Τρίτη 20 Ιουλίου 2010



Εδέμ



Με έναν παράδοξο αλλά αμετάκλητο τρόπο,  έχουμε ηττηθεί.
Και η ήττα καλπάζει σαν καρκίνος μέσα στο αίμα μας…
Δεν έχουμε πέσει, δεν έχουμε συντριφτεί,
τα κόκαλα της φρόνησης ακόμη στέκουν κι όμως,
έχουμε ηττηθεί.
Και δεν το βλέπει ακόμη κανείς μας…



Το τοπίο ολόγυρα, είναι ένας πανέμορφος, ολάνθιστος κήπος, μια μυθική Εδέμ.
Όλα είναι όμορφα εδώ, όλα δείχνουν όμορφα, όλα μυρίζουν όμορφα.
Μπορεί να είναι ψεύτικα, όμως μοιάζουν αληθινά.
Και τα χρώματα…
Το κόκκινο είναι ένα υπέροχο κόκκινο, απίστευτα ζωηρό, απίστευτα ζωντανό.
Το κίτρινο, σε αγγίζει τόσο λάγνα, σε χαϊδεύει, σε εμπαίζει σχεδόν με την… αληθινότητά του.
Το μπλε… δεν έχει δει κανείς τέτοιο μπλε κι ούτε πρόκειται να δει ποτέ…
Κι όμως, στο βαθύτερο στρώμα του ασυνειδήτου όλων, τούτο το κόκκινο, το κίτρινο, το μπλε, το μενεξεδί, το πράσινο, όλα υπάρχουν, ζωντανά, ακέραια και ακλόνητα, όλα αυτά τα χρώματα που είναι σχεδόν σαν άνθρωποι, έχουν προσωπικότητα, έχουν… συνείδηση της ύπαρξής τους!

Το τοπίο ολόγυρα είναι ένας θρασύς και σφριγηλός Παράδεισος.
Τα μεγέθη… δεν είναι συνηθισμένα αυτά τα μεγέθη, νομίζω πως ξέρω πια τι σημαίνει να είναι κανείς υγιής, αληθινά υγιής. Τα δέντρα, τα πουλιά, όλα όσα ζουν, το νερό, ναι, ακόμα και το νερό έχει μια άλλη… εικόνα, μια άλλη γεύση, μια ιδιαίτερη ζωηράδα λες κι είναι ένα νερό… εφηβικό, νεαρό, στην αρχή της ύπαρξής του!
 Περπατώ ανάμεσα σε όλα τούτα, ανασαίνω μυρωδιές σπάνιες, πρωτόγνωρες και ο οργανισμός μου αρνείται σχεδόν να συμφιλιωθεί με αυτό το θρίαμβο σφριγηλότητας και ρώμης. Τα πνευμόνια μου ρουφούν τον αέρα και νομίζω πως θα σκάσω, θα διαλυθώ. Η καρδιά μου χτυπάει περίεργα, πρώτη φορά οι φλέβες μου γιορτάζουν με αυτό τον παγανιστικό ενθουσιασμό.
Όλη τούτη η ευφορία είναι σχεδόν ανυπόφορη!
 Πόσο ψεύτικός, πόσο υπέροχα ψεύτικος είναι αυτός ο κόσμος…
Κανένας πόνος, καμιά θλίψη, καμιά αγωνία…
 Σ’ αυτό τον κόσμο, βρήκα όσους αναζητούσα καιρό και τους βρήκα χαμογελαστούς, όμορφους, ισορροπημένους, αρμονικούς, εγκάρδιους. Πόσο διαφορετικοί είναι όλοι τους εδώ! Πόσο αλλαγμένη η συμπεριφορά τους, πόσο ανυπόκριτη, πόσο απλή! Μου δίνουν το χέρι χωρίς να φοβούνται, εκφράζουν τα συναισθήματά τους χωρίς να διστάζουν, είναι τόσο… ανάγλυφοι! Δεν ξέρω γιατί αλλά αισθάνομαι πως αυτό τους αντιπροσωπεύει απόλυτα. Ναι, όλοι εδώ, όλα εδώ, είναι ανάγλυφα και τρισδιάστατα, ίσως πολυδιάστατα. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως έχουμε τόσες διαστάσεις, πως είμαστε τόσο όμορφοι, πως έχουμε τόσο… φως!
Κι όμως, η 'αλήθεια' τους, η κραυγαλέα αλήθεια όλων εδώ μέσα, κάπου αρχίζει και… με ενοχλεί, με φέρνει σε αμηχανία, με κάνει να φοβάμαι. Ακόμη δεν καταλαβαίνω το γιατί. Κι όμως ξέρω. Τι είδους ζωή έχω ζήσει ως σήμερα;
 Ζούμε στο σκοτάδι, ολόκληρη η δήθεν δημιουργική ζωή μας είναι μια ζοφερή, μουντή και ανηδονική αθλιότητα. Μπροστά σε τούτο το πανηγύρι φωτός στον παραδείσιο κόσμο ό,τι νόμιζα πως έχει σημασία, συντρίφτηκε, χάθηκε, σα να μην υπήρξε ποτέ!
   
