Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος...


  

Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του, για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία να μεταχειρίζεσαι το νου χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Είμαστε υπεύθυνοι γι’αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της βρίσκεται όχι στην ανεπάρκεια του νου, αλλά στην έλλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους να τον μεταχειριζόμαστε χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλουSapere aude! Έχε θάρρος να μεταχειρίζεσαι το δικό σου νου! Τούτο είναι το έμβλημα του Διαφωτισμού.

Οκνηρία και δειλία είναι οι αιτίες που ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων μολονότι η Φύση από καιρό τους έχει ελευθερώσει από ξένη καθοδήγηση (naturaliter Maiorennes), ευχαρίστως μένουν όλη τη ζωή τους ανώριμοι. Και που γίνεται εύκολο σε άλλους να τους επιβληθούν ως κηδεμόνες. Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος. Έχω ένα βιβλίο, που έχει νου για μένα, έναν πνευματικό που έχει συνείδηση για μένα, ένα γιατρό που κρίνει τη δίαιτα για μένα κ.ο.κ. – δεν χρειάζεται λοιπόν να κουραστώ εγώ ο ίδιος. Δεν είναι ανάγκη να σκέπτομαι, όταν μπορώ απλώς να πληρώνω. Άλλοι θα αναλάβουν αυτή τη στενόχωρη δουλειά για μένα. Για να θεωρεί, το μέγιστο μέρος των ανθρώπων (μέσα εδώ ολόκληρο το ωραίο φύλο), το βήμα προς την ωριμότητα όχι μόνο δύσκολο, καθώς είναι, αλλά και πολύ επικίνδυνο –για τούτο φροντίζουν ήδη εκείνοι οι κηδεμόνες που έχουν αναλάβει με τόση καλοσύνη την εποπτεία του. Αφού πρώτα έκαμαν κουτά τα οικόσιτα ζώα τους και έλαβαν με άκρα προσοχή τα μέτρα τους, ώστε αυτά τα ήσυχα πλάσματα να μην επιτρέπουν στον εαυτό τους το τόλμημα να κάνουν βήμα έξω από την κούνια, όπου αυτοί τα έχουν κλεισμένα, τους δείχνουν έπειτα τον κίνδυνο που τα απειλεί αν προσπαθήσουν να βαδίσουν μόνα τους. Όμως ο κίνδυνος αυτός δεν είναι καθόλου τόσο μεγάλος, γιατί θα μπορούσαν με μερικά πεσίματα στην αρχή να μάθουν επιτέλους να περπατούν. Αλλά ένα παράδειγμα του είδους τούτου φέρνει τη δειλία και συνήθως τρομάζει τους ανθρώπους, έτσι ώστε να παραιτηθούν από κάθε άλλη απόπειρα στο μέλλον.

Για τον κάθε άνθρωπο χωριστά είναι λοιπόν δύσκολο να βγει με δική του προσπάθεια από την ανωριμότητα που του έχει γίνει ήδη φύση. Την έχει μάλιστα και αγαπήσει, και πραγματικά είναι στην αρχή ανίκανος να μεταχειριστεί το δικό του νου, γιατί ποτέ δεν τον άφησαν να το δοκιμάσει αυτό. Δόγματα και φόρμουλες, αυτά τα μηχανικά εργαλεία μιας έλλογης χρήσης ή μάλλον κατάχρησης των φυσικών του χαρισμάτων, είναι αλυσίδες μιας διαρκώς παρατεινόμενης ανωριμότητας. Εκείνος που θα τις πετούσε από πάνω του, πάλι μόνο ένα αβέβαιο πήδημα θα μπορούσε να κάνει απάνω από το πιο στενό χαντάκι, γιατί δεν είναι συνηθισμένος σε τέτοιαν ελεύθερη κίνηση. Για τούτο λίγοι μόνο υπάρχουν που με δικό τους δούλεμα του πνεύματός τους κατάφεραν να βγουν από την ανωριμότητα και μολοντούτο να έχουν σίγουρο περπάτημα…  


Immanuel KantΑπόκριση στο ερώτημα ‘τι είναι Διαφωτισμός’ [απόσπασμα]. Από τα Μικρά Δοκίμια, μετ: Ε. Παπανούτσου


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Η εξουσία είναι παντού...

 

«…Λέγοντας εξουσία δεν εννοώ ‘την Εξουσία’ ως σύνολο θεσμών και μηχανισμών που εξασφαλίζουν την υποταγή των πολιτών σ’ένα δοσμένο Κράτος. Ούτε εννοώ, με τη λέξη εξουσία, έναν τρόπο καθυπόταξης, που σε αντιδιαστολή με τη βία, έχει τη μορφή του κανόνα. Δεν εννοώ, τέλος, ένα γενικό σύστημα κυριαρχίας που ασκείται από ένα στοιχείο ή μια ομάδα επάνω σε μιαν άλλη και που οι επενέργειές του διατρέχουν, χάρη σε μια αλληλουχία αντιδράσεων, ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η ανάλυση με βάση την εξουσία δεν πρέπει να θέτει αξιωματικά, σαν αρχικά δεδομένα, την κυριαρχία του Κράτους, τη μορφή του νόμου ή τη σφαιρική ενότητα ενός εξουσιασμού. Αυτές δεν είναι μάλλον παρά οι τελικές της μορφές.

Με τον όρο εξουσία, νομίζω πως πρέπει καταρχήν να εννοούμε το πλήθος των σχέσεων δύναμης που ενυπάρχουν στο χώρο όπου ασκούνται και είναι συστατικές της οργάνωσής τους. Το παιχνίδι που μέσα από αδιάκοπους αγώνες και συγκρούσεις τις μεταμορφώνει, τις ενδυναμώνει, τις αντιστρέφει. Τα στηρίγματα που αυτές οι σχέσεις δύναμης βρίσκουν αναμέταξύ τους έτσι που να σχηματίζουν αλυσίδα ή σύστημα, ή, αντίθετα, τις αναντιστοιχίες, τις αντιφάσεις που απομονώνουν τη μια από την άλλη. Τις στρατηγικές τέλος, μέσα στις οποίες ενεργοποιούνται και που το γενικό τους σχέδιο ή η θεσμική τους αποκρυστάλλως υλοποιούνται στους κρατικούς μηχανισμούς, στη διατύπωση του νόμου, στις κοινωνικές ηγεμονίες. Την προϋπόθεση του δυνατού της εξουσίας, και οπωσδήποτε τη σκοπιά που επιτρέπει να γίνεται κατανοητή ή άσκησή της, ίσαμε και στις πιο ‘περιφερειακές’ της ενέργειες, και που επιτρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε τους μηχανισμούς της σαν κλειδί για την κατανόηση του κοινωνικού χώρου, δεν πρέπει να τ’ αναζητούμε στην πρωταρχική ύπαρξη ενός κεντρικού σημείου, σε μια ενιαία εστία κυριαρχίας απ’ όπου εκπέμπονται διάφορες παράγωγες και κατιούσες μορφές. Είναι το κινούμενο υπόβαθρο των σχέσεων δύναμης που οδηγούν αδιάκοπα, με την ανισότητά τους, σε καταστάσεις εξουσίας, πάντοτε όμως τοπικές και ασταθείς.

