Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013







ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ


Άνοιξη του ‘45

(Αποσπάσματα από ένα φανταστικό ημερολόγιο)


…Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι μας απειλούν… δυόμισι εκατομμύρια οικογένειες προσδοκούν ένα γρήγορο τέλος, ένα τέλος πάνω από τα σώματά μας, προσδοκούν το θάνατό μας. Με τα μαύρα, πεινασμένα μάτια τους, δεν μας βλέπουν ηττημένους, μας βλέπουν κιόλας νεκρούς. Γιατί εμείς τους φέραμε το Χάρο πάνω απ’τα κεφάλια τους, εμείς τους αρπάξαμε τα αγόρια απ’τα σπίτια και τα σωριάσαμε κουβάρια σε φριχτές χωματερές στο Στάλινγκραντ και στο Χάρκοβο και στο Λένινγκραντ και αλλού. Εμείς βιάσαμε τα κορίτσια τους και εμείς σπάσαμε στους τοίχους τα κεφαλάκια των μικρών παιδιών τους. Εμείς τους φέραμε το θανατικό και τη τρέλα. Και τώρα, δυόμισι εκατομμύρια Ρωσομογγόλοι αφιονισμένοι, αγριεμένοι και γεμάτοι εκδίκηση, περιμένουν ένα σήμα για να διαβούν τον ποταμό Όντερ και να μας πνίξουν στο αίμα μας…
…Τούτη η Άνοιξη δεν μοιάζει με καμιά άλλη…
…Μας λένε να μην φοβόμαστε, μας λένε ότι το Ράιχ δεν πέθανε, είναι ανίκητο, δεν θα λυγίσει ποτέ κάτω από τις βρομερές ερπύστριες των πεινασμένων Ρώσων. Μας λένε πως ο Φύρερ δεν θα μας εγκαταλείψει, πως ετοιμάζει τα μυστικά του όπλα και θα συντρίψει τον Ζούκοφ και τον Κόνιεφ και τους Αμερικανούς που κοντοζυγώνουν στην πρωτεύουσα. Μας λένε να μην φοβόμαστε γιατί ο Φύρερ υποσχέθηκε ένα ένδοξο μέλλον για τα παιδιά μας και ως σήμερα τις κράτησε όλες τις υποσχέσεις του…
…Μέχρι προχτές μας βομβάρδιζαν οι Σύμμαχοι. Τώρα μας λιώνουν και οι Σοβιετικοί. Πόσο θα αντέξουμε; Όμορφο Βερολίνο, μοιάζεις πια με ένα κακάσχημο φάντασμα και δεν γοητεύεις κανέναν. Μακάρι να μην σε είχε δει κανείς στις δόξες σου…
…Τέλη Απρίλη. Αύριο, μεθαύριο θα δούμε κι εμείς τα φοβερά Ρώσικα τανκς. Μα δεν με απασχολεί πια τίποτε άλλο εκτός από την πείνα. Είδα την Ματίλντε σήμερα τουμπανιασμένη στο δρόμο. Με δυσκολία τη γνώρισα έτσι όπως είχε παραμορφωθεί. Η Μάτι… που ήταν η πιο ροδαλή στη γειτονιά κι όταν ο πατέρας της έκανε την γιορτή των αρραβώνων της με τον Κουρτ που υπηρετούσε στα τανκς του Γκουντέριαν, όλοι της έλεγαν να χάσει κανένα κιλό για να είναι πιο όμορφη. Και πέθανε από την πείνα. Κατέρρευσε ξαφνικά στη μέση του δρόμου και δεν την μάζεψε κανείς. Μα κι εγώ δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ. Μακάρι να φύγω στον ύπνο μου, όσο μπορεί να κοιμηθεί κανείς δηλαδή μέσα στους βομβαρδισμούς…
…Είμαι η Μαρία Νόισλερ, του Φράντς και της Ελένα, να το επαναλαμβάνω συνέχεια, να μην ξεχάσω ποια είμαι, είμαι η Μαρία Νόισλερ, 20 ετών, κόρη του Συνταγματάρχη Φραντς Νόισλερ που χάθηκε στο Στάλινγκραντ μαζί με την 6η Στρατιά του Πάουλους και της Ελένα Νόισλερ που χάθηκε στο Κένινγκσμπεργκ όταν μπήκαν οι Ρώσοι και κανείς δεν ξέρει που είναι… αχ, μητέρα που να βρίσκεσαι κι εσύ…
…Μέσα στις τρομερές παραισθήσεις που έχω από την εξάντληση, μου ήρθε στο σπίτι και ο μικρός Ράινερ, ο γιος του Ταγματάρχη Ρος. Μου ζήτησε να τον κρύψω γιατί τον κυνηγούν από την Διοίκηση επειδή τον βρήκαν να κρύβεται σε κάτι χαλάσματα στην Βίλχελμστράσσε. Τι ζητούν από ένα 15χρονο παιδί; Να γίνει ολοκαύτωμα για το παραλήρημά τους; Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν τελειώσει. Ευτυχώς ο μικρός μου έφερε λίγο ψωμί και ζάχαρη και θα συνέλθω. Αποφάσισα να τον κρατήσω στο σπίτι. Οι Ρος ήταν φίλοι του πατέρα. Κι ό,τι γίνει. Άλλωστε, δεν με ενδιαφέρει πια…Τίποτα δεν μ’ενδιαφέρει πια… Με δυσκολία γράφω και τούτες τις γραμμές. Για ποιον άραγε;…
…Τρία κτήνη βίασαν την κυρία Βέρνερ, του 3ου πατώματος. Μπροστά στο παιδί της. Κι ύστερα της έχωσαν μέσα της μια μολότωφ και την έκαψαν ζωντανή, γελώντας απαίσια. Κτήνη, βάρβαρα γουρούνια! Όλες οι γυναίκες βάζουν κάρβουνο στο πρόσωπο και μαντήλια στα κεφάλια τους για να μην δίνουν στόχο στα μεθυσμένα ανθρωποειδή του Στάλιν αλλά δεν μπορεί τίποτα να σε φυλάξει από το κακό. Ώστε αυτά που ακούγαμε για το Κένινγκσπεργκ είναι αληθινά. Θεέ μου, ας μην δείξει ο διάβολος την δική μου πόρτα στα κτήνη αυτά…
          …Ο μικρός Ρος είναι θησαυρός. Έκλεψε από τους Ρώσους λαρδί και ψωμί και λίγες σοκολάτες και αρχίζω να ελπίζω πως θα τα καταφέρουμε. Μάθαμε ότι ο Φύρερ έδωσε τέλος στη ζωή του μαζί με την Εύα Μπράουν, στο Φύρερμπούνκερ. Μετά τους έκαψαν στον κήπο της Καγκελαρίας. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Κανείς δεν δίνει πια σημασία σε όσα λένε από δω κι από κει. Ίσως να είναι ψέματα. Ο κος Μέλτερ, ο συγγραφέας, μου είπε πως είναι αδύνατον ένα ανθρωπάκι όπως ο Χίτλερ να βρήκε το κουράγιο να αυτοκτονήσει. Σίγουρα το έσκασε μαζί με το χρυσάφι των Εβραίων και θα ζήσει ζωή χαρισάμενη σε κάποια άλλη ήπειρο, μακριά από όλους και απ’όλα. Και δεν θα τον βρούμε ποτέ. Ίσως μάλιστα να είναι σχέδιο των Εγγλέζων και του Τρούμαν. Δεν ξέρω τι είναι αλήθεια και τι ψέματα. Το μόνο που ελπίζω είναι να σταματήσουν οι βόμβες και οι οβίδες να σκάνε στα κεφάλια μας. Να συνθηκολογήσουμε, επιτέλους, να συνθηκολογήσουμε…
           …Έχω φτάσει πια στα όριά μου. Δεν αντέχω άλλο, με δυσκολία περπατάω. Ο μικρός Ρος εξαφανίστηκε, μαζί και η λίγη τροφή που μας εξασφάλιζε. Το απόγευμα χτύπησαν την πόρτα, δεν ξέρω ποιοι ήταν, δεν επέμειναν. Ίσως να ήταν Ρώσοι που ψάχνουν για κρυμμένους στρατιώτες. Ήμουν ξαπλωμένη, δεν σηκώνομαι για κανέναν λόγο πια. Το ξέρω πως θα πεθάνω εδώ, σ’αυτό το κρεβάτι, το κρεβάτι που κάποτε κοίμιζε τον αδελφό μου πριν χαθεί σε κάποιο σκοτεινό βυθό στα υποβρύχια. Είναι πιο ωραία εδώ από το δικό μου δωμάτιο που έχει μισογκρεμιστεί. Τίποτε δεν έχει μείνει πια από το σπίτι. Κι αν ζήσω ακόμα δεν θα έχω τίποτα να περιμένω. Καλύτερα να πεθάνω. Πάνω στο κρεβάτι αυτό…
          …Και ξαφνικά τόση ησυχία…
…Ακούω από τα μεγάφωνα τις φωνές σαν να είναι μέσα σε σπηλιά… Να παραδοθούν όσοι ακόμη πολεμούν, συνθηκολογήσαμε, περιορισμοί στην κυκλοφορία. Δεν θα υπάρξουν άλλοι βομβαρδισμοί. Μαρία Νόισλερ, είσαι τυχερή, είσαι ζωντανή! Κι όμως, δεν γλίτωσες…
…Οι τελευταίες μου σκέψεις είναι για τον Τόνι, τον καλό μου γαλανομάτη αγαπημένο των εφηβικών μου χρόνων στην Φρανκφούρτη, στο σπίτι της γιαγιάς Έλσας… Θέλω να χαθώ μέσα στο μεγάλο, φωτεινό του χαμόγελο καθώς με κοιτούσε, με αγκάλιαζε και με φιλούσε. ‘Μαρία θα σε παντρευτώ μια μέρα’, μου έλεγε και τον κορόιδευα. Δεν πρόλαβες Τόνι, χάθηκες κι εσύ στον Βόλγα κάποιο πρωινό από μια σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή που διαπέρασε το κράνος σου και σε άφησε στο τόπο… Ούτε κι εγώ πρόλαβα Τόνι. Δεν με βρήκε η σφαίρα κανενός Ρώσου, με νίκησε η πείνα και οι αρρώστιες...νικήθηκα κι εγώ, έπεσα όπως το Βερολίνο...
...χαλάσματα κι ερείπια κι εγώ…
…Αντίο…



Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Βουλιάζοντας μέσα σου




Το μέρος όπου θα πεθάνω
Το αγγίζω ψηλαφητά με το νου,
Είναι ένα σώμα γυναικείο,
Αλειμμένο με αρωματικό λάδι.
Είναι μια πλάτη απαλή με καμπύλες
Που τραβάν προς τα κάτω
Κι ενώνονται και τέμνονται,
Μπερδεύονται σε ένα κύκλο ζωής.
Αυτό άλλωστε έκανα από πάντα,
Άγγιζα την όψη του θανάτου,
Πάλευα να καταλάβω
Χωρίς να βλέπω τα χαρακτηριστικά του.
Νόμιζα διάφορα, νόμιζα θάλασσες,
Περίεργες λίμνες και βουνά,
Σεληνιακά τοπία βυθισμένα στη φαντασία.
Αλλά είναι γυναίκα,
Είναι η πλάτη μιας γυναίκας
Κι όσο κοντοζυγώνει ο καιρός να φύγω
Τόσο γίνεται ο χρόνος μια βεβαιότητα,
Ένα βαρίδι γκριζωπό που με τραβάει
Προς τα κάτω,
Προς το σκοτάδι,
Εκεί που όλα τέμνονται,
Εκεί που όλες οι καμπύλες τελειώνουν.


