Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013


Χορευτές


Είμαι τυφλός
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου

έχω για μάτια δέκα δάχτυλα
και όλους του σώματος τους πόρους
ανοιχτούς
ν' απορροφώ τον κόσμο

δεν θα με πεις γυμνό
μόνο ανυπόδητο ίσως
θέλω να περπατώ στην απειρομήκη τούτη ερημιά
και να την νιώθω στο είναι μου
θέλω να περπατάει κι εκείνη μέσα
στο δικό μου απέραντο…

πάνε χρόνια
δεν θυμάμαι πόσα
που κάποια μέρα
περιπλανώμενος
η δουλειά μου είναι
έφτασα σε τούτο το Ναό
έτσι τον λέω κι ας μην είναι
χωμένος στο κόρφο του Αγνώστου
έρημο τον οσμίστηκα
να μην ανασαίνει
ούτε την αποφορά του χρόνου

δεν περιγράφεται η άφατη χαρά μου
όταν αγκάλιασα
κείνο τον χοντρό κίονα
με τις κάθετες ρυτίδες
να’ρχονται από τον ουρανό
και να μετρούν ως κάτω χαμηλά
το δέος μου
και την απαντοχή μου
έκλαιγα
σα μικρό παιδί
και αγκαλιά κοιμήθηκα κείνο το βράδυ
στη παγωνιά του Απείρου
αλλά ζεστός
στα μέσα μου
πρώτη φορά…

πέρασαν μήνες
πέρασαν λέω
χρόνια
και γύρισα τούτο τον περίπτερο ναό
ολόγυρα
μια θάλασσα από κίονες
ένας ωκεανός σκληρά ποδάρια

πιο μέσα
έλεγα
θα ρθει η στιγμή να πάω πιο μέσα
μπας κι αφουγκραστώ τα σώψυχά του
μπας και με αγγίξει η ανάσα του
κάνε το βήμα
έλεγα στον εαυτό μου
μην το φοβάσαι
το βήμα στα εντόσθιά του…

πέρασαν μήνες
λέω
και χρόνια
ποιος να μετράει το αμέτρητο
και δεν το αποφάσιζα
δειλός ο ερημίτης εαυτός μου
περίμενε την κλήση
κείνη τη μυστήρια αρχαία φωνή
που σε καλεί
που σε πέμπει
που σε ορμηνεύει…
περίμενα
γερνούσα
πέθαινα
για τούτο ζούσα…

τα πόδια μου άλλο δεν βαστούσαν
και ήρθε η ευλογημένη μέρα
που ξύπνησα σαν σε έκρηξη μιας θύελλας στο κεφάλι μου

έλα
το άκουσα ολοκάθαρα
έλα λοιπόν!

Προχώρησα
έψαξα
έβλεπαν τα κουρασμένα δάχτυλα
καλά ακόμα
το έμπα του ναού
σαν στόμα με περίμενε
ορθάνοιχτο
έστησα αυτί
άδειασα το θόρυβο από τα μέσα μου
σταμάτησα το χτύπο της καρδιάς μου
έστησα το είναι μου
και
άκουσα…

έλα
προχώρα!
και μπήκα

…με βήματα ισχνά
με πόδια βρόμικα
με τη ψυχή στο στόμα
μπήκα
και όλο το σύμπαν χόρευε γύρω μου
τούτος ο ναός
ήταν ακόμα ζωντανός!

Ένιωσα χρώματα
και μυρωδιές!
ένιωσα φωτιές
ένιωσα δίχτυα χρόνου
και ανθρώπων ιαχές
τίποτα δεν καταλάβαινα
μονάχα
τι παράξενο
τα πόδια μου αλαφρώναν
σηκώθηκαν από το πάτωμα
το σώμα μου σαν παιδιού μικρού
το ένιωσα να πλημμυρίζει ρώμη
χυνόταν μέσα μου ζωή
ζωή άγρια
με θράσος
με παφλασμό

είσαι έρωτας!
φώναξα
κι ήξερα
πρώτη μου φορά
για τι μιλούσα

τα χείλη μου
συσπάστηκαν σ’ένα μορφασμό πρωτόφαντο
που είχα ξεχάσει
χαμογελούσα
και ύστερα γελούσα
κι άρχισα να χορεύω
να στροβιλίζομαι
να πλημμυρίζω ποταμούς
στις φλέβες μου
να σκάσω πήγαινα
βούτηξα
σε χείμαρρο άστρων
και λίμνες από ασημένιες Νύχτες