Πανταχού παρουσία της εξουσίας: όχι επειδή έχει τάχα το προνόμιο να συγκεντρώνει τα πάντα κάτω από την ακατανίκητη ενότητά της, αλλά επειδή εμφανίζεται κάθε στιγμή σε κάθε σημείο, ή μάλλον σε κάθε σχέση ενός σημείου μ’ ένα άλλο. Η εξουσία είναι παντού. Όχι επειδή συμπεριλαμβάνει τα πάντα, αλλά επειδή έρχεται από παντού. Και ‘η’ εξουσία σε ο,τι διαθέτει το σταθερό, το επαναληπτικό, το αδρανές, το αυτό-αναπαραγωγικό, δεν είναι παρά το συνολικό αποτέλεσμα που διαγράφεται με βάση όλες αυτές τις κινητικότητες, ή αλληλουχία που βρίσκει στήριγμα στην καθεμιά απ’αυτές και που προσπαθεί, από τη μεριά της, να τις στερεώσει. Πρέπει το δίχως άλλο να είμαστε νομιναλιστές: η εξουσία δεν είναι θεσμός, ούτε δομή, δεν είναι μια συγκεκριμένη δύναμη που κατέχουν μερικοί: είναι το όνομα που δίνουμε σε μια πολυσύνθετη κατάσταση σε μια δοσμένη κοινωνία

 

…Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή, θα μπορούσαμε να κάνουμε ορισμένες προστάσεις:

-      Ότι η εξουσία δεν είναι κάτι που αποκτιέται, αποσπάται ή μοιράζεται, κάτι που κρατάμε ή αφήνουμε να ξεφύγει. Η εξουσία ασκείται από αμέτρητα σημεία σ’ένα παιχνίδι άνισων και κινητών σχέσεων.

-      Ότι οι σχέσεις εξουσίας δεν βρίσκονται σε εξωτερική θέση αναφορικά με άλλους τρόπους σχέσεων (οικονομικές διαδικασίες, σχέσεις γνώσης, σεξουαλικές σχέσεις) αλλά είναι ενύπαρκτες σε αυτές. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα των κατανομών, των ανισοτήτων και των ανισορροπιών που εμφανίζονται μέσα σε αυτές και αποτελούν, αντίστοιχα, τις εσωτερικές προϋποθέσεις αυτών των διαφοροποιήσεων. Οι σχέσεις εξουσίας δεν βρίσκονται σε θέσεις υπερδομής, μ’ ένα σκέτο ρόλο απαγόρευσης ή επανεπικύρωσης. Εκεί που λειτουργούν, παίζουν ένα άμεσα παραγωγικό ρόλο.

-      Ότι η εξουσία έρχεται από κάτω. Ότι δεν υπάρχει δηλαδή, στη βάση των σχέσεων εξουσίας, και σα γενική μήτρα, κάποια δυαδική και καθολική αντίθεση ανάμεσα στους εξουσιαστές και στους εξουσιαζόμενους, που οι συνέπειές της προχωρούν από τα πάνω προς τα κάτω, αγγίζοντας ολοένα και πιο περιορισμένες ομάδες, μέχρι τα έγκατα του κοινωνικού σώματος. Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι οι πολλαπλές σχέσεις δύναμης που διαμορφώνονται και λειτουργούν μέσα στους μηχανισμούς της παραγωγής, στις οικογένειες, στις ομάδες, στους θεσμούς, χρησιμεύουν σαν υπόβαθρο σε πλατειές διασχαστικές ενέργειες που διατρέχουν το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Αυτές σχηματίζουν τότε μια γενική γραμμή δύναμης που διαπερνά τις τοπικές συγκρούσεις και τις συνδέει. Βέβαια, επιφέρουν πάνω τους, με τη σειρά τους, διάφορες ανακατατάξεις, ευθυγραμμίσεις, ομοιογενοποιήσεις, διευθυετήσεις, συγκλίσεις. Οι μεγάλες δυναστεύσεις είναι οι συνέπειες της ηγεμονίας που συνεχώς υποβαστάζει η ένταση όλων αυτών των συγκρούσεων.

-      Ότι οι σχέσεις εξουσίας είναι ταυτόχρονα σκόπιμες και όχι υποκειμενικές. Πράγματι, αν είναι κατανοητές αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι η συνέπεια ενός άλλου φορέα που τις ‘εξηγεί’ αλλά στο ότι τις διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη μια πρόθεση: δεν υπάρχει εξουσία που να ασκείται χωρίς μια σειρά από βλέψεις και στόχους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απορρέει από την εκλογή ή την απόφαση ενός ατομικού υποκειμένου. Ας μην ψάχνουμε για το επιτελείο που πρυτανεύει στη λογικότητά της. Ούτε η κάστα που κυβερνά, ούτε οι ομάδες που ελέγχουν τους κρατικούς μηχανισμούς, ούτε εκείνοι που παίρνουν τις πιο σημαντικές οικονομικές αποφάσεις διαχειρίζονται ολόκληρο το δίκτυο της εξουσίας που λειτουργεί μέσα σε μια κοινωνία (και που την κάνει να λειτουργεί). Η λογικότητα της εξουσίας είναι η λογικότητα τακτικών που είναι συχνά σαφέστατες στο περιορισμένο επίπεδο όπου ανήκουν –τοπικός κυνισμός της εξουσίας- και που καθώς αλυσώνονται αναμεταξύ τους, καθώς αλληλοζητούνται και αλληλοδιαδίδονται, βρίσκοντας τα στηρίγματα και τις προϋποθέσεις τους αλλού, φτάνουν τελικά να σχηματισουν τους γενικότερους μηχανισμούς: εκεί η λογική είναι επίσης απόλυτα σαφής, οι επιδιώξεις κατανοητές κι ωστόσο συμβαίνει να μην υπάρχει πια κανείς για να τις συλλάβει κι σχεδόν κανείς για να τις διατυπώσει: εξυπακουόμενος χαρακτήρας των μεγάλων ανώνυμων, σχεδόν βουβών, στρατηγικών που συντονίζουν φλύαρες τακτικές, των οποίων οι ‘επινοητές’ ή οι υπεύθυνοι είναι συχνά ανυπόκριτοι.

