Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Akaufaciyâ



«οι άνθρωποι που κατοικούν στα βουνά»



Είναι υπέροχο
να σ’αγνοεί η Daiva

Ως κι ο Μεγάλος Βασιλιάς
που ο ήλιος των ανθρώπων
ανατέλλει και δύει
στο πρόσωπό του
δεν έχει λέξη να προφέρει για μας

κανείς δεν ξέρει να του πει
πώς ξημερώνει κάθε αυγή
ο νέος ήλιος στο βλέμμα των μανάδων μας
και πώς χαράζει τα ιερά αυλάκια του ο χρόνος
στα μέτωπα των γερόντων μας

κι ακόμη δεν ξέρει να του πει
πώς λούζουν ψιθυρίζοντας
στη βραδινή βροχή
τα όμορφα μαλλιά τους οι γυναίκες μας
πριν αφεθούν στα χάδια των αντρών τους

κι ούτε ποτέ θα μάθει ο Μέγας Βασιλέας
πώς ανασαίνουν κάθε δειλινό
αποκαμωμένα απ’το παιχνίδι
τα παιδιά μας

και τα τραγούδια των μικρών μας κοριτσιών
τις μυστικές τους ώρες
ποτέ ο Υπέρτατος Αφέντης δεν θ’ακούσει

είμαστε αόρατοι

στα πανάρχαια σπήλαια
των αδελφών μας βράχων
γεννιόμαστε
και στους γκρεμούς των κρυμμένων μας βουνών
τα πρώτα μας όνειρα
με τις σκιές των λουλουδιών
τα μοιραζόμαστε

και στα υψίπεδα που δεν ορίζει άλλος
παρά το αιώνιο βλέμμα των προγόνων
και οι κατεβασιές των αητών
χαράζουν το αδύνατο στους ορίζοντες

σε τούτα τα ιερά υψίπεδα
ερωτευόμαστε

και στα φαράγγια
που οι υλακές των λύκων τα πρωινά
μουδιάζουν τα πόδια των δειλών
εκεί ανδρωνόμαστε

κι ύστερα από το πέρασμα ημερών μεγάλων
που θηλάζουν όλα τα χρώματα του ανθρώπου
και άλλοτε στο χαμόγελο
κι άλλοτε στον πόνο
κουρνιάζουν τη σκέψη του

ύστερα από χιλιάδες νύχτες
που αγωνιούμε για τον πυρετό
στα στήθια των σεβάσμιων
ή τραγουδούμε τον έρωτα που πυρώνει τα χείλη
και μεθάει τα σκέλια

έρχεται Εκείνη η μέρα
που στις αθέατες κορυφές
των χιλιόχρονων βουνών μας
μονάχοι
λέμε στο κουρασμένο σώμα
μείνε αδελφέ μου εσύ εδώ
να σ’αγκαλιάσει η Μάνα
κι άλλους να δώσεις, πιο άξιους από μένα

και με το πνεύμα ελεύθερο πια
να απλώνεται στα ασύνορα λιβάδια τ’ουρανού
πέρα από τους ποταμούς στα βορινά
πέρα από τις στέπες και τις ανοιχτωσιές της δύσης
πέρα απ΄τα αφιλόξενα της ανατολής κάτασπρα βουνά
κι ως κάτω, στον αδελφό ωκεανό, στο νότο

στο Ταξίδι του Ανέμου αφηνόμαστε
και με το Φως του Αρχαίου Πατέρα
και την Πνοή των Ονείρων

χαμογελώντας

ένα γινόμαστε…


Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Ζεν (2009)


Η νεαρή και όμορφη Ορίν, που έσβησε ανάμεσα στα λευκά της πόδια τη σαρκική δίψα εκατοντάδων αντρών, εισέρχεται στον περίβολο του ναού με το παιδί της στην αγκαλιά και αναζητά με αγωνία έκδηλη τον διδάσκαλο. Μονάχα ο Ντογκέν, πιστεύει, μπορεί να το σώσει από το επερχόμενο τέλος. Γιατί το μωρό της είναι πολύ άρρωστο κι εκείνη απελπισμένη. Ο διδάσκαλος τη συναντά, ακούει την έκκλησή της, χαϊδεύει τρυφερά το κεφαλάκι του παιδιού.

«Μονάχα ένας τρόπος υπάρχει να σωθεί το παιδί», της λέει. «Γύρνα στο χωριό, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και αναζήτησε εκείνο στο οποίο δεν έχει γνωρίσει ποτέ το θάνατο. Όταν το βρεις, ζήτησε να σου δώσουν ένα φασόλι μόνο».

Το ίδιο βράδυ η Ορίν επιστρέφει στο ναό. Μονάχα που τούτη τη φορά δεν τρέχει. Τώρα σέρνει το βήμα της και το κλάμα της συνοδεύει το θρήνο της. Δεν είναι μόνο βυθισμένη στον ανείπωτο πόνο για το χαμό του παιδιού της. Είναι θυμωμένη. «Που είσαι ψεύτη μοναχέ!», φωνάζει και διακόπτει την ηρεμία του χώρου. Οι μοναχοί βγαίνουν αμέσως να την συναντήσουν. Πρώτος ο διδάσκαλος. Την κοιτάζουν σιωπηλοί. Γνωρίζουν.

