Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Δεν είναι ο πλανήτης αλλόκοτος. Είσαι εσύ ο ξένος...



Περπατούσαν για λίγη ώρα ανάμεσα στα ψηλά, όμορφα δέντρα. Το στερέωμα πάνω τους ήταν βαρύ, μαγικό, ανήσυχο. Η γη κάτω απ’τα πόδια τους νοτισμένη. Έφτασαν κάποια στιγμή σε ένα ξέφωτο και κάθισαν κάτω από ένα χοντρό κορμό.

Πέρασε ώρα ώσπου να της μιλήσει.

«Αυτό που ανακάλυψες μόνος σου, δεν μπορείς να το μοιραστείς με κανέναν. Όχι γιατί δεν θέλεις. Αλλά γιατί δεν μπορείς. Αν το κάνεις θα μεταφέρεις λέξεις σε αυτιά. Ενώ εσύ πάλλεσαι από μιαν αποκαλυμμένη αλήθεια, μεταφέρεις μονάχα τη σκιά της. Δεν μεταφέρεις τη θεραπεία αλλά την αρρώστια. Στην ουσία, είσαι καταδικασμένος με τη γνώση ενός πράγματος που δεν γίνεται να βιωθεί από κανέναν άλλο».

«Άρα η αναζήτηση είναι μια μοναχική υπόθεση;», τον ρώτησε.

«Εάν είσαι σε ένα μεγάλο δάσος, όπως αυτό, μόνος, ζώντας μια παράξενη ζωή σε έναν παράξενο κόσμο, αυτό που θα βρεις αρμόζει στο δάσος. Γυρνώντας στην πόλη όλο αυτό δεν έχει αξία για κανέναν άλλο. Παραμένει όμως απόκτημά σου. Είναι πολύτιμο αλλά μόνο για σένα. Αν το εξομολογηθείς στο φίλο σου θα σε ακούσει με συμπάθεια αλλά θα πει: ‘ήρθε από το δάσος μισότρελος και λέει τρελά πράγματα’. Δείχνεις σαν εξωγήινος που βρέθηκε ξαφνικά σε έναν αλλόκοτο πλανήτη. Δεν είναι ο πλανήτης όμως αλλόκοτος. Είσαι εσύ ο ξένος. Οι μεγάλοι σοφοί, οι αληθινά μεγάλοι, έμειναν μόνοι γιατί ξημερώθηκαν σε ένα στερέωμα με έναν άλλο ήλιο. Αυτόν που λέμε ποιητικά ‘μαύρο ήλιο της ύπαρξης’. Μπορεί να μην είναι ολότελα ποιητική η απόδοση. Συνδέεται με πράγματα που τώρα δεν έχει σημασία να αναλυθούν. Γιατί δηλαδή αυτός ο ήλιος είναι ‘μαύρος’ ενώ ποτέ ένας ήλιος δεν είναι βέβαια σκοτεινός. Σημασία έχει όμως ότι τα όντα αυτά βυθίστηκαν στη σιωπή έκτοτε. Ό,τι είδαν δεν μπορεί να ειδωθεί από κανέναν άλλο που ζει και πεθαίνει κάτω από το συμβατικό ήλιο της ύπαρξης. Γι αυτό και δεν έγραψαν τίποτα, στην ουσία δεν είπαν τίποτα. Πέθαναν με τη γλώσσα των ανθρώπων και ξαναγεννήθηκαν με σύμβολα. Δίδαξαν σύμβολα και τα σύμβολα είναι ακατανόητα σε όλους»

«Μα, τότε, πώς θα βοηθηθεί η ανθρωπότητα;», διαμαρτυρήθηκε ήπια εκείνη. «Αν η ‘φώτιση’ είναι ατομική, μοναχική υπόθεση, είμαστε όλοι καταδικασμένοι στην άγνοια;»

