Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Στο όνειρο ενός άλλου...

 

  

Καμιά φορά

απογεύματα

περπατώ μακριά

ως εκείνο το πάρκο

έξω από το Ναυτικό Μουσείο

που παίζαμε μικροί

 

σκαρφαλώναμε θυμάμαι

πάνω στον ‘Παπανικολή’

παριστάναμε τους ατρόμητους θαλασσινούς

αυτούς που βλέπαμε στην τηλεόραση

κι έπειτα παίζαμε μπάλα

ώσπου να ιδρώσουμε

 

κάποτε πέφταμε

χτυπούσαμε

τα γόνατα γδαρμένα κι αίματα

γυρίζαμε στο σπίτι αλαφιασμένοι

χορτασμένοι από παιχνίδι

κουρασμένοι

και τρώγαμε με όρεξη

κι ονειρευόμασταν

πότε θα ξαναπάμε

 

καμιά φορά περπατώ ακόμη

ως εκεί

στο πάρκο 

έξω από το Ναυτικό Μουσείο

παιδιά πολλά που παίζουν

νέοι που κάθονται παρέες

λίγο απόμερα

γονείς που έχουν το νου τους

μην πέσουν και χτυπήσουν τα παιδιά τους

 

κι εγώ γυρνώ ολόγυρα το βλέμμα

εσένα δεν σε βλέπω πουθενά

δεν μου μιλά κανείς

και η τόση φασαρία

μου μοιάζει αλλόκοτη και ξένη

σα να είμαι στο όνειρο ενός άλλου

και πρέπει να γυρίσω

πριν ξυπνήσει…

 

και γυρνώ λοιπόν

συνήθως βουρκωμένος

φτάνω στο σπίτι αλαφιασμένος

μα δεν έχω πια όρεξη να φάω

ούτε λαχταρώ να ξαναπάω εκεί

που αλητεύοντας το βλέμμα μου ολόγυρα

δεν σε εντοπίζει πουθενά

 

μα είμαι ολόκληρος ένας άηχος παφλασμός

ένας πελώριος

σιωπηλός κυματισμός…

 

κι έπειτα πέφτω απρόθυμα

και κοιμάμαι…



Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Ο λόγος αυτός είναι αντάρτικος...

 


"…Θέλησα να σε δοκιμάσω, Και ποιος είσαι εσύ για να δοκιμάζεις αυτό που δημιούργησες, Είμαι ο υπέρτατος άρχων όλων των πραγμάτων, Και όλων των όντων, θα πεις, όχι όμως δικός μου και της ελευθερίας μου, Ελευθερία για να σκοτώνεις, Όπως εσύ ήσουν ελεύθερος να επιτρέψεις να σκοτώσω τον άβελ ενώ ήταν στο χέρι σου να το αποτρέψεις, αρκεί για μια στιγμή να είχες εγκαταλείψει το ματαιόδοξο αλάθητο που μοιράζεσαι με όλους τους άλλους θεούς, αρκεί για μια στιγμή να ήσουν πραγματικά ευσπλαχνικός, να δεχόσουν την προσφορά μου με ταπεινότητα, απλώς και μόνο γιατί δεν έπρεπε να τολμήσεις να την αρνηθείς, οι θεοί, κι εσύ όπως όλοι οι άλλοι, έχετε υποχρεώσεις απέναντι σ’ εκείνους που λέτε πως δημιουργήσατε, Ο λόγος αυτός είναι αντάρτικος, Πιθανόν να είναι, σε διαβεβαιώ όμως πως, αν ήμουν θεός, κάθε μέρα θα έλεγα Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία γιατί σε αυτούς ανήκει η βασιλεία της γης, Ιεροσυλία, Μπορεί, πάντως μεγαλύτερη από τη δική σου δεν είναι, που επέτρεψες να πεθάνει ο άβελ, Εσύ τον σκότωσες, Ναι, είναι αλήθεια, εγώ ήμουν το εκτελεστικό όργανο, αλλά η καταδίκη υπαγορεύτηκε από σένα, Το αίμα που βρίσκεται εδώ δεν το έχυσα εγώ, ο κάιν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στο κακό και στο καλό, αφού επέλεξε το κακό θα το πληρώσει, Όσο κλέφτης είναι αυτός που μπαίνει στο αμπέλι άλλο τόσο είναι κι αυτός που φυλάει τσίλιες, είπε ο κάιν, Και το αίμα αυτό απαιτεί εκδίκηση, επέμεινε ο θεός, Αφού είναι έτσι, θα εκδικηθείς ταυτόχρονα έναν πραγματικό θάνατο κι έναν που δεν έχει ακόμα γίνει, Εξηγήσου, Δεν θα σ’ αρέσει αυτό που θ’ ακούσεις, Μη σε νοιάζει εσένα, μίλα, Είναι απλό, σκότωσα τον άβελ, γιατί δεν μπορούσα να σκοτώσω εσένα, στην πρόθεση είσαι νεκρός..."