«Έκανα όπως μου είπες», λέει με δάκρυα και σπασμένη φωνή η Ορίν και το βλέμμα της διαπερνά τον Ντογκέν σαν λεπίδα. «Όμως δεν βρήκα ούτε ένα σπίτι στο χωριό που να μην έχει γνωρίσει το θάνατο» και όταν αποσώνει την πρότασή της πέφτει σιωπή.

«Σωστά. Τούτο ήθελε να μάθεις ο διδάσκαλος», της λέει ήρεμα και θλιμμένα ένας από τους μαθητές και η Ορίν πέφτει στο χώμα αποκαμωμένη.

Ο διδάσκαλος κοιτάζει με άπειρη τρυφερότητα τη μητέρα και το νεκρό παιδί και δακρύζει…

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017


Η μέρα ανέβαινε αργά, μαζί με τις υποσχέσεις και τους θρήνους της. Μαζί με το χαμόγελο και τη λύπη της. Θα μπορούσε κανείς να ξεδιαλέξει από τις αχτίνες του ήλιου εκείνες που ταιριάζουν στη ψυχή του περισσότερο μα, πώς να κρατήσεις μερικές και άλλες να αγνοήσεις; Ως και στις πιο δροσερές κρύβεται το μυστικό του βασιλιά πατέρα… ως και στις πιο καυτές φωλιάζει το θαύμα του ζωοδότη φίλου και αδελφού.

Κάθονταν στο μοναχικό παγκάκι και απολάμβαναν το σήκωμα του ήλιου σιωπηλοί…  τι να πρωτοπείς τούτες τις μαγικές ώρες που ως και το Αχανές σου επιτρέπει την πολυτέλεια της μοναχικότητας… τι να ψελλίσεις εμπρός στο αρχαίο μυστήριο, το Μεγάλο Μυστικό Θέαμα που τα σάρκινά σου μάτια ευλογήθηκαν να αντικρίζουν και τα άλλα, εκείνα που έχει το είναι σου, αντιλαμβάνονται με το ρίγος της πρώτης φοράς…

«Όλα εκείνα που μας μίλησαν για πρώτη φορά… κάποτε… είναι πάντα εδώ», είπε εκείνος ξαφνικά. Η φωνή του ήταν γεμάτη από το δέος της στιγμής και ίσα που ακουγόταν. «Όλα εκείνα που γέννησαν τον κόσμο, δεν πέθαναν ποτέ. Μπορούμε αν θέλουμε να τα ακούσουμε, να τα αγγίξουμε, να τα δούμε… μα για μια στιγμή μονάχα… τη μαγική στιγμή που οι θωρακίσεις μάς εγκαταλείπουν… μα είναι η μεγάλη μας ευκαιρία να συνομιλήσουμε με το πιο ευαίσθητο, το πιο λεπτοφυές και μαζί, το πιο όμορφο απ’όλα όσα μας περικλείει και το περικλείουμε… δεν έχει σημασία τι θα πούμε, δεν έχει σημασία ποιος μας ακούει ή τι μας παρατηρεί… είναι η σπάνια και μοναδική στιγμή που έχουμε συνείδηση της ύπαρξής μας…», είπε και σιώπησε ξανά.

Εκείνη αναζήτησε το χέρι του με το δικό της και το κράτησε σφιχτά. Ήξερε πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή εκείνος πονούσε πολύ. Και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ στο πρόσωπό της.

«Όλοι αξιωθήκαμε τούτη την έκσταση και για όλους χαράχτηκε η ατραπός…», είπε πάλι και ανταπέδωσε το ζεστό της άγγιγμα.

Ο ήλιος σκαρφάλωνε σιγά σιγά στο θρόνο του και μια γλυκιά ζέστη χάιδευε τα πρόσωπά τους. Η πόλη ολόγυρα ξυπνούσε σιγά σιγά.

«Ας μην φύγουμε από εδώ… ποτέ!», του ψιθύρισε κι αμέσως μετάνιωσε για τα λόγια της.

«Ναι, ας μείνουμε για πάντα εδώ», της απάντησε εκείνος και αφέθηκε ξανά στην απόλαυση της ακριβής τους εμπειρίας…


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Όπταις άμμε


Οι άνθρωποι συναντιούνται
με καρβουνιασμένα δάχτυλα
δίνουν χειραψίες
χωρίς αποτυπώματα
κι αποκεφαλίζουν τις ηδονές τους
σε γωνίες με παιδιά – αυταπάτες
σε γήπεδα με φοβίες – όχλους

…κλειστό είναι μάτια μου
το παράθυρο του πρώτου σου βλέμματος
αλλά έχεις ακόμα δροσιά στα χείλη
κι ας καίγεσαι απ’τον πόθο
να κάνεις τη σάρκα σώμα
και το σώμα να επιστρέψεις
ανέπαφο σε κείνο το βλέμμα…

…πυροβατείς στο ακρωτήρι
της κορεσμένης από ήλιους ελπίδας
κι έχεις στερεώματα
νανουρισμένα γλυκά
και υπέροχα
από τον αλητήριο άνεμο
που κάποιους άγνωστους
αιώνες πριν
σ’έφερε στο φως…

μην τους κοιτάς…

… οι άνθρωποι λιμοκτονούν
ταΐζοντας γενναιόδωρα
μονάχα ό,τι αφανίζει από μέσα τους
το αύριο…

εκείνοι σου μιλούν
εσύ μην τους μιλάς…




Metamorphosis

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Amador...