οράματα από κοπέλες δροσερές
χτύπησαν τον έφηβο εαυτό μου
κι ένιωσα το μυρμήγκιασμα εκείνο
της ζωής ανάμεσα στα πόδια μου
με διαπέρασαν
καταρράκτες άπληστοι
από εικόνες
πρόσωπα
γνωστά
μα περισσότερο άγνωστα
άνθρωποι
θεοί
άγγελοι
δαίμονες

ζωές
θάνατοι
το χτες
το αύριο
το μηδέν
το ένα…

γέμιζα
ολοένα γέμιζα
χόρευα
ολοένα χόρευα…

το τελευταίο που θυμάμαι
ο δόλιος
είναι το αίμα μου
να αχνοφέγγει
να αλλάζει χρώματα
σαν Βόρειο Σέλας
και να με περιγράφει
ένα δάχτυλο
στο στερέωμα
και κάτω
στο πάτωμα
το άδειο μου κουφάρι
εγώ!

έβλεπα!

σε κλάσματα απειροστών στιγμών
σε μια φωλιά του Άχρονου
ρουφήχτηκα
σαν σκόνη στις ρωγμές των τοίχων
και έβλεπα
ξανά και ξανά
τον γέροντα εαυτό μου
στον πιο τρελό χορό
χοροπηδώντας πάνω στο περίεργο ψηφιδωτό
που στόλιζε ο αρχαίος αυτός Ναός

εμένα
και γύρω μου
χιλιάδες άνθρωποι
χορευτές ακίνητοι
ψηφίδες
κεφάλια
χαμόγελα
μάτια ορθάνοιχτα
χορευτές
όλοι μας χορευτές
κι όλοι ακίνητοι!

Είδα
και χαμογέλασα
ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός

δεν μπόρεσα να μην αναλυθώ
σε κλάματα
σε γέλια
σε κραυγές επίγνωσης!

ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός
ένας αέναος
τρελός
χορός…

Μαρ2010

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013


Το Ρόδο και ο Σταυρός

Από τον λέβητα των κοχλαζόντων θρήνων μου,
Οπου γλύκα κι αρμύρα και πίκρα έχω ρίξει˙
Οπου σαγηνευμένη μελωδία από τη γλώσσα μου μαζεύτηκε
Και όπου παράξενα φυλάκισα αρχιπέλαγα
Διαττόντων άστρων˙ όπου ορμητικό πάθος κυλά
Ως περίεργο κονίαμα˙ όπου ανάμεσα
Στο λαμπρό μωσαϊκό κινήθηκε ο άψαλτος ήχος
Της τέλειας αγάπης: εκείθε φύτρωσε το Μυστικό Ρόδο.

Τα μύρια πέταλά του θεϊκού φωτός˙
Τα φύλλα του από το πιο λαμπρό σμαράγδι˙
Η καρδιά του από ρουμπινένια φλόγα. Στη θέα του
Υψωσα την καρδιά μου στον Θεό και φώναξα:
Πώς να μαδήσω τούτο τ' όνειρο της επιθυμίας μου;
Και ιδού! Σχηματίστηκε μόνος του ο Σταυρός της Φωτιάς!


Aleister Crowley
Ο μάγος ως ποιητής
μτφρ.: Μαρία Κατσοπούλου  


Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013







ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ


Άνοιξη του ‘45

(Αποσπάσματα από ένα φανταστικό ημερολόγιο)


…Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι μας απειλούν… δυόμισι εκατομμύρια οικογένειες προσδοκούν ένα γρήγορο τέλος, ένα τέλος πάνω από τα σώματά μας, προσδοκούν το θάνατό μας. Με τα μαύρα, πεινασμένα μάτια τους, δεν μας βλέπουν ηττημένους, μας βλέπουν κιόλας νεκρούς. Γιατί εμείς τους φέραμε το Χάρο πάνω απ’τα κεφάλια τους, εμείς τους αρπάξαμε τα αγόρια απ’τα σπίτια και τα σωριάσαμε κουβάρια σε φριχτές χωματερές στο Στάλινγκραντ και στο Χάρκοβο και στο Λένινγκραντ και αλλού. Εμείς βιάσαμε τα κορίτσια τους και εμείς σπάσαμε στους τοίχους τα κεφαλάκια των μικρών παιδιών τους. Εμείς τους φέραμε το θανατικό και τη τρέλα. Και τώρα, δυόμισι εκατομμύρια Ρωσομογγόλοι αφιονισμένοι, αγριεμένοι και γεμάτοι εκδίκηση, περιμένουν ένα σήμα για να διαβούν τον ποταμό Όντερ και να μας πνίξουν στο αίμα μας…
…Τούτη η Άνοιξη δεν μοιάζει με καμιά άλλη…
…Μας λένε να μην φοβόμαστε, μας λένε ότι το Ράιχ δεν πέθανε, είναι ανίκητο, δεν θα λυγίσει ποτέ κάτω από τις βρομερές ερπύστριες των πεινασμένων Ρώσων. Μας λένε πως ο Φύρερ δεν θα μας εγκαταλείψει, πως ετοιμάζει τα μυστικά του όπλα και θα συντρίψει τον Ζούκοφ και τον Κόνιεφ και τους Αμερικανούς που κοντοζυγώνουν στην πρωτεύουσα. Μας λένε να μην φοβόμαστε γιατί ο Φύρερ υποσχέθηκε ένα ένδοξο μέλλον για τα παιδιά μας και ως σήμερα τις κράτησε όλες τις υποσχέσεις του…
…Μέχρι προχτές μας βομβάρδιζαν οι Σύμμαχοι. Τώρα μας λιώνουν και οι Σοβιετικοί. Πόσο θα αντέξουμε; Όμορφο Βερολίνο, μοιάζεις πια με ένα κακάσχημο φάντασμα και δεν γοητεύεις κανέναν. Μακάρι να μην σε είχε δει κανείς στις δόξες σου…
…Τέλη Απρίλη. Αύριο, μεθαύριο θα δούμε κι εμείς τα φοβερά Ρώσικα τανκς. Μα δεν με απασχολεί πια τίποτε άλλο εκτός από την πείνα. Είδα την Ματίλντε σήμερα τουμπανιασμένη στο δρόμο. Με δυσκολία τη γνώρισα έτσι όπως είχε παραμορφωθεί. Η Μάτι… που ήταν η πιο ροδαλή στη γειτονιά κι όταν ο πατέρας της έκανε την γιορτή των αρραβώνων της με τον Κουρτ που υπηρετούσε στα τανκς του Γκουντέριαν, όλοι της έλεγαν να χάσει κανένα κιλό για να είναι πιο όμορφη. Και πέθανε από την πείνα. Κατέρρευσε ξαφνικά στη μέση του δρόμου και δεν την μάζεψε κανείς. Μα κι εγώ δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ. Μακάρι να φύγω στον ύπνο μου, όσο μπορεί να κοιμηθεί κανείς δηλαδή μέσα στους βομβαρδισμούς…
…Είμαι η Μαρία Νόισλερ, του Φράντς και της Ελένα, να το επαναλαμβάνω συνέχεια, να μην ξεχάσω ποια είμαι, είμαι η Μαρία Νόισλερ, 20 ετών, κόρη του Συνταγματάρχη Φραντς Νόισλερ που χάθηκε στο Στάλινγκραντ μαζί με την 6η Στρατιά του Πάουλους και της Ελένα Νόισλερ που χάθηκε στο Κένινγκσμπεργκ όταν μπήκαν οι Ρώσοι και κανείς δεν ξέρει που είναι… αχ, μητέρα που να βρίσκεσαι κι εσύ…
…Μέσα στις τρομερές παραισθήσεις που έχω από την εξάντληση, μου ήρθε στο σπίτι και ο μικρός Ράινερ, ο γιος του Ταγματάρχη Ρος. Μου ζήτησε να τον κρύψω γιατί τον κυνηγούν από την Διοίκηση επειδή τον βρήκαν να κρύβεται σε κάτι χαλάσματα στην Βίλχελμστράσσε. Τι ζητούν από ένα 15χρονο παιδί; Να γίνει ολοκαύτωμα για το παραλήρημά τους; Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν τελειώσει. Ευτυχώς ο μικρός μου έφερε λίγο ψωμί και ζάχαρη και θα συνέλθω. Αποφάσισα να τον κρατήσω στο σπίτι. Οι Ρος ήταν φίλοι του πατέρα. Κι ό,τι γίνει. Άλλωστε, δεν με ενδιαφέρει πια…Τίποτα δεν μ’ενδιαφέρει πια… Με δυσκολία γράφω και τούτες τις γραμμές. Για ποιον άραγε;…