«Αυτή είναι μια συζήτηση. Αυτό που κάνουμε όλοι. Είναι συζήτηση. Καμιά φορά ξεπέφτει σε κουβέντα. Δεν είναι αναζήτηση. Όταν ψάχνεις το χαμένο παιδί σου που απήχθη ή εξαφανίστηκε, όταν αναζητάς κάτι αγαπημένο που έχασες, όταν τολμήσεις να αναζητήσεις τον εαυτό σου που δεν ξέρεις, δεν έχεις κανέναν συντροφιά. Κανένας δεν δίνει δεκάρα για το παιδί σου, το σκύλο σου ή τον εαυτό σου. Μονάχα εσύ νοιάζεσαι. Κάποια στιγμή μπορεί να πάψεις ακόμα κι εσύ να νοιάζεσαι. Και τότε είναι που φωνασκείς και διαμαρτύρεσαι: ‘Τι κάνει το κράτος; Τι κάνει ο ένας ή ο άλλος; Γιατί με εγκατέλειψαν όλοι; Γιατί είμαι τόσο αδυσώπητα μόνος σ’αυτό το άγριο μονοπάτι αυτές τις άγριες ώρες;’ Θυμήσου πως αυτή την τρομερή μοναξιά τη βίωσε ως κι ο Ιησούς. Κανείς δεν τολμά να φανταστεί πώς ένιωσε εκείνες τις ώρες της αβύσσου στο σιωπηλό ελαιώνα της δικής Του ύπαρξης»

«Και η απάντηση;»

«Η απάντηση είναι η ηχώ της φωνής του ορειβάτη πάνω απ’το γκρεμό. Πάνω απ’το χάος. Πάνω απ’την άβυσσο. Αυτό που του επιστρέφεται είναι η φωνή του πολλαπλασιασμένη, αλλοιωμένη, αλλόκοτη, τρομακτική. Όμως είναι κάτι. Είναι η επιβεβαίωση πως η φωνή του ακούγεται, υπάρχει, η ψυχή του είναι ζωντανή και παλεύει»

«Διαρκής μοναξιά λοιπόν; Πώς μπορεί να ζήσει κανείς έτσι;»

«Η απάντηση είναι απλή. Δεν μπορεί. Και μ’αυτή τη γνώση συνεχίζει την περπατησιά του. Πριν δεν ήξερε. Δεν ήταν ευτυχισμένος αλλά δεν τον ένοιαζε και τόσο. Τώρα ξέρει. Τώρα τον θλίβει το φορτίο. Όχι των άλλων, μονάχα το δικό του. Και το φορτίο αυτό περιέχει την συγκλονιστική επίγνωση. Πάντα ήταν μόνος ανάμεσα στους μόνους. Κάποτε δεν το έβλεπε. Τώρα έχει μάτια και βλέπει. Γιατί βλέπει η ψυχή, βλέπει το είναι, βλέπει το Αχανές μέσα απ’αυτόν»

«Κι έτσι σιωπά…», είπε εκείνη στοχαστικά.

«Και μονάχα μέσα απ’τη σιωπή συμπονά βαθιά και απέραντα τους ανθρώπους και τον εαυτό του ανάμεσά τους. Και μέσα απ’αυτή την ωκεάνια συμπόνια αγαπά. Όχι πια από επιλογή αλλά από γνώση.
Όχι έναν αλλά όλους.
Όχι τώρα αλλά πάντα»

Πέρασε λίγη ώρα ακόμη. Σηκώθηκαν αργά και πήραν το δρόμο επιστροφής.


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

semper in angaria...





O Fortuna/ Ω τύχη
velut luna/ σαν το φεγγάρι
statu variabilis,/ άστατη
semper crescis/ πρώτα μεγαλώνεις
aut decrescis;/ κι ύστερα μικραίνεις
vita detestabilis/ ζωή μισητή
nunc obdurat/ πότε μας βαραίνεις
et tunc curat/ πότε μας ξαλαφρώνεις
ludo mentis aciem,/ όπως κάνεις κέφι
egestatem,/ φτώχια
potestatem/ εξουσία
dissolvit ut glaciem./ τα λιώνεις σαν πάγο.

Sors immanis/ Απάνθρωπη
et inanis,/ και κενή
rota tu volubilis,/ στρίβεις κατα πώς θέλεις
status malus,/ κακόβουλη
vana salus/ ματαιόδοξη
semper dissolubilis,/ εξατμίζεσαι
obumbrata/ μες στη σκιά
et velata/ μες στα πέλαγα
michi quoque niteris;/ κι εμένα σκιάζεις
nunc per ludum/ στα παιχνίδια σου
dorsum nudum/ γυμνή η πλάτη μου
fero tui sceleris./ υποκύπτω σ'ότι διαλέξεις.

