Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009


ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ

(Η μουσική έχει όλο το αίμα...)


Νιώθω τη καρδιά μου

να χτυπάει στο λαιμό μου


Το φως που αγαπούσα

έχει πεθάνει...


Πλημμύρισε το δωμάτιο μουσική

πλημμύρισαν τα όνειρά μου αίμα...


Βρέχει

Νιώθω στις φλέβες μου εσένα

μου μιλάς σε γλώσσες ακατάληπτες

και'γώ σου γράφω

σε μια λερωμένη από θλίψη σελίδα


Το φως που αγαπούσα

αφανίστηκε...


Ράγισαν οι τοίχοι από ανία

Στα τζάμια ξεσπάει ο θεός το θυμό του

Λέω πως πρέπει

να "περιγράψω τα αισθήματά μου"

Πριν ξημερώσει

να σ'έχω προλάβει...


(Είμαι κλειδωμένος σ'αυτό το τσιγάρο

καπνίζω σαν ανήθικος τεμπέλικος ρόγχος

σ'ενοχλώ και σε προσβάλω

αιχμάλωτος του καπνού

και της νύχτας

σε κοιτάζω στο βρόχινο πέπλο

και δεν επιτρέπω στον εαυτό μου

ούτε ένα δάκρυ

ούτε μια συγνώμη

ούτε της σιωπής

τη ξεκούραση...)

29/1/99

15/7/00

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009


ΙΧΝΗ ΑΙΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ…


Οι Επτά Πύλες του Ιχνηλάτη


Η Πρώτη θα είναι φτιαγμένη από πλίνθους...

Και ο φύλακας θα είναι ένα γυμνό παιδί. Θα σε ρωτήσει σοβαρά:

«Ποια είναι η ουσία του κόσμου;» και θα πρέπει να απαντήσεις:

«κείνο που αντικρίζω κάθε πρωί στα μάτια της»

και θα σ' αφήσει να περάσεις.


Και η Δεύτερη θα είναι φτιαγμένη από φύλλα δρυός...

Και ο φύλακας θα είναι μια νέα κοπέλα. Θα σε ρωτήσει χαρούμενα:

«Τι υπήρχε πριν από σένα;» και θα πρέπει να απαντήσεις:

«Εγώ»

και θα σ' αφήσει να περάσεις


Και η Τρίτη θα είναι φτιαγμένη από πέτρα...

Και ο φύλακας θα είναι ένας Σειληνόs

Θα σε ρωτήσει παιγνιδιάρικα:

«Ποιος έφτιαξε την Ονειροχώρα;»

και θα πρέπει να απαντήσεις:

«Η ποίηση, ο φόβος και ο έρωτας»

και θα σ' αφήσει να περάσεις


Και η Τέταρτη θα είναι φτιαγμένη από Φωτιά...

Και ο φύλακας θα είναι μια γερόντισσα καμπουριασμένη.

Θα σε ρωτήσει αυστηρά:

«Τι'ναι κείνο που τώρα πια αρνούμαι να κοιτάξω;» και θα πρέπει να απαντήσεις:

«Όσα δεν έζησες γεμάτη αγάπη»

και θα αφήσει να περάσεις


Και η Πέμπτη θα είναι φτιαγμένη από Ομίχλη...

Και ο φύλακας θα είναι ένας γελωτοποιός.

Θα σε ρωτήσει γελώντας περίεργα:

«Ποιος είναι ο ήχος του θανάτου;» Κι εσύ θα γελάσεις τρανταχτά.

Και θα αφήσει να περάσεις


Και η Έκτη θα είναι φτιαγμένη από Σκοτάδι...

Και ο φύλακας θα είναι ένα ασώματο Τίποτε.

Θα σε ρωτήσει ψιθυρίζοντας:

«Τι αρκεί για να υπερβείς τον εαυτό σου;»

και θα πρέπει να τον προσπεράσεις σιωπηλός

και θα σ' αφήσει να περάσεις


Και η Εβδόμη θα είναι φτιαγμένη από τη σάρκα σου...