Amador (2010)

Η πένθιμη τρυφερότητα της νωχέλειας… μαζί με την σουρεαλιστική συνύπαρξη του λίγο πριν με το λίγο μετά το πέρασμα στο επέκεινα… η γλυκύτητα της αναμονής ενός νέου ανθρώπου που θα πάρει τη θέση εκείνου που έφυγε… ο άγνωστος δεν είναι πια ακατανόητος, είναι ο δικός μου φίλος, αυτός που άγγιξε τα σωθικά μου και ευλόγησε το μέλλον…
Γραφή πάνω στο παράλογο… το μεγάλο μυστήριο του Τέλους μέσα στη διαχείριση των ενθαδικών κοινότοπων αδιεξόδων… η πρώτη δόση για το ψυγείο, χρήματα και ιδρώτας αγωνίας… ταυτόχρονα η αφήγηση ενός ροϊκού πηγαινέλα στο πουθενά… σε ένα τέτοιο θερμοκήπιο ως και το παράλογο αποδυναμώνεται… γίνεται ψωμί και νερό, γίνεται εισιτήριο λεωφορείου, γίνεται το καθημέριο προσδόκιμο ζωής…

Μου εμπιστεύτηκαν να φροντίζω τον ετοιμοθάνατο… δεν γνώριζαν πως στην ουσία, εκείνος ήταν που θα φρόντιζε εμένα…


http://cine-nimertis.webnode.gr/amador/

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Ο ναός της αλήθειας...




Ποιος είναι ο ναός της αλήθειας; Αν δεν είναι το αρχέγονο τότε δεν μπορείς να νιώσεις, δεν μπορείς να ξεγελάσεις, δεν μπορείς καν να ιδρώσεις χωρίς να ψεύδεσαι… Αν δεν είναι αυτό που ίδρυσε ο χρόνος τότε δεν μπορείς να κοιτάξεις, να ψηλαφήσεις, να ορίσεις χωρίς να ψεύδεσαι…
Ο ναός της αλήθειας είναι αντίλαλος… είναι ηχώ… είναι το χοληφόρο δέντρο του ήπατος… είναι η διαπνοή του αιώνιου μέσα στο κάθε τώρα που σπαταλιέται από το ψεύδος…
Η αλήθεια μεγιστώνεται μέσα στο ψεύδος... αντίθετα, το ψέμα συρρικνούται μέσα στην αλήθεια... ο λόγος που φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια είναι τελικά... ενεργειακής φύσης... είναι πάντα ο φόβος, η ατολμία, η ελεεινή φύση του εγώ να αποσύρεται στα σκοτάδια… τα σκοτάδια έχουν κι αυτά την υγρή, νοσηρή αλήθεια τους…
Η δύναμη που αξιώνει η αλήθεια είναι τόσο μεγάλη που απαιτεί κυκλώπειες αμυντικές οχυρώσεις... και δεν τις έχει σχεδόν κανείς... όποιος νομίζει πως τις έχει είναι απλά είναι απλά ψεύστης... αυτό που θα έλεγε ευγενικά ο Νίτσε 'καλλιτέχνης'...
Χτυπάμε λοιπόν με τις αλήθειες για να σκοτώνουμε αφού με το ψέμα δεν τα καταφέρνουμε... καταπίνουμε την αλήθεια και αυτοκτονούμε... Ποιος το θέλει αυτό; Καλύτερα έξω παρά μέσα...
Και τι ειρωνεία…
Καταναλώνοντας αλήθεια δεν γινόμαστε ανθεκτικοί στο ψεύδος. Νομίζουμε πως έτσι λειτουργεί ο οργανικός κώδικας αλλά δεν ισχύει. Ο Μιθριδάτης εδώ θα αστοχούσε… Κι από την άλλη… καταναλώνοντας διαρκώς ψεύδος δεν ακυρώνουμε την αλήθεια… απλώς δηλητηριάζουμε το ήπαρ του ένδον φωτός…
Μέσα σε ένα ωκεανό ψεύδους το αληθές εντυπωσιάζει σαν κόκκινος θεόρατος βράχος... μέσα σ'ένα ωκεανό αλήθειας το ψεύδος αφανίζεται... όχι εντελώς... προσποιείται μάλλον... λικνίζεται ράθυμα σαν γλοιώδες ερπετό σε μερική ύπνωση, σε τεχνητή υπνηλία… και περιμένει…

Κι είμαστε όλοι 'καλλιτέχνες' τελικά... ευέλικτοι, χαμογελαστοί, επιδέξιοι ακροβάτες...

Γιατί; Γιατί πρέπει να επιβιώσουμε...

Μακριά από το ναό… από τον ένα και μέγα και υπαρκτό ναό; έστω…

Τυφλοί, χωλοί, υβοί, απελπισμένοι… έστω…

Μερικοί, ασυνάρτητοι, ανακεραίωτοι, αναφήγητοι… έστω…

Ξένοι… επήλυδες… κηρωμένοι νύχτα, αφρόντιστοι, ορφανεμένοι…

Ναι… ακόμα κι έτσι…

Η λερή ανάσα μας θα ραντίζει τη νύχτα με ικεσία και το ρημαγμένο στόμα μας θα ζυμώνει λέξεις ικεσίας…



Εκείνος που όλα τα βλέπει ίσως μάς σπλαχνιστεί και μάς παραλείψει…

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Εἴδωλον ἔμπνουν…



Η φρίκη δεν μπορεί να διαμορφώσει παρά μονάχα εκκρεμότητες. Ο στη βιολογική ηλικία νέος, δεν ασχολείται με εκκρεμότητες και γι’αυτό είναι τόσο τυφλός όσο τα κουτάβια στην περίοδο της γαλουχίας.

