανάγκη να πούμε πολλά. Ίσως να...
- Ίσως να μην ήταν ανάγκη τελικά, να συναντηθούμε καν. Γιατί δεν το ομολογείς; Δεν σου αρέσει αυτή η συζήτηση και κυρίως, δεν σου αρέσει η συνέχειά της.
- Γιατί να μην μου αρέσει η συνέχειά της; Τι θέλεις να πεις;
- Στέφι, ας μην...
- Έχεις τόσο καιρό να με πεις έτσι...

Ο Μάνος εδώ κόμπιασε. Οι λέξεις που είχαν ανέβει στο στόμα δεν βγήκαν έξω, δεν ντύθηκαν ήχο, δεν έγιναν βέλη που θα εκτοξεύονταν στον αντίπαλο. Ο Μάνος χαμήλωσε ξανά το βλέμμα και αισθάνθηκε τα μάτια του να υγραίνονται.

-Μην το κάνεις αυτό σε παρακαλώ.
- Ποιο;
- Μην παίζεις με το συναίσθημά μου. Όχι πάλι!
- Πάλι;
- Στεφανία...
- Να που ξανάρθαμε στα ίσα μας. Από Στέφι Στεφανία... λέγε λοιπόν, σ'ακούω. Πες μου για το συναίσθημά σου. Πόσο ευαίσθητο είναι, πόσο ξεχωριστό το δικό σου συναίσθημα. Πες, βγάλε ένα από εκείνα τα τρομερά λογύδριά σου που κάνουν τους πάντες να μένουν με το στόμα ανοιχτό! Που τους κάνουν όλους να σε θαυμάζουν! Πες λοιπόν, άλλωστε έχεις μεγάλο ταλέντο σ'αυτό!
- Στεφανία!

Κι εδώ ακολούθησε μια μικρή παύση. Τα πνεύματα έχουν κιόλας ανάψει. Τώρα πια κανείς δεν κάθεται σιωπηλός, κανείς δεν κοιτάζει το κενό ή τα δέντρα και τον ουρανό. Τώρα έχουν πάρει και οι δυο θέσεις μάχης. Τώρα βγαίνουν τα βέλη απ'τη φαρέτρα, τώρα θα ειπωθούν όλα.

- Είπαμε να συναντηθούμε απόψε εδώ για να "μιλήσουμε".
- Αυτό δεν κάνουμε;
- Όχι, δεν κάνουμε αυτό. Έχουμε αρχίσει να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο, αυτό κάνουμε. Και θα πρέπει να το σταματήσουμε. Τώρα. Πριν πούμε κι άλλα. Πιο επώδυνα και πιο...
- Αληθινά;
- Στεφανία. Τόσο πολύ λοιπόν σε έχω πληγώσει; Τόσο πολύ έξω έπεσες για μένα; Τόσο δυστυχισμένη έγινες κοντά μου όλα αυτά τα χρόνια;
- Να σου πω κάτι; Κανείς, κανείς άλλος, κανείς έξω από εμάς δεν μπορεί να μας κάνει δυστυχισμένους. Αν νιώθω ότι αυτά τα τρία χρόνια κατέληξαν σε ένα φιάσκο, μάλλον τελικά, δεν φταις εσύ.
- Φιάσκο;
- Τέλος πάντων...
- Φιάσκο! Περίμενα ότι απόψε θα ακούσω πολλά αλλά όχι κι αυτό. Φιάσκο... Αυτό που λες με πληγώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
- Δεν με ενδιαφέρει αν σε πληγώνει ή όχι. Τρία χρόνια τώρα, μονάχα εσύ πληγώνεσαι, μονάχα εσύ είσαι ευαίσθητος, μονάχα εσύ έχεις συναισθήματα. Εγώ που ήμουν αυτά τα χρόνια;
- Ήσουν και θα παραμείνεις η πιο σημαντική...
- Ασ'τα ρε Μάνο αυτά, να χαρείς. Μην μου μιλάς σαν συγγραφέας πάλι. Όταν είσαι απλά ο Μάνος, σε προτιμώ, το ξέρεις άλλωστε αυτό.
- Ναι, το ξέρω. Όπως ξέρω πολύ καλά το σύμπλεγμά σου απέναντι στον "συγγραφέα" Μάνο, τον "ποιητή" Μάνο. Κι όπως ξέρω πολύ καλά πόσο πολύ μόχθησες όλα αυτά τα χρόνια να ακυρώσεις αυτή την ιδιότητά μου γιατί σε έκανε να νιώθεις μειονεκτικά. Ο "συγγραφέας" που κοροϊδεύει και ο Μάνος που είναι αληθινός. Ο "ποιητής" που ντύνει με ωραίες λέξεις τα ψέματά του και ο Μάνος που δεν ξέρει να λέει ψέματα. Ναι, σε έμαθα πια.
- Μπορείς απόψε να βγάλεις όλη σου τη χολή. Δεν θα ξαναβρείς άλλη ευκαιρία. Εμπρός λοιπόν, επιστράτευσε όλο σου το λεκτικό οπλοστάσιο, είσαι τόσο ικανός σ'αυτό, ψάξε να βρεις όλες τις δύσκολες λέξεις που έμαθες διαβάζοντας τόσα χρόνια και...ρίξε! Θα το υποστώ. Για τελευταία φορά. Είμαι όλη δική σου! Θα κάνεις και προπόνηση για τις επόμενες σχέσεις σου. Εμπρός λοιπόν!

