Τρίτη 20 Μαΐου 2014

χέρια άρνησης του θανάτου...



Κάθε φορά, ο παππούς μάς υποδεχόταν φορώντας ‘τα καλά του’. Καθόμασταν στις ίδιες θέσεις, λέγαμε, στην αρχή, περίπου τα ίδια λόγια, είχαμε, πάνω κάτω, παρόμοια συναισθήματα. Κάποτε κάποτε, δυσφορούσαμε, διαμαρτυρόμασταν… σιωπηλά όμως… ή έστω με μορφασμούς, με νοήματα, όταν ο παππούς χανόταν για λίγο στο εσωτερικό του σπιτιού … ο αδερφός μου ίσως λίγο περισσότερο… εγώ εύρισκα κάποιες ‘εξόδους’… ήταν η απίστευτη συλλογή του παππού από παλιά περιοδικά… δεκάδες τεύχη από διάφορα περιοδικά με ‘νέα’ του στυλ ‘εθριάμβευσεν ο πρωταθλητής μας εις τους Βαλκανικούς αγώνας’, ή ‘επίσκεψις του βασιλικού ζεύγους εις Λονδίνον’… ήταν ότι παρατηρούσα κάποιες παλιές φωτογραφίες πάνω στο τραπεζάκι… αργότερα ήταν ο ίδιος ο παππούς που παρατηρούσα… οι κινήσεις του… κυρίως τα χέρια του… ίσως εκεί να πρωτοσκέφτηκα, παιδάκι ακόμα, ότι ο άνθρωπος είναι τα χέρια του… γιατί ο παππούς ήταν πραγματικά τα χέρια του… όχι μονάχα από μικρό παιδί μ’αυτά τα χέρια έβγαζε το ψωμί του, δημιουργούσε, έφτιαχνε στο ξύλο υπέροχα πράγματα, αλλά εξακολουθούσαν αυτά τα χέρια να του υπενθυμίζουν τη ζωή… πως είναι ζωντανός, μοναχικός πια, μετά τη φυγή εκείνης αλλά ζωντανός… και ακόμη… στη χειραψία του… δεν ξέρω αν συνάντησα ποτέ άνθρωπο με πιο ‘αποφασιστική’ χειραψία…
Ο πατέρας, μας έλεγε πως ο παππούς ήταν από τους πιο δυνατούς άντρες στη Λεύκα… καμιά φορά, όταν ερχόταν στο μαγαζί κάποιος αμαξάς για να επισκευάσει έναν τροχό, αναμετριόταν με τον παππού στο ‘λύγισμα’ του στεφανιού, μιας μεγάλης μεταλλικής λάμας που σαν δαχτυλίδι έντυνε τα μεγάλα βαρέλια. Σχεδόν κανείς δεν μπορούσε να του παραβγεί…
Σε μια άλλη ιστορία από τη θεία μου, που κάθε φορά ζητούσα να έχει και περισσότερες λεπτομέρειες, όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον Πειραιά, ο παππούς έσπευσε να κλείσει το μικρό του εργοστάσιο. Δεν ήθελε να εργάζεται πια. Ένας αξιωματικός τον πρόλαβε. Εμφανίστηκε στην είσοδο του μαγαζιού και του ζήτησε να συνεργαστεί με το στρατό για να παρέχει ξύλινα εργαλεία και ό,τι άλλο χρειάζονταν οι δυνάμεις κατοχής. Ο παππούς πήρε ένα πολύ χοντρό κομμάτι ξύλο και το έσπασε στα δυο. Το ένα το πέταξε προς την κατεύθυνση της θάλασσας και το άλλο πίσω από το μαγαζί. Ο αξιωματικός τον κοιτούσε με ένα ύφος απορίας. Δεν του είπε τίποτα. Απλά γύρισε και έφυγε. Μέχρι το τέλος της κατοχής, ο παππούς, από εύπορος επιχειρηματίας της εποχής και αφεντικό στη δουλειά του, έκανε μεροκάματα από δω κι από κεί. Και με κείνα τα θαυματουργά του χέρια, κατάφερε να μην πεινάσει η οικογένειά του.

