Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;



Είχα κάποτε ένα σπίτι…

Ήταν χτισμένο πάνω σε ένα παράξενο μόρφωμα από αρχαίους βράχους, σε ένα γκρεμό, πάνω απ’τη θάλασσα.

Ή ίσως πάλι να ήταν μέσα στη θάλασσα… 

Χτίστηκε, ναι… Δεν ξέρω από ποιους, δεν ξέρω πότε. Ήξερα όμως πως ήταν δικό μου και είχα το προνόμιο να το έχω ισόβιο ενδιαίτημα. Αν το επιθυμούσα, για όσο το επιθυμούσα. Παράξενο, αλλά δεν το αμφισβήτησα ποτέ αυτό. Ίσως γιατί κανείς δεν εμφανίστηκε ποτέ να το διεκδικήσει, να το ενοικήσει αντί για μένα… ή έστω, μαζί με μένα…

Και είχε το σπίτι αυτό μια θαυμάσια αρχιτεκτονική… απλή και λειτουργική, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δημιουργήματα της φύσης… δεν μπορείς να διανοηθείς ότι θα ήταν κάπως αλλιώς… γιατί είναι τέλεια… ώσπου κάποτε, μετά από χιλιάδες χρόνια να έχουν αλλάξει κι αυτά… ως και η τελειότητα εξελίσσεται… χλευάζει το χτες και προχωράει…

Θυμάμαι τέσσερις μεγάλες κολώνες… χοντρές όπως οι κορμοί χιλιόχρονων δέντρων. Και δεν θυμάμαι τοίχους πλήρωσης ή δοκάρια να φεύγουν από κάπου και να πηγαίνουν κάπου… δεν θυμάμαι στέγες, οροφές ή πατώματα… παράξενο… μονάχα αυτές τις κολώνες θυμάμαι σαν μηρούς κάποιου γίγαντα που γεννήθηκε πριν από τον άνθρωπο και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά… ως πότε αναρωτιόμουν καμιά φορά… ως πότε μπορεί να ζει οτιδήποτε; 

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;

Ζούσα όμορφα, ήσυχα και ειρηνικά γιατί το σπίτι μου το επέτρεπε. Οι βράχοι που είχε θεμελιωθεί μού το επέτρεπαν, η σχεδόν πάντα αγριεμένη θάλασσα που έσκαγε στη βάση αυτών των βράχων μού το επέτρεπε… το ίδιο το αλλόκοτο αυτό σπίτι μού του επέτρεπε… αλλά ήξερα, κάπως το ήξερα πως αυτό δεν θα κρατούσε για πάντα… κάποια στιγμή το σπίτι θα με έδιωχνε… το προνόμιό μου θα έπαυε να έχει ισχύ, θα ήμουν ίσως πια ανεπιθύμητος, ένα περιττό φορτίο γι αυτές τις θεόρατες κολώνες… 

Ζούσα ήρεμα και ειρηνικά… προστατευμένος μέσα σ’αυτό το αρχαίο παράξενο σπίτι… και μπορούσα να δω τα πάντα… μπορούσα να δω ολόγυρα αν γυρνούσα το κεφάλι μου… περιορισμοί δεν υπήρχαν… μπορούσα να δω τους βράχους, τη θάλασσα ύστερα τον ορίζοντα, ύστερα πάλι βράχους… μονάχα που κάποιες μέρες το σπίτι έκλεινε τα πάντα και δεν μού επέτρεπε να δω τίποτα… ένιωθα το σπίτι… θλιμμένο… ναι, αυτή είναι η λέξη… το ένιωθα να κλείνει σα στρείδι και να συρρικνώνεται… ο αέρας άλλαζε, γινόταν πιο βαρύς… το φως σκοτείνιαζε, χωνόμουν σε μια ζωντανή φυλακή που ήθελε να με αποκλείσει από οτιδήποτε…
Βρισκόμουν τότε σε ένα σιωπηλό, ζωντανό, αρχαίο τάφο… αλλά δε φοβόμουν… κάποτε κάποτε ανησυχούσα λίγο… περισσότερο συμπονούσα τούτο το σπίτι που υπέφερε από μιαν άγνωστη αιτία… ψηλαφούσα το σκοτάδι, άγγιζα μια μια τις κολώνες και τις αγκάλιαζα με το ανάπτυγμα των χεριών μου παρότι θα χρειάζονταν τρεις ακόμα για να κλείσουν μονάχα μια απ'αυτές… 