Δεν μας το είπαν, δεν κάναμε το κόπο να το ανακαλύψουμε,
έσκασε σαν φωτεινό μετέωρο κάποια μελαγχολική αυγή…
ηττηθήκαμε, ο δρόμος είναι αδιέξοδος, δεν οδηγεί πουθενά, ηττηθήκαμε..
Και δεν εμπιστευόμαστε ούτε τη φωνή της ίδιας της ψυχής μας…
  
Είμαι καθισμένος στην όχθη του μικρού ποταμιού και αφήνω το βλέμμα μου να δεσμευτεί απ’τη ροή, την ασταμάτητη ροή του. Εγώ ακίνητος, εκείνο ροϊκό. Μα, από μια άλλη άποψη, εγώ πάντα ροϊκός, εκείνο στην ουσία ακίνητο, πάντα ίδιο…
Αυτό το ποτάμι όμως δεν μοιάζει με όσα ήξερα, γιατί αυτό θέλει να συμμετέχει στην κατάστασή μου, θέλει να είναι κοινωνός της δικής μου ροής. Σε τούτο το μαγεμένο κόσμο, όλα συμμετέχουν μέσα σε όλα, όλα… δια-δρούν, όλα μπλέκονται μέσα σε όλα ώστε είναι πια δύσκολο να τα ξεχωρίσεις.
Όλα μεταμορφώνονται εδώ, σκέφτομαι καθώς ακούω το ποτάμι να τρέχει.
Ναι, όλα, μου απαντά εκείνο και, δεν απορώ, δεν φοβάμαι, δεν αντιδρώ στο «παράλογο» του διαλόγου με το υγρό στοιχείο.
Πάντα επικοινωνούσες με μένα, ή μάλλον εγώ επικοινωνούσα, προσπαθούσα να επικοινωνήσω με σένα.
Κι εγώ δεν σε άκουγα.
Όχι πάντα. Κάποιες φορές με άκουγες. Ήταν οι στιγμές της καλύτερης έμπνευσής σου. Οι στιγμές που ήσουν ερωτευμένος, ανοιχτός, σε κίνηση, φιλόξενος και ουσιαστικός. Δεν τις θυμάσαι αυτές τις στιγμές;
Κοιτούσα το νερό με μάτια υγρά, το είδωλο είχε θολώσει. Δεν ξέρω… ίσως να θυμάμαι, απάντησα.
Και βέβαια θυμάσαι. Γιατί εγώ είμαι μέσα σου. Και όσο είμαι εγώ μέσα σου δε θα σε αφήνω να ξεχάσεις.
Καμιά φορά είναι τόσο λυτρωτικό να ξεχνάς. Και τόσο σκληρό να θυμάσαι…
 Το νερό σιώπησε, όμως εγώ εξακολουθούσα να το ακούω, εδώ, σ’αυτό τον αλλόκοτο κόσμο, ακόμα κι όταν κάτι σιωπά, σου μιλάει, ακούς τον απόηχο, τον ψίθυρο, τη μουσική του… πως γίνεται όλα να είναι σιωπηλά και μαζί τόσο… φλύαρα; Πως μπορείς αληθινά να ηρεμείς μέσα σε μια γιορτή από φωνές, ήχους, μουσικές;
 Αγκάλιασα τον εαυτό μου. Ξαφνικά κρύωνα πολύ. Ξαφνικά, ακόμη και μέσα σ’ αυτό τον παράδεισο βίωσα με μια φοβερή, καταθλιπτική ακεραιότητα την μοναξιά μου…
  