…Τρία κτήνη βίασαν την κυρία Βέρνερ, του 3ου πατώματος. Μπροστά στο παιδί της. Κι ύστερα της έχωσαν μέσα της μια μολότωφ και την έκαψαν ζωντανή, γελώντας απαίσια. Κτήνη, βάρβαρα γουρούνια! Όλες οι γυναίκες βάζουν κάρβουνο στο πρόσωπο και μαντήλια στα κεφάλια τους για να μην δίνουν στόχο στα μεθυσμένα ανθρωποειδή του Στάλιν αλλά δεν μπορεί τίποτα να σε φυλάξει από το κακό. Ώστε αυτά που ακούγαμε για το Κένινγκσπεργκ είναι αληθινά. Θεέ μου, ας μην δείξει ο διάβολος την δική μου πόρτα στα κτήνη αυτά…
          …Ο μικρός Ρος είναι θησαυρός. Έκλεψε από τους Ρώσους λαρδί και ψωμί και λίγες σοκολάτες και αρχίζω να ελπίζω πως θα τα καταφέρουμε. Μάθαμε ότι ο Φύρερ έδωσε τέλος στη ζωή του μαζί με την Εύα Μπράουν, στο Φύρερμπούνκερ. Μετά τους έκαψαν στον κήπο της Καγκελαρίας. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Κανείς δεν δίνει πια σημασία σε όσα λένε από δω κι από κει. Ίσως να είναι ψέματα. Ο κος Μέλτερ, ο συγγραφέας, μου είπε πως είναι αδύνατον ένα ανθρωπάκι όπως ο Χίτλερ να βρήκε το κουράγιο να αυτοκτονήσει. Σίγουρα το έσκασε μαζί με το χρυσάφι των Εβραίων και θα ζήσει ζωή χαρισάμενη σε κάποια άλλη ήπειρο, μακριά από όλους και απ’όλα. Και δεν θα τον βρούμε ποτέ. Ίσως μάλιστα να είναι σχέδιο των Εγγλέζων και του Τρούμαν. Δεν ξέρω τι είναι αλήθεια και τι ψέματα. Το μόνο που ελπίζω είναι να σταματήσουν οι βόμβες και οι οβίδες να σκάνε στα κεφάλια μας. Να συνθηκολογήσουμε, επιτέλους, να συνθηκολογήσουμε…
           …Έχω φτάσει πια στα όριά μου. Δεν αντέχω άλλο, με δυσκολία περπατάω. Ο μικρός Ρος εξαφανίστηκε, μαζί και η λίγη τροφή που μας εξασφάλιζε. Το απόγευμα χτύπησαν την πόρτα, δεν ξέρω ποιοι ήταν, δεν επέμειναν. Ίσως να ήταν Ρώσοι που ψάχνουν για κρυμμένους στρατιώτες. Ήμουν ξαπλωμένη, δεν σηκώνομαι για κανέναν λόγο πια. Το ξέρω πως θα πεθάνω εδώ, σ’αυτό το κρεβάτι, το κρεβάτι που κάποτε κοίμιζε τον αδελφό μου πριν χαθεί σε κάποιο σκοτεινό βυθό στα υποβρύχια. Είναι πιο ωραία εδώ από το δικό μου δωμάτιο που έχει μισογκρεμιστεί. Τίποτε δεν έχει μείνει πια από το σπίτι. Κι αν ζήσω ακόμα δεν θα έχω τίποτα να περιμένω. Καλύτερα να πεθάνω. Πάνω στο κρεβάτι αυτό…
          …Και ξαφνικά τόση ησυχία…
…Ακούω από τα μεγάφωνα τις φωνές σαν να είναι μέσα σε σπηλιά… Να παραδοθούν όσοι ακόμη πολεμούν, συνθηκολογήσαμε, περιορισμοί στην κυκλοφορία. Δεν θα υπάρξουν άλλοι βομβαρδισμοί. Μαρία Νόισλερ, είσαι τυχερή, είσαι ζωντανή! Κι όμως, δεν γλίτωσες…
…Οι τελευταίες μου σκέψεις είναι για τον Τόνι, τον καλό μου γαλανομάτη αγαπημένο των εφηβικών μου χρόνων στην Φρανκφούρτη, στο σπίτι της γιαγιάς Έλσας… Θέλω να χαθώ μέσα στο μεγάλο, φωτεινό του χαμόγελο καθώς με κοιτούσε, με αγκάλιαζε και με φιλούσε. ‘Μαρία θα σε παντρευτώ μια μέρα’, μου έλεγε και τον κορόιδευα. Δεν πρόλαβες Τόνι, χάθηκες κι εσύ στον Βόλγα κάποιο πρωινό από μια σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή που διαπέρασε το κράνος σου και σε άφησε στο τόπο… Ούτε κι εγώ πρόλαβα Τόνι. Δεν με βρήκε η σφαίρα κανενός Ρώσου, με νίκησε η πείνα και οι αρρώστιες...νικήθηκα κι εγώ, έπεσα όπως το Βερολίνο...
...χαλάσματα κι ερείπια κι εγώ…
…Αντίο…



Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Βουλιάζοντας μέσα σου




Το μέρος όπου θα πεθάνω
Το αγγίζω ψηλαφητά με το νου,
Είναι ένα σώμα γυναικείο,
Αλειμμένο με αρωματικό λάδι.
Είναι μια πλάτη απαλή με καμπύλες
Που τραβάν προς τα κάτω
Κι ενώνονται και τέμνονται,
Μπερδεύονται σε ένα κύκλο ζωής.
Αυτό άλλωστε έκανα από πάντα,
Άγγιζα την όψη του θανάτου,
Πάλευα να καταλάβω
Χωρίς να βλέπω τα χαρακτηριστικά του.
Νόμιζα διάφορα, νόμιζα θάλασσες,
Περίεργες λίμνες και βουνά,
Σεληνιακά τοπία βυθισμένα στη φαντασία.
Αλλά είναι γυναίκα,
Είναι η πλάτη μιας γυναίκας
Κι όσο κοντοζυγώνει ο καιρός να φύγω
Τόσο γίνεται ο χρόνος μια βεβαιότητα,
Ένα βαρίδι γκριζωπό που με τραβάει
Προς τα κάτω,
Προς το σκοτάδι,
Εκεί που όλα τέμνονται,
Εκεί που όλες οι καμπύλες τελειώνουν.


Ηλίας Δεσύλλας

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

να γυρίσουμε στα πρωτογενή ερωτήματα



Με κοίταξε στα μάτια και είπε
…δεν μπορούσα ποτέ να κατέχω… να έχω τίποτε… από παιδί… δεν ήθελα να διαχειρίζομαι… να είμαι εγώ υπεύθυνος για οτιδήποτε… μα, ακόμα κι αν ήθελα, δεν μπορούσα… ήμουν ανίκανος να κατέχω… ήθελα μόνο να βιώνω… δεν ήξερα τότε τι σημαίνει να βιώνει κανείς μια στιγμή, ένα πάθος, ένα τραύμα, μια γέννηση ή ένα θάνατο… ούτε και σήμερα ξέρω τα όρια των λέξεων και των εννοιών τους… ξέρω μονάχα πως δόθηκα ολόψυχα στο να βιώνω…
…κι όταν κανείς θέλει να αρμέγει άπειρο από το Άπειρο, δεν έχει ενέργεια, δεν έχει νου, δεν έχει χρόνο για να κατέχει το παραμικρό…

Με κοίταξε στα μάτια και είπε
…πρέπει να γυρίσουμε στα πρωτογενή ερωτήματα αγαπημένε μου… οφείλουμε να επιστρέψουμε σε εκείνα που ποδοπατήσαμε και σύραμε μαζί μας όπως κάνει η χελώνα με το φαγητό της… να επιστρέψουμε στα πρωτεϊκά σύμπαντα των στοιχείων πριν αυτά γίνουν συνθέσεις, σύμπλοκα και κρύσταλλοι… πριν σκοτώσω είχα τα χέρια μου άδεια, πριν τρέξει το αίμα είχα τον ορίζοντα καθαρό, πριν δω τον Άβελ να σωριάζεται, κρατούσα το όπλο, πριν σταυρώσω τον αδελφό μου, πήγαμε μαζί μια βόλτα σε έναν ελαιώνα… καταλαβαίνεις;
…να γυρίσουμε στα αφελή ερωτήματα που έχουμε ‘απαντήσει’, που βιαστήκαμε –από ποιον και γιατί; - να κλείσουμε, να ξεμπερδεύουμε μαζί τους… έχω σκέψεις, έχω συναισθήματα, φοβάμαι, οργίζομαι, ερωτεύομαι, ονειρεύομαι, είμαι μόνος… μόνος είμαι… ό,τι κι αν κάνω, όπου κι αν πάω… πριν φύγω όμως θέλω ένα καθαρό βλέμμα, ένα όμορφο πρωινό χωρίς εκκρεμότητες, ένα χάδι χωρίς προσδοκίες, έναν έρωτα χωρίς το αίμα της εκδίκησης, ένα απόγευμα χωρίς τον εφιάλτη της νύχτας…
…γύρισέ με στα πρώτα ερωτήματα αδελφέ μου…

