Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημειώδεις αναφορές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημειώδεις αναφορές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

Ο καθένας ομοιώνεται με αυτό που αγαπά...

 


Talis est quisque, quails ejus dilectio est. Terram diligis; Terram eris. Deum diligis; quid dicam, Deus eris

Ο καθένας ομοιώνεται με αυτό που αγαπά. Αγαπάς τη γη; Γη θα είσαι. Αγαπάς τον Θεό; Τότε λέω, πως θα είσαι Θεός.

Αυγουστίνος Ιππώνος


φ: God's Territory
Songquan Deng

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Η Ζωή είναι είναι ‘ηρακλείτεια’ ενώ η Ποίηση ‘ελεατική’…


Η Ζωή βέβαια εισχωρεί πάντοτε και καθοδηγεί την Ποίηση, προσφέροντας ή επιβάλλοντας τα νέα στοιχεία της, μα όμως είν’αδύνατο να αντικαταστήσει την Ποίηση, που με τη σειρά της σφραγίζει τη Ζωή πνευματικά κι ανεπανάληπτα… Στο χώρο της Ζωής ανήκει η μια κίηση, εκείνη ακριβώς που εντάσσεται στη χρονικότητα, στις χρονικές εκφάνσεις της Ζωής, αρχίζοντας από τις βιολογικές αναγκαιότητες ως οποιαδήποτε επαναληπτική διαδικασία κοινωνικού ή ατομικού χαρακτήρα. Στο χώρο της Ποίησης η άλλη κίνηση που κάνει η ανθρώπινη συνείδηση γίνεται προς τη μη χρονικότητα, προς το μη επαναλαμβανόμενο, είναι δηλαδή μια κίνηση προς την ακινησία. Για να μιλήσουμε στη γλώσσα της ψυχολογίας, είναι μια κίνηση προς την αθανασία, είναι μια εναντίωση στο θάνατο, σε κάθε φθαρτότητα. Ειπωμένο αυτό με σινιάλα φιλοσοφίας, σημαίνει ξεκάθαρα πως η Ζωή είναι είναι ‘ηρακλείτεια’ ενώ η Ποίηση ‘ελεατική’…

 

Νίκος Καρούζος [απόσπασμα από την εισήγησή του με θέμα ‘Η Ζωή και η Ποίηση’, στη δεύτερη μέρα του 1ου Συμποσίου Νεοελληνικής Ποίησης, Παν/μιο Πατρών, 3-5 Ιουλίου 1981]

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Ο καθένας ομοιώνεται με αυτό που αγαπά...


Talis est quisque, quails ejus dilectio est. Terram diligis; Terram eris. Deum diligis; quid dicam, Deus eris

Ο καθένας ομοιώνεται με αυτό που αγαπά. Αγαπάς τη γη; Γη θα είσαι. Αγαπάς τον Θεό; Τότε λέω, πως θα είσαι Θεός.

Αυγουστίνος Ιππώνος


φ: God's Territory
Songquan Deng

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

Απόλυτη ελευθερία είναι η ανυπαρξία...


Ελευθερία, αγάπη, αρμονία. Λέξεις και έννοιες από τις προσπάθειες προσδιορισμών και εξηγήσεων που θέλει να δώσει ο ανθρωπινός νους στις αίτιες και στα αιτιατά τα οποία αδυνατεί να τα αναλύσει εξολοκλήρου, αλλά μόνο επιμέρους κάθε φορά, με αποτέλεσμα την λαθεμένη αντίληψη και συμπεράσματα. Ποια είναι η ελευθερία και τι εννοείται ως ελευθερία ή αγάπη ή αρμονία. Δεν υπάρχουν κάπου εκεί έξω ώστε να αποκτηθούν, είναι καταστάσεις και είσαι μέσα σε αυτές, είσαι αυτές και μόνο ενσυνείδητα μπορείς να τις αντιληφθείς. Το μονοπάτι θα είναι πάντα κάτι το ξένο αν δεν γίνεις ο ίδιος μονοπάτι, όπως έλεγε ο Σιντάρτα. Δεν υπάρχει ελευθερία όπως την νομίζουμε στον φυσικό κόσμο, διότι όλα εξαρτώνται από κάτι και όλα είναι αποτελέσματα συνθηκών και αυτό ακριβώς είναι η ελευθερία, η ευκαιρία να υπάρχεις, να εκδηλώνεσαι ανάμεσα στις συνθήκες. Δεν υπάρχει αγάπη όπως την θεωρούν οι άνθρωποι ως ένα ιδανικό συναίσθημα. Πως μπορείς να αγαπάς, όταν καθημερινά πρέπει να θανατώνεις κάτι άλλο για να επιβιώνεις. Η αγάπη δεν είναι κάποιο συναίσθημα, αλλά μια κατάσταση που μπορείς να βιώσεις, μόνο μετά την κατανόηση και αναγνώριση των δεσμών και των ρήξεων που δημιουργούν την ύπαρξη. Η αρμονία δεν είναι νιρβάνα αλλά μια μόνιμη προσπάθεια ισορροπίας μέσα στον αέναο ρυθμό της ροής


https://mewe.com/i/sakismagos

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

"Όλοι είναι ομόφυλοι, όλοι είναι αδέλφια..."

Αυτά γράφονταν τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Τα αφιερώνω σε κάποιους ιδιαίτερα ‘θρησκευόμενους’ που τις Κυριακές σταυροκοπιούνται κατ’επίδειξιν υπό τα αιώνια βλέμματα των εικονιζομένων αγαπημένων τους αγίων στους ιερούς ναούς και τις Δευτέρες εκστομίζουν ρυπογόνες φράσεις μισαλλοδοξίας και κτηνωδίας.
Χωρίς φωτογραφία… δεν χρειάζεται… η ανθρώπινη ανάγκη δεν έχει ανάγκη υποστήριξης οπτικών εφέ…

«Υπάρχει άραγε χειρότερο πράγμα από το να εμπορεύεται κανείς την ανάγκη του διπλανού του και να παζαρεύει τις συμφορές των αδελφών του; Υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να συμπεριφέρεται κανείς με αχαλίνωτη απανθρωπιά, φορώντας μάλιστα το προσωπείο της φιλανθρωπίας και να απλώνει το χέρι για να σπρώξει στο γκρεμό αυτόν που χρειάζεται βοήθεια; […]. Δεν φρίττεις άνθρωπε, δεν κοκκινίζεις από ντροπή όταν χαρακτηρίζεις κακούργο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Ακόμη κι αν είναι, αξίζει να βοηθηθεί, αφού πιέζεται από την πείνα τόσο πολύ, ώστε αναγκάζεται να κάνει τέτοια πράγματα. Της δικής μας ωμότητας είναι το έγκλημα αυτό. Επειδή δεν είμαστε διατεθειμένοι να δίνουμε εύκολα, αναγκάζονται οι εξαθλιωμένοι να επινοούν μύριες πονηριές, ώστε να ξεγελάσουν την απανθρωπιά μας και να μαλακώσουν τη σκληρότητά μας […]. Και μάλιστα, ο πραγματικός κακούργος είσαι εσύ, διότι, παρόλο που έρχεσαι συχνά στην εκκλησία και ακούς τα κηρύγματά μου, όμως στην αγορά προτιμάς το χρήμα, τις ορέξεις σου και τις μάταιες παρέες από τις δικές μου προτροπές. Την ώρα του εκκλησιασμού εμφανίζεσαι ταπεινός, , κατόπιν όμως γίνεσαι θρασύς, ωμός και απάνθρωπος…»
Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ότι ουκ ακίνδυνον τοις ακροαταίς το σιγάν τα λεγόμενα εν εκκλησία / Εις την προς Ρωμαίους. Ομιλία ιδ΄