Ηλίας Δεσύλλας

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

να γυρίσουμε στα πρωτογενή ερωτήματα



Με κοίταξε στα μάτια και είπε
…δεν μπορούσα ποτέ να κατέχω… να έχω τίποτε… από παιδί… δεν ήθελα να διαχειρίζομαι… να είμαι εγώ υπεύθυνος για οτιδήποτε… μα, ακόμα κι αν ήθελα, δεν μπορούσα… ήμουν ανίκανος να κατέχω… ήθελα μόνο να βιώνω… δεν ήξερα τότε τι σημαίνει να βιώνει κανείς μια στιγμή, ένα πάθος, ένα τραύμα, μια γέννηση ή ένα θάνατο… ούτε και σήμερα ξέρω τα όρια των λέξεων και των εννοιών τους… ξέρω μονάχα πως δόθηκα ολόψυχα στο να βιώνω…
…κι όταν κανείς θέλει να αρμέγει άπειρο από το Άπειρο, δεν έχει ενέργεια, δεν έχει νου, δεν έχει χρόνο για να κατέχει το παραμικρό…

Με κοίταξε στα μάτια και είπε
…πρέπει να γυρίσουμε στα πρωτογενή ερωτήματα αγαπημένε μου… οφείλουμε να επιστρέψουμε σε εκείνα που ποδοπατήσαμε και σύραμε μαζί μας όπως κάνει η χελώνα με το φαγητό της… να επιστρέψουμε στα πρωτεϊκά σύμπαντα των στοιχείων πριν αυτά γίνουν συνθέσεις, σύμπλοκα και κρύσταλλοι… πριν σκοτώσω είχα τα χέρια μου άδεια, πριν τρέξει το αίμα είχα τον ορίζοντα καθαρό, πριν δω τον Άβελ να σωριάζεται, κρατούσα το όπλο, πριν σταυρώσω τον αδελφό μου, πήγαμε μαζί μια βόλτα σε έναν ελαιώνα… καταλαβαίνεις;
…να γυρίσουμε στα αφελή ερωτήματα που έχουμε ‘απαντήσει’, που βιαστήκαμε –από ποιον και γιατί; - να κλείσουμε, να ξεμπερδεύουμε μαζί τους… έχω σκέψεις, έχω συναισθήματα, φοβάμαι, οργίζομαι, ερωτεύομαι, ονειρεύομαι, είμαι μόνος… μόνος είμαι… ό,τι κι αν κάνω, όπου κι αν πάω… πριν φύγω όμως θέλω ένα καθαρό βλέμμα, ένα όμορφο πρωινό χωρίς εκκρεμότητες, ένα χάδι χωρίς προσδοκίες, έναν έρωτα χωρίς το αίμα της εκδίκησης, ένα απόγευμα χωρίς τον εφιάλτη της νύχτας…
…γύρισέ με στα πρώτα ερωτήματα αδελφέ μου…

Με κοίταξε στα μάτια και είπε
… τι σημασία έχουν όλα αν σε όλα έχουμε εμείς την μέγιστη σημασία; Έξω από μας υπάρχει ένα ολόκληρο στερέωμα δυνατοτήτων… τι σημασία έχει αν νοηματοδοτείς εσύ αδελφέ μου τον κόσμο μέσα από τον ουρανό κι εγώ από τη γη… στο ενδιάμεσο της μικρο-ύπαρξης γεννιούνται και πεθαίνουν όλα…
…έρχονται μέρες που θα σε αναζητήσω και δεν θα υπάρχεις…
…με συγχωρείς που τόσες φορές με αναζήτησες εσύ και η φωνή σου έμεινε μετέωρη…

…ίσως να σε άκουγα και φοβόμουν να απαντήσω…

Μαι2011

“Checkmate”
sur

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

José Emilio Pacheco



Κατοχή
-Σε έκανα δική μου- 
Είπα στο βρόχινο νερό.
Και το νερό
Γέλασε μαζί μου
Και μου γλίστησε από τα δάχτυλα.

Η νύχτα
Είναι μάταιο να πιστεύουμε ότι είμαστε παιδιά του Ηλιου:
Oλοι έχουμε πολύ μέσα μας τη Νύχτα.

Παιδιά και μεγάλοι
Στα δέκα πίστευα
ότι η γη ήταν των μεγάλων.
Μπορούσαν να κάνουν έρωτα, να καπνίσουν, να πιουν στο κέφι τους,
να πάνε όπου θέλουν.
Κυρίως, να μας συνθλίψουν με την αδάμαστη δύναμή τους.
Τώρα ξέρω από μεγάλη πείρα τον κοινό λόγο:
στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μεγάλοι,
μόνο γερασμένα παιδιά.
Θέλουν αυτό που δεν έχουν:
το παιχνίδι του άλλου.
Φοβούνται τα πάντα.
Υπακούουν πάντα σε κάποιον.
Δεν ορίζουν την ύπαρξή τους.
Κλαίνε για οτιδήποτε.
Oμως δεν είναι ανδρείοι όπως στα δέκα:
το κάνουν τη νύχτα, σιωπηλά και μόνοι τους.

