Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Έξοδος και όχι Υπέρβαση


Π
ερπατούσαμε σιωπηλοί αρκετή ώρα μέσα σ’αυτό το όμορφο και τακτοποιημένο αλσύλλιο. Τέτοια ώρα ο κόσμος ήταν λιγοστός. Που και που κάποιο ζευγαράκι μόνο. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, στην πιο απόμερη πλευρά του άλσους. Αργήσαμε να σπάσουμε τη σιωπή που βάραινε την εωθινή ατμόσφαιρα της καλοκαιρινής ημέρας που ερχόταν. Δεν θα είχαμε πολλή ώρα ακριβής ησυχίας. Δεν θα αργούσε όλος τούτος ο πνεύμονας δροσιάς να γεμίσει από κόσμο, παιδιά και περαστικούς περιπατητές.
«Τι είναι αυτό που φοβάσαι;», αποφάσισα να κάνω εγώ την αρχή.
«Πώς το ένιωσες;», με ρώτησε ενώ κοιτούσε χαμηλά, στα πόδια του.
«Αν δεν ήταν φόβος δεν θα με αναζητούσες ύστερα από τόσα χρόνια και δεν θα επέμενες να έρθουμε ξανά εδώ… όπως τότε…»
Χαμογέλασε πικρά.
«Ναι… όπως τότε»
«Λοιπόν; Τι είναι;», επέμεινα.
«Φοβάμαι πως θα πρέπει να αντιμετωπίσω το πιο εφιαλτικό Υ της ζωής μου… αυτό θυμήθηκα και ο νους μου πήγε κατευθείαν σε σένα… το ξέρω… είμαι ασυγχώρητος που εξαφανίστηκα όμως…»
«Ας τα αφήσουμε τώρα αυτά… πες μου για αυτό το εφιαλτικό Υ…»
«Κι ο ένας δρόμος και ο άλλος είναι εφιάλτες… αν φύγει πρώτη εκείνη πώς θα μπορέσω να προχωρήσω… αν φύγω πρώτος εγώ, τι θα απογίνει εκείνη… στέκομαι καιρό τώρα στον κόμβο σα δειλός στρατιώτης που δεν τολμά να βγει απ’το χαράκωμα και να ορμήσει μπρος… κι ό,τι γίνει…»
«Ετούτη η ώρα θα ερχόταν κάποτε… θυμάσαι… το λέγαμε ήδη από τότε… συζητούσαμε αυτά τα παράλληλα Υ στις ζωές μας… εσύ με τη μητέρα σου, εγώ με τον αδελφό μου…»
«Ναι…», είπε ζωηρότερα. Ένας καφετί, μεγαλόσωμος σκύλος άρχισε να μας ζυγώνει με διστακτικά, τεμπέλικα βήματα.
«Μας είχε ενώσει τότε αυτή η αναλογία… νιώθω πως αυτή είναι που μας χώρισε κιόλας…», είπα.
Γύρισε και με κοίταξε.
«Δεν αντέχαμε να βλέπουμε στον άλλο τον εαυτό μας. Γι αυτό έφυγες. Έτυχε να φύγεις πρώτος. Αν δεν το έκανες εσύ θα το έκανα εγώ. Τα ετερώνυμα δεν έλκονται παρά για έναν μόνο λόγο. Επειδή μπορεί το ένα να αναπαυτεί στην ετερότητα του άλλου. Άνθρωποι με ομοειδείς συνθήκες τελικά χωρίζουν… όχι τραυματικά αλλά με σιωπή. Δεν το θέλουν όμως είναι επιταγή επιβίωσης».
Έσκυψε και πάλι στην παρατήρηση του εδάφους. Σε λίγο ο σκύλος έφτασε και σταμάτησε στα δυο μέτρα εμπρός μας. Μας κοίταξε για λίγο και μετά αργά αργά μας προσπέρασε.
«Ήσουν πάντα καλός σ’αυτό».
«Σε ποιο;»
«Να αναλύεις τις καταστάσεις. Είναι κάτι που δεν το είχα ποτέ. Το θαυμάζω. Με λίγες λέξεις τα είπες όλα».
«Το περίγραμμα έδωσα φίλε μου. Δεν είπα όμως στην ουσία τίποτα. Γιατί η ουσία είναι όσα ζούμε… αυτά τα γνωρίζουμε μόνον εμείς».
Κούνησε το κεφάλι του διαφωνώντας.
«Κι όμως… δεν είναι έτσι… το ζήλευα αυτό το στοιχείο… σε ζήλευα τότε… γι αυτό έφυγα… δεν ξέρω αν ήταν κι αυτό που είπες πριν… ίσως… εσύ πάντα αντιλαμβανόσουν με διεισδυτικότητα απίστευτη πράγματα που ο άλλος δεν τα είχε καν υποψιαστεί… ακόμη κι αν τα ζούσε… κι αν τα βίωνε δεν μπορούσε να τα εκφράσει… το κατάλαβα χρόνια μετά… σε ζήλευα… και θέλω να σου ζητήσω συγνώμη γι αυτό…».
Τον ένιωσα να τρέμει, να είναι έτοιμος να κλάψει. Μια τέτοια εξομολόγηση απαιτεί θάρρος και τόλμη μαζί.
«Όπως και να’χει… ο πυρήνας είναι ο κόμβος του πελώριου Υ που είναι εμπρός σου… σωστά;»
Συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι του χωρίς να μιλήσει.
«Και ξέρω πως διερευνάς τη μόνη διέξοδο που βλέπεις… καμιά υπέρβαση… έξοδος… έτσι δεν είναι;»
Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε απορημένος… τα μάτια του ήταν υγρά.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή δεν θέλεις να κάνεις καμιά υπέρβαση του αδιεξόδου… θέλεις να βγεις απ’αυτό. Και μαζί σου να βγει και η μητέρα σου. Ή όχι; Αυτό εξετάζεις καιρό τώρα… ίσως χρόνια τώρα…»
