Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

«Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται»


Behind the reality (goldmedal) TRIER... Franziskus Pfleghart



«Όταν οι χριστιανοί σταυροφόροι στην Ανατολή προσέκρουσαν σ’εκείνο το ανίκητο τάγμα των Ασσασσίνων, εκείνο το κατ’εξοχήν τάγμα των ελεύθερων πνευμάτων, του οποίου τα κατώτερα μέλη υπάκουσαν σε τέτοια πειθαρχία που όμοιά της δεν γνώρισε ποτέ άλλο μοναχικό τάγμα, πήραν, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, κάποιες πληροφορίες για εκείνο το σύμβολο και σύνθημα το οποίο προοριζόταν μόνο για τα ανώτερα μέλη του τάγματος, ως secretum [μυστικό] τους: ‘Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται’…»

Φρ. Νίτσε, Γενεαλογία της ηθικής
(μετ.: Ζήσης Σαρίκας, Νησίδες)



Κ
ανείς δεν γύρισε πίσω «αναζητώντας την αλήθεια».

Ο δρόμος που τάχα οδηγεί στην αλήθεια δεν υπάρχει. Απλά, δεν υφίσταται. Δεν ορίζεται. Δεν έχει ‘χάραξη’, δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη. Και αν ακόμη υπήρχε δεν θα ήταν… διπλής κατεύθυνσης. Αν υπήρχε θα ήταν μια ατραπός που θα χανόταν μυστηριακώς με το κάθε βήμα του διαβάτη. Θα γυρνούσε πίσω του και δεν θα έβλεπε τίποτε. Θα ήταν ένα μονοπάτι που θα το επινοούσε εκείνη τη στιγμή. Και την αμέσως επόμενη θα εξαφανιζόταν.

Μπορεί να μην υπάρχει ο δρόμος αλλά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ο μύθος για έναν τέτοιο δρόμο. Και το παράδοξο της μυθολογίας του υπερβαίνει την αναγκαιότητα ύπαρξης της ίδιας της αλήθειας. Είναι σαν να θρυλείται η ύπαρξη ενός ορυχείου χρυσού και εκκρεμεί η εύρεση του χάρτη με τον δρόμο που οδηγεί σ’αυτό. Δεν μας ενδιαφέρει αν όντως υπάρχει το ορυχείο και αν τωόντι έχει χρυσό. Μας ενδιαφέρει ο πυρετός. Ο πυρετός είναι ο δρόμος και όχι ο ίδιος ο χρυσός. Με μια άλλη έννοια, το ρίγος είναι η γνώση του δρόμου και όχι η ύπαρξη ή μη του τελικού προορισμού. Γιατί έχουμε τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τι είναι αυτό που αναζητούμε και το μόνο που μας λείπει είναι αυτός που θα μας δείξει τον δρόμο. Αυτός ή αυτό. Ένας χάρτης, ένας μύθος, ένα παραμύθι, μια αφήγηση.

Η αλήθεια χάνει τη σημασία της και αποτελεί ένα αιώρημα, μια θολή φιγούρα, ένα είδωλο ή ένα φετίχ. Δεν έχει νοηματοδοτηθεί από εμάς, υπήρξαν άλλοι, πολύ πριν από εμάς που υποτίθεται έφτασαν στο μυθικό Ελ Ντοράντο. Κανείς δεν γύρισε βέβαια για να μας το περιγράψει. Δεν μας απασχολεί. Ο νους κάνει τη δουλειά του σεναριογράφου, του σκηνοθέτη, του ειδικού των ‘σπέσιαλ εφέ’. Τα ζούμε όλα φαντασιακά πριν τα βιώσουμε. Τι σημασία έχει εδώ το βίωμα όταν έχει προοικονομηθεί το όλον; Το βίωμα είναι για τους τυχοδιώκτες που αναζητούν το απρόβλεπτο σε κάθε στροφή του δρόμου. Έχουμε όμως μολυνθεί από τον πυρετό του ταξιδιού και αν ανταμωθούμε με κάποιον που υποτίθεται πως γύρισε από τη μαγική χώρα θέλουμε όσο τίποτε άλλο να μας πει.