«Αν χτυπήσει την πόρτα σου κάποιος που πασχίζει να αντιμετωπίσει την ανάγκη του, μη ζυγίσεις τα πράγματα με ανώμαλο τρόπο. Μην πεις δηλαδή, ‘αυτός είναι φίλος, είναι ομόφυλος, με έχει ευεργετήσει παλιότερα, ενώ ο άλλος είναι ξένος, αλλόφυλος, άγνωστος’. Αν κρίνεις άνισα ούτε εσύ θα ελεηθείς. Μία είναι η ανθρώπινη φύση. Και ο ένας και ο άλλος είναι άνθρωπος. Κοινή είναι και στους δυο η ανάγκη, κοινή η φτώχεια. Πρόσφερε και στον αδελφό και στον ξένο. Στο μεν αδελφό σου μην γυρίσεις την πλάτη, τον δε ξένο κάν’τον αδελφό σου. Ο Θεός θέλει να στηρίζεις τους αναγκεμένους, κι όχι να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν θέλει να δίνεις στον ομόφυλο και να διώχνεις τον ξένο. Όλοι είναι ομόφυλοι, όλοι είναι αδέλφια, όλοι είναι παιδιά ενός πατέρα. Υπάρχει κόσμος που τον ξερίζωσε κάποια συμφορά και δεν του έχει απομείνει τίποτα παρά μόνον η ψυχή και το σώμα του. Εμείς όμως, όσοι έχουμε γλυτώσει άγευστοι συμφορών, ας μοιραστούμε με εκείνους την ευημερία μας. Ας αγκαλιάσουμε τους αδελφούς μας που μόλις και μετά βίας έχουν διασωθεί».
Μ. Βασίλειος, Περί ελεημοσύνης λόγος δ΄, εκλεχθείς δια Συμεών


Και τα δυο αποσπάσματα όπως τα παραθέτει ο Θανάσης Παπαθανασίου στο βιβλίο του Ο Θεός μου ο αλλοδαπός, Ακρίτας, 2018

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019



Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.
Νίκος Καρούζος, "Εικόνα".
(απόσπασμα)


Ευχαριστώ το φίλο CHEFGUEVARA ANTINOUS
https://mewe.com/profile/5ca481a252db682c218b1bd3

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Η πορεία δεν τελειώνει ποτέ...


Όλοι οι δρόμοι που κατά καιρούς οι αυτόφωτοι έχουν δώσει στην ανθρωπότητα, δεν είναι κάτι που πρέπει και μπορούν όλοι να ακολουθούσουν. Κάνεις πραγματικά αυτόφωτος, δεν θεώρησε ότι ένας είναι ο δρόμος και όλοι πρέπει να τον ακολουθούσουν, διότι γνώριζαν την διαφορετικότητα, το επίπεδο και τις εκδοχές, που η κάθε ανθρωπινή ύπαρξη έχει. Το ιερό καθήκον τους ήταν και είναι να γνωστοποιήσουν στην ανθρωπότητα, ο καθένας με τον τρόπο του, τις επιλογές και τις προοπτικές που έχει ο ανθρώπινος νους. Η κάθε ανθρωπινή οντότητα με την μοναδική κάθε φορά έμφυτη ουσία της, έλκεται από κάποια από τις προοπτικές. Είναι στη φύση του καθένα να ακολουθεί το φως που δύναται να αναγνωρίσει, την οικεία εκδοχή του πραγματικού του είναι. Το ύψιστο δώρο αλλά και ταυτόχρονα υποχρέωση, της δημιουργίας στον άνθρωπο, είναι ότι δύναται να έχει μέσα στην πολυπλοκότητα της σύνθεσης του, την συνειδητή επιλογή της εξέλιξης του. Αυτός είναι ο βασικός κορμός της ελεύθερης βούλησης που κατέχει ο άνθρωπος. Όλα τα υπόλοιπα έμβια, υποτάσσονται ασυνείδητα στο συλλογικό υποσυνείδητο και στους νομούς του εξελικτικού γίγνεσθαι της πλανητικής σφαίρας. Η πορεία δεν τελειώνει ποτέ. Οι δρόμοι πολλοί, αλλά δεν είναι οι δρόμοι αυτοσκοπός. Οι αυτοσκοποί εφησυχάζουν, παρέχουν ασφάλεια αλλά και παγιδεύουν τον νου σε αδιέξοδα. Δεν είναι αυτοσκοπός η αρετή, η γνώση, η σοφία, η σωφροσύνη, η ανδρεία, η οσιότητα, οι τέχνες, η φιλοσοφία, η επιστήμη. Είναι δρόμοι, είναι μηχανισμοί, είναι τρόποι για την πορεία. Αυτοσκοπός στην σφαίρα ύπαρξης του χωροχρόνου αυτού, είναι η ζωή και η αρμονία της με το γίγνεσθαι. Είναι η αρμονική άνθιση της ζωής στη μεγίστη δυνατή προοπτική της. Η αλήθεια και η πραγματικότητα μπορεί να είναι μια, ο δρόμος όμως όχι. Δεν μπορεί να είναι, διότι δεν θα υφίσταται η συνειδητή ελευθερία και ο ενθουσιασμός της αναγνώρισης της ζωής.

Αναδημοσιεύω: από τον Sakis Magos
https://mewe.com/profile/5c5866b4de360b26b808c69b

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019


Περιπατητής σε δρόμους αχάρακτους
σύντροφοι τα ξωτικά της φαντασίας.
Ξέρω θα μου πείτε
τα πλουμιστά εμπορεύματά σας
φαντάζουν διαλεχτά.
Όμως στις παράγκες του κόσμου ξεθωριάζουν.
Δεν τα χρειάζομαι.
Αφήστε με ήσυχο νʼ ανησυχώ.
Αντώνης Στασινόπουλος, "Ανήσυχος".
(Ο ποιητής, αναρχικός κι επαναστάτης Αντώνης Στασινόπουλος (1957- 2015), γεννήθηκε και πέθανε στην Πάτρα, επιδιώκοντας με την κοινωνική και ποιητική του ζωή την υπέρβαση κάθε προσωπείου. Μοναχικός, παρά τη σχέση ζωής με τη σύντροφό του και τους ακλόνητους φίλους που στάθηκαν στο πλευρό του, απλός μα ασυμβίβαστος, εξέφρασε με την ποίησή του τον μόχθο του ανθρώπου απέναντι στο Tέρας του κράτους που ο ίδιος δημιούργησε. Η ιδανική πόλη είναι γιʼ αυτόν μια πόλη «αγέννητη» με «σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου». Μια τέτοια πόλη, όμως, δεν υφίσταται στο παρόν, αφού ο πλανήτης τυλίγεται με ένα «γκρι φόντο». Παρά τις πληγές και τη μοχθηρία του κόσμου που σήκωσε στις πλάτες του, ο ποιητής δεν είναι απαισιόδοξος. Αγκαλιάζει το σύμπαν γύρω του «φτιάχνοντας κύκλους» ζωής κι ευελπιστώντας για το «σπόρο» που θα μείνει πίσω για τις επόμενες γενεές. Αγκαλιάζοντας τα «παιδιά-ποιητές» του μέλλοντος και τους κατατρεγμένους, η ποίηση του Αντώνη Στασινόπουλου κυοφορεί το βρέφος μιας ουτοπικής αλλαγής).