Προς το τέλος, είχα αρχίσει να τον παρατηρώ περισσότερο. Δεν ήταν μονάχα τα χέρια ‘εργαλεία’ που μου έκαναν εντύπωση. Νομίζω, πως εκείνα τα χέρια, απορροφούσαν όλη τη μελαγχολία και τη θλίψη του από την ώρα που έμεινε μόνος, δίχως την σύντροφο όλης της ζωής του που υπεραγαπούσε.
Δεν ήταν χέρια πολέμου αυτά, ήταν χέρια τρυφερότητας, χέρια δυνατής καρδιάς…
Και ήταν χέρια άρνησης του θανάτου… κάθε φορά που με χτυπούσε στον ώμο και μετά με φιλούσε για τον αποχαιρετισμό, οι δονήσεις του μιλούσαν, φώναζαν σχεδόν…

Είναι περίεργο που σήμερα, με δυσκολία θυμάμαι το πρόσωπό του και με τόση ευκολία τα ροζιασμένα, δυνατά, όμορφα χέρια του… ίσως σε αυτές τις σάρκινες διαδρομές ανάμεσα από πεταχτές φλέβες και εξογκώματα, έχω φιλοτεχνήσει ένα ζωντανό και όμορφο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας…

A life in the hands

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Είμαι επισκέπτης...





δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

Ξεχάστε με στη θάλασσα

...........................


Θ. Αγγελόπουλος

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου...




… Ποτέ δεν κοίταξες μέσα σου στον εαυτό σου να δεις ποιος είσαι. Δεν γνωρίζεις καν τον τρόπο να κοιτάξεις μέσα σου. Αυτή η εικόνα που σού έφτιαξαν είναι ψεύτικη, επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να ξέρει ποιος είσαι και κανένας άλλος δεν μπορεί να σου πει ποιος είσαι. Μόνο εσύ μπορείς να βρεις ποιος είσαι, μόνο σ΄ εσένα είναι διαθέσιμη η εσωτερική σου πραγματικότητα και σε κανέναν άλλο. Μόνο εσύ μπορείς να βρίσκεσαι εκεί. Την ημέρα που θα καταλάβεις, ότι η ταυτότητά σου είναι ψεύτικη, πως είναι ένα συνοθύλευμα από γνώμες, που έχεις μαζέψει από άλλους, τότε κάτσε σιωπηλά και σκέψου ποιος είσαι. Θα εμφανιστούν πολλές ιδέες. Απλά παρατήρησε από πού έρχονται και θα μπορέσεις να βρεις την πηγή. Τα περισσότερα έρχονται απ΄ την μητέρα σου περίπου 80%, κάτι απ΄ τον πατέρα σου, κάτι απ΄ τους δασκάλους σου στο σχολείο, κάτι έρχεται απ΄ τους φίλους σου και κάτι απ΄ την κοινωνία. Παρατήρησε, τίποτα δεν έρχεται από σένα, ούτε καν το 1%. Την ημέρα που καταλαβαίνεις αυτό αρχίζεις να ψάχνεις για μία τεχνική, για μία μέθοδο, ώστε να μπορέσεις να μπεις μέσα στην ύπαρξή σου, ώστε να μπορέσεις να γνωρίσεις με ακρίβεια και ουσιαστικά ποιος είσαι στ΄ αλήθεια. Μία απ΄ αυτές τις μεθόδους είναι ο διαλογισμός.