Το μόνο που ακούστηκε από τον Μάνο ήταν ένας αναστεναγμός. Η βραδιά εξελισσόταν σε αληθινή τραγωδία, σε ένα φοβερό ναυάγιο, σε μια καταστροφική μάχη χωρίς νικητές αλλά μονάχα με ηττημένους. Ο Μάνος πήγε και στάθηκε όρθιος λίγα μέτρα μακριά από την γυναίκα που, λίγο καιρό πριν, αποκαλούσε "αγάπη" του και είχε αποφασίσει να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του μαζί της. Στάθηκε μακριά της και με την πλάτη γυρισμένη ανασαίνοντας γρήγορα. Τα χέρια του έψαχναν το τζάκετ του και το παντελόνι του για το πακέτο με τα τσιγάρα του.  Η Στεφανία τον παρατηρούσε ανέκφραστη, σχεδόν παγερή.

- ...το κερατό μου!
- Μην ψάχνεις, το τελευταίο πακέτο το αγόρασες στα γενέθλιά σου, πριν από τρεις μήνες και το πετάξαμε μαζί το ίδιο βράδυ. Εκτός κι αν καπνίζεις κρυφά και δεν το ξέρω.
- Πολλά είναι αυτά που δεν ξέρεις και που δεν έμαθες ποτέ για μένα. Κι αυτό γιατί δεν ενδιαφέρθηκες ποτέ αληθινά για μένα, για τον Μάνο. Για την πάρτη σου νοιαζόσουν μόνο.
- Τι μας λέτε κύριε! Σοβαρά; Ώστε έτσι ε;
- Μην παίρνεις αυτό το ύφος και μην ειρωνεύεσαι γιατί δεν σου πάει. Τέλος πάντων. Θα πάω να πάρω τσιγάρα.
- Και θα μ'αφήσεις εδώ μόνη;
- Νομίζω πως τελειώσαμε Στεφανία. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε τελειώσει. Μόνη σου το είπες πως απόψε είναι η τελευταία μας βραδιά.
- Θα προτιμούσα να μείνεις εδώ και να τα πούμε όλα.
- Τι άλλο έχουμε να πούμε;
- Πολλά.
- Όπως;
- Όπως...για μας. Τις τελευταίες μέρες σκέφτηκα πολύ.
- Δεν το συνήθιζες παλιά.
- Κρυάδες! Λοιπόν, πέρασα μαζί σου φιλαράκο τρία χρόνια και δυο μήνες. Και ξέρεις τι μου "τη δίνει" περισσότερο; Ότι μπορεί να έκανα λάθος όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή η σκέψη μου έχει κολλήσει. Μπορείς να εξηγήσεις το γιατί;
- Δεν νομίζω.
- Απίστευτο! Εσύ που μπορείς και τα αναλύεις όλα; Εσύ που έχεις ψαχτεί τόσο πολύ;
- Πάλι με ειρωνεύεσαι και το στιλάκι αυτό, στο ξαναλέω, δεν σου πάει. Αν θέλεις να μιλήσουμε, εντάξει, κάθισε να μιλήσουμε. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να μιλήσουμε πραγματικά.
- Ο.Κ. Ας καθίσουμε λοιπόν.

