Πέμπτη, Δεκέμβριος 17, 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ







Στη πολυθρόνα

Ξύπνησα βαθιά μέσα
σε μια πολυθρόνα
και μπροστά σε μια θάλασσα
Όπου κανείς
Μόνη κίνηση
το βλέμμα επάνω στα κύματα
όπου πήγαιναν
Έτσι έμεινα
Καλοκαίρια αθέατος
Και χειμώνες ολόκληρους
Κάπως έτσι γέρασα
Γιατί ποτέ δεν σηκώθηκα...

Για να αγαπήσεις τη γραφή του Γιάννη Βαρβέρη θα πρέπει να ανήκεις σε μια ξεχωριστή συντροφιά, σε μια ιδιαίτερη ‘παρέα’. Καθόλου ελιτίστικη, απλά επιλεγμένη. Καθόλου σνομπ, απλά κατασταλαγμένη για τον ορισμό του έντεχνου, του ακριβού, του σπάνιου. Καθόλου απρόσιτη, απλά δυσπρόσιτη και γι’αυτό ατίμητη. Τα τελευταία χρόνια γνώρισα τον σπουδαίο Έλληνα ποιητή της αργολίκνιστης θέασης της ζωής από ένα πρίσμα ατομικό αλλά και μαζί συντροφικό, προσωπικό και γι’αυτό αληθινό, μοναχικό αλλά όχι ερημικό. Και κείνο που αγάπησα περισσότερο σε κείνον, δεν το κρύβω, ήταν και το μαχαίρι που μπήγει στις δικές του πληγές, όχι όπως ο εξαίσιος Αλεξανδρινός που τον έχει επηρεάσει αλλά με ένταση, με ειρωνεία αποδομητική, με χλεύη…

Τελικά θα μπορούσα να είμαι
η γυναίκα μου
λόγω συμφωνίας χαρακτήρων
να με είχα παντρευτεί
με ωραία φωνή την οποία
και ακούω ευκρινέστατα.
Ευγενέστατος δε
και μαζί ευσυγκίνητος.
Τι λουλούδια θα μου 'κοβα.
Με λουλούδια θα μ' έκοβα
και με λόγια που εγώ θα περίμενα.
Και θα ήξερα εγώ
μέχρι πότε να δίσταζα, με τι νάζια
ώστε ποτέ να μη με χάσω.

Και ακόμη με συγκλονίζει αυτή η απόστατη κι όμως τόσο απλή και σχεδόν… καθημερινή συμ-παρουσία του θανάτου, των ίδιων των νεκρών που έρχονται, υπάρχουν, ενώνουν τούτο τον κόσμο με τον άλλο και πάλι δεν αποπνέουν την μακάβρια αίσθηση του νεκροταφείου αλλά την διατύπωση της ξεκάθαρης αλήθειας τους. Κάποτε υπήρξαν άρα πάντα θα υπάρχουν… αλλά και η αίσθηση, η ψευδαίσθηση, η συναίσθηση της πραγματικότητας του νεκρού, του πένθιμου, του νεκρώσιμου

Τι εφιάλτης κι αυτός
ενώ αγόρευα ο καλός σου
από την πολυθρόνα γλίστρησε
ο αγκώνας μου στον αέρα
ή μήπως είχα πεθάνει;

Αλλά και αυτό το… θανατηφόρο χιούμορ…

Αν έρθετε στην κηδεία μου
θα'ρθω κι εγώ στη δική σας.

Φυσικά Βαρβέρης δεν είναι μονάχα το άχθος της ζωής και η γειτνίαση με το θανατικό αλλά και κείνη η φοβερή ματιά, η διεισδυτική ερωτική και αποκαθηλωτική ματιά, η έγχυση του παιγνιώδους αλλά και του γελοίου στο κάθε τι που δεν ρυπαίνεται αλλά απλά εξοικειώνεται. Δεν θέλω από αυτή τη στήλη να παραθέσω αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, εργογραφία, βραβεύσεις, κλπ. Μέσα από το Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει σήμερα ό,τι θέλει και αν όχι έτσι, υπάρχουν ακόμη τα καλά βιβλιοπωλεία που έχουν όλο το έργο του. Κείνο που θέλω είναι να παραθέσω μερικούς στίχους του που αγαπώ πολύ και να πω ακόμη πως με τον Γιάννη Βαρβέρη, κι ας μην έχουμε συναντηθεί ποτέ, μας συνδέει κάτι πολύ δυνατό και ανώλεθρο. Ένας έρωτας βαθύς για μια ιδιαίτερη όψη της ζωής που δεν είναι εύκολο να την αναγνώσεις ούτε και να την αποδεχθείς ακόμη κι αν την αντιληφθείς. Ένα ένδυμα σπάνιο, όχι πολύχρωμο, ακριβό όμως και φροντισμένο ιδιαίτερα, κομμένο και ραμμένο από ένα πολύ μεγάλο μάστορα που δεν φείδεται σκληρόητας η ματιά του αλλά και που ξέρεις πως η ξεκούραση δεν είναι ένα απλό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο ανούσιες δράσεις αλλά μια πνευματική Πραλάγια έως ότου ξεκινήσει ο Μπράχμα να εκπνέει και πάλι…


ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ


Αυτές οι νότες
που σας στέλνω
με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα
μα κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυο
ως κάτω στο βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανείου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας

διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική·
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.

Το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού

-------------------------------

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
μια πλήξη πια, υγιείς εμείς
μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.
Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:
έχουμε τόσα
που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.
Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
μας παραδίδονται αφειδώς
γιατί το σφρίγος πάντοτε
ποθούσε τη σοφία.
Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Αυτό μονάχα μας παρηγορεί

Παρασκευή, Δεκέμβριος 11, 2009



Αυτές τις ρίζες
που τις χυμώνει η οίηση
ενός μολυσμένου χώματος
που τις ξεπλένει ένας ποταμός
άρρωστης φωτιάς
δεν τις χρειάζομαι άλλο

τα χέρια μου έχουν πληγές
και δεν τολμώ
ν’ αγγίξω το σώμα μου
η σκέψη μου έχει ζοφερές νεοπλασίες
και αρνείται να τις απορρίψει

δηλητηριάστηκα…

αν σε κοίταξα τόσο βαθιά
και πρόσβαλα το πυρήνα σου
δεν ήταν γιατί ζήλεψα τα φτερά σου
αλλά γιατί δρόσισες για λίγο τα δικά μου
και ξεχάστηκα…

Δεκ 2009

Πέμπτη, Δεκέμβριος 10, 2009




...The lunatic is in the hall
The lunatics are in my hall
The paper holds their folded faces to the floor
And every day the paper boy brings more

And if the dam breaks open many years too soon
And if there is no room upon the hill
And if your head explodes with dark forebodings too
I'll see you on the dark side of the moon...



[Pink Floyd, Brain Damage]

Δευτέρα, Δεκέμβριος 07, 2009




Ξένε
με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ' άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις εν' άστρο κόκκινο μεσ' το κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χαθήκαν
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χαθήκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μεσ' την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλι
αν τ' αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

(Μίλτος Σαχτούρης)

Κυριακή, Νοέμβριος 29, 2009





Τι μας έδωσε ο χρόνος;


μας πήρε σάρκα για να μας δώσει γνώση,
μας πήρε αίμα για να μας δώσει συνειδητότητα,
μας πήρε όνειρα για να μας δώσει φόβο…

για να μας προσφέρει μια στάλα όρασης
μας γέμισε ρυτιδιασμένα βλέφαρα
για να μας δώσει μια σταγόνα ομορφιάς
μας κέρασε αλλοιωμένα κορμιά
για να μας επιστρέψει μια αχτίδα ελπίδας
μας έπνιξε σ’ένα ωκεανό απόγνωσης…



τι μας έδωσε ο χρόνος


όχι ό,τι δεν είχαμε
ό,τι δεν ζητήσαμε
όχι ό,τι δεν θελήσαμε
ό,τι δεν ευχηθήκαμε

κουρασμένα χέρια
που κρατούν άλλα κουρασμένα χέρια
ακυρωμένα ταξίδια
κρύους, λερωμένους τοίχους
με ξεθωριασμένα ‘σ’αγαπώ’…

τι μας έδωσε ο χρόνος
που κιόλας δεν είχαμε;…


19/09/2005

Σάββατο, Νοέμβριος 21, 2009





Απλώς αυτό…

Το να δεσμεύεις αχτίδες απ’τον ήλιο
Είναι η πιο σιχαμερή κλεψιά

Δεν είναι για εσένα το αμαυρωμένο παρελθόν
Αλλά έχεις ένα μέλλον να εκπορνεύσεις
Ό,τι κι αν πω
Ό,τι κι αν σου πω
Εσύ θα εκδίδεσαι
Όχι από ανάγκη πια
Από ηδονή…

Απλώς αυτό…

Σε σένα ήρθα κάποτε
Και βρήκα τη πόρτα κλειστή
Όχι το άδειο σου βλέμμα
Δεν σε κοίταξα
Δεν πρόλαβα να σε ληστέψω
Να σε χαράξω, να σε αρπάξω απ’τις ενοχές σου
Να σε σκοτώσω με τα όπλα που μου έδωσες
Τόσο γενναιόδωρα
Όσο με αγαπούσες
Όχι, δεν πρόλαβα
Τίποτα να πω
Πίσω απ’τη κλειστή σου πόρτα…

Απλώς αυτό…

Έλεγες πως δεν υπάρχεις
Όχι αληθινά
Έλεγες πως δε θα με ενοχλείς
Όχι στ’αλήθεια
Έλεγες πως δεν θα με επινοήσεις
Όχι αν δεν υπάρχει κάποιος λόγος σοβαρός

Τι άλλαξε;

Απλώς αυτό…

Παιδιά
Παιδιά παντού ολόγυρα
Ένα χαμόγελο κρεμασμένο
Σ’ένα άδειο πρόσωπο
Ένα βλέμμα σκοτωμένο
Απ’το αλκοόλ της θλίψης
Ένα μαχαίρι στο τραπέζι
Που έκοψε κάποιες φλέβες
Πριν λίγες ώρες

Μεγάλε ήλιε
Έχεις δύσει πια
Κι αν φωτίζεις ακόμη
Είναι από ελεεινή φιλαυτία

Απλώς αυτό…

Σε ξεσκεπάζω
Να αποκαλύψω θέλω
Τα κάλλη σου εμπρός μου
Κι εσύ δεν είσαι εδώ
Έχεις αφήσει
Ένα περίεργο αποτύπωμα
Στο μπεζ σεντόνι
Όχι σαν αίμα
Μοιάζει σαν σκοτωμένο χάδι
Στοιχειωμένο κιόλας
Άσαρκο ρετάλι
Ενός ωραίου γάμου

