Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

πονώ γιατί δεν έμαθα τίποτα…




Ήταν κοντά του με τον τρόπο εκείνο, με τη στάση εκείνη που απαιτούσε η στιγμή. Η συμπαντιαία στιγμή της τρομακτικής επίγνωσης ότι το να είσαι μόνος είναι μια διάσταση που τα εξακτινώνει όλα στην αρχή τους… στον πυρήνα τους.. στη γέννησή τους. Στο αδιαμόρφωτο είναι τους.

Ήταν σα να είχε μπροστά της το πέπλο του Ανεκδήλωτου. Ριγούσε. Έτρεμε στη σκέψη τι θα συνέβαινε εάν ανασήκωνε τούτο το πέπλο. Πόσο εύθραυστη ήταν η ίδια η στιγμή! Το δικό του βήμα προς την Άβυσσο, η δική της ανάσα που φοβόταν πως θα μπορούσε να τα καταστρέψει όλα…

«Πέθανα τόσες φορές», ανάσανε περισσότερο παρά μίλησε. «Τόσες φορές… και δεν αξιώθηκα ακόμα να ζήσω…»

Ήταν μια ολόκληρη Δημιουργία εκείνη η Στιγμή. Το Μηδέν που τα περιέχει όλα εν δυνάμει. Ποια βούληση και σε ποια κατεύθυνση θα στρέψει τη Δημιουργία όταν εκείνη μοιραία θα επισυμβεί; Ήταν μια στιγμή Απόλυτης Ενσυναίσθησης για εκείνη και το ένιωθε στα κόκαλα και στους νεφρούς της. Δεν ανάσαινε πια από το στέρνο της. Εισέπνεε το μεγαλείο της Ώρας και το εξέπνεε από τους πόρους του κορμιού της. Με οδύνη. Με ωδίνες.

«Αν μπορούσα να αποδεχθώ ότι φοβάμαι… ανοίγομαι σ’ αυτό το βάραθρο… και δεν ξέρω αν είναι απλά ο επόμενος θάνατος… ή ίσως η μία και μόνη ζωή που αξιωνόμαστε…»

Τα δάχτυλά της σταμάτησαν στην αύρα του σώματος και δεν τόλμησε να την διαπεράσει για να ανταμωθεί με το δέρμα… πονούσε κι αυτό… ένα Τραύμα… το Αρχαίο Ρίγος είναι, τελικά, ένα Τραύμα… τα δάκρυά της ήταν ο δικός του πόνος… απόλυτη ενσυναίσθηση…

«Περπατώ μόνος όλους αυτούς τους αιώνες… δεν είχα βήμα, δεν διδάχθηκα την εναρμόνιση… δεν γονάτισα μπροστά στο Κατώφλι… ασεβής ίσως σκεφτείς… άσμενος περιπατητής… χαρούμενος... και λυπημένος… δεν διδάχθηκα τίποτα… πονώ γιατί δεν έμαθα τίποτα…»

Οι λέξεις ράντιζαν την ατμόσφαιρα όπως οι σταγόνες της βροχής από τη θύελλα. Λες κι αναζητούσαν να ταιριάξουν με άλλες λέξεις, να γονιμοποιηθούν, να φτιάξουν νέα στερεώματα…

Άρχισε να βαδίζει αργά… απομακρυνόταν…

Δεν θα τον έχανε από τα μάτια της… ποτέ… κοιτούσε πλέον μέσα απ’τα δικά του…


Der [ angler ]

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Ο άνθρωπος των χεριών και του πνεύματος…