Και ο φύλακας θα είναι ο εαυτός σου.

Θα σε ρωτήσει χωρίς τα χείλη να κινούνται:

«Γιατί θέλεις να σ' αφήσω να περάσεις;» και θα απαντήσεις:

«Γιατί είναι αμέτρητες ακόμα οι Πύλες που είναι αόρατες και περιμένουν»

και θα είσαι εσύ που θα περάσεις ανεμπόδιστα προς τη Μοναξιά...

08/04/2000

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009


Απέναντι


Μια σπουδαία ευκαιρία

να περάσουμε το ποτάμι

να πάμε απέναντι

απέναντι είναι όλα αυτά που ονειρευτήκαμε

απέναντι είναι όλα εκείνα που φανταστήκαμε

να περάσουμε τούτο το ποτάμι

το ποτάμι της θλίψης

το ποτάμι της ανάγκης…


Μια μεγάλη ευκαιρία

να δούμε επιτέλους τον εαυτό μας

πώς είναι ολόκληρος

πώς είναι ακέραιος

πώς είναι «πραγματικά» ο εαυτός μας

όχι τούτος ο μικρόσωμος που μας φορτώσανε

όχι τούτος ο αναιμικός που κουβαλάμε

μα ο άλλος, ο αληθινός

ο ηρωικός εαυτός μας

απέναντι

στην απέναντι όχθη…


Μια σπουδαία ευκαιρία

να γιορτάσουμε την υπέρβασή μας

επιτέλους δικαιώθηκε η ζωή μας

και περιεχόμενο έχει

αυτό που πάντα πιστεύαμε

μονάχα ένα εμπόδιο έχει απομείνει

τούτο το στενό ποτάμι να διαβούμε

δέκα, είκοσι, σαράντα βήματα

να γίνουμε ό,τι ήταν να γίνουμε

να ορθώσουμε το ανάστημά μας

μονάχα λίγα βήματα

εκατό, διακόσια, χίλια τόσα…


Μια τελευταία ευκαιρία

πριν ο καιρός μας τελειώσει

στην απέναντι όχθη

ένας άλλος κόσμος

ένας άλλος εαυτός

όχι αυτός εδώ που χρόνια και αιώνες

σαν αλυσίδα σέρνουμε μαζί μας

όχι αυτή η άθλια, φτωχή σκιά

η σκοτεινιά του είναι μας

ένας άλλος άνθρωπος

ένας άλλος εαυτός

ναι, ένας άλλος

ολόφωτος, αθάνατος εαυτός!

απέναντι

στην απέναντι όχθη…


07/03/2006

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009


Ανήλικο νερό


Αν ήξερες μονάχα

Τι γεύση έχει το ανήλικο νερό

Του πρώτου ποταμού της Δημιουργίας

Που ακόμη σήμερα

Μετά από αναρίθμητους αιώνες

Ανήλικο είναι

Θα έσπευδες μέσα του να πέσεις

Και να πιεις

Να ξαναγεννηθείς…


Αν ήξερες ακόμη

Τι χρώματα έχει κείνο τα φεγγάρι

Που σε είχε ραντίσει κάποτε με ασήμι

Και η ομορφιά σου με είχε παραλύσει

Θα έμενες πάντα κάτω από το σεληνόφως


Αν ήξερες αλήθεια

Πόση αγάπη έχω φυλαγμένη από αιώνες

Για μια στιγμή δική σου

Πως θα ναι όταν για πρώτη μου φορά

Σ’αγγίξω

Για πρώτη μου φορά

Όταν θα σε λατρέψω…

Θα σουν τώρα αγάπη μου εδώ

Μαζί μου

Και αχώριστοι θα μέναμε

Ως το τέλος των Ημερών…


Ιουλ 09

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009


Ονείρεμα

(Ο Γέροντας)