Ο Πιλάτος, με μια έννοια, πίστεψε πως για μια στιγμή τα είχε όλα. Ή σχεδόν όλα. Ο Ιησούς ήταν ο δρόμος. Ή αυτό τουλάχιστον φημολογείτο. Ήταν μια πιθανότητα που έπρεπε να εξεταστεί. Ο Ιησούς μπορεί να ήταν αληθινά ο δρόμος. Άρα το μόνο που απέμενε ήταν ο ίδιος ο χρυσός… Η ερώτηση ήταν ‘τι είναι η αλήθεια’ και εκεί ο Ιησούς (η Οδός) έμεινε σιωπηλός… Απογοήτευση. Ο παγανιστής Πιλάτος δεν αντέχει τη σιωπή και ο στοχασμός της σιωπής είναι πρόβλημα και όχι ευκαιρία για έναν διοικητή, για έναν ηγέτη, για έναν δικαστή, για έναν στρατιωτικό. Ο Πιλάτος ήθελε τον Ιησού συγκεκριμένο, ήθελε το Δρόμο να μιλήσει, να εκφραστεί με σαφήνεια, με ενάργεια. Ο παγανιστικός κόσμος είχε τα παλαιά μυστήρια προστατευμένα πίσω από το πέπλο της Ιεράς Σιγής με ποινή θανάτου. Και ξαφνικά ο Πιλάτος, στη ‘χώρα του πουθενά’ ανταμώνεται με τον παράξενο άνθρωπο από τη Ναζαρέτ που ισχυρίζεται πως είναι η Οδός. Η ευκαιρία είναι μεθυστική, σχεδόν τοξική. Κι όμως, σιωπή. Αυτό μας παρεδόθη τουλάχιστον, αυτό γνωρίζουμε.
Ο Πιλάτος όμως αγνοούσε πως η ‘αλήθεια’ –ό,τι κι αν είναι, όπως κι αν νοείται ή πραγματώνεται- δεν ‘μαθαίνεται’. Δεν ‘διδάσκεται’, δεν περνάει απ’τον ένα στον άλλο, από στόμα σε αυτί ή από χέρι σε χέρι. Το είχε αποσαφηνίσει απόλυτα ο Αριστοτέλης αιώνες πριν… οὐ μαθεῖν τι ἀλλὰ παθεῖν καὶ διατεθῆναι... Δεν πρόκειται να μάθεις λοιπόν αλλά οφείλεις να αφεθείς και να πάθεις… Κι αυτό όμως ο Σταγειρίτης δεν το δωρίζει σε όλους… γενομένους δηλονότι ἐπιτηδείους… μονάχα κάποιοι, οι επιτήδειοι, οι ικανοί, οι άξιοι με άλλα λόγια θα μπορέσουν να γευθούν τους καρπούς της μύησης… ‘στενή και τεθλιμμένη η οδός’ και όχι ‘πλατεία κέλευθος’… από τότε…

Το σκάνδαλο όμως παραμένει… αν δεν υπάρχει Ελ Ντοράντο τότε δεν υπάρχει τίποτε. Αν δεν υπάρχει τίποτε τότε όλα είναι κίβδηλα, ‘ψεύτικα’, α-νόητα, ασήμαντα, θνησιγενή και με μια έννοια, ήδη νεκρά.
Ο ίδιος ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι… όλα όσα αγαπούμε, ποθούμε, αγωνιούμε γι’ αυτά… Όλα λοιπόν;
Και τότε προς τι τα Σεμνά Όργια, προς τι οι μυήσεις, τα καταβάσια, τα πέπλα σιγής;
Προς τι όλος αυτός ο μύθος, οι κατασκευές, τα οικοδομήματα και οι παραδόσεις;

Η ελπίδα ίσως; Η ελπίδα πως μετά όλα θα είναι αληθινά, επιτέλους;

Η ελπίδα πως αυτό που ακολουθεί είναι κάτι άλλο, διαφορετικό, αληθινό;

Και μη νομίζει κανείς πως οι χριστιανοί ανακάλυψαν την ελπίδα… «…καί περὶ τῆς τελευτῆς ἡδίους ἔχει τὰς ἐλπίδας ὡς ἄμεινον διάγοντας, καὶ οὐκ ἐν τῷ σκότει τε καὶ τὸ βορβόρῳ κεεσομένους, ἄ δὴ τοὺς ἀμυήτους ἀναμένει...» (Αριστείδη, Ελευσίνιος Λόγος)
Τις πιο γλυκές ελπίδες έχουν [οι μυημένοι] σχετικά με το θάνατο πως εκείνοι θα περάσουν καλύτερα και πως δεν θα βρίσκονται στο σκότος και δεν θα κείτονται στο βόρβορο, καταστάσεις που περιμένουν τους αμύητους.

Φαίνεται το λοιπόν πως δεν είναι μονάχα πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Γεννιέται και πρώτη. Πριν την αλήθεια.

Πριν από οτιδήποτε…


Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!



Η προσευχή ενός ειδωλολάτρη


Α, μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!
Πάλι την κρύα μου ζέστανε ψυχή,
εσύ, Ηδονή, που τις καρδιές παιδεύεις!
ω Diva, supplicem exaudi!

Θεά που’σαι στ’αγέρι σκορπισμένη,
φλόγα στο σπήλαιό μας το κρυφό,
άκουσε μια ψυχή αποκαμωμένη,
που ύμνο σού προσφέρει από χαλκό.

Γίνου Ηδονή, μόνη βασίλισσά μου!
Σειρήνας μάσκα φόρεσε, Θεά μου,
με τη σαρκοβελούδινη ομορφιά,

ή χύσε τις βαρύπνιες σου σ’εμένα,
μες στ’άυλα κρασιά, τα μαγεμένα,
ω Ηδονή, άπιαστη εσύ σκιά!!!