Και να που τα δυο παιδιά φαίνεται να επανακτούν ένα βαθμό ψυχραιμίας και να επιζητούν μια οδό επικοινωνίας. "Μια οδό επικοινωνίας", επανέλαβα στον εαυτό μου. Περίεργο δεν είναι; Καμιά φορά το αυτονόητο είναι και πιο δύσκολο! Να θέλεις να επικοινωνήσεις με τον άλλο, όχι απλά να συζητάς, να ανταλλάσσεις λέξεις και φράσεις αλλά να επικοινωνείς. Και φαίνεται πως στα διαλείμματα της μάχης, οι άνθρωποι επιζητούν την επαφή και την επικοινωνία. Ίσως για να αναδιατάσσουν τις δυνάμεις τους. Ίσως πάλι γιατί ο πόλεμος κουράζει και εξαντλεί. Ή πάλι, γιατί τελικά, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την συνεννόηση, την επαφή, την συνύπαρξη τελικά. Ωραία και η αμπελοφιλοσοφία αλλά ας επιστρέψουμε στα παιδιά. Έχουν ξανακαθίσει στο παγκάκι, προσπαθούν να ρυθμίσουν την αναπνοή τους, να ταξινομήσουν τις σκέψεις τους. Το πιο ενδιαφέρον μέρος της βραδιάς δεν άρχισε ακόμη!

-Κρυώνεις;
-Λίγο... δεν με ενοχλεί.
-Πάντα σε ενοχλούσε το κρύο...
-Και σένα η ζέστη.
-Μάλιστα. Αρχίσαμε με τα δελτία καιρού.  Που θα πάμε μετά; Στα διατροφικά;
-Ας πάμε όπου θέλεις... Να σου πω κάτι; Θέλω κι εγώ ένα τσιγάρο τώρα...
- Ναι αλλά κι εσύ το'χεις κόψει. Και μάλιστα πριν από μένα. Θυμάμαι μάλιστα...
-Τι πράγμα;
-Χμμ... εκείνο το βράδυ στην Αράχοβα; Στο σπίτι της κυρά Διονυσίας; Θυμάσαι;
- Μμμμ...
-Θυμάσαι που μου είχες πει τότε για το πως είχες κόψει το τσιγάρο; Έτσι, με μια ακαριαία απόφαση. Με μια απλή κίνηση, πήρες το πακέτο και το πέταξες από το παράθυρο.
-Ναι... είχα πει πολλά εκείνο το βράδυ. Δεν κράταγα βλέπεις και το στοματάκι μου κλειστό.
-Μμμ, και όχι μόνο το στοματάκι σου...
- Μάνο!
-Κι όμως, σε είχα τοποθετήσει πολύ ψηλά μέσα μου εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω πως έγινε, το κατάλαβα πολύ αργότερα. Όσα μου είπες εκείνη τη βραδιά, δίπλα στο τζάκι της κυρα Διονυσίας, όσα μου είπες και όσα μου έκανες βέβαια!
-Μάνο!
-Ναι, έτσι είναι Στέφι. Μπορεί να υπήρξα ένας ηλίθιος υπερεγωιστής ως τώρα αλλά...
-Τι είναι; Μην το κόβεις τώρα πανάθεμά σε! Για μια φορά στη ζωή σου, μίλα και ολοκλήρωσε αυτό που λες!
-Τι θες να πεις; Ότι...
-Τα σκάτωσες πάλι ρε Μάνο! Ως συνήθως!
-Πάω για τσιγάρα. Οριστικά αυτή τη φορά.
-Μην σηκώνεσαι. Κάτσε.
-Τι είναι;
-Θέλω κάτι να σου πω.
-Ωραία λοιπόν. Ας ξανακαθίσω.
-Θα στο πω αυτό και μετά θα αποφασίσουμε. Μαζί.
-Τι θα αποφασίσουμε Στέφι;
-Αν θα χωρίσουμε ή όχι.
-Κι αυτό που θα μου πεις τώρα θα παίξει τέτοιο ρόλο;
-Ναι. Κι έχει σχέση με κείνη τη βραδιά στο σπίτι της Αράχωβας. Με το αναμμένο τζάκι και το χιόνι που έπεφτε έξω και...
-Οκ, οκ.