Ζοζέ ΣαραμάγκουΚάιν

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Η μόνη αναζήτηση...

 


Η μόνη αναζήτηση είναι αυτή του Ρίγους.
Του Μεγάλου Ρίγους…
η μόνη πραγματική αναζήτηση.
όχι αυτή της αγάπης, της αλήθειας, του έρωτα…
ούτε αυτή της ευτυχίας, της αρμονίας, της δύναμης, της ισορροπίας…
ούτε ακόμα κι αυτή του αθέατου, του κεκρυμμένου, του απρόσιτου, του ιερού…
Η μόνη πραγματική αναζήτηση είναι αυτή του Ρίγους…
γιατί τούτη η αναζήτηση τα περιέχει όλα…
το Ρίγος περιέχει τα πάντα…
το Ρίγος είναι
και μετά το είναι δεν υπάρχει τίποτα…
το Ρίγος είναι όπως η ανάσα… τόσο εύθραυστο, τόσο πολύτιμο, τόσο απλό…
τόσο μικρό
και τόσο μεγαλειώδες…
ποιότητες μονάχα
γεύσεις και αρώματα έχουμε απ’το Μεγάλο Ρίγος
κι όμως
είναι απ’αυτά που η καρδιά σημαίνει τις ώρες της Ύπαρξης
και η ψυχή φτερώνεται
και συνομιλεί με τα ασύνορα στερεώματα…
το άγγιγμα της αγαπημένης
το επίμονο βλέμμα ενός παιδιού που σε σταυρώνει
η μοναξιά σου
ένα ηλιοβασίλεμα που πλένει το πυρ με το νερό του αιώνιου
το πλατύ χαμόγελο του ακριβού σου φίλου
η αποδοχή της διαφορετικότητάς σου
το απαλό χάδι στο πρόσωπο της μητέρας
η πρώτη φορά που είπες ‘σ’αγαπώ’
η πρώτη φορά που σου είπαν ‘χωρίζουμε’…
η απόλυτη και τρομερή αλήθεια του θανάτου
η μελαγχολία σου τα κυριακάτικα απογεύματα
ένα ολάνθιστο ρόδο
η απώλεια
η τραγικότητα της θνητότητάς σου
το να είσαι ικανός να δέχεσαι
το να είσαι πρόθυμος να προσφέρεις
το απλωμένο χέρι ενός συνανθρώπου σου σε ανάγκη
ο ίλιγγος της πτώσης σου
και ο θρίαμβος όταν σηκώνεσαι όρθιος ξανά
η αγκαλιά…
ναι, η αγκαλιά!
Η στιγμή που τα γράφω όλα τούτα…
Το Ρίγος είναι
και πέρα απ’το είναι
δεν έχει νόημα απολύτως τίποτα
πέρα από το είναι δεν ζει ούτε πεθαίνει τίποτε
μακριά απ’το Ρίγος δεν ανθίζει τίποτα
και η αναζήτηση είναι απλώς μια λέξη
Κι οι λέξεις… πώς να χωρέσουν το απέραντο οι λέξεις;
 
Πώς να χωρέσεις σε λέξεις
ό,τι είναι αρχαιότερο απ’τις λέξεις;