Κι άλλες φορές όλα ήταν τόσο διαφορετικά… χαρούμενα, φωτεινά, τραγουδιστά… μπορούσα να τα δω όλα να χαμογελούν, ως και τους βράχους να είναι λιγότερο συμπαγείς, ως και τη θάλασσα να είναι πιο φιλική… ο αέρας με πλημμύριζε με μια αίσθηση ηδονική… ήταν οι μέρες της χαράς, οι μέρες που το σπίτι με αγαπούσε και…

Και κάποια μέρα εμφανίστηκε ο πρόβολος

Εμφανίστηκε από το πουθενά και με έκανε να ριγήσω. Ξεπρόβαλλε μέσα στο σπίτι σαν φαλλός ενός γίγαντα σειληνού και κατάλαβα πως αυτή ήταν η αρχή του τέλους για μένα. Έπρεπε να εγκαταλείψω το σπίτι μου και να αναζητήσω στέγη κάπου αλλού… που όμως; Δεν είχα βγει ποτέ απ’το σπίτι… δεν χρειάστηκε, δεν το επιθύμησα, δεν το σκέφτηκα καν…

Ο πρόβολος ήταν ένα κυκλώπειο παλούκι που διαπερνούσε το σπίτι σαν κάρφος από την μια άκρη ως την άλλη και έμοιαζε να το έχει πληγώσει θανάσιμα… αυτό μπορούσα να το νιώσω… μπορούσα να νιώσω τους παλμούς του να αργοσβήνουν… μπορούσα να αισθανθώ την αγωνία του… μπορούσα ακόμη και να δω το αίμα του να τρέχει πάνω στις όμορφες κολώνες του… ο πρόβολος ήταν το μαχαίρι που το σκότωνε σιγά σιγά και απειλούσε και τη δική μου ύπαρξη…
Κάτι ακόμα πιο παράξενο είναι πως ποτέ δεν αναρωτήθηκα πώς εμφανίστηκε αυτός ο πρόβολος, αν είχε λόγο ύπαρξης, αν συμβόλιζε κάτι, αν ήταν αληθινός ή γέννημα της φαντασίας μου… της δική μου ή του σπιτιού… τον αποδέχτηκα σαν ένα φυσικό γεγονός… σαν κάτι τρομερό που δεν εύχεσαι να συμβεί ποτέ αλλά όταν συμβεί δεν παλεύεις να το ερμηνεύσεις. Μονάχα να το αντιμετωπίσεις. Αν μπορείς. Ή αν θέλεις…

Κάποια μέρα ξύπνησα βρεγμένος… πανικοβλήθηκα… η θάλασσα είχε εισβάλλει στο σπίτι ή το σπίτι βυθιζόταν στην αγκαλιά της… δεν ξέρω… σιγά σιγά η στάθμη της ανέβαινε και πάλευε να πνίξει μέσα της τα πάντα… ο πρόβολος είχε αλλάξει διεύθυνση αλλά δεν είχε αλλάξει ούτε μέγεθος ούτε είχε απομακρυνθεί… άλλαζε συνεχώς τον άξονά του… πότε οριζόντιος, πότε με κάποια κλίση… η θάλασσα κάποια στιγμή εγκατέλειψε την προσπάθεια να μας αφανίσει και αποσύρθηκε… την επομένη ήμουν πάλι στην ίδια κατάσταση… 

Ύστερα προσπάθησαν οι βράχοι… χώθηκαν μέσα στο σπίτι, έπιασαν τις γωνιές και απείλησαν να συνθλίψουν τον πρόβολο… χωρίς αποτέλεσμα… ο πρόβολος, με ζηλευτή ευελιξία, λες κι έπαιζε μαζί τους, άλλαζε θέση και κλίση και τους χλεύαζε κατάμουτρα… τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον σκοτώσει…

Το σπίτι πέθαινε και έπρεπε να βγω από κει μέσα…

Και τότε έγινε!

Ονειρεύτηκα!

Ήταν το πρώτο όνειρο που είχα ποτέ μου!

Ονειρεύτηκα έναν απέραντο, βαθυγάλαζο ουρανό… ένα στερέωμα απεριόριστο πάνω απ’το σπίτι… κι εγώ μπορούσα να πετάω ελεύθερος και να ταξιδεύω με μια μου σκέψη, με μια εικόνα όπου ήθελα!

Ρίγος!