Sors salutis/ Η Υγεια
et virtutis/ κι η αρετή
michi nunc contraria,/ είναι εναντίον μου
est affectus/ άγονται
et defectus/ και φέρονται
semper in angaria./ σκλαβωμένες
Hac in hora/ Πάμε λοιπόν
sine mora/ μην αργούμε
corde pulsum tangite;/ αγγίξτε τις χορδές
quod per sortem/ αφού κι εμάς
sternit fortem,/ η μοίρα ορίζει
mecum omnes plangite!/ όλοι μαζι μου κλάψτε!


Carl Orff - Carmina Burana


Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

ο χρόνος μισεί τους αχάριστους



Η ίδια η ζωή διδάσκει πως δεν είναι δυνατόν να επιβιώσεις. Είτε είσαι ισχυρός, ακόμη προφανέστερα, αν είσαι αδύνατος. Μπορείς βέβαια να παλέψεις. Το δικαιούσαι. Μεγαλώνεις με τούτη την κληρονομιά. Οι πρόγονοι πάλεψαν, οι παλαιοί πάλεψαν, οφείλεις να κάνεις το ίδιο. Είσαι έγκλειστος σε ένα πολιορκούμενο οχυρό από την πρώτη ως την τελευταία ημέρα. Και μάχεσαι, παλεύεις. Οι ορδές ατελείωτες, τα κύματα των επιτιθέμενων αναρίθμητα. Κάποιες στιγμές πιστεύεις πως ‘καθάρισες’. Πως εσύ ‘τη γλύτωσες’ ή πως τελικά, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα όσο νόμιζες. 

Είναι οι λιακάδες, οι μεθυστικές λιακάδες της ζωής σου. Τα ερωτικά πρωινά, τα μαγικά απογεύματα, τα ονειρικά βράδια που είσαι ξέγνοιαστος… ξεγελασμένος… ας είναι…

Η ίδια η ζωή, επίσης, διδάσκει πως όταν σκέφτεσαι πολύ στοχάζεσαι λίγο και ζεις λιγότερο. Τα ξέφωτα είναι σύντομα σε διάρκεια αλλά δυνατά κι ευεργετικά αν ξέρεις να τα εκμεταλλεύεσαι. Αν ερωτευτείς να δοθείς ολόκληρος, αν είσαι χαρωπός να γελάς δυνατά, εκκωφαντικά, να μην μειδιάζεις επειδή φοβάσαι την ύβρη. Το γέλιο δεν είναι ύβρις απέναντι στην ειμαρμένη. Είναι χλευασμός του παραλόγου του βίου και οφείλεις να το υπηρετείς. Κάτι ήξεραν οι ‘σκυθρωποί’ Σπαρτιάτες. Έστω…

Κι όλα αυτά είναι λιακάδες, οφείλεις να το αναγνωρίσεις, οφείλεις να το χαρτογραφήσεις, να το ψηλαφήσεις. Όχι με τα χέρια του κορμιού σου. Με τα χέρια της ψυχής σου.

Η ίδια η ζωή διδάσκει ακόμα πως ο χρόνος μισεί τους αχάριστους. 

Γιατί όταν αρνείσαι τα δώρα των αγαπημένων φίλων σου μπορείς να αναπαύεσαι στην ευρυχωρία της ψυχής τους. Όταν αρνείσαι όμως τα δώρα των εχθρών σου, τότε χτίζεσαι μέσα στο σπήλαιο της ίδιας της αρνητικότητας και υπηρετείς μονάχα το σκοτάδι μέσα σου.

Και το Στόμα θρέφεται πάντα απ’το σκοτάδι…


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Μέδουσες...



Κάτι λείπει εδώ…

Κάτι που φοβάται να υπάρξει…

Κοιτάμε μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου τα πλάσματα με τα πτερύγια… τον κόσμο εκείνο που απλώνεται μακριά… και είναι εχθρικός… δεν τον αναγνωρίζουμε… είναι όμορφος και ξένος…

Και μέσα μας γεμίζει το απεριόριστο με κάτι ψηλαφητό… με κάτι που μοιάζει με εσωτερική μέδουσα με ίνες που μας μαστιγώνουν και πονάμε… κάτι σαν ζελές που πάλλεται, ανασαίνει ανεξάρτητα από εμάς, ζει βυθισμένο στα αρχαία του βάθη… και που και που αναδύεται, μας ενοχλεί, μας πονά και μετά χώνεται πάλι στην άβυσσό του…