Τοίχοι
Από ένα τοίχος που πέφτει
Πόσοι τοίχοι μίσους υψώνονται
Και φτιάχνουν από στέρεη γη μια θάλασσα νησιών.



José Emilio Pacheco
Οι μεξικάνικες βρόχινες στάλες
μτφρ.: Βιργινία Χορμοβίτη

http://www.e-poema.eu/poem.php?id=325&pid=27

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013





Σα να’χει από καιρό
τούτο το σώμα
σαν αίσθηση, σα λάμψη
ολοκληρώσει πια τη τροχιά του
μόνο το άγγιγμά της
με κάνει να επαναστατώ
όπως και η φωνή της
όταν διαπερνά τους πόρους
που ξαφνικά ανοίγουν και ανθίζουν πάλι
και στέκονται αρνητές
για λίγο
του θανάτου

Κι εκείνο το εφηβικό της χαμόγελο
που αιχμαλώτισε δροσιές και μνήμες
και έκρυψε λίγη ροή του χρόνου
στη τρυφερή αγκαλιά της...



Designed by lights

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Σώματα συγχυσμένα, μνήμες κακομεταχειρισμένες...



Παράξενες μέρες μας έχουν γονατίσει
Πάνε να καταστρέψουν
τις πρόσκαιρες χαρές μας.
Να συνεχίσουμε να παίζουμε
ή να βρούμε μια νέα πόλη.
Παράξενα δωμάτια γεμάτα παράξενα μάτια.
Φωνές θα δώσουν το σύνθημα
για το κουρασμένο τέλος τους.
Η οικοδέσποινα χαμογελά,
Οι καλεσμένοι κοιμούνται
κουρασμένοι από τις αμαρτίες.
Ακούστε με να μιλάω για αμαρτία,
και θα καταλάβετε, αυτό είναι.
Παράξενες μέρες μας έχουν βρει,
Και μέσα στις παράξενες ώρες τους
αργοπεθαίνουμε μόνοι.
Σώματα συγχυσμένα,
μνήμες κακομεταχειρισμένες
καθώς από την ημέρα καταφεύγουμε
σε μια παράξενη νύχτα από πέτρα.

(Strange Days, Doors, 1967)