Δεν πρόκειται να μάς το αφαιρέσει κανείς.
Είναι η αλήθεια μας, είναι η δέσμευσή μας.
Τα βήματά μας, κάθε μέρα, όλο και πιο βαριά, όλο και πιο κοντά…
Τα βήματά μας, κάθε μέρα όλο και πιο γερασμένα, όλο και πιο κουρασμένα…
Κι εμείς, απλώνουμε τα χέρια μας όπως το βλέμμα μας,
σε ένα σύμπαν παχύρρευστο, δηλητηριώδες, μοχθηρό και ανόσιο…

 07-03-2006

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Oι Καθρέφτες στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες




από http://www.λέσχη.gr/forum/content.php


Είναι γνωστό πως οι καθρέφτες, οι λαβύρινθοι κι οι τίγρεις στοιχειώνουν τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges) κι έτσι τα συναντάμε πολύ συχνά στα κείμενά του. Ο καθρέφτης είναι για τον Μπόρχες αντικείμενο σπουδαίο και μαγικό και στο διήγημα "Ο Καθρέφτης κι η Μάσκα" (El Espejo y la Máscara) ο βασιλιάς ανταμείβει τον βάρδο για το καταπληκτικό του έργο με έναν καθρέφτη. Είναι επίσης ιερός έτσι που να μπορεί να βρεθεί μέσα σ’ έναν όρκο:
Εκείνες τις νύχτες ορκίστηκα στον θεό που βλέπει με δύο πρόσωπα και σ’ όλους τους θεούς τού πυρετού και των καθρεφτών να πλέξω έναν λαβύρινθο γύρω από άνθρωπο που φυλάκισε τον αδερφό μου.
Ο Θάνατος κι η Πυξίδα (La Muerte y la Brújula)
α) ο Φόβος για τον Καθρέφτη

Οι καθρέφτες λοιπόν απασχολούν τον αγαπημένο συγγραφέα και τον φοβίζουν, πράγμα που το ομολογεί άλλωστε κι ο ίδιος στο ποίημά του "Οι καθρέφτες" (Los Espejos):






Σήμερα, ύστερα από τόσα αμήχανα έτη
Που κάτω απ’ το φεγγάρι περιπλανιέμαι
Ποια τύχη και ποια μοίρα, αναρωτιέμαι
Μ’ έκανε τάχα να φοβάμαι τον καθρέφτη*

*(αυτή όπως και όλες οι άλλες μεταφράσεις στο παρόν κείμενο είναι δικές μου απευθείας από το πρωτότυπο κι ευχαριστώ που τις υπομένετε)

Γιατί μπορεί όμως τάχα κάποιος να φοβάται έναν καθρέφτη; Πιστεύω πως πρόκειται για τον τρόμο που νοιώθει μια ανεπτυγμένη αντίληψη όταν έρχεται αντιμέτωπη με το άπειρο και την απάνθρωπη πρόκληση να το κατανοήσει. Όμοια με όταν, για παράδειγμα, καλούμαστε να χωρέσουμε στο πεπερασμένο μυαλό μας πως το σύμπαν είναι άπειρο και δεν τελειώνει πουθενά. Θυμάμαι πως στο μπάνιο, στο σπίτι που μεγάλωσα, είχαμε πάνω από το νεροχύτη ένα ντουλαπάκι που τα τρία φύλλα του ήταν καθρέφτες και που όταν άνοιγες τα ακριανά οι καθρέφτες αυτοί έρχονταν αντιμέτωποι και κοιτούσα εντυπωσιασμένος το παιδικό μου είδωλο μέσα σ’ αυτούς να πολλαπλασιάζεται επ' άπειρον. 







...πολλαπλασιάστηκε επ’ άπειρον σε αντικριστούς καθρέφτες...
Ο Θάνατος κι η Πυξίδα (La Muerte y la Brújula)

Όμως καλύτερα για να δούμε πώς εξηγεί την φοβία του ο ίδιο ο Μπόρχες στο διήγημα "Οι Σκεπασμένοι Καθρέφτες" (Los Espejos Velados) :