Μην μου το αφήνεις άλλο
Δίπλα μου
Σε παρακαλώ
Με ξελογιάζει
Και με έχει δέσμιο…

Απλώς αυτό…

Ένας δρόμος
Ήταν μονάχα ένας δρόμος
Είχε κόστος να τον περπατήσεις
Αλλά δεν είχε αδιέξοδα

Μονάχα λίγο μόχθο
Να αντέχεις
Να ανέχεσαι
Να προχωράς
Να σηκώνεσαι

Ένας δρόμος
Και στο πρώτο βήμα του
Έκανες πίσω

Στο πουθενά…

Απλώς αυτό…

Παντού γύρω μου
Ένα κουρασμένο τοπίο
Όμως εγώ χαμογελάω
Και θέλω τούτο να το εκτιμήσεις

Εάν μπορούσαμε λοιπόν
Να φιληθούμε ακόμη μια φορά
Στις διασταυρώσεις δρόμων με περίεργα ονόματα
Για να τους θυμόμαστε πάντα
Και μαζί τη γεύση απ΄τα ανυπόμονα χείλη

Απλώς αυτό…

Θαύμαζες κάποτε
Την απερισκεψία των ανθρώπων
Να μη μεταβολίζουν την ενέργεια σε σκέψη
Αλλά τη ζωή σε επιβίωση
Λες και η ύπαρξη είναι πράξη αντίστασης
Λες και ο θάνατος είναι κάτι που προηγείται του τέλους
Έτσι πίστευες
Και ένιωθες την ανάγκη
Στην μέγιστη συνέπειά σου
Να είσαι κι εσύ ασυνεπής
Με το θάνατό σου…

Απλώς αυτό…

Δεν τελειώνουν οι λέξεις
Δεν εξαντλούνται οι ματιές
Όσο είσαι εκεί θα σε βλέπω
Όσο είμαι εδώ θα με αγγίζεις
Όσο θα αντέχουμε θα πληρώνουμε

Δεν τελειώνουν τα απογεύματα
Τα μοναχικά πρωινά
Δεν μας προσπερνά τίποτε
Που δεν το επιτρέπουμε

Απλώς αυτό…

Έστω κι αν νόμιζες πως το ήξερες
Το όνομά μου σου έμεινε κρυφό
Κι εγώ δεν έμαθα ποτέ
Το αληθινό σου όνομα

Συναντηθήκαμε γνωστοί
Και χωρίσαμε ξένοι…

Απλώς αυτό…

Είδα χθες
Ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
Σαν ψεύτικο ήταν
Έτσι όπως έλιωνε ο ήλιος
Πάνω στον ορίζοντα
Νόμιζες πως ήταν η αιώνια λάβα
Που ξεχύθηκε από το πουθενά
Για να σαρκώσει ένα νέο σύμπαν

Ένα καλούπι νέο
Ένας κόσμος καινός

Και είχα την αίσθηση
Πως ξαναγεννιέμαι
Από το λιωμένο παρελθόν μου
Από το διάπυρο παρόν μου

Σε κάτι που πάλι αύριο
Χθες θα είναι

Απλώς αυτό…


Δεκ 2006

Πέμπτη, Νοέμβριος 19, 2009



Είμαι στ’αλήθεια εγώ ή μήπως κάποιος άλλος που προσποιείται ότι είναι… εγώ;

[1]

Το πρόβλημα με τις ανθρώπινες σχέσεις όσο περνάει ο χρόνος –προϊόντος του χρόνου το λένε οι σπουδαγμένοι- είναι ότι σε αναγκάζει αυτός ο άτιμος γενειοφόρος γέρων να τα επαναπροσδιορίσεις όλα.

Και όταν λέμε όλα, το εννοούμε.

Όλα!

Ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ, που λέει και το τραγούδι.

Ποιος ήμουν όταν κίνησα, ποιος είμαι τώρα, ποιος θα είμαι αύριο σαν ξημερώσει με το καλό και με την αριθμητική τα πηγαίνω καλά κι έχω δυο χέρια, δυο πόδια και ένα κεφάλι που στέκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το χώμα και ακριβώς στη μέση πάνω από τους ώμους μου.

Δεν είναι φόβητρο ο χρόνος … φόβητρο είμαστε εμείς και όλα αυτά που γεννιούνται μέσα μας κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή.

Πώς να τα μαζέψεις όλα αυτά, πώς να τα οργανώσεις, να τα βάλεις σε μια σειρά, όπως τα βιβλία στη προθήκη, τακτοποιημένα ωραία ωραία, ανά κατηγορία, θέμα, περιεχόμενο, συγγραφέα;

Πώς να μαζέψεις τον εαυτό σου, τους εαυτούς σου, τα χιλιάδες σύμπαντα που περιέχεις, που δεν ήξερες ότι τα περιέχεις αλλά πίστευες – ω αφελή!- ότι ήσουν απλά ένα μετέωρο, ένα θραύσμα, μια πιστολιά στον αέρα της Δημιουργίας;

Πώς να αποδεχθείς όλα τούτα που αισθάνεσαι, πώς να αποδεχθείς ότι αισθάνεσαι τόσα πολλά, τόσο αντιφατικά, τόσο περίεργα και εξωφρενικά;

Πώς γεννήθηκαν όλα αυτά τα τέρατα μέσα σου;

Πώς χώρεσαν;

Και πώς συμβιώνουν μεταξύ τους;

Η αλήθεια κε Γουώτσον, η προφανής και κρυστάλλινη αλήθεια, καθώς θα έλεγε ο μέγας Σέρλοκ Χολμς. Η αλήθεια που μας διαφεύγει, που επιμένει να μας ξεγελάει, να μας κοροιδεύει, να χασκογελάει με θράσος μπροστά μας.

Όπως και ο χρόνος, ο παππούς που λέγαμε.

Ο χρόνος γεννάει όλα αυτά τα τέρατα.

Και ο χρόνος γεννάει και την αλήθεια.

Ή μάλλον, την αποκαλύπτει.

Δεν είμαστε ανεύθυνοι για όλες τούτες τις τερατογενέσεις, δεν είμαστε ανεύθυνοι για την σκιά τους, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών –καθώς θα έλεγαν πάλι οι περισπούδαστοι- για την ολέθρια δράση τους στον ψυχικό μας κόσμο.

Και ο φόβος;

Ο φόβος είναι ένας καλός σύμμαχος.

Θολώνει το μυαλό, παραλύει τα μπράτσα και τα γόνατα, σφαλίζει τα χείλη, παγώνει την κόλαση που βράζει μέσα μας, όλα καλά και όλα ωραία.

Όταν φοβάσαι δεν έχεις πρόβλημα. Κρύβεσαι, μαζεύεσαι στην γνωστή στάση εμβρύου και δεν σε αγγίζει τίποτα.

Όταν δεν φοβάσαι είναι το πρόβλημα.

Γιατί όταν δεν φοβάσαι όλα είναι ανοιχτά, επικίνδυνα, απρόσμενα, απρόβλεπτα, ρευστά…

Όταν δεν φοβάσαι ξανοίγεσαι στα άγνωστα πελάγη του εαυτού σου και όποιον πάρει ο Χάρος!

Και ο Χάρος παίρνει συνήθως εσένα!

Και μαζί με την άγνοια φόβου, υπάρχει και η άγνοια δράσης.

Γιατί μονάχα όσοι δεν φοβούνται ερωτεύονται, όσοι δεν φοβούνται αγαπούν.

Μόλις συνειδητοποιήσεις τι έχεις κάνει, παύεις να εκτίθεσαι, συρρικνώνεσαι, οπισθοχωρείς όπως ο Ναπολέων στο Βατερλώ, το βάζεις στα πόδια –εις μάτην.

Μόλις συνειδητοποιήσεις ότι μπορείς να αγαπάς, ότι είσαι ικανός να αγαπάς, έρχεται η πρώτη κρίση πανικού.

Η αγάπη σε πετάει στο αρχιπέλαγος του εαυτού σου και βγάλτα πέρα μόνος σου.

Ωραία η αλμύρα, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, αλλά και με τη γεύση της αρμύρας –καθώς θα έλεγε και ο Γκουζγκούνης ο θεός- στο στόμα δεν παύει το στερέωμα να είναι μουντό, δυσοίωνο, καταθλιπτικό.

Τώρα είναι που νιώθω στο πετσί μου τον ‘πολυμήχανο’ Οδυσσέα που έτρεμε κάθε φορά που ξανοιγόταν ένα μίλι μακριά από τις ακρογιαλιές και δεν είχε καμιά ποιητική διάθεση ανάλογη του Ομήρου, είναι βέβαιο...


[2]

...Τι είναι πιο χαοτικό; Ο εαυτός ή ο κόσμος;

Το ενδον-σύμπαν ή το… outerspace;

Ο λεγόμενος ‘μικρόκοσμος’ ή ο περίφημος ‘μακρόκοσμος’;

Το σπίτι της ψυχής μας ή οι απέραντες πολιτείες του ‘έξω’ κόσμου;

Όταν χάνομαι, χάνομαι στα αμέτρητα διαμερίσματα του εσωτερικού μου σπιτιού, δεν χάνομαι στους δρόμους και στα σοκάκια της ‘εχθρικής’ πόλης που με περικλείει.

Τα πιο αβέβαια βήματα είναι τα βήματα της αναζήτησης του πυρήνα μου και όχι τα βήματα στον επαγγελματικό ή κοινωνικό στίβο που είναι ‘ζούγκλα’ κλπ, κλπ.

Ποιος είπε άλλωστε ότι στη ζούγκλα –της ψεύτρας κοινωνίας δηλ.- είναι χειρότερα απ’ότι μια μέρα αληθινής ενδοσκόπησης, ειλικρινούς καταβύθισης στα θολά ύδατα του ασυνειδήτου;

Τι είναι αυτό που αληθινά μπορεί να σε τρομοκρατήσει σε μια ζούγκλα; Η αδυναμία προσανατολισμού και εξόδου απ’αυτήν. Και η πιθανή συνάντηση με κάποιο μοχθηρό τέρας, κάποιο παμφάγο ερπετό, κάποιο πεινασμένο θηρίο. Όλα αυτά μπορούν να συμβούν φυσικά αν και οι πιθανότητες δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Και μπορείς κάλλιστα να διέλθεις την ζούγκλα ή και να διαβιώσεις εντός της με σχετική ασφάλεια. Αρκεί να διαχειριστείς τον πανικό σου και να οργανώσεις τον εαυτό σου. Οργανώνεσαι εσωτερικά και αντιμετωπίζεις τα εξωτερικά.

Τι συμβαίνει αντίστοιχα με την ένδον ζούγκλα; Είναι μια ζούγκλα άγνωστη, σκοτεινή, απέραντη, ασύνορη και μοιάζει περισσότερο με μια ζοφερή, άγρια θάλασσα. Το τι θα συναντήσεις, το τι θα αντιμετωπίσεις και αν θα καταφέρεις να επιστρέψεις σώος και αρτιμελής είναι εντελώς αβέβαιο. Ούτε σημεία προσανατολισμού υπάρχουν για να πιαστείς, ούτε καν ο ουράνιος θόλος με τα αστέρια του για να βρεις ένα ρημαδο-Βορρά και να τον ακολουθήσεις. Complete Chaos! Δεν μπορείς να οργανωθείς εσωτερικά για να αντιμετωπίσεις τα… εσωτερικά. Και όλα αυτά μονάχα σε μια μέρα ενδοσκόπησης!