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013




Το Οχυρό και η Έρημος

Φαντάσου μια απέραντη έρημο και στην αρχή της ένα πελώριο οχυρό. Είσαι κι εσύ ένας στρατιώτης που μόλις πήρε την μετάθεσή του για το οχυρό αυτό. Φτάνεις κάποια ημέρα και σε υποδέχεται ο ίδιος ο Διοικητής, ως είθισται σ'αυτές τις περιπτώσεις. Ο Διοικητής είναι λιγόλογος και σαφής. Σου ξεκαθαρίζει πως τα καθήκοντά σου περιορίζονται στα αυστηρώς καθορισμένα από τον Κανονισμό και οφείλεις να είσαι πάντα υπάκουος σ'αυτόν. Σου εφιστά επίσης την προσοχή στους διάφορους "θρύλους" που κυκλοφορούν ανάμεσα στους στρατιώτες και ειδικότερα στους "παλιούς". Θρύλοι που έχουν να κάνουν με την απέραντη και αφιλόξενη έρημο που απλώνεται σαν ωκεανός από άμμο και εξαντλεί τα όρια της ανθρώπινης όρασης στον ορίζοντα. Ο Διοικητής του οχυρού δεν θέλει να αφεθείς στους θρύλους αυτούς γιατί δεν θέλει να εξάπτεται η φαντασία σου. "Ενας στρατιώτης δεν χρειάζεται την φαντασία του αφού δουλεύει με τη λογική και την πειθαρχία του", τονίζει αυστηρά. "Όλα τα υπόλοιπα είναι επιζήμια στο έργο του". Και το έργο σου είναι σοβαρό και προκαθορισμένο. Είσαι εκεί για να ενισχύσεις τις βάρδιες στα φυλάκια του οχυρού, είσαι εκεί για να κάνεις τις Υπηρεσίες σου απέναντι σε όλους εκείνους που έχουν επαναπαυθεί ξέροντας πως οι στρατιώτες ενός τόσο σημαντικού οχυρού κάνουν καλά τη δουλειά τους, χωρίς να αναρωτιούνται, χωρίς να ψάχνουν και χωρίς να αναζητούν.
            Αυτή άλλωστε είναι η ζωή του στρατιώτη.
            Κι έτσι γίνεται.
            Ξεκινάς την ζωή σου, σαν καλός και πειθαρχημένος στρατιώτης, όπου οι βάρδιες σε καλούν να προσφέρεις, όπου οι Υπηρεσίες απαιτούν, όπου οι ανώτεροί σου σε χρειάζονται.
            Περνά όμως ο καιρός, μονότονα και χωρίς εναλλαγές. Και έρχεται η στιγμή που χαλαρωμένος πια και εξοικειωμένος με το περιβάλλον και τους συναδέλφους σου, υποκύπτεις στον πειρασμό να μάθεις κι εσύ για τους περίφημους αυτούς θρύλους που υπάρχουν για την έρημο.
            Έχεις κι εσύ αναρωτηθεί πολλές φορές, κυρίως τις νύχτες που είσαι μόνος, ολομόναχος σε κάποιο απόμερο φυλάκιο, τις νύχτες που η έρημος μοιάζει με σκοτεινή, απέραντη θάλασσα που απλώνεται νωχελικά εμπρός σου, τι πραγματικά εξυπηρετεί τούτο το οχυρό; Ποιος ο σκοπός όλων αυτών των φυλακίων, των στρατιωτών, των αξιωματικών, τόσων ανθρώπων;
            Γιατί αυτό το Οχυρό είναι, τελικά τόσο σπουδαίο;
            Ποια είναι αυτή η έρημος;
            Τι κρύβει μέσα της;
            Την έχει διαβεί κανείς ως τώρα; Κι αν ναι, γύρισε κάποιος να διηγηθεί τι είδε, τι βίωσε; Αν συνάντησε κανέναν εκεί;
            Ναι, έχεις αναρωτηθεί από το πρώτο σχεδόν βράδυ που πάτησες το πόδι σου στο περίεργο αυτό οχυρό, έχεις τόσα ερωτήματα αλλά καμιά απάντηση.
            Και κάποιο βράδυ, ένας "παλιός" στρατιώτης, που έτυχε να βρεθείτε στο ίδιο φυλάκιο μαζί, αποφασίζει να σου μιλήσει για την έρημο και για όσα κρύβει μέσα της.
            Σου λέει λοιπόν, πως πριν από χρόνια, αναρίθμητα χρόνια, η Διοίκηση του οχυρού αποφάσισε πως ήταν καιρός να σταλεί ένα επίλεκτο τμήμα από 12 εξαιρετικούς στρατιώτες για να ανιχνεύσουν μια ζώνη είκοσι μιλίων μέσα στην έρημο και εκεί να στρατοπεδεύσουν και αφού σιγουρευτούν πως όλη η ζώνη από το οχυρό έως εκεί είναι "καθαρή", να χτίσουν 12 προκεχωρημένα φυλάκια, μέσα στην καρδιά της ερήμου και να επεκτείνουν έτσι τα "μάτια" του οχυρού έως τα φυλάκια αυτά. Κι αφού περάσουν δέκα χρόνια -όσα για να εξαντληθούν οι προμήθειες του επίλεκτου σώματος των στρατιωτών- να σταλούν άλλοι 12 για να τους αντικαταστήσουν και ακόμη άλλοι 12 για να προχωρήσουν είκοσι ακόμη μίλια πιο βαθιά από τα πρώτα αυτά φυλάκια. Και το σχέδιο ήταν αυτό, ως να καλυφθεί όλη η έρημος, μέχρι το τέλος της, όσα χρόνια και δεκαετίες και αιωνιότητες αν χρειαστούν.
            Και έγινε έτσι.  Και οι πρώτοι 12 έφυγαν και πέρασαν 10 χρόνια και απεστάλησαν οι επόμενοι 12 και ύστερα οι επόμενοι. Όλοι στο οχυρό περίμεναν με τρομερή αγωνία να γυρίσουν οι πρώτοι 12 για να διηγηθούν τι είδαν, τι βίωσαν, τι έζησαν σ'αυτά τα 10 μαρτυρικά και μοναχικά χρόνια. Οι 12 αυτοί πρώτοι Ακρίτες είχαν ήδη γίνει ένας θρύλος, είχαν γίνει πλάσματα μυθικά και ήρωες της φαντασίας των στρατιωτών του οχυρού.
            Και συ τότε, ρώτησες με αγωνία τον "παλιό" που σου τα έλεγε όλα αυτά, τι απέγινε. Και κείνος σου είπε πως από τους πρώτους 12 γύρισε πίσω μονάχα ένας. Και ήταν αληθινά τρομερό το θέαμα που παρουσίαζε, ένας άνθρωπος που γύρισε από έναν άλλο κόσμο. Όχι γερασμένος αλλά "μεταμορφωμένος". Όχι τρελός αλλά "διαφορετικός". Και από όσα είπε στον Διοικητή και την ειδική Επιτροπή που τον περίμενε με αγωνία να καταγράψει τις εμπειρίες του, κανείς δεν έμαθε το παραμικρό. Πολλά λέγονταν, πολλά ακούγονταν, τίποτε έγκυρο ή εξακριβωμένο. Στην ουσία, κανείς δεν έμαθε ποτέ τι έγινε εκείνα τα φοβερά 10 πρώτα χρόνια και κανείς δεν ξέρει τι έγινε τα 10 επόμενα και τα 10 μεθεπόμενα, κλπ. Κι έχουν περάσει αιώνες αναρίθμητοι από τότε που στέλνονται κάθε 10 χρόνια 12+12+ όσοι χρειάζονται επίλεκτοι και η έρημος δείχνει ατελείωτη, απέραντη, απόκοσμη, τρομακτική!
            "Κάποτε μου ζήτησαν κι εμένα να πάω εκεί", σου λέει κάποια στιγμή ο "παλιός" και το αίμα παγώνει στις φλέβες σου. "Ναι, κάποια στιγμή μου είπαν να πάω αλλά αρνήθηκα. Ήμουν ηλίθιος και αρνήθηκα! Και καταδίκασα τον εαυτό μου να φυλάω μόνιμα σ'αυτό το φυλάκιο και να μην ζήσω το ρίγος της ερήμου, να μην νιώσω την ανάσα της, να μην βιώσω τον παλμό της, να μην αισθανθώ το απέραντό της. Φοβήθηκα την πρόκληση και παγιδεύτηκα εδώ, για πάντα. Και γι'αυτό σου λέω. Εάν ποτέ σου πουν να πας εκεί να μην αρνηθείς από φόβο. Γιατί, η ζωή, το ξέρω, η αληθινή ζωή είναι εκεί, έξω, όχι εδώ. Να μην αρνηθείς φίλε", σου λέει και τα μάτια του βουρκώνουν.