Charles Baudelaire [Les Fleurs du Mal, 1861]
Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Δαίμων που ήσουν άνθρωπος...


«…Δαίμων που ήσουν άνθρωπος, αλλά που συμμετέχεις τώρα στην πιο θεϊκή φύση των Δαιμόνων, αφού λυτρώθηκες από τα δεσμά της Ανάγκης που αλυσοδένουν τους ανθρώπους. Βρήκες τη δύναμη μες στην καρδιά σου για να ξεφύγεις από την αφρισμένη τρικυμία των σωματικών παθών και να φθάσεις κολυμπώντας σ’ένα στεγνό ακρογιάλι, μακριά από τον κόσμο των εγκλημάτων και να βρεις εκεί ένα ίσιο δρόμο για την εξαναγκασμένη σου ψυχή…»

Χρησμός του Δελφικού Μαντείου τον οποίο έλαβε ο Αμέλιος όταν ρώτησε για το που βρίσκεται η ψυχή του Πλωτίνου. Τον διασώζει ο Πορφύριος.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016



Τους θυμάμαι και τους δυο σαν χτες. Σε κείνο το φτωχικό αλλά πολύ φιλόξενο σπιτάκι τους, σε κάποιο δρόμο έξω από τα Μέγαρα, χωμένο μέσα σε έναν απέραντο ελαιώνα. Ένα μεγάλο δωμάτιο στην ουσία που είχε μια ξεχωριστή, έντονη μυρωδιά από το τζάκι που πάντα έκαιγε στη μια γωνία. Έχω τη μυρωδιά φρέσκου ψωμιού ακόμη να με πλημμυρίζει. Παράξενο αλήθεια, οι μυρωδιές να είναι βασικός άξονας των μνημονικών ταξιδιών. Λες και χωρίς αυτές, οι εικόνες παραμένουν ασπρόμαυρες, άτονες, άοσμες… στην κυριολεξία.

Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν επισκεπτόμασταν οικογενειακώς πάντα, το ζευγάρι αυτό από τα Μέγαρα, για τον αδελφό μου κι εμένα, δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο. Οι δικοί μου απολάμβαναν τη συντροφιά, το εξαιρετικό φαγητό και το μυθικό κρασί αλλά για μας τους πιτσιρικάδες, όλες αυτές οι Κυριακάτικες ώρες ήταν ατελείωτες και βαρετές. Το ομολογώ ανερυθρίαστα, καθώς λένε. Θέλαμε να γυρίσουμε στο μεγάλο και άνετο διαμέρισμά μας, με την τηλεόραση και τα παιχνίδια και τα βιβλία μας. Τι δουλειά είχαμε ανάμεσα στους μεγάλους και μάλιστα σε ένα απομονωμένο σπίτι, μέσα στα χωράφια; Και με ποιον να μιλήσεις και να σου πει τι;

Ο Νικόλας, ένας άνθρωπος χαρακωμένος από τη ζωή στο πρόσωπο αλλά όχι και στη ψυχή, ένας βοσκός που τελικά σε μεγάλη ηλικία ένωσε τη μοναξιά του με κείνη της καπάτσας, φλύαρης και πάντα γελαστής Ρηνιώς. Έτσι τους θυμάμαι. Εκείνος φορούσε την κάπα του και μιλούσε ελάχιστα. Έκανε τα ‘θελήματα’, μπαινόβγαινε στο σπίτι για δουλειές, άκουγε τις συζητήσεις των άλλων για πολιτική, ποδόσφαιρο, την πρόοδο της επιστήμης και τις «κατακτήσεις του ανθρώπου» και όλα τα σχετικά και δεν μιλούσε. Μονάχα τον θυμάμαι να κοιτάζει τη γυναίκα του, που ήταν και αρκετά μεγαλύτερή του σε ηλικία, με αληθινό δέος και λατρεία. Ο λόγος της ήταν διαταγή αλλά δεν ήταν ποτέ αυστηρή μαζί του. Ήταν τρυφερή και επαινετική. Ο Νικόλας, κοντά στα 55 ίσως τότε, παρέμενε ευκίνητος, γρήγορος και θετικός αλλά μονάχα σε κείνη. Η επικοινωνιακή του εμβέλεια δεν είχε περισσότερο πλάτος ή βάθος. Δεν τον ενδιέφερε μάλλον κανείς άλλος, τίποτε άλλο. Νομίζω πως εμάς, τα παιδιά, δεν μας αντιλαμβανόταν σχεδόν ποτέ.