Light In the Dark
Art Print by Gustav Davidsson

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Τυμπανιαίο πτώμα



Ο άνθρωπος
Πύρινο κλάσμα του ήλιου
Έβγαζε κάθε πρωί την καρδιά του
Και την έτρωγε
Και τ’απογεύματα
Κλεινόταν στο μοναχικό του δώμα
Κι άφηνε να ξεχυθεί απ’το στόμα του
Ένας καινούργιος ουρανός

Ο άνθρωπος που αγόρασε τον ήλιο
Με αντίτιμο το αίμα του
Κάθε πρωί
Έπινε όλη τη θάλασσα
Και όταν πέθαινε το φως κάθε που βράδιαζε
Άνοιγε τα πόδια του
Κι εκσπερμάτωνε ξανά
Και ξανά
Τον εαυτό του…

Όταν τον βρήκαν
Τυμπανιαίο πτώμα
Ένα πρωινό βροχής
Είπαν
Ερχόταν ο καιρός
Ν’αφανίσει αδελφός
Τον αδελφό…

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

τροχιές...


ήταν ένας αναπτήρας zippo... τον θυμάμαι... ένας μαύρος αναπτήρας με μια λευκή σταμπαρισμένη νεκροκεφαλή... τον είχα αγοράσει από το κυλικείο (που είχε και μια μικρή 'μπουτίκ' με ναυτικά είδη) του Κέντρου Προπαίδευσης του Πόρου εκείνες τις πρώτες παράξενες ημέρες της θητείας... στην ουσία δεν τον είχα χρησιμοποιήσει ποτέ... το συνήθιζα να αγοράζω μικρά αντικείμενα που κάτι 'μου έλεγαν' στο μάτι έστω κι αν ποτέ στην ουσία δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό... ο συγκεκριμένος αναπτήρας είχε μια ωραία 'ματ' επίστρωση κάτω από το υπόλευκο σχέδιο της πειρατικής νεκροκεφαλής και μάλλον αυτό ήταν που μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον... ίσως... ίσως ήταν απλά και μια προσπάθεια καταναλωτικής εκτόνωσης της αμηχανίας και της νευρικότητας εκείνων των ημερών της γενικής αναστάτωσης στη ζωή μου...

όταν πήγα κάμποσο καιρό αργότερα στο 'Αβέρωφ' για να ξεκινήσει η κανονική μου θητεία, ο μικρός αναπτήρας ήταν πάντα κοντά μου... πήγαινε από τσέπη σε τσέπη, από σάκο σε σάκο, από ερμάριο σε ερμάριο... δεν χάθηκε ποτέ... περιέργως... κι ας τον είχα σχεδόν σε αχρηστία... μερικά πράγματα τελικά επιμένουν να μας ακολουθούν με μια μυστηριώδη εμμονή...

ίσως γιατί περιμένουν
περιμένουν τη στιγμή που θα βρούν τον κατάλληλο κάτοχο…

ο Αχιλλέας ήταν ο 'Η' (Ηλ/γος) του πλοίου... ένας από τους ναύτες με αυτή την ειδικότητα... και ήταν ένα μοναχικό παιδί... κοιμόταν τον περισσότερο καιρό στη κουκέτα από πάνω μου... δεν τον συναναστρέφονταν πολλοί και μάλλον από δική του επιλογή δεν βρισκόταν σε ιδιαίτερη συνάφεια με κανέναν… ένας από τους ανθρώπους εκείνους που περισσότερο σου μένουν στη μνήμη για την 'απουσία' τους παρά για την παρουσία τους... όταν είσαι παρατηρητικός βέβαια... ή ίσως κι όταν έχεις μια ανεπτυγμένη αίσθηση συντροφικότητας, ειδικά κάτω από ανάλογες συνθήκες υποχρεωτικής συμβίωσης...