Αναδημοσίευσα από: 
CHEFGUEVARA ANTINOUS
https://mewe.com/myworld 

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019


Θα ‘ρθει καιρός
που μ’ έξαρση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
σαν θα φτάνεις στη δική σου πόρτα, στον δικό σου καθρέφτη,
κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλο
και κάτσ’ εδώ θα λέει. Τρώγε.
Θ’ αγαπήσεις ξανά τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον άγνωστο που σ’ αγάπησε
όλη σου τη ζωή, που εσύ αγνόησες
για κάποιον άλλο, που σ’ έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ’ το ράφι,
τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα,
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.
Derek Walcott, "Έρωτας κι έρωτας ξανά ",
(μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ).


Ευχαριστώ το φίλο Αντίνοο
https://mewe.com/profile/5ca481a252db682c218b1bd3

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019


Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα 'ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.
Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ' αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;



Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ,  Μοναξιά
(Απόσπασμα)


Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

Οι χωρίς φτερά...


Είναι κι αυτοί που σας έχω μιλήσει επανειλημμένα.
Οι χωρίς φτερά...
Που δε χρειάζονται τα φτερά για να καταλάβεις πως δεν είν' από τούτο το κόσμο. Αρκεί να παρατηρεί κανείς το βλέμμα τους για να καταλάβει πόσο βάθος έχουν σκάψει μέσα τους να βρούν την αλήθεια και να παραμείνουν σε αυτήν.
Οι χωρίς φτερά ...
Τους βλέπεις απ' το τρόπο που σε δέχονται στη ζωή τους κι με πιο τρόπο σε αποχαιρετούν.
Είναι οι μοναχικοί άνθρωποι όχι δεν είναι άγγελοι με φτερά και δε ζουν στους ουρανούς. Μυρίζουν όμως ουρανό,το στόμα τους ψέλνει ευλογία,η πράξη τούς δηλώνει αγάπη...!
Όχι δεν είναι άγγελοι με φτερά είναι καυστική πληγή οι μοναχικοί άνθρωποι!
Sofia Zoubery



Αναδημοσίευση από: https://mewe.com/profile/5c592c89dc9a663c48678282


Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Ἀφροδίτη Ἀρεία - Ἡ πολεμικὴ Ἀφροδίτη


«Ἔρως ἀνίκατε μάχαν»


Σκόρπιες σκέψεις περὶ τῆς πολεμικῆς φύσεως τῆς Ἀφροδίτης.


Ὁ Ἔρως εἶναι ἡ ὑπερτάτη πολεμικὴ δύναμις τοῦ σύμπαντος, διότι τὸ βαστᾷ αἰωνίως ἑνωμένο, διαλύοντας καὶ ἀναμορφώνοντας ἀείποτε τὰ πάντα ἐντός του. Ὅ,τι δὲν ἀντέχει, ἢ ἔχει παίξει τὸν ῥόλο του, παρασύρεται ἀπὸ τὸ κῦμα τοῦ ὀλέθρου ὥστε νὰ ἀναδομηθῇ καὶ ὅ,τι ἀξίζει ἀναβαθμίζεται σὲ κάτι νέο καὶ ὑψηλότερο. Τίποτα δὲν χάνεται ἀμετάκλητα. Τούτη τὴν πανίσχυρη καὶ βεβαίως θαυματουργικὴ ῥοὴ μόνον τὰ συγκροτημένα Ἐγὼ δύνανται νὰ ἀντέξουν, καὶ τὰ ἀντιστοίχως πανίσχυρα μὲ αὐτὴν νὰ χρησιμοποιήσουν. Διότι σκοπὸς εἶναι ἡ χρῆσις τῆς ἐρωτικῆς δυνάμεως μὲ στόχο τὴν ἀναδημιουργία καὶ τὴν διάταξι, ἔτσι ὥστε ὁ Κόσμος νὰ παραμένῃ κόσμος, στολίδι δηλαδή, καὶ νὰ μὴν ξεπέσῃ στὴν προτέρα κατάστασι χάους καὶ ἀναρχίας. Οἱ ψυχὲς τῶν ὄντων ἀποτελοῦν τοὺς κοσμικοὺς στρατιῶτες ὅπου καλοῦνται κατὰ ζεύγη νὰ φέρουν εἰς πέρας τούτη τὴν διαδικασία, τὸν πολεμικό τους ἀγῶνα, μέσῳ τῆς ἐρωτικῆς μυητικῆς πορείας, σὲ τρία πεδία: Πρῶτον, ἡ ἐπίτευξις τῆς ἐσωτερικῆς ἁρμονίας τοῦ ὄντος. Δεύτερον, ἡ ἐπίτευξις  ἁρμονίας ἐν κοινωνίᾳ μὲ τοὺς ὁμοίους του. Τρίτον, ἡ ἐπίτευξις ἁρμονίας, τῆς κοινωνίας προσώπων πλέον, μὲ τὸ ὅλον τοῦ κόσμου. Τοῦτον τὸν τριπλὸν ἀγῶνα θὰ μπορούσαμε, ὄχι ἀβάσιμα νομίζω, νὰ ἑρμηνεύσουμε ὡς πολιτισμό· ὁ ὁποῖος πολιτισμὸς φυσικὰ εἶναι τρόπος, πράττειν καὶ ποιεῖν, καὶ ὄχι ἰδεολογίες ἢ τεχνολογίες, ἀντιθέτως δὲ ὅπως μοῦ φαίνεται ἐξ ὁλοκλήρου τρόπος τοῦ κοινωνεῖν, σχέσεις.

Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου, νὰ μιλήσω γιὰ τὴν φυλή μας, εἶναι τὸ νὰ τακτοποιήσῃ, νὰ γεωμετρήσῃ, τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν πέριξ αὐτοῦ κόσμο, ὥστε καὶ ὁ Κόσμος, μὲ τὴν σειρά του, νὰ τὸν ἀναβαπτίσῃ  μέλος θειοτέρου γένους μὲ μεγαλύτερη εὐχέρεια χρήσεως τῆς ἐρωτικῆς δυνάμεως, μία πορεία ὅπου στὸ τέλος τῆς διαδρομῆς, καὶ μέσῳ συνεχομένων ἀλλαγῶν τῆς ψυχονοητικῆς δομῆς τοῦ ὄντος, ὁδηγεῖ στὴν θέωσι. Οἱ ἀδύναμοι ὅμως ἢ μὴ ἕτοιμοι χαρακτῆρες ἀδυνατοῦν νὰ ἀνταπεξέλθουν στὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό τους καθῆκον καὶ μὲ τρόπον ἀδέξιο χειρίζονται τὴν δύναμι.  Εἶναι ἐξόχως δύσκολο νὰ δαμάσῃς καὶ νὰ χαλιναγωγήσῃς τὴν ἄγρια ῥοὴ τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων καὶ νὰ ἱππεύσῃς τὸ κῦμα τους, ἐπιλέγοντας συνειδητὰ τὸν παραπάνω τελικὸ προορισμό. Τὸ κλειδὶ κρίνω πὼς εἶναι ἡ διοχέτευσις τῆς δυνάμεως ὅπου χαρίζει ὁ ἔρως στὴν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν ἐραστὴ δημιουργία, κυρίως στὸ πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ στὸ ὑλικὸ πεδίο. Διαφορετικὰ καὶ ὅπως βλέπουμε συνήθως νὰ συμβαίνῃ στὴν ζωή, μπορεῖ νὰ ἀποβῇ διαλυτικὴ γιὰ τὸν ἑαυτό, μία ἐμπειρία καταστροφικὴ ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Ἐγὼ εἴτε σὲ ὀπισθοχώρησι καὶ περιχαράκωσι εἴτε σὲ ξόδεμμα τοῦ ἱεροῦ σώματος καὶ ἀνώφελο σκόρπισμα τῶν ψυχικῶν δυνάμεων.