Μπήκα πάλι

στους κόσμους των εικόνων

και των ξεχασμένων τραγουδιών

κείνους τους κόσμους που επινόησα κάποτε

και που στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου

κείνους τους κόσμους που πια έχω μισήσει

αλλά δεμένοι είναι αχώριστα με μένα

περπάτησα πολύ και λίγο

σημασία δεν έχει

ό,τι κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια

όπου στεκόμουν άνυδρες χώρες

όπου ανάσαινα

μονάχα λίβας και σκόνη των αιώνων

κάποτε

βρήκα ένα γέροντα θλιμμένο

να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο

και τον πλησίασα δειλά

γύρισε και με κοίταξε

και είχε στο βλέμμα του

κουρνιάσει ένας λευκός θάνατος

κι είχε στο πρόσωπό του

ξεκουραστεί η αφθονία του τίποτα

"ήρθες ξανά" μου είπε

και με καλωσόρισε

"κάθισε δίπλα μου λοιπόν

γιατί είμαι μόνος αιώνες τώρα

και διψάω να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."

και κάθισα κοντά του

κάτω απ'το χάρτινο κείνο δέντρο

κι ένιωσα πως ο γέροντας αυτός

ήταν εκεί για μένα από πάντα

κι ένιωσα τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα

τόσο αλλόκοτα νεκρό

τόσο γεμάτο από Τίποτα...

"μη με κοιτάζεις όσο θα σου λέω

μη με αγγίξεις

τίποτε είμαι γεμάτος

και δε θα νιώσεις παρά τίποτα

μη με ρωτήσεις πόσο έζησα

γιατί το έχω ξεχάσει

μη με φοβάσαι

η μοναξιά και η έπαρση

προξενούν μονάχα θλίψη"

άρχισε να λέει

και η φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου

και σκιά δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...

"χρειάζεσαι ένα κόσμο αλλιώτικο

αυτός που ζεις είναι αυταπάτη

χρειάζεσαι πολέμους με άλλες μάχες

τούτες που δίνεις κιόλας σε κουράσανε

χρειάζεσαι ανθρώπους με καρδιά

αυτούς που αγάπησες

όλοι πεθάνανε..."

είπε ο γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια

και το κεφάλι μου σκυφτό

να μην με αρπάζει η τρέλα του τοπίου

"χρειάζεσαι άλλες μουσικές

τούτες που ακούς σε ανισορροπούν

είναι κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες

άλλες χρειάζεσαι αυγές

οι ήλιοι που ανατέλλουν στη ζωή σου

κι αυτοί ψεύτικοι είναι

όπως αυτό το δέντρο..."

είπε ξανά ο γέροντας και στο μυαλό μου

σφυροκοπούσε μια φρενήρης άρνηση

να μην αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά

να φύγω

να επιστρέψω

να ξυπνήσω!

"εμένα σύντομα θα με ξεχάσεις

τίποτε είμαι

και δεν γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου

εμένα γρήγορα θα με περάσεις

αλλά, πόσο σε συμπονώ,

μ'εσένα θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"

είπε ξανά και άκουσα το γέλιο του

κραυγή κι αυτό

παράφωνη οιμωγή απ'το τίποτα

και προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά

να τρέξω πίσω, να χαθώ,

να νιώσω εμένα ακέραιο,

να ξυπνήσω!

"κράτησε τούτο που σου λέω

πριν να ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες

όλα είναι όπως εγώ

τίποτε

αν δεν γεμίσουν από σένα

όλα είναι όπως το δέντρο αυτό

ψεύτικα

αν δεν δονούνται από σένα

όλα είναι χαμένα

όπως ο χρόνος σου μαζί μου

αν δεν ντυθούν αγάπη

από σένα!"

τούτα είπε ο γέροντας

πριν με αφήσει

και τον αφήσω κι εγώ

και έχω μια εικόνα τελευταία

πριν πάλι ευλογηθώ

στον κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω

ο γέροντας να εξαφανίζεται

το δέντρο να αφανίζεται

κι εμένα να στέκω ολομόναχος

σ'ένα απέραντο τοπίο

από περίεργο φως

και να μιλάω σε μένα...

16/7/2001