Ξαφνικά, δεν ήμουν πια μέσα στο σπίτι, αιχμάλωτος, έγκλειστος, δέσμιος μιας άλλης οντότητας… μπορούσα να πάω και να κάνω ό,τι θέλω, να επινοήσω τις πτήσεις μου, να φανταστώ τον εαυτό μου, να ξεκινώ και να σταματώ όποτε το θέλω…

Και από μακριά είδα τη φρίκη και το δράμα.

Είδα τον πρόβολο να έχει θεριέψει σαν δηλητηριώδες φυτό και να έχει εμβολίσει πέρα ως πέρα το σπίτι μου που πια έμοιαζε με ένα ανόητο παιχνίδι στις ορέξεις ενός τρελού.

Πόνεσα τόσο που η πτήση μου ακυρώθηκε. Ξύπνησα κάθιδρος μέσα στην αγωνία μου και βρέθηκα ξανά μέσα στη φυλακή μου.

Το σπίτι πέθαινε και μαζί του θα πέθαινα κι εγώ.

Ένιωθα στο λαιμό μου το ρόγχο του. Ένιωθα τις φλέβες του να μην χτυπούν πια δυνατά, ένιωθα την ομορφιά του να μαραζώνει.

Ως και το ονειρικό μου ταξίδεμα δεν είχε πια δύναμη. Οι πτήσεις μου έμειναν παρθενικά βιώματα, συναρπαστικά αλλά καταδικασμένα να ματαιωθούν. Η ανάσα μου βάρυνε, η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι γινόταν τοξική, το οξυγόνο λιγόστευε, όλα τελείωναν πια…

Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τον πρόβολο.

Αποφάσισα, ο τρελός, σαν ύστατη κίνηση ενός απελπισμένου, να προσπαθήσω να τον αγγίξω. Αν άπλωνα το χέρι μου θα τον έπιανα. Δεν το είχα σκεφτεί ως τότε! Ας ήταν και η τελευταία πράξη που θα έκανα ποτέ.

Και το έκανα! 

Ο πρόβολος αντέδρασε όπως ένα ρόδο που το χαϊδεύει η πρωινή αύρα. Ήταν ζωντανός, μοναχικός, δυστυχισμένος! 

Τον συμπόνεσα ως τα έγκατα της ψυχής μου. Για να εισβάλλει σαν κατακτητής στο κάστρο μου και να αρνείται να το εγκαταλείψει, σήμαινε πως αναζητούσε τις συντεταγμένες του, τον σκοπό της ύπαρξής του, κάποιο νόημα στην όποια ζωή του.

Και είχε ζωή.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε, έχασα τις αισθήσεις μου… χωρίς να φοβάμαι πια ούτε να πονάω για το χαμένο μου σπίτι, ξύπνησα σε μια αμμουδιά… 

Κάποτε…
…σηκώθηκα και κοίταξα ολόγυρα…

Είχα γένια λευκά και τα χέρια μου δεν ήταν όπως τα θυμόμουν… είχα γεράσει, έβλεπα τις φλέβες ανάγλυφες και φουσκωμένες κάτω απ’το δέρμα μου. Γύρισα το βλέμμα και δεξιά είδα κάτι που άγγιξε την καρδιά μου. 

Περπάτησα ως εκεί, σκαρφάλωσα με κόπο γιατί δεν είχα τις δυνάμεις ενός νέου ανθρώπου. 

Σε κάποιο πλάτωμα, πάνω από ένα παράξενο μόρφωμα των βράχων, κάτι εξείχε από το χώμα.

Πλησίασα.

Ήταν μια πλάκα από μάρμαρο χωμένη κάθετα πάνω στο έδαφος. 

Διάβασα κάτι που ήταν έγγλυφο στην επιφάνειά της.

Δάκρυσα και χαμογέλασα.

Χαμογέλασα και δάκρυσα ξανά.

Κι έμεινα εκεί, δίπλα της… αναπαυμένος

δεν θυμάμαι πια πόσο…


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

να ψηλαφήσεις το δρόμο... να τον γευτείς...