Η φρίκη διαμορφώνει εκκρεμότητες αλλά δεν τις θηλάζει. Η φρίκη δεν έχει μαστάρια. Μαστάρια, αντίθετα, παρότι αρσενικός, έχει ο φόβος.

Και ο φόβος είναι ο παραφυλάττων που επωφελείται από τα γεννητούρια για να ασκηθεί στην τέχνη της παραπλάνησης. Είναι η μόνη τέχνη στην οποία είναι ανίκητος ο φόβος. Η φρίκη δεν έχει προικισθεί με κανένα τάλαντο. Ο φόβος όμως είναι δεξιοτέχνης στην παραπλάνηση.

Οι θνητοί, καμιά φορά το αποκαλούν και ευτυχία.

Η νεαύξητος οικογένεια δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη και όταν οι εκκρεμότητες που έχουν γαλουχηθεί από το αχανές αλλά διαμορφώνονται στην αγκαλιά της φρίκης, γίνουν υπερ-πολλαπλάσιες του προσδοκώμενου από το φόβο αριθμού.

Ο φόβος προσδοκά την απόλυτη συντριβή του Ερχόμενου και γι αυτό φροντίζει πάντα να δημιουργεί πολλαπλά ‘ναρκοπέδια ελπίδων’. Είναι μετά την τέχνη της παραπλάνησης η μόνη εναπομείνασα δεξιότητά του. Όσες περισσότερες εκκρεμότητες, τόσο πληρέστερα ναρκοπέδια ελπίδων.

Οι ελπίδες που χρησιμοποιεί ο φόβος για να σπείρει στα ναρκοπέδιά του δεν είναι πραγματικές. Είναι είδωλα.

Μοιάζουν με ελπίδες αλλά δεν είναι.

Όμως όταν τις έχεις εμπειρωθεί είναι πλέον αργά.

Εκτός από τις εκκρεμότητες η φρίκη διαμορφώνει και την ‘απουσία ουρανού’.

Η απουσία ουρανού δεν ανήκει στις τέχνες αλλά στις εξαλλαγές της ίδιας της έκτασης της φρίκης.

Καθώς απλώνεται η φρίκη καταναλώνει όλο το διαθέσιμο ουρανό. Κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει ή να το αντιληφθεί παρά μονάχα όταν η φρίκη συρρικνώνεται. Τότε αποκαλύπτονται ευμεγέθη τμήματα στερεώματος και η ύπαρξη διεκδικεί ουρανό.

Και μαζί με τον αποκαλυπτόμενο ουρανό, η ύπαρξη διεκδικεί τον ίδιο τον εαυτό της…


I am your Queen

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ἐπί νάπῃ ἀδιαβάτῳ…



Η αλήθεια έκρυψε στην αγκαλιά της το Μεγάλο Φονικό και το προστάτεψε όπως η μητέρα το θηλάζον βρέφος.
Χωρίς τις λευκές ημέρες να το απειλούν.
Με αθέατο το αίμα.
Λυπόταν όμως ακόμα και τα ελάχιστα ίχνη ελπίδας είναι πολύτιμα.
Εκείνος που οφείλει να ακολουθήσει θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό. Αφύλαχτος, απαθής, αθώος.
Και ο ερχομός του έχει την αξία του νερού στην έρημο.
Και του ασπασμού του εραστή στα διψασμένα χείλη του ερωμένου.
Ως και ο ουρανός γονατίζει για να το υποδεχθεί.
Σιωπηλός και φρόνιμος.
Εκείνος που αναμένεται θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό και η αποστολή του είναι η δυσκολότερη που περιέχουν οι πρώτες αφηγήσεις και τα λόγια των παλαιών.
Ό,τι απέμεινε από τη σοφία τους κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο αρχαίο δάσος αν εκείνος που αναμένεται αποκλειστεί, δεν περάσει.
Και η αλήθεια τον περιμένει.
Και θωπεύει το δόρυ που θα τον διατρήσει.
Και βρεφουργεί το βλέμμα που θα τον αλώσει.
Ο ερχόμενος θα το αναγνωρίσει.
Όμως μονάχα την ύστατη στιγμή.
Θα είναι αργά γι αυτόν.
Θα γείρει και το αίμα του θα ρεύσει από τις πρησμένες φλέβες για να δώσει ζωή ξανά στο καθεύδον σώμα.

Όμως θα απλώνεται πάντα πίσω του το δάσος.

Για ό,τι γεννιέται και πεθαίνει μέσα σ’αυτό δεν υπάρχουν αφηγήσεις.

Υπάρχει μόνο το ειναιικό όνειρο της α-νόητης καθόδου της Ύπαρξης.

Κι αυτό δεν μοιράζεται…

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Η Δίψα...