«Έξοδος…», επανέλαβε μελαγχολικά κι άρχισε να τρίβει μηχανικά τα δάχτυλά του.
«Όλοι όσοι βρεθήκαμε ή βρισκόμαστε προ αυτού του Υ το ίδιο σκεφτόμαστε ή θα σκεφτούμε… είναι κάτι από το οποίο κανείς δεν μπορεί να μας ‘λυτρώσει’… δοκιμάζουμε ίσως διάφορες διαφυγές… δεν λειτουργεί τίποτα… η ίδια η ζωή, η πορεία του βίου θέτει κάθε μέρα το ίδιο πάντα Υ… να συνεχίσω αυτό που ζω ή να αποδράσω μια και καλή;»
«Σαν το ερώτημα του Καμί ε;»
«Κάπως έτσι… μόνο που δεν είναι πλέον ένα ‘φιλοσοφικό’ ερώτημα… είναι η θηλιά στο λαιμό… όταν σφίξει υπερβολικά αισθανόμαστε πως πρέπει να πάρουμε την μεγάλη απόφαση… αυτό σε οδήγησε σήμερα ως εδώ… με μια έννοια έχεις πάρει την απόφασή σου… αυτό αισθάνομαι… ο φόβος δεν είναι πλέον στην απόφαση… είναι στην εκτέλεσή της…»
Γύρισε το σώμα του πίσω και ξάπλωσε στο παγκάκι. Άφησε μια ποσότητα αέρα να βγει από το στόμα του.
«Δεν ξέρω… δεν ξέρω…», μονολόγησε κουρασμένα.
Μείναμε για λίγη ώρα στη σιωπή.
«Φιλοσοφικά και ηθικά γνωρίζουμε την απάντηση. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να πάρουμε εμείς αποφάσεις για κανέναν άλλο… πρακτικά όμως… νιώθουμε πως απλά καθυστερούμε κάτι που έχει ήδη προ-αποφασιστεί… όχι από εμάς… δεν ξέρουμε από ποιον ή τι…»
«Εσύ;», με ρώτησε ξαφνικά και με κοίταξε συνοφρυωμένος. Έμοιαζε είκοσι χρόνια μεγαλύτερος. Ένας άλλος άνθρωπος.
«Νύχτα και μέρα παλεύω με το ίδιο θέμα. Είμαι ανίκανος να ‘δώσω λύση’ με την δραστική έννοια του όρου. Ίσως να είμαι δειλός. Πολλοί λένε πως είμαι ‘σοφός’… εγώ απαντώ μέσα μου πως πολλοί ‘σοφοί’ απλά έζησαν όλη τους τη ζωή μακριά από τη δράση επειδή ήταν δειλοί…»
«Νομίζω πως είσαι πολύ αυστηρός», είπε με έμφαση.
«Ο αυστηρός συνήθως είναι πιο κοντά στην έννοια του δικαίου από τον επιεική… αν ο απόλυτα αγαθός είναι σχεδόν πάντα άδικος, ο απόλυτα κακός είναι αρκετές φορές δίκαιος… χανόμαστε όμως πάλι σε διερευνήσεις… δεν οδηγούν πουθενά… μα ούτε κι εγώ μπορώ να σου δώσω σήμερα λύση… μάλλον δεν θα μπορέσω ποτέ να σου δώσω λύση… την αναζητώ κι εγώ… αυτό που διαισθάνομαι όμως είναι πως κάποιος άλλος, εντός μου θα την δώσει αντί για μένα μια μέρα…»
Χαμογέλασε πιο ανάλαφρα.
«Δηλαδή, λες να ξυπνήσεις ένα πρωί, να αρματωθείς ένα Καλάσνικοφ και…»
«Αυτή είναι ακριβώς η ‘υπέρβαση’ που σου έλεγα πριν… ξέρουμε πολλά τέτοια που έχουν συμβεί… ένας άνθρωπος ζει μια ‘ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή’ για τριάντα χρόνια και ένα πρωί ξυπνάει, παίρνει ένα κουμπούρι, γυρνάει στους δρόμους και αρχίζει να εκτελεί αδιακρίτως… ποιος ήταν ο πραγματικός εαυτός του, αναρωτιέται ο ακροατής της ιστορίας, ο επί τριάντα χρόνια καλός και νομοταγής πολίτης ή ο φονιάς της τελευταίας μέρας;»
Δεν έδωσα καμιάν απάντηση. Ούτε κι εκείνος το επιχείρησε.
«Δηλαδή, η υπέρβαση είναι ένα είδος τρέλας»
«Ας πούμε ότι υπέρβαση είναι ένας λανθασμένος ‘ηρωισμός’… μια ενεργειακή υπερ-πλήρωση του όλου συστήματος… μια υπερχείλιση που θολώνει τα πάντα… η υπέρβαση δίνει ενεργειακή εκτόνωση αλλά ο εγκλωβισμός παραμένει …»
«Ενώ η έξοδος;»
«Αυτή είναι ψύχραιμη, ελλόγιμος και οργανωμένη. Αίρει αυτόματα τον εγκλωβισμό αλλά αποκλείει την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση… την όποια κατάσταση»
«Και στη δική μου περίπτωση; Ή στη δική μας περίπτωση;»
«Αυτό ακριβώς που σου είπα λίγο πριν… περιμένω την απάντηση από μέσα μου… χρόνια τώρα… με υπομονή… έχω ‘στήσει αυτί’ στα έγκατά μου και περιμένω…»
Κούνησε το κεφάλι του στοχαστικά. Ο ήλιος άρχισε να ανεβαίνει και η μέρα να ζεσταίνει. Η πρώτη οικογένεια με δυο μικρά παιδάκια έκανε την εμφάνισή της. Δυο ποδήλατα, φωνές, γέλια, συστάσεις προσοχής από τους γονείς…
Η δική μας ιερή στιγμή είχε τελειώσει. Σηκωθήκαμε αργά αργά και αρχίσαμε να βαδίζουμε προς την επιστροφή.