Θα πρέπει να είναι η κρισιμότερη στιγμή της βραδιάς. Η σχέση των δυο παιδιών βρίσκεται ένα βήμα μονάχα πριν το γκρεμό και αρκεί ένα απλό άγγιγμα, μια ανάσα αέρα για να γκρεμιστεί για πάντα. Η σιγή πριν από την καταιγίδα, η φορτισμένη, πυκνή ατμόσφαιρα που είναι σχεδόν αποπνικτική αλλά και συγκλονιστική μαζί.
        Περίεργο, αναρίθμητες βραδιές ήρθαν και έφυγαν στην σχέση των δυο αυτών ανθρώπων αλλά τώρα, όλα κρέμονται σε μια στιγμή, σε ένα απειροελάχιστο κομματάκι του χρόνου...

-Ξέρεις Μάνο, εκείνο το βράδυ...
-Ναι...
-Μη με πιέζεις, δεν είναι και τόσο απλό να βρω τις λέξεις... για σένα ίσως να ήταν ευκολότερο...
-Στέφι!
-Δεν φεύγω από το θέμα, μη φοβάσαι. Λοιπόν, ξέρεις εκείνη τη βραδιά... σου είπα ένα μεγάλο ψέμα και μαζί... μια μεγάλη αλήθεια. Ούτε το ένα κατάλαβες ούτε το άλλο.
-Πως;
-Ναι, έτσι είναι.
-Λοιπόν...
-Λοιπόν, από που θες να ξεκινήσω;
-Δεν ξέρω. Έχω πάθει σοκ.
-Μα, δεν άκουσες ακόμα.
-Θα πρέπει να έχω χλομιάσει...
-Να μην σου πω τίποτε τότε...
-Τότε είναι που θα λιποθυμήσω. Λέγε ρε γαμώτο!
-Εντάξει. Το μεγάλο ψέμα πρώτα. Σου είχα πει ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. Πως είχα δεχθεί την πρότασή σου για αυτή την εκδρομή στην Αράχοβα γιατί... τέλος πάντων γιατί ήθελα να είμαστε μαζί και όλα αυτά. Δεν ήταν αλήθεια. Ορθά τότε στην εκδρομή για να... γιατί με κυνηγούσε ακόμη μια σκιά. Ένα φάντασμα μάλλον.
-Φάντασμα;
-Το φάντασμα ενός άλλου.
-Του...
-Ναι. Δεν ένιωθα τίποτε εκείνο το καιρό για σένα. Κι όταν κάναμε έρωτα...
-Το έκανες για να τον εκδικηθείς.
-Ναι... δηλαδή κάπως έτσι...
-Μάλιστα.
-Θύμωσες;
-Δεν ξέρω. Είναι νωρίς για να καταγράψω "θύματα ή ζημιές" ακόμα. Συνέχισε.
-Είσαι σίγουρος;
-Ούτε κι αυτό το ξέρω. Εσύ συνέχισε πάντως.
-Λοιπόν. Ας πούμε πως σε γενικές γραμμές αυτό ήταν το ψέμα μου. Το ξέρω πως φέρθηκα ανήθικα. Εσύ ήσουν τόσο ερωτευμένος μαζί μου, τόσο ενθουσιασμένος, τόσο ζεστός...
-Και τόσο μαλάκας βέβαια!
-Ωραία, το κόβω. Το'ξερα πως...
-Μην τολμήσεις και κόψεις τίποτε! Τέρμα στη λογοκρισία πλέον. Απόψε είναι η νύχτα της αλήθειας! Και στις νύχτες της αλήθειας, θα πρέπει να αποκαλύπτονται τα φοβερότερα ψέματα!