Κι όμως, έχω νομίζω την λύση στο ακανθώδες αυτό αίνιγμα, στο αγωνιώδες και… αλγώδες αυτό ζήτημα. Και το μυστικό είναι… ο μίτος της Αριάδνης και ο καλός μύθος του Μινώταυρου. Ναι, εκεί είναι το μυστικό. Και το ρόλο του μίτου στην περίπτωσή μας, του σωτηρίου νήματος δηλαδή που θα μας συνδέσει με την έξοδο –και είσοδο μαζί- του λαβύρινθού μας, θα τον αναλάβει μια λέξη–κλειδί, μια φράση-κλειδί, πιθανώς μια εικόνα-κλειδί. Την στιγμή που θα βρισκόμαστε χαμένοι στο εσωτερικό μας διάστημα και αγωνιούντες και απελπισμένοι θα αναζητούμε την διέξοδο, με την επίκληση αυτής της λέξης, φράσης ή με την ανάσυρση αυτής της εικόνας, αμέσως θα επιστρέψουμε στα… ρηχά, ή στην έξοδο του τούνελ, του λαβυρίνθου και θα αντικρίσουμε ξανά το ευλογημένο φως του… έξω κόσμου, ούτως ειπείν της καθημερινότητας, της απλοϊκής επανάληψης των ίδιων και ίδιων καταστάσεων καθ’ εκάστην κλπ, κλπ.

Το όλο πράγμα απαιτεί απλώς ολίγη προπόνηση και μια διάθεση παιγνιώδη θα έλεγα. Κι όπως ο αμύητος στα μυστικά της κολύμβησης πρώτα επιχειρεί να δροσίσει τα πόδια του στα ρηχά, μετά ξεθαρρεύει και βυθίζει όλο του το σώμα και σιγά σιγά μαθαίνει –πίνοντας και αρκετές γουλιές ύδατος- να χρησιμοποιεί πόδια και χέρια κατά τον ορθό τρόπο ώστε να μην βουλιάζει αλλά να διασχίζει ως δελφίνι με χάρη και αυτοπεποίθηση τα νερά, έτσι και ο αμύητος στα της ενδοσκόπησης πρέπει να πράξει. Γιατί η βύθιση στον εαυτό, η περιπλάνηση στα σκοτεινά δωμάτια της ψυχής είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Συναρπαστικό ίσως, αλλά επικίνδυνο. Και η εισχώρηση στον απέραντο και επικίνδυνο αυτό κόσμο θα πρέπει να γίνει με μέθοδο, σύνεση και πρόγραμμα. Και βέβαια, αργά και ήρεμα. Δεν μπορείς να εξερευνήσεις τα της ψυχής σου όταν είσαι οργισμένος, αγχωμένος, εκνευρισμένος ή τεθλιμμένος. Ακόμα και ένα χαμένο νόμισμα ή αναπτήρα δεν μπορείς να βρεις όταν τον αναζητάς με άγχος και ανυπομονησία. Στην αναζήτηση, στην εκζήτηση, στην αναδίφηση και στην ανασκαφή, χρειάζεται ηρεμία, υπομονή, μέθοδος και προγραμματισμός. Και βέβαια πειθαρχία. Ίσως γι’αυτό οι Γερμανοί είναι οι καλύτεροι αρχαιολόγοι του κόσμου. Γιατί συγκεντρώνουν όλες αυτές τις αρετές που για μας τους Έλληνες είναι σπάνιες. Αλλά ας επιστρέψω στα του λαβυρίνθου που με ενδιαφέρουν πολύ.

Είναι γνωστό ότι ο Λαβύρινθος είναι από τα σπουδαιότερα ψυχολογικά σύμβολα και ταυτόχρονα, από τους πανάρχαιους χρόνους, ένα άριστο αποτύπωμα ολόκληρου του σύμπαντος. Ο λαβύρινθος συμβολίζει και απεικονίζει τόσο το ένδον όσο και το εξωτερικό σύμπαν. Και ο μύθος του λαβυρίνθου και του Μινώταυρου τι άλλο είναι από την ονειρική –ή διαλογιστική, δηλαδή ενδοσκοπική- κατάδυση του ανθρώπου στα βαθύτερα διαμερίσματα του ασυνειδήτου και την αντιμετώπιση όλων των τεράτων που κρύβονται εκεί καλά και μας απειλούν; Φόβοι, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, απωθημένες συγκρούσεις, ματαιώσεις, απογοητεύσεις, ακυρώσεις, κλπ, κλπ. Νομίζω ότι όλο αυτό το εκρηκτικό υλικό ο Γιουγκ το ονομάζει ‘ψυχικό παράγωγο’ και μοιάζει με την λάβα ενός ηφαιστείου που παραμένει πάντα ενεργό και ενίοτε εκρήγνυται. Και τι συμβαίνει όταν εκρήγνυται;

Είναι δουλειά των ψυχιάτρων από κει και πέρα.

Βλέπουμε ότι οι Έλληνες και μόνον αυτοί, είχαν προηγηθεί του περίφημου Ελβετού ψυχιάτρου κατά 3000 χρόνια και είχαν χαρτογραφήσει όλες αυτές τις χαοτικές εσωτερικές καταστάσεις. Τις είχαν συμπυκνώσει με θαυμάσιο τρόπο στον μύθο του Λαβυρίνθου, του Θησέα και του Μινώταυρου και έδωσαν και την λύση με τον μίτο της Αριάδνης. Ποια είναι η Αριάδνη; Το λογικόν μέρος της ψυχής, ο Λόγος που περιμένει τον Θυμό, το Αστρικό μας σώμα, στο ταξίδι του στο Ασυνείδητο και την επιστροφή του στο Φως. Οι αποκρυφιστές μετά από χίλια χρόνια απεικόνισαν τον μίτο με μια ασημένια κλωστή που συνδέει το αστρικό σώμα με τoν υλικό φορέα όταν αυτό, κατά την διάρκεια του ύπνου –ή κάποιας σοβαρής ασθένειας ή άλλου δυνατού σοκ- αποχωρίζεται το σώμα και ταξιδεύει σε άλλες διαστάσεις. Μοιάζει με τον σωλήνα που συνέδεε τους παλιούς δύτες με την επιφάνεια και τους χορηγούσε οξυγόνο.

Κατά την άποψη ενός αγαπημένου φίλου και αδελφού στην εσωτερική Ατραπό, ο μίτος μπορεί να είναι αυτή καθ’αυτή η επισκοπή, η παρατήρηση, η εποπτεία. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει –και αληθινά ισχύει- όταν η αναζήτηση είναι επιφανειακή, σύντομη, σε ασφαλή και ‘ρηχά νερά’. Είναι σαν να εισέρχεσαι σε ένα σκοτεινό τούνελ. Στην αρχή έχεις πίσω σου την είσοδο και το φως. Όσο προχωράς η είσοδος απομακρύνεται και κάποια στιγμή εξαφανίζεται. Από το σημείο αυτό και μετά η πρόταση του αγαπημένου φίλου, δεν ισχύει, δεν επαρκεί. Η μεθοδολογία, η διαδικασία παρατήρησης, η εποπτεία της αναζήτησης δεν μπορεί πια να αποτελεί κρίκο σύνδεσης με τον Λόγο, με τον Κόσμο, με το Φως της Εγρήγορσης. Από κει και μετά, χρειάζονται άλλα όπλα, άλλες λειτουργίες, ισχυρότερες, ασφαλέστερες, δυναμικότερες.

Όπως και να’χει, ο εσωτερικός μας λαβύρινθος, ένας αρχέγονος, «προϊστορικός» τόπος, γεμάτος με τέρατα αλλά και με απαντήσεις σε χίλια δυο ζητήματα που μας απασχολούν και μας ανισορροπούν, είναι μια από τις δυναμικότερες συμπυκνώσεις και συνθέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Γνωστές είναι και οι Βουδιστικές Μαντάλα άλλωστε που μοιάζουν πολύ με τους γνωστούς μας λαβύρινθους και έχουν πολλούς συμβολισμούς.

Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ. Οι κίνδυνοι πάντα θα υπάρχουν, γιατί όποιος δεν θέλει να ρισκάρει ποτέ και τίποτα, δεν μπορεί και να πάρει τίποτε. Ο δρόμος υπάρχει, η ψυχή περιμένει, το ε ί ν α ι λαχταρά να ενωθεί με το Όλον, η Αλήθεια να αποκαλυφθεί στον ειλικρινή σκαπανέα, στον τολμηρό πιονέρο.

Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.

Το θέμα είναι όμως να αποφασίσει κανείς κάποια στιγμή να αρχίσει.

Μάιος 2006


Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009


Λένε

δε πρέπει να'σαι τόσο ευαίσθητος

μπορεί να σπάσεις

να'σαι σκληρός

να γελάς ακόμη και στη θλίψη

να είσαι ευαίσθητος

σε τίποτε δε θα σε ωφελήσει

να γράφεις ποιήματα

είναι ξεπερασμένο

όπως και κάθε τι

που αντλεί ομορφιά

μόνο απ'τον εαυτό του...


Λένε

δε πρέπει να είσαι τόσο απόμακρος

να είσαι τόσο πια μοναχικός

θα σβήσεις όλο σου το φως

μέσα στη μοναξιά σου

θα πλύνεις όλη τη χαρά σου

με το Απέραντο που'χεις νανούρισμα

να γράφεις για τον έρωτα

είναι επικίνδυνο

όπως και κάθε τι

που αρπάζεται απ'το χρόνο

τη φωτιά

και τη κραυγή...


Λένε

δε πρέπει να αγαπάς τόσο πολύ

τόσο βαθιά

τόσο απόλυτα

μπορεί να συντριφτείς

μπορεί να μην αντέξεις

όλο αυτό το πόνο

δεν είσαι υπεράνθρωπος

δεν είσαι Άτλαντας

στους ώμους σου να σηκώνεις

τόσους αιώνες σκοτεινιάς

να γράφεις για κείνο που έχασες

είναι αυτοκτονία

όπως και κάθε τι

που τρέφεται απ'τα μαστάρια της Νύχτας

που πεθαίνει απ'το σπαραγμό της θύμησης...