Η μικρόσωμη αλλά χαριτωμένη Ρηνιώ ήταν η ψυχή του σπιτιού αλλά και της συντροφιάς. Θυμάμαι πόσο την εκτιμούσε, την αγαπούσε θα έλεγα ο πατέρας μου και πόσο απολάμβανε τη ζωηρή, λυρική και τραγουδιστή συντροφιά της. Η φωνή της ήταν χαρακτηριστική, σχεδόν κοριτσίστικη. Η καρδιά της ήταν ζεστή και η ψυχή της μεγάλη και ανάλαφρη. Παρά την μικρή της αναπηρία στο ένα της πόδι που την ανάγκαζε να κουτσαίνει ελαφρά, δεν έδινες καμιά σημασία στην εξωτερική εμφάνιση. Νομίζω πως όλοι οι συνδαιτυμόνες αυτών των Απριλιάτικων συνήθως Κυριακάτικων συναντήσεων, μαγεύονταν από την παρουσία της. Και ήταν όλοι τους γιατροί, συνάδελφοι του πατέρα μου μηχανικοί, επιχειρηματίες. Μέσα στο ταπεινό σπίτι των Μεγάρων έλαμπε μονάχα ένας ήλιος, αυτός της Ρηνιώς και κανείς δεν ήθελε να το αλλάξει αυτό. Κανείς δεν αναζητούσε τίποτε άλλο. Κανείς δεν επεδίωκε να προβάλλει το εγώ του. Τα φουσκωμένα ‘εγώ’ δεν χωρούσαν στο απέριττο αυτό σπίτι.

Δεν ξέρω τι απέγιναν αυτοί οι δυο μοναχικοί, ερωτευμένοι ακρίτες των Μεγάρων. Καμιά φορά τους φέρνω στη μνήμη μου και δεν μελαγχολώ αλλά χαμογελώ. Η ομορφιά και η χαρά που είχαν στη ψυχή, στο άγγιγμα, στο βλέμμα και στη φωνή τους, η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού, το αναμμένο τζάκι, τα αστεία, τα ανέκδοτα, η χαρά των δικών μου και των άλλων… ένας ολόκληρος κόσμος που χάθηκε πια… αλλά παραμένει ζωντανός μέσα μου…

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Λέξεις - πέτρες...



Κ
άθονταν εδώ και λίγη ώρα σιωπηλοί… εκείνος την κοιτούσε με κοφτές, σύντομες ματιές… πίσω της απλωνόταν η θάλασσα. Το φόντο ήταν αυτό που της ταίριαζε, σκέφτηκε, της άρμοζε… σα να έπρεπε με κάποιο τρόπο να υπάρχει και το κατάλληλο τοπίο πίσω απ’το πρόσωπό της. Άλλοτε σκληρό κι εκείνο, άλλοτε μελαγχολικό, άλλοτε απλά, αυτό που ήταν…

Εκείνη τον κοιτούσε συνέχεια, από τη στιγμή που είχαν καθίσει σ’αυτό το απόμερο καφενεδάκι… ήταν ένα παλιομοδίτικο μαγαζί που είχε... εκμετρήσει το ζην από καιρό όμως, μπορούσε κανείς να πει δυο ήσυχα λόγια… λόγια ήσυχα από όχι ήρεμους ανθρώπους…
Πήρε το κινητό της στα χέρια και το απενεργοποίησε. Τελευταία το έκανε όλο και πιο συχνά αυτό.
 
-Γιατί το έκλεισες; την ρώτησε. 
 
Εκείνη πήρε το βλέμμα της από πάνω του και το άφησε να αλητεύει στο πουθενά για να βρει τα δευτερόλεπτα πριν του απαντήσει.
Έχουν παράξενο χρώμα τα μάτια της σήμερα, σκέφτηκε εκείνος. Πιο ανοιχτό κι όμως, πιο πένθιμο.
-Νομίζω ότι δεν πρέπει να είναι ανοιχτό κάτι τόσο… τόσο… ξεκάρφωτο… δεν ξέρω ποια λέξη να βρω… τόσο άσχετο με τη στιγμή αυτή… να μην λειτουργεί… να μην… σε προσβάλει.
Είπε το ρήμα σα να πατούσε με το πόδι της μια στέρεη πέτρα που θα την οδηγούσε με ασφάλεια πάνω από το ορμητικό νερό ενός χειμάρρου στην απέναντι όχθη. Το έκανε συχνά αυτό, σκέφτηκε. Της άρεσαν οι λέξεις πέτρες… οι λέξεις που έχουν την αιώνια σιωπή μαζί με την αρχαία δύναμή τους. Βάρος και ευθύνη και σιγουριά και… σιωπή… 
-Σκεφτόμουν…
-Τι;
-Αυτό που μου είχες πει την πρώτη μας βραδιά…
-Ποιο απ’όλα;
-Εκείνο για τη σιωπή…
Πάγωσε… είχαν συντονιστεί… πάλι… ήταν όμορφο και ανησυχητικό μαζί. Ξαφνικά αισθάνθηκε την ανάγκη για καφέ.
-Πριν μου πεις… πάω μέσα να παραγγείλω δυο καφέδες…
-Δεν θέλω εγώ…
-Για μένα θα τους πάρω…
-Πάρε έναν διπλό…
-Ποτέ ο διπλός δεν είναι πραγματικά διπλός… 
Όταν γύρισε την βρήκε να έχει γυρίσει και να κοιτάζει τη θάλασσα. Είχε μαζέψει τα πόδια της πάνω στο τσιμεντένιο στηθαίο.
-Πιες μια γουλιά, της είπε κι εκείνη ήπιε.
-Τελικά ήθελα κι εγώ λίγο καφέ.
-Πες μου…
Πριν του μιλήσει τον κοίταξε ξανά. Ολόισια στα μάτια.
Το χρώμα τώρα είναι πάλι το κανονικό της, σκέφτηκε και κάθισε δίπλα της.
Χαμογέλασε. Ήπιε μια μικρή γουλίτσα καφέ. Όπως πάντα. 
-Είχες πει πως οι άνθρωποι περνούν όλη τους τη ζωή στη σιωπή. Κι αυτό είναι τόσο τρομερό όσο το σκεφτόμουν… σήμερα… γυρνώντας από το νοσοκομείο… ήμουν στο θείο μου, ξέρεις…
-Ναι…
-Τον παρατηρούσα… με τη θεία μου… κάτι έλεγαν… κάτι δυνατό και έκλαιγαν… σκεφτόμουν… χρειάστηκε μια οριακή στιγμή στη ζωή του ενός για να σπάσουν τη σιωπή… για να μιλήσουν ξανά… αληθινά… εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως σ’αγαπώ… πολύ… και δυνατά… και δεν άντεχα άλλο εκεί μέσα… βγήκα τρέχοντας και σου τηλεφώνησα…