τον συμπαθούσα τον Αχιλλέα… θα έλεγα κάτι παραπάνω, τον εκτιμούσα, τον σεβόμουν και ως υπεύθυνος του Οπλονομείου προσπαθούσα, όσο μπορούσα, να τον έχω σε 'ξεκούραστες' βάρδιες χωρίς να αδικώ ή να ρίχνω κανέναν... τον συμπαθούσα γιατί ήταν σιωπηλός, έκανε τη δουλειά του, δεν ζητούσε την εξαίρεση ποτέ, δεν γόγγυζε, δεν ενοχλούσε...  κι είχε κι εκείνο το συρτό βήμα που το άκουγες από μακριά και ήξερες πως ήταν το δικό του...

κάποια μέρα αποφάσισα να του δωρίσω, έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτώ, τον μαύρο αναπτήρα με την νεκροκεφαλή... ήξερα ότι ήταν λάτρης των συμβόλων αυτών και της death metal μουσικής... δεν θυμάμαι πως το ήξερα αυτό... μάλλον θα είχαμε κάνει κάποια σχετική συζήτηση... ίσως αυτό με παρακίνησε να του τον δώσω... σε κείνον άρμοζε περισσότερο να τον έχει... ίσως πάλι γιατί απλά τον είχα συμπαθήσει και πολλά χρόνια μετά κατάλαβα πως το 90% των ενεργειών μας δεν είναι γιατί 'συνειδητά' τις αποφασίσαμε αλλά γιατί... το αποφάσισαν εκείνες... και γιατί, ανεξήγητα συμπαθούμε ή αντιπαθούμε τους ανθρώπους... στους πρώτους δικαιολογούμε πρόθυμα όσα δεν συγχωρούμε στους δεύτερους... γιατί; άγνωστον... γιατί έτσι... απλά...

θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια του Αχιλλέα όταν του τον προσέφερα... τον πήρε σαν μικρό παιδί στα χέρια του, τον κοίταξε σιωπηλός αλλά γεμάτος απροσδόκητη χαρά και μετά κοίταξε εμένα... μου είπε ένα κάπως διστακτικό αλλά φορτισμένο 'ευχαριστώ φίλε' και ύστερα με ακόμη πιο αργά βήματα απ'ό,τι συνήθως, απομακρύνθηκε...

κάποιες νύχτες μετά... 
όταν πλησίασα στο φυλάκιο της προβλήτας που έκανε βάρδια ο Αχιλλέας, τον είδα μέσα από το τζαμάκι να είναι σκυφτός κοιτάζοντας κάτι... όταν πλησίασα χωρίς να κάνω θόρυβο, τον είδα να έχει στα χέρια του τον μικρό αναπτήρα και να τον χαϊδεύει... δεν ξέρω γιατί αλλά συγκινήθηκα... σχεδόν με έπιασε ένας λυγμός... απομακρύνθηκα κλεφτοπατώντας...
άρχισα να βαδίζω στην προβλήτα που είναι δεμένος ο γερο-Αβέρωφ καπνίζοντας… αναρωτήθηκα τι είναι αυτό που μας δίνει τόση χαρά σε ένα μικρό αντικείμενο... είναι η προσφορά από κάποιον που δεν το περιμέναμε γιατί ούτε φίλος μας ήταν ούτε είχε καμιά 'υποχρέωση' να μας δωρίσει οτιδήποτε; 
είναι το ίδιο το αντικείμενο που μας αποφορτίζει από την στιγμή και συμβολίζει την διάσπαση της συμπάγειας της 'καταραμένης' στιγμής και την έξοδο σε μια πιο δροσερή διαφυγή;
είναι ίσως το ότι η σκέψη ενός ανθρώπου ακούμπησε για λίγο πάνω μας... ακόμα και αν τα κίνητρά του δεν είχαν τόσο βάθος, για μας η χειρονομία του είναι ακριβή και ατίμητη...
και ας μην το μάθει ποτέ...
δεν τον ξανάδα ποτέ από τότε που απολυθήκαμε... πόσες ανάλογες τροχιές έχουμε διανύσει όλοι από τότε και πόσες φορές ανταμωθήκαμε με ανθρώπους που ήρθαν για λίγο και έφυγαν πάλι...