            Κι εσύ έχεις καρφώσει τα μάτια σου με ιερό δέος στην σκοτεινή θάλασσα από άμμο που απλώνεται μπροστά σου και δεν μπορείς να αρθρώσεις ούτε συλλαβή.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013



τα πέδιλα στο χώμα

αφημένα

το ένα μακριά μου
το άλλο δίπλα μου
τα πόδια μαζεμένα

το βλέμμα στο άπειρο

η καρδιά στο στέρνο
μέσα

ακόμη

ο ήλιος
κρεουργεί πάλι το στερέωμα

η σελήνη
σιωπηλή
ή απλά νυσταγμένη

τα πέδιλα
έχουν αποτυπώματα
που αύριο θα λείπουν

σκέφτομαι

πως γίνεται μονάχα τα δικά σου
να μην σβήνουν ποτέ…

ο ήλιος
σακατεύει τον εαυτό του
και παλεύει να βγει απ’το βλέμμα μου

εσύ
παλεύεις μέσα μου να μείνεις…

τα λόγια σου
αθανάτισαν στα νύχτια δάχτυλα
ένα προς ένα
όλα μου τα σώματα…

άλλο ένα βράδυ
μακελειού έρχεται…



Σεπ 2009


“Dot at the end of day”

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Η Τρέλα του Aντελσπρουτζ


Lord  Dansany


Η   Τ ρέλα του A ντελσπρουτζ
E
ίδα για πρώτη φορά την πόλη του Αντελσπρουτζ ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, καθώς ερχόμουν από τα λιβάδια. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, και όλο -κείνο το πρωί έλεγα, «θα τη χτυπάει το φως του ήλιου όταν θα δω για πρώτη φορά την όμορφη κατακτημένη πόλη της οποίας η φή­μη πολύ συχνά δημιούργησε για μένα ευχάριστα όνειρα». Ξαφνικά εί­δα τα τείχη της να υψώνονται από τα λιβάδια και πίσω τους έστεκαν τα καμπαναριά της. Μπήκα μέσα από μια πύλη και είδα τα σπίτια και τους δρόμους της και αισθάνθηκα μια μεγάλη απογοήτευση. Γιατί υπάρχει ένας συγκεκριμένος αέρας σε κάθε πόλη, έτσι ώστε κάποιος να μπορεί να την ξεχωρίσει από μια άλλη αμέσως. Υπάρχουν πόλεις γε­μάτες χαρά και πόλεις γεμάτες ευχαρίστηση και πόλεις γεμάτες θλί­ψη. Υπάρχουν πόλεις που κοιτούν στον παράδεισο και κάποιες που κοιτούν στη γη —κάποιες έχουν τον τρόπο τους να κοιτούν στο παρελ­θόν και άλλες κοιτούν στο μέλλον— κάποιες σε προσέχουν όταν περ­νάς ανάμεσά τους, άλλες σε κοιτάν, άλλες σε αφήνουν να περάσεις. Άλλες αγαπούν τις πόλεις που είναι οι γείτονές τους, άλλες είναι αγα­πητές στις πεδιάδες και τους χερσότοπους —κάποιες πόλεις στέκονται γυμνές στον άνεμο, άλλες έχουν πορφυρούς μανδύες και άλλες καφέ μανδύες, και κάποιες είναι ντυμένες στα λευκά. Μερικές αφηγούνται την παλιά ιστορία της παιδικής τους ηλικίας, σε άλλες αυτό είναι μυ­στικό —κάποιες πόλεις τραγουδούν και κάποιες μουρμουρίζουν, κάποι­ες είναι θυμωμένες, και κάποιες έχουν ραγισμένες καρδιές και κάθε πό­λη έχει τον τρόπο της να υποδέχεται το Χρόνο.
Είχα πει: «Θα δω το Αντελσπρουτζ να στέκεται υπεροπτικό μέ­σα στην ομορφιά του» και είχα πει: «θα το δω να κλαίει επειδή κα­τακτήθηκε».
Είχα πει: «Θα μου τραγουδήσει τραγούδια», και «θα είναι λιγομίλητο», «θα είναι λεηλατημένο», και «θα είναι γυμνό αλλά θεσπέσιο».
Αλλά τα παράθυρα στα σπίτια του Αντελσπρουτζ κοιτούσαν ανέκφραστα πέρα από τις πεδιάδες, όπως τα μάτια ενός νεκρού τρε­λού. Τότε οι χτύποι από τα καμπαναριά του ήχησαν άχαρα και κακόφωνα, κάποια ακούστηκαν παράφωνα και οι καμπάνες από μερικά ήταν ραγισμένες, οι στέγες του ήταν γυμνές και χωρίς βρύα. Το δειλινό δεν σηκώθηκε κανένα ευχάριστο ψιθύρισμα στους δρόμους του. Όταν άναψαν οι λάμπες στα σπίτια του δεν ξεγλίστρησε έξω στο σούρουπο καμιά αποκρυφιστική πλημμύρα φωτός, ίσα που έβλεπες πως υπήρχαν αναμμένες λάμπες -το Αντελσπρουτζ δεν είχε τον τρόπο του, ούτε το δικό του αέρα. Όταν έπεσε η νύχτα και έκλεισαν όλα τα πατζούρια, τότε αντιλήφθηκα αυτό που δεν είχα σκεφτεί στο φως της ημέρας. Τότε συνειδητοποίησα πως το Αντελσπρουτζ ήταν νεκρό.
Είδα έναν ξανθομάλλη άντρα που έπινε μπύρα σε ένα καφενείο και του είπα: «Γιατί η πόλη του Αντελσπρουτζ είναι τελείως νεκρή και η ψυχή της έχει φύγει μακριά;»
Και αυτός απάντησε: «Οι πόλεις δεν έχουν ψυχές και ποτέ δεν υπάρχει ζωή στα τούβλα».
Και ενώ του είπα: «Κύριε, είπατε την αλήθεια».
Και έκανα την ίδια ερώτηση σε έναν άλλον άντρα, και αυτός σου έδωσε την ίδια απάντηση και τον ευχαρίστησα για την ευγένεια του. Και είδα έναν άντρα με μια πιο λεπτοκαμωμένη κορμοστασιά, που εί­χε μαύρα μαλλιά, και στα μαγουλά του κανάλια για να το έχουν τρέχουν μέσα τους δάκρυα και του είπα: «Γιατί το Αντελσπρουτζ είναι τελείως νεκρό και πότε έφυγε η ψυχή του μακριά;»
Και αυτός απάντησε: «Το Αντελσπρουτζ είχε υπερβολικές ελπί­δες. Για τριάντα χρόνια άπλωνε τα χέρια του προς τη χώρα της Ακλα κάθε νύχτα, προς τη Μητέρα Άκλα από την οποία την είχαν κλέψει. Κάνε νύχτα ήλπιζε και αναστέναζε και άπλωνε τα χέρια της προς τη Μητέρα Άκλα. Τα μεσάνυχτα, μια φορά το χρόνο, στην επέτειο εκείνης της τρομερής μέρας, η Ακλα έστελνε κατασκόπους να τοποθετούν ένα στεφάνι στα τείχη του Αντελσπρουτζ. Δεν μπο­ρούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Και εκείνη τη νύχτα, μια φορά το χρόνο, συνήθιζα να κλαίω, γιατί έκλαιγε και η πόλη που με μεγά­λωσε. Κάθε νύχτα ενώ άλλες πόλεις κοιμόνταν το Αντελσπρουτζ καθόταν μελαγχολικό και ήλπιζε, μέχρι που τριάντα μαραμένα στεφάνια μαζεύτηκαν στα τείχη του, και ακόμη οι στρατιές της Ακλα δεν μπορούσαν να έρθουν.