4 Σεπ 2000

Πέμπτη, Νοέμβριος 12, 2009

Ταξίδι


Μπήκα στο αρχαίο δάσος

ήσουν κρυμμένη κάπου

και με φώναζες

έψαχνα ανάμεσα στα θεόρατα δέντρα

και απολάμβανα την περιπλάνηση

μα δεν σ'έβλεπα

σ'άκουγα μόνο που με καλούσες δυνατά

και είχε μια όμορφη μουσική η φωνή σου

λες και τη γεννούσε η άρπα

του αδελφού μου Ορφέα


έψαχνα ώρες

μέρες

χρόνια

και χάθηκα στον απέραντό σου κόσμο

ένας ταξιδευτής μονάχος αλλά ευτυχισμένος

που κάποια στιγμή θα σε αντίκριζε

και πια για πάντα μαζί σου θα ατένιζε

τις τροχιές του ήλιου

και της σελήνης τα περάσματα


έψαχνα χρόνια ατέλειωτα

και αιώνες

και δεν παραπονέθηκα ποτέ

που κουρασμένος κάθε βράδυ

έπεφτα μόνος για να κοιμηθώ

και άκουγα μέσα μου τη φωνή σου

γλυκά να τραγουδάει

το σκοπό της ύπαρξης

το δρόμο της ψυχής


έψαξα ενιαυτούς αμέτρητους

κι έφτασα κάποτε σ'ένα ποτάμι ταραγμένο

και άκουσα πάλι να μου λες

να μην φοβηθώ

στην αγκαλιά του να χωθώ

και ν'αφεθώ ελεύθερος στα βάθη του

κι εκεί θα είσαι

και θα με περιμένεις

και η μουσική σου ένα με τη δική μου θα γίνουν

το χτες με το αύριο να ενωθούν

και η αγάπη μας το αιώνιο ταξίδι

που θα μας βγάλει εκεί που λαχταράμε

να ζήσουμε μαζί

σ'ένα μακρινό Γαλαξία

από ευτυχία

και Άπειρο...

Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009


clip_image002

clip_image002[4]

Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009

Παράξενες μέρες μας έχουν γονατίσει
Πάνε να καταστρέψουν
τις πρόσκαιρες χαρές μας.
Να συνεχίσουμε να παίζουμε
ή να βρούμε μια νέα πόλη.
Παράξενα δωμάτια γεμάτα παράξενα μάτια.
Φωνές θα δώσουν το σύνθημα
για το κουρασμένο τέλος τους.
Η οικοδέσποινα χαμογελά,
Οι καλεσμένοι κοιμούνται
κουρασμένοι από τις αμαρτίες.
Ακούστε με να μιλάω για αμαρτία,
και θα καταλάβετε, αυτό είναι.
Παράξενες μέρες μας έχουν βρει,
Και μέσα στις παράξενες ώρες τους
αργοπεθαίνουμε μόνοι.
Σώματα συγχυσμένα,
μνήμες κακομεταχειρισμένες
καθώς από την ημέρα καταφεύγουμε
σε μια παράξενη νύχτα από πέτρα.

(Strange Days, Doors, 1967)

Δευτέρα, Οκτώβριος 26, 2009



...Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δυο στιγμές απόλυτα μοναδικές για τον καθένα μας. Ποτέ δε γίνεται να ζήσουν δυο άνθρωποι την ερωτική τους βίωση με όμοιο τρόπο. Αλλά με όμοιο τρόπο ποτέ δε γίνεται να ζήσουν και τη βίωση του θανάτου...

...Κάθε φορά που ερωτεύονται δυο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύονται δυο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.

Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova...

...'Εξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δυο στοιχεία εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής και ισχυρή βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.

Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου.

Γι'αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δυο όψεις του ίδιου προσώπου...

...Την απόκρυψη και την καταφυγή από τον πανικό φόβο του θανάτου ο άνθρωπος την εβάφτισε θεούς και θρησκείες. Και ζωή μετά θάνατο.

Προπαντός αυτό. Η πίστη στη ζωή μετά θάνατο είναι το σύστημα ανάρτηση, είναι η ραχοκοκαλιά όλων των θρησκειών.

Βρες μου μια θρησκεία, που ο ιδρυτής της να μην εστερέωσε το οικοδόμημα της απάνου στην θεμέλια πέτρα της πίστης για μια ζωή μετά θάνατο, κι εγώ θα σου δείξω πως αυτή η θρησκεία αυτή δεν έχει οπαδό ούτε τον ίδιο τον ιδρυτή της. Δε μιλώ για το Βούδα. Γιατί η νιρβάνα είναι εγκατάλειψη, δεν είναι περηφάνεια.

Με τους θεούς και τις θρησκείες ευρήκαν το δρόμο τους, κι εμπήκαν στο δρόμο τους όλα τα λερωμένα και τ'άπλυτα της ιστορίας.

Ιερατείο, συναγωγή, κατήχηση. (Δε λέω την ωραία λέξη εκκλησία, γιατί είναι ελληνική και δηλώνει τον αγνό και ρωμαλέο δήμο). Το αφιόνι, η παράκρουση, ο φανατισμός. Το θεολογικό μίσος, το odium theologicum. Και από κοντά η δυσειδής μορφή και η δυσώδης σάρκα όλων αυτών των λειτουργημάτων. Το κηφηναριό δηλαδή και η παρασίτιση. Οι ομφαλοσκόποι, οι θεόπτες, οι δαιμονόβλαβοι και οι δαιμονοκρουσμένοι. Και ψηλά, ψηλά, εκεί πια είναι και δεν είναι. Εκεί θα ιδείς τα ινστιτούτα της αμάθειας, και τις λαμπρές ακαδημίες του σκότους. Τις θεολογικές σχολές και την ιερή Σύνοδο...


Ο ΕΛΛΗΝΟΕΛΛΗΝΑΣ

...Οι νεοέλληνες είμαστε ένα γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι, ούτε όνοι, ούτε όνισσες, ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια. Και τα μουλάρια δε γεννούν.

Ότι οι νεοέλληνες είμαστε ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε εβραίοι...

...Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική αϊδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος.

Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του ΟΗΕ σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη.

Δεν είναι τυχαίο που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού... Όχι, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι έλληνες, ονομάζονται έλληνες. Η έρευνά μας έδειξε ότι μόνο έλληνες δεν είναι. Γιατί τους έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.

Φευ, και παπαί, και ουαί, και άλλοί. Φελλάχοι, και παπούας, και βουσμάνοι, και αλήδες...

...Ο Θεοδόσιος εγκρέμισε τους ναούς, έσπασε τα αγάλματα, έκλεισε τα στάδια, τα θέατρα, τα ελληνικά σχολεία. Όλες τις πηγές που ποτίζανε την ελληνική αντίληψη ζωής. Γι αυτό τον εβαφτίσανε Μέγας. Όπως εβαφτίσανε Μέγας και τον προαγωγό του, με τη διπλή σημασία της λέξης, τον Κωνσταντίνο. Τον καίσαρα που έσφαξε τη γυναίκα του και το γιο του. Και τους εβάφτισαν Μέγας, εκείνοι που εβάφτισαν Μέγας και τους Αθανάσιους, τους Βασίλειους, και όσους τέτοιους. Όλοι τους γκρεμιστάδες, παραχαράκτες, αλάριχοι, βάνδαλοι της ελληνικής ιδέας.

Η άλλη φωνή, που λέει ότι τίποτα δεν εσήμαιναν ετούτες οι φρικαλεότητες των χριστιανών κατά των ελλήνων, για όσους δεν εξεφτίσανε σε εβραιοέλληνες αλλά έμειναν ελληνοέλληνες, έρχεται από πολύ μακρυά και την ακούνε λίγοι:

Γιατί τα σπάσαμε τ'αγάλματά των,

γιατί τους διώξαμεν απ'τους ναούς των,

διόλου δεν πέθαναν γι'αυτό οι θεοί.

Καβάφης είναι αυτός, αναγνώστη μου, δεν είναι σαράφης. Ούτε Βούδας, ούτε Κούδας. Και το ποίημα λέγεται Ιωνικόν. Δε λέγεται Χερουβικόν.

Ο κακουργημός και η εξόντωση του κλασικού έλληνα από τον εβραιόφρονα χριστιανό εκράτησε από το Θεοδόσιο ως την αυγούστα Ευδοξία. Ως το 843 που έγινε η επίσημη αναστύλωση των εικόνων.

Η γιορτή της Ορθοδοξίας που γιορτάζεται κάθε χρόνο από τότε, στο έμπα της άνοιξης!, πολύ λαμπρά και με την παρουσία όλης της επιφάνειας του κράτους, ως και οι ξένοι πρεσβευτάδες!, στο θετικό της συμβολίζει το θρίαμβο των χριστιανών. Στο αρνητικό της όμως δηλώνει την τελική κατακρεούργηση κάθε Ελληνικού. Είναι η ταφόπετρα της ελληνικής ιδέας.

Η τελευταία αντίσταση του μετρημένου "έλληνα" στο ασιατικό τέρας ήταν ο Λέων Γ' ο Ίσαυρος. Εξύπνησε ο άνθρωπος ένα πρωί, και είδε το μισό πληθυσμό της χώρας τουρλωτούς παπάδες και παχυμουλαράτους καλόγερους. Τότε, σαν το Χριστό με το φραγγέλιο, σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία. Και τελείωσε με το χαμό του φωτός και το σωσμό του σκότους. Με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ή την ταυτότητα του νεοέλληνα.

Έλληνες λοιπόν το δέρμα. Και εβραίοι στα κόκαλα και στο αίμα, στην καρδιά, στα άντερα και στη χολή. Ιδού το κλειδί, η αιτία, ο λόγος της εθνικής σχιζοφρένειας...


ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ!

...Ο κλασικός κόσμος των ελλήνων είναι σιωπηλή ανάγνωση θανάτου. Όλα τα έργα τους, είτε ωσάν ενεργήματα ζωής είτε ωσάν καταθέσεις στοχασμού, τα διατάζει και τα διοικεί η κατανόηση ότι πεθαίνουν και χάνουνται.

Μη το άλας της απορητικής του θανάτου, ο πολιτισμός των ελλήνων θα'τανε ένα άγαλμα από χαλκό ή μάρμαρο, που θα του'λειπε ο χαλκός ή το μάρμαρο. Gravitas imaginata δηλαδή. Ήγουν ανεμογκάστρι...

...Τότε, μέσα στις πέτρες του όρους, ο Εμπεδοκλής εφώναξε. Και η φωνή του αντήχησε ιαχή. Και γλώσσα θριάμβου:

-Μονάχα όποιος ενίκησε τον εγωισμό του δεν φοβάται θάνατο. Ο φόβος του θανάτου στον άνθρωπο είναι η σκεπασμένη όψη του εγωισμού του. Ο εγωισμός των ανθρώπων κρατά ολοζωής το εγώ τους αποκομμένο από τη διαλεκτική του σμίξη με την ιερή φύση. Όπως το ψάρι που το πέταξες στη στεριά, αποκομμένο από τη θάλασσα, σπαρταράει και φρίσσει. Όμοια και ο άνθρωπος που δεν απόσβεσε τον εγωισμό του, αποκομμένος από την ιερή φύση, μπροστά στο θάνατο σπαρταράει και φρίσσει. Και πεθαίνει αισχρός και ατιμασμένος. Η ζωή μας είναι σωστή πορεία προς το τέλος της, κατά την έννοια ότι είναι συνεχής απόσβεση του εγωισμού μας. Ο εγωισμός στο ηθικό επίπεδο, στην περιοχή δηλαδή της ιστορίας, είναι η μετεξέλιξη εκείνης της ρίζας και της ορμής που στο φυσικό επίπεδο, στην περιοχή δηλαδή της φύσης, την ονομάζουμε ένστικτο αυτοσυντήρησης ή ορμή προς διατήρηση του είδους.