 


Αν δεν ξέρεις που πηγαίνεις, όλοι οι δρόμοι είναι λάθος
(Κινέζικη –ίσως- παροιμία)




Δ
όθηκε η αφορμή για το θέμα που θέλω να συζητήσουμε σήμερα από μια τηλεοπτική εκπομπή…»
«Παρήγορο…»
«Ποιο;»
«Ότι η τηλεόραση μπορεί ακόμη να φιλοξενεί εκπομπές που δίνουν αφορμές για στοχασμό»
«Ναι… ήταν μια εκπομπή που αναφερόταν στα διάφορα πνευματικά μονοπάτια της ανθρωπότητας μέσα στην ιστορία… θρησκείες, δόγματα, θεωρήσεις κλπ… το βασικό ερώτημα που μάλλον ήταν και ο άξονας της εκπομπής ήταν: πώς μπορώ να ξέρω ότι έχω διαλέξει τον ορθό δρόμο; Υπάρχουν τόσες πολλές ‘παγίδες’… χιλιάδες δρόμοι και χιλιάδες παγίδες… και ο χρόνος που έχω δεν είναι απεριόριστος… μια ζωή λίγων χρόνων… αν διαλέξω το λάθος μονοπάτι, πάει, χάνονται όλα…»
«Και η μόνη ελπίδα η… μετενσάρκωση έτσι; Σε χίλιες ζωές θα τους έχεις διαβεί όλους… Ας επανέλθουμε στο θέμα μας»
«…ναι… έτσι λοιπόν μέσα από την σύντομη έστω και πολύ συνοπτική περιήγηση σε πολλές πνευματικές προτάσεις από την αρχαιότητα ως σήμερα, η εκπομπή θέλησε να απαντήσει στο ερώτημα…»
«Αλλά δεν απάντησε»
«Την έχεις δει;»
«Όχι… αλλά πώς θα μπορούσε να απαντήσει;»
«Ναι… φυσικά… η κεντρική ιδέα ήταν πως δεν υπάρχει ‘ορθό’ μονοπάτι… για όλους… υπάρχει αυτό που εμείς διαλέγουμε… ή αφήνουμε και πάμε στο επόμενο…»
«Ωραία εκπομπή! Τόσος κόπος για να σε αφήσει στο κενό… ή μάλλον με την αίσθηση του κενού… και πριν ήσουν στο κενό αλλά μετά την εκπομπή το συνειδητοποιείς κιόλας…»
«Ναι… κάπως έτσι… το κενό…»
«Όπως με τα καρτούν… θυμάσαι μια παλιά συζήτηση για τα καρτούν;»
«Δεν είμαι βέβαιος… εσύ έχεις πολύ καλύτερη μνήμη…»
«Πάντα οι ήρωες των παλιών τουλάχιστον καρτούν, έπαιρναν φόρα και δεν τους σταματούσε τίποτα όταν κυνηγούσαν κάτι ή τους κυνηγούσε κάποιος… όπως όταν το κογιότ κυνηγάει το road runner… ξαφνικά περνάει το χείλος ενός γκρεμού, προχωράει μερικά μέτρα, βρίσκεται στο κενό αλλά δεν πέφτει…»
«Α, ναι…»
«Πότε πέφτει;»
«…»
«Όταν συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στο κενό…»
«Ναι… έχεις δίκιο… μετά πέφτει μολύβι και σκάει κάτω…»
«Ακριβώς… έχει πολύ ενδιαφέρον το σημείο αυτό της μετεώρισης όμως… έχει πνευματική σήμανση… οι δημιουργοί αυτών των καρτούν ήταν αρκετά ψαγμένοι…»
«Δεν την ανακαλώ αυτή τη συζήτηση… κρίμα… θα πρέπει να είχε ενδιαφέρον…»
«Ναι… και σε χαλαρό κλίμα… απόδειξη πως και μια πνευματική συζήτηση μπορεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Διόλου βαρετή, ‘βαριά’ και μονότονη…»
«Ώστε λες πως η εκπομπή ήταν μια τρύπα στο νερό;»
«Όλες οι τηλεοπτικές παραγωγές δεν ξεχνούν ποτέ το μέσο που τις φιλοξενεί. Όποια καλά κίνητρα κι αν έχει ο δημιουργός, απευθύνεται στη μάζα. Λυπούμαι που χρησιμοποιώ τη λέξη. Κάποια στιγμή που το πράγμα ‘βαραίνει’ ή κάνει ‘κοιλιά’ θα πρέπει να το γυρίσει, να το αλαφρώσει. Ή απλά, να περάσει στο επόμενο… έτσι, η τηλεόραση λειτουργεί πάντα οριζόντια… σε αντίθεση με την εσωτερική αναζήτηση που λειτουργεί κυρίως κάθετα…»