Δεν της μίλησε. Άκουγε τις λέξεις να έρχονται από το μικρό της στόμα και τις υποδεχόταν με γλυκύτητα. Του άρεσαν πολύ αυτές οι στιγμές που η κάθε λέξη είχε τη δική της απόλυτη σημασία και ομορφιά… μήπως αυτό είναι αγάπη, σκέφτηκε… η κάθε λέξη της να είναι…
-Τι σκέφτεσαι πάλι; τον διέκοψε.
Συναντήθηκε ξανά με το αυστηρό της βλέμμα. Τώρα δεν είχε πίσω της τη θάλασσα αλλά ένα άσχημο τοπίο. Τέντες και τραπέζια και πλαστικές κακόγουστες καρέκλες.
-Τι σκέφτεσαι; επέμεινε. 
Ήξερε πως δεν το έκανε από ανακριτική περιέργεια αλλά επειδή είχε νιώσει μόνη. Δεν της άρεσε καθόλου αυτό και ήταν θέμα δευτερολέπτων να ξεσπάσει ο θυμός της.
-Σκεφτόμουν τον τρόπο που διαλέγεις τις λέξεις… της είπε και ήταν ειλικρινής.
Το πρόσωπό της γλύκανε και… έκλεψε ακόμη μια γουλιά από τον δεύτερο καφέ.
-Κλέφτρα… της είπε.
-Συγνώμη, του είπε ναζιάρικα και αυτό τους ξύπνησε εκείνες τις μαγικές, πρώτες τους στιγμές παιγνιδιού.
-Τσιφούτη! του αντιγύρισε συνεχίζοντας στο ίδιο κοριτσίστικο ύφος.
-Και μάλιστα γερο-τσιφούτης, συμπλήρωσε σοβαρά εκείνος.
Και μετά σιωπή. Η αναβίωση παλαιών και θρυλικών στιγμών μόλις είχε ξοδέψει τα καύσιμά της.
Αποφάσισε να μιλήσει πρώτα εκείνη. Αυτό ήταν ένα από τα συμπτώματα της αλλαγής τους. Κάποτε την αμήχανη σιωπή ανάμεσά τους την διέκοπτε πρώτα εκείνος. 
Κάποτε, σκέφτηκε μελαγχολικά, δεν υπήρχε αμήχανη σιωπή ανάμεσά τους…
-Είμαστε λοιπόν σιωπηλοί; 
Είχε γυρίσει το κεφάλι της και δεν τον κοιτούσε. Άλλο ένα σύμπτωμα. Τι μας συμβαίνει με τον καιρό και δεν αντέχουμε ούτε το βλέμμα του άλλου; Ειδικά όταν κάνουμε μιαν ερώτηση που ξέρουμε κιόλας την απάντηση;
-Ναι, της απάντησε σταθερά και αυτό την αιφνιδίασε κάπως. 
Γύρισε και τον κοίταξε. Το νάζι και η παιγνιώδης διάθεση είχαν εξαφανιστεί. Είχε σκληρότητα και εισαγγελική αυστηρότητα το νέο της βλέμμα. Δεν τον πτόησε. Σχεδόν το περίμενε. Ήταν κι αυτό ένα ακόμη σύμπτωμα.
Η αρρώστια είχε προχωρήσει.
-Ναι; Τόσο απλά;
-Τόσο, της είπε και ρούφηξε με θόρυβο την τελευταία γουλιά καφέ.
-Κλείνεσαι πάλι…, απάντησε εκείνη κι ετοιμάστηκε να σηκωθεί.