Ἡ ἀπὸ κοινοῦ δημιουργία γεννᾷ τὴν μυητικὴ σχέσι διδασκάλου καὶ μαθητοῦ, ὅπου οἱ ἐραστὲς κατέχουν τοὺς δύο ῥόλους ταυτοχρόνως. Καὶ σαφῶς ἡ ἀνώτερη δημιουργία εἶναι ἡ ἴδια ἡ σχέσις. Δίπλα στοὺς παραλλήλους δρόμους τοῦ μέχρι τότε βίου τῶν ἐραστῶν ξεκινᾷ ἕνας τρίτος κοινός, ἀρχικῶς παράλληλος πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ συγκλίνουν καὶ τελικῶς ἑνώνονται, ἂν καὶ πάντα ὑπάρχει ἕνας μυστικὸς παράδρομος. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀπόκτησι ποικίλων ἐμπειριῶν καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ τὶς εὐχάριστες, οὐδέτερες ἢ δυσάρεστες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης, σφυρηλατοῦν παρομοίως, τὰ δύο πρόσωπα ὡς συνασπισμένοι σύμμαχοι πλέον, κοινὸ τρόπο σκέψεως καὶ δράσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν περιστάσεων, ὅμως ὄχι ἁπλῶς υἱοθετῶντας ὁ ἕνας τὸν μηχανισμὸ τοῦ ἄλλου, τοῦτο θὰ ἦταν λάθος. Ὁ νέος κοινὸς τρόπος, εὐγενέστερος καὶ ὑψηλότερος, θὰ πρέπῃ νὰ ὑπερβῇ τοὺς προηγουμένους ἔχοντας ὡς σκοπὸ τὴν ἐξύψωσι τῶν ἐραστῶν σὲ μία νέα ψυχονοητικὴ κατάστασι, στὴν ἀναγέννησι αὐτῶν ὡς κοσμικῶν πολεμιστῶν. Ἡ ἐρωτικὴ δύναμι δύναται, μὲ τὴν ὀρθὴ καὶ πάντα μέσα ἀπὸ λάθη κατακτημένη χρῆσι της, νὰ ἐξυψώσῃ τοὺς ἐραστὲς σὲ ὄντα ἀνώτερα. Νομίζω κάπως ἀνάλογο μὲ τὸν παραπάνω συλλογισμὸ κηρύττει μὲ τὸν ποιητικό του λόγο ὁ Χριστιανόπουλος στὸ ποίημα «Κατάνυξη».

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.  

Καὶ ἐδῶ μοῦ ἔρχεται στὸν νοῦ τὸ σύμβολο τοῦ λυκανθρώπου, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν γνωστὸ μῦθο ἀλλὰ μὲ μίαν ἔννοια βαθύτερη ὅπου τοῦ ἀποδίδει ὁ μυστικισμός. Ὁ μύστης λυκάνθρωπος γιὰ ὡρισμένους ἀποκρυφιστὲς εἶναι τὸ ὄν ὅπου κατορθώνει νὰ δαμάσῃ τὴν ἀρχαία δύναμι καὶ νὰ μετατρέπῃ τὸ σκότος σὲ φῶς, τὸ χάος σὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια σὲ κάλλος, τὸ κτῆνος σὲ ἄνθρωπο, στὸ μικρό του ἔστω πεδίο· ὄν στὸ σύνορο δύο κόσμων, ὁ κατ’ ἐξοχὴν κοσμικὸς πολεμιστής. Οἱ ἐραστὲς μποροῦν νὰ τιθασεύσουν τὴν ἐρωτικὴ δίνη ἀνοίγοντας πύλη πρὸς τὰ ἀνώτερα πεδία καὶ νὰ αὐλακώσουν τὴν ἀχαλίνωτη ῥοή της καθοδηγῶντας την στὸ νὰ ξεπλένῃ τὸ σκότος μὲ φῶς, τὸ χάος μὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια μὲ κάλλος καὶ νὰ ἐξανθρωπίζῃ τὸ ἐντὸς κτῆνος.

Στὴν ἀστρολογία ὁ πλανήτης τῆς Ἀφροδίτης κυβερνᾷ τὸ ζώδιο τῶν Ταύρων καὶ κυρίως τῶν Ζυγῶν. Ὁ ἥλιος στὸν Ζυγὸ εἶναι ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ δανειστῶ τὴν ὡραία ἔκφρασι ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Τὸ σύμβολό του, ἡ ζυγαριά, τὸ μοναδικὸ ἄψυχο σύμβολο τοῦ κύκλου, καὶ γιὰ τοῦτο κάποιοι ὀνομάζουν τοὺς Ζυγοὺς «ἄψυχους», δηλαδὴ ἀνθρώπους ὅπου μποροῦν νὰ κλειδώνουν τὰ συναισθήματά τους ὥστε νὰ ἀποδίδουν δικαιοσύνη καὶ ὡς γεφυροποιοὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων νὰ παρατηροῦν ψυχρὰ ὅλες τὶς πλευρὲς ὥστε νὰ ἐντοπίζουν τὸ ἀνείδωτο γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτι ὅπου διαπερνᾷ τὰ πράγματα. Αὐτὰ σὲ συμβολικὸ μόνον ἐπίπεδο. Ὅμως κάτι ἀνάλογο νομίζω ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν πολεμικὴ Ἀφροδίτη γιὰ νὰ δαμαστῇ τὸ ἄγριο κῦμα τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων, ἔτσι ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ γιὰ τὸν σκοπὸ ὅπου ἀνέφερα παραπάνω. Νὰ κατανοήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ κοσμικὸ δίκαιο, τὸν συμπαντικὸ Νόμο ὁ ὁποῖος ὑμνεῖται στὸν ὀρφικὸν ὕμνο, καὶ νὰ τὸν υἱοθετήσῃ ὡς μηχανισμὸ κλειδώματος τῶν χαοτικῶν συναισθημάτων τῆς ἀτελοῦς ἀνθρωπίνης φύσεως· ἡ ὁποία ὄντας ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητη μπροστὰ στὴν πίεσι τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀνάγκης πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖται σὲ ἀκραῖες συμπεριφορές. Ἔτσι θὰ μπορῇ νὰ διοχετεύῃ τὴν ἐρωτικὴ δύναμι, κοινὸ καὶ μέγα ἔργο μὲ τὸν ἐραστή του, στὸν ἀγῶνα τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς τριπλῆς ἁρμονίας, καὶ νὰ ἐπιτελῇ τὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό του καθῆκον, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι συνυφασμένα. Ἡ ταραχώδης θάλασσα τῶν συναισθημάτων ἄνευ σκοποῦ καὶ προορισμοῦ καταλήγει πολλὲς φορὲς σὲ ναυάγια. Ὅταν ἡ μάχη πολεμηθῇ καὶ ὁ ἀγῶνας ἔχει αἴσια ἔκβασι, ἡ γεωμετρία εἶναι τὸ ἀκριβό μας ἔπαθλο, τὸ χρυσοῦν γέρας. Ἡ γεωμετρία εἶναι (πάντα) τὸ ζητούμενο.