»Αλλά μετά από ελπίδες τόσων χρόνων, και τη νύχτα που πιστοί κατάσκοποι είχαν φέρει το τριακοστό στεφάνι, το Αντελσπρουτζ ξαφνικά τρελάθηκε. Όλες οι καμπάνες χτυπούσαν φρικιαστικά στα καμπαναριά του, αλόγα έτρεχαν ξέφρενα στους δρόμους του, όλα τα σκυλιά ούρλιαζαν, αλλά οι απαθείς κατακτητές ξύπνησαν, στριφογύρισαν στα κρεβάτια τους και κοιμήθηκαν ξανά και είδα την γκρί­ζα σκοτεινή μορφή του Αντελσπρουτζ να σηκώνεται, στολίζοντας τα μαλλιά του με τα φαντάσματα των καθεδρικών ναών και να απο­μακρύνεται περπατώντας από την πόλη της. Και η τεράστια σκο­τεινή μορφή που ήταν η ψυχή του Αντελσπρουτζ έφυγε προς τα βου­νά μουρμουρίζοντας και εκεί την ακολούθησα γιατί αυτή δεν ήταν που με μεγάλωσε; Ναι. πήγα μόνος μου στα βουνά, και για τρεις μέρες, τυλιγμένος σε ένα μανδύα, κοιμήθηκα μέσα στις ομιχλώδεις ερημιές τους. Δεν είχα καθόλου φαγητό να φάω, και για να πιω υπήρ­χε μόνο το νερό των βουνίσιων ρυακιών. Τη μέρα δεν με πλησίαζε κα­νένα πλάσμα, και δεν άκουγα τίποτε άλλο παρά τον ήχο του αέρα, και τα βουνίσια ρυάκια που κελάρυζαν με θόρυβο. Αλλά για τρεις νύχτες άκουγα ολόγυρα στα βουνά τους ήχους μιας μεγάλης πόλης: εί­δα τα φώτα ψηλών παραθυριών από καθεδρικούς ναούς να λαμπυρί­ζουν για μια στιγμή πάνω στις κορυφές, και μερικές φορές το αμυδρό φως φαναριού από κάποια στρατιωτική περίπολο. Και είδα το τερά­στιο ομιχλώδες περίγραμμα της ψυχής του Αντελσπρουτζ να κάθε­ται στολισμένη με τους άυλους καθεδρικούς ναούς της, μιλώντας στον εαυτό της, με τα μάτια της καρφωμένα μπροστά της σε ένα τρε­λό βλέμμα, μιλώντας για αρχαίους πολέμους. Και μέσα στα μπερ­δεμένα λόγια της, όλες εκείνες τις νύχτες πάνω στα βουνά, μερικές φορές υπήρχε η φωνή της κυκλοφορίας, και μετά εκκλησιαστικών καμπάνων, και μετά στρατιωτικών σαλπίγγων, αλλά πιο συχνά υπήρχε η φωνή του κόκκινου πολέμου —και τα πάντα ήταν ασυνάρ­τητα, και αυτή είχε τρελαθεί εντελώς.
»Την τρίτη νύχτα έβρεχε συνεχεία, αλλά εγώ παρέμεινα εκεί για να παρατηρήσω την ψυχή της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Και αυτή κα­θόταν ακόμη κοιτάζοντας ίσια μπροστά της, παραληρώντας -αλλά τώρα η φωνή της ήταν πιο απαλή, υπήρχαν πιο πολλές μελωδίες μέ­σα της, και πότε-πότε κάποιο τραγούδι. Τα μεσάνυχτα πέρασαν, και οι ερημότοποι των βουνών ήταν ακόμη γεμάτοι από τους ψιθύρους της καημένης τρελής πόλης. Και έφτασαν οι μεταμεσονύχτιες ώρες, εκείνες οι κρύες ώρες τις οποίες πεθαίνουν οι άρρωστοι.
»Ξαφνικά αντιλήφθηκα τεράστιες μορφές να κινούνται μέσα στη βροχή και άκουσα τον ήχο από φωνές οι οποίες δεν ήταν της πόλης μου αλλά ούτε και από κάποιον που γνώριζα. Και σύντομα διέκρινα, αν και αμυδρά, τις ψυχές από ένα τεράστιο πλήθος πόλεων, να σκύβουν όλες πάνω από το Αντελσπρουτζ και να το παρηγορούν, και τα φαράγγια των βουνών βρυχήθηκαν εκείνο το βράδυ με τις φωνές πόλεων που είχαν παραμείνει σιωπηλές για αιώνες. Γιατί εκεί κατέφτασε η ψυχή του Κάμελοτ που εδώ και τόσο καιρό είχε λησμονήσει το Ουσκ -και εκεί βρι­σκόταν και το Ίλιον, περιβαλλόμενο από πύργους που ακόμη κατα­ριόταν το γλυκό πρόσωπο της καταστροφικής Ελένης— εκεί είδα τη Βαβυλώνα και την Περσέπολη, και το γενειοφόρο πρόσωπο της ταυρόμορφης Νινευής, και την Αθήνα να θρηνεί τους αθάνατος θεούς της.
»Όλες αυτές οι ψυχές των πόλεων που ήταν νεκρές μίλησαν εκεί­νη τη νύχτα πάνω στο βουνό στην πόλη μου και την κατεύνασαν, μέ­χρι που τελικά δεν μουρμούριζε πια για πολέμους, και τα μάτια της δεν ατένιζαν πια με άγριο ύφος, αλλά έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στα χέρια της και έκλαψε για κάμποσο σιγανά. Στο τέλος σηκώθη­κε, και, περπατώντας αργά και με λυγισμένο το κεφάλι, και στηρι­ζομένη πάνω στο Ίλιον και το Κάρθατζ, κατευθύνθηκε πένθιμα προς τα ανατολικά —και η σκόνη από τις λεωφόρους της στροβιλιζό­ταν πίσω της καθώς αυτή προχωρούσε, μια άυλη σκόνη που ποτέ δεν γινόταν λάσπη παρ' όλη τη δυνατή βροχή. Και έτσι οι ψυχές των πό­λεων την οδήγησαν μακριά, και σιγά-σιγά χάθηκαν από το βουνό, και ο: αρχαίες φωνές έσβησαν στην απόσταση.
»Από τότε δεν ξαναείδα ζωντανή την πόλη μου -παλιά μια φορά συνάντησα έναν ταξιδιώτη που είπε πως κάπου στη μέση μιας τερά­στιας ερήμου βρίσκονται μαζεμένες οι ψυχές όλων των νεκρών πόλε­ων. Είπε πως κάποτε είχε χαθεί σε ένα μέρος όπου δεν υπήρχε νερό, και άκουσε τις φωνές τους να μιλάνε όλη τη νύχτα».
Αλλά εγώ είπα: «Βρέθηκα κάποτε χωρίς νερό σε μια έρημο και άκουσα μια πόλη να μου μιλάει, αλλά δεν ήξερα αν μου μιλούσε πραγματικά, γιατί εκείνη την ήμερα άκουσα τόσα φριχτά πράγματα, και μόνο μερικά από αυτά ήταν αληθινά».
Και ο άντρας με τα μαύρα μαλλιά είπε: «Πιστεύω πως είναι αλή­θεια, αν και δεν γνωρίζω πού πήγε. Το μόνο που ξέρω είναι πως με βρή­κε ένας βοσκός το πρωί λιπόθυμο από την πείνα και το κρύο, και με μετέφερε εδώ —και όταν έφτασα στο Αντελσπρουτζ ήταν, όπως αντι­λήφθηκες και εσύ, νεκρό».