Κ
άποιοι λένε πως αν θέλεις να αντιληφθείς το μέγεθός σου αρκεί να κοιτάξεις ένα βράδυ που έχει καθαρό ουρανό, το στερέωμα… να αφεθείς για λίγο, να πλανηθεί το βλέμμα σου, να βυθιστεί, να ταξιδέψει σε αυτή την ιλιγγιώδη απεραντοσύνη, να χαθεί… ποιος είσαι εσύ ανάμεσα στα δισεκατομμύρια άστρα και πλανήτες; Ποιος είσαι εσύ πάνω σε έναν ασήμαντο πλανήτη στη μέση του πουθενά που μεγαλαυχείς και επαίρεσαι για την ύπαρξή σου και ‘έχεις νεύρα’ και ‘θυμώνεις’ και ‘απαιτείς’ και ‘τιμωρείς’ και ‘διδάσκεις;’ Ποιος είσαι εσύ που χαίρεσαι, που αδημονείς, που ερωτεύεσαι, που παντρεύεσαι, που ‘προσδοκάς ανάσταση νεκρών;’… Μια ματιά στους αναρίθμητους αστέρες στο σκοτεινό θόλο αρκεί για να συντριφτεί το εγώ σου και να έρθει στα… ίσα του…
Όμως εγώ λέω πως δεν χρειάζεται καν να περιηγηθείς για λίγο στο αχανές του στερεώματος για να αισθανθείς ποιος πραγματικά και τι αληθινά είσαι… και τι δεν είσαι βεβαίως… τούτο μπορεί να γίνει κάλλιστα και με τη μελέτη της ιστορίας… και αυτό βέβαια μπορεί να σού πάρει λίγο χρόνο περισσότερο όμως κάποια στιγμή, όπως συμβαίνει και μια καλή ταινία, όταν αφεθείς στην περιπλάνηση στις εποχές, στους ανθρώπους και στις περιπέτειές τους, δεν θα θέλεις να ‘επιστρέψεις’ στο σήμερα… Κι αυτό είναι το γοητευτικό και συναρπαστικό μαζί με το ‘χθες’… σε γραπώνει τόσο γερά απ’το σβέρκο που σχεδόν αγανακτείς που πρέπει να συρρικνωθείς ξανά στις στενόχωρες ορίζουσες του ‘τώρα’…
Κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι ‘πολύ βαρετή’ η ιστορία. Πως τα ιστορικά γεγονότα δεν τους αφορούν, ό,τι έγινε κάποτε έγινε, πάει και τελείωσε, με τα τωρινά μας χάλια να δούμε τι θα κάνουμε. Και κυρίως με το ‘αύριο’… τι θα γίνουμε και τι θα απογίνουμε… όταν έχουμε τόσες σκοτούρες με το σήμερα και το αύριο είναι δυνατόν να αφιερώσουμε χρόνο και κόπο σε μάχες και δολοπλοκίες και μηχανορραφίες και επιτεύγματα και αυτά κι εκείνα του ‘χθες;’ ‘Δεν έχω χρόνο’, μού είπε κάποτε ένας καλός μου φίλος όταν τον ρώτησα αν διαβάζει ιστορία. ‘Τρέχω, όλη μέρα τρέχω σαν τον Βέγγο για την επιβίωση, δεν αδειάζω… απορώ πού βρίσκεις εσύ την όρεξη και το χρόνο’… Αυτή τη διαφυγή στο ‘δεν έχω χρόνο’ την ακούω από παιδί. Ενίοτε πρόκειται για κάτι που έχει και οντότητα και ουσία, συνήθως αποτελεί μια μηχανική απόδραση από τη δύσκολη θέση. ‘Δεν έχω χρόνο’ σημαίνει συνήθως, ‘βαριέμαι’, ‘άσε με τώρα στην ησυχία μου’, ‘ποιος χ… για το τι έγινε κάποτε…’, ‘με μένα τι γίνεται μού λες;’. Πάει να πει πως το να μελετήσεις την περιπέτεια του ανθρώπου –γιατί αυτό είναι η ιστορία, τι άλλο;- μέσα στο χρόνο και άρα και τη δική σου, είναι μια δράση περιττή, για αργόσχολους ή εξυπνάκηδες, αυτούς που θέλουν να κάνουν τους ξερόλες. Ίσως ακόμα και για εκείνους που νομίζουν ότι θα βρουν τις απαντήσεις στο χτες ενώ οι απαντήσεις βρίσκονται στο σήμερα.
Αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Ευτυχώς υπάρχει και η άλλη.
Θυμάμαι τον ένα παππού μου… συχνά πυκνά τον επισκεπτόμασταν με τον αδελφό μου… ιδιαίτερα σε μέρες γιορτινές… μάς περίμενε, μας υποδεχόταν χαμογελαστός, μας περνούσε στο σαλόνι και καθόμασταν πάντα στις θέσεις μας. Ο παππούς ήταν ένας άνθρωπος ‘των χεριών’, έτσι τον έλεγα μέσα μου. Τα χέρια του ήταν δυνατά, η χειραψία του σχεδόν με έκανε να λυγίζω. Ως τα ογδόντα του χρόνια δούλευε. Ήταν ‘βαρελάς και κορδελάς’, κάποτε είχε ένα φημισμένο ‘εργοστάσιο’ στη Λεύκα. Ο παππούς δεν έφτιαχνε μονάχα βαρέλια, έφτιαχνε και έπιπλα, οτιδήποτε σχεδόν από ξύλο. Είχε φτιάξει σχεδόν όλα τα έπιπλα του σπιτιού του, ήταν σπουδαίος μάστορας, τον εκτιμούσαν όλοι στον Πειραιά, καμάρωνε για την τέχνη του και τα προϊόντα της. Να γιατί τον έλεγα ‘άνθρωπο των χεριών’… με αυτά είχε φτιάξει όλη του τη ζωή, την οικογένειά του, την όποια περιουσία του. Τα χέρια του ήταν η ψυχή του, ο νους και η καρδιά του… Όμως ο παππούς δεν ήταν μονάχα άνθρωπος των χεριών. Ήταν και ένας άνθρωπος που αγαπούσε την ιστορία. Μπορεί να είχε τελειώσει με το ζόρι το δημοτικό –της εποχής του- όμως διάβαζε και παρατηρούσε. Σημείωνε και κατέγραφε. Είχε μάλιστα ένα μικρό, μπλε βιβλιαράκι στο οποίο είχε καταγράψει τα ‘σπουδαιότερα ιστορικά γεγονότα της ανθρωπότητος’. Αυτός φαίνεται πως ‘είχε χρόνο’. Κάθε φορά που πηγαίναμε με τον αδελφό μου ξέραμε το τελετουργικό. Ο αδελφός μου –που είχε και το όνομά του- το βαριόταν, εγώ όμως το αγαπούσα. Πρώτα μάς κερνούσε ένα γλυκό του κουταλιού ή ένα σοκολατάκι –η γιαγιά είχε πεθάνει από πολλών ετών κι έτσι ζούσε μόνος στο διαμέρισμά του-, έπειτα καθόταν στην καρέκλα του δίπλα μας και μας ρωτούσε ‘πώς πάει το σχολείο’. Ύστερα άρχιζε να μάς αφηγείται. Υπήρχαν ιστορίες που τις γνωρίζαμε απ’έξω αλλά εμένα δεν με πείραζε να τις ακούω ξανά και ξανά. Κι έπειτα, έβγαζε από ένα συρτάρι το μαγικό του βιβλιαράκι και με κατανυκτικές κινήσεις το άνοιγε σε κάποια επιλεγμένη σελίδα. ‘Η μάχη του Μαραθώνος’, μάς έλεγε με την ωραία, ζεστή, δυνατή φωνή του. Κι άρχιζε να διαβάζει… είχε αντιγράψει μερικά αποσπάσματα από κάποιο βιβλίο, αυτά που του άρεσαν πολύ και σταματούσε σε σημεία που έπρεπε να δίνουμε προσοχή ιδιαίτερη. Ο αδελφός μου με το ζόρι κρατιόταν ξύπνιος. Καμιά φορά είναι η αλήθεια βαριόμουν κι εγώ. Όμως το σπουδαίο ήταν το ‘μετά’. Ο παππούς έκλεινε ‘τη βίβλο’ και μάς έκανε ερωτήσεις. Ήθελε να συζητήσει τη μάχη, τους ανθρώπους, τους ήρωες, τους νικητές και τους χαμένους. Ήθελε να ακούσει τη γνώμη μας, να δει αν καταλάβαμε τους λόγους και τις αιτίες μιας νίκης ή μιας καταστροφής. Και στο τέλος, όταν έμενε κάπως ικανοποιημένος –ποτέ απόλυτα πάντως- μάς επέτρεπε να φύγουμε αφού πριν μάς έδινε βέβαια και το καθιερωμένο χαρτζιλίκι το οποίο περνούσε από… επιτροπή αξιολόγησης, δηλαδή τον αδελφό μου. ‘Πάλι τα ίδια μας έδωσε, θα ζητήσω αύξηση’, μού έλεγε καμιά φορά ο Γιάννης καθώς κατηφορίζαμε το δρόμο προς το σπίτι μας και τον κοιτούσα για να δω αν το έλεγε σοβαρά ή αστεία.
Νομίζω πως κάπως έτσι έφαγα κι εγώ την… πετριά με την ιστορία. Μπορεί τότε να μην το συνειδητοποιούσα όμως εκείνο που μού έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν πως ένας ‘άνθρωπος των χεριών’, ένας ‘απλός’, λαϊκός άνθρωπος, ένας βαρελάς και κορδελάς που δεν σπούδασε στα πανεπιστήμια, δεν πήρε διπλώματα και δεν μπορούσε να μιλήσει στη γλώσσα του Κοραή και του Ροΐδη, είχε μια θαυμαστή αφηγηματική δεινότητα και περισσότερο μια ακόμη πιο ξεχωριστή αναλυτική ικανότητα που σήμερα που την αναλογίζομαι, μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια με εντυπωσιάζει. Γιατί δεν έμενε μονάχα στην ανάγνωση των γεγονότων. Τον ενδιέφερε η εμβάθυνση στα αίτια, στους χαρακτήρες, στα πρόσωπα. Τον ενδιέφερε το ‘γιατί’ και το ‘πώς’ τα πράγματα γίνονται.
Σήμερα ακόμα καταλαβαίνω πόσο ψευδής και ανυπόστατος είναι αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ‘πνευματικούς’ και μη πνευματικούς ανθρώπους. Λες και κάποιοι έχουν πνεύμα, σκέψη, διανόηση, διερώτηση επειδή σπούδασαν και μελέτησαν τόμους ενώ όλοι οι άλλοι δεν έχουν και είναι καταδικασμένοι στα της ‘καθημερίου φροντίδος και μερίμνης’. Υποστηρίζω πως τούτος ο ελεεινός διαχωρισμός είναι ένας ιός πού μάς κόλλησε ο ‘θείος’ Πλάτων όταν ξεχώρισε μια για πάντα τον κόσμο των ψηλαφητών πραγμάτων από τις Ιδέες και τούτο τον ιό κληρονόμησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και τον προπαγάνδισαν και τον καλλιέργησαν και τον επέτειναν. Σα να έχουμε μια αριστοκρατία του πνεύματος και μια πλέμπα των σαρκικών ηδονών και επιθυμιών. Λες και δεν είναι ο κάθε άνθρωπος μια ολιστική οντότητα λες και γεννιούνται ανάμεσά μας φωτεινοί υπερ-νόες και θα πρέπει να τους δοξολογούμε και να τους υμνούμε. Δεν αργεί όλο τούτο να απολήξει σε έναν φασισμό των ολίγων και των εκλεκτών, σε έναν ιδιότυπο ρατσισμό εναντίον όσων δήθεν ‘δεν τους κόβει’.
Ο ουρανός, το στερέωμα και η πληθύς των άστρων το λοιπόν υπάρχει και για έναν άλλο λόγο. Για να μην την ψωνίσεις. Να μην ερωτευτείς ποτέ τόσο πολύ τον εαυτό σου ώστε να νομίζεις ότι η φύση και η ανθρωπότητα σού χρωστάει κάτι μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις. Το ίδιο γίνεται και με την ιστορία. Μελετώντας όλο τούτο τον πλούτο των γεγονότων, καταλαβαίνεις πόσο… κάθαρμα είσαι, πόσο άπληστος, φαταούλας, αρχομανής και εξουσιολάγνος είσαι… κι ας καμώνεσαι τον ‘ταπεινό’ και ‘μετριόφρονα’. Μόλις εμφανιστούν οι κατάλληλες συγκυρίες απελευθερώνεις το θηρίο από μέσα σου και δεν σε σταματάει τίποτα. Κι όταν αλλάξουν πάλι οι συγκυρίες και γυρίσει ο τροχός και βρεθείς ξανά από κάτω, ικετεύεις για τη ζωούλα σου και ζητάς συγχώρεση γιατί ‘δεν ήσουν ο εαυτός σου’, ‘παρασύρθηκες’, ‘ατελής άνθρωπος είσαι και έμαθες και έγινες πιο σοφός’… ας μην πω τώρα γιορτάρες μέρες τι έγινες…
Όμως, το στερέωμα δεν μπορεί να σού δώσει ένα πικρό δίδαγμα που μόνο η μελέτη του χθες μπορεί. Ότι ο άνθρωπος δεν διδάσκεται. Κι αν διδάσκεται δεν μαθαίνει… Τα ίδια λάθη, οι ίδιες αθλιότητες χιλιάδες χρόνια… οι ίδιες προσδοκίες, οι ίδιες ελπίδες, τα ίδια ‘ξεκινήματα’ και τελικά οι ίδιες απογοητεύσεις…
Ο άνθρωπος που ‘δεν έχει χρόνο’ να μελετήσει το χθες του Ανθρώπου μοιάζει λοιπόν περισσότερο με την στρουθοκάμηλο που χώνει το κεφάλι της στην άμμο… κι αν δεν αγαπά τη μελέτη δεν είναι αυτός ο λόγος που αποδρά από τη γνώση… είναι πως η γνώση του χθες είναι ο καθρέφτης που βλέπεις κάθε πρωί και δεν ψεύδεται ποτέ… καλύτερα να τον σπάσεις λοιπόν… έτσι ο πόνος είναι πιο υποφερτός…