Ήξερε τη συνέχεια. Θα περπατούσε για λίγο μόνη, θα την ακολουθούσε σιωπηλός, θα γυρνούσαν σπίτι, δεν θα έτρωγαν τίποτα, δεν θα έκαναν έρωτα, θα έπεφταν για ύπνο.
Δεν θα της έλεγε παραμύθι στην αγκαλιά του.
Ήξερε τη συνέχεια.
Κι αποφάσισε να την αλλάξει.
 
-Μη σηκωθείς. Μη φύγεις. Δεν κλείνομαι… είπε με φωνή που πάσχιζε να μην σπάσει.
-Κλείνεσαι… επανέλαβε εκείνη πιο δυνατά.
-Πάντα ήμουν κλειστός, είπε δυνατά κι εκείνος.
-‘Κρυπτικός’… έτσι είχες γράψει κάπου… σε κείνο το φθαρμένο μπλοκάκι σου με τις σημειώσεις…
-‘Τις σημειώσεις του δρόμου’, αναπόλησε εκείνος. Το έχεις κρατήσει;
-Φυσικά! Εσύ τα μεταφέρεις στον κωλο-κειμενογράφο σου στον υπολογιστή κι εγώ τα κρατάω όπως ήταν, στο χαρτάκι…
Άλλη μια λέξη – πέτρα. Κωλο-κειμενογράφος… του την πέταξε στο πρόσωπο σαν βότσαλο για να πονέσει. 
Άλλα βέβαια, πονούσαν πιο πολύ. 
-Ναι, κρυπτικός… αυτό σου άρεσε τότε…, της είπε και ήταν λάθος. Όταν βάζεις το ‘τότε’ στο παιχνίδι σημαίνει πως το ‘τώρα’ έχει χάσει το παιχνίδι.

Στο διάβολο τα παιχνίδια με τις λέξεις…
-Τότε δεν κλεινόσουν, απάντησε ήρεμα εκείνη και δεν σηκώθηκε. 
Τον χάιδεψε στο μάγουλο με τον τρόπο που τον έκανε να ανατριχιάζει.
-Ξέρω τι θα πεις.
-Δεν ξέρεις.
-Ξέρω… θα πεις ότι ανοίχτηκα για λίγο επειδή σε ερωτεύτηκα και τώρα που σε ξε-ερωτεύτηκα κλείνομαι πάλι.
-Γυρνάς στη σπηλιά σου…
-Όχι, όχι πάλι η σπηλιά… διαμαρτυρήθηκε εκείνος και της φίλησε απαλά το χέρι. Το δέρμα της ήταν δροσερό. Η αίσθηση όμορφη.
-Εσύ μου την είχες αναφέρει κι αυτή. Εγώ δεν φταίω σε τίποτα… εγώ απλώς ερωτεύτηκα έναν…
-Σπηλαιώτη…
-Χα, ναι! 
Γέλασε εγκάρδια, σπάνιο και πολύτιμο βίωμα και τον πλημμύρισε ευεργετικά.
-Θα το πω κι ας είναι κλισέ. Όταν γελάς είσαι μαγική.
-Να το λες πιο συχνά και ας είναι κλισέ ποιητή μου!, του είπε ζεστά και τον έσπρωξε στο στηθαίο.

Η κίνησή της τον αιφνιδίασε. Ξάπλωσε πίσω και στριμώχτηκε να την υποδεχθεί δίπλα του. 
-Να κάνουμε έρωτα εδώ. Γίνεται;, τον ρώτησε απαλά και τα μάτια της γυάλιζαν.
-Δεν γίνεται…, της απάντησε χαμογελώντας. Πάμε στην αμμουδιά, στην παραλία.
-Είναι νωρίς… έχει κόσμο, απάντησε εκείνη και έβαλε την παλάμη της ανάμεσα στα πόδια του.
-Μμμ… αυτός δεν κλείνεται…, του είπε.
Η μαγεία δεν κράτησε πολύ. Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και σηκώθηκε. Κάθισε ξανά όπως πριν. Τη μιμήθηκε απρόθυμα.
Σιωπή και πάλι… 
-Δεν θέλω να γυρίσουμε σπίτι…, είπε τώρα εκείνος. Το εννοούσε.

Δεν του απάντησε. Ήξερε γιατί. Δεν τόλμησε να την ενοχλήσει. Έκλαιγε.
Είχε φανταστεί πολλές φορές τη σκηνή του χωρισμού τους. Τη λέξη όμως δεν θα τολμούσε να την πρωτοψελλίσει εκείνος.
Απ’τις λέξεις πέτρες αυτή δεν θα την άντεχε…
Την περίμενε να ηρεμήσει. Κοιτούσε τον ήλιο στο βάθος που βουτούσε πίσω απ’το βουνό και αισθάνθηκε ρίγος με την αναλογία στη σχέση τους.