Η εξήγηση που έδωσε ο Εμπεδοκλής στο θάνατο του Διγενή Ακρίτα τον οδήγησε στην πιο μεγάλη αποκάλυψη. Στην ελληνική Αποκάλυψη: Αποκάλυψε, δηλαδή, πως οι ποιητές, η πιο υψηλή σάρκωση του ανθρώπινου είδους, δεν είναι οι φυτουργοί του όντος, αλλά οι ειδωλοποιοί του[1]. Ότι δεν ιδρύουν τα αρχέτυπα, αλλά κατασκευάζουν τα παραδείγματα των αρχετύπων. Οι ποιητές δεν δημιουργούν πράγματα. Κατασκευάζουν τους ίσκιους των πραγμάτων. Αυτό βέβαια δεν αφαιρεί κεραία από την αξία τους. Πάντα τους απέχουν σε τιμή και σε ευγένεια σαράντα χιλιάδες λεύγες από όλους τους άλλους ανθρώπους. Οι αληθινοί ποιητές.

Ωσάν έφτασε σε τούτη την κατανόηση ο Εμπεδοκλής επήδηξε στη μέση το Πετράλωνο. Εστάθηκε ατάραγος στη στάση του φρουρού της πόλης μπροστά στη πιο μεγάλη πύλη. Εκοίταξε κατά την Ανατολή, και είπε δυνατά τα τελευταία λόγια:

- Δε σε στεφανώνω, πολίτη Αισχύλε, γιατί έπλασες τον Προμηθέα Δεσμώτη. Όφειλες ο ίδιος εσύ να πασσαλωθείς στο βράχο του Καύκασου!

- Δε σε στεφανώνω, θείε Πλάτωνα, γιατί ιστόρησες το θάνατο του Σωκράτη. Όφειλες ο ίδιος εσύ να πεθάνεις το θάνατο του Σωκράτη!

- Δε σε στεφανώνω, άρχοντα Σοφοκλή, με στεφάνι δάφνης, γιατί παράστησες το θάνατο του Οιδίποδα στον Κολωνό. Όφειλες ο ίδιος εσύ να πεθάνεις το θάνατο του Οιδίποδα στον Κολωνό!

- Δε σε στεφανώνω, κόμη Σολωμέ, γιατί τραγούδησες με τη δίκαιη λύρα την Εξοδο του Μεσολογγιού. Χρώσταγες ο ίδιος εσύ να πηδήξεις στο χάσμα της Εξόδου. Με το σπαθί του αρχάγγελου στο χέρι να σκίσεις τη νύχτα, και να σφάξεις το σκοτάδι!...

...Το πήδηγμα του Εμπεδοκλή στη μήτρα του Χάους άγγιξε την πιο ανθρώπινη πράξη που έπραξε ο άνθρωπος.

Γιατί; Γιατί εκεί και τότε παίχτηκε στα ζάρια το αρχέτυπο, και όχι το παράδειγμα.

Πως; Το πως μας το άφηκε αίνιγμα και δώρο...


[ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ 'ΓΚΕΜΜΑ', επιλεγμένα αποσπάσματα]

[1]Ο Πλάτων το λέει στην Πολιτεία πως ο ποιητής ειδωλοποιεί είδωλα. Ωστόσο στο προκείμενο, όχι να στοχάζεσαι και να λες αλλά να στοχάζεσαι και να κάνεις, η διαφορά ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον Εμπεδοκλή είναι όση και η διαφορά ανάμεσα στο λόγο και στην πράξη. Ακόμη και ο θάνατος του ίδιου Σωκράτη δεν είναι η περίπτωση του αρχετύπου. Γιατί ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Δεν αυτοκτόνησε. Δεν αχρήστεψε, δηλαδή, την αναγκαιότητα της φύσης για το θάνατο με την αυτοκτονία του. Με το να αυτοκτονήσει, για να προλάβει και να ακυρώσει την αναγκαιότητα της φύσης.


Πέμπτη, Οκτώβριος 15, 2009



Από την ήττα

τίποτε δεν υπάρχει πιο αληθινό…


Στο ξεχέρσωμα του χθες

δεν βρίσκεις σύσκηνο τον εαυτό σου,

στρατιώτης που απέδρασε

από ένα ερειπωμένο στρατόπεδο,

αναρωτιέσαι για την δραστηριότητα

που δεν έγινε δράση,

για την επαναστατικότητα

που δεν έγινε επανάσταση,

για την ορμή

που δεν έγινε πράξη,

για τον έρωτα

που δεν έγινε αγάπη…


Στο συναπάντημα του ακέραιου ονείρου

δεν βρίσκεις συνένοχο το βλέμμα,

προδομένος εραστής που υμνεί μονάχα πια

τον ματωμένο χρόνο,

αναρωτιέσαι για την σάρκα

που δεν έγινε σώμα,

για την διαφορετικότητα

που δεν έγινε διαφορά,

για το άγγιγμα

που δεν έγινε επαφή

για την λέξη

που δεν έγινε λόγος,

για το ψέμα

που δεν έγινε αλήθεια…


Δεν βαφτίζεις το αύριο

ραντίζοντάς το με το χθες…


Απλώθηκες πολύ και χάθηκες

ανοίχτηκες πολύ και τώρα πια δεν κλείνεις

χαράχτηκες βαθιά και τώρα πια αιμορραγείς

όχι για να καταλήξεις οριστικά στο απρόσωπο

αλλά για να αντικρίζεις αδιάκοπα

εκείνο που ήταν να γίνεις

και δεν έγινες ποτέ…


Από την ήττα

τίποτε δεν υπάρχει πιο αληθινό…

-2004-

Κυριακή, Οκτώβριος 11, 2009

Το κελί

Βρέθηκα σε κείνο το σκοτεινό υπόγειο, περπατούσα σε ένα στενό τούνελ κι είχα δύσπνοια. Οι τοίχοι στάζαν απ'την υγρασία, το πάτωμα γεμάτο μικρές λιμνούλες. Το φως ήταν ελάχιστο και αγνοούσα την πηγή του. Ήταν ωστόσο αρκετό για να μπορώ να προχωρώ με κάποια σχετική ασφάλεια. Μα η δύσπνοια χειροτέρευε και άρχιζε να την συνοδεύει σύντομα και ο φόβος.

Τι γύρευα εδώ, τι ήταν εδώ, που θα με οδηγούσε αυτός ο υπόγειος λαβύρινθος;

Ξαφνικά, στα δεξιά μου, το σκηνικό άλλαξε. Μια σειρά από κάγκελα χωμένα αριστερά και δεξιά στους τοίχους έφραζαν το στόμιο κάποιας εισόδου, μιας φυλακής. Πλησίασα περισσότερο. Ο χώρος βρομούσε ξεραμένα ούρα, η δύσπνοιά μου χειροτέρευε και το φως ήταν ακόμη πιο λιγοστό. Όταν τα μάτια μου συνήθισαν, διέκρινα κάποια φιγούρα ανθρώπου πίσω απ'τα κάγκελα. Στην αρχή τρόμαξα μα ύστερα η περιέργεια έγινε πιο ισχυρή και πλησίασα ώσπου ακούμπησα στα κάγκελα. Ναι, υπήρχε ένας άνθρωπος εκεί μέσα, βυθισμένος στο σκοτάδι, καθισμένος σε μια ρυπαρή κουβέρτα στο χώμα, διπλωμένος σχεδόν, ήταν αδύνατο να ξεχωρίσω αν ήταν άντρας ή γυναίκα, νέος ή γέρος. Δεν χρειάστηκε να μιλήσω, μου μίλησε πρώτα αυτό, ό,τι κι αν ήταν. Και όταν άκουσα τη φωνή, με έλουσε κρύος ιδρώτας.

Ήταν η δική μου φωνή!

- Ήρθες λοιπόν! Αλληλούια!, ήταν οι πρώτες λέξεις και τα γόνατά μου έτρεμαν. Ήμουν εγώ που μιλούσα σε μένα; Κάποιο χοντρό αστείο; Κάποια φάρσα;

- Δεν είναι φάρσα!, πήρα την απάντηση. "Αυτός" διάβαζε τη σκέψη μου...

- Ποιος... πήγα να ρωτήσω μα η φράση μου έμεινε μισή. Η φιγούρα σηκώθηκε, στάθηκε όρθια, με πλησίασε. Στο τρεμουλιαστό φως από την άγνωστη πηγή αναγνώρισα με τρόμο... εμένα!

- Πολύ σωστά, είμαι εσύ!, είπε το ομοίωμά μου και με κοίταξε ολόισια στα μάτια. Πήγαινα να χάσω το μυαλό μου, το θέαμα του ειδώλου μου δοκίμαζε το νου μου. Τι στο διάβολο συνέβαινε εδώ πέρα; Που ήμουν; Τι παιγνίδι παιζόταν;

- Ηρέμησε!, με πρόσταξε "εκείνος". Όλα τα ερωτήματα έχουν απαντήσεις. Μα, εσύ δεν ξέρεις να ακούς. Θα μάθεις. Κι εγώ δεν ήξερα, εδώ όμως έμαθα...

Το ομοίωμά μου πλησίασε κι άλλο, ήταν τώρα ακριβώς πίσω απ'τα κάγκελα, μας χώριζαν μόνο αυτά τα σίδερα. Και μπόρεσα να δω τα μάτια του, μέσα στα μάτια του, μπόρεσα να μυρίσω την ανάσα του, να αισθανθώ τους παλμούς του κορμιού του, τις δονήσεις της αύρας του. Λίγο ακόμη και θα σωριαζόμουν λιπόθυμος, η δυσκολία μου να αναπνεύσω είχε προχωρήσει.

- Αναρωτιέσαι τι γυρεύεις εδώ; Πολύ σωστά αναρωτιέσαι. Η μόνη σωστή ερώτηση της ζωής σου!, είπε "αυτό" και άνοιξε το στόμα του να μου χαμογελάσει. Όλα του τα δόντια ήταν χαλασμένα, η μπόχα που αναδύθηκε ήταν αφόρητη.