Μόνο που μετά από το σπάσιμο των καθρεφτών δεν αργεί να έρθει και η εθελούσια τύφλωση… κι ίσως λέω τούτη να είναι ‘η θεραπεία’… γιατί ο μη βλέπων δεν έχει πλέον καμιά δικαιολογία… γίνεται μοιραία ‘άνθρωπος των χεριών’… πάει να πει πνευματικός άνθρωπος…

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Καημένοι άνθρωποι! Καημένοι όλοι μας!


[...]
Πόσες εθνικότητες στον κόσμο! Πόσα επαγγέλματα! Πόσοι άνθρωποι!
Πόσες μοίρες διαφορετικές μπορεί να κρύβει η ζωή,
η ζωή, τελικά, κατά βάθος, πάντα η ίδια!
Πόσες φάτσες παράξενες! Όλες οι φάτσες είναι παράξενες
και δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο από το να κοιτάζεις πολύ τους ανθρώπους.
Η αδελφοσύνη τελικά δεν είναι ιδέα επαναστατική.
Είναι κάτι που μας το μαθαίνει η ζωή, όπου πρέπει να ανεχόμαστε τα πάντα,
και τελικά βρίσκουμε ευχάριστο αυτό που πρέπει ν' ανεχόμαστε,
και καταλήγουμε να κλαίμε σχεδόν από τρυφερότητα γι' αυτό
που ανεχτήκαμε!
Α, όλα τούτα είναι ωραία, είναι ανθρώπινα και ταιριάζουν τόσο
με τα ανθρώπινα συναισθήματα, τόσο κοινωνικά και καθωσπρέπει,
τόσο πολύπλοκα απλά, τόσο μεταφυσικά θλιβερά!
Η πολυτάραχη, η διαφορετική ζωή μάς διαπαιδαγωγεί τελικά στα ανθρώπινα.
Καημένοι άνθρωποι!
Καημένοι όλοι μας! 

[...]



Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση του Φερνάντο Πεσσόα: Θαλασσινή ωδή του Άλβαρο ντε Κάμπος, μτφρ.-επίμ.: Μαρία Παπαδήμα, σχ.: Πάολο Γκέτσι, Εκδόσεις Νεφέλη 2012. Δημοσιευμένο στο //www.e-poema.eu

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

χειμωνιάτικες ημέρες



στις γιορτές ήταν πιο δύσκολο

και στις λιακάδες του Γενάρη
τις μέρες που ο ήλιος είναι έφηβος
θρασύς
και σου γελάει κατάμουτρα

τίποτα δεν μπορούσε
να σε κρύψει
από τίποτα

όπου κι αν γυρνούσα
ανάμεσα στους περαστικούς
πίσω απ'τα βιαστικά αυτοκίνητα
σε απόμερες γωνιές της πόλης
στις καφετέριες
εκεί που οι άνθρωποι
κάθονται σε συντροφιές
και αρνούνται
έστω για λίγο
και χλευάζουν
το αμετάκλητο του τέλους...

όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα
στα χαμόγελα των φοιτητών
που θορυβούσαν κατεβαίνοντας το δρόμο
στα δέντρα που είχαν σκιές μεγάλες
και είχαν δροσιά
και είχαν ζωή και ομορφιά
ανυπόφορη...

