Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισοδύναμα όψης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισοδύναμα όψης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Καταφύγιο




Πως με βρήκες;

ανάμεσα σε τόσα χέρια
κάτω από τόσα σώματα
πίσω απ’όλες αυτές
τις ασπρόμαυρες ημέρες…

κι όμως
με βρήκες…

και χωρίς να’χεις συντροφιά
ούτε τη σιωπή μου…

κι όμως
με βρήκες…


Ιανουάριος παγωμένος, Φλεβάρης προδομένος, Μάρτιος σιωπηλός…

Κατεβαίνω στο καταφύγιο των ψυχών… Ο Aγέννητος μετράει τους μήνες… τραγουδάει… δεν θυμάται πια τίποτε, τίποτε άλλο, όμως μετράει… 

Μπήκα στο υπόγειο του Ανθρώπου… Ο πρώτος μου εαυτός στη γωνιά είναι και κλαίει, ο δεύτερος δίπλα στο μικρό ψυγείο και με κοιτάει, ο έσχατος κοντά στον πατέρα, αναρωτιέται πόσο ακόμη θα ψηλώσει…


…Απρίλης αστερέωτος, Μάιος γελαστός, Ιούνης καυτός…

Είμαι στο λαβύρινθο του κόσμου… ο Αχώρητος δάνεισε τα χέρια του στην Ειμαρμένη, η Ειμαρμένη έχει πια τα χέρια του… ο Αχώρητος δεν μπορεί να κρατήσει πια τα πρωινά του, δεν έχει δάχτυλα να αγγίξει τη Νύχτα, κανείς δεν είχε ένα δάκρυ για τα χαμένα χέρια του… 

Είμαι στο κάτεργο του φόβου… ο πρώτος μου αριθμός είναι το μηδέν, ο δεύτερος το ένα, ο τρίτος μου αριθμός είναι το άθροισμα όλων των ηλικιών μου… και έχω όλη την υπόλοιπη στιγμή μου για να τις μετρήσω…


…Ιούλιος ερωτικός, Αύγουστος ολόφωτος, Σεπτέμβρης μαγικός…

Ο Αγέννητος μετράει… με έχει πιάσει από το χέρι και με καλεί κοντά του να μετρήσουμε μαζί… Η ανάγκη με έκανε να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια, η ανάγκη με έσπρωξε να διορθώσω το κόμπο στη ρυπαρή γραβάτα του… πνίγεται χωρίς φως ο Αγέννητος κι όμως, τραγουδάει πάντοτε, κι όμως μετράει…

Είμαι στο εργαστήρι του έφηβου θεού… Κίτρινες, άσπρες, μενεξεδιές κορδέλες παντού ολόγυρα, κανείς να τις κρεμάσει στα παράθυρα, παράθυρα δεν έχει αυτός ο κόσμος, έχει ανοίγματα όμως, κάτω από τα ανοίγματα υποδέχομαι έναν ρόγχο που μοιάζει με την ατμομηχανή που μου είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας, κάπου εδώ γύρω κι αυτή θα ανασαίνει το δικό της πένθος, κάπου εδώ γύρω…


…Οκτώβρης πρόστυχος, Νοέμβρης χολερικός, Δεκέμβρης νεκρός…

Η Εντροπία δεν μιλάει καλά τα ανθρώπινα. Έχει να πει πολλά και θέλει να μιλήσει. Αιώνες τώρα η ανάσα δεν βγαίνει από τα στήθια της και συλλαβίζει όμορφα αλλά δειλά. Το ξέρει πως θα μιλήσει όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, όταν οι άνθρωποι φιλιώσουν, όταν γεννηθούν παιδιά χωρίς καρκίνους. Αλλά δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει τούτη τη κληρονομιά. Η Εντροπία στέκει στον τοίχο, όρθια, ακάματη, προσεύχεται βουβά…

Είμαι στον αργαλειό του πόνου… Έχει η μητέρα ένα πρησμένο πόδι κι ένα χέρι γερασμένο αλλά χαμογελάει ακόμα. Ορφάνεψε πριν από μένα, θα πεθάνει ένα βράδυ του Οκτώβρη πιο μόνη από το βλέμμα, πιο σιωπηλή από το δάκρυ αλλά δεν θα φοβηθεί να περπατήσει ως εκεί. Εκεί είμαι, εκεί γεννήθηκα, εκεί την περιμένω… μητέρα θα έρθεις, θα σε στηρίξω, θα σου δώσω ένα μικρό μαντήλι, ένα φιλί στο κρύο σου μέτωπο, ένα μου ποίημα αλλά δεν θα σε συνοδεύσω παρακάτω… δεν είμαι άξιος να σε πέμψω εγώ… δεν έχω τα σπλάχνα της αποστολής αυτής, συγχώρεσέ με…

…Δευτέρα κόκκινη, Τρίτη χλωμή, Τετάρτη φαιά, Πέμπτη γαλάζια, Παρασκευή σταχτιά, Σάββατο μελανό, Κυριακή κατάλευκη…

Είμαι στο γνόφο του Άμορφου… 
μετράω κι εγώ
μαζί με τον εαυτό μου
ανέχομαι τον οπλισμένο πόνο μου
και ψιθυρίζω ίσα να με ακούει ο χρόνος
δεν έχω άλλα μάτια
να με ξεγελάω περισσότερο
να με προσδοκώ
να με υπόσχομαι
αλλά θα είμαι γιορτινός στην έξοδό μου
ακέραιος
φωτεινός
και θα ζυγίζω το κάθε βήμα μου
μονάχα στη ζυγαριά
της βιωμένης Αλήθειας…

Κι έτσι
θα ε ί μ α ι …

…πως με βρήκες;

ανάμεσα σε τόσους εαυτούς
πίσω από όλους τους ανθρώπους
κάτω από τα σεντόνια του θανάτου…

κι όμως
με βρήκες…



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

The Petrified Forest (1936)


Θ

α ξεκινήσω θέτοντας το ερώτημα που θα επαναλάβω και στο τέλος. Τι κάνεις; Όταν είσαι κάποιας άλλης τάξης, όχι ανώτερης ούτε καλύτερης, απλώς μιας άλλης τάξης όμως αργοπεθαίνεις κάθε μέρα αιχμάλωτος μιας μαρτυρικής συνθήκης… τι κάνεις;

Αν όλα τα πλαίσια μέσα στα οποία μεγάλωσες και εξακολουθείς να υπηρετείς, σε έχουν προετοιμάσει όχι για ζωή αλλά για θάνατο, είναι η έξοδος από τούτη τη συνθήκη προδοσία ή οφειλή απέναντι στον εαυτό σου; Ίσως το μοναδικό φιλοσοφικό ερώτημα είναι τελικά, ‘ποια είναι η θέση μου σ’αυτόν τον κόσμο;’ Και βέβαια, όσα έπονται… πώς θα την ανακαλύψω; πότε θα πάψω επιτέλους να είμαι ξένος σε αυτό που ζω και θα επιχειρήσω τη μεγάλη έξοδο προς αυτό το σύμπαν στο οποίο αληθινά ανήκω;

Στην έρημο της Αριζόνα, στη μέση του πουθενά, μέσα σε ένα βενζινάδικο - εστιατόριο, συναντώνται μέλη μιας ετερόκλητης συντροφιάς. Οι ζωές τους διασταυρώνονται μέσα από τις αλληλουχίες άγνωστων συμπαντικών δράσεων που τέμνουν τις τροχιές των ανθρώπων. Είναι μια συνάντηση με μεγάλη ένταση, πυκνότητα συναισθημάτων, οριακές συμπεριφορές. Η νεαρή κόρη του ιδιοκτήτη του βενζινάδικου με την ευγενική ψυχή και το βλέμμα σε κάποια άλλη πραγματικότητα, ο περιπλανώμενος ταξιδιώτης με τις παράξενες ιδέες και την γοητευτική προσωπικότητα, ένας γκάνγκστερ με τη συμμορία του και κάποιοι ακόμα… Κι εκτός από τους ζωντανούς υπάρχουν και οι νεκροί… ο Φρανσουά Βιγιόν, ο μεσαιωνικός ‘καταραμένος’ ποιητής που οι στίχοι του αποτελούν υπόβαθρο αλλά και καμβά για την εκδίπλωση της ιστορίας.

Κι ακόμα παραπέρα, η ίδια η φύση… μεταλλαγμένη… ένα Απολιθωμένο Δάσος που με την κολοσσιαία συμβολική του αγκαλιάζει σχεδόν κάθε ανάσα των ανθρώπων αυτής της περιοχής και της έκτακτης μάζωξης. Τα δέντρα που κάποτε ήταν… οι ταυτίσεις με μια τέτοια θλιβερή μοίρα είναι σχεδόν αυτοματικά αναδυόμενες.

Οι εξαιρετικοί διάλογοι, το πολύ προχωρημένο κείμενο για την εποχή του, το ‘πριόνισμα’ του αμερικάνικου ονείρου που σχεδόν το ‘ακούς’ σε κάθε σκηνή, οι υποδειγματικές ‘κεντημένες’ ερμηνείες, η ατμόσφαιρα, η οικονομία και ο ρυθμός, όλα συντελούν στην δημιουργία ενός ολόκληρου μικρόκοσμου από ματαιωμένα όνειρα, κυνισμό, αφέλεια, αγωνία και ελπίδες που αχνοφαίνονται και δεν έχουν ακυρωθεί ακόμη μέσα στον μεγάλο και απέραντο κόσμο που δεν φοβίζει με το απροσμέτρητό του περισσότερο από την έλλειψη οξυγόνου μέσα στην πνιγηρή συνθήκη.

Μα το ερώτημα που αισθάνεσαι να ανασαίνει το κάθε τι εκεί μέσα είναι απλό… και βασανιστικό σαν πονοκέφαλος που δεν περνάει με τίποτα… τι κάνεις; Όταν ανήκεις σε μιαν άλλη τάξη, δέσμιος μιας αρρωστημένης, τοξικής συνθήκης που έμαθες να λες ‘ζωή’ αλλά σου απομυζά όλη την ικμάδα και το ψυχικό σου ιχώρ… τι κάνεις;


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

γαρμπίλι




Με πυρετούς
τανάλιες κόκκινες
που έσφιγγαν λαιμούς
ιδρώτες 
λευκό γαρμπίλι
στο μέτωπο
υποδεχόταν ο λεπρός την αγιοσύνη
της κάθε μέρας
και ο έγκλειστος σακάτης
πόρνος
την κουρασμένη βλασφημία
της κάθε νύχτας

μετά το Ένα
μετά το φως
μετά το άοδμο
αίμα
ο άνθρωπος χλομός
ο άνθρωπος όρθιος
ο άνθρωπος
υβός

ανασαίνοντας το χτες
εισπνέοντας θάνατο
μνήμες
καταβροχθίζοντας

με θόρυβο
με θόρυβο
με θόρυβο

σαρκώνεται
θνητός κι όμως
τον αθάνατο καμώνεται

θάνατο εισπνέοντας


ζωή εκ-πνέει

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Η ετοιμότητα της φυγής...




Ε
ίναι η ζωή μια διαρκής και ατελεύτητη ασκητική ανάβασης;
Μια ασκητική πένθους;
Αν είναι πράγματι έτσι γιατί η ετοιμότητα της φυγής αποδεικνύεται πως αποτελεί το πιο δύσκολο απ’όλα τα επιτεύγματα στην πνευματική ωρίμανση του ανθρώπου;
Η ετοιμότητα της φυγής… γιατί άραγε θα πρέπει να είναι κανείς ‘έτοιμος’ να φύγει;
Γιατί θα πρέπει να ζει κανείς διαρκώς ‘με μια βαλίτσα στο χέρι’;
Γιατί να μην αφεθεί;
Γιατί να μην ‘ξεχαστεί;’
Γιατί να μην έχει το δικαίωμα της λήθης του θανάτου;
Θυμάμαι μια συνομιλία με μια παλιά φίλη που αποτελεί και την αφορμή αυτής της ανάρτησης. Είχαμε συναντηθεί στο φιλόξενο σπίτι ενός κοινού φίλου και κάποια στιγμή θέλησε να μου αναφέρει ένα όνειρό της. Ένα όνειρο που θεωρούσε ‘σημαδιακό’.
«Είδα πως βρισκόμουν σε ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο», μου είπε κι ήταν ήδη αναστατωμένη καθώς αναβίωνε το όνειρό της. «Κόσμος πολύς σ’αυτό το τεράστιο πλοίο και λογής λογής. Θυμάμαι πως κάποιοι ήταν σε μια διαρκή ετοιμότητα, σε μια έντονη ανησυχία, σε μια αφύσικη εγρήγορση… όχι εγώ… εγώ ήμουν σε μια αναπαυτική ξαπλώστρα σε κάποιο ευρύχωρο κατάστρωμα, παρέα με τα παιδιά μου και απολάμβανα το ταξίδι. Δεν μπορούσα να κατανοήσω γιατί υπήρχε σε κάποιους αυτή η ‘πολεμική’ ετοιμότητα. Οι περισσότεροι δεν ήταν έτσι. Ήταν μάλλον σαν κι εμένα, ανέμελοι. Άλλοι πάλι σουλατζάριζαν ήρεμα και στοχαστικά και περνούσαν από μπρος μου. Κανείς δεν μιλούσε στους άλλους όμως γύρω του. Όλοι ήταν απορροφημένοι στον εαυτό τους, όλοι ήταν σε μια περίεργη μοναξιά.
Δεν ήμουν εκεί για διακοπές. Αυτό το ένιωσα, δεν το ήξερα. Ούτε που πήγαινε το πλοίο είχα ιδέα. Όμως κάποια στιγμή ένιωσα πως το πλοίο ζύγωνε στον προορισμό του. Είδα κάποιους συνεπιβάτες να βαδίζουν νευρικοί προς την πλώρη, άλλοι απλώς περνούσαν σαστισμένοι, επικρατούσε ένας σχετικός αναβρασμός. Όχι πανικός όμως. Άλλωστε οι περισσότεροι ήταν όπως εγώ. Απολαμβάναμε ακόμα το ωραίο ταξίδι.
Κάποια στιγμή με πλησίασε ένας σοβαρός άντρας με στολή. Κατάλαβα ότι ήταν ο πλοίαρχος. Μόλις τον είδα από πάνω μου τα χρειάστηκα. Δεν είχε κάτι ευχάριστο να μου ανακοινώσει ή να μου πει, το αισθάνθηκα»
-Τι κάνεις εσύ εδώ;, με ρώτησε αυστηρά και αμέσως σηκώθηκα από την ξαπλώστρα μου λες κι είχα κάνει κάτι κακό κι έπρεπε να απολογηθώ.
Δεν μπορούσα να του απαντήσω. Δεν ήξερα. Συνειδητοποίησα όμως ότι ξαφνικά το ταξίδι είχε τελειώσει και με είχε βρει απροετοίμαστη.
-Ξεχάστηκα, αυτό βρήκα να του πω και με πήραν τα κλάματα…»
Η φίλη μου τελείωσε την αφήγησή της μέσα σε έντονη συγκίνηση. Μου είπε μάλιστα πως όταν ξύπνησε κάθιδρη, έκλαιγε ακόμη και αναστέναζε. Το όνειρο την είχε συνταράξει ως τα κατάβαθα του είναι της.
«Πιστεύεις πως το όνειρό μου έχει κάποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο ή απλά έτσι το βιώνω εγώ;»
Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη στιγμή είχα πολλές σκέψεις μέσα μου και καμιά δεν ήταν επεξεργασμένη. Της υποσχέθηκα να της απαντήσω σε μερικές ημέρες αν ακόμη ενδιαφερόταν. Είχε διηγηθεί το όνειρό της σε πολλούς ανθρώπους όχι μόνο στον δικό μας ‘κύκλο’ αλλά γενικώς. Και είχε λάβει πολλές και διάφορες ‘ερμηνείες’.
Τώρα, το θέμα που απασχολούσε εμένα δεν ήταν τόσο μια ‘ικανοποιητική’, πάει να πει ‘ικανή’ ερμηνεία ενός ονείρου. Το ζήτημα των ονειρικών προτυπώσεων ή αποτυπώσεων είναι πολύ μεγάλο και δεν έχω καμιά ειδίκευση στον τομέα αυτό. Μπορεί να έχω διαβάσει κάποια βιβλία ή να με είχε απασχολήσει παλαιότερα εντός του πεδίου των αναζητήσεών μου αλλά για να πω την αλήθεια, δεν είχα ποτέ την τάση να δίνω μεγάλη σημασία στα όνειρα και τα ενύπνια.
Το συγκεκριμένο αφήγημα όμως είχε συγκρότηση, ενδιαφέρον και πιστεύω πως απεικόνιζε γλαφυρά την εγγενή αγωνία της ονειρευόμενης για τη ζωή και το θάνατο. Αυτό περίπου της είπα και όταν επικοινώνησα μετά από λίγες ημέρες. Είναι βέβαιο πως επρόκειτο για ένα όνειρο που θα την απασχολούσε για πολύ καιρό ίσως και για πολλά χρόνια. Όλοι έχουμε δει ‘προφητικά’ ή ‘σημαδιακά’ ή άλλα τέτοια όνειρα… μερικά εγγράφονται εντός μας ανεξίτηλα…
Κατά την άποψή μου η συγκεκριμένη φίλη εξέφρασε ονειρικά και αρκετά ‘λογοτεχνικά’ αυτό που αποτελεί εν τέλει ο ίδιος ο κύκλος του βίου για όλους μας. Απλώς, όταν το ζεις ως πρωταγωνιστής και όχι ως ‘θεατής’ η εμπείρωση ίσως να είναι και τραυματική. Ξύπνησε γεμάτη από την αγωνία του επερχόμενου πέρατος του ταξιδιού… ήταν επίσης γεμάτη ενοχές… έζησε ‘ανέμελα’ χωρίς καμιά ‘προετοιμασία’ για το τέλος… το τέλος με μια έννοια αρκετά ειρωνική ‘την έπιασε στον ύπνο’.
Καμιά ετοιμότητα εδώ λοιπόν.
Εκείνη πίστευε πως ο ‘καπετάνιος’, ο ένστολος άντρας που την επέπληξε τόσο αυστηρά δεν ήταν άλλος από τον Ιησού. Με άλλα λόγια της είπε: Τι έκανες σε όλη σου τη ζωή; τίποτα. Απλά αγνάντευες το πέλαγος… πώς αξιοποίησες το δώρο που σου εμπιστεύτηκα; Πώς ετοιμάστηκες για ‘την άλλη όχθη’; Δεν έκανες τίποτα άλλο από το να… ‘ζεις’.
Κατά την ταπεινή μου άποψη ο ένστολος άντρας ήταν ο εαυτός της που απλώς την ήλεγχε για την… αμεριμνησία της. Είχε κάνει ένα ολόκληρο ταξίδι χωρίς να το συνειδητοποιήσει. Το αντελήφθη μονάχα στο τέλος του. Ή έστω, λίγο πριν το τέλος.
Η απάντηση που του έδωσε μάλιστα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και είναι το κλειδί: Ξεχάστηκα. Μια ολότελα παράξενη απάντηση για έναν ταξιδιώτη που στο κάτω κάτω αυτό ακριβώς ήθελε, να ‘ξεχαστεί’. Όπως όταν πηγαίνει κάποιος διακοπές με ένα πλοίο. Ο στόχος είναι ακριβώς αυτός, να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Όμως εδώ υπάρχει κάτι άλλο. Το ταξίδι αυτό δεν ήταν ταξίδι αναψυχής. Ήταν το ταξίδι της ίδιας της ζωής της. Και ο εαυτός της –με τη μορφή του ένστολου αξιωματικού- την ήλεγξε αυστηρά. Δεν είχες δικαίωμα να ξεχαστείς…
Γιατί άραγε;
Το πολύ ενδιαφέρον αυτό όνειρο της φίλης μου γέννησε αλυσιδωτούς στοχασμούς. Η φίλη μου αυτή είναι μια γυναίκα που ασχολείται έντονα με τα λεγόμενα πνευματικά ζητήματα. Είναι ένας μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος. ‘Ψάχνεται’ από νεαρής ηλικίας. Στις συναντήσεις μας κατά καιρούς θυμάμαι πως διετύπωνε εύστοχα και αιχμηρά ερωτήματα. Τα περισσότερα είχαν να κάνουν ακριβώς με τη ζωή και το θάνατο. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους που έχουν μεταφυσικές και πνευματικές εκζητήσεις και ανησυχίες. Συνεπώς έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο με ενεργό πνευματικό εαυτό. Πιθανώς υπερβολικά ενεργό σε κάποια δεδομένη χρονική περίοδο της ζωής της. Ίσως αυτή η εποπτεία υπερέβη τα όρια και εκφράστηκε με αυτό το όνειρο στο ασυνείδητό της. Ίσως.
Όμως το βασικό, το πυρηνικό ερώτημα πάει οπωσδήποτε πέρα από το όνειρο αυτό. Διότι η αλήθεια είναι πως όλοι οι πνευματικοί διδάσκαλοι καλούν σε εγρήγορση, σε διαρκή ετοιμότητα τον άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να αναφέρει κανείς σχετικά εδάφια από την Καινή Διαθήκη, επί παραδείγματι όπου είναι σαφής και ανάγλυφη η αγωνία του Ιησού ή του Παύλου για το μη επιτρεπτό της ‘ανάπαυσης’ στις βιοτικές μέριμνες. Ο Ιησούς μάλιστα κάποτε επέπληξε και την Μάρθα, την μια αδελφή του Λαζάρου για την υπερβολική της ενασχόληση με τις ‘αγγαρείες’ του νοικοκυριού της ενώ η αδελφή της, η Μαρία, είχε καθίσει στα πόδια Του και άκουγε τα λόγια Του. Ακολούθησε μάλιστα και διάλογος της εκνευρισμένης Μάρθας για την αδιαφορία της Μαρίας και η απάντηση του Ιησού (στο Λουκά όλ’αυτά).
Η ετοιμότητα της ‘φυγής’, της ‘αναχώρησης’ βέβαια είναι ένα τεράστιο θέμα, ένα μεγάλο ζήτημα που αγγίζει βαθύτερα επίπεδα, αμιγώς υπαρξιακά.  Θα έλεγα, εν τέλει, μυητικά.
Αυτό το ‘ξεχάστηκα’ όμως στο όνειρο της φίλης μου, έχει και μια τρυφερότητα, μια λύπη, μια μελαγχολία… Πολλές φορές το ανακαλώ ή το σκέφτομαι. Μπορεί η ατραπός να είναι μια στενή οδός και τεθλιμμένη, μπορεί ο πνευματικός αγώνας να είναι σκληρός και διαρκής και απαιτητικός, όμως η ανθρώπινη συνθήκη περιλαμβάνει και την ανάπαυση, την αποδοχή των όρων του βίου, την προσωρινή έστω ‘ανακωχή’…
Αν είναι η αποστολή του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του, να εναρμονίσει τις δονήσεις του, να πνευματικοποιηθεί, να ανέλθει, να εκφύγει της χυδαίας προσκόλλησης σε οτιδήποτε, δεν είναι άραγε και η πρόσκαιρη καταφυγή αι ανάπαυση στο πεπερασμένο, το ενθαδικό, το γαιώδες, το χοϊκό ένα άνοιγμα φωτός που δικαιούται;

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020


Είπε

μπορώ ακόμα με τα δάχτυλα του νου

να σε ψηλαφήσω

είχες πάντα

μια γεωγραφία μυστική


όχι πια…


και δεν χρειάζομαι τώρα

τις προσδοκίες

τις φαντασιακές αναστατώσεις

για να επαίρομαι πως σε πυρπολώ

ή πως σε αγνοώ

στα όνειρά μου

σ’αγαπώ σαν μια απέραντη έρημο

από κόκκους μίσους

σε αφομοιώνω…



Είπε

τις νιώθω

να σκαρφαλώνουν στο σώμα μου

σαν αναρριχώμενο φυτό

τις ώρες

τις νύχτες

τις ματαιώσεις…

ακινητοποιούμαι

έχοντας το βλέμμα

στο γενέθλιο φως…