Ο απογευματινός περίπατός τους είχε καταλήξει στην κορυφή του λόφου, στα χαλάσματα του παλαιού κάστρου. Από δω η θέα αληθινά έκοβε την ανάσα. Μπροστά τους απλωνόταν ένας ορίζοντας γεμάτος από θαύματα. Κάτω απ’τα πόδια τους η χώρα με τα ευγενικά της σπίτια. Πιο κει το μικρό λιμανάκι με τις λιγοστές βάρκες. Πέρα η θάλασσα απλωνόταν όσο τολμούσε να την μετρήσει το βλέμμα. Κάπου στο βάθος μια σκιά. Βουνοκορφές. Ένα νησί που ίσα διαγραφόταν. Φαινόταν μακρινό, σαν ψεύτικο.

Κάθισαν σιωπηλοί στις πέτρες του ερειπωμένου κάστρου και πάλεψαν να κλείσουν στη ψυχή τους τη μαγεία της στιγμής. Δύσκολο να χωρέσεις τόση ομορφιά. Νομίζεις πως δεν την αξίζεις και μόνο που τη θαυμάζεις.

Η αύρα που ερχόταν από δυτικά ήταν ψυχρή όμως κρατούσε ακόμα η ζέστη της ημέρας. Το χώμα ήταν θερμό, χάιδευε το χέρι σαν έλαιο ακριβό.

Εκείνος πήρε στη χούφτα του λίγο και το μοιράστηκε μαζί της. Χαμογέλασαν.

«Θυμήθηκα τώρα που ανεβαίναμε το μονοπάτι για το κάστρο ένα παλιό σου κείμενο», του είπε κάποια στιγμή εκείνη. «Δεν ξέρω γιατί. Ήταν για τη Δίψα, την Ευελιξία και το Βλέμμα. Θυμάμαι πόσο πολύ με είχε κεντρίσει αυτό το κείμενο. Ήταν στις αρχές της γνωριμίας μας», συμπλήρωσε και τον κοίταξε.

«Ναι, το θυμάμαι», της απάντησε.

«Πιάσαμε τότε να το αναλύουμε όμως μείναμε μονάχα στις βασικές γραμμές. Μου είπες πως δεν έπρεπε ακόμα να εμβαθύνουμε. Πως θα το συνεχίζαμε μετά από καιρό, όταν θα ερχόταν η ώρα. Νομίζω πως είχα πειραχτεί τότε. Πίστεψα πως δεν με θεωρούσες έτοιμη να το μοιραστείς μαζί μου»

«Όχι ακριβώς. Διαφορετικά δεν θα στο έδινα. Απλά δεν είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή να το αναπτύξουμε. Όσα θα λέγαμε θα έμοιαζαν ακατάσχετη φλυαρία. Από τότε όμως άλλαξαν πολλά»

«Άρα σήμερα μπορούμε να το ξαναπιάσουμε;», τον ρώτησε και τον κοίταξε σαν μικρό παιδί που περιμένει ανυπόμονα. Την κοίταξε κι εκείνος.

«Τώρα νομίζω πως μπορούμε να πιάσουμε οτιδήποτε», της απάντησε χαμογελώντας και της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Ωραία. Ξεκινάω εγώ λοιπόν!», είπε εκείνη με ενθουσιασμό. «Ξέρω πως αναφέρεις αυτά τα τρία σαν άξονες… σαν βασικούς άξονες στην πνευματική αναζήτηση… αν το λέω σωστά… μαζί και σαν τρεις κρίκους αρμοζόμενους… κι οι τρεις δημιουργούν κάτι σαν τρίγωνο από κύκλους… κάπου αλλού τους αναφέρεις – αυτό το σχήμα με παραξένεψε περισσότερο να σου πω την αλήθεια – σαν τρεις αθλητές στη σκυταλοδρομία… ο ένας αφήνει την σκυτάλη για τον επόμενο… αλλά με μια βασική διαφορά… κι αυτή για να πω την αλήθεια, δεν μπορώ να την ανακαλέσω τώρα», είπε και δεν μίλησε άλλο»

«Καλά τα θυμάσαι», άρχισε να της λέει εκείνος. «Η διαφορά είναι πως οι αθλητές αυτοί δεν τρέχουν σε ένα στίβο, γραμμικά, ο ένας μετά τον άλλο. Τρέχουν για να παραδώσουν τη σκυτάλη και επιστρέφουν για να την παραλάβουν ξανά. Συνεργάζονται σε μια αέναη σκυταλοδρομία σε πολλαπλά επίπεδα. Δεν σταματούν ποτέ. Κι ο καθένας δεν είναι ίδιος με τους άλλους. Δεν είναι τρεις όμοιοι αθλητές. Είναι πολύ διαφορετικοί. Στο χρόνο, στο χώρο, στις ποιότητες, στη δράση. Όλη τούτη την κίνηση δεν μπορεί να την κατανοήσει εύκολα παρά μονάχα όποιος έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στην Ατραπό κι έχει δοκιμαστεί σκληρά από αποτυχίες και χτυπήματα. Απογοητεύσεις και διαψεύσεις. Είναι μια σύνθετη κίνηση που ένας νέος στην περιπέτεια της Γνώσης την αισθάνεται απλά σαν συνεχή θόρυβο, σαν άσκοπη φασαρία εντός του. Γι αυτό δεν προχωρήσαμε πολύ τότε. Θα ήταν άγονο και δεν θα σε βοηθούσε καθόλου. Όλα αυτά τα χρόνια όμως διάβασες και σκέφτηκες πολύ. Μιλήσαμε πολύ και εργάστηκες περισσότερο. Τώρα ακολουθείς το δρόμο σου και δεν έχεις ανάγκη κανέναν», είπε και πήρε λίγο ακόμα χώμα στα χέρια του.