όπου κι αν πήγαινα
όπου κι αν καθόμουν να ξεκουραστώ

μου μιλούσες

μου γελούσες

τις χειμωνιάτικες ημέρες

ήταν πιο εύκολο

μπορούσα να προσποιηθώ πως έχεις μείνει πια
ολότελα κρυμμένη
στα καλοκαίρια

κι ευχόμουν ξέρεις
να μην έρθουν πάλι
όχι οι μεγάλες και ανελέητες νύχτες

μα οι φωτεινές εκείνες μέρες
που είναι σαν αγκαλιές
με τους λαμπρούς ορίζοντες
με τις ραντισμένες όλο ελπίδα καλημέρες

και τους έρωτες σαν δρόσινα στεφάνια
να προστατεύουν

όλες τις ευλογημένες ψευδαισθήσεις...



Humans

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Γέρας



Κι έρχεται κείνη η στιγμή που ‘ανακαλύπτεις’ το φορτίο των αναμνήσεων… που αισθάνεσαι όσο ποτέ πριν, ολόκληρο και σχεδόν σημειακό το μνημονικό άχθος…


Και λες ξαφνικά, ‘δεν θέλω πια να είμαι εγώ… αν μπορούσα… μακάρι να γινόταν να μην ήμουν εγώ πια αλλά κάποιος άλλος…’

Αρνείσαι αυτό που είσαι; Αρνείσαι αυτό που φέρεις; Βέβαια το αρνείσαι. Σου είναι απεχθές και επώδυνο, σου είναι περιττό και ασήκωτο. Η κάθε σου στιγμή έχει μολυνθεί από ένα ‘χτες’ που δεν το θέλεις πια. Το κάθε σου βήμα μοιάζει με αυτό του κοσμοναύτη στη Σελήνη, αργό, μελαγχολικό, ασθμαίνον…

Έρχεται εκείνη η κυκλώπεια στιγμή που τα πλακώνει όλα, τα συντρίβει όλα, τα αφανίζει όλα. Σα να μην είσαι εσύ αυτός που καλείσαι να συνεχίζεις κάθε πρωί μα κάποιος που ‘έφτασε’ να γίνει εσύ… αυτός που δεν αναγνωρίζεις και αρνείσαι… εσύ που δεν αγκαλιάζεις και απορρίπτεις…

Είναι βέβαια αργά και είναι μάταιο… όλα όσα ‘έγιναν’ οδήγησαν σε αυτή την καταραμένη ‘στιγμή’ που ακούς μια νότα από κάποια μελωδία και ταράζεσαι, βλέπεις μια σκηνή από μια ταινία και κλονίζεσαι, στρίβεις σε κάποια γωνιά ενός δρόμου και ανοίγεται μπροστά σου ένας ολόκληρος κόσμος… ένας χαμένος κόσμος από φωνές, μυρωδιές και όνειρα… ένας κόσμος που μαγαρίστηκε, που ακυρώθηκε…

‘Ας μην ήμουν πια εγώ’, λες, ‘ας ξυπνούσα ένα πρωί όχι εγώ αλλά ένας άλλος…’. Κι αυτό που φοβάσαι δεν είναι πλέον ο θάνατος γιατί αυτός συνέβη εκατομμύρια φορές, εκατομμύρια στιγμές και ακολουθούν αμέτρητες ακόμα… ο θάνατος περπατούσε μαζί σου συνεχώς, σου κρατούσε το χέρι… μονάχα που ήταν πάντα μεταμφιεσμένος σε ζωή και ξεγελιόσουν…

Κείνο που φοβάσαι πλέον είναι πως κι αυτή η αιώνια στιγμή θα τελειώσει… πως έχει ήδη περάσει, πως έχει ήδη πεθάνει… κείνο που φοβάσαι είναι πως το χτες στην επόμενη στιγμή θα είναι ακόμα βαρύτερο, οι μνήμες πιο ζωντανές, οι διαψεύσεις πιο οδυνηρές, οι αλήθειες πιο αμείλικτες… Γιατί τώρα πλέον έχεις συντονιστεί με το Μεγάλο Ρυθμό και η ανάσα σου αρμονίστηκε με τη δική του. Και γιατί πλέον το Αχανές δεν είναι ένα κορίτσι που σου χαμογελά ανοιξιάτικα ή μια εκδρομή με τους φίλους γεμάτη αστεία, πειράγματα και τρέλες. Μα είναι το σκληρό χέρι της Ειμαρμένης που σου κλείνει σαν τανάλια το λαιμό και σου πλακώνει το στέρνο… είναι το γέρας της πορείας σου να πραγματώσεις ό,τι μπορούσες ή ό,τι τόλμησες…

Περισσότερο…

Είναι το ψεύτικο, νεκρό χαμόγελο της κοπέλας που θα σε υποδεθχεί στο παλάτι με τα γαλάζια μάρμαρα και τα αναρίθμητα δωμάτια…

Και σ’αυτό το μεγαλοπρεπές μέγαρο δεν υπάρχει θάνατος ούτε ζωή… υπάρχει αιωνίωση και φρίκη…

Στιγμές που δεν τελειώνουν ποτέ μα διαδέχονται αναρίθμητα η μια την άλλη…

Κι αυτός ο άλλος που κάποτε ευχήθηκες να ήσουν…

Αυτοί οι αμέτρητοι άλλοι που ευχήθηκες να ήσουν…

Είναι κι αυτοί εκεί και σε περιμένουν… 



LONELY TRAVELER

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Όχι για πολύ ακόμα


Κανένας δεν μάς περίμενε αδελφέ μου στις Σκαιές Πύλες.
Υπήρχε μια ιδιαίτερη ησυχία σε τούτο τον τόπο της αναχώρησης. Μια ησυχία που ορίζουν ο χρόνος και η απουσία χρόνου.