***

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Να γευτείς το… δρόμο



«Αν δεν ξέρεις που πηγαίνεις, όλοι οι δρόμοι είναι λάθος»
(Κινέζικη –ίσως- παροιμία)


«Δ
όθηκε η αφορμή για το θέμα που θέλω να συζητήσουμε σήμερα από μια τηλεοπτική εκπομπή…»
«Παρήγορο…»
«Ποιο;»
«Ότι η τηλεόραση μπορεί ακόμη να φιλοξενεί εκπομπές που δίνουν αφορμές για στοχασμό»
«Ναι… ήταν μια εκπομπή που αναφερόταν στα διάφορα πνευματικά μονοπάτια της ανθρωπότητας μέσα στην ιστορία… θρησκείες, δόγματα, θεωρήσεις κλπ… το βασικό ερώτημα που μάλλον ήταν και ο άξονας της εκπομπής ήταν: πώς μπορώ να ξέρω ότι έχω διαλέξει τον ορθό δρόμο; Υπάρχουν τόσες πολλές ‘παγίδες’… χιλιάδες δρόμοι και χιλιάδες παγίδες… και ο χρόνος που έχω δεν είναι απεριόριστος… μια ζωή λίγων χρόνων… αν διαλέξω το λάθος μονοπάτι, πάει, χάνονται όλα…»
«Και η μόνη ελπίδα η… μετενσάρκωση έτσι; Σε χίλιες ζωές θα τους έχεις διαβεί όλους… Ας επανέλθουμε στο θέμα μας»
«…ναι… έτσι λοιπόν μέσα από την σύντομη έστω και πολύ συνοπτική περιήγηση σε πολλές πνευματικές προτάσεις από την αρχαιότητα ως σήμερα, η εκπομπή θέλησε να απαντήσει στο ερώτημα…»
«Αλλά δεν απάντησε»
«Την έχεις δει;»
«Όχι… αλλά πώς θα μπορούσε να απαντήσει;»
«Ναι… φυσικά… η κεντρική ιδέα ήταν πως δεν υπάρχει ‘ορθό’ μονοπάτι… για όλους… υπάρχει αυτό που εμείς διαλέγουμε… ή αφήνουμε και πάμε στο επόμενο…»
«Ωραία εκπομπή! Τόσος κόπος για να σε αφήσει στο κενό… ή μάλλον με την αίσθηση του κενού… και πριν ήσουν στο κενό αλλά μετά την εκπομπή το συνειδητοποιείς κιόλας…»
«Ναι… κάπως έτσι… το κενό…»
«Όπως με τα καρτούν… θυμάσαι μια παλιά συζήτηση για τα καρτούν;»
«Δεν είμαι βέβαιος… εσύ έχεις πολύ καλύτερη μνήμη…»
«Πάντα οι ήρωες των παλιών τουλάχιστον καρτούν, έπαιρναν φόρα και δεν τους σταματούσε τίποτα όταν κυνηγούσαν κάτι ή τους κυνηγούσε κάποιος… όπως όταν το κογιότ κυνηγάει το road runner… ξαφνικά περνάει το χείλος ενός γκρεμού, προχωράει μερικά μέτρα, βρίσκεται στο κενό αλλά δεν πέφτει…»
«Α, ναι…»
«Πότε πέφτει;»
«…»
«Όταν συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στο κενό…»
«Ναι… έχεις δίκιο… μετά πέφτει μολύβι και σκάει κάτω…»
«Ακριβώς… έχει πολύ ενδιαφέρον το σημείο αυτό της μετεώρισης όμως… έχει πνευματική σήμανση… οι δημιουργοί αυτών των καρτούν ήταν αρκετά ψαγμένοι…»
«Δεν την ανακαλώ αυτή τη συζήτηση… κρίμα… θα πρέπει να είχε ενδιαφέρον…»
«Ναι… και σε χαλαρό κλίμα… απόδειξη πως και μια πνευματική συζήτηση μπορεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Διόλου βαρετή, ‘βαριά’ και μονότονη…»
«Ώστε λες πως η εκπομπή ήταν μια τρύπα στο νερό;»
«Όλες οι τηλεοπτικές παραγωγές δεν ξεχνούν ποτέ το μέσο που τις φιλοξενεί. Όποια καλά κίνητρα κι αν έχει ο δημιουργός, απευθύνεται στη μάζα. Λυπούμαι που χρησιμοποιώ τη λέξη. Κάποια στιγμή που το πράγμα ‘βαραίνει’ ή κάνει ‘κοιλιά’ θα πρέπει να το γυρίσει, να το αλαφρώσει. Ή απλά, να περάσει στο επόμενο… έτσι, η τηλεόραση λειτουργεί πάντα οριζόντια… σε αντίθεση με την εσωτερική αναζήτηση που λειτουργεί κυρίως κάθετα…»
«Σε ρηχά νερά δηλαδή η εκπομπή…»
«Ένιωσες κάτι διαφορετικό;»
«Όχι… το επιβεβαιώνω… όμως ο άξονας του προβληματισμού παραμένει… αν έχεις διάθεση να το συζητήσουμε λίγο…»
«Το πώς επιλέγει κανείς τον ορθό πνευματικό δρόμο;»
«Ναι…»
«Μάλιστα… να ένα θέμα που μπορεί να απασχολήσει έναν άνθρωπο… για σαράντα ή πενήντα χρόνια…»
«Με διάθεση είσαι απόψε…»
«Μα, δεν αστειεύομαι… τι περιμένεις να σου πω; Θυμήθηκα όμως ένα μικρό χωρίο από τον Ιωάννη… μάλιστα από την αρχή της Α’ Επιστολής…»
«Με συγχωρείς… για την Καινή Διαθήκη λες;»
«Πήρες μπρος…»
«Μην αρπάζεσαι… δεν είναι καθόλου ο τομέας μου…»
«Συνεχίζω… Μισό λεπτό να το θυμηθώ… Ὅ ἧν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·…»
«!!!...Μετάφραση;»
«Αληθινά χρειάζεται μετάφραση;»
«Θα βοηθούσε…»
«Απόδοση λοιπόν… Για Αυτόν που υπήρχε από την αρχή, που Τον ακούσαμε, που Τον είδαμε από πολύ κοντά, με τα μάτια μας τα ίδια και τα χέρια μας Τον ψηλάφησαν, για Τον Λόγο τής ζωής… εδώ χρειάζεται προσοχή μια φράση ειδικά… καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν…»
