Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016




Στάση ανθρώπου


Όλοι έλεγαν
Πως ο Ν. ήταν χαζός
Τα πρωινά ξεχνιόταν
Δεν πήγαινε σχολείο
Περπατούσε δίπλα στη θάλασσα
Έπαιρνε βότσαλα στα δάχτυλά του
Τα πετούσε μακριά
Κυνηγούσε τους γλάρους
Και γελούσε
Έπεφτε στην αμμουδιά αποκαμωμένος
Και κυλιόταν ώσπου να κουραστεί για τα καλά
Και γελούσε
Ανάσαινε τη θέρμη από τη μητέρα Γη
Και γελούσε
Και όλοι έλεγαν πως ο Ν.
Ήταν ηλίθιος

Μεγάλωσε σε μια γειτονιά
Που τα παιδιά ήταν το ίδιο σκληρά
Όπως σε όλες τις γειτονιές του κόσμου
Τον έβαζαν πάντα με τους χαμένους
Ή με τα κορίτσια
Κι άλλες φορές μόνο του τον άφηναν
Και του πετούσαν τη μπάλα δυνατά
Για να πονάει
Εκείνος έπιανε τη λασπωμένη μπάλα
Και γελούσε
Χάιδευε τα όμορφα μαλλιά της Ρ.
Της πριγκίπισσάς του
Που βλέμμα δεύτερο δεν είχε για κανέναν
Και γελούσε
Έτρεχε στις κατηφόρες ως το σπίτι του
Έπεφτε στην άσφαλτο
Μάτωνε τα πόδια του
Έμπαινε ιδρωμένος στο σπίτι του
Και γελούσε
Και όλοι έλεγαν πως ο Ν.
Ήταν οπωσδήποτε χαζός.

Φίλους δεν είχε ο Ν.
Κανένας δεν τον ήθελε παρέα του
Εκτός από τα βράδια
Όταν άνοιγε το παράθυρό του
Κι άφηνε τον αγέρα να δροσίσει τα μαλλιά του
Έγινε φίλος του η νύχτα
Τα μακρινά αστέρια
Και η σελήνη
Που έκλεινε στα δάχτυλά του
Να, τόση δα γινόταν
Στη παιδική του χούφτα
Και γελούσε
Κι όταν η μητέρα του τον φιλούσε
Και του μιλούσε για μέρη μακρινά
Γελούσε
Και όταν ο πατέρας του
Του έσφιγγε το χέρι δυνατά
Για ν’αναμετρηθούνε
Γελούσε
Ναι
φίλους δεν είχε ο Ν.

Κάποτε
Η μητέρα του πέταξε μακριά
Έγινε κομμάτι τ’ουρανού
Κι εκείνος σήκωνε το βλέμμα του ψηλά
Την έβλεπε
Της κουνούσε το χέρι
Και γελούσε
Ερχόταν ο πατέρας του τα βράδια σπίτι
Σκούπιζε τα δάκρυά του
Έμπαινε στο δωμάτιο να πει μια καληνύχτα
Μύριζε η ανάσα του βαριά
Μύριζε ταβέρνα και μοναξιά και θάνατο
Έπαιρνε το γιό του αγκαλιά
Κι ο Ν. γελούσε
Κι όλοι ήταν σίγουροι πια
Πως μέσα στην ορφάνια του ο Ν.
Έγινε ακόμα πιο ηλίθιος
Απ’όσο ήταν

Κάποτε
τον διώξανε απ’το σχολείο
Έπρεπε να πάει στα ‘ειδικά’ παιδιά.
Και ο Ν. φοβήθηκε
Πως θα χάσει την μοναδική του συντροφιά
Την πριγκίπισσα του.
Εκείνη του υποσχέθηκε πως όπου κι αν τον πάνε
Θα έρχεται να τον βλέπει
Ψέματα του έλεγε
Για να τον ξεφορτωθεί
Μα ο Ν. ήταν ηλίθιος
Την πίστεψε
Και όταν τον έβαζαν στο αυτοκίνητο
Γελούσε

Μια μέρα
Ήρθε ο διευθυντής εκείνου του σχολείου
Για τα ‘ιδιαίτερα’ παιδιά
Και είχε κόκκινα τα μάτια
Και κομπιαστή φωνή
Του είπε πως ο πατέρας του
Δεν άντεξε άλλο
Έφυγε κι αυτός
Να συναντήσει την γυναίκα του
Σε κάποιο κόσμο όπου τα βλέμματα των ανθρώπων
Θα είναι καθαρά
Και τα χαμόγελά τους
Μόνο για να ζεσταίνουν τις καρδιές
Κι όχι για να πληγώνουν.
Ο Ν. δεν έκλαψε
Δεν ήξερε τι σήμαινε ‘ορφανός γονέων’
Κείνη την ώρα σκεφτόταν τη θάλασσα
Και πως μπορεί κανείς πετώντας
Να τα βλέπει όλα από ψηλά
Και να μεθάει!

Μονάχα να πετάει ονειρευότανε ο Ν.
Να χαίρεται μαζί με τα πουλιά
Να μην του λέει κανείς
Πόσο δυστυχισμένος είναι ένας ορφανός
Να μην γελάει κανείς
Με το δικό του γέλιο
Να μην του κλέβει τα μολύβια
Να μην του λέει ψέματα
Μπάλες στο πρόσωπο
Να μην του πετάει
Να μην τον λέει χαζό
Να τον αφήνει μόνο

Περνούσαν τα χρόνια
Για όλους τους ανθρώπους
Τα χρόνια περνούσαν
Και οι εποχές γίνονταν
Μέσα στην καρδιά του Ν.
Ένα συμπαγές
Σκοτεινό κουτί
τα χέρια του έγιναν
πιο σκληρά από τους βράχους
άκαμπτα
και τον πονούσαν
Το γέλιο χάθηκε
Απ’το πρόσωπό του
Το βλέμμα χάθηκε
Απ΄τα μάτια του
Κι ο ίδιος χάθηκε
Απ΄τον εαυτό του

Ο Ν. γερνούσε
Μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική
Μόνος

Κι ένα απόγευμα
Ο Ν. είδε το ομορφότερο όνειρο της ζωής του

Εκεί όπως αντάμωνε ο ήλιος τον ορίζοντα
Και έκαιγε τις τελευταίες του ακτίνες
Μέσα στη θάλασσα
Είδε τους όμορφους γονείς του
Γελούσαν και φιλιόντουσαν
Δίπλα στον ήλιο
Και τον καλούσαν με νεύματα
Και του έλεγαν να μπεί μέσα στο νερό
Και να τους συναντήσει
Σάστισε ο Ν. για μια στιγμή
Κι άρχισε πάλι
Ύστερα από αιώνες
Άρχισε πάλι να γελάει!
Είδε την θάλασσα μπροστά του
Να του ανοίγει την μεγάλη αγκαλιά της
Γαλήνια, γλυκιά, φιλόξενη
Και ποιος θα μπορούσε ν’αγνοήσει αυτό το κάλεσμα;
Άρχισε να γελάει δυνατά
Και χώθηκε μέσα της
Το τελευταίο που αντίκρισε
Ήταν τον πατέρα του
Να έχει αγκαλιάσει τη μητέρα
Και να της δείχνει εκείνον
Και να καμαρώνει
Πως μπόρεσε
Εκείνος που όλοι τον κορόιδευαν
Πως ήτανε χαζός
Να κάνει τη θάλασσα
Το δρόμο που οδηγεί στ’αστέρια
Και μόνος του πια
Ο Ν. δεν θα ήτανε ποτέ!
Μόνος ποτέ!

Βρήκαν το Ν. εκείνο το πρωί
Ξαπλωμένο στο γρασίδι της αυλής
Κανείς δεν το κατάλαβε
Κανείς ποτέ δεν το εξήγησε
Ήταν βρεγμένος
Από θαλασσινό νερό!

Και το πιο… μακάβριο
Το ανεξήγητο
Ακίνητος
Σε στάση εμβρύου
Χλωμός
Σε στάση ανθρώπου

Χαμογελούσε

Χαμογελούσε!…



Απρ.2011


2 σχόλια:

Κυκλοδίωκτον είπε...

Είναι τόσο όμορφο και τόσο συγκινητικό... θα θελα να αφήσω ενα 'πραγματιστικό' σχόλιο, άλλης οπτικής, αλλά νομίζω ότι θα βεβηλώσω το 'μη φαίνον' της ανάρτησης.

Νimertis είπε...

Σ'ευχαριστώ φίλη μου... σε φιλώ...