Ο ουρανός ήταν εχθρικός, σκοτεινός και λάβρος. 
Είχες ένα βλέμμα γλυκό, παιδικό, ήρεμο. Δεν σε ενοχλούσε εσένα ποτέ ό,τι γινόταν έξω. Δεν έδωσες ποτέ σου σημασία στις μεταβολές της φύσης, στα παιχνιδίσματα του ανέμου, στα ερωτικά καλέσματα της θάλασσας. Δεν μπορούσε εύκολα να σε ξεγελάσει τίποτε που οι αισθήσεις μακαρίζουν και οι οφθαλμοί ερωτεύονται. Το παλίμβουλο της φύσης φρόνημα εσένα δεν σε άγγιξε ποτέ.
Ήξερες πως όλα βρίσκονται μέσα μας. Ήξερες πως ό,τι δεχόμαστε και ό,τι αρνιόμαστε, ό,τι ονοματίζουμε και ό,τι αποσιωπούμε, ό,τι χαρίζουμε κι ό,τι μάς δωρίζουν είναι μικρές ψηφίδες σε ένα παλίμψηστο που κάποτε θα διαβρωθεί, θα σπάσει, θα χαθεί. Για πάντα.
Σε κρατούσα από το χέρι σα να ήσουν μικρό παιδί. Κι εσύ δυσφορούσες και με άφηνες. Ήθελες να περπατήσεις μόνος σου, ήθελες να τρέξεις σε τούτα τα λιγοστά τελευταία μέτρα ως το Μεγάλο Κατώφλι. Μα εγώ δεν μπορούσα να σε αφήσω και σ’έπιανα πάλι. Αιχμάλωτο για πάντα σε ήθελα, δικό μου κι αυτό ποτέ σου δεν μού το συγχώρησες.
Και σε τούτες τις φοβερές πύλες δεν μάς περίμενε κανείς.
Ολόγυρα ένα σκληρό, αμείλιχο τοπίο. Ένα τοπίο αγέλαστο, πανάρχαιο, σιωπηλό.
Ανάσαινες βαριά τώρα κι ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται. Τι ερχόταν τώρα; Τι μάς περίμενε; Μα για τα όσα άφηνες πίσω σου είχες προ πολλού αδειάσει την ψυχή σου και δεν ενδιαφερόσουν. Ούτε για μένα πια ενδιαφερόσουν καθώς το βήμα σου γινόταν ολοένα και πιο ανυπόμονο. Ήθελες να γνωρίσεις τι συμβαίνει, ήθελες να ψηλαφήσεις το αναπόδραστο, να κοινωνήσεις το αιώνιο. Η ψυχή μου ζήλεψε την αγέρωχη στάση σου, το γενναίο σου πνεύμα. Δεν ήσουν εσύ που φοβόσουν, εγώ ήμουν.
Σαν φτάσαμε κάτω απ’τις Πύλες άρχισε να πνέει ένας παράξενος, ζεστός άνεμος. Δεν έκανες καμιά κίνηση να προστατευτείς. Γύρισες μονάχα και με κοίταξες για μια στιγμή μού άφησες το χέρι και προχώρησες. Νόμιζα πως θα διαλυθώ σε όλα μου τα εκατομμύρια κύτταρα από τούτο τον αποχωρισμό μα σε κοιτούσα στέρεος ακόμα και όρθιος να διαβαίνεις θαρρετά το πιο φοβερό κατώφλι της Ύπαρξης.
Λίγο πριν σε χάσω μέσα στο στροβιλισμό αυτού του λίβα που κατέκαιε το πρόσωπό μου, γύρισες και με κοίταξες ξανά, για στερνή φορά. Δεν μού χαμογελούσες, δεν είπες τίποτα. Κι ύστερα χάθηκες μέσα στο πέρασμα που οδηγεί τα ανθρώπινα πλάσματα από το μερικό στο Όλο και από το πολλαπλό στο Εν…
Έμεινα κάμποση ώρα, δεν ξέρω πόση, ακίνητος και περίμενα… δεν ήξερα τι… πού να γυρίσω, είπα, πού να πάω… σκέφτηκα να κινήσω κι εγώ μπροστά, να σ’ακολουθήσω, να χωθώ κι εγώ μέσα στην νεκροδίνηση αυτή που μαινόταν ολόγυρα μα σιγά σιγά έπαυε.
Έκλεισα τα μάτια και με την απόφαση να πυργώνεται μέσα μου έκανα ένα βήμα μπρος… κι άξαφνα μια τρομερή δύναμη με τίναξε προς τα πίσω και βρέθηκα ξαπλωμένος πάνω σ’αυτό το ξερό, άνυδρο χώμα.
Άρχισε να βρέχει… ένα γκρίζο, βρομερό ψιλόβροχο… οι σταγόνες πέφταν στο κεφάλι και στα χέρια και με έκαιγαν…
Σηκώθηκα, γύρισα το σώμα μου αργά και πήρα το δρόμο της επιστροφής…

Όχι για πολύ αδελφέ μου, είπα μέσα μου…
όχι για πολύ ακόμα…



Time Gate

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Η ευτυχία είναι μια πράξη τρέλας…