-      Ότι εκεί όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει αντισταση κι ότι ωστόσο, ή μάλλον από τούτο το ίδιο το γεγονός, η αντίσταση αυτή δεν βρίσκεται σε θέση εξωτερική προς την εξουσία. Πρέπει άραγε να πούμε ότι είμαστε αναγκαστικά ‘μέσα’ στην εξουσία, ότι δεν της ‘ξεφεύγουμε’, ότι δεν υπάρχει, σε σχέση με αυτήν, απόλυτο εξωτερικό, αφού είμαστε οπωσδήποτε υποταγμένοι στο νόμο; Ή ότι επειδή η ιστορία είναι η πανουργία της λογικής, η εξουσία είναι κι αυτή από τη μεριά της η πανουργία της ιστορίας –αυτή που πάντα κερδίζει; Αυτό θα σήμαινε ότι παραγνωρίζουμε τον αυστηρά σχεσιακό χαρακτήρα των σχέσεων εξουσίας, που δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο σε συνάρτηση με μια πολλαπλότητα σημείων αντίστασης: μέσα στις σχέσεις εξουσίας, αυτά παίζουν το ρόλο του αντιπάλου, του στόχου, του στηρίγματος, της εξοχής για μια λαβή. Αυτά τα σημεία αντίστασης είναι παρόντα παντού μέσα στο δίκτυο της εξουσίας. Δεν υπάρχει επομένως, σε σχέση με την εξουσία, ένας τόπος της μεγάλης Άρνησης –ψυχή της εξέγερσης, εστία όλων των ανταρσιών, καθαρός νόμος της επανάστασης. Αλλά, απλά αντιστάσεις, που αποτελούν περιπτώσεις σε επίπεδο του είδους: δυνατές, αναγκαίες, απίθανες, αυθόρμητες, άγριες, μοναχικές, προσχεδιασμένες, χαμερπείς ή γεμάτες αυταπάρνηση. Εξ ορισμού δεν μπορούν να υπάρχουν παρά μόνο μέσα στο στρατηγικό πεδίο των σχέσεων εξουσίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι μόνο ο αντίκτυπός τους, το αποτύπωμά τους ‘εν κοίλω’ που αποτελεί, σε σχέση με τη θεμελιακή δυνάστευση, έναν αντίποδα, τελικά πάντα παθητικό, καταδικασμένο σε μιαν ατέλειωτη ήττα. Οι αντιστάσεις δεν εξαρτώνται από κάποιες ετερογενείς αρχές. Αλλά και δεν είναι ωστόσο ένα δόλωμα ή μια κατ' ανάγκη υπόσχεση. Αποτελούν τον άλλο όρο στις σχέσεις εξουσία. Εγγράφονται μέσα τους σαν το απαραίτητο αντίκρυσμα. Επομένως, είναι κι αυτές μοιρασμένες με τρόπο ακανόνιστο: τα σημεία, οι κόμποι, οι εστίες αντίστασης είναι σκορπισμένα με περισσότερη ή λιγότερη πυκνότητα στο χρόνο και στο χώρο, ντρεσάροντας κάποτε ομάδες ή άτομα με τρόπο οριστικό, ανάβοντας ορισμένα σημεία του σώματος, ορισμένα στοιχεία της ζωής, ορισμένους τύπους συμπεριφοράς. Μήπως μεγάλες ριζικές τομές, μερικοί δυαδικοί και συμπαγείς; Καμιά φορά, ναι. Τις περισσότερες φορές όμως έχουμε να κάνουμε με σημεία αντίστασης κινητά και μεταβατικά, που σπάζουν τις ενότητες και προκαλούν ανασυντάξεις, που αυλακώνουν τα ίδια τα άτομα, τα διαμελίζουν και τα ξαναπλάθουν, χαράζοντας μέσα τους, στο σώμα και στην ψυχή τους, περιοχές απόρθητες. Όπως ακριβώς το δίκτυο των σχέσεων εξουσίας τελικά σχηματίζει έναν πυκνό ιστό που διασχίζει τους μηχανισμούς και τους θεσμούς χωρίς να εντοπίζεται με ακρίβεια πάνω τους, με τον ίδιο τρόπο και η διασπορά των σημείων αντίστασης διασχίζει τις κοινωνικές στρωματώσεις και τις ατομικές μονάδες. Και ασφαλώς, εκείνο που κάνει δυνατή μια επανάσταση, είναι ακριβώς η στρατηγική κωδίκωση αυτών των σημείων αντίστασης, περίπου με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος στηρίζεται στη θεσμική συνένωση των σχέσεων εξουσίας…»

 

 Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της σεξουαλικότητας -  Η δίψα για γνώση, μτφ: Γκλόρυ Ροζάκη, εκδ. Ράππα

 

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Η δίψα για εκείνο που κρύβεται...


Αν πριν από τριάντα χρόνια, κάποιος μου ζητούσε μια καλή συμβουλή – κι επέμενε φορτικά, είναι η αλήθεια – θα του’λεγα: Πάψε να σκέφτεσαι και πιάσε να διαβάζεις. Και πιο πολύ: Να μελετάς έπειτα εκείνο που διάβασες. Και τελικά: Την τρίτη φορά, κράτα και σημειώσεις. Κι αν έχεις την πολυτέλεια του χρόνου, στοχάσου κιόλας. Ναι, ίσως έτσι να κατέληγα. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν θα είχα αυτό το ύφος πάντως αυτό θα ήταν το νόημα. Η ‘κεντρική ιδέα’ που λέγαν και οι δάσκαλοι της εποχής μου.

Αν σήμερα μου ζητούσε – πάλι πιεστικά και πιο πολύ τούτη τη φορά – μια ανάλογη συμβουλή – ‘καλής πνευματικής υγείας’ να την πω – θα ήταν: Κόψε το διάβασμα και πιάσε να στοχάζεσαι. Το πάψε να σκέφτεσαι δεν θα το άλλαζα. Γιατί άλλο πράγμα η σκέψη κι άλλο ο στοχασμός. Από σκέψεις δεν πάσχουμε. Ο νους έτσι κι αλλιώς στον τομέα αυτό λειτουργεί όπως το έντερο με τον περισσευούμενο εγκλωβισμένο αέρα. Τον αποβάλλει με τις γνωστές ηχητικές και… οσμηρές συνέπειες.