«Ναι…»
«Πήρες λίγο μπρος στην αρχή αλλά… βρήκαμε ανηφόρα…»
«Θέλω να πω…»
«Αυτό που κάνει εντύπωση εδώ είναι ότι οι σωματικές αισθήσεις χρησιμοποιούνται ως προαπαιτούμενο της πνευματικής εμπείρωσης… ἀκηκόαμεν, ἑωράκαμεν, ἐθεασάμεθα… ἐψηλάφησαν… Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο κατεξοχήν θεολογών εκ των ευαγγελιστών απευθυνόμενος σε αδελφούς διαφόρων εκκλησιών ξεκινάει από τη δύναμη του αισθητού, των βιολογικών οργάνων;»
«Ναι… βέβαια… μα, το θέμα αυτό είναι πολύ εξειδικευμένο… δεν…»
«Δεν ξέρεις που θέλω να το πάω… φοβάσαι ότι απομακρύνθηκα από τον πυρήνα…»
«Δηλαδή…»
«Μα ποιος άλλος είναι ο πυρήνας φίλε μου αγαπημένε αν όχι το να ψηλαφήσεις τον δρόμο; Πώς αλλιώς μπορείς περισσότερο να βεβαιωθείς για την ορθότητα μιας επιλογής αν όχι με τις φυσικές σου αισθήσεις; Εγώ μάλιστα θα προσέθετα και άλλες…»
«Δηλαδή;»
«Ότι αυτόν τον δρόμο τον γεύτηκα, τον ένιωσα, τον έφαγα, τον ήπια, τον δοκίμασα… κοιμήθηκα μαζί του και ξύπνησα μαζί του… δεν ακολούθησα έναν δρόμο που με παράτησε, με εγκατέλειψε, με ‘άδειασε’ κατά το χυδαϊστί λεγόμενο… τον γεύτηκα με όλες μου τις αισθήσεις… είναι κάτι που έχω εμπειρωθεί σωματοπνευματικά… αλλιώς δεν αξίζει τίποτε, επιστρέφεται στην αντιπροσωπεία…»
«Ναι… βέβαια… όμως…»
«Είσαι μπερδεμένος… Δεν αναφέρομαι μονιστικά στο χριστιανικό δρόμο… μην με παρεξηγήσεις… δανείστηκα ένα χωρίο από τον Ιωάννη γιατί ταιριάζει με το ερώτημά σου… μπορεί αυτός ο δρόμος να είναι η τέχνη, η επιστήμη, ο χορός, η ποίηση, η μουσική, η λογοτεχνία, ο εσωτερισμός… δεν ξέρω… θυμάσαι τον ‘δρόμο με καρδιά’…»
«Του Δον Χουάν!»
«Ξεφτέρι μου… μόλις πήγαμε στα νεοεποχίτικα δούλεψες διπλό τούρμπο!»
«Μα, τον έχω μελετήσει, το ξέρεις…»
«Τι λέει λοιπόν ο Δον Χουάν Μάτους στον Καστανέντα;»
«Λέει περίπου το εξής… Πως ο κάθε δρόμος είναι ένας δρόμος και αν χρειαστεί μπορείς να τον εγκαταλείψεις… δεν είναι ντροπή… διαλέγεις έναν άλλο… πριν διαλέξεις τον μελετάς, τον δοκιμάζεις όσες φορές χρειαστεί… διαλογίζεσαι επ’αυτού… ο δρόμος είναι εκεί, περιμένει… εσύ δεν έχεις χρόνο δυστυχώς…»
«Σωστά… λέει κι άλλα φυσικά και κάπου λέει για την καρδιά…»
«Βέβαια… πως το μόνο ερώτημα που θέτεις πριν στον εαυτό σου είναι, έχει αυτός ο δρόμος καρδιά; Αν έχει είναι καλός, αν όχι, είναι άχρηστος…»
«Ο Δον Χουάν δεν θέτει λοιπόν το ζήτημα του σκοπού. Που οδηγεί αυτός ο δρόμος ή ο άλλος… γιατί άλλωστε λέει πως…»
«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο πουθενά…»
«Σημασία έχει να έχει καρδιά η ατραπός που βαδίζεις και όχι που θα σε βγάλει»
«Έτσι ακριβώς… Καμιά σχέση με τη χριστιανική ‘τεθλιμμένη’ οδό κλπ…»
«Ας μην μπούμε στη συγκρητική τώρα… ο Ιησούς από μια άποψη Τολτέκικη ήταν επίσης ένας Μάγος-Πολεμιστής, ένας Σαμάνος, μέσα από άλλες ορίζουσες όμως, κάτι που φυσικά δεν γίνεται αποδεκτό από την Εκκλησία και σωστά κατά τη γνώμη μου… το κάθε τι λειτουργεί στο χώρο του, στο πλαίσιό του, στις αναφορές του… ας μην τα βάζουμε όλα στο μίξερ…»
«Ναι… όπως έγινε με τη Νέα Εποχή θέλεις να πεις;»
«Ε, φυσικά… όπως ανακάτευαν τα ψυχοτρόπα φάρμακα και τα ναρκωτικά έτσι ανακάτεψαν θρησκείες, φιλοσοφίες και μαγείες και τι προέκυψε στο τέλος;»
«Hangover…»
«Πολύ σωστός είσαι… ανέβηκες με ντεμαράζ στο τέλος…»
«Νομίζω πως κάπου μάς έβγαλε η σημερινή μας συνάντηση…»
«Το περισσότερο ήταν πως χάρηκα που σε ξανάδα μετά από καιρό…»
«Κι εγώ…»
«Το δεύτερο είναι να πετάξεις την τηλεόραση ή να τη δωρίσεις σε κάποιον που τη θέλει ή τη χρειάζεται…»
«Μα…»
«Εντάξει, δες Μουντιάλ πρώτα και μετά…»
«…»
«Το τρίτο είναι πως η ίδια η Ανάγκη δεικνύει, σημαίνει… η Ανάγκη ή αν θέλεις, το Άνυσμα της Ανάγκης… Όμως γι’αυτό θα μιλήσουμε σε άλλη μας συνάντηση…»
«Μα, θα ήθελα τώρα… ακούγεται ενδιαφέρον… μια τζουρίτσα έστω…»
«Μέχρι να τελειώσει το Μουντιάλ θα έχεις υιοθετήσει όλη τη γηπεδική διάλεκτο…»
«Θέλω να πω… έχει πράγματι ενδιαφέρον…»
«Γι αυτό και δεν πρέπει να εξαντληθεί στο… πρώτο τεύχος…»
«Εντάξει… Θα τα ξαναπούμε λοιπόν…»