terranova (Φανταστική Βιβλιοθήκη)

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013





Αγάπη

Τόσες μέρες, άι, τόσες μέρες
να σε βλέπω τόσο ακλόνητη και τόσο κοντά μου,
πώς πληρώνεται αυτό, με τι το πληρώνω;

Η αιμόχαρη άνοιξη
στα δάση ξύπνησε,
βγαίνουν οι αλεπούδες απ’ τις σπηλιές τους,
τα ερπετά πίνουν δροσιά,
κι εγώ πάω μαζί σου πάνω στα φύλλα,
ανάμεσα σε πεύκα και σιωπή,
κι αναρωτιέμαι αν τούτη την ευδαιμονία
πρέπει να την πληρώσω, πώς και πότε.

Απ’ όσα πράγματα έχω δει,
μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,
απ’ ό,τι έχω αγγίξει,
μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω:
αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,
μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.

Πώς να γίνει αγάπη, αγαπημένη,
δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,
δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,
εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,
φυσικότατα ερωτευμένος.
μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ.

Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω
αν λείψουν μια στιγμή τα ματιά σου.
Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει.

Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος,
και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα
που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερικοκιές.

Γι’ αυτό αγαπώ κι όχι γι’ αυτό,
για τόσα πράγματα και τόσο λίγα,
κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας
μισόκλειστος και ολικός,
σημαιοστόλιστος και πενθηφορεμένος,
λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια
και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί

 


Πάμπλο Νερούδα
Μτφ: Δανάη Στρατηγοπούλου



LoverS

Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Σ’ακούω που έρχεσαι…


Σ’ακούω…
Σ’ακούω που έρχεσαι…
Σε ξεγέλασα πέντε φορές
Πέντε πόλεμοι… φυλακές… στήσιμο στον τοίχο…
Σε ξεγέλασα!

Σ’ακούω…
Σ’ακούω που έρχεσαι…

Σ’ακούω…