Με κοίταξε στα μάτια και είπε
… τι σημασία έχουν όλα αν σε όλα έχουμε εμείς την μέγιστη σημασία; Έξω από μας υπάρχει ένα ολόκληρο στερέωμα δυνατοτήτων… τι σημασία έχει αν νοηματοδοτείς εσύ αδελφέ μου τον κόσμο μέσα από τον ουρανό κι εγώ από τη γη… στο ενδιάμεσο της μικρο-ύπαρξης γεννιούνται και πεθαίνουν όλα…
…έρχονται μέρες που θα σε αναζητήσω και δεν θα υπάρχεις…
…με συγχωρείς που τόσες φορές με αναζήτησες εσύ και η φωνή σου έμεινε μετέωρη…

…ίσως να σε άκουγα και φοβόμουν να απαντήσω…

Μαι2011

“Checkmate”
sur

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

José Emilio Pacheco



Κατοχή
-Σε έκανα δική μου- 
Είπα στο βρόχινο νερό.
Και το νερό
Γέλασε μαζί μου
Και μου γλίστησε από τα δάχτυλα.

Η νύχτα
Είναι μάταιο να πιστεύουμε ότι είμαστε παιδιά του Ηλιου:
Oλοι έχουμε πολύ μέσα μας τη Νύχτα.

Παιδιά και μεγάλοι
Στα δέκα πίστευα
ότι η γη ήταν των μεγάλων.
Μπορούσαν να κάνουν έρωτα, να καπνίσουν, να πιουν στο κέφι τους,
να πάνε όπου θέλουν.
Κυρίως, να μας συνθλίψουν με την αδάμαστη δύναμή τους.
Τώρα ξέρω από μεγάλη πείρα τον κοινό λόγο:
στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μεγάλοι,
μόνο γερασμένα παιδιά.
Θέλουν αυτό που δεν έχουν:
το παιχνίδι του άλλου.
Φοβούνται τα πάντα.
Υπακούουν πάντα σε κάποιον.
Δεν ορίζουν την ύπαρξή τους.
Κλαίνε για οτιδήποτε.
Oμως δεν είναι ανδρείοι όπως στα δέκα:
το κάνουν τη νύχτα, σιωπηλά και μόνοι τους.

Τοίχοι
Από ένα τοίχος που πέφτει
Πόσοι τοίχοι μίσους υψώνονται
Και φτιάχνουν από στέρεη γη μια θάλασσα νησιών.



José Emilio Pacheco
Οι μεξικάνικες βρόχινες στάλες
μτφρ.: Βιργινία Χορμοβίτη

http://www.e-poema.eu/poem.php?id=325&pid=27

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013





Σα να’χει από καιρό
τούτο το σώμα
σαν αίσθηση, σα λάμψη
ολοκληρώσει πια τη τροχιά του
μόνο το άγγιγμά της
με κάνει να επαναστατώ
όπως και η φωνή της
όταν διαπερνά τους πόρους
που ξαφνικά ανοίγουν και ανθίζουν πάλι
και στέκονται αρνητές
για λίγο
του θανάτου

Κι εκείνο το εφηβικό της χαμόγελο
που αιχμαλώτισε δροσιές και μνήμες
και έκρυψε λίγη ροή του χρόνου
στη τρυφερή αγκαλιά της...



Designed by lights

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Σώματα συγχυσμένα, μνήμες κακομεταχειρισμένες...



Παράξενες μέρες μας έχουν γονατίσει
Πάνε να καταστρέψουν
τις πρόσκαιρες χαρές μας.
Να συνεχίσουμε να παίζουμε
ή να βρούμε μια νέα πόλη.
Παράξενα δωμάτια γεμάτα παράξενα μάτια.
Φωνές θα δώσουν το σύνθημα
για το κουρασμένο τέλος τους.
Η οικοδέσποινα χαμογελά,
Οι καλεσμένοι κοιμούνται
κουρασμένοι από τις αμαρτίες.
Ακούστε με να μιλάω για αμαρτία,
και θα καταλάβετε, αυτό είναι.
Παράξενες μέρες μας έχουν βρει,
Και μέσα στις παράξενες ώρες τους
αργοπεθαίνουμε μόνοι.
Σώματα συγχυσμένα,
μνήμες κακομεταχειρισμένες
καθώς από την ημέρα καταφεύγουμε
σε μια παράξενη νύχτα από πέτρα.