έχουν δίκιο οι βουδιστές που λένε λοιπόν πως οι ζωές των ανθρώπων μοιάζουν με τις τροχιές των κομητών στο στερέωμα... μοναχικές, σχεδόν μελαγχολικές τροχιές που κάποια στιγμή τέμνονται, έτσι, για λίγο και μετά συνεχίζουν τη μοναχική τους ρότα...

και δεν ξανασυναντιούνται ποτέ…

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

εκεί όπου βιώνουμε το Υπέροχο...



Εμείς
Οι εγκλωβισμένοι του Χθες
Στο φρικαλέο τριγμό του Σήμερα
Επικαλούμαστε ένα διωγμό
Ένα ανάθεμα
Ή μια ανάσα εφιάλτη
Για να επιστρέψουμε εκεί
Όπου βιώνουμε το Υπέροχο
Το Απόλυτο
Το Αληθινό
Και κατοικία μας είναι
Όχι ο χρόνος
Ούτε ο πόνος
Αλλά οι στίχοι απ’τα τραγούδια
Των βάρδων…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’ οποιονδήποτε ‘άλλο’
Εμείς ξέρουμε καλύτερα
Τι σημαίνει ν’ανήκεις στο Χθες
Και να προσδοκάς το Αύριο
Να επιστρέφεις
Για να ησυχάσεις
Και να γαληνέψεις
Κι όχι για να βιώσεις ξανά
Ό,τι για πάντα χάθηκε…

Περισσότερο απ’όλους
Κι από καθέναν χωριστά
Σ’εμάς ανήκει το Αύριο
Γιατί θυσιάσαμε όλη μας την ακεραιότητα
Κι όλη μας τη ρώμη
Οραματιζόμενοι ευρύχωρους κόσμους
Από ηδονές και αγιοσύνη
Γιατί δεν ρίξαμε κάτω
Τις ασπίδες στις ήττες
Γιατί δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Όπως το αξίζαμε
Στους λιγοστούς θριάμβους…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’όλους τους άλλους
Εμείς
Αγαπήσαμε τη ματαιότητα
Λατρέψαμε το πρόσκαιρο
Υμνήσαμε το φθαρτό
Σμιλέψαμε το Απρόσιτο
Και κατοικήσαμε μέσα του
Και σήμερα μπορούμε
Αν το θελήσουμε αληθινά
Ν’αναστηθούμε από τη τέφρα μας
Να σηκωθούμε αγέρωχοι
Να ξεκινήσουμε ξανά
Να στοχαστούμε απ’την αρχή
Όχι σ’ένα τέλος που θα αρμόζει
Στην αποκοτιά μας

Να υπάρχουμε
Μα σ’ένα πέρας μυητικό
Ένα ολοκαύτωμα ανδρείο
Ένα στροβίλισμα φωτός και χάους
Πριν σφαίρες γίνουμε
Από αστρόσκονη και Νύχτα
Κι αναλωθούμε οριστικά

Και υπέροχα…

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί...


δεν ήταν άνθρωποι αυτοί

είδαμε τα πρόσωπά τους
είχαν για ρυτίδες
υλακές του χρόνου
είχαν για βλέμμα
το φως του Σείριου
κι είχαν για φωνή
ήχους ακατάληπτους
φθόγγους πυρός
και άδειες συλλαβές 

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
ήταν αρχαίες λίμνες
με απολιθωμένα όνειρα
και πετρωμένα ηλιοβασιλέματα
σε αλλόκοτους πλανήτες

κι ήταν αδελφοί μας

μας έδωσαν τα χέρια
και μαζί
μας έδιναν τον γαλάζιο θάνατό τους
μας χαμογέλασαν δειλά
και μαζί
παράξενες μορφές σχηματοποιήθηκαν 
ολόγυρα
σαν σκιές 
σαν εφιάλτες από μάγμα και θλίψη
σαν ουρανός που απομακρύνει το αγκάλιασμα του ήλιου
και αποζητά μονάχα τη βροχή…

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
ήταν σκεπτομορφές του αχανούς
ήταν αθύρματα από προσευχές
και στεναγμούς 
κερματισμένοι πόθοι
από βαθιές
ακατανόητες εποχές

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί

και ήταν αδελφοί μας


και ήμασταν εμείς…