***


Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Η ετοιμότητα της φυγής…






Ε
ίναι η ζωή μια διαρκής και ατελεύτητη ασκητική ανάβασης;
Μια ασκητική πένθους;
Αν είναι πράγματι έτσι γιατί η ετοιμότητα της φυγής αποδεικνύεται πως αποτελεί το πιο δύσκολο απ’όλα τα επιτεύγματα στην πνευματική ωρίμανση του ανθρώπου;
Η ετοιμότητα της φυγής… γιατί άραγε θα πρέπει να είναι κανείς ‘έτοιμος’ να φύγει;
Γιατί θα πρέπει να ζει κανείς διαρκώς ‘με μια βαλίτσα στο χέρι’;
Γιατί να μην αφεθεί;
Γιατί να μην ‘ξεχαστεί;’
Γιατί να μην έχει το δικαίωμα της λήθης του θανάτου;
Θυμάμαι μια συνομιλία με μια παλιά φίλη που αποτελεί και την αφορμή αυτής της ανάρτησης. Είχαμε συναντηθεί στο φιλόξενο σπίτι ενός κοινού φίλου και κάποια στιγμή θέλησε να μου αναφέρει ένα όνειρό της. Ένα όνειρο που θεωρούσε ‘σημαδιακό’.
«Είδα πως βρισκόμουν σε ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο», μου είπε κι ήταν ήδη αναστατωμένη καθώς αναβίωνε το όνειρό της. «Κόσμος πολύς σ’αυτό το τεράστιο πλοίο και λογής λογής. Θυμάμαι πως κάποιοι ήταν σε μια διαρκή ετοιμότητα, σε μια έντονη ανησυχία, σε μια αφύσικη εγρήγορση… όχι εγώ… εγώ ήμουν σε μια αναπαυτική ξαπλώστρα σε κάποιο ευρύχωρο κατάστρωμα, παρέα με τα παιδιά μου και απολάμβανα το ταξίδι. Δεν μπορούσα να κατανοήσω γιατί υπήρχε σε κάποιους αυτή η ‘πολεμική’ ετοιμότητα. Οι περισσότεροι δεν ήταν έτσι. Ήταν μάλλον σαν κι εμένα, ανέμελοι. Άλλοι πάλι σουλατζάριζαν ήρεμα και στοχαστικά και περνούσαν από μπρος μου. Κανείς δεν μιλούσε στους άλλους όμως γύρω του. Όλοι ήταν απορροφημένοι στον εαυτό τους, όλοι ήταν σε μια περίεργη μοναξιά.
Δεν ήμουν εκεί για διακοπές. Αυτό το ένιωσα, δεν το ήξερα. Ούτε που πήγαινε το πλοίο είχα ιδέα. Όμως κάποια στιγμή ένιωσα πως το πλοίο ζύγωνε στον προορισμό του. Είδα κάποιους συνεπιβάτες να βαδίζουν νευρικοί προς την πλώρη, άλλοι απλώς περνούσαν σαστισμένοι, επικρατούσε ένας σχετικός αναβρασμός. Όχι πανικός όμως. Άλλωστε οι περισσότεροι ήταν όπως εγώ. Απολαμβάναμε ακόμα το ωραίο ταξίδι.
Κάποια στιγμή με πλησίασε ένας σοβαρός άντρας με στολή. Κατάλαβα ότι ήταν ο πλοίαρχος. Μόλις τον είδα από πάνω μου τα χρειάστηκα. Δεν είχε κάτι ευχάριστο να μου ανακοινώσει ή να μου πει, το αισθάνθηκα»
-Τι κάνεις εσύ εδώ;, με ρώτησε αυστηρά και αμέσως σηκώθηκα από την ξαπλώστρα μου λες κι είχα κάνει κάτι κακό κι έπρεπε να απολογηθώ.
Δεν μπορούσα να του απαντήσω. Δεν ήξερα. Συνειδητοποίησα όμως ότι ξαφνικά το ταξίδι είχε τελειώσει και με είχε βρει απροετοίμαστη.
-Ξεχάστηκα, αυτό βρήκα να του πω και με πήραν τα κλάματα…»
Η φίλη μου τελείωσε την αφήγησή της μέσα σε έντονη συγκίνηση. Μου είπε μάλιστα πως όταν ξύπνησε κάθιδρη, έκλαιγε ακόμη και αναστέναζε. Το όνειρο την είχε συνταράξει ως τα κατάβαθα του είναι της.
«Πιστεύεις πως το όνειρό μου έχει κάποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο ή απλά έτσι το βιώνω εγώ;»
Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη στιγμή είχα πολλές σκέψεις μέσα μου και καμιά δεν ήταν επεξεργασμένη. Της υποσχέθηκα να της απαντήσω σε μερικές ημέρες αν ακόμη ενδιαφερόταν. Είχε διηγηθεί το όνειρό της σε πολλούς ανθρώπους όχι μόνο στον δικό μας ‘κύκλο’ αλλά γενικώς. Και είχε λάβει πολλές και διάφορες ‘ερμηνείες’.
Τώρα, το θέμα που απασχολούσε εμένα δεν ήταν τόσο μια ‘ικανοποιητική’, πάει να πει ‘ικανή’ ερμηνεία ενός ονείρου. Το ζήτημα των ονειρικών προτυπώσεων ή αποτυπώσεων είναι πολύ μεγάλο και δεν έχω καμιά ειδίκευση στον τομέα αυτό. Μπορεί να έχω διαβάσει κάποια βιβλία ή να με είχε απασχολήσει παλαιότερα εντός του πεδίου των αναζητήσεών μου αλλά για να πω την αλήθεια, δεν είχα ποτέ την τάση να δίνω μεγάλη σημασία στα όνειρα και τα ενύπνια.
Το συγκεκριμένο αφήγημα όμως είχε συγκρότηση, ενδιαφέρον και πιστεύω πως απεικόνιζε γλαφυρά την εγγενή αγωνία της ονειρευόμενης για τη ζωή και το θάνατο. Αυτό περίπου της είπα και όταν επικοινώνησα μετά από λίγες ημέρες. Είναι βέβαιο πως επρόκειτο για ένα όνειρο που θα την απασχολούσε για πολύ καιρό ίσως και για πολλά χρόνια. Όλοι έχουμε δει ‘προφητικά’ ή ‘σημαδιακά’ ή άλλα τέτοια όνειρα… μερικά εγγράφονται εντός μας ανεξίτηλα…
Κατά την άποψή μου η συγκεκριμένη φίλη εξέφρασε ονειρικά και αρκετά ‘λογοτεχνικά’ αυτό που αποτελεί εν τέλει ο ίδιος ο κύκλος του βίου για όλους μας. Απλώς, όταν το ζεις ως πρωταγωνιστής και όχι ως ‘θεατής’ η εμπείρωση ίσως να είναι και τραυματική. Ξύπνησε γεμάτη από την αγωνία του επερχόμενου πέρατος του ταξιδιού… ήταν επίσης γεμάτη ενοχές… έζησε ‘ανέμελα’ χωρίς καμιά ‘προετοιμασία’ για το τέλος… το τέλος με μια έννοια αρκετά ειρωνική ‘την έπιασε στον ύπνο’.
Καμιά ετοιμότητα εδώ λοιπόν.
Εκείνη πίστευε πως ο ‘καπετάνιος’, ο ένστολος άντρας που την επέπληξε τόσο αυστηρά δεν ήταν άλλος από τον Ιησού. Με άλλα λόγια της είπε: Τι έκανες σε όλη σου τη ζωή; τίποτα. Απλά αγνάντευες το πέλαγος… πώς αξιοποίησες το δώρο που σου εμπιστεύτηκα; Πώς ετοιμάστηκες για ‘την άλλη όχθη’; Δεν έκανες τίποτα άλλο από το να… ‘ζεις’.
Κατά την ταπεινή μου άποψη ο ένστολος άντρας ήταν ο εαυτός της που απλώς την ήλεγχε για την… αμεριμνησία της. Είχε κάνει ένα ολόκληρο ταξίδι χωρίς να το συνειδητοποιήσει. Το αντελήφθη μονάχα στο τέλος του. Ή έστω, λίγο πριν το τέλος.
Η απάντηση που του έδωσε μάλιστα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και είναι το κλειδί: Ξεχάστηκα. Μια ολότελα παράξενη απάντηση για έναν ταξιδιώτη που στο κάτω κάτω αυτό ακριβώς ήθελε, να ‘ξεχαστεί’. Όπως όταν πηγαίνει κάποιος διακοπές με ένα πλοίο. Ο στόχος είναι ακριβώς αυτός, να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Όμως εδώ υπάρχει κάτι άλλο. Το ταξίδι αυτό δεν ήταν ταξίδι αναψυχής. Ήταν το ταξίδι της ίδιας της ζωής της. Και ο εαυτός της –με τη μορφή του ένστολου αξιωματικού- την ήλεγξε αυστηρά. Δεν είχες δικαίωμα να ξεχαστείς…
Γιατί άραγε;
Το πολύ ενδιαφέρον αυτό όνειρο της φίλης μου γέννησε αλυσιδωτούς στοχασμούς. Η φίλη μου αυτή είναι μια γυναίκα που ασχολείται έντονα με τα λεγόμενα πνευματικά ζητήματα. Είναι ένας μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος. ‘Ψάχνεται’ από νεαρής ηλικίας. Στις συναντήσεις μας κατά καιρούς θυμάμαι πως διετύπωνε εύστοχα και αιχμηρά ερωτήματα. Τα περισσότερα είχαν να κάνουν ακριβώς με τη ζωή και το θάνατο. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους που έχουν μεταφυσικές και πνευματικές εκζητήσεις και ανησυχίες. Συνεπώς έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο με ενεργό πνευματικό εαυτό. Πιθανώς υπερβολικά ενεργό σε κάποια δεδομένη χρονική περίοδο της ζωής της. Ίσως αυτή η εποπτεία υπερέβη τα όρια και εκφράστηκε με αυτό το όνειρο στο ασυνείδητό της. Ίσως.
Όμως το βασικό, το πυρηνικό ερώτημα πάει οπωσδήποτε πέρα από το όνειρο αυτό. Διότι η αλήθεια είναι πως όλοι οι πνευματικοί διδάσκαλοι καλούν σε εγρήγορση, σε διαρκή ετοιμότητα τον άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να αναφέρει κανείς σχετικά εδάφια από την Καινή Διαθήκη, επί παραδείγματι όπου είναι σαφής και ανάγλυφη η αγωνία του Ιησού ή του Παύλου για το μη επιτρεπτό της ‘ανάπαυσης’ στις βιοτικές μέριμνες. Ο Ιησούς μάλιστα κάποτε επέπληξε και την Μάρθα, την μια αδελφή του Λαζάρου για την υπερβολική της ενασχόληση με τις ‘αγγαρείες’ του νοικοκυριού της ενώ η αδελφή της, η Μαρία, είχε καθίσει στα πόδια Του και άκουγε τα λόγια Του. Ακολούθησε μάλιστα και διάλογος της εκνευρισμένης Μάρθας για την αδιαφορία της Μαρίας και η απάντηση του Ιησού (στο Λουκά όλ’αυτά).
Η ετοιμότητα της ‘φυγής’, της ‘αναχώρησης’ βέβαια είναι ένα τεράστιο θέμα, ένα μεγάλο ζήτημα που αγγίζει βαθύτερα επίπεδα, αμιγώς υπαρξιακά.  Θα έλεγα, εν τέλει, μυητικά.
Αυτό το ‘ξεχάστηκα’ όμως στο όνειρο της φίλης μου, έχει και μια τρυφερότητα, μια λύπη, μια μελαγχολία… Πολλές φορές το ανακαλώ ή το σκέφτομαι. Μπορεί η ατραπός να είναι μια στενή οδός και τεθλιμμένη, μπορεί ο πνευματικός αγώνας να είναι σκληρός και διαρκής και απαιτητικός, όμως η ανθρώπινη συνθήκη περιλαμβάνει και την ανάπαυση, την αποδοχή των όρων του βίου, την προσωρινή έστω ‘ανακωχή’…
Αν είναι η αποστολή του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του, να εναρμονίσει τις δονήσεις του, να πνευματικοποιηθεί, να ανέλθει, να εκφύγει της χυδαίας προσκόλλησης σε οτιδήποτε, δεν είναι άραγε και η πρόσκαιρη καταφυγή αι ανάπαυση στο πεπερασμένο, το ενθαδικό, το γαιώδες, το χοϊκό ένα άνοιγμα φωτός που δικαιούται;


Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

ΠΑΡΑΦΥΛΑΞΗ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ




Απόσπασμα από το άρθρο «Καταστασιακοί και Καστανέντα» του Χρήστου Μόρφου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ανοιχτή Πόλη», τ. 29


Σύμφωνα με τους πολεμιστές του Δον Χουάν υπάρχουν τρεις τύποι προσοχής. Ορίζουν την Προσοχή ως ‘την τιθάσευση και την αύξηση της συνείδησης μέσω της διαδικασίας της ζωής’. 

Οι τρεις τύποι προσοχής είναι αντίστοιχα η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη προσοχή. 

«Η πρώτη προσοχή στον άνθρωπο είναι η ζωώδης συνείδηση, που, μέσα από την διαδικασία της εμπειρίας, αναπτύχθηκε σε μια περίπλοκη, ιδιαίτερα εύθραυστη ικανότητα που αντιμετωπίζει τον καθημερινό κόσμο από όλες τις αναρίθμητες απόψεις του. Με άλλα λόγια, όλα όσα μπορεί να σκεφτεί κανείς, αποτελούν μέρος της πρώτης προσοχής. Η πρώτη προσοχή είναι όλα όσα είμαστε σαν συνηθισμένοι άνθρωποι. Λόγω του απόλυτου ελέγχου της στην ζωή μας, η πρώτη προσοχή είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχει ο μέσος άνθρωπος. Ίσως μάλιστα να είναι και το μοναδικό μας πολύτιμο πράγμα» (Κάρλος Καστανέντα, Εσωτερική Φλόγα ). Η πρώτη προσοχή έχει να κάνει με όλα όσα είμαστε σε θέση να επιλέξουμε σαν άτομα. Δηλαδή, αναφέρεται στις ανθρώπινες επιλογές. Έχουν σχέση με το επίπεδο του καθημερινού εύρους μας. Το γνωστό. 

Η δεύτερη και η τρίτη προσοχή δεν θα μας απασχολήσει στα πλαίσια του παρόντος σημειώματος. Απλά θα αναφέρω ότι η δεύτερη προσοχή έχει σχέση με τις ανθρώπινες δυνατότητες. 

«Ο πολεμιστής δε σκύβει το κεφάλι του σε κανέναν. Όμως ταυτόχρονα δεν επιτρέπει σε κανέναν να σκύψει το κεφάλι του σ' αυτόν. [...] Γνωρίζω μόνο την ταπεινότητα του πολεμιστή, κι αυτό δε θα μου επιτρέψει ποτέ να γίνω αφέντης κανενός.» (Δον Χουάν - Καστανέντα) 

Όλα τα μέλη της ομάδας των μάγων διδάσκονταν δύο και μόνο τέχνες. Την τέχνη της παραφύλαξης και την τέχνη του ονειρέματος. Οι παραφυλάσσοντες, αυτοί που ασκούν την τέχνη της παραφύλαξης, είναι αυτοί που δέχονται την ορμή του καθημερινού κόσμου. «Οι παραφυλάσσοντες είναι οι γνώστες της ελεγχόμενης τρέλας όπως οι ονειρευτές είναι οι γνώστες του ονειρέματος. Με άλλα λόγια, η ελεγχόμενη τρέλα είναι η βάση για την παραφύλαξη, ακριβώς όπως τα όνειρα είναι η βάση για το ονείρεμα. Ο Δον Χουάν είπε ότι γενικά μιλώντας η μεγαλύτερη επίτευξη του πολεμιστή στην δεύτερη προσοχή είναι το ονείρεμα και στην πρώτη προσοχή η μεγαλύτερη επίτευξή του είναι η παραφύλαξη» (Κάρλος Καστανέντα, Το Δώρο του Αετού). 
Προφανώς, εδώ θα μας απασχολήσει μόνο η πρώτη προσοχή, δηλαδή, η παραφύλαξη και οι παραφυλάσσοντες, γεγονός που μας θέτει μπροστά σε ένα πρόβλημα ορισμών ή μάλλον απόδοσης κάποιων όρων στα ελληνικά. 