Εκείνη έμεινε για λίγο σιωπηλή.

«Όμως, όλα ξεκινούν από τη Δίψα. Σωστά;»

«Βέβαια», συμφώνησε αμέσως εκείνος. «Η Δίψα είναι η πρωτογενής ανάγκη της ύπαρξης να λάβει τις συντεταγμένες της. Όσο δεν τις έχει, τόσο εκείνη μεγαλώνει, γίνεται βασανιστική, μαρτυρική. Σε σάρκα και πνεύμα. Στο συναίσθημα και στο όνειρο. Στην αγωνία και στην καθημερινή ζωή. Στις σχέσεις και στη μοναχικότητα. Στην ποίηση και στον πόλεμο. Παντού. Η Δίψα δεν ικανοποιείται με τίποτα όσο η ύπαρξη είναι χωρίς συντεταγμένες. Οι μεγαλύτερες επιτεύξεις δεν αρκούν για να τη σβήσουν. Μοιάζει όλο τούτο με τη δίψα του σώματος αλλά είναι πολύ βαθύτερη, μεγαλύτερη, αρχαιότερη. Και φυσικά γεννά το καλό και το κακό μέσα μας. Γεννά τα πάντα. Τους θεούς και τους δαίμονες. Την ιστορία και το χρόνο. Τις μεγάλες ανακαλύψεις και τους φόνους. Τα θαύματα και τις μικρότητες. Όλα τα γεννά εκείνη και παραμένει ενεργή. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος για να την εξευμενίσει. Αν δεν κατανοήσει κανείς τι είναι η Δίψα, δεν μπορεί να κατανοήσει τίποτε. Ή σχεδόν τίποτε. Δεν μπορεί, για παράδειγμα να κατανοήσει τη δράση των αρχέγονων εκείνων ενεργειών που οι έλληνες ονόμασαν θεούς –κι οι έλληνες δεν είχαν δώδεκα αλλά χιλιάδες θεούς. Όσα φαίνονται παράλογα και γελοία για τον αμύητο, για τον μυημένο της αρχαιότητας ήταν ξεκάθαρες δράσεις. Ενεργειακές εναντιοδρομήσεις και πολύρροπες και πολύτροπες που μοιάζουν με ωκεανό μέσα στον οποίο όλοι γεννιόμαστε και όλοι πεθαίνουμε. Ωκεανό ενεργειών και δυνάμεων που μας χτυπούν απ’όλες τις μεριές. Όπως τα κύματα. Αν φανταστεί κανείς τον εαυτό του σε μια θάλασσα και σε σημείο που το χτυπούν όλοι οι άνεμοι ταυτόχρονα, ίσως εικονίσει μέσα του το γεγονός. Όλα αυτά είναι γεννήματα της Δίψας. Κι ό,τι ακριβώς διψά στο σύμπαν, διψά και μέσα του».

«Κι εκεί ακριβώς δρα η Ευελιξία;»

«Η Ευελιξία δεν είναι απλώς η σθεναρή ‘παθητική’ αντίστασή μας για να μην μας καταπιεί η Δίψα. Είναι ολόκληρος ο οπλισμός μας. Ό,τι έχουμε και δεν έχουμε για να πολεμήσουμε κάτω απ’τα τείχη της Τροίας. Μπορεί ο πόλεμος να μοιάζει μάταιος και δέκα χρόνια τούτα τα τείχη κράτησαν απόρθητη την αρχαία πόλη, όμως εμείς ακόμα δεν είμαστε έτοιμοι για τον Δούρειο Ίππο. Κάποιοι αναρωτιούνται εύλογα γιατί οι Αχαιοί έκαναν δέκα χρόνια για να σκεφτούν το ‘στρατήγημα’ του Αλόγου που θα έμπαινε στα σωθικά της πόλης»

«Δεν ήταν έτοιμοι;»

«Δεν είναι μόνο ο βαθμός επίγνωσης που έλειψε από τον ‘Οδυσσέα’, τον άνθρωπο – αρχέτυπο της Σοφίας. Ήταν βέβαια και ο χρόνος. Ο καιρός, η ώρα. Αυτό που γίνεται όταν πρέπει να γίνει. Δεν το ξέρουμε αυτό το ‘πότε’. Δεν μπορούμε να το καθορίσουμε από πριν. Ξέρουμε όμως όταν συμβαίνει. Δεν αρκεί μονάχα ο χρόνος, χρειάζεται και τρόπος. Και η ‘αποκάλυψη’ αυτή για τον έξυπνο –αφυπνισμένο, μυημένο Οδυσσέα – ήταν δράση της Ευελιξίας. Το σημείο τομής το αποκαλύπτει το Βλέμμα. Ο Οδυσσέας, ένας άνθρωπος που γεννήθηκε δυο φορές – η δεύτερη στο στερέωμα του μαύρου ήλιου – δεν θα μπορούσε να ‘σκεφτεί’ τον Δούρειο Ίππο αν δεν είχε το Βλέμμα»

«Η δράση και των τριών αξόνων ταυτόχρονα!»