     Ποιος ο λόγος να ρωτάς τους άλλους για σένα; Και ποιον να ρωτήσεις; Οι άλλοι είναι τόσο αδαείς, όσο είσαι κι εσύ. Δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους. Πως μπορούν λοιπόν να γνωρίσουν εσένα; Απλά δες πως λειτουργούν τα πράγματα. Έχεις εξαπατηθεί, είσαι ριγμένος, ζεις μέσα στα ψέματα. Εκείνοι που σ΄ εξαπάτησαν πιθανότατα να μην το έκαναν συνειδητά. Μπορεί να εξαπατήθηκαν κι αυτοί από άλλους. Ο πατέρας σου, η μητέρα σου, οι δάσκαλοί σου, όλοι έχουν εξαπατηθεί απ΄ τους δικούς τους. Έτσι έχουν εξαπατήσει κι εσένα. Θα κάνεις κι εσύ το ίδιο με τα δικά σου τα παιδιά;

     Σ΄ ένα καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν θα κοιμούνται όρθιοι και θα είναι στοιχειωδώς έξυπνοι και αρκετά συνειδητοί, θα διδάσκουν στο παιδί, ότι η ιδέα τής ταυτότητας που γνωρίσαμε στην εποχή μας είναι ψεύτικη: «Χρειάζεται, θα στη δώσουμε, είναι για λίγο, μέχρι ν΄ ανακαλύψεις εσύ τον εαυτό σου και το ποιος είσαι». Πρέπει να πας εσύ και να σκάψεις βαθιά μέσα σου, στην ύπαρξη.
Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου. Και όσο συντομότερα ανακαλύψεις το ποιος είσαι, τόσο το καλύτερο για σένα. Η προσωπικότητα είναι ψεύτικη, είναι δανεική· η ατομικότητα και η αυθεντικότητα είναι αληθινές. Όσο συντομότερα μπορέσεις να εγκαταλείψεις την ψεύτική σου ταυτότητα, τόσο το καλύτερο, επειδή εκείνη τη στιγμή θα γεννηθείς στ΄ αλήθεια και θα γίνεις πραγματικά αυθεντικός, αληθινός. Μόνο τότε θα γίνεις άνθρωπος…

OSHO ‘Διαλογισμός, ταξίδι στο εδώ και τώρα’

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014



Δαφοινό


Εγώ
με τα χέρια μου
θα σκάψω το χώμα που πάτησες
βαθιά
ώσπου να βρω το αίμα μου
να το αντλήσω με τα δάχτυλά μου
να μεταγγίσω στο κορμί μου
το δαφοινό του πνεύμα
να αγριέψει ο μερωμένος του αφρός
ν’αρχίσει ν’ανασαίνει πάλι…

έπεσαν όλοι οι βράχοι
απ’τον ουρανό
η Γη ανάποδα γύρισε
κάτω απ’τα πόδια μου είναι τα σύννεφα
κάτω απ’το βλέμμα μου
είναι πια το άπειρο
κρατιέται ο αιώνας
από μια κλωστή
δεν έχει αρθρώσει ο Προφήτης
τη φοβερή απειλή
που θα μαυρίσει το στερέωμα
αιχμάλωτος σύρθηκε
ως τα έγκατα της συγνώμης
δεν ήξερε
δεν μέτρησε τις ιαχές
δεν συρρικνώθηκε σε μια πρανή κηλίδα
και ποιος θυμάται
όσους αμέλησαν το Απόλυτο;

Λοιπόν
εγώ
με τα χέρια μου
με όσα δάχτυλα μάτια
μου απέμειναν
με τις φλέβες σχισμένες
και το ιχώρ της Εκάτης
να ραντίζει το χώμα
εγώ θα σκάψω
όσο βαθιά μπορώ
όσο βαθιά τολμώ
θα σε ξεθάψω
απ΄το γεωργό σου μνήμα
στη βρυαρή σου νιότη
θα σ’αναστήσω
θα σου φυσήξω ζωή
στα πνευμόνια
και θα σε περιμένω
να ψελλίσεις
το ακατανόητο
για μια στιγμή
προτού χυθείς ξανά
στο αδαμικό σου στρώμα…

ένας Απόλλωνας μικρός
μια δέσμη άκτιστου πρωινού φωτός
το πρώτο μου ποίημα
τα παιδικά μου δάκρυα

ό,τι κι αν έχω
ό,τι απέμεινε

κείνο το άγγιγμα του πρώτου ήλιου
η δαμασκηνιά αυγή του φεγγαριού
οι αδέξιες ζωγραφιές μου
το μυστικό χάδι της μητέρας μου
και οι στερνές κουβέντες του πατέρα μου