«Σε ρηχά νερά δηλαδή η εκπομπή…»
«Ένιωσες κάτι διαφορετικό;»
«Όχι… το επιβεβαιώνω… όμως ο άξονας του προβληματισμού παραμένει… αν έχεις διάθεση να το συζητήσουμε λίγο…»
«Το πώς επιλέγει κανείς τον ορθό πνευματικό δρόμο;»
«Ναι…»
«Μάλιστα… να ένα θέμα που μπορεί να απασχολήσει έναν άνθρωπο… για σαράντα ή πενήντα χρόνια…»
«Με διάθεση είσαι απόψε…»
«Μα, δεν αστειεύομαι… τι περιμένεις να σου πω; Θυμήθηκα όμως ένα μικρό χωρίο από τον Ιωάννη… μάλιστα από την αρχή της Α’ Επιστολής…»
«Με συγχωρείς… για την Καινή Διαθήκη λες;»
«Πήρες μπρος…»
«Μην αρπάζεσαι… δεν είναι καθόλου ο τομέας μου…»
«Συνεχίζω… Μισό λεπτό να το θυμηθώ… Ὅ ἧν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·…»
«!!!...Μετάφραση;»
«Αληθινά χρειάζεται μετάφραση;»
«Θα βοηθούσε…»
«Απόδοση λοιπόν… Για Αυτόν που υπήρχε από την αρχή, που Τον ακούσαμε, που Τον είδαμε από πολύ κοντά, με τα μάτια μας τα ίδια και τα χέρια μας Τον ψηλάφησαν, για Τον Λόγο τής ζωής… εδώ χρειάζεται προσοχή μια φράση ειδικά… καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν…»
«Ναι…»
«Πήρες λίγο μπρος στην αρχή αλλά… βρήκαμε ανηφόρα…»
«Θέλω να πω…»
«Αυτό που κάνει εντύπωση εδώ είναι ότι οι σωματικές αισθήσεις χρησιμοποιούνται ως προαπαιτούμενο της πνευματικής εμπείρωσης… ἀκηκόαμεν, ἑωράκαμεν, ἐθεασάμεθα… ἐψηλάφησαν… Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο κατεξοχήν θεολογών εκ των ευαγγελιστών απευθυνόμενος σε αδελφούς διαφόρων εκκλησιών ξεκινάει από τη δύναμη του αισθητού, των βιολογικών οργάνων;»
«Ναι… βέβαια… μα, το θέμα αυτό είναι πολύ εξειδικευμένο… δεν…»
«Δεν ξέρεις που θέλω να το πάω… φοβάσαι ότι απομακρύνθηκα από τον πυρήνα…»
«Δηλαδή…»
«Μα ποιος άλλος είναι ο πυρήνας φίλε μου αγαπημένε αν όχι το να ψηλαφήσεις τον δρόμο; Πώς αλλιώς μπορείς περισσότερο να βεβαιωθείς για την ορθότητα μιας επιλογής αν όχι με τις φυσικές σου αισθήσεις; Εγώ μάλιστα θα προσέθετα και άλλες…»
«Δηλαδή;»
«Ότι αυτόν τον δρόμο τον γεύτηκα, τον ένιωσα, τον έφαγα, τον ήπια, τον δοκίμασα… κοιμήθηκα μαζί του και ξύπνησα μαζί του… δεν ακολούθησα έναν δρόμο που με παράτησε, με εγκατέλειψε, με ‘άδειασε’ κατά το χυδαϊστί λεγόμενο… τον γεύτηκα με όλες μου τις αισθήσεις… είναι κάτι που έχω εμπειρωθεί σωματοπνευματικά… αλλιώς δεν αξίζει τίποτε, επιστρέφεται στην αντιπροσωπεία…»
«Ναι… βέβαια… όμως…»
«Είσαι μπερδεμένος… Δεν αναφέρομαι μονιστικά στο χριστιανικό δρόμο… μην με παρεξηγήσεις… δανείστηκα ένα χωρίο από τον Ιωάννη γιατί ταιριάζει με το ερώτημά σου… μπορεί αυτός ο δρόμος να είναι η τέχνη, η επιστήμη, ο χορός, η ποίηση, η μουσική, η λογοτεχνία, ο εσωτερισμός… δεν ξέρω… θυμάσαι τον ‘δρόμο με καρδιά’…»
«Του Δον Χουάν!»
«Ξεφτέρι μου… μόλις πήγαμε στα νεοεποχίτικα δούλεψες διπλό τούρμπο!»