Στις νύχτες της αλήθειας θα πρέπει να αποκαλύπτονται τα φοβερότερα ψέματα! Εκπληκτικό αν και πικρό μαζί. Προσπαθώ να φανταστώ, να νιώσω τον εσωτερικό κόσμο του Μάνου. Μου είναι δύσκολο. Πολύς πόνος, πολλή απογοήτευση αλλά και ματαίωση. Ίσως να καταρρέουν πράγματα μέσα του, οικοδομήματα που σωριάζονται μέσα σε σύννεφα σκόνης και σεισμικών δονήσεων άγνωστων λοιπών συνεπειών.
        Μα θέλω να δω και τον αντίστοιχο κόσμο της Στεφανίας. Ενοχές, αμηχανία αλλά και μια παράλογη σχεδόν μανία εκτόνωσης, εξομολόγησης, λύτρωσης και εξόδου στην αλήθεια!
        Είπαμε, είναι η νύχτα της αλήθειας!

-Μάνο...
-Έλα...
-Είσαι καλά;
-Όχι. Αλλά ποιος είναι καλά εδώ και καιρό;
-Σε απογοήτευσα... μα υπάρχει και η μεγάλη αλήθεια. Δεν θες να την ακούσεις;
-Παρηγοριά στον άρρωστο;
-Στην άρρωστη μάλλον.
-Εντάξει. Ρίξε τη χρυσόσκονη να ξεγελάσουμε το βομβαρδισμό. Μπορεί και να επιβιώσω στο τέλος, είμαι γερό σκαρί εγώ!
-Γίνεσαι πικρός.
-Αυτό είναι το λιγότερο. Τέλος πάντων. Θα συνεχίσεις ή θα μας βρει ο Δήμος Αθηναίων το ξημέρωμα στο παγκάκι ξυλιασμένους;
-Εντάξει. Συνεχίζω. Εκείνη η βραδιά ήταν για μένα μια αποκάλυψη. Ένα πέρασμα. Ένιωσα πως μια πόρτα έκλεινε οριστικά πίσω μου και μάλιστα με θόρυβο και οργή και μια καινούργια ανοιγόταν. Μπορεί να την άνοιξα σαν διαρρήκτης, όμως τι σημασία έχει; Τότε δεν είχε τουλάχιστον. Σημασία τότε ξέρεις τι είχε;
-Τι; Ότι δεν ακούστηκε ο συναγερμός;
-Όχι. Ότι ο νοικοκύρης ήταν εκεί και με περίμενε. Και με περίμενε με μια αγκαλιά ανοιχτή και ένα χαμόγελο ζεστό και... ειλικρινές. Και είχε και κάτι άλλο σημασία μάτια μου.
-Τι;
-Ότι αυτός ο ανυποψίαστος νοικοκύρης, εκείνο το βράδυ, μου έσωσε τη ζωή!
-!!!
-Γουρλώνεις τα μάτια σου ή μου φαίνεται; Μην το κάνεις μωρό μου. Σε προτιμώ με κείνο το περίεργο στοχαστικό σκοτεινό σου βλέμμα, εκείνο που ερωτεύτηκα τρέλα, εκείνο που διαπερνάει τη ψυχή μου κάθε φορά που... Μάνο;
-Μη με κοιτάζεις. Σε παρακαλώ...
-Κλαις;
-Δεν... σου είπα, μην....
-Είχες δίκιο, είναι απόψε η νύχτα της αλήθειας. Αλλά πέρα απ'αυτό ακριβέ μου, είναι και κάτι άλλο, μεγαλύτερο, σπουδαιότερο και ομορφότερο!
-Δηλαδή;
-Είναι η νύχτα η δική μας, αγάπη μου. Η νύχτα που θα αποφασίσουμε αν θα κλείσουμε τα χέρια μας ο ένας του άλλου και θα κάνουμε το επόμενο βήμα μαζί ή...
-Δεν ήθελα να γίνει αυτό... γαμώ το, δεν το ήθελα!
-Έχουν υγρανθεί τα μάτια μας αλλά, κοίτα, έχει γλυκάνει η ψυχή μας!
-Γίναμε μελό δηλαδή;
-Τι κακό υπάρχει να είμαστε μελό;