«Ακριβώς, είναι η στιγμή του απόλυτου συντονισμού. Η Δίψα – πόλεμος για την άπαρτη μυριόχρονη πόλη, η Ευελιξία με το σχέδιο του Ίππου, το Βλέμμα για την λύση του μεγάλου αινίγματος. Εάν δεν δει κανείς με μυητικές ορίζουσες την Ιλιάδα, μια κι αυτήν πιάσαμε απόψε, όλα στον Όμηρο μοιάζουν σχεδόν εξωφρενικά, παράλογα και ανόητα. Ένας ποταμός αίματος, ένα ατελείωτο μακέλεμα αναρίθμητων πολεμιστών χωρίς κανένα αντίκρισμα. Γιατί, μην ξεχνάμε, η Ιλιάδα δεν τελειώνει με το πάρσιμο της Τροίας»

«Αυτό το αφηγείται ο Οδυσσέας, ναι, στους Φαίακες»

«Η Ευελιξία είναι λοιπόν, για να επανέλθουμε στα καθ’ημάς, η διαρκής και ατελεύτητη εγρήγορση του είναι μας να ανταπεξέρχεται ικανοποιητικά στο παράλογο της Δίψας. Και το Βλέμμα είναι το πέρασμά μας από τις αλλεπάλληλες Συμπληγάδες στη διάρκεια του βίου μας. Γιατί όταν περάσουμε μια φορά μας περιμένουν κι άλλες, κι άλλες… ως το πέρας…»

Έμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί κάτω απ’τα ερείπια του κάστρου και ο ήλιος κόντευε πια να κάνει τη μεγάλη του βουτιά στη σκοτεινή θάλασσα. Ολόγυρά του ένα στεφάνι από πορτοκαλί φωτιά που εκπύρωνε το στερέωμα. Το θέαμα ήταν πέρα από περιγραφές.

«Χμμ…», είπε εκείνη επανερχόμενη, «κι οι αθλητές που δίνουν και παίρνουν τη σκυτάλη;» 

«Αυτό αφορά περισσότερο τη δική μας Δίψα. Αν είμαστε ‘κατ’εικόνα και ομοίωση’. Και είμαστε. Η δίψα για οτιδήποτε μικρό και καθημερινό που εκφράζεται ως βουλητική δύναμη, απόφαση για επίτευξη στόχων, η ευελιξία για να επιτυγχάνουμε τους στόχους, το βλέμμα για να έχουμε διαρκή εποπτεία… Μονάχα που όσο κατεβαίνουμε σε επίπεδα, όλα γίνονται πιο ψηλαφητά, χάνουμε τη γενική εικόνα, είμαστε ισοϋψείς με την αθλιότητα και το ευγενές και δεν διακρίνουμε καθαρά… άλλωστε και η δική μας δίψα γεννά τους δικούς μας δαίμονες, τους δικούς μας ήρωες και τις δικές μας ‘Ιλιάδες’. Μπορεί να μην έχουμε φτερά για να πετάξουμε αλλά τα δικά μας τα φτερά είναι το βλέμμα. Τότε ανασηκωνόμαστε και μπορούμε πια να δούμε…»

Του κράτησε το χέρι. Είχε σουρουπώσει πια για τα καλά και η αύρα είχε φουσκώσει. Ψύχραινε. Στη χώρα κάτω άναβαν τα φώτα στα παραθύρια των σπιτιών.

Σηκώθηκαν για το δρόμο της επιστροφής.

«Είναι δύσκολο το θέμα τούτο… χρειάζομαι δουλειά ακόμα», του είπε σφίγγοντας το κορμί της στο δικό του.

Δεν της απάντησε μονάχα έφερε το ένα του χέρι αγκαλιά στον ώμο της και άρχισαν να κατηφορίζουν σιωπηλοί στο μονοπάτι…

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η ενθύμηση της ζωής



Κ
άτι που διαφοροποιεί εντελώς την περπατησιά του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη Γη από όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα, είναι, βέβαια, ο στοχασμός του Τέλους… κοινότοπο αυτό, θα πει κάποιος. Σωστά. Ως και το Πέρας είναι ένα κοινό διανόημα, σε όλους τους λαούς, σε όλες τις εποχές. Άλυτο και αξεδιάλυτο, όμως κοινό, σχεδόν καθημερινό. Όπως περίπου τα ψώνια της εβδομάδας ή το ραντεβού με τον οδοντίατρο. Είναι κάτι που έρχεται, θα συμβεί, αδήριτη ανάγκη το θέτει στο καλεντάρι. 

Πιστεύω όμως πως συμβαίνει κάτι ακόμη. Ή καλύτερα, ο υπόγειος ποταμός αυτής της ‘επίγνωσης’ είναι κάτι άλλο. Κι αυτό είναι η ενθύμηση του τέλους. Πάει να πει, ο άνθρωπος όχι απλώς περιμένει το αναπότρεπτο να επισυμβεί που θα τον ρημάξει αλλά έχει και τη μνήμη του. Είναι απίστευτο αλλά τρέμει τη στιγμή αυτή όχι επειδή τη γνωρίζει ως βιολογική νομοτέλεια αλλά επειδή έχει μνήμη. Κι αυτό καμία σχέση δεν έχει με την θεωρία ή δοξασία των αναρίθμητων επαναγεννήσεων. Είναι κάτι άλλο. Στην πραγματικότητα, είναι το εντελώς αντίθετο!