Το σκοτάδι ερχόταν…

***

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Αίσακος


Περνάγαμε το κλαδί της μυρτιάς
από τον ένα σύντροφο στον άλλο
τούτος ο νεκρόδειπνος
έχει το μεγαλείο της σιωπής
και της σιγής το φως
Ο ήρωας που κείται στο βελούδο της γης
μας περιμένει…

Περνάγαμε το πένθιμο κλαδί
από χέρι σε χέρι
λέγαμε δυο κουβέντες κι ύστερα δάκρυα
υμνούσαμε το Μέγα Σχίσμα
που τους θνητούς ποτέ δεν λησμονεί
αλλά και τον αιώνιο παλμό της δρόσινης ζωής
που δραπετεύει από τα Τάρταρα
και μας ποτίζει
για λίγο έστω
με συλλαβές βροχής

Το κλαδί έμεινε κάποτε μονάχο
ορφανό από ψελλίσματα ανθρώπων
που στέκουν τώρα βουβοί
δίπλα στο σιωπηλό πολεμιστή

Έρχεται η αυγή αδελφέ μου
και μεθυσμένους θα μας βρει
να ξέρεις
όχι από πόνο
αλλά από δριμιά κατάφαση Έρωτα
και δάφοινη φωτιά ψυχής

να ορμήξουμε εκεί
που το αιώνιο σε παίρνει απ’το στήθος

και σε αθανατίζει…



Δεκ 2011

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Νυχτοβάτης


Νυχτοβάτης



Ο Νυχτοβάτης κοιτούσε το γυμνό του είδωλο στο μεγάλο, όρθιο, οβάλ καθρέφτη.
Για πολλή ώρα έμεινε ανέκφραστος.
Για κάποιον παράξενο λόγο, ήξερε ότι ερχόταν η στιγμή που το είδωλο θα συνομιλούσε μαζί του.
Για κάποιον άλλο παράξενο λόγο, ήταν έτοιμος γι’αυτή τη συνομιλία.
Κι έτσι, δεν τον πτόησαν οι αμείλικτοι αιφνιδιασμοί.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον πρώτο όταν αντίκρισε το πρόσωπό του. Δεν εμφανιζόταν ολόκληρο. Σχεδόν το μισό έλειπε. Μισό πρόσωπο δεν σημαίνει μισή ύπαρξη, σκέφτηκε, σημαίνει διπλός μόχθος για να χτίσεις την επάρκεια της ψευδαίσθησης.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει το δεύτερο όταν διέκρινε τα έντονα, σκούρα σημάδια στο ένα του χέρι, λίγο πάνω από τον αφαλό και στα πόδια του. Ήταν πλατιές, γκρίζες κηλίδες.
Ανασαίνουν, σκέφτηκε και τον ρίγησε η λέξη που δεν τόλμησε να γίνει ήχος.

Κι ύστερα αντίκρισε τον τρίτο, τον ισχυρότερο αιφνιδιασμό.
Το είδωλό του… παλλόταν… έτρεμε… σα να ήταν μια παράξενη ολογραμμική προβολή και όχι η πιστή αποτύπωσή του. Σα να επρόκειτο για μια φασματική εικόνα χαμηλής ενέργειας που πάλευε να κρατηθεί, να μην σβήσει, να παραμείνει ζωντανή…
Πεθαίνω, σκέφτηκε ξανά και τούτη η τρομερή λέξη δεν είχε κανένα βάρος, καμιά θλίψη, κανένα συναισθηματικό περιεχόμενο. Ήταν μια απλή, καθαρή, σχεδόν κλινική διάγνωση.

Σήκωσε το αριστερό του χέρι και παρακολουθούσε να επαναλαμβάνει τη κίνηση το είδωλό του. Χάιδεψε το λαιμό του και το στήθος του. Και τότε το είδε για πρώτη φορά. Το είδωλό του πονούσε. Το απαλό αυτό ταξίδι στο σώμα προκάλεσε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας στο τεμαχισμένο πρόσωπο του ειδώλου του. Μπορούσε να το δει καθαρά. Το φάσμα του πονούσε και αυτόματα έριξε ξανά το χέρι του κάτω.
Επανέλαβε το ίδιο μετά με το άλλο του χέρι. Το έφερε πάνω από το σημείο των γεννητικών του οργάνων. Όταν τα άγγιξε ο ίδιος μορφασμός ζωγραφίστηκε στο μισό πρόσωπο.
Το είδωλό του τρεμόπαιξε έντονα. Για μια στιγμή μάλιστα, ήταν σίγουρος γι’αυτό, χάθηκε εντελώς… πέρασε μια άπειρη στιγμή ώσπου να το ξαναδεί να αχνοσχηματίζεται εκ νέου στον καθρέφτη εμπρός του.

Μικραίνω… μικραίνω όλο και πιο πολύ… μονολόγησε μελαγχολικά και για πρώτη φορά επέτρεψε τη φωνή του να ηχήσει στο δωμάτιο. Εκείνο που είναι να αυξηθεί πρέπει να ανθίσει… εκείνο που είναι να συρρικνωθεί πρέπει να εκλείψει… είπε ξανά και ύστερα σίγησε.