- Τα δόντια μου είναι σάπια, είπε και δε σταμάτησε να μου τα εκθέτει. Ολόκληρος είμαι σάπιος. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τους νεκρούς... είπε πάλι και άρχισε να γελάει, να τραντάζεται από τα γέλια που προκαλούσαν έναν τρομερό αντίλαλο στο υγρό υπόγειο και οι τοίχοι επέστρεφαν τούτο το βροντώδη σαρκασμό εκατονταπλάσιο.

Έκλεισα τα αυτιά μου με τα χέρια μου, γονάτισα, άρχισα να κλαίω. Σε λίγο τα γέλια σταμάτησαν, σήκωσα το κεφάλι μου, τα κάγκελα είχαν εξαφανιστεί, το ομοίωμά μου στεκόταν λίγο πιο κει και τώρα δε γελούσε πια.

Κατέβασα τα χέρια μου αλλά τώρα ένας φριχτός πονοκέφαλος με σφυροκοπούσε ανελέητα.

Εφιάλτης, ναι, αυτό είναι, ένας ζωντανός, ολοζώντανος εφιάλτης! Θα περάσει, θα τελειώσει, όλοι οι εφιάλτες τελειώνουν!

- Όχι αυτός, πίστεψέ με φιλαράκο μου, όχι ΑΥΤΟΣ!, ήταν η απάντησή του. Γιατί αυτός είναι ο εφιάλτης που έχει αφιερωθεί αποκλειστικά σε σένα. Απαιτήθηκαν τεράστια ποσά ενέργειας για να κατασκευαστεί, μην τα θεωρείς όλα τόσο εύκολα! Απόλαυσέ τον λοιπόν και άκουσε, ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ! με διέταξε και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια.

Δεν το άντεχα τούτο το βλέμμα. Ήταν γεμάτο μια μοχθηρή νοημοσύνη, μια ανεξήγητη παράνοια κι ύστερα τον άκουσα πάλι να μιλάει.

- Κι ό,τι είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου αδελφέ! Δόξα όμως στις Δυνάμεις. Η Ιεραρχία δηλαδή, αυτή το αποφάσισε. Γιατί; Δεν ξέρω ούτε με ενδιαφέρει να μάθω. Κείνο που με διέταξαν είναι να σε φέρω ως εδώ, να μείνεις για λίγο μαζί μου, να σου πω ό,τι είναι να σου πω και μετά... θέλεις να μάθεις τι θα γίνει μετά;

Κούνησα το κεφάλι μου ξεψυχισμένα. Ζαλιζόμουν, η μπόχα απ'τα μπαγιάτικα ούρα έμπαινε σα δηλητήριο στα πνευμόνια μου, ανάσαινα πια με τρομερή προσπάθεια. Δεν άντεχα άλλο να τον βλέπω, έσκυψα το κεφάλι μου και ευχόμουν το μαρτύριό μου σύντομα να τελειώσει.

- Λοιπόν, είναι απλό. Σε λίγο, πολύ λίγο δηλαδή, θα πέσεις λιπόθυμος, αναίσθητος, 'τέζα' που λένε. Βλέπεις, είσαι ασυνήθιστος για τόσο... βαριά κλίματα, μα θα στρώσεις. Θες δε θες, σ'αρέσει δε σ'αρέσει. Γιατί, το συναρπαστικότερο της αποψινής βραδιάς δε στο αποκάλυψα ακόμη!

Σήκωσα το βλέμμα μου και τον κοίταξα πάλι.

- Τι βλέπεις εδώ γύρω; Τι να δεις θα μου πεις! Πρόκειται για ένα σκοτεινό, υγρό και άθλιο μπουντρούμι, αυτό ακριβώς είναι. Και έζησα εδώ μέσα αμέτρητα χρόνια, ούτε πια θυμάμαι πόσα. Με καταχώνιασαν εδώ μέσα οι Δυνάμεις, δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ο μόνος τρόπος να γλιτώσω ήταν αυτό που έγινε απόψε! Να εμφανιστείς εσύ και... να πάρεις τη θέση μου!

Άρχισε να γελάει πάλι το σφυροκόπημα έγινε φριχτό, λίγο ακόμη και ένιωθα πως το κρανίο μου θα τιναζόταν στον αέρα.

- Καλή θητεία λοιπόν αδερφέ μου, είπε και σηκώθηκε να περάσει από πάνω μου.

Ξαφνικά, όλες μου οι αισθήσεις βρέθηκαν σε ένα πρωτόγνωρο συναγερμό. Ο τύπος αυτός μου έστρωνε το χαλί για τον τάφο κι εγώ θα έμενα εκεί κάτω, αδρανής, σα σκυλί που γλείφει το μαστίγιο του αφέντη του; Με μια ύστατη επίκληση όλων των δυνάμεών μου, πετάχτηκα όρθιος, τον άρπαξα απ'τη μέση, τον έριξα κάτω και αρχίσαμε να παλεύουμε.

- Ηλίθιε, τι κάνεις; ούρλιαζε και δεν καταλάβαινα γιατί κοιτούσε έντρομος στην είσοδο της φυλακής. Γύρισα να κοιτάξω κι εγώ και αυτό μου κόστισε μια δυνατή γροθιά στο δεξί κρόταφο που παρά λίγο να με αφήσει αναίσθητο. Άρχισα να ματώνω και καθώς έφτυνα ένα σπασμένο δόντι κατάλαβα γρήγορα τι κοιτούσε ο σωσίας μου με τόσο τρόμο. Η συνειδητοποίηση του τι μας περίμενε δεν μείωσε καθόλου την μαχητικότητά μου. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να κάνει βουτιά και να ριχτεί έξω απ'το κελί, τον άρπαξα απ'το πόδι και τον ξάπλωσα καταγής. Τον έσυρα προς τα μένα και παρότι δέχθηκα δυο τρεις δυνατές κλωτσιές, δεν κατάφερε να μου ξεφύγει.

- Όχι, όχι! φώναζε αλλά δεν τον έσωζαν τα ουρλιαχτά. Σε λίγο, ήταν αργά, πολύ αργά και για τους δυο μας. Τα κάγκελα που είχαν εξαφανιστεί, είχαν υλοποιηθεί ξανά. Το κατάλαβα καθώς παλεύαμε αλλά δεν προσπάθησα να ξεφύγω.

- Γιατί μου το έκανες αυτό; ΓΙΑΤΙ; ΓΙΑΤΙ; φώναζε αλλά ήταν κραυγές απόγνωσης περισσότερο παρά μίσους. Ξέρεις πότε θα ανοίξει πάλι η Πύλη ηλίθιε; Ξέρεις; συνέχισε να ξεφωνίζει και αποφάσισα να του δώσω λίγο χρόνο μέχρι να ηρεμήσει. Εγώ, περιέργως, ήμουν σε εξαιρετική φόρμα. Η πάλη μου είχε κάνει πολύ καλό και αισθανόμουν μια χαρά. Ούτε δύσπνοια, ούτε πονοκέφαλος, ούτε πια τα κατουρλιά με ενοχλούσαν. "Αυτός" όμως είχε γίνει ράκος, ένα ανθρώπινο κουρέλι, τώρα τον έβλεπα συρρικνωμένο σε μια γωνιά να κλαίει με αναφιλητά.

Ύστερα από λίγη ώρα τον πλησίασα και κάθισα κοντά του. Δεν έκλαιγε πια αλλά ανάσαινε βαριά. Μάλλον είχε δύσπνοια και ίσως να τον ταλαιπωρούσε κάποιος πονοκέφαλος.

Άρχισα να γελάω, να γελάω τρανταχτά, να βομβαρδίζω τους σκοτεινούς τοίχους του κελιού μου με τον ήχο απ'τα γέλια μου...


-2000-

Παρασκευή, Οκτώβριος 02, 2009

Albert Camus

‘Les Mythe de Sisyphe’


ο μυθος του Σισυφου


δοκίμιο πάνω στο παράλογο


- επιλογές -


ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ

Το παράλογο και η αυτοκτονία

"Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα. Τα υπόλοιπα, εάν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, εάν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες, ακολουθούν. Είναι παιγνίδια..."

Τα παράλογα τείχη

"Τα βαθιά συναισθήματα, όπως τα μεγάλα έργα, έχουν πάντα μεγαλύτερη σημασία απ'αυτή που έχουν συνειδητοποιήσει πως εκφράζουν. Η συμπάθεια ή αντιπάθεια που νιώθει μια ψυχή για κάτι οφείλεται στις συνήθειες της σκέψης ή της δράσης κι ακολουθεί τις συνέπειες που η ίδια η ψυχή αγνοεί. Τα μεγάλα συναισθήματα κουβαλάνε μαζί τους τον υπέροχο ή άθλιο κόσμο τους. Φωτίζουν με το πάθος τους έναν υπέροχο κόσμο όπου ξαναβρίσκουν το κλίμα τους…"

"…Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις και οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο κάθισμα ενός καφενείου. Ετσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ'αυτή την άθλια γέννηση. Όταν μερικές φορές σε μια ερώτηση που αφορά τις σκέψεις σου απαντάς: "τίποτε", ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως η απάντηση αυτή είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού..."

"...Όλες τις μέρες μιας άφεγγης ζωής ο χρόνος μάς ανέχεται. Ερχεται όμως πάντα η στιγμή που πρέπει να τον ανεχτούμε και να τον υπομείνουμε εμείς. Ζούμε με το μέλλον: 'αύριο', 'αργότερα', 'όταν σου δοθεί μια ευκαιρία', 'με τον καιρό θα καταλάβεις'. Αυτές οι ανακολουθίες είναι περίεργες αφού θα πεθάνουμε. Αλλά φτάνει η μέρα που ο άνθρωπος διαπιστώνει πως είναι τριάντα χρονών. Επιβεβαιώνει έτσι τη νιότη του. Την ίδια όμως στιγμή συγκρίνει τον εαυτό του με το χρόνο. Παίρνει θέση μέσα σ'αυτόν. Αναγνωρίζει πως βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή και παραδέχεται πως έχει χρέος να την περάσει. Ανήκει στον χρόνο και τρομοκρατημένος βλέπει στο πρόσωπο του χρόνου το χειρότερο εχθρό του. Αύριο, επιθυμούσε το αύριο, τη στιγμή που έπρεπε να μην το ήθελε με όλο του το είναι. Αυτή η επανάσταση της σάρκας αποτελεί το παράλογο..."