Τι γίνεται όμως με το στοχασμό; Που είναι το διαμάντι που έχει περάσει από χίλια κύματα για να πάρει τις γωνίες και τις έδρες του και την καθαρότητά του; Άνθρακα τον βρίσκεις στα έγκατα της γης και υπέρλαμπρο στολίδι γίνεται μια μέρα που το βλέπεις και το θαυμάζεις. Και παίρνει το φως από τη μια και στο δίνει αυτοκρατορικό ουράνιο τόξο από την άλλη. Φως κι έτσι κι αλλιώς. Όμως και όχι. Γιατί ο στοχασμός ό,τι προσλαμβάνει ακατέργαστο, θολούρα κι ίσκιο, το μεταβολίζει σε φάσμα χρωμάτων και λαμπερή βεντάλια που είναι ικανή σε μεταμορφώσει και μόνο με την ομορφιά της. Έτσι θα του’λεγα  λοιπόν όποιου ζητούσε κάποια συμβουλή καλά και σώνει: Κάνε τη σκέψη σου ομορφιά και η ομορφιά θα σε σώσει, για να θυμηθούμε και τον μέγα Φίοντορ.

Κι ακόμα: Πρόσεχε πολύ με ό,τι διαβάζεις και κυρίως, με ό,τι μηρυκάζεις.

Ναι, το’γραψα κιόλας κάποια χρόνια πριν σε μιαν ανάρτηση κι αισθάνθηκα πως ζορίστηκαν αρκετοί και άλλοι το είδαν πολύ ευνοϊκά κι έξυσαν το κεφάλι τους. Η μεγαλύτερη ευεργεσία που έκανα κάποτε στον εαυτό μου ήταν που έκοψα το διάβασμα, λέει κάπου ο Νίτσε. Όλα αυτά τα ξένα εγώ είχαν καταπλακώσει το δικό μου και δεν έπαιρνα ανάσα. Και ξαφνικά, σήκωσα ξανά κεφάλι κάτω απ’τις πλάκες! Δεν λέω πως φτάσαμε ή θα φτάσουμε ποτέ στα ύψη και στα βάθη που άγγιξε ο γίγαντας αυτός αλλά και τι μας νοιάζει; Μήπως και τα δικά μας βάθη και ύψη είναι λίγα; Μου αρέσει που πολλές φορές αναρωτιόμαστε για τον Πλάτωνα, το Μαρξ και το Νίτσε και στα δικά μας τα νερά είμαστε ακόμα στα ρηχά. Έξω – έξω, εκεί που… πατώνουμε και δεν τολμάμε να ξανοιχτούμε μπας και πνιγούμε.

Άγνωστα τα πελάγη και οι κορυφές απάτητες του δικού μας πλανήτη και θέλουμε να κατανοήσουμε την παγκόσμια φιλοσοφία και τα ξένα σύμπαντα σε βάθος και σε πλάτος! Αν δεν είναι πράξη ύστατης διαφυγής και έσχατης δειλίας αυτό τότε τι είναι;

Γιατί νομίζω δεν είναι από τεμπελιά που αποφεύγουμε το στοχασμό. Είναι από δειλία. Να το παραδεχθούμε κάποια μέρα, θα προσφέρουμε δωρεά στον εαυτό μας.

Μοιάζουμε δηλαδή με κείνον που λαχταράει τη θάλασσα αλλά δεν ξέρει να κολυμπάει. Βλέπει αλλά δεν τολμά. Ορέγεται αλλά δεν γεύεται. Κι αυτό από φόβο και δειλία, ίσως ακόμα και από δέος. Κι έτσι μένει στην ακρογιαλιά καιρούς ολόκληρους, ‘αδρανής και ατόφιος’.

Ας πούμε ότι το διάβασμα αυτό μπορεί να σου προσφέρει: ένα σπρώξιμο να πέσεις κι ας μην ξέρεις να κολυμπάς! Το διάβασμα σε προγυμνάζει, σε ετοιμάζει και τελικά σου δίνει τη σπρωξιά να πέσεις. Όμως, το κολύμπι - και αργότερα η βουτιά στα βαθιά- είναι δική σου υπόθεση. Γιατί το να είσαι με το νερό ως τα γόνατα δεν είναι η λύση.

Έχεις μπροστά σου τη μεγάλη πρόκληση κι εσύ απλά δροσίζεσαι. Αν δεν γευτείς το βίωμα ως τα εσώτερά σου μένεις με την αίσθηση μονάχα. Και ζηλεύεις και μισείς ακόμα όσους το απετόλμησαν.

Όμως, το ξέρεις, στα βάθη είναι η αλήθεια κι όχι στο πλατσούρισμα και στις διαφυγές των παιχνιδιών στα αβαθή και στα στεγνά. Και η δίψα για την αλήθεια είναι πιο βασανιστική κι απ’αυτή του σώματος που χωρίς νερό, αφυδατωμένο, νεκρώνεται σε μια βδομάδα. Η δίψα για εκείνο που κρύβεται εκεί και σε καλεί από τότε που σαρκώθηκες. Και δεν θα πάψει ποτέ να σε καλεί ν’αφήσεις τις ασφάλειες της παραλίας.

Με ρίσκο βέβαια, με κίνδυνο μα περισσότερο με την υπόσχεση επιτέλους, να βιώσεις, τελικά… να ζήσεις!

Μα τότε, θα μου συμπληρώσεις, η ωραία συμβουλή αλλάζει: Πάψε να στοχάζεσαι και ζήσε!

Κι έτσι είναι, πώς αλλιώς!

Με τη διαφορά πως όποιος έχει φτάσει σε τούτο το κατώφλι, δεν έχει ανάγκη από συμβουλές και γνώμες και απόψεις.

Μονάχα βιώνει ολόκληρος

Και σιωπά…



Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;



Είχα κάποτε ένα σπίτι…

Ήταν χτισμένο πάνω σε ένα παράξενο μόρφωμα από αρχαίους βράχους, σε ένα γκρεμό, πάνω απ’τη θάλασσα.