εγώ
με τα ίδια μου τα χέρια
αλήθεια στο λέω

στα φέρνω εδώ
στο αρχαίο σου δώμα
τα καταθέτω
αν είναι κάτι να’χεις δίπλα σου
η πιο ακριβή μου αλήθεια να είναι

μαζί σου
στο αιώνιο που θάλλει
και δεν υπόσχεται τίποτε…

νοε2010 



Pistas

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014



Κοπτήρες


Εσύ σακάτη
γέρο εσύ…
γείρε ν’ακούσεις
το παφλασμό του αρχαίου
αρχειοθετήθηκε για σένα
από το αβυσσαλέο σκότος
κι είχε στοργικά σκεπάσει τη δολιότητά του
το Ον εκείνο
που φοβάσαι να ονειρευτείς…

δόντια
κοπτήρες φονικούς
έχει φυτέψει στο κορμί σου
ψάξε
έχεις δυο μάτια αναδευτήρες
έχεις δυο πόδια ξύλινα
έχεις δυο χέρια πρησμένα υποσχέσεις
και ανασαίνεις το ρόγχο της αποδρομής…


Ο άνθρωπος μπροστά στο θεόρατο τοίχο…
Δεν γύρισε το βλέμμα
Δεν άπλωσε τα χέρια
Δεν έκανε τον παραμικρό μορφασμό
Είχε στυλώσει το βλέμμα του στην απόλυτα –αφύσικα- επίπεδη και γυαλιστερή επιφάνεια που ορθωνόταν μπροστά του… άπειρη σε πλάτος, άπειρη σε ύψος…
Το σώμα του ευθυτενές
Τα χέρια κολλημένα στα πόδια
Η μύτη του σε απόσταση χιλιοστών από την παράξενη αυτή όρθια επιπεδότητα…
Εδώ καλούμαι να σκεφτώ
Είπε
Εδώ καλούμαι να σταθώ…
Θα απαλλοτριώσω το χρόνο
Είπε
Και ό,τι απορρίψω ως περίττωμα
Θα είναι η βεβαιότητά μου
Πως είμαι ζωντανός

… ψάξε λεπρέ
τους σάπιους σου κοπτήρες
ψάξε τρελέ
έρχεται Εκείνο
που δεν αντέχεται η μορφή Του
έρχεται Αυτό
που δεν μετριέται στο τώρα
έρχεται όμως
και είναι αληθινό…

Δεν εμπιστεύομαι το χτύπο της καρδιάς μου
Δεν εμπιστεύομαι το βουητό στ’αυτιά μου
Δεν υπάρχω ως προς εμένα
Θέλω να υπάρχω απλά
Σα να μην έχει αυτό καμιά επίδραση στο μυαλό μου…
Χάνομαι;

...γείρε να νιώσεις
το αγριεμένο αίμα σου
θέλει να σε σκοτώσει
θέλει να σε φορτώσει ενοχές ζωής
κι έτσι
ανυποψίαστο
πως βρήκες το παιδί του ανθρώπου
και το φιλοξενείς γλυκά
στο νησί της Μέδουσας
θα σε μαχαιρώσει
και θα σκορπίσει όλες σου τις πρόστυχες ματιές
στον ωκεανό της Αφροδίτης…


Είμαι άραγε πραγματικά όρθιος;
Αν με δει κανείς διαφορετικά ίσως να μην είμαι
Ίσως απλά να έχω την ψευδαίσθηση της βαρύτητας
Τα πόδια μου μεταφέρουν το φορτίο μου στο χώμα
Το κεφάλι μου δεν πρήζεται από το αίμα
Αυτό με βεβαιώνει άραγε πως είμαι όρθιος;
Τρελαίνομαι;