"Έρχομαι τέλος στο θάνατο και στο συναίσθημα που νιώθουμε γι'αυτόν. Πάνω σ'αυτό έχουν λεχθεί τα πάντα και πρέπει να αποφύγουμε το πάθος. Ποτέ, πάντως, δε θα εκπλαγούμε αρκετά επειδή όλος ο κόσμος ζει έτσι, δηλαδή "σαν να μην ήξερε κανείς". Αυτό συμβαίνει γιατί η εμπειρία του θανάτου δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πραγματικά, μια εμπειρία τη δοκιμάζουμε μονάχα όταν την ζούμε και την συνειδητοποιούμε. Εδώ, πρέπει να δούμε αν είναι δυνατό να μιλάμε για την εμπειρία του θανάτου των άλλων. Αυτή είναι μια πνευματική άποψη που ποτέ δε δεχθήκαμε. Αυτή η μελαγχολική στάση δεν μπορεί να είναι πειστική. Στην πραγματικότητα, η φρίκη είναι συνυφασμένη μ'αυτό τούτο το γεγονός. Αν μας τρομάζει ο χρόνος, μας τρομάζει γιατί αποδεικνύει το αποτέλεσμα που έρχεται. Σ'αυτό το σημείο, για λίγο τουλάχιστον, όλες οι ωραίες συζητήσεις πάνω στην ψυχή παίρνουν ένα μάθημα από τον αντίλαλό τους. Απ'αυτό το ασάλευτο κορμί, η ψυχή λείπει. Αυτή η βασική κι οριστική πλευρά του γεγονότος αποτελεί το περιεχόμενο του παράλογου συναισθήματος. Κάτω από το θνητό φως αυτού του πεπρωμένου, εμφανίζεται η ματαιότητα. Καμιά ηθική, καμιά προσπάθεια δε δικαιολογούνται: a priori μπροστά στα ανάλγητα μαθηματικά που ρυθμίζουν την ύπαρξή μας..."

"...Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου..."

Η παράλογη ελευθερία

"...Το κομμάτι του εαυτού μου που ζει με αβέβαιες νοσταλγίες μπορεί να αρνηθεί τα πάντα, εκτός από τον πόθο της ενότητας, την επιθυμία της εξήγησης, την ανάγκη για σαφήνεια και συνοχή. Μπορώ να τα αρνηθώ όλα μέσα σ'αυτό τον κόσμο που με περιβάλλει, με πιέζει και με διαπερνάει εκτός απ'αυτό το χάος, απ'αυτό τον τυχαίο βασιλιά, απ'αυτή την θεία ισορροπία που γεννιέται απ'την αναρχία. Δεν ξέρω αν υπάρχει ένα νόημα ανώτερο απ'τον κόσμο. Αλλά ξέρω πως δεν γνωρίζω αυτό το νόημα και πως μου είναι αδύνατον για την ώρα να το μάθω. Μια σημασία έξω από την ύπαρξή μου, τι μπορεί να σημαίνει για μένα; Μονάχα με ανθρώπινα δεδομένα μπορώ να το καταλάβω. Αυτό που αγγίζω, αυτό που μ'αντιστέκεται, να τι καταλαβαίνω. Ξέρω ακόμα πως αυτές τις δυο βεβαιότητες, την επιθυμία μου γι'απολυτότητα και ενότητα και το ότι δεν μπορώ να εξηγήσω λογικά και με αιτιολογίες αυτό τον κόσμο, αδυνατώ να τις συμβιβάσω. Ποια άλλη αλήθεια μπορώ να αναγνωρίσω ειλικρινά, χωρίς την παρέμβαση μια ανύπαρκτης ελπίδας που δεν έχει καμιά σημασία μέσα στα όρια της ύπαρξής μου;..."

"...Μπορεί να μην υπάρχουν θεοί, αλλ'απ'την ιστορία δε λείπουν ούτε οι θρησκείες, ούτε οι προφήτες. Του ζητάνε να κάνει ένα άλμα. Μπορεί να απαντήσει ότι δεν καταλαβαίνει καλά, ότι αυτό δεν είναι σαφές. Θέλει να κάνει μονάχα εκείνο που καταλαβαίνει απόλυτα. Του λένε να είναι σίγουρος πως πέφτει στο αμάρτημα της αλαζονείας, μα δεν καταλαβαίνει την έννοια της αμαρτίας, δεν καταλαβαίνει πως στο τέλος ίσως βρίσκεται η κόλαση, δε διαθέτει αρκετή φαντασία για να φανταστεί αυτό το παράδοξο μέλλον. Του λένε πως χάνει την αιώνια ζωή, μα αυτό του φαίνεται ανόητο. Θέλουν να τον πείσουν πως είναι ένοχος. Αυτός νιώθει αθώος. Πραγματικά, αυτή μονάχα νιώθει, την ανεπανόρθωτη αθωότητά του. Αυτή του επιτρέπει τα πάντα. Έτσι, απαιτεί από τον εαυτό του, μονάχα να ζει μ'αυτό που ξέρει, να συμβιβάζεται με αυτό που υπάρχει χωρίς να αφήνει να παρεμβαίνει τίποτε το αβέβαιο. Του απαντούν πως δεν είναι τίποτε βέβαιο. Αλλά αυτό, τουλάχιστον, είναι μια βεβαιότητα. Αυτή αντιμετωπίζει: θέλει να μάθει αν είναι δυνατόν να ζει χωρίς ελπίδα..."

"...Όσο η ζωή δεν έχει νόημα, τόσο καλύτερα μπορεί να την ζήσει κανείς..."

"...Το να ζεις σημαίνει πως κάνεις να ζει το παράλογο. Το κάνεις να ζει, πριν απ'όλα, σημαίνει πως το αντιμετωπίζεις..."

"...Η μεταφυσική επανάσταση ξεδιπλώνει τη συνείδηση σε όλο το μήκος της εμπειρίας. Αποτελεί τη σταθερή τοποθέτηση του ανθρώπου μπροστά στον εαυτό του. Δεν κοιτάζει τον ουρανό, καμιά ελπίδα δεν κλείνει μέσα της. Η επανάσταση αυτή εκφράζει τη βεβαιότητα ενός συντριπτικού πεπρωμένου, όχι την υποταγή σ'αυτό..."

"...Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι θεωρίες που μου τα εξηγούν όλα με μειώνουν την ίδια στιγμή. Με απαλλάσσουν από το βάρος της ζωής μου που, παρ'όλα αυτά, πρέπει να το κουβαλάω μόνος μου..."

"...Η αυτοκτονία είναι σφάλμα. Ο παράλογος άνθρωπος πρέπει να εξαντλεί τα πάντα και να εξαντλείται. Το παράλογο είναι γι'αυτόν το μεγάλο του πάθος, αυτό που του επιτρέπει να συνεχίζει μια μοναδική προσπάθεια, γιατί ξέρει πως σ'αυτήν την συνείδηση και σ'αυτή την καθημερινή επανάσταση υπάρχει η μοναδική του αλήθεια, η πρόκληση. Αυτή είναι η πρώτη συνέπεια..."

"...Μπροστά στο Θεό, το πρόβλημα της ελευθερίας είναι ευκολότερο από το πρόβλημα του κακού. Ξέρουμε το διαζευτικό: ή δεν είμαστε ελεύθεροι και ο παντοδύναμος Θεός είναι υπεύθυνος για το κακό. Ή είμαστε ελεύθεροι και υπεύθυνοι μα ο Θεός δεν είναι παντοδύναμος. Ολες οι σοφιστείες των σχολών ούτε πρόσθεσαν ούτε αφαίρεσαν τίποτα απ'την αντίθεση αυτού του παράδοξου..."

"...Ο συνηθισμένος άνθρωπος, προτού γνωρίσει το παράλογο, ζει θέτοντας σκοπούς, φροντίζει για το μέλλον ή για τη δικαίωσή του (όσο γι'αυτά δεν υπάρχει θέμα). Εκτιμάει τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονται, σκέφτεται το αύριο, τη σύνταξή του ή την αποκατάσταση των παιδιών του. Πιστεύει ακόμα πως κάτι στη ζωή του μπορεί να προκαθοριστεί. Πραγματικά, ενεργεί σα να ήταν ελεύθερος, ακόμα κι αν όλα τα γεγονότα πάνε κόντρα σ'αυτή την ελευθερία. Μετά τη γνωριμία με το παράλογο, κλονίζονται τα πάντα. Η ιδέα του 'υπάρχω', η διάθεσή μου να ενεργώ σα να είχαν όλα νόημα (ακόμα κι αν, με την ευκαιρία, θάλεγα πως τίποτε δεν έχει νόημα), όλα αυτά διαψεύδονται με έναν ιλιγγιώδη τρόπο από τον παραλογισμό ενός ξαφνικού θανάτου. Το να σκέφτεσαι το αύριο, να θέτεις σκοπούς, να έχεις επιθυμίες -όλ'αυτά προϋποθέτουν ότι πιστεύεις στην ελευθερία, ακόμα κι αν, καμιά φορά, σε βεβαιώνουν πως δεν πρόκειται να την ξανανιώσεις. Αλλά για την ώρα, η ανώτερη αυτή ελευθερία του να υπάρχεις, που μπορεί μόνη της να θεμελιώσει μια αλήθεια, ξέρω καλά πως δεν υπάρχει. Υπάρχει ο θάνατος σα μοναδική πραγματικότητα. Μετά απ'αυτόν τα παιγνίδια τελειώνουν. Δεν είμαι πια ελεύθερος να διαιωνισθώ, είμαι σκλάβος και προ πάντων σκλάβος που δεν ελπίζει στην αιώνια επανάσταση, που δεν εχει καταφύγιο για την περιφρόνηση. Και, ποιος μπορεί να παραμείνει σκλάβος χωρίς επανάσταση και χωρίς περιφρόνηση; Ποια ελευθερία μπορεί να υπάρξει σε όλο το νόημά της χωρίς πίστη στην αιωνιότητα;..."

"...Αρχικά, οι μυστικοί βρίσκουν μια ελευθερία στο να δοθούν. Με το να βυθίζονται στο θεό τους να συμμορφώνονται στους κανόνες του, ενδόμυχα, με το δικό τους τρόπο γίνονται ελεύθεροι. Σε αυτή την εκούσια σκλαβιά ξαναβρίσκουν την τέλεια ανεξαρτησία. Τι σημαίνει όμως αυτή η ελευθερία; Μπορούμε να πούμε πως προ πάντων αισθάνονται ελεύθεροι απέναντι στον εαυτό τους και λιγότερο ελεύθεροι από απελευθερωμένοι. Ακόμα, ο παράλογος άνθρωπος στραμμένος ολόκληρος προς το θάνατο (παρμένον εδώ σαν τον πιο φυσικό παραλογισμό), νιώθει απαλλαγμένος από το κάθε τι που δεν είναι αυτή η κατασταλαγμένη μέσα του γεμάτη πάθος ένταση. Δέχεται μια ελευθερία σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες..."