Πίνακας: William-Adolphe Bouguereau


αναδημοσίευση από:  

Ἐν Μακεδονίᾳ

«μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου» ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΕΥ. ΣΑΡΡΗΣ

https://saritori.blogspot.com/

Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

"Η νοστιμιά της ζωής και ο νόστος του καλού τέλους"

Αναδημοσιεύω από: http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.gr/2010/02/blog-post_15.html



(Από το ανέκδοτο έργο του Δ. Λιαντίνη)

Όλοι ταξιδεύουμε με το τσούρμο του Οδυσσέα. Το καράβι μας τραβά στους ανοιχτούς ορίζοντες του χρόνου. Σήμερα γλιστράμε πλησίστιοι με το ζέφυρο και με τους ετησίες. Αύριο ένας αιφνίδιος θρακιάς σηκώνεται από τα βουνά και το σύννεφο, και μας κατεβάζει ξυλάρμενους στην κοιλιά της καταιγίδας.

Ταξιδεύουμε στον πλόα του χρόνου με κόντρα τα κύματα και με τους ανέμους πειρατές. Και μπροστά μας καρτεράνε τα τέρατα και τα ξένα. Ο φόβος και οι καλές ελπίδες υφαίνουν το ρούχο της εμπειρίας μας στον αργαλειό του αγνώστου. Μας μαγνητίζει το ανείδωτο, και το ανείδωτο μας απειλεί. Παίζει μαζί μας και γελά το ναι και το όχι.

Θαμπά, πέρα από την αλισάχνη του πέλαγου ξαπλώνεται εκείνο το ακρωτήρι. Οι άνεμοι ταράζουν το πέτρινο σώμα του. Και η γλώσσα της θάλασσας γλείφει τις εξοχές και τα σκληρά άκρα.

Πίσω από το ανάσκελο μπόι του το μακρύ η τρίαινα του Ποσειδώνα αγριαίνει και κατακρούει τον πόντο. Εκεί έχει το νησί της η Κίρκη. Η Κίρκη περιμένει τους ναυτικούς με τα μάγια και τις βαθιές γητειές. Έτσι που περιμένει ο έρωτας τους νέους στη στροφή της ηλικίας τους. Και ο έρωτας πολλές φορές τρελαίνει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να ξεχνά. Σπίτι, πατρίδα, ταξίδι, σκοπό, όλα τα ξεχνά ο ερωτευμένος. Βουλιάζει στο νέο του σύμπαν. Σαν το φωτόνιο πηδά σε άλλη στοιβάδα ζωής. Τότε στα μάτια των ανθρώπων που λογικεύουνται και νυστάζουν, στα μάτια δηλαδή των πολλών, ο ερωτευμένος φαντάζει γυρίνος και χοιρίδιο και ιππουρίδα. Σα βαλαντώσει ο έρωτας, μεταμορφώνει κιόλας.

Ταχιά η σχεδία του βίου μας παραπλέει εκείνα τ’ ακρογιάλια και τους μικρούς κάβους. Και ξαφνικά αντικρύζουμε τους Κίκονες. Και λίγο πιο πέρα, στη ροβόλα της θαλασσινής λαγκαδιάς, καρτερούν οι Λαιστρυγόνες. Ονόματα με ήχο αλλοίθωρο και στρεβλό. Όπως στρεβλό είναι και το μπλέξιμο των ανθρώπων με τις κακοτυχιές, τις αρρώστιες, τους σκοτωμούς. Στους Κίκονες και στους Λαιστρυγόνες μας απαντούν και μας παλεύουνε οι δικαστάδες και οι αφορεστάδες, οι ξενιτεμοί, οι χωροφύλακες, τα σανατόρια, οι σπετσιέρηδες και τα γραφεία κηδειών «Ο Μυστράς» και «Ο Λάζαρος». Και ακόμη τούτα τα τέρατα και τα καννιμπαλικά είναι η στέγνια και η ανεβροχιά, οι σιτοδείες και οι σεισμοί. Οι επιληπτικοί σεισμοί που ξεσηκώνουν τα σπίτια να σκοτώνουν τους ανθρώπους που τα χτίσανε.

Μακρυά, ακόμη πιο μακρυά, ξεχωρίζουμε εκείνη την κουκκίδα στου ματιού την άκρη. Εκεί είναι το νησί με τα ιερά ζώα του ήλιου Απόλλωνα. Τρακόσια εξήντα και πέντε γελάδια. Το καθένα και μια μέρα του ήλιου που ζητά να την ζούμε με κλιτότητα και με τάξη.

Γιατί η κάθε μέρα μας δεν είναι αναβλητή, ούτε ανταλλάξιμη. Και δεν γυρίζει πίσω όταν περάσει. Δεν ημπορούμε να σπαταλάμε το έχει της ανόητα και στο βρόντο. Απαγορεύεται να τα σφάξεις τα γελάδια του ήλιου.

Αύριο βέβαια θα ποντίσουν στο μικρό λιμανάκι του νησιού οι λογής ασεβείς. Καιροσκόποι, νεόπλουτοι, τυμβωρύχοι, κληρονόμοι τεράστιοι που δεν το περίμεναν, οι τυχεροί στο λότο. Και ακόμη οι φιλόδοξοι, οι μωροί, οι αριβίστες, οι κλέφτες. Και όσοι τους πόρεψε η τυφλή τύχη και καζάντισαν χαράμι.

Αυτοί θα τα σφάξουν τα γελάδια του Ήλιου. Θα αδειάσουν την ύπαρξη από το νόημά της. Και θα πεθάνουν χωρίς να ζήσουν. Χωρίς της ζωής τη νοστίμια και χωρίς του καλού τέλους το νόστο.

_________________

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Τότε είδαμεν πόσα δράμια ζυάζει ο καθείς…




Ο θάνατος του Καραϊσκάκη και η ήττα της μάχης του Ανάλατου

«…Εις τον Περαιά και Τζερατζίνι συνάχτηκαν πολλά στρατέματα διά να γένη το κίνημα των Αθηνών. Ήρθε κι’ ο αγαθός Πέτας μ’ ως διακόσιους ανθρώπους, ο Νικόλας αρχηγός του Κρανιδιού με τους γενναίους πατριώτες του (ήμαστε πολύ φιλιωμένοι από το Νιόκαστρον)· ήρθε μ’ εκατόν ογδοήντα ανθρώπους· ήρθε ο ανιψιός του Κοκράν με περίτου από πεντακόσιους Νυδραίους, Πετζώτες κι’άλλους νησιώτες. Συνάζονταν ολοένα και οι Αθηναίγοι χώρα και χωριά. Και γινήκαμεν εις αυτό το πόστο περίτου από τρεισήμισυ χιλιάδες. ’Στου Καραϊσκάκη, εις το Τζερατζίνι, πήγανε όλοι οι Σουλιώτες, Μποτζαραίγοι, Τζαβελαίγοι, Βέγικος, Γιαννούσης, Ντούσας, Φωτομαραίγοι, Δρακαίγοι, Πελοποννήσιοι, Κολοκοτρωναίγοι, Σπαρτιάτες, Σισιναίοι, Πετιμεζαίοι κι’ άλλοι πολλοί· Περραιβός, Καλλέργηδες με τους Κρητικούς, Νοταραίγοι. Το όλο πραματικώς ήταν εις τα δυο πόστα έντεκα χιλιάδες. Τους έλεγαν δεκαπέντε· δεν ήταν, πραματικώς ήταν έντεκα.