Και τους βλέπω να πλησιάζουν, να αγγίζονται ξανά τρυφερά, ερωτικά, σαν αναβαπτισμένοι, σαν ξαναγεννημένοι, καθαροί και όμορφοι, λυτρωμένοι, ανάλαφροι, σαν να έχουν απαλλαγεί από τόνους βάρους και φιλιούνται. Σ'αυτό το ίδιο παγκάκι που πριν από χρόνια γνωρίστηκαν, μια νύχτα σαν κι αυτή και που δεν ήξεραν πως θα διασταύρωναν τις μοναχικές τους τροχιές στο ερημικό σύμπαν της ζωής τους.
        Έδωσαν πολλά φιλιά, παθιασμένα και γλυκά, άγρια αλλά και απαλά, και γελούσαν και έπαιζαν και ξανάβρισκαν τους χυμούς εκείνους που νόμιζαν πως είχαν χάσει για πάντα.
        Ο Μάνος φτερούγιζε σε ένα στερέωμα ευδαιμονίας και η Στεφανία φώτιζε τα σκοτεινά διαμερίσματα της ψυχής της με ένα φως πρωτόγνωρο, Εδεμικό, αιώνιο.
        Κάποια στιγμή χώρισαν για λίγο και αγκαλιασμένοι αφέθηκαν στην απόλαυση της βραδιάς αλλά και της ροής των πιο όμορφων συναισθημάτων που είχαν δοκιμάσει ποτέ. Και η απόλαυση ήταν ατελείωτη, μεθυστική και ολοκληρωτική.
        Κανένας δεν κρύωνε πια τούτη τη νύχτα.

-Μάνο...
-Ναι μικρή μου...
-Τι σκέφτεσαι;
-Πως ξέρεις ότι κάτι σκέφτομαι;
-Εσύ πάντα σκέφτεσαι... έλα, πες μου...
-Ε, λοιπόν, ξέρεις τι σκέφτομαι;
-Τι;
-Πως ξαφνικά, δεν θέλω να ξανακαπνίσω!
-Μόνο αυτό;
-Τι άλλο;
-Μανο!
-Εντάξει και κάτι άλλο.
-Τι;
-Πως είναι περίεργη η αίσθηση να είσαι φωτεινός και... διάφανος!
-Έτσι νιώθεις;
-Ναι. Και ξέρεις γιατί είναι περίεργο;
-Γιατί;
-Γιατί, ξαφνικά, σαν από θαύμα, σαν αποκάλυψη, μπορείς να την δεις!
-Ποια;
-Και να την νιώσεις!
-Ποια; Σε ρωτάω!
-...να της κλείσεις το μάτι συνωμοτικά και να της χαμογελάσεις!
-Μάνο!
-...και να της πεις: συγχώρεσέ με που δεν πίστευα πως υπάρχεις. Ήταν γιατί το σκοτάδι του εαυτού μου δεν σε άφηνε!
-Σε ποια θα το πεις αυτό;
-Μα... στην αγάπη μωρό μου. Στην αγάπη!


2003
* * *