Από παιδί γνώρισα αυτόν τον τρόμο τού διπλασιασμού ή τού φασματικού πολλαπλασιασμού τής πραγματικότητας, όμως μπροστά στους μεγάλους καθρέφτες. Η αλάθητη και συνεχής λειτουργία τους, η παρακολούθηση των πράξεών μου από αυτούς, η κοσμική παντομίμα τους, απ’ την στιγμή που βράδιαζε γίνονταν υπερφυσικές. Μια από τις επίμονες παρακλήσεις μου στον Θεό και στον φύλακα άγγελό μου ήταν να μην ονειρευτώ καθρέφτες. Εγώ ξέρω πως τους παρακολουθούσα μ’ ανησυχία. Υπήρξαν φορές που φοβήθηκα πως θ’ άρχιζαν ν’ αποκλίνουν απ’ την πραγματικότητα. Κι άλλες, πως θα ‘βλεπα δύσμορφο μέσα σ’ αυτούς, σαν από κάποια παράξενη αντιξοότητα, το πρόσωπό μου. Έμαθα πως αυτός ο φόβος γύρισε, σαν από θαύμα, πίσω στον κόσμο.

Κι έπειτα, στο τέλος τής συγκεκριμένης μικρής εξιστόρησης μαθαίνουμε πως οι καθρέφτες ώθησαν την φίλη τού Μπόρχες στην παράνοια.

β) Η Σύγχυση

Έτσι οι καθρέφτες είναι υπερφυσικοί και αποτελούν γενικότερα σημείο σύγχυσης. Αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε σχεδόν σε κάθε απλή αναφορά σε καθρέφτη μέσα στα διάφορα διηγήματα όπου οι καθρέφτες δίνουν μια ψευδή αίσθηση, αναστατώνουν, κρύβουν, εξαπατούν, μπερδεύουν, εκπλήσσουν:





Το σπίτι δεν είναι τόσο μεγάλο, σκέφτηκε. Το μεγαλώνουν το μισοσκόταδο, η συμμετρία, οι καθρέφτες, τα πολλά χρόνια, η δική μου άγνοια, η μοναξιά.
Ο Θάνατος κι η Πυξίδα (La Muerte y la Brújula)


Ο καθρέφτης αναστάτωνε το βάθος ενός διαδρόμου ενός εξοχικού στην οδό Γαόνα...
Tlön, Uqbar, Orbis Tertius


Ξανάρχισαν το ψάξιμο και ανακάλυψαν ένα στενό παράθυρο συγκαλυμμένο πίσω από έναν χάλκινο καθρέφτη.
Ο Αγενής Τελετάρχης Κοτσουκέ Νο Σουκέ (El Incivil Maestro de Ceremonias Kotsuké no Suké)


...το απατηλό βάθος των καθρεφτών...
Tlön, Uqbar, Orbis Tertius


Το ίδιο του το πρόσωπο στον καθρέφτη, τα ίδια του τα χέρια, τον εξέπλητταν κάθε φορά.
Φούνες ο Μνήμων (Funes el Memorioso)


...κατηφόριζαν προς έναν παράδεισο ή κήπο του οποίου οι μεταλλικοί καθρέφτες κι οι μπερδεμένοι φράχτες από κυπαρίσσια προδιέγραφαν ήδη τον λαβύρινθο.
Η Παραβολή τού Παλατιού (Parábola del Palacio)


Στο χολ υπάρχει ένας καθρέφτης, που διπλασιάζει πιστά τις όψεις. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να συμπεραίνουν από αυτόν τον καθρέφτη πως η Βιβλιοθήκη δεν είναι άπειρη (εάν πραγματικά ήταν προς τί αυτός ο απατηλός διπλασιασμός; )
Η Βιβλιοθήκη τής Βαβέλ (La Biblioteca de Babel)

γ) Ο Πολλαπλασιασμός τής Ανθρώπινης Οδύνης

Πιστεύω πως ο Μπόρχες θεωρούσε πως ο άνθρωπος είναι οδύνη και ματαιότητα πράγμα που το βλέπουμε και στην "Ουτοπία ενός Κουρασμένου Ανθρώπου" (Utopía de un Hombre que Está Cansado) όπου ο μελλοντικός άνθρωπος ομολογεί πως όλη η ανθρωπότητα έχει στα σχέδιά της μια μαζική αυτοκτονία. Έτσι δεν είναι παράξενο που στο διήγημα "Tlön, Uqbar, Orbis Tertius" διαβάζουμε το εξής:







Από το μακρινό βάθος τού διαδρόμου ο καθρέφτης μάς παρακολουθούσε. Ανακαλύψαμε (μέσ’ στην προχωρημένη νύχτα αυτή η ανακάλυψη είναι αναπόφευκτη) πως οι καθρέφτες έχουν κάτι το τερατώδες. Τότε ο Μπιόι Κασάρες θυμήθηκε πως ένας αιρεσιάρχης τής Ούκμπαρ είχε δηλώσει πως οι καθρέφτες κι η συνουσία είναι απεχθείς διότι πολλαπλασιάζουν τον αριθμό των ανθρώπων. Τον ρώτησα ποια ήταν η πηγή αυτής τής αξιομνημόνευτης φράσης και μου απάντησε πως την συνάντησε στην The Anglo-American Cyclopaedia, στο λήμμα Ούκμπαρ.

Δεν ξέρω κατά πόσο η απίθανη αυτή δοξασία, που εδώ πιο πάνω αποδίδεται στον φανταστικό αιρεσιάρχη, έχει την ρίζα της στο Ισλάμ αφού την ξανασυναντούμε στο διήγημα "Ο Προσωπιδοφόρος Βαφέας Χάκιμ από το Μερβ" (El Tintorero Enmascarado Hákim de Merv):







Η γη όπου κατοικούμε είναι ένα σφάλμα, μια μισερή παρωδία. Οι καθρέφτες κι η πατρότητα είναι απεχθείς διότι πολλαπλασιάζουν κι επιβεβαιώνουν.

δ) Το Σημείο τού Μαγικού Συγκερασμού

Εδώ μπορεί να γίνει μια υπέρβαση κι αν ο καθρέφτης παραλληλίζεται με την πατρότητα τότε, μαζί με τον άχρονό του χαρακτήρα (για παράδειγμα, η εικόνα ενός πίνακα γερνάει καθώς τα χρόνια περνούν, η εικόνα όμως ενός καθρέφτη που μεταβάλλεται συνεχώς, όχι) μπορεί να συγκεράσει σε έναν αντικατοπτρισμό όλη την γενεαλογική συνέχεια:





Στην πέμπτη συνάντησαν έναν καθρέφτη κυκλικού σχήματος, έργο τού Σολόμωντα, γυιου τού Δαβίδ –συγχωρεμένοι ας είναι κι οι δυο τους!-- ο οποίος είχε μεγάλη αξία καθότι ήταν φτιαγμένος από διάφορα μέταλλα και όποιος κοίταζε στο τζάμι του έβλεπε τα πρόσωπα των προγόνων και τον απογόνων του από τον πρώτο Αδάμ μέχρι αυτούς που θα ακούσουν την Σάλπιγγα.
"Η Αίθουσα των Αγαλμάτων" (La cámara de las Estatuas)

Αυτό ο Μπόρχες το πάει ακόμα πιο πέρα στο διήγημα "Ο Καθρέφτης από Μελάνη" (El Espejo de Tinta) όπου εκεί βλέπουμε μια σταξιά από μελάνη μέσ’ στην παλάμη να λειτουργεί σαν καθρέφτης μέσα στον οποίο κάποιος έχει την δυνατότητα να δει όλα τα πράγματα που υπάρχουν στον κόσμο. Πιστεύω πως ίσως αυτή να είναι η αρχική σύλληψη που οδήγησε τον Μπόρχες αργότερα να γράψει "το Άλεφ" (El Aleph, ένα απόσπασμα μπορείς να βρεις κι >> εδώ <<<), το μαγικό σημείο όπου συνυπάρχουν όλα τα χωροχρονικά σημεία τού σύμπαντος. Την πιο φιλοσοφική εκδοχή πάντως αυτής τής άχρονης αφαίρεσης την συναντάμε αναφορικά με τον θεό:





Πιθανόν, ένα χαρακτηριστικό τού σταυρωμένου προσώπου να ενεδρεύει σε κάθε καθρέφτη· πιθανόν το πρόσωπο πέθανε, σβήστηκε, για να είμαστε ο Θεός όλοι μας.
Παράδεισος ΧΧΧΙ, 108 (Paradiso, XXXI, 108)

Κι ας μην πιστέψει κανείς πως υπήρξα εξαντλητικός ως προς τις Μπορχεσικές αναφορές σε καθρέφτες.