Το Μοναστήρι κι’ ολόγυρα εκείνο το μέρος ως τα κανόνια των Τούρκων εις την ράχη ήταν πόστα των Τούρκων, δεκαπέντε ταμπούρια, ’στα περισσότερα μέρη δυναμωμένα πολύ από ανθρώπους και κανόνια και γρανέτες. Αν δεν χαλάγαμεν αυτά τα πόστα, δεν μπορούσαμεν να τραβήσουμεν διά την Αθήνα. Ήρθε ο Μιαούλης, άλλα καράβια και η φεργάδα και το παπόρι, και βαρούσαν το Μοναστήρι κι’ όσα ταμπούρια ήταν πρόσωπον κατά την θάλασσα. Ως τη γης το πήγαν χτυπώντας το Μοναστήρι· και οι Τούρκοι πολεμούσαν γενναίως, ως λιοντάρια. Κατά το μέρος το δικό μας δεν τόβλεπε το κανόνι της θαλάσσης· ήταν μία μάντρα κι’ άλλα τούρκικα ταμπούρια και ήταν εις το γούπατο, οπού είναι το πηγάδι. Τότε πήγαν από τους αθάνατους τους Νυδραίους, Κρανιδιώτες και πολλοί Ρουμελιώτες και πέσαν από κάτου αυτεινών των ταμπουργιών. Και δεν άφιναν τους δικούς μας να σηκώσουν κεφάλι οι Τούρκοι· τους είχαν από κάτου. Τότε πήρα καμμιά τριανταριά ανθρώπους από το σώμα μου και τους λέγω: «Να πάμεν κάτου να ενθουσιάσωμεν τους δικούς μας, να τους ειπούμεν, τι κάθονται εκεί πεσμένοι της κοιλιάς και φυλάνε τους Τούρκους – από την στράτα της Αθήνας εμπήκε το ταχτικόν και οι Σουλιώτες κι’ ο Καραϊσκάκης και πήραν τα ταμπούρια των Τούρκων· και πήραν τόσα λάφυρα (να τους ειπούμε ψέματα, να ενθουσιαστούν)· «κ’ ευτύς να βγάλωμε, τους λέγω, τα μαχαίρια πώς να κινηθούμε ομπρός· όμως να μην προχωρέσουμεν, ότι μας σκοτώνουν οι Τούρκοι, είναι πλησίον πολλοί». Καθώς κατεβήκαμεν, τους ενθουσιάζομε με ψευτιές – κι’ ο Θεός τόκαμεν αλήθεια· όσο να ειπούμε εμείς αυτά, και τραβήσαμεν και τα μαχαίρια, (και ποιος κόταγε να κινηθή ομπρός;), τότε ένας μπαγιραχτάρης Νυδραίος – εκείνος δεν ήταν άνθρωπος, ήταν εις τα ποδάρια αγιτός και εις την καρδιά λιοντάρι – ευτύς πήρε την σημαία του και την έμπηξε μέσα εις το τούρκικον ταμπούρι· και κοντά εις αυτόν όλο το στράτεμα. Και παίρνομεν δεκατρία ταμπούρια των Τούρκων και τους πήγαμεν κυνηγώντας ως τα κανόνια τους εις την ράχη. Μπροστά, εις τα Καμίνια, ήταν οι Αθηναίγοι, εις τα πόστα μας· και τους τόπιασαν των Τούρκων και βαρούσαν ’στο κρέας. Και τους έγινε ένας μεγάλος σκοτωμός σε όλα αυτά τα μέρη.

Ο Καραϊσκάκης και οι άλλοι όλοι από το Τζερατζίνι δεν ήξεραν τίποτας, και δεν κινήθηκαν. Περάσαμεν με καμπόσα κεφάλια τούρκικα από μέσα τον βάλτο και πήγαμεν εις τον Καραϊσκάκη. Φιληθήκαμεν· έδωσε δυο ντούπιες των παιδιών οπούχαν τα κεφάλια. Κατέβηκε από τ’ άλογό του ο Καραϊσκάκης και μου τόδωσε και καβαλλίκεψα, και μου είπε να συνάξω από το σώμα μου να κλείσουμεν με χαντάκια τους Τούρκους οπού μείναν εις το Μοναστήρι. Σύναξα όλους και τους έδωσα τζαπιά και φκυάρια και φκειάσαμεν ένα χαντάκι πλατύ, να φυλάγη και κατ’ το Μοναστήρι και κατ’ την Αθήνα, να μην τους έρθη μιντάτι των Τούρκων. Αφού φκειάσαμεν το χαντάκι, βάλαμεν ασκέρι απ’ ούλα τα σώματα και πολεμούσαμεν το Μοναστήρι. Ήρθαν όλοι από το πέρα μέρος, ήρθε κι’ ο νέος Ναύαρχος κι’ ο Αρχιστράτηγος εβήκαν από τα καράβια. Τους πήγαν οι Έλληνες τα κεφάλια να τους δώσουν μπαχτζίσι· δεν θέλησαν να ιδούνε ούτε εκείνους οπού τα βαστούσαν.

Οι Τούρκοι του Μοναστηριού θέλουν να παραδοθούν ’σ εμάς με συνθήκες να μην σκοτωθούν· και τοιούτως συνφωνήσαμεν και δώσαμεν τον λόγον της τιμής μας. Τ’ ασκέρια τούς κακοφάνη· ήθελαν να τους πάρωμεν με ντουφέκι. Δώσαμεν τον λόγον μας να βγούνε. Θέλει ο Καραϊσκάκης να πάγω να τους συντροφέψω εγώ ως τα κανόνια τους. Αφού είδα τα στρατέματα αγαναχτισμένα δεν θέλησα, κ’ έστειλε τον Βάσιο. Βγαίνοντας από το Μοναστήρι οι Τούρκοι απόξω, εις την βρύση, έκαμεν ένας Έλληνας ν’ απλώση ’σ έναν Τούρκον, βγάζει ο Τούρκος την πιστιόλα και σκοτώνει τον Έλληνα. Τότε, ήταν ως τρακόσοι πενήντα Τούρκοι όλο διαλεμένοι, και καμμιά δεκαριά σώθηκαν εις τα κανόνια τους. Είναι η αλήθεια του Θεού, από ’μάς δεν ήξερε κανένας· κατά τον λόγο μας θ’ ακολουθάγαμεν.

Την ίδια βραδειά μού λέγει ο Καραϊσκάκης εμένα και του ταχτικού και του Κώστα Βλαχόπουλου να φκειάσουμεν κι’ άλλα τρία ταμπούρια, να τα ξημερώσουμεν· να είναι συνκρατητά με τα δικά μου, να πάμεν ως της ελιές διά να γένη το κίνημα διά την Αθήνα και να μην μας κόψουν τον δρόμον οι Τούρκοι – ότ’ ήταν πλησίον μας τούρκικα ταμπούρια πλήθος. Και διά νυχτός τα ξημερώσαμεν φκειασμένα χωρίς οι Τούρκοι να μας πάρουν χαμπέρι. Βάλαμεν και τα κανόνια τους μέσα εις τα τρία και ζυγώσαμεν εις την άκρη της ελιές. Την αυγή οπού ξύπνησαν οι Τούρκοι βλέπαν και τρίβαν τα μάτια τους. Τότε πιάσαμεν τον πόλεμον χωρίς να μας κάμουν καμμίαν ζημίαν, οπούρθαν τόσοι Τούρκοι πεζούρα και καβαλλαρία.