Έ
νας από τους πιο κρυφούς και αθέατους εσωτερικούς μηχανισμούς άμυνας που διαθέτουμε είναι η αντίσταση στη… χαρά! Θα έλεγε κανείς πως αυτό μοιάζει ταυτόσημο με την αντίσταση στην ίδια τη ζωή. Ή πως έρχεται σε αντίθεση με το ίδιο το ένστικτο της επιβίωσης. Κι όμως δεν είναι έτσι. Και δεν έρχεται σε αντίθεση με τίποτε. Η χαρά έρχεται σε αντίθεση με την εγγενή ροπή του οργανισμού, όλου του είναι προς την επιβίωση!
Παραδέχομαι πως το θέμα αυτό ενέχει αρκετές παραδοξότητες επειδή ακριβώς βιο-φιλοσοφικά ‘μαθαίνουμε’ από νέοι να αναζητούμε τη χαρά, την ευδαιμονία, το ευζήν… Με τι όρους όμως; Με ποιες ορίζουσες; Εκεί ακριβώς θα συναντήσει κάποιος αργά ή γρήγορα, θέλει δεν θέλει, τούτο το μηχανισμό και είναι βέβαιο πως στην αρχή δεν θα τον αναγνωρίσει, δεν τον περιλαμβάνει στον προγραμματισμό του, δεν τον περιέχει το λεξιλόγιό του. Όμως κάποια στιγμή, ο ίδιος ο μηχανισμός αποκαλύπτεται σε όλο του το… μοχθηρό μεγαλείο και μάλιστα ανάγλυφα. Καθώς είναι ένας ακόμη μηχανισμός διατήρησης. Ένα ακόμη ‘λογισμικό’ που προσωπικά τοποθετώ στη χωρία των ελιγμών επιβίωσης. Η χαρά δεν είναι ελιγμός επιβίωσης. Ούτε η θλίψη. Η χαρά είναι απόπειρα καταστροφής του λογισμικού. Είναι υπέρβαση, είναι μια πράξη τρέλας.
Η πρωτογενής ένσταση είναι πως όταν είμαστε ‘καλά’, όταν είμαστε ‘ευτυχείς’ είμαστε και υγιείς. Όταν νιώθουμε καλά τότε η ζωή μοιάζει όμορφη, τα προβλήματα ξεπερνιούνται, όλα λύνονται, όλα βαίνουν καλώς… Αυτή βέβαια είναι μια ‘καλολογική’ ψευδαίσθηση, ένας ευφημισμός, ένα βάπτισμα του κρέατος σε ψάρι… Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε σχεδόν για τίποτε… άρα μπορούμε κάλλιστα να προσποιηθούμε ότι κάνουμε τα πάντα για τα πάντα… το αποτέλεσμα είναι το ίδιο… θεωρούμε όμως ότι έχουμε πάρει έναν άλλο δρόμο, ότι ‘ζούμε τη στιγμή’ κατά το ελεεινολόγημα του συρμού, έχουμε τον έλεγχο όσων μας συμβαίνουν ή ακόμα χειρότερα και με ύψιστη οίηση και άθλια ύβρη οντολογικών διαστάσεων, ‘εμείς φτιάχνουμε τη μοίρα μας’… Λες και η Ειμαρμένη, η Μοίρα ή το Πεπρωμένο δίνει δεκάρα αν πιστεύουμε πως έχουμε την παραμικρή επιρροή στις συμπαντικές του καθολικές δράσεις… έστω…
Οι χριστιανοί ασκητές, οι ‘αθλητές της ερήμου’, οι αναζητητές της Αλήθειας, οι ανατολίτες αναχωρητές, οι πρίγκιπες της μοναξιάς, μέσα από τις αναρίθμητες καθημέριες μάχες τους ενάντια σε οτιδήποτε εναντιώνεται στην Αναλογία, το Εν, τον Άχρονο, την Ισορροπία, την Αρμονία, το Αχανές –όπως κι αν το ονομάζουν οι παραδόσεις και τα θρησκευτικά σχήματα- διέτρεξαν όλες αυτές τις διαδρομές, χαρτογράφησαν όλες τις επικίνδυνες περιοχές, πέρασαν αμέτρητες νύχτες και μέρες σε κοιλάδες θλίψης και υψώθηκαν σε κορυφές απροσμέτρητης μοναξιάς από όπου η θέαση των ανθρωπίνων προκαλεί ίλιγγο… ούτε χαρά, ούτε λύπη… δέος, τρόμο και σιωπή… Οι περισσότεροι από τους λεγόμενους ‘φυσιολογικούς’ ή ‘κανονικούς’ ανθρώπους δεν μπορούν ούτε να διανοηθούν το εύρος και τη δύναμη αυτών των τρομακτικών εμπειρώσεων και δεν ενδιαφέρονται άλλωστε. Οι ελάχιστοι τολμητίες μπαίνουν στο στίβο και εξέρχονται σχεδόν αυτοστιγμεί. Καθώς το άθλημα ετούτο δεν σε εξαντλεί απλώς. Σε εξοντώνει, κυριολεκτικά. Βιολογικά και πνευματικά. Γι αυτό και δεν περιλαμβάνεται στο ‘default’ πακέτο προγραμματισμού με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι ερχόμενοι στο φως των αισθητών πραγμάτων. Πάει να πει όταν εξερχόμαστε στον κόσμο της χονδροειδούς ύλης κλαίοντες ενώ ολόγυρα επικρατεί ένας περίπου ανεξήγητος ενθουσιασμός.
Γνωρίζουμε όμως κάποιους ανθρώπους που το επιχείρησαν και πραγμάτωσαν κάτι, έφτασαν κάπου, ‘είδαν’ πράγματα και τα κατάφεραν να επιστρέψουν… έγραψαν γι αυτά, μίλησαν γι αυτά… συνήθως ψιθυριστά και σε ανθρώπους απόλυτης εμπιστοσύνης… αν διαβάσουμε προσεκτικά κάποιους ποιητές, πίσω από τις γραμμές και τους στίχους, πίσω από τις λέξεις και τα σχήματα, θα αισθανθούμε, θα νιώσουμε το εγκατιαίο ρίγος που υπαγόρευσε αυτές τις εξομολογήσεις, αυτές τις προειδοποιήσεις, αυτές τις συμβουλές… έχω την πεποίθηση ότι οι μεγαλύτεροι ποιητές μέσα σε όλους τους ανθρώπινους αιώνες, δεν έγραψαν ούτε από ‘ανάγκη’, ούτε από τέρψη, ούτε για οτιδήποτε άλλο. Έγραψαν για να μας προειδοποιήσουν. Έγραψαν κρυπτογραφικά, με κώδικες, σε ‘ποιητικό λόγο’, σε μεταμφιεσμένη γλώσσα για να μας προφυλάξουν… Οι μεγάλοι ποιητές ήταν ανιχνευτές… έφευγαν πάντα πρώτοι και πολύ μακριά από όλους τους υπόλοιπους στις άγνωστες και αχαρτογράφητες περιοχές του υπερ-είναι και όσοι κατάφερναν να ‘επιστρέψουν’ –οι περισσότεροι ‘τρελάθηκαν’ ή έζησαν το υπόλοιπο του βίου τους μέσα στη σιγή- αποτύπωσαν μέσα από τον οργανωμένο ποιητικό λόγο την μέγιστη και απόλυτη προειδοποίηση προς όλη την ανθρωπότητα των ‘φυσιολογικών’ και ανυποψίαστων… προς όλες τις γενεές του παρόντος και του μέλλοντος… Ποια ήταν αυτή; Ποια είναι αυτή;
Καλείται ο καθένας από εμάς να στοχαστεί… καλείται να κοιτάξει βαθιά μέσα του και γύρω του… Καλείται να αρχίσει επιτέλους να αγγίζει, να παρατηρεί, να νοιάζεται, να αποδέχεται. Δεν είναι απαραίτητο να αγαπά. Να αποδέχεται. Να εναγκαλίζεται. Να δίνει χώρο στον άλλο. Να συγχωρεί. Κι ας μην κατανοεί. Να μην καταλαβαίνει, δεν έχει τόση σημασία. Να προσπαθεί όμως να κατανοεί.
Κι έτσι αντιλαμβάνομαι το θεραπευτικό και όχι διδακτικό ρόλο της χαράς. Μια απόδραση φευγαλέα, μια δράση εξωτερίκευσης, ανοιχτοσύνης, μοιράσματος… δεν είναι λίγο, δεν είναι ασήμαντο… δεν μπορεί να είναι όμως η απόλυτη στοχοθεσία… δεν μπορεί να αποτελεί ‘στόχο ζωής’… Η ζωή είναι κάτι πολύ πιο πολύπλοκο, μην το ευτελίζουμε βάζοντας τόσο ταπεινούς στόχους…
Η ευτυχία είναι μια πράξη τρέλας… τούτο σε διδάσκει και η τρέλα και η λογική… καμιά κατάσταση δεν είναι διαρκής, είναι κατάσταση, δεν είναι διάσταση…
Να μπορείς να σηκώνεσαι κάθε πρωί και να έχεις επιείκεια για όλους και ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπο… να η μεγίστη υπέρβαση… να η σύνθεση χαράς και θλίψης ετών…
Και να κάνεις με τόλμη το πρώτο βήμα της κάθε μέρας…


The hulunbuir prairie
Shanyewuyu

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Όταν είσαι παρών...




Όταν είσαι παρών, αυτό δεν έχει χώρο για να υπάρξει.
Και καθώς τού είναι αφόρητη η συγκατοίκηση με τον εαυτό, απομακρύνεται.
Όμως, δεν χάνεται.
Δεν αποδομείται, δεν αφανίζεται, δεν πεθαίνει.
Όσο εσύ τού το επιτρέπεις, επιστρέφει και διεκδικεί το χώρο του.
Όταν παύεις να είσαι παρών, εκείνο επιστρέφει.
Όταν αρνείσαι να δεις, βλέπει εκείνο.
Όταν αρνείσαι να αγγίξεις, αγγίζει εκείνο.
Όταν αρνείσαι να κλάψεις, θρηνεί εκείνο.
Όταν αρνείσαι να ζήσεις, εκείνο θριαμβεύει.

Όταν εσύ χάνεσαι, αυτό βρίσκεται.
Όταν εσύ συρρικνώνεσαι, αυτό απλώνεται.
Όταν εσύ χαμογελάς, αυτό θυμώνει.
Όταν εσύ πεθαίνεις, αυτό ανασταίνεται...

όταν εσύ πέφτεις, αυτό σηκώνεται...

όταν όμως εσύ είσαι παρών, τότε αυτό αιφνιδιάζεται
γιατί όλες του οι νίκες ακυρώνονται
όλοι του οι θρίαμβοι γελοιοποιούνται

όταν εσύ απλωθείς σε ολόκληρο το στερέωμα του είναι σου
δεν θα υπάρχει πια χώρος γι αυτό

και δεν θα δύσει ποτέ ξανά σ'αυτό τον ουρανό...

Unleashing imagination

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Οι Τέσσερις Λέξεις



Οι Τέσσερις Λέξεις*

Ι. Φαντασία
Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα; Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο «λογικά» από εμάς, δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν.
Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. (Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες, τα ζώα έχουν ένστικτα.) Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμιών; Είναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες -ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα. Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μάς διαφοροποιεί από τα ζώα.
Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα  μια  εσωτερική ροή  από  εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα. Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ως πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ' αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας. Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τερατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία.
Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ' αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Η φαντασία δεν  γνωρίζει όρια και  κανόνες, ούτε ηθικούς και  λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος.
Ο άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.

ΙΙ. Φαντασιακό
Το ανθρώπινο ον υπάρχει μόνον ως κοινωνικό ον. Αυτό σημαίνει ότι ζει σε  μια  κοινωνία  με  θεσμούς,  με  νόμους,  με  ήθη,  με  έθιμα,  κ.λπ. Ερώτημα: Από πού έρχονται αυτοί οι θεσμοί, οι νόμοι, τα έθιμα; Είναι αδύνατον να  πούμε, όπως συχνά πίστευαν οι  λαοί, ότι υπάρχει ένας δημιουργός, ένας νομοθέτης όλων αυτών. Σε μιαν ήδη θεσμισμένη κοινωνία, τα άτομα μπορούν να προτείνουν νόμους, κάποιους ιδιαίτερους νόμους. Τούτο όμως είναι δυνατόν να γίνει, επειδή  υπάρχει ήδη ένα σύστημα νόμων, επειδή αυτά τα άτομα έχουν ζήσει ήδη σε μια κοινωνία με νόμους. Ένας συγγραφέας μπορεί να επινοήσει μια νέα λογοτεχνική μορφή και ένας περιθωριακός μια λέξη της αργκό. Αυτά είναι δυνατόν να γίνουν, επειδή  υπάρχει ήδη  η  γλώσσα και  η  αργκό. Όμως  ποιος  θα μπορούσε μόνος του να δημιουργήσει εκ προοιμίου τη γλώσσα και να την επιβάλει στους υπόλοιπους; Και με ποια γλώσσα θα επικοινωνούσε; Όλα αυτά -οι νόμοι, οι θεσμοί, τα ήθη, τα έθιμα, η γλώσσα- είναι συλλογικές δημιουργίες.
Προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας βάσει ενός συμβολαίου (το «κοινωνικό συμβόλαιο»). Όμως ένα συμβόλαιο προϋποθέτει άτομα κοινωνικά, τα οποία γνωρίζουν τι είναι ένα τέτοιο συμβόλαιο. Προσπάθησαν επίσης  να  ερμηνεύσουν την  καταγωγή  της κοινωνίας με τους φυσικούς και τους βιολογικούς νόμους. Όμως κανένας φυσικός ή βιολογικός νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύσει την καταγωγή των θεσμών, που είναι ένα καινούργιο φαινόμενο μέσα στο δημιουργημένο σύμπαν. Κανένας φυσικός και βιολογικός νόμος δεν απαντά στα ερωτήματα: Γιατί οι Εβραίοι δημιούργησαν τον μονοθεϊσμό; Γιατί οι Έλληνες δημιούργησαν τις δημοκρατικές πόλεις; Γιατί η Δύση δημιούργησε τον καπιταλισμό;
Για να συλλάβουμε την ύπαρξη της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς επίσης τις αλλαγές της μέσα στον χρόνο αλλά και τις διαφορές της μέσα στον χώρο, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτές οι ίδιες οι ανθρώπινες κοινότητας διαθέτουν μιαν χωρίς προηγούμενο δημιουργική ικανότητα. Αυτή τη δημιουργική ικανότητα μπορούμε να την ονομάσουμε: κοινωνικό φαντασιακό.
Το κοινωνικό φαντασιακό είναι η πηγή των θεσμών που ρυθμίζουν και οργανώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Αυτό επίσης δημιουργεί κάτι πολύ σημαντικό: τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες.
Οι   φαντασιακές   κοινωνικές   σημασίες   καθορίζουν   τις   αξίες   μιας κοινωνίας, δηλαδή καθορίζουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι αληθές και τι ψευδές, τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Οι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες δίνουν νόημα στη ζωή των ατόμων και, τελικά, δίνουν νόημα ακόμη  και  στον  θάνατο  τους.  Το  κοινωνικό  φαντασιακό  δεν  είναι σταθερό και αμετάβλητο. Αλλάζει. Και οι αλλαγές του δηλώνουν την ύπαρξη αλλαγών στην κοινωνία, το γεγονός δηλαδή ότι υπάρχει ιστορία της ανθρωπότητας. Το κοινωνικό φαντασιακό, άπαξ και δημιούργησε τους θεσμούς, μπορεί είτε να παραμείνει κατά κάποιον τρόπο σε λήθαργο (έτσι συμβαίνει στις πρωτόγονες, τις αρχαϊκές, τις παραδοσιακές κοινωνίες),  είτε   να   προκαλέσει  αλλαγές λιγότερο   ή   περισσότερο γρήγορες  (έτσι  συμβαίνει  στην  εποχή  μας,  η  οποία  γνωρίζει  έναν γρήγορο ρυθμό από ιστορικές μεταβολές, ανήκουστο στην μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας).