Ή ίσως πάλι να ήταν μέσα στη θάλασσα… 

Χτίστηκε, ναι… Δεν ξέρω από ποιους, δεν ξέρω πότε. Ήξερα όμως πως ήταν δικό μου και είχα το προνόμιο να το έχω ισόβιο ενδιαίτημα. Αν το επιθυμούσα, για όσο το επιθυμούσα. Παράξενο, αλλά δεν το αμφισβήτησα ποτέ αυτό. Ίσως γιατί κανείς δεν εμφανίστηκε ποτέ να το διεκδικήσει, να το ενοικήσει αντί για μένα… ή έστω, μαζί με μένα…

Και είχε το σπίτι αυτό μια θαυμάσια αρχιτεκτονική… απλή και λειτουργική, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δημιουργήματα της φύσης… δεν μπορείς να διανοηθείς ότι θα ήταν κάπως αλλιώς… γιατί είναι τέλεια… ώσπου κάποτε, μετά από χιλιάδες χρόνια να έχουν αλλάξει κι αυτά… ως και η τελειότητα εξελίσσεται… χλευάζει το χτες και προχωράει…

Θυμάμαι τέσσερις μεγάλες κολώνες… χοντρές όπως οι κορμοί χιλιόχρονων δέντρων. Και δεν θυμάμαι τοίχους πλήρωσης ή δοκάρια να φεύγουν από κάπου και να πηγαίνουν κάπου… δεν θυμάμαι στέγες, οροφές ή πατώματα… παράξενο… μονάχα αυτές τις κολώνες θυμάμαι σαν μηρούς κάποιου γίγαντα που γεννήθηκε πριν από τον άνθρωπο και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά… ως πότε αναρωτιόμουν καμιά φορά… ως πότε μπορεί να ζει οτιδήποτε; 

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;

Ζούσα όμορφα, ήσυχα και ειρηνικά γιατί το σπίτι μου το επέτρεπε. Οι βράχοι που είχε θεμελιωθεί μού το επέτρεπαν, η σχεδόν πάντα αγριεμένη θάλασσα που έσκαγε στη βάση αυτών των βράχων μού το επέτρεπε… το ίδιο το αλλόκοτο αυτό σπίτι μού του επέτρεπε… αλλά ήξερα, κάπως το ήξερα πως αυτό δεν θα κρατούσε για πάντα… κάποια στιγμή το σπίτι θα με έδιωχνε… το προνόμιό μου θα έπαυε να έχει ισχύ, θα ήμουν ίσως πια ανεπιθύμητος, ένα περιττό φορτίο γι αυτές τις θεόρατες κολώνες… 

Ζούσα ήρεμα και ειρηνικά… προστατευμένος μέσα σ’αυτό το αρχαίο παράξενο σπίτι… και μπορούσα να δω τα πάντα… μπορούσα να δω ολόγυρα αν γυρνούσα το κεφάλι μου… περιορισμοί δεν υπήρχαν… μπορούσα να δω τους βράχους, τη θάλασσα ύστερα τον ορίζοντα, ύστερα πάλι βράχους… μονάχα που κάποιες μέρες το σπίτι έκλεινε τα πάντα και δεν μού επέτρεπε να δω τίποτα… ένιωθα το σπίτι… θλιμμένο… ναι, αυτή είναι η λέξη… το ένιωθα να κλείνει σα στρείδι και να συρρικνώνεται… ο αέρας άλλαζε, γινόταν πιο βαρύς… το φως σκοτείνιαζε, χωνόμουν σε μια ζωντανή φυλακή που ήθελε να με αποκλείσει από οτιδήποτε…
Βρισκόμουν τότε σε ένα σιωπηλό, ζωντανό, αρχαίο τάφο… αλλά δε φοβόμουν… κάποτε κάποτε ανησυχούσα λίγο… περισσότερο συμπονούσα τούτο το σπίτι που υπέφερε από μιαν άγνωστη αιτία… ψηλαφούσα το σκοτάδι, άγγιζα μια μια τις κολώνες και τις αγκάλιαζα με το ανάπτυγμα των χεριών μου παρότι θα χρειάζονταν τρεις ακόμα για να κλείσουν μονάχα μια απ'αυτές… 

Κι άλλες φορές όλα ήταν τόσο διαφορετικά… χαρούμενα, φωτεινά, τραγουδιστά… μπορούσα να τα δω όλα να χαμογελούν, ως και τους βράχους να είναι λιγότερο συμπαγείς, ως και τη θάλασσα να είναι πιο φιλική… ο αέρας με πλημμύριζε με μια αίσθηση ηδονική… ήταν οι μέρες της χαράς, οι μέρες που το σπίτι με αγαπούσε και…

Και κάποια μέρα εμφανίστηκε ο πρόβολος

Εμφανίστηκε από το πουθενά και με έκανε να ριγήσω. Ξεπρόβαλλε μέσα στο σπίτι σαν φαλλός ενός γίγαντα σειληνού και κατάλαβα πως αυτή ήταν η αρχή του τέλους για μένα. Έπρεπε να εγκαταλείψω το σπίτι μου και να αναζητήσω στέγη κάπου αλλού… που όμως; Δεν είχα βγει ποτέ απ’το σπίτι… δεν χρειάστηκε, δεν το επιθύμησα, δεν το σκέφτηκα καν…

Ο πρόβολος ήταν ένα κυκλώπειο παλούκι που διαπερνούσε το σπίτι σαν κάρφος από την μια άκρη ως την άλλη και έμοιαζε να το έχει πληγώσει θανάσιμα… αυτό μπορούσα να το νιώσω… μπορούσα να νιώσω τους παλμούς του να αργοσβήνουν… μπορούσα να αισθανθώ την αγωνία του… μπορούσα ακόμη και να δω το αίμα του να τρέχει πάνω στις όμορφες κολώνες του… ο πρόβολος ήταν το μαχαίρι που το σκότωνε σιγά σιγά και απειλούσε και τη δική μου ύπαρξη…
Κάτι ακόμα πιο παράξενο είναι πως ποτέ δεν αναρωτήθηκα πώς εμφανίστηκε αυτός ο πρόβολος, αν είχε λόγο ύπαρξης, αν συμβόλιζε κάτι, αν ήταν αληθινός ή γέννημα της φαντασίας μου… της δική μου ή του σπιτιού… τον αποδέχτηκα σαν ένα φυσικό γεγονός… σαν κάτι τρομερό που δεν εύχεσαι να συμβεί ποτέ αλλά όταν συμβεί δεν παλεύεις να το ερμηνεύσεις. Μονάχα να το αντιμετωπίσεις. Αν μπορείς. Ή αν θέλεις…