(Strange Days, Doors, 1967)

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013




Το Οχυρό και η Έρημος

Φαντάσου μια απέραντη έρημο και στην αρχή της ένα πελώριο οχυρό. Είσαι κι εσύ ένας στρατιώτης που μόλις πήρε την μετάθεσή του για το οχυρό αυτό. Φτάνεις κάποια ημέρα και σε υποδέχεται ο ίδιος ο Διοικητής, ως είθισται σ'αυτές τις περιπτώσεις. Ο Διοικητής είναι λιγόλογος και σαφής. Σου ξεκαθαρίζει πως τα καθήκοντά σου περιορίζονται στα αυστηρώς καθορισμένα από τον Κανονισμό και οφείλεις να είσαι πάντα υπάκουος σ'αυτόν. Σου εφιστά επίσης την προσοχή στους διάφορους "θρύλους" που κυκλοφορούν ανάμεσα στους στρατιώτες και ειδικότερα στους "παλιούς". Θρύλοι που έχουν να κάνουν με την απέραντη και αφιλόξενη έρημο που απλώνεται σαν ωκεανός από άμμο και εξαντλεί τα όρια της ανθρώπινης όρασης στον ορίζοντα. Ο Διοικητής του οχυρού δεν θέλει να αφεθείς στους θρύλους αυτούς γιατί δεν θέλει να εξάπτεται η φαντασία σου. "Ενας στρατιώτης δεν χρειάζεται την φαντασία του αφού δουλεύει με τη λογική και την πειθαρχία του", τονίζει αυστηρά. "Όλα τα υπόλοιπα είναι επιζήμια στο έργο του". Και το έργο σου είναι σοβαρό και προκαθορισμένο. Είσαι εκεί για να ενισχύσεις τις βάρδιες στα φυλάκια του οχυρού, είσαι εκεί για να κάνεις τις Υπηρεσίες σου απέναντι σε όλους εκείνους που έχουν επαναπαυθεί ξέροντας πως οι στρατιώτες ενός τόσο σημαντικού οχυρού κάνουν καλά τη δουλειά τους, χωρίς να αναρωτιούνται, χωρίς να ψάχνουν και χωρίς να αναζητούν.
            Αυτή άλλωστε είναι η ζωή του στρατιώτη.
            Κι έτσι γίνεται.
            Ξεκινάς την ζωή σου, σαν καλός και πειθαρχημένος στρατιώτης, όπου οι βάρδιες σε καλούν να προσφέρεις, όπου οι Υπηρεσίες απαιτούν, όπου οι ανώτεροί σου σε χρειάζονται.
            Περνά όμως ο καιρός, μονότονα και χωρίς εναλλαγές. Και έρχεται η στιγμή που χαλαρωμένος πια και εξοικειωμένος με το περιβάλλον και τους συναδέλφους σου, υποκύπτεις στον πειρασμό να μάθεις κι εσύ για τους περίφημους αυτούς θρύλους που υπάρχουν για την έρημο.
            Έχεις κι εσύ αναρωτηθεί πολλές φορές, κυρίως τις νύχτες που είσαι μόνος, ολομόναχος σε κάποιο απόμερο φυλάκιο, τις νύχτες που η έρημος μοιάζει με σκοτεινή, απέραντη θάλασσα που απλώνεται νωχελικά εμπρός σου, τι πραγματικά εξυπηρετεί τούτο το οχυρό; Ποιος ο σκοπός όλων αυτών των φυλακίων, των στρατιωτών, των αξιωματικών, τόσων ανθρώπων;
            Γιατί αυτό το Οχυρό είναι, τελικά τόσο σπουδαίο;
            Ποια είναι αυτή η έρημος;
            Τι κρύβει μέσα της;
            Την έχει διαβεί κανείς ως τώρα; Κι αν ναι, γύρισε κάποιος να διηγηθεί τι είδε, τι βίωσε; Αν συνάντησε κανέναν εκεί;
            Ναι, έχεις αναρωτηθεί από το πρώτο σχεδόν βράδυ που πάτησες το πόδι σου στο περίεργο αυτό οχυρό, έχεις τόσα ερωτήματα αλλά καμιά απάντηση.
            Και κάποιο βράδυ, ένας "παλιός" στρατιώτης, που έτυχε να βρεθείτε στο ίδιο φυλάκιο μαζί, αποφασίζει να σου μιλήσει για την έρημο και για όσα κρύβει μέσα της.