ΙΙΙ. Δημιουργία
Οι φιλόσοφοι έχουν αναρωτηθεί: Γιατί να υπάρχει κάτι ενώ θα μπορούσε να μην υπάρχει τίποτα. Το ερώτημα αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει απάντηση. Ίσως μάλιστα να μην έχει καν νόημα. Υπάρχει όμως ένα άλλο ερώτημα που μας βασανίζει και δεν μπορεί παρά να μας βασανίζει: Πώς γίνεται και υπάρχει μια τέτοια πολυμορφία πραγμάτων; Και φυσικά δεν εννοώ μόνον την ποσοτική πολυμορφία. Πώς γίνεται και υπάρχει αυτή η απέραντη ποικιλία μορφών, από τη μη έμβια φύση, μέχρι τις πολυάριθμες ακαθόριστες μορφές ζωής, ακόμη και μέχρι τις μορφές που ακατάπαυστα η ανθρώπινη ιστορία παράγει και δημιουργεί; Έχει υποστηριχθεί ότι η δημιουργία είναι θεία πράξη. Δεν είναι θεία πράξη. Η δημιουργία είναι αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει το ον. Κάθε ον. Το παν υπόκειται συνεχώς σε αλλαγή και αναδημιουργία. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως ό,τι παρουσιάζεται μπροστά μας είναι μια ατέρμων επανάληψη της ίδιας μορφής, διότι αμέσως ανακύπτει το ερώτημα: Μήπως, κάθε τι είναι καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τις μορφές που έχουν ήδη υπάρξει από καταβολής χρόνου; Είναι όμως σαφές ότι υπάρχει ένας αληθινός χρόνος, ο χρόνος της μεταβολής. Και αληθινή μεταβολή είναι η ανάδυση νέων μορφών.
Τα φαινόμενα, τα οποία παρατηρούμε μπροστά μας, προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε μέσα από τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Αυτές οι ερμηνείες είναι ασφαλώς πολύτιμες αλλά  είναι  πάντα  μερικές. Γιατί; Διότι έχουν σημασία μόνον στις περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα επαναλαμβάνονται (οι ίδιες αιτίες δίνουν τα ίδια αποτελέσματα), αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάδυση νέων μορφών.
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση της ζωής. Η βιολογία μας λέει ότι σε μιαν ορισμένη στιγμή, μέσα στον «πρωταρχικό χυλό» που υπήρχε στη γη, ένας μεγάλος αριθμός μορίων συνενώθηκε τυχαία και, στη συνέχεια, κάτω από  ευνοϊκές συνθήκες  -θερμοκρασίας, ακτινοβολίας, πίεσης- αναδύθηκαν μορφές ζωής. Αυτή όμως η απάντηση δεν στέκει. Γιατί; Διότι μια μορφή ζωής είναι κάτι άλλο από μιαν απλή συνένωση μορίων. Επί πλέον, πρόκειται για μια σύνεση μορίων τελείως ιδιαίτερη ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων που θα μπορούσαν να συντεθούν. Είναι μια συνένωση που κατορθώνει να οργανώνεται, να συντηρείται, να αναπαράγεται. Το ίδιο ισχύει, με τρόπο πολύ πιο πυκνό και έντονο, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η Ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα συνδυασμού ίδιων στοιχείων. Η Ιστορία είναι δημιουργία νέων στοιχείων. Είναι δημιουργία της μουσικής, της ζωγραφικής, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας. Και φυσικά δεν  μπορούμε  να  εξηγήσουμε με  τη  σχέση  αιτίας-αποτελέσματος  τη μουσική του Μπαχ ή του Μπετόβεν. Αυτή η μουσική είναι μεγάλη, διότι είναι πρωτότυπη. Και λέγοντας πρωτότυπη, σημαίνει ότι ακριβώς δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε.

IV. Αυτονομία
Υπάρχει ανθρώπινη ελευθερία και σε τι συνίσταται; Ελευθερία δεν σημαίνει να κάνουμε ό,τι μας κατεβαίνει στο κεφάλι, ούτε, όπως νόμιζαν ορισμένοι φιλόσοφοι, να δρούμε χωρίς κίνητρα. Ελευθερία σημαίνει κατ' αρχάς να έχουμε διαύγεια απέναντι, σ' αυτό που σκεφτόμαστε και σ' αυτό που κάνουμε. Μπορούμε όμως να είμαστε ελεύθεροι,, όταν ζούμε σε μια κοινωνία  και  κάτω  από  τον  κοινωνικό  νόμο;  Θα  διατυπώσω  την απάντηση ως εξής: Μπορώ να είμαι ελεύθερος, εφόσον συμμετέχω στη διαμόρφωση αυτού του νόμου, εφόσον αποφασίζω ισότιμα μαζί με τους άλλους για τη δημιουργία αυτού του νόμου και, τέλος, εφόσον είμαι σύμφωνος με τον τρόπο που ο νόμος αυτός θεσμίστηκε. Για πολύ μεγάλο διάστημα οι ανθρώπινες κοινωνίες πίστευαν ότι τους νόμους και  τους θεσμούς τους δεν τους είχαν δημιουργήσει οι ίδιες. Αλλά τότε ποιος; Οι θεοί, ο Θεός, οι πρόγονοι. Σε τέτοιες συνθήκες αυτοί οι νόμοι και οι θεσμοί προφανώς θεωρούνται ιεροί. Αδύνατον να τους αμφισβητήσει κανείς. Πώς είναι δυνατόν να πω ότι ο νόμος που τον έχει δώσει ο Θεός (αν ο Θεός είναι η πηγή κάθε δικαίου) είναι άδικος;
Σε μιαν τέτοια κοινωνία, που θα την αποκαλέσουμε ετερόνομη -επειδή είναι υπόδουλη στους δικούς της θεσμούς-, τα ίδια τα άτομα είναι ετερόνομα. Δεν μπορούν να σκεφτούν μόνα τους, εκτός από τελείως τετριμμένα και δευτερεύοντα θέματα. Δεν μπορούν να ελέγξουν κριτικά τη συμπεριφορά τους. Δεν μπορούν να κρίνουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι αληθές και τι ψευδές. Αυτή ήταν η μοίρα της κοινωνίας επί χιλιετίες.
Κάποια στιγμή όμως έγινε μια ιστορική ρήξη, η οποία άλλαξε την κατάσταση των πραγμάτων. Η ρήξη αυτή παρατηρείται για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελλάδα (στις πόλεις που δημιούργησαν τη δημοκρατία και τη  φιλοσοφία) και μετά, αφού μεσολάβησαν είκοσι αιώνες έκλειψης, ξαναξεκίνησε για δεύτερη φορά στη Δυτική Ευρώπη (με  την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, το μεγάλο δημοκρατικό κίνημα χειραφέτησης, το εργατικό κίνημα κ.λπ.). Αυτά τα κινήματα -με το πρόταγμα της  αυτονομίας- δημιούργησαν τις κάποιες ελευθερίες που διαθέτει η κοινωνία, στην οποία ζούμε. Όμως το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο έφθασε στο κορύφωμα του ανάμεσα στο 1750 και το 1950, επί του παρόντος μοιάζει να είναι εξουδετερωμένο. Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία, στην οποία η απάθεια, ο κυνισμός και η ανευθυνότητα ολοένα επεκτείνονται. Το κίνημα της αυτονομίας πρέπει να ξαναξεκινήσει και  να προσπαθήσει να εγκαθιδρύσει μιαν αληθινή δημοκρατία. Μια δημοκρατία όπου όλοι θα συμμετέχουν στη ρύθμιση και τον καθορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Και αυτό είναι το μόνο πολιτικό πρόταγμα, για το οποίο αξίζει τον κόπο να εργαστούμε και να αγωνιστούμε.




*  Τέσσερις λέξεις: Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία. Τέσσερις έννοιες-κλειδιά στο έργο του Κορνηλίου Καστοριάδη. Αυτές τις τέσσερις λέξεις τις «παρουσίασε» ο ίδιος στη γαλλική τηλεόραση -στην καθημερινή εκπομπή Inventer Domain του δημοσίου και με εκπαιδευτικό χαρακτήρα σταθμού La Cinquicnic-, σε τέσσερις συνεχείς ημέρες (2,3,4,5.12.1996). Τέσσερις λέξεις, τέσσερις εκπομπές διάρκειας τεσσάρων λεπτών κάθε μία' κάθε εκπομπή για μία λέξη. Αυτό εδώ το κείμενο είναι η μετάφραση, με ελάχιστες συντομεύσεις, των τεσσάρων εκπομπών.