Ο άνθρωπος δεν περιμένει τίποτε στην ουσία από τη ζωή του. ‘Κάνει σχέδια’, ‘βάζει στόχους’, ‘παλεύει για ένα καλύτερο αύριο’, ‘φροντίζει για το μέλλον του’ κι όλα αυτά τα κενά περιεχομένου βαρύγδουπα. Τα αναμασά από νεαρής ηλικίας όπως οι γονείς και οι παππούδες του. Κι όπως εκείνοι, έτσι κι αυτός, απλώς οικοδομεί στην άμμο. Και μάλιστα σε υδατώδες υπέδαφος στο οποίο δεν θεμελιώνεις τίποτα.

Ο άνθρωπος δεν πιστεύει στη δύναμη της ζωής γι αυτό και την δοξολογεί αενάως. Φλυαρεί ακατάσχετα για τον μαχητικό βιταλισμό που πρέπει να έχει ο κάθε υγιής νέος, για την αισιοδοξία, το βλέμμα στο αύριο κι όχι στο χθες. Ο άνθρωπος μοιάζει με κυνηγημένο θήραμα. Κρύβεται διαρκώς, παλεύει να παραμείνει αόρατος από την ειμαρμένη, πασχίζει να αποτελέσει εξαίρεση στον τραγικό κανόνα. Τελικά το βέλος θα τον χτυπήσει με ακρίβεια χιλιοστού αλλά, ποιος ξέρει, μπορεί να αστοχήσει ο θηρευτής… μπορεί να μην τον δει… μπορεί να τον ξεχάσει, να τον αγνοήσει… αυτό πίστευε και ο Αδάμ όταν κρυβόταν απ΄το Θεό… όχι τόσο πως δεν θα τον ‘δει’. Περισσότερο πως θα τον αγνοήσει… 

Όχι μόνο δεν έχει πίστη στη δύναμη της ζωής ο άνθρωπος αλλά τη συκοφαντεί διαρκώς. Την υπονομεύει, τη σαμποτάρει, βάζει δυναμίτη στα σπλάχνα της. Κρυφά και μυστικά, ο άνθρωπος συμμαχεί με αυτόν που καλά γνωρίζει πως είναι ο βέβαιος νικητής. Το θάνατο. Και από την πρώτη μέρα ως τη τελευταία, προσποιείται ότι λατρεύει τη ζωή ενώ κλείνει το μάτι πονηρά στο θάνατο. Γλεντάει, ξενυχτάει, ταξιδεύει, υμνεί τα νιάτα και την ομορφιά, ερωτεύεται δυνατά, λέει αστεία, χασκογελάει, θορυβεί. Ο θόρυβος είναι αναγκαίο συστατικό διαφυγής. Ο θάνατος είναι η σιωπή. Άρα ο θόρυβος είναι ζωή. Και η ζωή θόρυβος…

Ο άνθρωπος δεν έχει καμιά ενθύμηση ζωής και γι αυτό δεν τον απασχολεί η καταμέτρηση των ημερών του. Σπαταλάει το λιγοστό χρόνο που του αναλογεί στοχαζόμενος τις κρυψώνες του και τον Θηρευτή. Είναι στην επόμενη γωνία άραγε; Τον παρακολουθεί; Τον βλέπει; Ξέρει γι αυτόν; Μήπως ασχολείται με κάποιον άλλο; Μήπως αυτός θα αργήσει; Μήπως τον προσπεράσει; Ή μήπως πρέπει να αναζητήσει νέο καταφύγιο;

Ο άνθρωπος θυμάται το θάνατο και τον θυμάται πολύ καλά. Είναι τόσο έντονη μέσα του τούτη η ενθύμηση, είναι τόσο βαθιά τα ίχνη στην πορεία του που το παιχνίδι είναι σχεδόν λειτουργικά αψεγάδιαστο. Θα ξεκινήσει έτσι, θα συνεχιστεί έτσι, θα τελειώσει έτσι. Η ζωή δεν έχει να κάνει τίποτε με όλο αυτό. 

Μέσα στην αρένα του Σίρκους Μάξιμους κανείς δεν σκεφτόταν τη ζωή. Όλα είχαν να κάνουν με το θάνατο.

Ενθύμηση του τέλους, με όρους εικόνας ή συμβόλων είναι να γνωρίζεις τις εκβολές του ποταμού και όχι τις πηγές του. Ο ποταμός εκβάλλει μοιραία κάπου και εκεί παύει να υφίσταται. Με μια έννοια αφομοιώνεται από το Μεγάλο Ον, με μια άλλη, ολοκληρώνει την αποστολή του και παραδίδει το βρυαρό του πνεύμα στο Άπειρο, με μια τρίτη, πεθαίνει. Απλώς πεθαίνει.

Ενθύμηση του τέλους σημαίνει πως το ποιητικό διανόημα του βίου ακυρώνεται και μετουσιώνεται στην ενθύμηση της ζωής. Και ο Μύστης, σε όλες τις εποχές, σε όλους τους κόσμους, σε όλες τις διαστάσεις, σε όλους τους ναούς, σε όλες τις Σχολές, αυτό ήταν. 

Ο άνθρωπος που θυμήθηκε τη ζωή.

Όπως ο Οδυσσέας στην Ιθάκη.
 
Ο Σωκράτης στο δεσμωτήριο πριν το κώνειο.

Ο Ιησούς στον Κήπο της Γεσθημανή.

Ο Ζακ ντε Μολέ και ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά των ιεροεξεταστών.

Ο ανώτερος εαυτός στην αγωνιώδη πάλη του να υπάρξει πέρα από την ψηλαφητή ανάμνηση της ύλης…


Igor Saffo