Τότε συναχτήκαμεν όλες οι κεφαλές εις το τζαντίρι του Καραϊσκάκη και μιλήσαμεν να γένη το κίνημα διά την Αθήνα. Να γένουν δυο κολώνες· μία κολώνα να πάγη από τους Τρεις Πύργους, δυο χιλιάδες, να δώσουν εκεί προσοχή οι Τούρκοι, κι’ από της ελιές να κινηθή ο Καραϊσκάκης να έμπη μέσα εις την Αθήνα. Κεφαλές διά τους Τρεις Πύργους ο Μπότζαρης, ο Βέικος, ο Ντούσιας, ο Γιώργο Τζαβέλας, ο Δράκος, ο Βάσιος, οι δυο Νοταραίοι, Καλλέργης, Ποργιώτης. Όλοι αυτείνοι ζήτησαν κ’ εμένα να πάγω από ’κεί. Ο Καραϊσκάκης δεν ήθελε· ήθελε να πάμεν μαζί από της ελιές. Δεν θέλαν όλοι. Αποφασίστηκε να πάγω μ’ εκατόν πενήντα ανθρώπους και τους άλλους να τους αφήσω μ’ έναν αξιωματικόν κεφαλή εις της θέσες τους. Ο Καραϊσκάκης να κινηθή από της ελιές με πέντε χιλιάδες· δυο χιλιάδες – να είναι από πεντακόσοι μ’ έναν κεφαλή – να κινιώνται μιντάτι ούθεν κάμη χρεία. Και οι δυο, η σαβούρα, να είναι εις τα ταμπούρια.

Ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. Με φωνάζει και μου λέγει να ειπώ του Αρχιστράτηγου και του Ναύαρχου το σκέδιον και να λάβω από τον Ναύαρχον τα τζαπιά και φκυάρια, οπούταν μέσα εις το καράβι του, κι’ αυτά να τα μεράσω εις τους αρχηγούς οπού θα πάμεν από τους Τρεις Πύργους. Και το σκέδιον ήταν να δώσω του κάθε ενού οδηγό κι’ απόναν Αθηναίον να ξέρη της θέσες. Από τους Τρεις Πύργους ως τον Ανάλατον να γίνουν – από την θάλασσα κι’ ως εκεί – έντεκα ταμπούρια· ’στο μπροστινό να είναι χίλι’ άνθρωποι μέσα. Πήγα αντάμωσα τον Κοκράν και Τζούρτζη και είπα τα σκέδια και να ετοιμάσουν και τα καράβια διά όσους θα πάμεν από τους Τρεις Πύργους – σουρουπώνοντας να βαρκαριστούμεν. Πήρα τα τζαπιά καιφκυάρια και τάδινα τού κάθε οδηγού της θέσης κι’ αρχηγού. Τελειώνοντας από αυτά, ακώ έναν πόλεμον. Πηγαίνομε, τηράμε· πλησίον εις το Γλυκό νερό ήταν ένα ταμπούρι Τούρκικον· κ’ εκεί πήγαν κάτι μεθυσμένοι νησιώτες και Κρητικοί, πιάσαν τον πόλεμον. Συνάχτη το περισσότερον στράτεμα. Εκεί οπού πήγαμεν να σβέσωμεν τον πόλεμον, ότι θα κάναμεν το κίνημα το βράδυ, πλάκωσαν και Τούρκοι περισσότεροι πεζούρα και καβαλλαρία. Άναψε ο πόλεμος πολύ· ήρθε κι’ ο Καραϊσκάκης. Τότε του λέγω: «Σύρε οπίσου να πάψη ο πόλεμος, ότι το βράδυ θα κινηθούμεν. – Μου λέγει, στάσου αυτού με τους ανθρώπους κ’ εγώ φέγω». Τότε σε ολίγον μαθαίνω ότι βαρέθη ο Καραϊσκάκης. Πάγω εκεί· μαζευόμαστε, τηράμεν· ήτανε βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου, εις τα φτενά. Μαζωχτήκαμεν όλοι εκεί. Μας είπε με χωρατά· «Εγώ πεθαίνω· όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα». Τον πήγαν εις το καράβι. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν.

Τότε Τούρκος έφυε, οπού ήταν μ’ εμάς, και το είπε του Κιτάγια αυτό και το σκέδιόν μας. Ο καιρός πέρασε, δεν έγινε το κίνημα. Βάνομεν τον Τζαβέλα αρχηγόν τ’ ασκεριού. Δεν είχε επιρρογή. Το σκέδιον μένει εις το ίδιον. Εγώ τους είπα ν’ αλλάξωμεν αυτό το σκέδιον, ότι ο Αρχηγός σκοτώθη κι’ αυτείνη η άργητα – θα μας προδώσουνε. Δεν ήθελε με κάνα τρόπον ο Κοκράν και οι άλλοι. Έστειλα τον Μαυροκορδάτο, τους μίλησε· δεν θέλησαν να συνακουστούμεν. Σε δυο ημέρες κινηθήκαμεν. Ο Κιτάγιας το ήξερε· έστειλε παντού και σύναξε ως δυο χιλιάδες καβαλλαρία. Πήραμεν να φέξωμεν εις τα καράβια. Έστειλα έναν καραβοκύρη, πήγε εις τον Κοκράν να του ειπή να βολτιτζάρωμεν εκείνη την ημέρα και να βγούμεν το βράδυ, νάχωμεν καιρό να φκειάσουμεν τα ταμπούρια. Δεν θέλησε. Απάνου οπού πήρε να δώση ο ήλιος, πρωτοεβήκαμεν ο Βάσιος, ο Καλλέργης κ’ εγώ από πέρα τους Τρεις Πύργους. Οι άλλοι οι αρχηγοί ήταν ακόμα εις τα καράβια. Τότε μείναμεν σύνφωνοι εμείς οι τρεις και φκειάσαμεν απόνα ταμπούρι από πάνου εις την ράχη. Ήταν και η θάλασσα πλησίον, αν μας πλάκωνε πολλή Τουρκιά, νάχωμεν και τα καράβια να μας βοηθήσουνε. Ο Κοκράν, διά να μην μείνη κανένας ζωντανός – (ήταν αυτός ο αίτιος κι’ ο Τζαβέλας κι’ ο Περραιβός κι’ όλη αυτείνη η συντροφιά διά να γένη το κίνημα·κι’ αυτείνοι μείναν όλοι πίσου εις τον Φαληρέα μ’ εννιά χιλιάδες ασκέρι και κάναν σίγρι με τα κιάλια. Είχαμεν συνφωνήση να μας στείλουν και την καβαλλαρία· ούτε έναν καβαλλάρη δεν έστειλαν). Έταξε χρήματα ο Κοκράν, «όποιος πρωτοπάγη εις την Αθήνα». Έπιαν και ρούμι κι’ άλλα σπίρτα όσοι μείναν εις τα καράβια – τότε βήκαν έξω. Δεν στάθηκαν εις τα δικά μας πόστα, τράβηξαν ομπρός, εις τον Ανάλατο. Σαν είδαν αυτείνους οι εδικοί μας άνθρωποι φύγαν κ’ εκείνοι διά ομπρός. Δεν συνακουγόμαστε, καθώς εγίναμεν. Παραγγέλνω του Τζούρτζη όλα αυτά, ως αρχηγός να στείλη κανέναν, ή ναρθή μόνος του να ειπή των ανθρώπων να γυρίσουν οπίσου. Αυτείνοι κάθονταν και οι δυο εις τους Τρεις Πύργους ’στα καράβια, κι’ ο Ναύαρχος κι’ ο Αρχιστράτηγος. Πάνε φκειάνουν ένα στραβό ταμπούρι. Ήταν πλησίον ένα ρέμα· τους λέγω να το φκειάσουμεν εκεί, δεν ήθελαν. Έβαλα κ’ έφκειασα ένα ταμπούρι. Πλησίον μου έφκειασε κι’ ο Νοταράς και ήταν και το ταχτικόν. 