ε) Η Απάντηση

Την απάντηση λοιπόν στην αρχική ερώτηση τού Μπόρχες, γιατί τάχα φοβάται τους καθρέφτες, την δίνει ο ίδιος στο ίδιο εκείνο ποίημα:





Ο θεός έφτιαξε τις νύχτες που γεμίζουν
Όνειρα, σχήματα στου κάτροπτου τα βάθη
Πως είναι είδωλο, ο άνθρωπος να μάθει,
και ματαιότητα. Γι’ αυτό και μας φοβίζουν

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010


Άλυσος

Το σώμα του μυαλού μου
Ο νους του σώματος…
Μια αλυσίδα έδεσες από την νότια σκέψη
Ως τη βορινή απουσία
και ο κάθε κρίκος
ωκεάνιος στεναγμός…

το βλέμμα του νου μου
η νόηση των ματιών μου…

έχω ακόμη ένα στάχυ
από την αρπαγή της Κόρης
έμεινε δυο χιλιετηρίδες ακέραιο
να σε περιμένει
έχω ακόμη ένα σταμνί
ολόδροσο νερό των καθαρμών
κι ένα λευκό σεντόνι
στα σεπτά μυστήρια αν ποτέ αξιωθώ
μύστης να εισέλθω
στην άλυσο των αδελφών
ο έσχατος εγώ…

ο ήχος του αλλόκοτου
το στερέωμα των φθόγγων…
Εκάς οι βέβηλοι!
κι όλοι οι αγαπημένοι
Μακριά!

Αν πρόκειται ακέραιος να σβήσω
Αν πρόκειται ν’αναλωθώ
Έχω ένα σώμα να αφανίσω
Και μια ψυχή που φλέγεται
Από δροσιά!
Ένα μεγάλο θάνατο
Έχω να ζήσω
Και το χαμόγελό σας
Με αποσπά…

Ιουλ 2009

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010





Γυμνὸ σῶμα


Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.
Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.
Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.
Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.
Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.
Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.
Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.
Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.
Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.
Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;
Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.
Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;
Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.
Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.
Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.
Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;
Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010


ΕΝΑΣ


Ψάχνω τη δική μου φωνή
και ψάχνοντας τη χάνω
ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες
που ακούω απ'την αρχή της ανθρωπότητας
να ξεπηδούν μέσα μου
κι έχω τόση ανάγκη
απ'τη δική μου φωνή!

Είμαι ένα ασθενικό κερί
σ'ένα πελώριο σκοτεινό δωμάτιο
και πρέπει να το φωτίσω ολόκληρο!
Περιοχές από βαθύ σκοτάδι
αρχέγονες, τρύπες θεόρατες
πηχτής άγνοιας χάσκουν
γωνιές με λερωμένα χτες
που με στοιχειώνουν
κι έχω τόση ανάγκη από χιλιάδες κεριά
να διαλύσω τούτα τα πέπλα!

Είμαι πολλοί
και λαχταρώ να γίνω ένας
Είμαι κομμάτια
που ποθούν την ένωσή τους
Είμαι χιλιάδες
και διψάω να χτίσω τον εαυτό μου
Μέσα από πόσους διαδρόμους
θα αναζητώ λωρίδες της ψυχής μου;

13/3/00

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010






A Dream Within A Dream



Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.



I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?
 

Edgar Allan Poe


ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ Σ' ΟΝΕΙΡΟ

Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπο σου πάρε
και άφησε με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω
Αλήθεια λες σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.
Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς
μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφού η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογιαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι
και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.
Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο?

 (μετάφραση ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ)

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010



Η προσευχή ενός ειδωλολάτρη

Α, μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!
Πάλι την κρύα μου ζέστανε ψυχή,
εσύ, Ηδονή, που τις καρδιές παιδεύεις!
ω Diva, supplicem exaudi!

Θεά που’σαι στ’αγέρι σκορπισμένη,
φλόγα στο σπήλαιό μας το κρυφό,
άκουσε μια ψυχή αποκαμωμένη,
που ύμνο σού προσφέρει από χαλκό.

Γίνου Ηδονή, μόνη βασίλισσά μου!
Σειρήνας μάσκα φόρεσε, Θεά μου,
με τη σαρκοβελούδινη ομορφιά,

ή χύσε τις βαρύπνιες σου σ’εμένα,
μες στ’άυλα κρασιά, τα μαγεμένα,
ω Ηδονή, άπιαστη εσύ σκιά!!!

Charles Baudelaire [Les Fleurs du Mal, 1861]
Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης