Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Η δίψα για εκείνο που κρύβεται...


Αν πριν από τριάντα χρόνια, κάποιος μου ζητούσε μια καλή συμβουλή – κι επέμενε φορτικά, είναι η αλήθεια – θα του’λεγα: Πάψε να σκέφτεσαι και πιάσε να διαβάζεις. Και πιο πολύ: Να μελετάς έπειτα εκείνο που διάβασες. Και τελικά: Την τρίτη φορά, κράτα και σημειώσεις. Κι αν έχεις την πολυτέλεια του χρόνου, στοχάσου κιόλας. Ναι, ίσως έτσι να κατέληγα. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν θα είχα αυτό το ύφος πάντως αυτό θα ήταν το νόημα. Η ‘κεντρική ιδέα’ που λέγαν και οι δάσκαλοι της εποχής μου.

Αν σήμερα μου ζητούσε – πάλι πιεστικά και πιο πολύ τούτη τη φορά – μια ανάλογη συμβουλή – ‘καλής πνευματικής υγείας’ να την πω – θα ήταν: Κόψε το διάβασμα και πιάσε να στοχάζεσαι. Το πάψε να σκέφτεσαι δεν θα το άλλαζα. Γιατί άλλο πράγμα η σκέψη κι άλλο ο στοχασμός. Από σκέψεις δεν πάσχουμε. Ο νους έτσι κι αλλιώς στον τομέα αυτό λειτουργεί όπως το έντερο με τον περισσευούμενο εγκλωβισμένο αέρα. Τον αποβάλλει με τις γνωστές ηχητικές και… οσμηρές συνέπειες.
Τι γίνεται όμως με το στοχασμό; Που είναι το διαμάντι που έχει περάσει από χίλια κύματα για να πάρει τις γωνίες και τις έδρες του και την καθαρότητά του; Άνθρακα τον βρίσκεις στα έγκατα της γης και υπέρλαμπρο στολίδι γίνεται μια μέρα που το βλέπεις και το θαυμάζεις. Και παίρνει το φως από τη μια και στο δίνει αυτοκρατορικό ουράνιο τόξο από την άλλη. Φως κι έτσι κι αλλιώς. Όμως και όχι. Γιατί ο στοχασμός ό,τι προσλαμβάνει ακατέργαστο, θολούρα κι ίσκιο, το μεταβολίζει σε φάσμα χρωμάτων και λαμπερή βεντάλια που είναι ικανή σε μεταμορφώσει και μόνο με την ομορφιά της. Έτσι θα του’λεγα  λοιπόν όποιου ζητούσε κάποια συμβουλή καλά και σώνει: Κάνε τη σκέψη σου ομορφιά και η ομορφιά θα σε σώσει, για να θυμηθούμε και τον μέγα Φίοντορ.

Κι ακόμα: Πρόσεχε πολύ με ό,τι διαβάζεις και κυρίως, με ό,τι μηρυκάζεις.

Ναι, το’γραψα κιόλας κάποια χρόνια πριν σε μιαν ανάρτηση κι αισθάνθηκα πως ζορίστηκαν αρκετοί και άλλοι το είδαν πολύ ευνοϊκά κι έξυσαν το κεφάλι τους. Η μεγαλύτερη ευεργεσία που έκανα κάποτε στον εαυτό μου ήταν που έκοψα το διάβασμα, λέει κάπου ο Νίτσε. Όλα αυτά τα ξένα εγώ είχαν καταπλακώσει το δικό μου και δεν έπαιρνα ανάσα. Και ξαφνικά, σήκωσα ξανά κεφάλι κάτω απ’τις πλάκες! Δεν λέω πως φτάσαμε ή θα φτάσουμε ποτέ στα ύψη και στα βάθη που άγγιξε ο γίγαντας αυτός αλλά και τι μας νοιάζει; Μήπως και τα δικά μας βάθη και ύψη είναι λίγα; Μου αρέσει που πολλές φορές αναρωτιόμαστε για τον Πλάτωνα, το Μαρξ και το Νίτσε και στα δικά μας τα νερά είμαστε ακόμα στα ρηχά. Έξω – έξω, εκεί που… πατώνουμε και δεν τολμάμε να ξανοιχτούμε μπας και πνιγούμε.

Άγνωστα τα πελάγη και οι κορυφές απάτητες του δικού μας πλανήτη και θέλουμε να κατανοήσουμε την παγκόσμια φιλοσοφία και τα ξένα σύμπαντα σε βάθος και σε πλάτος! Αν δεν είναι πράξη ύστατης διαφυγής και έσχατης δειλίας αυτό τότε τι είναι;


Γιατί νομίζω δεν είναι από τεμπελιά που αποφεύγουμε το στοχασμό. Είναι από δειλία. Να το παραδεχθούμε κάποια μέρα θα προσφέρουμε δωρεά στον εαυτό μας.

Μοιάζουμε δηλαδή με κείνον που λαχταράει τη θάλασσα αλλά δεν ξέρει να κολυμπάει. Βλέπει αλλά δεν τολμά. Ορέγεται αλλά δεν γεύεται. Κι αυτό από φόβο και δειλία, ίσως ακόμα και από δέος. Κι έτσι μένει στην ακρογιαλιά καιρούς ολόκληρους, ‘αδρανής και ατόφιος’.

Ας πούμε ότι το διάβασμα αυτό μπορεί να σου προσφέρει: ένα σπρώξιμο να πέσεις κι ας μην ξέρεις να κολυμπάς! Το διάβασμα σε προγυμνάζει, σε ετοιμάζει και τελικά σου δίνει τη σπρωξιά να πέσεις. Όμως, το κολύμπι - και αργότερα η βουτιά στα βαθιά- είναι δική σου υπόθεση. Γιατί το να είσαι με το νερό ως τα γόνατα δεν είναι η λύση.

Έχεις μπροστά σου τη μεγάλη πρόκληση κι εσύ απλά δροσίζεσαι. Αν δεν γευτείς το βίωμα ως τα εσώτερά σου μένεις με την αίσθηση μονάχα. Και ζηλεύεις και μισείς ακόμα όσους το απετόλμησαν.


Όμως, το ξέρεις, στα βάθη είναι η αλήθεια κι όχι στο πλατσούρισμα και στις διαφυγές των παιχνιδιών στα αβαθή και στα στεγνά. Και η δίψα για την αλήθεια είναι πιο βασανιστική κι απ’αυτή του σώματος που χωρίς νερό, αφυδατωμένο, νεκρώνεται σε μια βδομάδα. Η δίψα για εκείνο που κρύβεται εκεί και σε καλεί από τότε που σαρκώθηκες. Και δεν θα πάψει ποτέ να σε καλεί ν’αφήσεις τις ασφάλειες της παραλίας.

Με ρίσκο βέβαια, με κίνδυνο μα περισσότερο με την υπόσχεση επιτέλους, να βιώσεις, τελικά…
να ζήσεις!
Μα τότε, θα μου συμπληρώσεις, η ωραία συμβουλή αλλάζει: Πάψε να στοχάζεσαι και ζήσε!

Κι έτσι είναι, πώς αλλιώς!
Με τη διαφορά πως όποιος έχει φτάσει σε τούτο το κατώφλι, δεν έχει ανάγκη από συμβουλές και γνώμες και απόψεις.

Μονάχα βιώνει ολόκληρος


Και σιωπά…



Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Σε όλα μας τα μέλη αληθεύει ο θάνατος...


Ο ΑΚΑΝΘΙΑΣ

Κάθομαι στην καρέκλα μου σαν το πουλί στο δέντρο.
Σε όλα μας τα μέλη αληθεύει ο θάνατος
κ’εγώ ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω τ’αυτοκίνητα.
Οι μέρες μας, αλήθεια, πεθαίνουν
ευλάβεια μη μπορώντας!
Ο καιρός επήρε τα πανιά μας και γιγάντεψε
στα πυκνότερα οξυγόνα ο Ίχνος
μ’ένα χιλιόμετρο σπασμένο φως
κρατώντας τη φαρέτρα των δευτερολέπτων
ο γυιός του κατάκοιτου Φαλακρού του βιδωμένου
και της ωραίας Νυστής που μπεκρουλιάζει στα ηλιοστάσια –
όλη των άστρων η προχειρότητα.
Θάθελα να κρατήσω μια σκιά στα χέρια μου
θάθελα νάχει το ποίημα κατάλευκα και τρυφερά λαγόνια…
[…]


Νίκος Καρούζος Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Με τη σιωπή...





Μέσα από μια ριπή του ανέμου με κοιτάζει.
Ο Γενάρχης στέκει σταθερός, ακλόνητος σαν πεισματάρης βράχος κι επιμένει. Επιμένει με αυτό το βλέμμα που περιέχει πάντοτε το σπαραγμό του αιώνιου και με ρωτά:
Θα έρθεις μαζί μας;
Η ίδια ερώτηση, μέρες, βδομάδες, μήνες τώρα. Από την πρώτη ώρα, την πρώτη στιγμή που αλαφιασμένος άρχισε να πελεκάει τα δέντρα γι αυτό το θηριώδες πράγμα.
Κοιτάζω ολόγυρα. Μπροστά μου όλα αφανίζονται. Ο ορίζοντας είναι πιο μαύρος από ποτέ, δεν φαίνεται καμιά ρωγμή στη βούληση του Αχανούς να τα ρημάξει όλα.
Πίσω μου ορθώνεται το πιο παράξενο πλεύσιμο ανθρώπινο δημιούργημα.
Ανθρώπινο;
Σκέφτομαι και τη σκέψη μου μπορεί να την ακούσει.
Όχι αδελφέ μου. Αν το τολμήσω σημαίνει πως θα πρέπει να αρχίσω να μιλώ ξανά.
Ο άνεμος σταμάτησε άξαφνα να λυσσομανά. Τα σύννεφα σταμάτησαν πια να ταξιδεύουν κι έχουν πυκνώσει πάνω απ’τα κεφάλια μας. Γέμισαν το στερέωμα σκοτάδι. Έχουμε να δούμε τον ήλιο βδομάδες. Κάποιοι δεν θα τον ξαναδούν ποτέ.
Προτιμάς να συνεχίσεις τη σιωπή σου; Για το λίγο που σου μένει;
Είδα τον Γενάρχη να χαμογελά κι αυτό ήταν ένα ανέλπιστο δώρο. Πίσω του ένας ολόκληρος κόσμος χανόταν. Μπροστά του, ένας άλλος έπρεπε να ξεκινήσει το ταξίδι του. Εγώ στεκόμουν στη μέση. Το συνειδητοποίησα και μέριασα.
Κάποιοι από εμάς πλάστηκαν για να μιλούν. Όπως εσύ. Με τα χέρια σου. Με το βλέμμα σου. Με τα παιδιά σου. Με τα πλάσματα που φιλοξενεί στη κοιλιά του αυτό το τέρας. Και κάποιοι άλλοι πρέπει να μείνουν για πάντα σιωπηλοί αδελφέ μου, σκέφτηκα και άκουσε τη σκέψη μου.
Με οδύνη μιλάς, μου λέει.
Πρέπει να φύγετε, του απαντώ.
Το νερό έρχεται. Ως το βράδυ όλα εδώ θα είναι…
Ως το βράδυ θα έχω προλάβει, του απαντώ.
Τι;
Να αφηγηθώ την ιστορία του κόσμου.
Εσύ; Πώς; Με τη σιωπή σου;
Ντράπηκε για την ερώτησή του, με αγκάλιασε, μου χάρισε μια ριπή αιωνιότητας ακόμα με τα μάτια του και χάθηκε στα σωθικά του πλεύσιμου.
Γύρισα την πλάτη μου και άρχισα να κατεβαίνω τη μεγάλη ράμπα.
Πίσω, στον παλιό κόσμο, σκέφτηκα και αμέσως, ξεκίνησε να βρέχει…


Punkt widzenia
Arkadiusz Makowski

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

"There is no dark side of the moon really. Matter of fact it's all dark."




All that you touch
And all that you see
All that you taste
All you feel
And all that you love
And all that you hate
All you distrust
All you save
And all that you give
And all that you deal
And all that you buy
Beg, borrow or steal
And all you create
And all you destroy
And all that you do
And all that you say
And all that you eat
And everyone you meet
And all that you slight
And everyone you fight
And all that is now
And all that is gone
And all that's to come
And everything under the sun is in tune
But the sun is eclipsed by the moon

"There is no dark side of the moon really. Matter of fact it's all dark."


Pink Floyd
Eclipse

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2018

Παλαιστής





Ο παλαιστής όρθιος.
Ο Σίσυφος όρθιος.

Βλέπω στο βράχο που ανασαίνει μπροστά μου
είδωλα και εικόνες
όλη την ανθρωπότητα αγγίζω
στο βρώμικο αυτό ανάγλυφο
και το βάρος ελαφραίνει
κάθε φορά
που μπορώ να κοιτάξω
έναν μονάχα
χωρίς ντροπή

το κοινό καθιστό
με κομμένη την ανάσα
όσο ο ήρωας απαγγέλλει

βλέπω στον βράχο τις θάλασσες
τα πρωτοβρόχια
και τις ήρεμες Κυριακές της άνοιξης
κάποια απογεύματα
ευλογημένης ανίας
και κάποιες νύχτες που ο φόνος
έκανε τα δάχτυλά μου
να μυρμηγκιάζουν
και ήθελα τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντούσα
να τον αφανίσω
και ύστερα χώνευα το θυμό μου
μαζί με το φριχτό μαρτύριο της ήττας
και σε όλα τούτα που βλέπω μπροστά μου
δεν ανήκω
λέω με έπαρση

και σε όλα αυτά που δεν βλέπω
ξέρω πως ανήκω

ο παλαιστής όρθιος
ο Σίσυφος όρθιος
οι θεατές καθιστοί

και η ανάσα ακόμα ηχεί παράταιρη

βλέπω στο βάθος του ορίζοντα
ένα κορίτσι
δεν έρχεται για μένα
θα με προσπεράσει
έχει αλλάξει τόσο η μορφή μου
που δεν με αναγνωρίζει
ούτε η βροχή
ούτε ο ήλιος
κι εγώ με βία καταφέρνω
να ψελλίσω δυο λόγια συμπόνιας

κι εγώ αρνούμαι άλλο να μιλήσω
με λόγια συμπόνιας

και ο παλαιστής αφήνει το βράχο
και ο Σίσυφος αφήνεται στο βράχο

και ο βράχος συνθλίβει τον παλαιστή
και ο βράχος αθανατίζει τον Σίσυφο

όρθιο το κοινό χειροκροτεί
και αλαλάζει...



Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Ετοιμάζομαι...




Γενικό δοκίμιο

Αφήνω γένια για να γίνουν λευκά.
Σήμερα νηστεύω.
Σχεδόν εκπλήσσομαι με τη σκέψη του εαυτού μου στο παρελθόν.
Περπατώ κουτσαίνοντας στο δρόμο.
Κοιτάζω τα παιδιά. Μου εμφανίζονται δάκρυα.
Δεν φωνάζω κανένα. Σωπαίνω.
Γράφω κι ύστερα καταστρέφω ό,τι γράφω.
Είμαι το κενό που καταλαμβάνω.
Ετοιμάζομαι.


Χουάν Βιθέντε Πικέρας(Οι τόποι είναι θεοί)
Μετφ: Βιρχίνια Λόπεθ Ρέθια

Αναδημ. από περ. «νέα ευθύνη», τ.12, Ιούλ-Αύγ. 2012

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Δεν σε ρημάζει η χυδαιότητα… γιατί κρύφτηκες καλά…



Τίποτα δεν συγχωρεί λιγότερο το Μέγα Τραύμα ή αλλιώς το Στόμα από τη θρασύτητα του Ρίγους.
Να κρυφτείς στην επιβίωση σημαίνει ότι ακολουθείς τη ροή. Απλά και με το λιγότερο δυνατό κόστος.
Να κρυφτείς στη βίωση σημαίνει ότι αποφάσισες από ορατός να γίνεις αόρατος. Από ψηλαφητός απρόσιτος. Κι από ον ευθύνης υπηρέτης της βλάσφημης μέριμνας.
Έχεις το όργανο αλλά δεν ακούς τη μουσική σου.
Έχεις τους οφθαλμούς αλλά είσαι τυφλός.

Να κρυφτείς στο Ρίγος… τούτο δεν έγινε ποτέ ούτε πρόκειται να γίνει. Γιατί Ρίγος δίχως ύβρη δεν νοείται. Κι έτσι είσαι εκτεθειμένος, ευάλωτος και διαθέσιμος. Ρίγος σημαίνει πως αποφάσισες να ορθώσεις το ανάστημά σου στην Ανάγκη κι έγινες αναλώσιμος, διαθέσιμος, μεθεκτός.
Σου ανατέθηκε η αποστολή να αθανατίσεις το πέρασμά σου στο Βασίλειο της Ύλης κι εσύ την αρνήθηκες.
Ρίγος σημαίνει πως είσαι θρασύς και αμετανόητος.
Ρίγος σημαίνει πως οφείλεις το μέγιστο τίποτε στον εαυτό σου κι είσαι αποφασισμένος να μαχηθείς γι αυτό.
Με όποιο κόστος.

Να κρυφτείς στο Ρίγος σημαίνει πως το Αχανές σε επέλεξε για να φωτίσει τα ίχνη του ανθρώπου στο κενό…
Περπατάς και ακούς το βήμα σου.
Μιλάς και έχει ομορφιά η φωνή σου.
Αγγίζεις και όλα μορφοποιούνται.
Ανασαίνεις και κατανοείς τις συλλαβές της διαπνοής του είναι σου.

Δεν σε έριξαν, εσύ βούτηξες.
Δεν σε απόθεσαν, εσύ τόλμησες την αυτονόμηση.
Δεν σε πρόδωσαν… εσύ λησμόνησες…

Δεν σε ρημάζει η χυδαιότητα… γιατί κρύφτηκες καλά…

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Το πατρώνυμο του Αυγούστου




Σε εποχές ήσυχες
εσύ ανήσυχος

ραντισμένος από έναν αλήτη ήλιο
αυγουστιάτικο
να υποδέχεσαι τις ώρες
με τη μεγαλοπρέπεια του θανάτου
και τις στιγμές
με την αγιοσύνη της ζωής

σε εποχές ύποπτες
εσύ ανύποπτος

φυλακισμένος στο σώμα
ονειρεύεσαι
τη χώρα εκείνη της άχρονης σιωπής
τη μέρα εκείνη της ραστώνης
στον καθημέριο Αρμαγεδδώνα

το πρώτο βλέμμα
το ύστατο χαμόγελο

σε εποχές φλύαρες
εσύ σιγηλός

φέρνεις στα χέρια φρούτα
και καλοκαίρια στα χείλη
και έχεις αθανατίσει τον αέρα που αναπνέεις
και δεν λυγίζεις
στη σκέψη της αιφνίδιας αρπαγής…

σε εποχές φόβου

άφοβος εσύ… 




August

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

Αίσακος


Περνάγαμε το κλαδί της μυρτιάς
από τον ένα σύντροφο στον άλλο
τούτος ο νεκρόδειπνος
έχει το μεγαλείο της σιωπής
και της σιγής το φως
Ο ήρωας που κείται στο βελούδο της γης
μας περιμένει…

Περνάγαμε το πένθιμο κλαδί
από χέρι σε χέρι
λέγαμε δυο κουβέντες κι ύστερα δάκρυα
υμνούσαμε το Μέγα Σχίσμα
που τους θνητούς ποτέ δεν λησμονεί
αλλά και τον αιώνιο παλμό της δρόσινης ζωής
που δραπετεύει από τα Τάρταρα
και μας ποτίζει
για λίγο έστω
με συλλαβές βροχής

Το κλαδί έμεινε κάποτε μονάχο
ορφανό από ψελλίσματα ανθρώπων
που στέκουν τώρα βουβοί
δίπλα στον αθάνατο Τιτάνα

Έρχεται η αυγή αδελφέ μου
και μεθυσμένους θα μας βρει
να ξέρεις
όχι από πόνο
αλλά από δριμιά κατάφαση Έρωτα
και δάφοινη φωτιά ψυχής

να ορμήξουμε εκεί
που το αιώνιο σε παίρνει απ’το στήθος

και σε νανουρίζει…




Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Έξοδος και όχι Υπέρβαση


Π
ερπατούσαμε σιωπηλοί αρκετή ώρα μέσα σ’αυτό το όμορφο και τακτοποιημένο αλσύλλιο. Τέτοια ώρα ο κόσμος ήταν λιγοστός. Που και που κάποιο ζευγαράκι μόνο. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, στην πιο απόμερη πλευρά του άλσους. Αργήσαμε να σπάσουμε τη σιωπή που βάραινε την εωθινή ατμόσφαιρα της καλοκαιρινής ημέρας που ερχόταν. Δεν θα είχαμε πολλή ώρα ακριβής ησυχίας. Δεν θα αργούσε όλος τούτος ο πνεύμονας δροσιάς να γεμίσει από κόσμο, παιδιά και περαστικούς περιπατητές.
«Τι είναι αυτό που φοβάσαι;», αποφάσισα να κάνω εγώ την αρχή.
«Πώς το ένιωσες;», με ρώτησε ενώ κοιτούσε χαμηλά, στα πόδια του.
«Αν δεν ήταν φόβος δεν θα με αναζητούσες ύστερα από τόσα χρόνια και δεν θα επέμενες να έρθουμε ξανά εδώ… όπως τότε…»
Χαμογέλασε πικρά.
«Ναι… όπως τότε»
«Λοιπόν; Τι είναι;», επέμεινα.
«Φοβάμαι πως θα πρέπει να αντιμετωπίσω το πιο εφιαλτικό Υ της ζωής μου… αυτό θυμήθηκα και ο νους μου πήγε κατευθείαν σε σένα… το ξέρω… είμαι ασυγχώρητος που εξαφανίστηκα όμως…»
«Ας τα αφήσουμε τώρα αυτά… πες μου για αυτό το εφιαλτικό Υ…»
«Κι ο ένας δρόμος και ο άλλος είναι εφιάλτες… αν φύγει πρώτη εκείνη πώς θα μπορέσω να προχωρήσω… αν φύγω πρώτος εγώ, τι θα απογίνει εκείνη… στέκομαι καιρό τώρα στον κόμβο σα δειλός στρατιώτης που δεν τολμά να βγει απ’το χαράκωμα και να ορμήσει μπρος… κι ό,τι γίνει…»
«Ετούτη η ώρα θα ερχόταν κάποτε… θυμάσαι… το λέγαμε ήδη από τότε… συζητούσαμε αυτά τα παράλληλα Υ στις ζωές μας… εσύ με τη μητέρα σου, εγώ με τον αδελφό μου…»
«Ναι…», είπε ζωηρότερα. Ένας καφετί, μεγαλόσωμος σκύλος άρχισε να μας ζυγώνει με διστακτικά, τεμπέλικα βήματα.
«Μας είχε ενώσει τότε αυτή η αναλογία… νιώθω πως αυτή είναι που μας χώρισε κιόλας…», είπα.
Γύρισε και με κοίταξε.
«Δεν αντέχαμε να βλέπουμε στον άλλο τον εαυτό μας. Γι αυτό έφυγες. Έτυχε να φύγεις πρώτος. Αν δεν το έκανες εσύ θα το έκανα εγώ. Τα ετερώνυμα δεν έλκονται παρά για έναν μόνο λόγο. Επειδή μπορεί το ένα να αναπαυτεί στην ετερότητα του άλλου. Άνθρωποι με ομοειδείς συνθήκες τελικά χωρίζουν… όχι τραυματικά αλλά με σιωπή. Δεν το θέλουν όμως είναι επιταγή επιβίωσης».
Έσκυψε και πάλι στην παρατήρηση του εδάφους. Σε λίγο ο σκύλος έφτασε και σταμάτησε στα δυο μέτρα εμπρός μας. Μας κοίταξε για λίγο και μετά αργά αργά μας προσπέρασε.
«Ήσουν πάντα καλός σ’αυτό».
«Σε ποιο;»
«Να αναλύεις τις καταστάσεις. Είναι κάτι που δεν το είχα ποτέ. Το θαυμάζω. Με λίγες λέξεις τα είπες όλα».
«Το περίγραμμα έδωσα φίλε μου. Δεν είπα όμως στην ουσία τίποτα. Γιατί η ουσία είναι όσα ζούμε… αυτά τα γνωρίζουμε μόνον εμείς».
Κούνησε το κεφάλι του διαφωνώντας.
«Κι όμως… δεν είναι έτσι… το ζήλευα αυτό το στοιχείο… σε ζήλευα τότε… γι αυτό έφυγα… δεν ξέρω αν ήταν κι αυτό που είπες πριν… ίσως… εσύ πάντα αντιλαμβανόσουν με διεισδυτικότητα απίστευτη πράγματα που ο άλλος δεν τα είχε καν υποψιαστεί… ακόμη κι αν τα ζούσε… κι αν τα βίωνε δεν μπορούσε να τα εκφράσει… το κατάλαβα χρόνια μετά… σε ζήλευα… και θέλω να σου ζητήσω συγνώμη γι αυτό…».
Τον ένιωσα να τρέμει, να είναι έτοιμος να κλάψει. Μια τέτοια εξομολόγηση απαιτεί θάρρος και τόλμη μαζί.
«Όπως και να’χει… ο πυρήνας είναι ο κόμβος του πελώριου Υ που είναι εμπρός σου… σωστά;»
Συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι του χωρίς να μιλήσει.
«Και ξέρω πως διερευνάς τη μόνη διέξοδο που βλέπεις… καμιά υπέρβαση… έξοδος… έτσι δεν είναι;»
Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε απορημένος… τα μάτια του ήταν υγρά.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή δεν θέλεις να κάνεις καμιά υπέρβαση του αδιεξόδου… θέλεις να βγεις απ’αυτό. Και μαζί σου να βγει και η μητέρα σου. Ή όχι; Αυτό εξετάζεις καιρό τώρα… ίσως χρόνια τώρα…»
«Έξοδος…», επανέλαβε μελαγχολικά κι άρχισε να τρίβει μηχανικά τα δάχτυλά του.
«Όλοι όσοι βρεθήκαμε ή βρισκόμαστε προ αυτού του Υ το ίδιο σκεφτόμαστε ή θα σκεφτούμε… είναι κάτι από το οποίο κανείς δεν μπορεί να μας ‘λυτρώσει’… δοκιμάζουμε ίσως διάφορες διαφυγές… δεν λειτουργεί τίποτα… η ίδια η ζωή, η πορεία του βίου θέτει κάθε μέρα το ίδιο πάντα Υ… να συνεχίσω αυτό που ζω ή να αποδράσω μια και καλή;»
«Σαν το ερώτημα του Καμί ε;»
«Κάπως έτσι… μόνο που δεν είναι πλέον ένα ‘φιλοσοφικό’ ερώτημα… είναι η θηλιά στο λαιμό… όταν σφίξει υπερβολικά αισθανόμαστε πως πρέπει να πάρουμε την μεγάλη απόφαση… αυτό σε οδήγησε σήμερα ως εδώ… με μια έννοια έχεις πάρει την απόφασή σου… αυτό αισθάνομαι… ο φόβος δεν είναι πλέον στην απόφαση… είναι στην εκτέλεσή της…»
Γύρισε το σώμα του πίσω και ξάπλωσε στο παγκάκι. Άφησε μια ποσότητα αέρα να βγει από το στόμα του.
«Δεν ξέρω… δεν ξέρω…», μονολόγησε κουρασμένα.
Μείναμε για λίγη ώρα στη σιωπή.
«Φιλοσοφικά και ηθικά γνωρίζουμε την απάντηση. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να πάρουμε εμείς αποφάσεις για κανέναν άλλο… πρακτικά όμως… νιώθουμε πως απλά καθυστερούμε κάτι που έχει ήδη προ-αποφασιστεί… όχι από εμάς… δεν ξέρουμε από ποιον ή τι…»
«Εσύ;», με ρώτησε ξαφνικά και με κοίταξε συνοφρυωμένος. Έμοιαζε είκοσι χρόνια μεγαλύτερος. Ένας άλλος άνθρωπος.
«Νύχτα και μέρα παλεύω με το ίδιο θέμα. Είμαι ανίκανος να ‘δώσω λύση’ με την δραστική έννοια του όρου. Ίσως να είμαι δειλός. Πολλοί λένε πως είμαι ‘σοφός’… εγώ απαντώ μέσα μου πως πολλοί ‘σοφοί’ απλά έζησαν όλη τους τη ζωή μακριά από τη δράση επειδή ήταν δειλοί…»
«Νομίζω πως είσαι πολύ αυστηρός», είπε με έμφαση.
«Ο αυστηρός συνήθως είναι πιο κοντά στην έννοια του δικαίου από τον επιεική… αν ο απόλυτα αγαθός είναι σχεδόν πάντα άδικος, ο απόλυτα κακός είναι αρκετές φορές δίκαιος… χανόμαστε όμως πάλι σε διερευνήσεις… δεν οδηγούν πουθενά… μα ούτε κι εγώ μπορώ να σου δώσω σήμερα λύση… μάλλον δεν θα μπορέσω ποτέ να σου δώσω λύση… την αναζητώ κι εγώ… αυτό που διαισθάνομαι όμως είναι πως κάποιος άλλος, εντός μου θα την δώσει αντί για μένα μια μέρα…»
Χαμογέλασε πιο ανάλαφρα.
«Δηλαδή, λες να ξυπνήσεις ένα πρωί, να αρματωθείς ένα Καλάσνικοφ και…»
«Αυτή είναι ακριβώς η ‘υπέρβαση’ που σου έλεγα πριν… ξέρουμε πολλά τέτοια που έχουν συμβεί… ένας άνθρωπος ζει μια ‘ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή’ για τριάντα χρόνια και ένα πρωί ξυπνάει, παίρνει ένα κουμπούρι, γυρνάει στους δρόμους και αρχίζει να εκτελεί αδιακρίτως… ποιος ήταν ο πραγματικός εαυτός του, αναρωτιέται ο ακροατής της ιστορίας, ο επί τριάντα χρόνια καλός και νομοταγής πολίτης ή ο φονιάς της τελευταίας μέρας;»
Δεν έδωσα καμιάν απάντηση. Ούτε κι εκείνος το επιχείρησε.
«Δηλαδή, η υπέρβαση είναι ένα είδος τρέλας»
«Ας πούμε ότι υπέρβαση είναι ένας λανθασμένος ‘ηρωισμός’… μια ενεργειακή υπερ-πλήρωση του όλου συστήματος… μια υπερχείλιση που θολώνει τα πάντα… η υπέρβαση δίνει ενεργειακή εκτόνωση αλλά ο εγκλωβισμός παραμένει …»
«Ενώ η έξοδος;»
«Αυτή είναι ψύχραιμη, ελλόγιμος και οργανωμένη. Αίρει αυτόματα τον εγκλωβισμό αλλά αποκλείει την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση… την όποια κατάσταση»
«Και στη δική μου περίπτωση; Ή στη δική μας περίπτωση;»
«Αυτό ακριβώς που σου είπα λίγο πριν… περιμένω την απάντηση από μέσα μου… χρόνια τώρα… με υπομονή… έχω ‘στήσει αυτί’ στα έγκατά μου και περιμένω…»
Κούνησε το κεφάλι του στοχαστικά. Ο ήλιος άρχισε να ανεβαίνει και η μέρα να ζεσταίνει. Η πρώτη οικογένεια με δυο μικρά παιδάκια έκανε την εμφάνισή της. Δυο ποδήλατα, φωνές, γέλια, συστάσεις προσοχής από τους γονείς…
Η δική μας ιερή στιγμή είχε τελειώσει. Σηκωθήκαμε αργά αργά και αρχίσαμε να βαδίζουμε προς την επιστροφή.


***

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Να γευτείς το… δρόμο



«Αν δεν ξέρεις που πηγαίνεις, όλοι οι δρόμοι είναι λάθος»
(Κινέζικη –ίσως- παροιμία)


«Δ
όθηκε η αφορμή για το θέμα που θέλω να συζητήσουμε σήμερα από μια τηλεοπτική εκπομπή…»
«Παρήγορο…»
«Ποιο;»
«Ότι η τηλεόραση μπορεί ακόμη να φιλοξενεί εκπομπές που δίνουν αφορμές για στοχασμό»
«Ναι… ήταν μια εκπομπή που αναφερόταν στα διάφορα πνευματικά μονοπάτια της ανθρωπότητας μέσα στην ιστορία… θρησκείες, δόγματα, θεωρήσεις κλπ… το βασικό ερώτημα που μάλλον ήταν και ο άξονας της εκπομπής ήταν: πώς μπορώ να ξέρω ότι έχω διαλέξει τον ορθό δρόμο; Υπάρχουν τόσες πολλές ‘παγίδες’… χιλιάδες δρόμοι και χιλιάδες παγίδες… και ο χρόνος που έχω δεν είναι απεριόριστος… μια ζωή λίγων χρόνων… αν διαλέξω το λάθος μονοπάτι, πάει, χάνονται όλα…»
«Και η μόνη ελπίδα η… μετενσάρκωση έτσι; Σε χίλιες ζωές θα τους έχεις διαβεί όλους… Ας επανέλθουμε στο θέμα μας»
«…ναι… έτσι λοιπόν μέσα από την σύντομη έστω και πολύ συνοπτική περιήγηση σε πολλές πνευματικές προτάσεις από την αρχαιότητα ως σήμερα, η εκπομπή θέλησε να απαντήσει στο ερώτημα…»
«Αλλά δεν απάντησε»
«Την έχεις δει;»
«Όχι… αλλά πώς θα μπορούσε να απαντήσει;»
«Ναι… φυσικά… η κεντρική ιδέα ήταν πως δεν υπάρχει ‘ορθό’ μονοπάτι… για όλους… υπάρχει αυτό που εμείς διαλέγουμε… ή αφήνουμε και πάμε στο επόμενο…»
«Ωραία εκπομπή! Τόσος κόπος για να σε αφήσει στο κενό… ή μάλλον με την αίσθηση του κενού… και πριν ήσουν στο κενό αλλά μετά την εκπομπή το συνειδητοποιείς κιόλας…»
«Ναι… κάπως έτσι… το κενό…»
«Όπως με τα καρτούν… θυμάσαι μια παλιά συζήτηση για τα καρτούν;»
«Δεν είμαι βέβαιος… εσύ έχεις πολύ καλύτερη μνήμη…»
«Πάντα οι ήρωες των παλιών τουλάχιστον καρτούν, έπαιρναν φόρα και δεν τους σταματούσε τίποτα όταν κυνηγούσαν κάτι ή τους κυνηγούσε κάποιος… όπως όταν το κογιότ κυνηγάει το road runner… ξαφνικά περνάει το χείλος ενός γκρεμού, προχωράει μερικά μέτρα, βρίσκεται στο κενό αλλά δεν πέφτει…»
«Α, ναι…»
«Πότε πέφτει;»
«…»
«Όταν συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στο κενό…»
«Ναι… έχεις δίκιο… μετά πέφτει μολύβι και σκάει κάτω…»
«Ακριβώς… έχει πολύ ενδιαφέρον το σημείο αυτό της μετεώρισης όμως… έχει πνευματική σήμανση… οι δημιουργοί αυτών των καρτούν ήταν αρκετά ψαγμένοι…»
«Δεν την ανακαλώ αυτή τη συζήτηση… κρίμα… θα πρέπει να είχε ενδιαφέρον…»
«Ναι… και σε χαλαρό κλίμα… απόδειξη πως και μια πνευματική συζήτηση μπορεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Διόλου βαρετή, ‘βαριά’ και μονότονη…»
«Ώστε λες πως η εκπομπή ήταν μια τρύπα στο νερό;»
«Όλες οι τηλεοπτικές παραγωγές δεν ξεχνούν ποτέ το μέσο που τις φιλοξενεί. Όποια καλά κίνητρα κι αν έχει ο δημιουργός, απευθύνεται στη μάζα. Λυπούμαι που χρησιμοποιώ τη λέξη. Κάποια στιγμή που το πράγμα ‘βαραίνει’ ή κάνει ‘κοιλιά’ θα πρέπει να το γυρίσει, να το αλαφρώσει. Ή απλά, να περάσει στο επόμενο… έτσι, η τηλεόραση λειτουργεί πάντα οριζόντια… σε αντίθεση με την εσωτερική αναζήτηση που λειτουργεί κυρίως κάθετα…»
«Σε ρηχά νερά δηλαδή η εκπομπή…»
«Ένιωσες κάτι διαφορετικό;»
«Όχι… το επιβεβαιώνω… όμως ο άξονας του προβληματισμού παραμένει… αν έχεις διάθεση να το συζητήσουμε λίγο…»
«Το πώς επιλέγει κανείς τον ορθό πνευματικό δρόμο;»
«Ναι…»
«Μάλιστα… να ένα θέμα που μπορεί να απασχολήσει έναν άνθρωπο… για σαράντα ή πενήντα χρόνια…»
«Με διάθεση είσαι απόψε…»
«Μα, δεν αστειεύομαι… τι περιμένεις να σου πω; Θυμήθηκα όμως ένα μικρό χωρίο από τον Ιωάννη… μάλιστα από την αρχή της Α’ Επιστολής…»
«Με συγχωρείς… για την Καινή Διαθήκη λες;»
«Πήρες μπρος…»
«Μην αρπάζεσαι… δεν είναι καθόλου ο τομέας μου…»
«Συνεχίζω… Μισό λεπτό να το θυμηθώ… Ὅ ἧν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·…»
«!!!...Μετάφραση;»
«Αληθινά χρειάζεται μετάφραση;»
«Θα βοηθούσε…»
«Απόδοση λοιπόν… Για Αυτόν που υπήρχε από την αρχή, που Τον ακούσαμε, που Τον είδαμε από πολύ κοντά, με τα μάτια μας τα ίδια και τα χέρια μας Τον ψηλάφησαν, για Τον Λόγο τής ζωής… εδώ χρειάζεται προσοχή μια φράση ειδικά… καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν…»
«Ναι…»
«Πήρες λίγο μπρος στην αρχή αλλά… βρήκαμε ανηφόρα…»
«Θέλω να πω…»
«Αυτό που κάνει εντύπωση εδώ είναι ότι οι σωματικές αισθήσεις χρησιμοποιούνται ως προαπαιτούμενο της πνευματικής εμπείρωσης… ἀκηκόαμεν, ἑωράκαμεν, ἐθεασάμεθα… ἐψηλάφησαν… Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο κατεξοχήν θεολογών εκ των ευαγγελιστών απευθυνόμενος σε αδελφούς διαφόρων εκκλησιών ξεκινάει από τη δύναμη του αισθητού, των βιολογικών οργάνων;»
«Ναι… βέβαια… μα, το θέμα αυτό είναι πολύ εξειδικευμένο… δεν…»
«Δεν ξέρεις που θέλω να το πάω… φοβάσαι ότι απομακρύνθηκα από τον πυρήνα…»
«Δηλαδή…»
«Μα ποιος άλλος είναι ο πυρήνας φίλε μου αγαπημένε αν όχι το να ψηλαφήσεις τον δρόμο; Πώς αλλιώς μπορείς περισσότερο να βεβαιωθείς για την ορθότητα μιας επιλογής αν όχι με τις φυσικές σου αισθήσεις; Εγώ μάλιστα θα προσέθετα και άλλες…»
«Δηλαδή;»
«Ότι αυτόν τον δρόμο τον γεύτηκα, τον ένιωσα, τον έφαγα, τον ήπια, τον δοκίμασα… κοιμήθηκα μαζί του και ξύπνησα μαζί του… δεν ακολούθησα έναν δρόμο που με παράτησε, με εγκατέλειψε, με ‘άδειασε’ κατά το χυδαϊστί λεγόμενο… τον γεύτηκα με όλες μου τις αισθήσεις… είναι κάτι που έχω εμπειρωθεί σωματοπνευματικά… αλλιώς δεν αξίζει τίποτε, επιστρέφεται στην αντιπροσωπεία…»
«Ναι… βέβαια… όμως…»
«Είσαι μπερδεμένος… Δεν αναφέρομαι μονιστικά στο χριστιανικό δρόμο… μην με παρεξηγήσεις… δανείστηκα ένα χωρίο από τον Ιωάννη γιατί ταιριάζει με το ερώτημά σου… μπορεί αυτός ο δρόμος να είναι η τέχνη, η επιστήμη, ο χορός, η ποίηση, η μουσική, η λογοτεχνία, ο εσωτερισμός… δεν ξέρω… θυμάσαι τον ‘δρόμο με καρδιά’…»
«Του Δον Χουάν!»
«Ξεφτέρι μου… μόλις πήγαμε στα νεοεποχίτικα δούλεψες διπλό τούρμπο!»
«Μα, τον έχω μελετήσει, το ξέρεις…»
«Τι λέει λοιπόν ο Δον Χουάν Μάτους στον Καστανέντα;»
«Λέει περίπου το εξής… Πως ο κάθε δρόμος είναι ένας δρόμος και αν χρειαστεί μπορείς να τον εγκαταλείψεις… δεν είναι ντροπή… διαλέγεις έναν άλλο… πριν διαλέξεις τον μελετάς, τον δοκιμάζεις όσες φορές χρειαστεί… διαλογίζεσαι επ’αυτού… ο δρόμος είναι εκεί, περιμένει… εσύ δεν έχεις χρόνο δυστυχώς…»
«Σωστά… λέει κι άλλα φυσικά και κάπου λέει για την καρδιά…»
«Βέβαια… πως το μόνο ερώτημα που θέτεις πριν στον εαυτό σου είναι, έχει αυτός ο δρόμος καρδιά; Αν έχει είναι καλός, αν όχι, είναι άχρηστος…»
«Ο Δον Χουάν δεν θέτει λοιπόν το ζήτημα του σκοπού. Που οδηγεί αυτός ο δρόμος ή ο άλλος… γιατί άλλωστε λέει πως…»
«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο πουθενά…»
«Σημασία έχει να έχει καρδιά η ατραπός που βαδίζεις και όχι που θα σε βγάλει»
«Έτσι ακριβώς… Καμιά σχέση με τη χριστιανική ‘τεθλιμμένη’ οδό κλπ…»
«Ας μην μπούμε στη συγκρητική τώρα… ο Ιησούς από μια άποψη Τολτέκικη ήταν επίσης ένας Μάγος-Πολεμιστής, ένας Σαμάνος, μέσα από άλλες ορίζουσες όμως, κάτι που φυσικά δεν γίνεται αποδεκτό από την Εκκλησία και σωστά κατά τη γνώμη μου… το κάθε τι λειτουργεί στο χώρο του, στο πλαίσιό του, στις αναφορές του… ας μην τα βάζουμε όλα στο μίξερ…»
«Ναι… όπως έγινε με τη Νέα Εποχή θέλεις να πεις;»
«Ε, φυσικά… όπως ανακάτευαν τα ψυχοτρόπα φάρμακα και τα ναρκωτικά έτσι ανακάτεψαν θρησκείες, φιλοσοφίες και μαγείες και τι προέκυψε στο τέλος;»
«Hangover…»
«Πολύ σωστός είσαι… ανέβηκες με ντεμαράζ στο τέλος…»
«Νομίζω πως κάπου μάς έβγαλε η σημερινή μας συνάντηση…»
«Το περισσότερο ήταν πως χάρηκα που σε ξανάδα μετά από καιρό…»
«Κι εγώ…»
«Το δεύτερο είναι να πετάξεις την τηλεόραση ή να τη δωρίσεις σε κάποιον που τη θέλει ή τη χρειάζεται…»
«Μα…»
«Εντάξει, δες Μουντιάλ πρώτα και μετά…»
«…»
«Το τρίτο είναι πως η ίδια η Ανάγκη δεικνύει, σημαίνει… η Ανάγκη ή αν θέλεις, το Άνυσμα της Ανάγκης… Όμως γι’αυτό θα μιλήσουμε σε άλλη μας συνάντηση…»
«Μα, θα ήθελα τώρα… ακούγεται ενδιαφέρον… μια τζουρίτσα έστω…»
«Μέχρι να τελειώσει το Μουντιάλ θα έχεις υιοθετήσει όλη τη γηπεδική διάλεκτο…»
«Θέλω να πω… έχει πράγματι ενδιαφέρον…»
«Γι αυτό και δεν πρέπει να εξαντληθεί στο… πρώτο τεύχος…»
«Εντάξει… Θα τα ξαναπούμε λοιπόν…»

***