«Μα, τον έχω μελετήσει, το ξέρεις…»
«Τι λέει λοιπόν ο Δον Χουάν Μάτους στον Καστανέντα;»
«Λέει περίπου το εξής… Πως ο κάθε δρόμος είναι ένας δρόμος και αν χρειαστεί μπορείς να τον εγκαταλείψεις… δεν είναι ντροπή… διαλέγεις έναν άλλο… πριν διαλέξεις τον μελετάς, τον δοκιμάζεις όσες φορές χρειαστεί… διαλογίζεσαι επ’αυτού… ο δρόμος είναι εκεί, περιμένει… εσύ δεν έχεις χρόνο δυστυχώς…»
«Σωστά… λέει κι άλλα φυσικά και κάπου λέει για την καρδιά…»
«Βέβαια… πως το μόνο ερώτημα που θέτεις πριν στον εαυτό σου είναι, έχει αυτός ο δρόμος καρδιά; Αν έχει είναι καλός, αν όχι, είναι άχρηστος…»
«Ο Δον Χουάν δεν θέτει λοιπόν το ζήτημα του σκοπού. Που οδηγεί αυτός ο δρόμος ή ο άλλος… γιατί άλλωστε λέει πως…»
«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο πουθενά…»
«Σημασία έχει να έχει καρδιά η ατραπός που βαδίζεις και όχι που θα σε βγάλει»
«Έτσι ακριβώς… Καμιά σχέση με τη χριστιανική ‘τεθλιμμένη’ οδό κλπ…»
«Ας μην μπούμε στη συγκρητική τώρα… ο Ιησούς από μια άποψη Τολτέκικη ήταν επίσης ένας Μάγος-Πολεμιστής, ένας Σαμάνος, μέσα από άλλες ορίζουσες όμως, κάτι που φυσικά δεν γίνεται αποδεκτό από την Εκκλησία και σωστά κατά τη γνώμη μου… το κάθε τι λειτουργεί στο χώρο του, στο πλαίσιό του, στις αναφορές του… ας μην τα βάζουμε όλα στο μίξερ…»
«Ναι… όπως έγινε με τη Νέα Εποχή θέλεις να πεις;»
«Ε, φυσικά… όπως ανακάτευαν τα ψυχοτρόπα φάρμακα και τα ναρκωτικά έτσι ανακάτεψαν θρησκείες, φιλοσοφίες και μαγείες και τι προέκυψε στο τέλος;»
«Hangover…»
«Πολύ σωστός είσαι… ανέβηκες με ντεμαράζ στο τέλος…»
«Νομίζω πως κάπου μάς έβγαλε η σημερινή μας συνάντηση…»
«Το περισσότερο ήταν πως χάρηκα που σε ξανάδα μετά από καιρό…»
«Κι εγώ…»
«Το δεύτερο είναι να πετάξεις την τηλεόραση ή να τη δωρίσεις σε κάποιον που τη θέλει ή τη χρειάζεται…»
«Μα…»
«Εντάξει, δες Μουντιάλ πρώτα και μετά…»
«…»
«Το τρίτο είναι πως η ίδια η Ανάγκη δεικνύει, σημαίνει… η Ανάγκη ή αν θέλεις, το Άνυσμα της Ανάγκης… Όμως γι’αυτό θα μιλήσουμε σε άλλη μας συνάντηση…»
«Μα, θα ήθελα τώρα… ακούγεται ενδιαφέρον… μια τζουρίτσα έστω…»
«Μέχρι να τελειώσει το Μουντιάλ θα έχεις υιοθετήσει όλη τη γηπεδική διάλεκτο…»
«Θέλω να πω… έχει πράγματι ενδιαφέρον…»
«Γι αυτό και δεν πρέπει να εξαντληθεί στο… πρώτο τεύχος…»
«Εντάξει… Θα τα ξαναπούμε λοιπόν…»

 
***

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

χαμογελώντας…

 


σιωπηλά κύλησε η νύχτα…

έχω στη χούφτα μου κλεισμένο
όλο το χρόνο που κύλησε
λέω
αν τον ελευθερώσω
πως θα γεράσουμε μαζί
όπως το είχαμε κανονισμένο

λέω ξανά
αν τον κρατήσω για πάντα αιχμάλωτο
τα δάχτυλά μου δεν θ’αντέξουν
θα αιμορραγήσουν
φωτιά θα τρέξει απ’τις πληγές
το αύριο θ’αφανιστεί
και νέος θα γίνω αν αξιωθώ
ξανά
έστω για μια στιγμή μονάχα…

σε κείνη την εξοχή
αν θυμάσαι
που τρέχαμε μαζί
πέφταμε
σκίζαμε τα γόνατα
και σηκωνόμασταν ξανά

χαμογελώντας…