"...Η υπέροχη διαθεσιμότητα του θανατοποινίτη που κάποια χαραυγή του ανοίγονται οι πύλες της φυλακής, η απίστευτη αφιλοκέρδειά του για όλα -διατηρεί μονάχα μια καθαρή φλόγα για ζωή- εδώ βρίσκονται, το νιώθουμε καλά, ο θάνατος και το παράλογο, οι αρχές της μοναδικής ελευθερίας: της ελευθερίας που μπορεί να νιώσει και να ζήσει μια ανθρώπινη καρδιά. Αυτή είναι η δεύτερη συνέπεια. Ο παράλογος άνθρωπος διαισθάνεται λοιπόν ένα σύμπαν καυτό και παγωμένο, διάφεγγο και περιορισμένο, όπου τίποτα δεν είναι δυνατόν αλλά όλα είναι δοσμένα και που φεύγοντας απ'αυτό συναντάει την ανυπαρξία και το μηδέν. Τότε, μπορεί να αποφασίσει να δεχτεί να ζήσει σε ένα τέτοιο σύμπαν, να υφίσταται τις επιδράσεις του, να αρνιέται, να ελπίζει και να διαπιστώνει συνεχώς πως τίποτα δεν ανακουφίζει τη ζωή..."

* * *

Ο ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

"...Το πεδίο μου, λέει ο Γκαίτε, είναι ο χρόνος. Να λοιπόν μια παράλογη φράση. Τι είναι τέλος πάντων ο παράλογος άνθρωπος; Αυτός που χωρίς ν'αρνιέται την αιωνιότητα, δεν κάνει τίποτα γι'αυτήν..."

"...Το παράλογο δεν απελευθερώνει, δεσμεύει. Δεν επιτρέπει όλες τις πράξεις. Όλα επιτρέπονται δε σημαίνει πως τίποτα δεν απαγορεύεται. Το παράλογο δίνει στις συνέπειες των πράξεων την ισορροπία τους. Δεν συνιστά το έγκλημα, θα ήταν παιδαριώδες, αλλά θεωρεί ανώφελη την τύψη. Ομοια, αν όλες οι εμπειρίες δεν έχουν σημασία, η εμπειρία του καθήκοντος είναι εξίσου θεμιτή με μια άλλη. Μπορεί να είναι κανείς ενάρετος από ιδιοτροπία.

Ολες οι ηθικές είναι χτισμένες πάνω στην ιδέα πως οι συνέπειες μιας πράξης τη νομιμοποιούν ή όχι. Ένα πνεύμα ποτισμένο από το παράλογο υποστηρίζει μονάχα πως οι συνέπειες πρέπει να εξετάζονται με απάθεια. Είναι πρόθυμο να πληρώσει. Δέχεται, δηλαδή, ότι σε μια πράξη μπορεί να υπάρχουν υπεύθυνοι, ποτέ όμως ένοχοι..."

"...Το παράλογο πνεύμα, λοιπόν, δεν ψάχνει να ανακαλύψει κανόνες ηθικής στο βάθος της σκέψης του, μα τις μορφές και το ρυθμό της ανθρώπινης ζωής..."


Ο δονζουανισμός

"Αν έφτανε η αγάπη, τα πράγματα θα ήταν πολύ απλά. Όσο αγαπάμε, τόσο εδραιώνεται το παράλογο..."

"...Ο Φάουστ ζητούσε τα αγαθά αυτού του κόσμου: ο δυστυχής δεν είχε παρά να απλώσει το χέρι του. Την ψυχή του την είχε πουλήσει απ'τη στιγμή που δεν ήξερε να τη χαρεί. Αντίθετα, ο Δον Ζουάν… όταν εγκαταλείπει μια γυναίκα δεν το κάνει επειδή δεν την επιθυμεί πια. Μια όμορφη γυναίκα είναι πάντα επιθυμητή. Την εγκαταλείπει επειδή μια άλλη και όχι, δεν είναι το ίδιο..."

"...Χαρακτηριστικό του παράλογου ανθρώπου, είναι να μην πιστεύει στο βαθύ νόημα των πραγμάτων. Αυτά τα ζεστά και υπέροχα πρόσωπα τα διαπερνάει, τα μαζεύει σωρό και τα καίει. Ο χρόνος βαδίζει μαζί του. Παράλογος είναι ο άνθρωπος που δεν χωρίζεται από το χρόνο..."

"...Δεν υπάρχει πραγματική αγάπη εκτός εκείνης που ξέρει να είναι συγχρόνως παροδική και μοναδική..."


Το θέατρο

"...Ο ηθοποιός βασιλεύει μέσα στο φθαρτό. Από όλες τις δόξες, το ξέρουμε, η δική του είναι η πιο εφήμερη. Μα όλες οι δόξες είναι εφήμερες..."

H κατάκτηση

"...Δυσπιστείτε σ'αυτούς που λένε: 'Αυτό το ξέρω πολύ καλά για να μπορέσω να το εκφράσω'. Γιατί εάν δεν μπορούν σημαίνει πως δεν το ξέρουν ή το εξέτασαν επιφανειακά.

Δεν έχω πολλές γνώμες. Στο τέλος μιας ζωής ο άνθρωπος βλέπει πως πέρασαν χρόνια για να βεβαιωθεί για μια αλήθεια. Αλλά φτάνει αυτή, αν είναι σαφής, για να καθοδηγήσει μια ύπαρξη..."

"...Ένας άντρας είναι περισσότερο άντρας με τα πράγματα που αποσιωπά παρά με τα πράγματα που λέει..."

"...Αλλά μια μονάχα νίκη υπάρχει και είναι αιώνια. Είναι η νίκη που δεν θα'χω ποτέ..."

"...Το ότι είσαι στερημένος από την ελπίδα δεν σημαίνει πως είσαι απελπισμένος..."

* * *

Η ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Φιλοσοφία και μυθιστόρημα

"...Υπάρχει έτσι μια μεταφυσική ευτυχία για ν'αντέξουμε τον παραλογισμό του κόσμου. Η κατάκτηση ή το παιγνίδι, η άπειρη αγάπη, η παράλογη επανάσταση -να με τι διατηρεί ο άνθρωπος την αξιοπρέπειά του σ'έναν πόλεμο που τον έχει χάσει προτού καν αρχίσει..."

"...Δεν αρνούμεθα τον πόλεμο. Πρέπει να πεθάνουμε ή να ζήσουμε. Το ίδιο με το παράλογο: πρέπει να αναπνεύσουμε μαζί του, να αφομοιώσουμε τα διδάγματά του και να ανακαλύψουμε την ουσία τους. Απ'αυτή την άποψη η πιο παράλογη ηδονή είναι η δημιουργία. 'Τέχνη και μόνο τέχνη', λέει ο Νίτσε, 'έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε απ'την αλήθεια'..."

"...Φτάνουμε στο τέλος έχοντας πάντα το αληθινό μας πρόσωπο. Για έναν άνθρωπο που θα γύριζε απ'την αιωνιότητα, ολόκληρη η ύπαρξη δε θα'ταν παρά μια αδιάκοπη κάτω απ'την μάσκα του παραλόγου μίμηση. Η δημιουργία είναι η μεγάλη μίμηση..."

"...Έτσι, η καρδιά μαθαίνει πως η συγκίνηση που νιώθουμε μπροστά στην όψη του κόσμου δεν προέρχεται από το ότι ο κόσμος είναι ανεξιχνίαστος αλλά επειδή είναι πολύμορφος. Η εξήγηση είναι μάταιη, η αίσθηση όμως μένει και μαζί της οι ακατάπαυστες προσκλήσεις ενός ανεξάντλητου σε ποσότητα σύμπαντος. Τώρα, καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει ένα έργο τέχνης..."

"...Εάν ο κόσμος μπορούσε να δικαιολογηθεί, εάν ήταν σαφής δε θα υπήρχε η τέχνη..."

"...Η μυθιστορηματική δημιουργία και ο έρωτας μοιάζουν, αφού έχουν κοινά χαρακτηριστικά τον αρχικό θαυμασμό και τη γόνιμη επανάληψη..."

"...Υπάρχουν, λοιπόν, θεοί του φωτός και είδωλα της λάσπης. Αλλά ο δρόμος που πρέπει να ανακαλύψουμε για να οδηγηθούμε στα πρόσωπα του ανθρώπου βρίσκεται στη μέση..."

Κιρίλωφ

"Όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι διερωτώνται πάνω στο νόημα της ζωής. Γι'αυτό είναι σύγχρονοι: δε φοβούνται το γελοίο. Εκείνο που διακρίνει τη σύγχρονη από την κλασική ευαισθησία είναι το ότι η πρώτη τρέφεται από ηθικά προβλήματα ενώ η δεύτερη από μεταφυσικά..."

H δημιουργία χωρίς επαύριο

"...Η εκκλησία υπήρξε τόσο σκληρή για τους αιρετικούς γιατί νόμιζε πως δεν υπάρχει χειρότερος εχθρός από έναν αποπλανημένο. Ομως η ιστορία των τολμηρών γνωστικών και η επιμονή των αναχωρητών οπαδών του Μανιχαίου έχουν προσφέρει στην οικοδόμηση της Ορθοδοξίας περισσότερα από όλες τις προσευχές. Τηρουμένων των αναλογιών συμβαίνει το ίδιο με το παράλογο. Μαθαίνουμε το δρόμο του ανακαλύπτοντας τους δρόμους που ξεφεύγουν απ'αυτό..."

* * *

O ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ

"...Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάστασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση..."

* * *

H ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

"...Ένα σύμβολο ξεπερνάει πάντα εκείνον που το χρησιμοποιεί και στην πραγματικότητα τον κάνει να πει περισσότερα απ'όσα θέλει να εκφράσει συνειδητά..."

"...Οι μεγάλες επαναστάσεις είναι πάντα μεταφυσικές..."

"...Η καρδιά του ανθρώπου έχει μια περίεργη τάση, να ονομάζει μοίρα εκείνο μονάχα που τη συντρίβει. Αλλά και η ευτυχία, με τον τρόπο της δε δικαιολογείται, αφού είναι αναπόφευκτη..."

"...Η φωτιά της αιωνιότητας που καίει μερικούς ανθρώπους είναι τόσο δυνατή ώστε καίει και την καρδιά εκείνων που τους περιστοιχίζουν..."

"...Όλες οι αναμφισβήτητες αλήθειες είναι στείρες. Μέσα σε ένα κόσμο όπου τα πάντα είναι δεδομένα και τίποτα δεν εξηγείται, η γονιμότητα μιας αξίας ή μιας μεταφυσικής είναι μια κενή από περιεχόμενο έννοια..."

"...Αν είναι αλήθεια πως χαρακτηριστικό της τέχνης είναι το ότι συνδέει το γενικό με τη μεμονωμένη περίπτωση, τη φθαρτή αιωνιότητα μιας σταγόνας νερού με τα φωτεινά παιχνιδίσματα, είναι ακόμα πιο αληθινό το ότι το μεγαλείο ενός παραλόγου συγγραφέα εκτιμάται ανάλογα με την ικανότητά του να παρεμβάλλεται ανάμεσα σ'αυτούς τους δυο κόσμους. Το μυστικό της τέχνης του είναι πως ξέρει και βρίσκει το ακριβές σημείο όπου αυτοί οι δυο κόσμοι συναντιώνται -παρά τις τεράστιες διαφορές που τους χωρίζουν..."

* * *