Κάποια μέρα ξύπνησα βρεγμένος… πανικοβλήθηκα… η θάλασσα είχε εισβάλλει στο σπίτι ή το σπίτι βυθιζόταν στην αγκαλιά της… δεν ξέρω… σιγά σιγά η στάθμη της ανέβαινε και πάλευε να πνίξει μέσα της τα πάντα… ο πρόβολος είχε αλλάξει διεύθυνση αλλά δεν είχε αλλάξει ούτε μέγεθος ούτε είχε απομακρυνθεί… άλλαζε συνεχώς τον άξονά του… πότε οριζόντιος, πότε με κάποια κλίση… η θάλασσα κάποια στιγμή εγκατέλειψε την προσπάθεια να μας αφανίσει και αποσύρθηκε… την επομένη ήμουν πάλι στην ίδια κατάσταση… 

Ύστερα προσπάθησαν οι βράχοι… χώθηκαν μέσα στο σπίτι, έπιασαν τις γωνιές και απείλησαν να συνθλίψουν τον πρόβολο… χωρίς αποτέλεσμα… ο πρόβολος, με ζηλευτή ευελιξία, λες κι έπαιζε μαζί τους, άλλαζε θέση και κλίση και τους χλεύαζε κατάμουτρα… τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον σκοτώσει…

Το σπίτι πέθαινε και έπρεπε να βγω από κει μέσα…

Και τότε έγινε!

Ονειρεύτηκα!

Ήταν το πρώτο όνειρο που είχα ποτέ μου!

Ονειρεύτηκα έναν απέραντο, βαθυγάλαζο ουρανό… ένα στερέωμα απεριόριστο πάνω απ’το σπίτι… κι εγώ μπορούσα να πετάω ελεύθερος και να ταξιδεύω με μια μου σκέψη, με μια εικόνα όπου ήθελα!

Ρίγος!

Ξαφνικά, δεν ήμουν πια μέσα στο σπίτι, αιχμάλωτος, έγκλειστος, δέσμιος μιας άλλης οντότητας… μπορούσα να πάω και να κάνω ό,τι θέλω, να επινοήσω τις πτήσεις μου, να φανταστώ τον εαυτό μου, να ξεκινώ και να σταματώ όποτε το θέλω…

Και από μακριά είδα τη φρίκη και το δράμα.

Είδα τον πρόβολο να έχει θεριέψει σαν δηλητηριώδες φυτό και να έχει εμβολίσει πέρα ως πέρα το σπίτι μου που πια έμοιαζε με ένα ανόητο παιχνίδι στις ορέξεις ενός τρελού.

Πόνεσα τόσο που η πτήση μου ακυρώθηκε. Ξύπνησα κάθιδρος μέσα στην αγωνία μου και βρέθηκα ξανά μέσα στη φυλακή μου.

Το σπίτι πέθαινε και μαζί του θα πέθαινα κι εγώ.

Ένιωθα στο λαιμό μου το ρόγχο του. Ένιωθα τις φλέβες του να μην χτυπούν πια δυνατά, ένιωθα την ομορφιά του να μαραζώνει.

Ως και το ονειρικό μου ταξίδεμα δεν είχε πια δύναμη. Οι πτήσεις μου έμειναν παρθενικά βιώματα, συναρπαστικά αλλά καταδικασμένα να ματαιωθούν. Η ανάσα μου βάρυνε, η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι γινόταν τοξική, το οξυγόνο λιγόστευε, όλα τελείωναν πια…

Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τον πρόβολο.

Αποφάσισα, ο τρελός, σαν ύστατη κίνηση ενός απελπισμένου, να προσπαθήσω να τον αγγίξω. Αν άπλωνα το χέρι μου θα τον έπιανα. Δεν το είχα σκεφτεί ως τότε! Ας ήταν και η τελευταία πράξη που θα έκανα ποτέ.

Και το έκανα! 

Ο πρόβολος αντέδρασε όπως ένα ρόδο που το χαϊδεύει η πρωινή αύρα. Ήταν ζωντανός, μοναχικός, δυστυχισμένος! 

Τον συμπόνεσα ως τα έγκατα της ψυχής μου. Για να εισβάλλει σαν κατακτητής στο κάστρο μου και να αρνείται να το εγκαταλείψει, σήμαινε πως αναζητούσε τις συντεταγμένες του, τον σκοπό της ύπαρξής του, κάποιο νόημα στην όποια ζωή του.

Και είχε ζωή.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε, έχασα τις αισθήσεις μου… χωρίς να φοβάμαι πια ούτε να πονάω για το χαμένο μου σπίτι, ξύπνησα σε μια αμμουδιά… 

Κάποτε…
…σηκώθηκα και κοίταξα ολόγυρα…

Είχα γένια λευκά και τα χέρια μου δεν ήταν όπως τα θυμόμουν… είχα γεράσει, έβλεπα τις φλέβες ανάγλυφες και φουσκωμένες κάτω απ’το δέρμα μου. Γύρισα το βλέμμα και δεξιά είδα κάτι που άγγιξε την καρδιά μου. 

Περπάτησα ως εκεί, σκαρφάλωσα με κόπο γιατί δεν είχα τις δυνάμεις ενός νέου ανθρώπου. 

Σε κάποιο πλάτωμα, πάνω από ένα παράξενο μόρφωμα των βράχων, κάτι εξείχε από το χώμα.

Πλησίασα.

Ήταν μια πλάκα από μάρμαρο χωμένη κάθετα πάνω στο έδαφος. 

Διάβασα κάτι που ήταν έγγλυφο στην επιφάνειά της.

Δάκρυσα και χαμογέλασα.

Χαμογέλασα και δάκρυσα ξανά.

Κι έμεινα εκεί, δίπλα της… αναπαυμένος

δεν θυμάμαι πια πόσο…

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

"Όλα εδώ κάτω δεν είναι παρά σύμβολο και όνειρο..."


Ω ευγένεια! Ω απλή και αληθινή ομορφιά! Θεά που η λατρεία σου σημαίνει λόγο και σοφία, εσύ που ο ναός σου είναι ένα αιώνιο μάθημα αυτογνωσίας κι ειλικρίνειας, φτάνω αργά στο κατώφλι των μυστηρίων σου. Φέρνω στο βωμό σου πολλές τύψεις. Για να σε βρω, μου χρειάστηκαν ατέλειωτες έρευνες. Τη μύηση που πρόσφερες στο νεογέννητο Αθηναίο μ'ένα χaμόγελο, εγώ την κατέκτησα  μετά από σκέψη και με πολλή προσπάθεια.