Ο Νυχτοβάτης αισθάνθηκε μια παρουσία δίπλα του. Ήταν ο αδελφός του, ένας λευκός θηριώδης λύκος που κάθε πανσέληνο τον επισκεπτόταν για λίγες ώρες ως το ξημέρωμα. Ο λύκος ανάσαινε αργά και τον πλησίασε με προσοχή. Μετά κούρνιασε στα πόδια του.
Μονομιάς το είδωλο του Νυχτοβάτη σταθεροποιήθηκε. Έγινε ανάγλυφο, ζωηρό ακόμα και λαμπερό.
Αδελφέ μου!, είπε τρυφερά ο Νυχτοβάτης και άγγιξε τον λύκο μονάχα με την απαλή φωνή του.

Δεν έχω συνείδηση της ύπαρξής μου… άρχισε να μονολογεί πάλι και το είδωλό του παλλόταν ανάλογα με την ένταση της φωνής του. Ποτέ δεν επέτρεψα τούτη την πολυτέλεια στον εαυτό μου. Συνείδηση της ύπαρξης σημαίνει να μπορείς να ορίσεις τα πράγματα μονάχα από το εσωτερικό τους φως… είπε ξανά και χάιδεψε απαλά για πρώτη φορά με το χέρι του το όμορφο ζώο. Ένιωσε την ζεστή του ανάσα στο χέρι του και χαμογέλασε. Ήταν ένα αλλόκοτο χαμόγελο. Και δεν είδε το μισό του πρόσωπο στον καθρέφτη. Εκείνο δεν χαμογελούσε.

Δεν μας αγάπησε ο ήλιος αδελφέ μου… εμείς ήπιαμε γάλα απ’τα μαστάρια της Νύχτας, είχαμε μάνα την ασημένια Πανσέληνο και ορφανοί από πατέρα πορευτήκαμε ως τα τώρα… δεν μας αγκάλιασε κανένα φως εμάς, δεν μας έθρεψε η ζέση του καλοκαιριού, δεν μας νανούρισε η ραθυμία του μεσημεριού… κι όμως… φιλοξενούμε ένα ολόκληρο κόσμο… και δεν νιώσαμε ποτέ την ορφάνια… συνέχισε να μονολογεί ο Νυχτοβάτης και τα σημάδια στο είδωλό του μεγάλωναν… γίνονταν μελανές νησίδες στο ευαίσθητο, χλωμό του σώμα.

Ο μεγάλος λύκος όρθωσε το σώμα του και γρύλλισε.

Το ξέρω, ξημερώνει. Θα πρέπει να φύγεις… πήγαινε στην απλωσιά Της αδελφέ μου, ξεκουράσου στην αρχαία αγκαλιά Της… για μένα στερεώνεται η μόνη αλήθεια λεπτό το λεπτό… σ’ευχαριστώ… είπε και αισθάνθηκε έναν λυγμό να αναδύεται απ’τα σωθικά του και να του κλείνει το λαιμό.
Το πανέμορφο ζώο χαϊδεύτηκε για μια στιγμή στο σώμα του Νυχτοβάτη, σήκωσε το βλέμμα του αιχμαλωτίζοντας την αιωνιότητα της στιγμής στα μάτια του και μετά, ήρεμα και θλιμμένα αποχώρησε.

Τα σημάδια ολοένα και μεγάλωναν. Τώρα πια είχαν απλωθεί παντού. Το είδωλο άρχισε να τρεμοπαίζει πιο έντονα. Ο καθρέφτης έμοιαζε με την επιφάνεια μιας ρυτιδιασμένης λίμνης. Ο Νυχτοβάτης δεν μπορούσε να διακρίνει το είδωλό του.

Πονούσε.
Φοβόταν.
Έκλεισε τα μάτια του και ονειρεύτηκε την γέννησή του. Ονειρεύτηκε τη Νύχτα, τους αστερισμούς, τις τροχιές των κομητών, τα αλυχτίσματα των αδελφών του στα μεγάλα δάση, τις ξάστερες βραδιές κάτω απ’το στερέωμα, τη γεύση των ποταμιών και το τραγούδισμα του νερού όπως κυλούσε.

Δάκρυσε.
Τα μέλη του μούδιαζαν.
Ο χρόνος κάλπαζε ξέφρενα.
Οι ανάσες του, ακριβότερες από ποτέ, χύνονταν μια μια στο κατώφλι της αυγής…

Έρχομαι Μάνα… μπόρεσε να ψελλίσει και όλο του το κορμί αντιλάλησε βουβά το σπαραγμό του.

Το τελευταίο που αντίκρισε στον καθρέφτη όταν άνοιξε για ύστατη φορά τα μάτια του, ήταν μια λευκή, μικρή κουκουβάγια που άνοιγε τα φτερά της κι ετοιμαζόταν να πετάξει στην ελευθερία…

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Ο νους βολεύεται... μα η καρδιά αγριεύει...



«… Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει. μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;

Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία.

Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να ΄ταν να μπορούσε η καρδιά μου!...»


Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016


Ξένε
με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ' άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις εν' άστρο κόκκινο μεσ' το κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χαθήκαν
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χαθήκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μεσ' την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλι
αν τ' αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

Μίλτος Σαχτούρης