Ξαφνικά, όλα μάς μιλούν για εκείνο που κάποτε ήμασταν και τώρα το χάσαμε… το χάσαμε για πάντα…

Η νοσταλγία μάς πλημμυρίζει...  αυτό που ήμασταν κάποτε

Αυτό που χάσαμε για πάντα…

Όμως, είμαστε ακόμη ικανοί να κοιτάζουμε… ίσως κάποτε να μάθουμε να βλέπουμε… κάποτε όμως, όχι ακόμα.

Μα είμαστε ικανοί να κοιτάζουμε. Μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου. Τα αλλόμορφα πλάσματα με τα άδεια μάτια και τα μεγάλα σκοτεινά πτερύγια… κολυμπούν στο αμνιακό υγρό της Ύπαρξης και δεν φοβούνται… ή κι αν φοβούνται σιωπούν, εργάζονται το επόμενο λεπτό, την ίδια τη μακάβρια και υπέροχη στιγμή που ζουν… χωρίς το χρόνο… χωρίς το τσεκούρι της μνήμης… χωρίς το μαχαίρι της ελπίδας…

Εκεί εμείς δεν θα μπορέσουμε να ξαναγυρίσουμε… δεν έχει σημασία… αυτό που ήμασταν τότε, έφυγε… κάποιες ποιότητες σαν μακρινή αύρα έρχονται στο στόμα μας και είναι γεύσεις γλυκόπικρες, παράξενες.

Ευτυχώς, μένουν για λίγο. Αρκεί να πλύνουμε το στόμα μας με τη σκέψη και όλα καθαρίζουν…

Γυρνάμε το βλέμμα απ’το μονότονο θέαμα των πλασμάτων που πλησιάζουν το γυαλί για μια στιγμή και ύστερα συνεχίζουν την περιπλάνησή τους και απομακρυνόμαστε…

Αυτό δα το μάθαμε καλά.

Αιώνες τώρα…

Να απομακρυνόμαστε…

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016




"…Θέλησα να σε δοκιμάσω, Και ποιος είσαι εσύ για να δοκιμάζεις αυτό που δημιούργησες, Είμαι ο υπέρτατος άρχων όλων των πραγμάτων, Και όλων των όντων, θα πεις, όχι όμως δικός μου και της ελευθερίας μου, Ελευθερία για να σκοτώνεις, Όπως εσύ ήσουν ελεύθερος να επιτρέψεις να σκοτώσω τον άβελ ενώ ήταν στο χέρι σου να το αποτρέψεις, αρκεί για μια στιγμή να είχες εγκαταλείψει το ματαιόδοξο αλάθητο που μοιράζεσαι με όλους τους άλλους θεούς, αρκεί για μια στιγμή να ήσουν πραγματικά ευσπλαχνικός, να δεχόσουν την προσφορά μου με ταπεινότητα, απλώς και μόνο γιατί δεν έπρεπε να τολμήσεις να την αρνηθείς, οι θεοί, κι εσύ όπως όλοι οι άλλοι, έχετε υποχρεώσεις απέναντι σ’ εκείνους που λέτε πως δημιουργήσατε, Ο λόγος αυτός είναι αντάρτικος, Πιθανόν να είναι, σε διαβεβαιώ όμως πως, αν ήμουν θεός, κάθε μέρα θα έλεγα Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία γιατί σε αυτούς ανήκει η βασιλεία της γης, Ιεροσυλία, Μπορεί, πάντως μεγαλύτερη από τη δική σου δεν είναι, που επέτρεψες να πεθάνει ο άβελ, Εσύ τον σκότωσες, Ναι, είναι αλήθεια, εγώ ήμουν το εκτελεστικό όργανο, αλλά η καταδίκη υπαγορεύτηκε από σένα, Το αίμα που βρίσκεται εδώ δεν το έχυσα εγώ, ο κάιν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στο κακό και στο καλό, αφού επέλεξε το κακό θα το πληρώσει, Όσο κλέφτης είναι αυτός που μπαίνει στο αμπέλι άλλο τόσο είναι κι αυτός που φυλάει τσίλιες, είπε ο κάιν, Και το αίμα αυτό απαιτεί εκδίκηση, επέμεινε ο θεός, Αφού είναι έτσι, θα εκδικηθείς ταυτόχρονα έναν πραγματικό θάνατο κι έναν που δεν έχει ακόμα γίνει, Εξηγήσου, Δεν θα σ’ αρέσει αυτό που θ’ ακούσεις, Μη σε νοιάζει εσένα, μίλα, Είναι απλό, σκότωσα τον άβελ, γιατί δεν μπορούσα να σκοτώσω εσένα, στην πρόθεση είσαι νεκρός..."

Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016


Χτες βράδυ σκεφτόμουν

αν ήσουν ποταμός
θα’θελα να ήμουν ξαπλωμένος
στις όχθες σου
να σε ακούω
να σου μιλάω
να σε θαυμάζω
κείνο το αιώνιο που αναβλύζει
απ΄τις όλο έρωτα
αναταράξεις σου
να μπορεί ελάχιστα να με δροσίζει
κείνο το αειδίνητο
που σπαταλιέται υπέροχα
στη κοίτη σου
να με μαυλίζει

κι ύστερα
αν με καλούσες
αν το ήθελες
να έμπαινα μέσα σου
να αφεθώ στην αγκαλιά σου
να οσμιστώ το αρχαίος σου ρίγος
ν’απλωθώ
ως τις εξωτικές σου χώρες
η ροή της αδαπάνητης νιότης σου
να με σκανδαλίσει
η κρεολή  
ανυπότακτη υδατοχαίτη σου

κι ύστερα θα ποθούσα
να μου χαρίσεις
κείνο το χιλιάκριβο δώρο
να με καλέσεις στα μυστικά
τα πιο βαθιά σου δώματα
ν’αρμονιστώ
με το αεί σου

ν’αναλωθώ
ένα να γίνω
με το ολοφώτεινο
χαμόγελό σου

ανέστιος κάποτε
τώρα πια όλβιος
να διαιτώμαι
στα κρυφά παλάτια σου
απ’την αθανασία σου
ως τα πιο μύχια της ψυχής μου
ποτισμένος
γενναιόδωρα κερασμένος
να υμνωδώ στα εγκατά σου
το αείρροο
ατελεύτητό σου…

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

μπαίνει νερό



δεν με ενδιαφέρει τι μέρα είναι. δεν με ενδιαφέρει ποιος επώνυμος πέθανε - γεννήθηκε - χώρισε κ.λπ. .
δεν με νοιάζει ποιος πήρε το Νόμπελ, ποιος δεν το πήρε.
δεν με νοιάζει ποια παγκόσμια μέρα γιορτάζετε, ούτε με νοιάζει να διαφημίσω κάτι στον κόσμο, για να έχω κοινό, να έχω πελάτες, να έχω φίλους που δεν με γνωρίζουν και δεν γνωρίζω, να φτιάξω όνομα..
είμαι απ' τους απορημένους αυτού του κόσμου.
κι είμαι από πάντα απ' τους απορημένους - παράταιρους αυτής της άκοσμης βιτρίνας, που κάθε της αντικείμενο παλεύει ν' αναδείξει την ύπαρξή του με κάθε τρόπο. ..μέχρι που τρύπωσα στο υπόγειο του συνωστισμού, αφού δεν θέλησα να επιδείξω ούτε καν μια φωτογραφία παραλίας, αφού δεν έχω παραλία, ούτε καν ένα στίγμα πού βρίσκομαι -;-, πού χορεύω..πού μαδάω μαργαρίτες..-;- τίποτα.
η βιτρίνα - κόσμος...η βιτρίνα - φίλοι..η βιτρίνα - χαρά..η βιτρίνα - εραστής και ερωμένη.. ΤΙΠΟΤΑ.
και κάποτε έφτασε η βιτρίνα των σκλάβων. η βιτρίνα - σ' αγαπώ. η βιτρίνα - σε θέλω. η βιτρίνα σκλάβων έχει φτάσει. η βιτρίνα σκλάβων ΕΙΝΑΙ. η βιτρίνα σκλάβων ΕΙΜΑΣΤΕ. κι απ' το περιθώριό μου, απ' το υπόγειο του συνωστισμού - επάνω ο χορός οργιάζει - κι απ' το υπόγειο μπαίνει νερό._

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