Κατέβηκα εις την θάλασσα και πήρα μπάλλες κι’ άλλα αναγκαία, οπούχαμεν και κανόνια μαζί. Μας πλάκωσαν οι Τούρκοι πλήθος, πεζούρα και καβαλλαρία. Βαρούγαν από το κάστρο, δεν μπορούσαν να τους κάμουν τίποτας· βαρούγαμεν εμείς με τα δικά μας κανόνια, το ίδιον. ’Στο στραβό ταμπούρι ήταν οι Σουλιώτες· δεν είχαν δύναμη, τους δώσαμεν ανθρώπους όλοι και γιομίσαμεν το ταμπούρι τους. Συνάχτηκαν εις το ρέμα πλήθος Τουρκιά. Με πρώτο γιρούσι εμπήκαν μέσα εις το ταμπούρι των εδικώνε μας. Μια φωτιά μόνον πρόφτασαν οι εδικοί μας κ’ έρριξαν – και τους πελέκησε η πεζούρα και ηκαβαλλαρία. Καμμιά εξηνταριά λαγάρισαν από τους δικούς μας – τους έβαλαν εις τη μέση και τους τελείωσαν κι’ αυτούς.
      
Τότε γιομίσαμεν εμείς με κομμάτια τα ντουφέκια μας και προσμέναμεν να ρίξωμεν εις το κρέας όσο να λυώσουμε εκεί μέσα. Τα ταμπούρια τάχαμεν φκειασμένα καλά. Είχα πιάση την πόρτα και βαστούσα τους ανθρώπους. Τότε ένας αξιωματικός μού δίνει μίαν ασκουντιά και κόντεψε να μου μπη το μαχαίρι μέσα εις την κοιλιά μου. Σηκώνομαι απάνου, πιάστηκα μ’ εκείνον· «Τήρα κάτου, μου λέγει· σήμερα μας πήρετε όλους εις το λαιμό σας». Όσα ταμπούρια ήταν από την άκρη την θάλασσα ως τα δικά μας, δέκα έντεκα, τζακίστηκαν χωρίς πόλεμον και μας άφησαν τα τρία ταμπούρια του Νοταρά, το δικό μου, του Βάσιου και του αλλουνού Νοταρά, οπούήταν σε ένα ταμπούρι. Και εις τον ίδιον καιρόν τζακιστήκαμεν και τα τρία ταμπούρια και πελεκιώντας με τους Τούρκους – άκουγες σα να ήταν λόγκος χτύπαγαν τα μαχαίρια και τα σπαθιά. Τυλιμένος με τους Τούρκους και χάριν εις τα ποδάρια μου κι’ ότι βρέθηκα με κουράγιον, δεν κιότεψα (ότι οι περισσότεροι από αυτό χάθηκαν) και κόβοντας από ’μάς οι Τούρκοι από τον Ανάλατον ως την θάλασσα, φτάσαμε εκεί, οπού γίνεταν θρήνος.

Και οι Έλληνες κάμαν το χρέος τους, όμως κέρδεσαν την νίκη οι Τούρκοι. Περίτου από οχτακόσοι Έλληνες πήγαν, όλο το άνθος. Και οι Τούρκοι ζύγωσαν εις αυτό. ’στην θάλασσα ηύραμεν τον Κώστα Μπότζαρη και τους άλλους, οπού άφησαν τα ταμπούρια τους και φύγαν πρωτύτερα. Είχαν όλοι μπη εις την θάλασσα και φαίνονταν τα κεφάλια τους μόνον. Τότε μας ρίχτηκαν κ’ εκεί πεζούρα και καβαλλαρία, και με τα μαχαίρια σκάβαμεν την γης και φκειάναμεν ταμπούρια και μπαίναμεν από πίσου. Και πολεμήσαμεν ως τα σούρπα.

Και τότε αρχίσαμεν να μπαρκαριστούμε. Μετράγω τους ανθρώπους μου· ήμουν μ’ εκατόν πενήντα κ’ έμειναν τριάντα τρεις κ’ εγώ. Ως διακόσοι πενήντα το ταχτικόν, μείναν καμμία εξηνταργιά. Βλέποντας αυτό, από την λύπη μου – και πολέμαγα να τους μπαρκαρίσω, με πλάκωσαν πολλοί, ότ’ ήμουν και κουτζός, (άντεσα ξυπόλυτος οπούφκειανα το ταμπούρι) μου δίνουν ένα ασκούντημα και πάγω εις τον πάτο εις την θάλασσα. Μισοπνιμένον με βγάλανε και με πήγαν εις την γολέττα τ’ Αρχιστράτηγου. Μπήκαν και οι άλλοι μέσα.

Μαθαίνομεν ότι του αρχηγού Κίτζο Τζαβέλα μ’ εννιά χιλιάδες ασκέρι τού πήραν τα κανόνια, οπούχαμεν κάτου εις τα πόστα, τους πήραν το Μαναστήρι. Εκεί αυτός, εκεί ο Νικήτας, εκεί ο Χατζημιχάλης, εκεί ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, εκεί οι άλλοι αξιωματικοί, Πετμεζαίγοι, Σισίνηδες του Καραϊσκάκη. Τους πήραν όλες της θέσες και Μαναστήρι και Νερό και τους κλείσαν εις την Καστέλλα κι’ ολόγυρα. Όταν ζούσε ο Καραϊσκάκης όλοι αυτείνοι ούτε διά ψυχογυιόν δεν τον κάναν καμπούλι. Σκοτώνοντας ο Καραϊσκάκης, σκούργιασαν τα ντουφέκια τους, στόμωσαν τα σπαθιά τους. Τότε είδαμεν πόσα δράμια ζυάζει ο καθείς. Αφού τους πήραν της θέσες όλες και θα πέθαιναν της δίψας, τότε βήκαμεν από τα καράβια κ’ εμείς οι μισοσκοτωμένοι και πολεμήσαμεν μαζί με αυτούς τους Τούρκους και ξαναπήραμεν το Νερό και Μοναστήρι και της άλλες θέσες. Κ’ έπγαν νερό αυτείνοι όλοι και τα καϊμένα τ’ άλογα τ’ αθώα.

Πού ακούστη εννιά χιλιάδες Έλληνες, πεζούρα και καβαλλαρία, να τους πάρουν ομπρός πεντακόσοι Τούρκοι; Και να τους κυργέψουν όλα τα πόστα και κανόνια; Και να σκάσουνε από τη δίψα; Ανάθεμα τον Κοκράν οπού μας έβγαλε έξω το βράδυ – να τους αφήσωμε να πεθάνουν από την δίψα, να τους πιάσουν όλους οι Τούρκοι.

Χάθηκαν εις τον Ανάλατον οι γενναίοι και οι καλοί πατριώτες, τα άξια παληκάρια ο Δράκος, ο Βέικος, ο Ντούσιας, ο Γιώργο Τζαβέλας, ο Νοταράς, ο Τζελέπης κι’ άλλοι πλήθος αξιωματικοί. Πιάστη ζωντανός κι’ ο καϊμένος ο Καλλέργης και τράβησε τόσα μαρτύρια· και τον ξαγόρασαν. Σκοτώθηκαν οι περισσότεροι Κρητικοί κι’ ο γενναίος Κουρμούζης. Αιωνία τους η μνήμη! Η πατρίδα χρωστάγει χάριτες σε όλους αυτούς. Και να ευκέται τον νέον Ναύαρχον κι’ Αρχιστράτηγον, οπού τους στείλαν παράωρα εις τον Άδη όλους από της κυβέρνειες τους…»


Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα