Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοχασμικές διαδρομές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοχασμικές διαδρομές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

Τα σύμβολα δεν υπάρχουν για να φανερώνουν αλλά για να κρύπτουν…

 

Στο πεδίο της συμβολικής όλα συνδέονται. Ο κόσμος των συμβόλων υφίσταται και εν ενεργεία και εν δυνάμει. Μας ‘υπενθυμίζει’ διαρκώς ότι όλα, τα πάντα στον ορατό και αόρατο, κτιστό και άκτιστο κόσμο συνδέονται. Μικρόκοσμος και μεγάκοσμος. Ύλη και Πνεύμα. Και το χρυσό νήμα που τα διέπει όλα είναι ο Χρόνος. Γι’αυτό και τα σύμβολα δεν έχουν χρονισμό, δεν είναι ‘μολυσμένα’ απ’το χρόνο. Η σκέψη είναι μολυσμένη απ’το χρόνο. Αλλά όχι ο νους. Το βίωμα, όχι το γίγνεσθαι, η σάρκα, όχι η σάρκωση.
Τα σύμβολα ‘σημαίνουν’ την ενότητα αλλά δεν μας αποκαλύπτουν τη λειτουργική της ενότητας, πολύ δε λιγότερο της ενικότητας. Γιατί αυτό είναι το έργο του Μύστη. Ήταν σε όλες τις εποχές, είναι και σήμερα. Μπορεί οι δρόμοι να διαφέρουν, τα μέσα, οι ορίζουσες. Όμως αυτά είναι τα επιφαινόμενα… ‘εκείνο που αναπαύεται και ανασαίνει στα αρχαία βάθη’ δεν άλλαξε. Δεν γέρασε, δεν πέθανε, δεν αποχώρησε. Εμείς αποχωρήσαμε, εμείς του γυρίσαμε την πλάτη.
Αλλά, τι ‘περίεργο’… κάθε φορά που ακούμε μια θεία μελωδία, διαβάζουμε ένα υπέροχο ποίημα, θαυμάζουμε την αρμονία ενός γλυπτού… κάτι ταράσσεται εντός μας. Κάτι αφυπνίζεται, κάτι προσπαθεί να μας ‘μιλήσει’… για λίγο μένουμε με την αίσθηση της αβεβαιότητας, του φόβου ακόμα. Όμως αν αφεθούμε στο κάλεσμά του συγκλονιστικά πράγματα συμβαίνουν… και ίσως ακόμα, αλλάζει η ζωή μας…
Τα σύμβολα δεν υπάρχουν για να φανερώνουν αλλά για να κρύπτουν… το κάνουν γιατί κάθε Μητέρα προστατεύει τον Υιό της και κάθε Πατέρας τον Οίκο του… ας το αναλογιστούμε αυτό… για να είμαστε πιο επιεικείς απέναντι όχι μονάχα σε εκείνο που ‘κρύπτεσθαι φιλεί’ αλλά περισσότερο στον εαυτό μας…

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Φωτομορφές


Δεν υπάρχει μονάχα η συνωμοσία του σκότους… υπάρχει και η ‘εφεδρεία’ του φωτός… και αυτή δεν τη βιώνεις ‘αντιθετικά’ ή ‘αποφατικά’ ή αντίδρομα. Είναι μια ‘ησυχαστική’ ιδιότητα, θα έλεγα καλύτερα ποιότητα μιας βαθύτερης περιοχής μας… από κει ίσως να γεννιέται αυτό που προσπάθησε να περιγράψει ως ‘ανοίκειο’ κάποτε ο Φρόυντ μα στην κατοπτρική του υπόσταση… το φροϋδικό ανοίκειο είναι η ανάδυση μιας ενοχλητικής ‘οντότητας’ ψυχικού περιεχομένου, τούτο που αναφέρω εγώ είναι η έκχυση και διάχυση μιας ίσως κυτταρικής ‘φωτομορφής’…
Οι φωτομορφές είναι τα γλυκά, παιγνιώδη τέκνα του στοχασμού μας. Με την ιδιαιτερότητα ότι τα γεννά η ‘απαθής’, η πλήρως ατάραχη παρατήρηση. Είναι οι υπερασπιστές των κάστρων και οι πολεμιστές των βασιλείων του αγαθού εντός μας. Είναι τα υπέροχα και όμορφα παιδιά του πρωτογενούς υλικού, του ονειρικού υλικού του είναι μας.
Όταν αφηγείται κανείς, πέφτει σε ένα είδος διαλογισμού. Χάνεται, αφήνεται, παραδίνεται στο ταξίδι του λόγου, των εικόνων, των αναμνήσεων, της φαντασίας. Εκεί θα βρει συμμάχους τούτες τις φωτομορφές… εκεί θα βρει τους καλούς νάνους και τις χαρούμενες νεράιδες, τα σκανταλιάρικα ξωτικά και τα στοιχειακά της φύσης που δεν θα τον εμποδίσουν μα θα τον συνδράμουν στο έργο του. Κι όταν γράφει ή δημιουργεί σε οποιονδήποτε τομέα φαντάζομαι, το ίδιο γίνεται… το σκοτάδι αποσύρεται γιατί είναι η ώρα του φωτός…
Τα παιδιά το ξέρουν καλά όλο τούτο… όλοι μας το ζήσαμε μα ίσως το έχουμε ξεχάσει… τα νιώθαμε όλα αυτά τα ‘πλάσματα’, σχεδόν τα αγγίζαμε. Γιατί τα παιδιά είναι πλάσματα της καθαρής δράσης και όπου υπάρχει καθαρή δράση, το σκοτάδι δεν έχει χώρο να απλώσει ρίζες και να σκοτεινιάσει ουρανούς.
Μα δυστυχώς δεν μπορούμε να ‘αφηγούμαστε’ διαρκώς… δεν μπορούμε να είμαστε διαρκώς στις υψηλής και αμόλυντης ενέργειας περιοχές της δράσης. Είμαστε και ελλόγιμα, περίσκεπτα και νεφελώδη όντα. Έχουμε υπαρκτικά ερωτήματα άλυτα και γόρδιους δεσμούς ένα σωρό μπροστά και μέσα μας…
Όμως το ξέρουμε…
Κάθε φορά που ανοιγόμαστε λιγάκι, που επιτρέπουμε στον εαυτό μας το ταξίδεμα αυτό, οι φωτομορφές είναι εκεί… πάντα θα είναι… μας περιμένουν… μας απλώνουν το χέρι, μας χαμογελούν και μια γλυκιά θέρμη απλώνεται στο είναι μας…
Θυμόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί…

Και χαμογελάμε… 

A Stranger In the Light Art Print by Helle Lorenzen

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

η ‘χρήση’ του άλλου...



Η σχέση, λέω καμιά φορά, είναι στάση και όδευση. Είναι μια πορεία αλλά με σημεία στάθμευσης και εποπτείας. Εάν τρέχεις διαρκώς, δεν βλέπεις… ακούς μονάχα την ανάσα σου και νιώθεις το βροντοχτύπημα του είναι σου στις φλέβες σου. Κι επειδή δεν βλέπεις, δεν σκέφτεσαι κι επειδή δεν σκέφτεσαι, δεν στοχάζεσαι… κι επειδή δεν στοχάζεσαι κάποια στιγμή αποξενώνεσαι από τους ίδιους τους καρπούς της όποιας σχέσης… δεν έχεις πια σχέση… είναι ένας κυνηγημένος…
Λέω ακόμα πως δέχομαι τέσσερα στάδια… επαφή – σχέση – συνάντηση – διύπαρξη… τούτος είναι ο δικός μου στοχασμός… η επαφή δίνει την κεραύνια εκκίνηση, η σχέση εργάζεται στους τρεις άξονες της δι-εαυτικής συνθήκης του επικοινωνείν (σώμα, νους, πνεύμα) και έπειτα ακολουθεί η συνάντηση… το μεγαλειώδες και συγκλονιστικό δι-αγαπάν που ενώνει οργανισμικά τους ανθρώπους σε χαμηλά και υψηλά επίπεδα… χωρίς συνάντηση δεν έχει κανένα νόημα η δυαδικότητα, το σχήμα καταρρέει σαν χάρτινος πύργος, φλεγόμενος μάλιστα… ο άνθρωπος γίνεται ερειπιώνας, ζει σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα, αναπνέει τα τοξικά γαστρικά υγρά του και… πεθαίνει…
Δεν συζητώ καν τη δι-ύπαρξη γιατί εκεί έχουμε άλλης τάξης μεγέθη… έχουμε άλλες ενέργειες, έχουμε το ορθάνοιχτο βλέμμα, τον συντονισμό με το Ρυθμό, την συνοδοιπόρευση με τη Ροή, τη βαθιά μύηση στα έγκατα του ζην… η μόνη γλώσσα που μπορεί να περιγράψει, ίσως, τις δυναμικές και τα σύμπαντα της διύπαρξης είναι βέβαια η ποιητική… ούτε η επιστημονική, ούτε η θεολογική, ούτε η φιλοσοφική… όλες τούτες είναι φτωχά υποσύνολα της ποιητικής γλώσσας…

Όμως τι σημαίνει η ‘χρήση’ του άλλου;

Σημαίνει ότι ο άλλος ακυρώνεται εξ αρχής, δεν αποτελεί πρόσωπο και εξυπηρετεί ως ‘χαρτοπετσέτα’ συναισθηματική ή σωματική ή διανοητική τις ανάγκες μου. Η συνθήκη είναι τόσο συνηθισμένη που δεν χρήζει καν περιγραφής.
Η από-προσωποποίηση του άλλου είναι ένας ευφυής ελιγμός του όλου τραυματισμένου οργανισμού για να αντέξει τις δυναμικές μιας πιθανής επαφής και αργότερα ‘σχέσης’. Εάν αποδεχθώ τον άλλο ως πρόσωπο, ως το όλον που είναι –αυτονοήτως και αδιαπραγμάτευτα- τούτο σημαίνει πως πρέπει κι εγώ να προτείνω το δικό μου πρόσωπο. Η επαφή δεν απαιτεί πρόταση, απαιτεί την κατανάλωση πρωτεικών ενεργειών που αν δεν εκτονωθούν απειλείται η ίδια η συγκρότηση του αρμολογημένου όντος. Η σχέση όμως απαιτεί την πρόταση. Την κίνηση προς τον άλλο… την ίδρυση μιας συνεργασίας εμπιστοσύνης, την αμοιβαία εκχώρηση ζωτικών χώρων… εάν ο άλλος είναι πρόσωπο αναγκάζομαι να αποκαλύψω και το δικό μου.
Προτιμότερο για πολλούς να μην το πράξουν. Κι έτσι απελπισμένα και με αβυσσαλέα δίψα, αναζητούν τον άλλο ως τροφή, εργαλείο, μηχανή ικανοποίησης αναγκών… κι αυτό το κάνουν επειδή λιμοκτονούν… όταν η πείνα κορεσθεί ικανοποιητικά ο άλλος παύει να έχει λόγο ύπαρξης… στην ουσία αποτελεί εμπόδιο… είναι μια χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα και κανείς δεν κρατά στις αναμνήσεις του χαρτοπετσέτες…

Λέω λοιπόν, η σχέση είναι στάση και όδευση… διαρκής παρατήρηση, εποπτεία… το συναίσθημα με την πλημμυρική αρχαιώνια δράση του τα θολώνει όλα… ο νους όμως παραμένει εν εγρηγόρσει… δεν έχω διαλέξει τυχαία τις λέξεις που συνθέτουν από έναν άλλο, προσωπικό δρόμο το όνομά μου…
Νους ΗΜΕΡαυγής Τάνυσις Ηθείου Σώματος… (ΝΗΜΕΡΤΗΣ)


Γιατί ο νους οφείλει να οδηγεί το άρμα… όχι το άρμα το νου… 

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

[όροι του σκοτεινού]

Smokey mountain
Stream of flowing water over rocks 
Randall Nyhof

Ώστε λοιπόν ο άνθρωπος δεν είναι ροϊκός… ίσως ο Ηράκλειτος να είχε άδικο… ο μεγάλος Σκοτεινός μπορεί να έσφαλλε… μπορεί ο άνθρωπος να μεταβάλλεται διαρκώς καθώς όλα γύρω του αενάως μεταβάλλονται, μεθίστανται, μεταποιούνται… ναι… όμως… ίσως εκείνος δεν ρέει ενιαία. Διαρρέει περισσότερο… κι αυτό έχει μεγάλη διαφορά… σχεδόν οντολογικής τάξης…

Θυμάμαι μια ομιλία στον Πόρο… εποχές προπαίδευσης, εποχές που τότε δεν μπορούσα να αξιολογήσω το ατίμητό τους… μας είχαν μαζέψει ως συνήθως στη μεγάλη αίθουσα… τούτο το πρωινό, βροχερό θυμάμαι, είχαν καλέσει έναν ψυχίατρο… δεν θυμάμαι το όνομά του ούτε το βαθμό του… θυμάμαι πως όλο σχεδόν το στρατόπεδο είχε στριμωχτεί στην πελώρια αίθουσα για ‘να ακούσει’ τα ενδιαφέροντα λόγια ενός ακόμη προσκεκλημένου γαλονά που δικαιολογούσε κάποια έξοδα του προϋπολογισμού του ΓΕΝ.

Θυμάμαι ακόμη τον εαυτό μου, κάπου εκεί, στο τέλος της αίθουσας, μακριά… στοχαζόμουν, ως συνήθως… είχα στο μυαλό μου άλλα... ο άνθρωπος είχε αρχίσει την ομιλία του στο αναλόγιο… οι ναύτες δεν έδιναν δεκάρα… σκέφτονταν χίλια δυο, μιλούσαν μεταξύ τους ή απλά ξεκουράζονταν… το πρόγραμμα όλων ήταν πολύ φορτωμένο και το σοκ της ναυτολόγησης ήταν πολύ νωπό… τι δουλειά είχαμε όλοι εμείς εκεί πέρα;

Θυμάμαι μια λέξη που με έβγαλε από τη βύθισή μου… fragmentation… ο άνθρωπος την είπε καθαρά… την τόνισε… βγήκα από τα μέσα μου και άρχισα να τον παρακολουθώ… πάτησα μάλιστα και σε ένα τραπέζι για να μπορώ να τον βλέπω καθαρά… μιλούσε για τον κερματισμό, το κομμάτιασμα του ψυχικού κόσμου… δεν καταλάβαινα τίποτα… ένιωθα αλλά ήθελα να καταλάβω… ο άνθρωπος κάτω από τρομακτικές πιέσεις της ζωής, κάτω από ειδικές συνθήκες, κάτω από φοβερό στρες μπορεί να χάσει τη συγκρότησή του… να ‘σπάσει’, να γίνει θραύσματα, να γίνει διακριτά τμήματα… ο άνθρωπος παύει να είναι ενιαίος, άλλωστε ποτέ δεν ήταν… παύει να έχει την αυτό-εικόνα του αμιγή, παύει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ένα όλο… γίνεται πολλοί, γίνεται fragments

Παραμέρισα τους γύρω μου, πάτησα πάνω σε κορμιά, έφτασα τελικά κοντά στον απορημένο αξιωματικό που με έβλεπε να τον πλησιάζω σαν μαγεμένος… χαμογέλασε νομίζω… ίσως όχι για μένα…

Τέλειωσε η ομιλία του και είχα παραμείνει μόνος μέσα στην πελώρια, άδεια πλέον αίθουσα να στοχάζομαι όλα αυτά τα σημαντικά που είχα ακούσει από αυτόν τον άνθρωπο…

Ώστε ο άνθρωπος δεν είναι κάτι ενιαίο, μονοπαγές, σταθερό και ανάλλακτο… τότε; Τότε ποιος σκέφτεται τώρα; Ποιος αντικρούει; Ποιος εποπτεύει όλη τούτη τη δράση; Με κείνες τις παράξενες και ασύμβατες με το χώρο και τις περιστάσεις σκέψεις, βγήκα από την αίθουσα και αναζήτησα κάποιους συναδέλφους για να ανταλλάξω δυο τρεις κουβέντες…

Σήμερα σκέφτομαι πως ακόμη και η έννοια του συνεχούς μπορεί να είναι ευόλισθη δομικής αμφισβήτησης… όμως από την άλλη… αν μετείχε κάποιος ολοκληρωτικά σε οποιοδήποτε βίωμα, θα επιβίωνε;

Μπορεί ο μεγάλος και ιδιότροπος Εφέσιος να γελούσε μόνος του όταν άφηνε τα αποτυπώματα των σκοτεινών στοχασμών του στις επόμενες γενιές… δεν έδινε δεκάρα, είναι βέβαιο… ή έτσι ήθελε να ξέρουν οι άλλοι τουλάχιστον… γιόρταζε τη μοναχικότητά του, επισκοπούσε από τα ύψη του το ανθρώπινο μελίσσι που πάσχιζε να επιβιώσει άλλη μια μέρα κάτω από τον ήλιο και ύστερα έκλαιγε για τη σκληρή μοίρα όλων μας… όλου του κόσμου, όλων των υποστατών και ψηλαφητών… όλης της κτίσης… ένα μοναχικό ταξίδι μέσα στο άπειρο του σύμπαντος…

δηλαδή του εαυτού…

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Όλα εκείνα που μας μίλησαν κάποτε είναι πάντα εδώ...


Η μέρα ανέβαινε αργά, μαζί με τις υποσχέσεις και τους θρήνους της. Μαζί με το χαμόγελο και τη λύπη της. Θα μπορούσε κανείς να ξεδιαλέξει από τις αχτίνες του ήλιου εκείνες που ταιριάζουν στη ψυχή του περισσότερο μα, πώς να κρατήσεις μερικές και άλλες να αγνοήσεις; Ως και στις πιο δροσερές κρύβεται το μυστικό του βασιλιά πατέρα… ως και στις πιο καυτές φωλιάζει το θαύμα του ζωοδότη φίλου και αδελφού.

Κάθονταν στο μοναχικό παγκάκι και απολάμβαναν το σήκωμα του ήλιου σιωπηλοί…  τι να πρωτοπείς τούτες τις μαγικές ώρες που ως και το Αχανές σου επιτρέπει την πολυτέλεια της μοναχικότητας… τι να ψελλίσεις εμπρός στο αρχαίο μυστήριο, το Μεγάλο Μυστικό Θέαμα που τα σάρκινά σου μάτια ευλογήθηκαν να αντικρίζουν και τα άλλα, εκείνα που έχει το είναι σου, αντιλαμβάνονται με το ρίγος της πρώτης φοράς…

«Όλα εκείνα που μας μίλησαν για πρώτη φορά… κάποτε… είναι πάντα εδώ», είπε εκείνος ξαφνικά. Η φωνή του ήταν γεμάτη από το δέος της στιγμής και ίσα που ακουγόταν. «Όλα εκείνα που γέννησαν τον κόσμο, δεν πέθαναν ποτέ. Μπορούμε αν θέλουμε να τα ακούσουμε, να τα αγγίξουμε, να τα δούμε… μα για μια στιγμή μονάχα… τη μαγική στιγμή που οι θωρακίσεις μάς εγκαταλείπουν… μα είναι η μεγάλη μας ευκαιρία να συνομιλήσουμε με το πιο ευαίσθητο, το πιο λεπτοφυές και μαζί, το πιο όμορφο απ’όλα όσα μας περικλείει και το περικλείουμε… δεν έχει σημασία τι θα πούμε, δεν έχει σημασία ποιος μας ακούει ή τι μας παρατηρεί… είναι η σπάνια και μοναδική στιγμή που έχουμε συνείδηση της ύπαρξής μας…», είπε και σιώπησε ξανά.

Εκείνη αναζήτησε το χέρι του με το δικό της και το κράτησε σφιχτά. Ήξερε πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή εκείνος πονούσε πολύ. Και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ στο πρόσωπό της.

«Όλοι αξιωθήκαμε τούτη την έκσταση και για όλους χαράχτηκε η ατραπός…», είπε πάλι και ανταπέδωσε το ζεστό της άγγιγμα.

Ο ήλιος σκαρφάλωνε σιγά σιγά στο θρόνο του και μια γλυκιά ζέστη χάιδευε τα πρόσωπά τους. Η πόλη ολόγυρα ξυπνούσε σιγά σιγά.

«Ας μην φύγουμε από εδώ… ποτέ!», του ψιθύρισε κι αμέσως μετάνιωσε για τα λόγια της.

«Ναι, ας μείνουμε για πάντα εδώ», της απάντησε εκείνος και αφέθηκε ξανά στην απόλαυση της ακριβής τους εμπειρίας…


Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

στη σκιά των γιγάντων


Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει…

Κίνδυνος!

Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου…

Σέρνεσαι…

Έρπεις…

Βολεύτηκες…

Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο…

Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…

Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…

Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…

Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…

Κίνδυνος!

Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…

Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…

Κίνδυνος!

Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…

Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση

Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…

Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…

Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…

Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Γιατί έπαψα να ε ί μ α ι και θέλησα ν α γ ί ν ω;

Μερικές σκέψεις γύρω από την αστοχία της αγάπης
Την προδοσία

Wall  - Zoltan Toth

Ο

Ισκαριώτης πρόδωσε γιατί βρέθηκε στο πλέον ασύλληπτο αδιέξοδο που μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος: το υπαρξιακό αδιέξοδο. Ο Ισκαριώτης συνάντησε, ή μάλλον συναντήθηκε με το απροσδόκητο. Κι όταν συναντιέσαι με το απροσδόκητο πράττεις απροσδόκητα.

Στην περίπτωση του Ζηλωτή Ιούδα, το μερικό συναντήθηκε με το Απόλυτο. Το ελλιπές με το τέλειο. Το πεπερασμένο με το άχρονο, το γήινο με το υπέργειο. Το υπαρξιακό αδιέξοδο δεν θα αργούσε να εμφανιστεί. Εμφανίστηκε άλλωστε, σε όλους τους μαθητές. Εμφανίστηκε στον Πέτρο, τον 'βράχο', εμφανίστηκε στον Θωμά, είναι σίγουρο πως πλημμύρισε τους πάντες. Απλά, ο Ιούδας δεν το άντεξε, προσπάθησε να το εκλογικεύσει, να το ερμηνεύσει, να το διαχειριστεί, κι αυτό ήταν το μοιραίο του λάθος. Ένα λάθος που χρειαζόταν ενέργεια για να αποφευχθεί, για να μην οδηγηθεί ο εν αδιεξόδω ευρισκόμενος μαθητής στην απόδραση και τελικά, στην λύτρωσή του και οι Ζηλωτές, εκτόνωναν όλη τους την ενέργεια στη δράση.

Ο Ιούδας ήταν ένας άνθρωπος της δράσης. Δεν ‘ευτύχησε’ να έχει την… αφέλεια του Πέτρου ή την εσωτερικότητα του Ιωάννη. Ήταν ένας άνθρωπος της καθαρής δράσης, και γι' αυτό το αδιέξοδο για εκείνον υπήρξε συντριπτικό και αξεπέραστο.

Η ματιά του αποζητούσε με θράσος να ανοιχτεί σε ορίζοντες που ήταν απαγορευμένοι. Τουλάχιστον για εκείνον. Τον εικονογραφώ να αδιαφορεί πλήρως για τους υπόλοιπους μαθητές, για τον κόσμο και για τους Νομοδιδασκάλους της θρησκείας του. Τολμώ να εικάσω πως από τη στιγμή που ενεπλάκη στην υπαρξιακή σύγκρουση πριν οδηγηθεί στο αδιέξοδο κατανόησε -κι ίσως ήταν ο μόνος- τι ήταν ο Ιησούς, ή τι έμελλε να είναι ο Ιησούς αλλά το βάρος της κατανόησης έπεσε σαν ταφόπλακα πάνω του.

Ο Ισκαριώτης δεν πέρασε στην επόμενη ιστορική φάση του δράματος. Στην φάση της εξωστρέφειας, της ιεραποστολής, της πολεμικής ενάντια στον εθνικό και ιουδαϊκό κόσμο και της οργάνωσης της πρώτης χριστιανικής κοινότητας. Ίσως ευτυχώς. Έζησε τον διδάσκαλο χωρίς παραχαράξεις, χωρίς στρατηγικές και αντιμαχίες, βίωσε την αποκαλυπτική δύναμη της Αλήθειας ως το τέλος. Μονάχα που η Αλήθεια σαν Φως τον πλημμύρισε και τον έκαψε.

Και από το μοναχικό κλαδί που αιωρείται αιώνια κρεμασμένος, αναθεματισμένος και καταραμένος, καταγγέλλει στους ανθρώπους όλων των εποχών την υποκρισία των 'καθαρών', την 'ευθυκρισία' των 'τέλειων' και την αυθεντία των 'πεφωτισμένων'...


Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

τρυφερότητα...



Σ’
έναν κόσμο από σακατεμένα εγώ που ανθίζουν πάνω στις μολυσμένες λίμνες του κυνισμού και της εαυτολατρείας, θα περίμενε κανείς πως εκείνο που θα δοξολογείται θα περιέχει τις ποιότητες μιας άλλης δύναμης. Μιας δύναμης ικανής να τα αλλάξει όλα. Να τα δικαιώσει όλα. Να τα ακεραιώσει. Δηλαδή να τα σώσει.

Κι όμως, δεν συμβαίνει.

Σ’έναν κόσμο που κινητροδοτείται και αιμοδοτείται από τον παρασιτισμό της εγωλαγνείας και του συναισθηματικού αυτισμού, θα ανέμενε κανείς πως εκείνο που θα αναζητείται είναι μια ανάσα φωτός και ανοιχτοσύνης.

Κι όμως, δεν συμβαίνει.

Γιατί αν υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να απαντλήσει όλα αυτά τα τοξικά λύματα της κεντρομόλου και εγωσυντονικής κούρσας προς τον ειναιικό θάνατο, είναι μονάχα η τρυφερότητα.

Κάποιοι πιστεύουν ότι η τρυφερότητα είναι μια εκδήλωση ασθενικής, αδύναμης, ηττοπαθούς φύσης. Πως ο τρυφερός άνθρωπος είναι κατά κάποιο τρόπο ανεπαρκής, ελλειμματικός, ενδοτικός και ευόλισθος στην συγκατάβαση, ακόμα και στο συμβιβασμό.

Δεν γνωρίζουν όσοι τα σκέφτονται ή τα πρεσβεύουν όλα αυτά πως η τρυφερότητα είναι η ισχυρότερη δύναμη του ανθρώπου! Δεν γνωρίζουν πως η τρυφερότητα είναι η μεγαλύτερη επανάσταση και μαζί νίκη του ανθρώπου. Νίκη πάνω στον άπληστο εκτατισμό του βρυαρού υπερ-λυρικού και νοσηρού συγκινησιασμού, στην άλογη και έξαλλη προσπάθεια του υπετροφικού εγώ να κυριαρχήσει πάνω στους άλλους, πάνω σε οτιδήποτε δεν είναι μέρος του.

Πως ο τρυφερός άνθρωπος, τούτο δεν υποψιάζονται ακόμα, είναι σαν ένα υπέροχο και πανέμορφο δάσος που πάντοτε όμως κρύβει και σκληρά μυστικά και αρχέγονες δυνάμεις αντίστασης και δράσης! Δυνάμεις ως τα σήμερα ανίκητες, αξεπέραστες, ασύγκριτες!

Γιατί τη σκληρότητα δεν την αντιπαλεύεις με ακόμα μεγαλύτερη σκληρότητα.

Τον κυνισμό δεν τον δαμάζεις με ακόμα ρυπαρότερο κυνισμό.

Ό,τι περιέχεις είναι μολυσματικό μονάχα αν έχεις δηλητηριαστεί πνευματικά.

Ό,τι εκφράζεις είναι βδελυρό μόνο αν πηγάζει από τις χαίνουσες πληγές της νοσηρότητας.

Δεν είναι εύκολο να εκδηλώνεις τρυφερότητα ακόμα κι αν είσαι τρυφερός. Γιατί όλο τούτο εύκολα χλευάζεται, συκοφαντείται, υπονομεύεται.

Μα είναι αναγκαίο γιατί η ψυχή μας διψά και αν ποτίζεται μόνο από τις ρηχές λίμνες της χυδαιότητας και του καθημέριου λυγμού δεν μπορεί παρά να επιστρέφει πόνο και λυγμό.


Κι αναζητά η ψυχή τους περήφανους καταρράκτες της τρυφερότητας για να ξεδιψάσει αληθινά. Και να προσφέρει έπειτα στον τολμητία που προσπέρασε το προφανές για να ανακαλύψει το κεκρυμμένο, ορίζοντες δροσιάς και ουρανούς γλυκύτητας…

Duet...

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Η ετοιμότητα της φυγής...




Ε
ίναι η ζωή μια διαρκής και ατελεύτητη ασκητική ανάβασης;
Μια ασκητική πένθους;
Αν είναι πράγματι έτσι γιατί η ετοιμότητα της φυγής αποδεικνύεται πως αποτελεί το πιο δύσκολο απ’όλα τα επιτεύγματα στην πνευματική ωρίμανση του ανθρώπου;
Η ετοιμότητα της φυγής… γιατί άραγε θα πρέπει να είναι κανείς ‘έτοιμος’ να φύγει;
Γιατί θα πρέπει να ζει κανείς διαρκώς ‘με μια βαλίτσα στο χέρι’;
Γιατί να μην αφεθεί;
Γιατί να μην ‘ξεχαστεί;’
Γιατί να μην έχει το δικαίωμα της λήθης του θανάτου;
Θυμάμαι μια συνομιλία με μια παλιά φίλη που αποτελεί και την αφορμή αυτής της ανάρτησης. Είχαμε συναντηθεί στο φιλόξενο σπίτι ενός κοινού φίλου και κάποια στιγμή θέλησε να μου αναφέρει ένα όνειρό της. Ένα όνειρο που θεωρούσε ‘σημαδιακό’.
«Είδα πως βρισκόμουν σε ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο», μου είπε κι ήταν ήδη αναστατωμένη καθώς αναβίωνε το όνειρό της. «Κόσμος πολύς σ’αυτό το τεράστιο πλοίο και λογής λογής. Θυμάμαι πως κάποιοι ήταν σε μια διαρκή ετοιμότητα, σε μια έντονη ανησυχία, σε μια αφύσικη εγρήγορση… όχι εγώ… εγώ ήμουν σε μια αναπαυτική ξαπλώστρα σε κάποιο ευρύχωρο κατάστρωμα, παρέα με τα παιδιά μου και απολάμβανα το ταξίδι. Δεν μπορούσα να κατανοήσω γιατί υπήρχε σε κάποιους αυτή η ‘πολεμική’ ετοιμότητα. Οι περισσότεροι δεν ήταν έτσι. Ήταν μάλλον σαν κι εμένα, ανέμελοι. Άλλοι πάλι σουλατζάριζαν ήρεμα και στοχαστικά και περνούσαν από μπρος μου. Κανείς δεν μιλούσε στους άλλους όμως γύρω του. Όλοι ήταν απορροφημένοι στον εαυτό τους, όλοι ήταν σε μια περίεργη μοναξιά.
Δεν ήμουν εκεί για διακοπές. Αυτό το ένιωσα, δεν το ήξερα. Ούτε που πήγαινε το πλοίο είχα ιδέα. Όμως κάποια στιγμή ένιωσα πως το πλοίο ζύγωνε στον προορισμό του. Είδα κάποιους συνεπιβάτες να βαδίζουν νευρικοί προς την πλώρη, άλλοι απλώς περνούσαν σαστισμένοι, επικρατούσε ένας σχετικός αναβρασμός. Όχι πανικός όμως. Άλλωστε οι περισσότεροι ήταν όπως εγώ. Απολαμβάναμε ακόμα το ωραίο ταξίδι.
Κάποια στιγμή με πλησίασε ένας σοβαρός άντρας με στολή. Κατάλαβα ότι ήταν ο πλοίαρχος. Μόλις τον είδα από πάνω μου τα χρειάστηκα. Δεν είχε κάτι ευχάριστο να μου ανακοινώσει ή να μου πει, το αισθάνθηκα»
-Τι κάνεις εσύ εδώ;, με ρώτησε αυστηρά και αμέσως σηκώθηκα από την ξαπλώστρα μου λες κι είχα κάνει κάτι κακό κι έπρεπε να απολογηθώ.
Δεν μπορούσα να του απαντήσω. Δεν ήξερα. Συνειδητοποίησα όμως ότι ξαφνικά το ταξίδι είχε τελειώσει και με είχε βρει απροετοίμαστη.
-Ξεχάστηκα, αυτό βρήκα να του πω και με πήραν τα κλάματα…»
Η φίλη μου τελείωσε την αφήγησή της μέσα σε έντονη συγκίνηση. Μου είπε μάλιστα πως όταν ξύπνησε κάθιδρη, έκλαιγε ακόμη και αναστέναζε. Το όνειρο την είχε συνταράξει ως τα κατάβαθα του είναι της.
«Πιστεύεις πως το όνειρό μου έχει κάποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο ή απλά έτσι το βιώνω εγώ;»
Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη στιγμή είχα πολλές σκέψεις μέσα μου και καμιά δεν ήταν επεξεργασμένη. Της υποσχέθηκα να της απαντήσω σε μερικές ημέρες αν ακόμη ενδιαφερόταν. Είχε διηγηθεί το όνειρό της σε πολλούς ανθρώπους όχι μόνο στον δικό μας ‘κύκλο’ αλλά γενικώς. Και είχε λάβει πολλές και διάφορες ‘ερμηνείες’.
Τώρα, το θέμα που απασχολούσε εμένα δεν ήταν τόσο μια ‘ικανοποιητική’, πάει να πει ‘ικανή’ ερμηνεία ενός ονείρου. Το ζήτημα των ονειρικών προτυπώσεων ή αποτυπώσεων είναι πολύ μεγάλο και δεν έχω καμιά ειδίκευση στον τομέα αυτό. Μπορεί να έχω διαβάσει κάποια βιβλία ή να με είχε απασχολήσει παλαιότερα εντός του πεδίου των αναζητήσεών μου αλλά για να πω την αλήθεια, δεν είχα ποτέ την τάση να δίνω μεγάλη σημασία στα όνειρα και τα ενύπνια.
Το συγκεκριμένο αφήγημα όμως είχε συγκρότηση, ενδιαφέρον και πιστεύω πως απεικόνιζε γλαφυρά την εγγενή αγωνία της ονειρευόμενης για τη ζωή και το θάνατο. Αυτό περίπου της είπα και όταν επικοινώνησα μετά από λίγες ημέρες. Είναι βέβαιο πως επρόκειτο για ένα όνειρο που θα την απασχολούσε για πολύ καιρό ίσως και για πολλά χρόνια. Όλοι έχουμε δει ‘προφητικά’ ή ‘σημαδιακά’ ή άλλα τέτοια όνειρα… μερικά εγγράφονται εντός μας ανεξίτηλα…
Κατά την άποψή μου η συγκεκριμένη φίλη εξέφρασε ονειρικά και αρκετά ‘λογοτεχνικά’ αυτό που αποτελεί εν τέλει ο ίδιος ο κύκλος του βίου για όλους μας. Απλώς, όταν το ζεις ως πρωταγωνιστής και όχι ως ‘θεατής’ η εμπείρωση ίσως να είναι και τραυματική. Ξύπνησε γεμάτη από την αγωνία του επερχόμενου πέρατος του ταξιδιού… ήταν επίσης γεμάτη ενοχές… έζησε ‘ανέμελα’ χωρίς καμιά ‘προετοιμασία’ για το τέλος… το τέλος με μια έννοια αρκετά ειρωνική ‘την έπιασε στον ύπνο’.
Καμιά ετοιμότητα εδώ λοιπόν.
Εκείνη πίστευε πως ο ‘καπετάνιος’, ο ένστολος άντρας που την επέπληξε τόσο αυστηρά δεν ήταν άλλος από τον Ιησού. Με άλλα λόγια της είπε: Τι έκανες σε όλη σου τη ζωή; τίποτα. Απλά αγνάντευες το πέλαγος… πώς αξιοποίησες το δώρο που σου εμπιστεύτηκα; Πώς ετοιμάστηκες για ‘την άλλη όχθη’; Δεν έκανες τίποτα άλλο από το να… ‘ζεις’.
Κατά την ταπεινή μου άποψη ο ένστολος άντρας ήταν ο εαυτός της που απλώς την ήλεγχε για την… αμεριμνησία της. Είχε κάνει ένα ολόκληρο ταξίδι χωρίς να το συνειδητοποιήσει. Το αντελήφθη μονάχα στο τέλος του. Ή έστω, λίγο πριν το τέλος.
Η απάντηση που του έδωσε μάλιστα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και είναι το κλειδί: Ξεχάστηκα. Μια ολότελα παράξενη απάντηση για έναν ταξιδιώτη που στο κάτω κάτω αυτό ακριβώς ήθελε, να ‘ξεχαστεί’. Όπως όταν πηγαίνει κάποιος διακοπές με ένα πλοίο. Ο στόχος είναι ακριβώς αυτός, να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Όμως εδώ υπάρχει κάτι άλλο. Το ταξίδι αυτό δεν ήταν ταξίδι αναψυχής. Ήταν το ταξίδι της ίδιας της ζωής της. Και ο εαυτός της –με τη μορφή του ένστολου αξιωματικού- την ήλεγξε αυστηρά. Δεν είχες δικαίωμα να ξεχαστείς…
Γιατί άραγε;
Το πολύ ενδιαφέρον αυτό όνειρο της φίλης μου γέννησε αλυσιδωτούς στοχασμούς. Η φίλη μου αυτή είναι μια γυναίκα που ασχολείται έντονα με τα λεγόμενα πνευματικά ζητήματα. Είναι ένας μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος. ‘Ψάχνεται’ από νεαρής ηλικίας. Στις συναντήσεις μας κατά καιρούς θυμάμαι πως διετύπωνε εύστοχα και αιχμηρά ερωτήματα. Τα περισσότερα είχαν να κάνουν ακριβώς με τη ζωή και το θάνατο. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους που έχουν μεταφυσικές και πνευματικές εκζητήσεις και ανησυχίες. Συνεπώς έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο με ενεργό πνευματικό εαυτό. Πιθανώς υπερβολικά ενεργό σε κάποια δεδομένη χρονική περίοδο της ζωής της. Ίσως αυτή η εποπτεία υπερέβη τα όρια και εκφράστηκε με αυτό το όνειρο στο ασυνείδητό της. Ίσως.
Όμως το βασικό, το πυρηνικό ερώτημα πάει οπωσδήποτε πέρα από το όνειρο αυτό. Διότι η αλήθεια είναι πως όλοι οι πνευματικοί διδάσκαλοι καλούν σε εγρήγορση, σε διαρκή ετοιμότητα τον άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να αναφέρει κανείς σχετικά εδάφια από την Καινή Διαθήκη, επί παραδείγματι όπου είναι σαφής και ανάγλυφη η αγωνία του Ιησού ή του Παύλου για το μη επιτρεπτό της ‘ανάπαυσης’ στις βιοτικές μέριμνες. Ο Ιησούς μάλιστα κάποτε επέπληξε και την Μάρθα, την μια αδελφή του Λαζάρου για την υπερβολική της ενασχόληση με τις ‘αγγαρείες’ του νοικοκυριού της ενώ η αδελφή της, η Μαρία, είχε καθίσει στα πόδια Του και άκουγε τα λόγια Του. Ακολούθησε μάλιστα και διάλογος της εκνευρισμένης Μάρθας για την αδιαφορία της Μαρίας και η απάντηση του Ιησού (στο Λουκά όλ’αυτά).
Η ετοιμότητα της ‘φυγής’, της ‘αναχώρησης’ βέβαια είναι ένα τεράστιο θέμα, ένα μεγάλο ζήτημα που αγγίζει βαθύτερα επίπεδα, αμιγώς υπαρξιακά.  Θα έλεγα, εν τέλει, μυητικά.
Αυτό το ‘ξεχάστηκα’ όμως στο όνειρο της φίλης μου, έχει και μια τρυφερότητα, μια λύπη, μια μελαγχολία… Πολλές φορές το ανακαλώ ή το σκέφτομαι. Μπορεί η ατραπός να είναι μια στενή οδός και τεθλιμμένη, μπορεί ο πνευματικός αγώνας να είναι σκληρός και διαρκής και απαιτητικός, όμως η ανθρώπινη συνθήκη περιλαμβάνει και την ανάπαυση, την αποδοχή των όρων του βίου, την προσωρινή έστω ‘ανακωχή’…
Αν είναι η αποστολή του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του, να εναρμονίσει τις δονήσεις του, να πνευματικοποιηθεί, να ανέλθει, να εκφύγει της χυδαίας προσκόλλησης σε οτιδήποτε, δεν είναι άραγε και η πρόσκαιρη καταφυγή αι ανάπαυση στο πεπερασμένο, το ενθαδικό, το γαιώδες, το χοϊκό ένα άνοιγμα φωτός που δικαιούται;