Ο τοίχος είναι νεκρός
Εγώ είμαι ζωντανός
Τι άποψη άραγε να έχει επ’αυτού… ο τοίχος;
Θέλω να ξεσπάσω σε τρανταχτά γέλια
Είμαι μια κουκίδα
Μπροστά σε ένα απλωμένο επίπεδο σεντόνι
Που ξεφύτρωσε μπροστά μου από το πουθενά
Και αναρωτιέμαι…
Αν σκέφτεται…
Θέλω να πεθάνω από τα γέλια
Ίσως αυτός ο ήχος
Αυτή η δόνηση
Να τον ευαισθητοποιήσει
Και να με αφήσει να περάσω… από μέσα του…
Θέλω να διπλωθώ από τα γέλια
Είμαι σίγουρος
Είμαι σίγουρος…
Μετά από αυτό το καταραμένο πράγμα
Ακολουθούν κι άλλα…
Αμέτρητα
Αμέτρητα
Αναρίθμητα!!!
Θέλω να γεμίσω το σύμπαν από τα γέλια μου!!

… ήσουν αιδοίο
κι έγινες φαλλός
επηρμένε!

δεν σε φοβίζει το Ον
ούτε η σκιά σου
εκτάθηκες στο επίπεδο
πάνω
και κάτω
δεξιά
και αριστερά
τα χρονοκύτταρά σου
των πνευμόνων οι κυψέλες σου
έγιναν ένα με το ένα
έγιναν τίποτα στο τίποτα

χαμογελάς;
δεν σε βλέπω

πονάς;
δεν είχες το δικαίωμα…

αρνήθηκες την άρνησή σου;
κάνε με υπερήφανο!

Αν δεν υπάρχεις
πώς να σε πιω ξανά;

Μαρ2010


 The Wall
 Martin Gremm

Κυριακή 20 Απριλίου 2014





Καθόμασταν εδώ και ώρα σ'αυτό το μοναχικό παγκάκι, ο ένας ακουμπώντας στη πλάτη του άλλου και σιωπηλοί. Μου είχε πει κάποτε ότι δεν της άρεσαν οι σιωπές, ότι την έφερναν σε αμηχανία. Το καταλάβαινα αυτό. Πολλά μπορείς να πολεμήσεις, όχι όμως και τη σιωπή. Η σιωπή έχει πολεμιστές ανίκητους, αόρατους, δε σε σκοτώνει, σε αφανίζει. Δεn σε αλλάζει, σε αλλοιώνει.

            Τούτο το απόγευμα όμως της άρεσε η σιωπή και δεν ήθελε να την προσβάλλει με κανένα τρόπο. Φαίνεται ότι δεν ένιωθε απόψε αμηχανία, ή απλά, είχε χαθεί σε άλλους κόσμους. Η παρουσία μου δίπλα της θα βοηθούσε στο να αισθάνεται ότι, όταν επιστρέψει από εκεί, δε θα είναι μόνη. Σημαντικό αυτό.

            Κάποια στιγμή, γύρισε το σώμα της αλλά εγώ δεν έκανα το ίδιο. Αισθάνθηκα στη πλάτη μου τα στήθη της και ήταν μια όμορφη αίσθηση. Πέρασε τα χέρια της στη κοιλιά μου και ακούμπησε το κεφάλι της στη βάση του δικού μου. Το πιο περίεργο ήταν όταν αισθάνθηκα την ανάσα της στο σβέρκο μου. Δε ξέρω γιατί αλλά εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ξαφνικά πως ένα άλλο ον, μια ζωντανή παλλόμενη οντότητα υπήρχε δίπλα μου, με ακουμπούσε, ζούσε εκείνα τα δευτερόλεπτα συντονισμένη με μένα αλλά και τελείως αυτόνομη, ήταν μια συνειδητοποίηση που με έκανε να ανατριχιάσω. Τι στο διάβολο είναι ο νους; Στα τσακίδια οι στοχασμοί, είπα από μέσα μου και αφέθηκα να απολαμβάνω τη στιγμή.

            Οι πρώτες της λέξεις μετά από τόση ώρα ήταν αυτές που δε θα ξεχάσω ποτέ:

            "Περνάω μέσα σου τώρα, θα με υποδεχθείς;"

            Δεν έκανα την παραμικρή κίνηση, δεν είπα τίποτα, μονάχα τρόμαξα...