Γεννήθηκα, θεά με τα γαλάζια μάτια, από γονείς βαρβάρους, κοντά στους αγαθούς κι ενάρετους Κιμμέριους που κατοικούν στην ακτή μιας σκοτεινής θάλασσας σπαρμένης βράχια, που πάντα τη χτυπούν οι καταιγίδες. Εκεί, μόλις που βλέπουμε τον ήλιο. Για λουλούδια έχουμε τα βρύα της θάλασσας, τα φύκια και τα χρωματιστά κοχύλια, που βρίσκει κανείς στην άμμο των μοναχικών όρμων. Τα σύννεφα μοιάζουν χωρίς χρώμα, ακόμη κι η χαρά είναι εκεί κάπως μελαγχολική.... 
Οι πρόγονοί μου, όσο μπορούμε να θυμηθούμε, ήταν ταγμένοι στα μακρινά ταξίδια, μέσα σε θάλασσες που οι Αργοναύτες σου δεν γνώρισαν. Άκουσα, όταν ήμουν μικρός, τα τραγούδια των πολικών ταξιδιών. Νανουρίστηκα με τις μνήμες των πλωτών πάγων, των θαλασσών με τις ομίχλες, των άσπρων σαν το γάλα, νησιών με τα πουλιά που τραγουδούν με τις ώρες τους  και που όταν σηκώνονται όλα μαζί σκοτεινιάζουν τον ουρανό.

Ιερείς μιας ξένης λατρείας, που ήρθε από τους Σύρους της Παλαιστίνης ανέλαβαν να με εκπαιδεύσουν. Οι ιερείς αυτοί ήταν σοφοί και άγιοι. Μου έμαθαν τις μακριές ιστορίες του Κρόνου που έπλασε τον κόσμο, και του γιού του που λένε πως έκανε ένα ταξίδι πάνω στη γη. Οι ναοί τους είναι τρεις φορές ψηλότεροι από το δικό σου, ω Ευρυθμία, και μοιάζουν με δάση. Μόνο που δεν είναι στέρεοι: καταρρέουν μετά από πεντακόσια ή εξακόσια χρόνια. Είναι φαντασιώσεις βαρβάρων, που θαρρούν ότι μπορεί να γίνει κάτι καλό έξω από τους κανόνες που χάραξες εσύ στους μύστες σου, ω Λόγε. Αλλά αυτοί οι ναοί μου άρεσαν. Δεν είχα μελετήσει τη θεία τέχνη σου. Εκεί μέσα έβρισκα το Θεό. Έψαλλαν εκεί ψαλμούς που θυμάμαι ακόμη: "Χαίρε, αστέρα της θαλάσσης... Άνασσα των οιμωζόντων εν τη κοιλάδι ταύτη των δακρύων", ή "Ρόδον μυστικόν, Ελεφάντινε Πύργε, Χρυσέ Οίκε, Αστέρα της αυγής...". Ε, λοιπόν θεά, όταν θυμάμαι αυτά τα άσματα, η καρδιά μου λιώνει, γίνομαι σχεδόν αποστάτης. Συγχώρεσέ με που γίνομαι γελοίος. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση γοητεία έβαλαν οι βάρβαροι μάγοι σ'αυτούς τους στίχους και πόσο μου στοιχίζει ν'ακολουθώ γυμνή τη Λογική.

Κι ύστερα αν ήξερες πόσο δύσκολο έγινε να σε υπηρετεί κανείς! Κάθε ευγένεια έχει εξαφανισθεί. Οι Σκύθες κατέκτησαν τον κόσμο. Δεν υπάρχει πια πολιτεία ελεύθερων ανθρώπων, δεν υπάρχουν παρά βασιλείς από κατώτερο αίμα, μεγαλειότητες που θα σ'έκαναν να χαμογελάσεις. Βαρείς Υπερβόρειοι, αποκαλούν ελαφρόμυαλους αυτούς σε υπηρετούν... Μια φοβερή παμβοιωτία, μια συμμαχία όλων των ανοησιών απλώνει πάνω στον κόσμο ένα μολυβένιο καπάκι, κάτω από το οποίο ασφυκτιούμε. Ακόμη κι αυτοί που σε τιμούν, πόσο θα σου προκαλούν τον οίκτο! Θυμάσαι εκείνον τον Καληδόνιο, που εδώ και πενήντα χρόνια έσπασε με σφυριές το ναό σου για να τον πάρει στη Θούλη. Έτσι κάνουν όλοι...

Θυμάσαι εκείνη την ημέρα, όταν ήταν άρχοντας ο Διονυσόδωρος, όπου ένας άσχημος κοντός Εβραίος που μιλούσε τα ελληνικά των Σύρων ήρθε εδώ, περιήλθε τον πρόναό σου, χωρίς να σε καταλάβει, διάβασε λαθεμένα τις επιγραφές σου και πίστεψε ότι βρήκε μέσα στον περίβολό σου ένα βωμό αφιερωμένο σ'ένα θεό που θα ήταν ο ά γ ν ω σ τ ο ς  θ ε ό ς. Ε λοιπόν! αυτός ο μικρός Εβραίος κέρδισε. Για χίλια χρόνια, σε αποκαλούσαν είδωλο, ω Αλήθεια. Για χίλια χρόνια ο κόσμος ήταν έρημος, όπου δεν φύτρωνε κανένα λουλούδι. Όλο αυτό το διάστημα σιωπούσες, ω Σάλπιγγα, κήρυκα της σκέψης. Θεά της τάξεως, εικόνα της ουράνιας σταθερότητας, ήταν ένοχος όποιος σ'αγαπούσε και σήμερα που κατορθώσαμε να σε πλησιάσουμε μετά από τόση συνειδητή δουλειά, μας κατηγορούν, ότι διαπράξαμε έγκλημα ενάντια στο ανθρώπινο πνεύμα, σπάζοντας τις αλυσίδες  για τις οποίες αδιαφορούσε ο Πλάτων.