            Σου λέει λοιπόν, πως πριν από χρόνια, αναρίθμητα χρόνια, η Διοίκηση του οχυρού αποφάσισε πως ήταν καιρός να σταλεί ένα επίλεκτο τμήμα από 12 εξαιρετικούς στρατιώτες για να ανιχνεύσουν μια ζώνη είκοσι μιλίων μέσα στην έρημο και εκεί να στρατοπεδεύσουν και αφού σιγουρευτούν πως όλη η ζώνη από το οχυρό έως εκεί είναι "καθαρή", να χτίσουν 12 προκεχωρημένα φυλάκια, μέσα στην καρδιά της ερήμου και να επεκτείνουν έτσι τα "μάτια" του οχυρού έως τα φυλάκια αυτά. Κι αφού περάσουν δέκα χρόνια -όσα για να εξαντληθούν οι προμήθειες του επίλεκτου σώματος των στρατιωτών- να σταλούν άλλοι 12 για να τους αντικαταστήσουν και ακόμη άλλοι 12 για να προχωρήσουν είκοσι ακόμη μίλια πιο βαθιά από τα πρώτα αυτά φυλάκια. Και το σχέδιο ήταν αυτό, ως να καλυφθεί όλη η έρημος, μέχρι το τέλος της, όσα χρόνια και δεκαετίες και αιωνιότητες αν χρειαστούν.
            Και έγινε έτσι.  Και οι πρώτοι 12 έφυγαν και πέρασαν 10 χρόνια και απεστάλησαν οι επόμενοι 12 και ύστερα οι επόμενοι. Όλοι στο οχυρό περίμεναν με τρομερή αγωνία να γυρίσουν οι πρώτοι 12 για να διηγηθούν τι είδαν, τι βίωσαν, τι έζησαν σ'αυτά τα 10 μαρτυρικά και μοναχικά χρόνια. Οι 12 αυτοί πρώτοι Ακρίτες είχαν ήδη γίνει ένας θρύλος, είχαν γίνει πλάσματα μυθικά και ήρωες της φαντασίας των στρατιωτών του οχυρού.
            Και συ τότε, ρώτησες με αγωνία τον "παλιό" που σου τα έλεγε όλα αυτά, τι απέγινε. Και κείνος σου είπε πως από τους πρώτους 12 γύρισε πίσω μονάχα ένας. Και ήταν αληθινά τρομερό το θέαμα που παρουσίαζε, ένας άνθρωπος που γύρισε από έναν άλλο κόσμο. Όχι γερασμένος αλλά "μεταμορφωμένος". Όχι τρελός αλλά "διαφορετικός". Και από όσα είπε στον Διοικητή και την ειδική Επιτροπή που τον περίμενε με αγωνία να καταγράψει τις εμπειρίες του, κανείς δεν έμαθε το παραμικρό. Πολλά λέγονταν, πολλά ακούγονταν, τίποτε έγκυρο ή εξακριβωμένο. Στην ουσία, κανείς δεν έμαθε ποτέ τι έγινε εκείνα τα φοβερά 10 πρώτα χρόνια και κανείς δεν ξέρει τι έγινε τα 10 επόμενα και τα 10 μεθεπόμενα, κλπ. Κι έχουν περάσει αιώνες αναρίθμητοι από τότε που στέλνονται κάθε 10 χρόνια 12+12+ όσοι χρειάζονται επίλεκτοι και η έρημος δείχνει ατελείωτη, απέραντη, απόκοσμη, τρομακτική!
            "Κάποτε μου ζήτησαν κι εμένα να πάω εκεί", σου λέει κάποια στιγμή ο "παλιός" και το αίμα παγώνει στις φλέβες σου. "Ναι, κάποια στιγμή μου είπαν να πάω αλλά αρνήθηκα. Ήμουν ηλίθιος και αρνήθηκα! Και καταδίκασα τον εαυτό μου να φυλάω μόνιμα σ'αυτό το φυλάκιο και να μην ζήσω το ρίγος της ερήμου, να μην νιώσω την ανάσα της, να μην βιώσω τον παλμό της, να μην αισθανθώ το απέραντό της. Φοβήθηκα την πρόκληση και παγιδεύτηκα εδώ, για πάντα. Και γι'αυτό σου λέω. Εάν ποτέ σου πουν να πας εκεί να μην αρνηθείς από φόβο. Γιατί, η ζωή, το ξέρω, η αληθινή ζωή είναι εκεί, έξω, όχι εδώ. Να μην αρνηθείς φίλε", σου λέει και τα μάτια του βουρκώνουν.

            Κι εσύ έχεις καρφώσει τα μάτια σου με ιερό δέος στην σκοτεινή θάλασσα από άμμο που απλώνεται μπροστά σου και δεν μπορείς να αρθρώσεις ούτε συλλαβή.