Μόνο εσύ είσαι νέα, ω Κόρη, μόνο εσύ είσαι αγνή, ω Παρθένε. Μόνο εσύ είσαι υγιής, ω Υγεία. Μόνο εσύ είσαι δυνατή, ω Νίκη.... Πρόνοια του Διός, θεϊκή εργάτρια, μητέρα κάθε δεξιότητας, προστάτιδα της εργασίας, ω Εργάνη, εσύ που είσαι η ευγένεια του πολιτισμένου εργάτη και τον ανεβάζεις τόσο ψηλότερα από τον οκνηρό Σκύθη. Σοφία, εσένα που γέννησε ο Δίας, αφού πρώτα συγκεντρώθηκε στον εαυτό του και ανέπνευσε βαθιά. Εσύ που κατοικείς εν τω πατρί σου, ενωμένη ολοκληρωτικά με την ουσία του. Εσύ που είσαι η σύντροφος και η συνείδησή του. Ενέργεια του Διός, σπίθα που ανάβεις και συντηρείς τη φωτιά στους ήρωες και τους μεγαλοφυείς κάνε μας τέλειους ιδεαλιστές...

Ο κόσμος θα σωθεί, μόνο αν ξανάρθει προς εσένα, αποτινάσσοντας τους βάρβαρους δεσμούς του. Ας τρέξουμε, ας έρθουμε αθρόοι. Πόσο λαμπρή θα είναι η μέρα εκείνη, όταν όλες οι πόλεις που πήρανε κομμάτια του ναού σου, η Βενετία, το Παρίσι, το Λονδίνο, η Κοπεγχάγη θα επανορθώσουν τις κλοπές τους, θα σχηματίσουν ιερές θεωρίες για να επιστρέψουν τα λείψανα που κατέχουν λέγοντας: "Συγχώρεσέ μας Θεά! ήταν για να τα σώσουμε από τα κακά πνεύματα της νύχτας",  και θα ξαναχτίσουν τους τοίχους σου υπό τον ήχο του αυλού...

Ω Αρχηγέτιδα, ιδανικό που ο μεγαλοφυής ενσαρκώνει στ'αριστουργήματά του, προτιμώ να είμαι ο τελευταίος στον οίκο σου παρά πρώτος αλλού. Ναι, θα προσηλωθώ στο στυλοβάτη του ναού σου. Θα ξεχάσω κάθε διδαχή εκτός από τη δική σου. Θα γίνω στυλίτης πάνω στις κολόνες σου, θα κάνω το κελί μου πάνω στο θριγκό σου. Και το πιο δύσκολο: για χάρη σου θα γίνω, αν μπορώ, ανένδοτος μερολήπτης. Δε θ'αγαπώ παρά εσένα. Θα μάθω τη γλώσσα σου, θα ξεμάθω όλα τ'άλλα. Θα είμαι άδικος για ό,τι δεν σε αφορά. Θα γίνω ο υπηρέτης του τελευταίου των παιδιών σου. Τους τωρινούς κατοίκους της γης που έδωσες στον Ερεχθέα, θα τους υμνήσω, θα τους κολακέψω. Θα προσπαθήσω ν'αγαπήσω ως και τα ελαττώματά τους...Θα ξεριζώσω από τη καρδιά μου κάθε ίνα που δεν είναι λόγος ορθός και καθαρή τέχνη. Θα πάψω να αγαπώ τις αρρώστιές μου, να αρέσκομαι στον πυρετό μου. Στήριξε την σταθερή  απόφασή μου ω Σώτειρα! Βοήθησέ με εσύ που σώζεις!...

Αργά σε γνώρισα, τέλεια ομορφιά... Μια φιλοσοφία, διεστραμμένη αναμφίβολα, μ'έκανε να πιστέψω ότι το καλό και το κακό, ο πόνος και η χαρά, το ωραίο και το άσχημο, η λογική και η τρέλα μεταμορφώνονται από το ένα στο άλλο με αποχρώσεις τόσο ανεπαίσθητες, όσο εκείνες στο λαιμό της περιστέρας. Το να μην αγαπάς τίποτα, να μην μισείς τίποτα με τρόπο απόλυτο, αποτελεί σοφία. Αν μια κοινωνία, μια φιλοσοφία, μια θρησκεία κατείχε την απόλυτη αλήθεια, αυτή η κοινωνία, η φιλοσοφία, η θρησκεία θα είχε νικήσει τις άλλες και μόνο αυτή θα είχε επιζήσει σήμερα. Όλοι αυτοί, που μέχρι τώρα πίστεψαν πως είχαν δίκιο, απατήθηκαν, είναι φανερό. Μπορούμε να πιστεύουμε, χωρίς παράλογη αλαζονεία, ότι το μέλλον δε θα μας κρίνει όπως εμείς κρίνουμε το παρελθόν; Ιδού οι βλασφημίες που μου υποβάλλει το βαθιά χαλασμένο μου μυαλό. Μια φιλολογία, που θα ήταν όπως η δική  σου πέρα για πέρα υγιής, θα προκαλούσε σήμερα μόνο την πλήξη. Χαμογελάς με την αφέλειά μου. Ναι, την πλήξη... Είμαστε διεφθαρμένοι, τι να κάνουμε; Θα προχωρήσω ακόμη πιο πολύ, ορθόδοξη θεά, θα σου ομολογήσω την μύχια διαστροφή της ψυχής μου. Λογική και ορθοφροσύνη δεν αρκούν. Υπάρχει ποίηση στον παγωμένο Στρυμώνα και στη μέθη του Θρακιώτη. θα έρθουν καιροί που οι οπαδοί σου θα θεωρούνται οπαδοί της πλήξης....

Είσαι αληθινή, αγνή, τέλεια. Το μάρμαρό σου είναι άσπιλο... Ένα τεράστιο ποτάμι λησμονιάς μάς παρασύρει σε ένα βάραθρο χωρίς όνομα. Ω Αβυσσε, είσαι ο μοναδικός θεός. Τα δάκρυα όλων των λαών είναι αληθινά δάκρυα. Τα όνειρα όλων των σοφών κλείνουν ένα μέρος της αλήθειας. Όλα εδώ κάτω δεν είναι παρά σύμβολο και όνειρο. Οι θεοί παρέρχονται όπως και οι άνθρωποι και δε θα ήταν καλό να είναι αθάνατοι. Η πίστη που είχαμε δεν πρέπει ποτέ να γίνεται αλυσίδα. Ξοφλούμε το χρέος μας απέναντί της, όταν την τυλίξουμε με φροντίδα μέσα στο πορφυρό σάβανο όπου κοιμούνται οι νεκροί θεοί... 



E R N E S T  R E N A N,  Π Ρ Ο Σ Ε Υ Χ Η   Π Α Ν Ω  Σ Τ Η Ν   Α Κ Ρ Ο Π Ο Λ Η