Ο Καστανέντα χρησιμοποιεί τους όρους stalk, stalking και stalker. Ας ανοίξουμε ένα λεξικό: stalk: 1. περπατώ με αργά αγέρωχα βήματα/με μεγάλες δρασκελιές. 2. (μεταφορ.) προχωρώ αμείλικτα. 3. πλησιάζω (θήραμα) αθόρυβα, καταδιώκω ή παρακολουθώ αθέατος, παραφυλάω, -ing hοrse (μεταφ.) δούρειος ίππος, πρόσχημα, -er (ουσ.) κυνηγός. 

Ο Δον Χουάν λέει: «μερικοί μάντεις έχουν αντιρρήσεις για τον όρο παραφύλαξη (stalking), το όνομα όμως αυτό βγήκε γιατί υποδηλώνει λαθραία συμπεριφορά. Ονομάζεται ακόμα και τέχνη της κλοπής, αλλά ο όρος είναι ανεπιτυχής. Εμείς λόγω του αντιμιλιταριστικού μας χαρακτήρα την αποκαλούμε τέχνη της ελεγχόμενης τρέλας. Εσύ μπορείς να την λες όπως σου αρέσει. Εμείς, όμως, θα συνεχίσουμε με τον όρο παραφύλαξη, μια και είναι πιο εύκολο να λέμε κυνηγός, από το παράξενο κατασκευαστής ελεγχόμενης τρέλας» (Κάρλος Καστανέντα, Η Δύναμη της Σιωπής). 

Σε ένα ελληνικό λεξικό μπορούμε να βρούμε μια σωρεία επεξηγήσεων για το ρήμα «παραφυλάσσω (–άγω, –άω): επί στρατιωτών: φρουρώ αγρύπνως, είμαι φρουρός, φρουρώ υπέρ το κανονικόν, προστατεύω, υπερασπίζω, προσέχω–επιτηρώ τις κινήσεις ενός, ενεδρεύω–παραμονεύω, διαφυλάττω– διατηρώ τι μετά προσοχής και επιμελείας, είμαι προσεκτικός, αγρυπνώ». μια απλή σύγκριση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ρήμα παραφυλάω είναι πλησιέστερα στην έννοια του stalk, και συνεπώς θα χρησιμοποιούμε τους όρους παραφυλάω (stalk) και παραφύλαξη (stalking). Τέλος, η σωστή απόδοση του όρου stalker θα ήταν «ο παραφυλάσσων», θα προτιμήσουμε όμως τον όρο «κυνηγός» (ο ασκών την τέχνη της παραφύλαξης) για λόγους απλότητας μιας και τον προτιμούν οι περισσότεροι μεταφραστές του Καστανέντα, μερικοί από τους οποίους έχουν χρησιμοποιήσει και τους όρους «καταδιώκω, καταδίωξη, διώκτης» που μάλλον βρίσκονται εκτός κλίματος. Γι’ αυτό λίγη προσοχή με τους όρους όταν διαβάζετε Καστανέντα δε βλάπτει. 

«Η παραφύλαξη είναι ο έλεγχος της συμπεριφοράς. Η τέχνη της παραφύλαξης είναι η τέχνη της χρησιμοποίησης της συμπεριφοράς με καινούργιους τρόπους για συγκεκριμένους σκοπούς. Η κανονική συμπεριφορά των ανθρώπων στην καθημερινή μας ζωή αποτελεί ρουτίνα. Κάθε συμπεριφορά έξω από την ρουτίνα δημιουργεί ένα ασυνήθιστο αποτέλεσμα σ' ολόκληρο το είναι μας» (Κάρλος Καστανέντα, Η Δύναμη της Σιωπής). 

Μέσα στην τέχνη της παραφύλαξης υπάρχει μια τεχνική που οι μάντεις χρησιμοποιούν κατά κόρον: η ελεγχόμενη τρέλα. Την εφαρμόζουν με όλα και με όλους του καθημερινού κόσμου, ακόμα και με τον εαυτό τους (Κάρλος Καστανέντα, Η Δύναμη της Σιωπής). Η ελεγχόμενη τρέλα δεν είναι ένας τρόπος για να ξεγελούν ή να τιμωρούν ανθρώπους ή να νοιώθουν ανώτεροι από αυτούς. Δε σημαίνει να εξαπατάς τους ανθρώπους. Σημαίνει ότι οι πολεμιστές εφαρμόζουν τις εφτά βασικές αρχές της τέχνης της παραφύλαξης σε οτιδήποτε κάνουν, από τις πιο ασήμαντες πράξεις μέχρι τις καταστάσεις ζωής και θανάτου. Είναι η τέχνη της ελεγχόμενης απάτης, η τέχνη της υποκρισίας. Η προσποίηση πρέπει να είναι τόσο καλή που κανείς να μη μπορεί να την ξεχωρίσει από την αλήθεια. Η ελεγχόμενη τρέλα δεν είναι μια άμεση απάτη, αλλά ένας εκλεπτυσμένος, θεατρικός τρόπος να είσαι χωρισμένος από τα πάντα ενώ ταυτόχρονα αποτελείς αναπόσπαστο κομμάτι τους (Κάρλος Καστανέντα, Η Δύναμη της Σιωπής). 

Στην ελεγχόμενη τρέλα πρέπει να μπορεί κανείς να γελάει με τον ίδιο του τον εαυτό… Η ευχαρίστηση, η χαρά της ζωής, η ξέφρενη απόλαυση τσακίζουν το καβούκι, (την θωράκιση του Β. Ράιχ)… Κάτω από το καβούκι όλα είναι τρωτά. Το μόνο που απομένει, λοιπόν, είναι η παιχνιδιάρικη λύση του «να κάνεις πώς...». να παίζεις ύπουλα με τους ρόλους. 

Ατομικά, επομένως και με τρόπο μεταβατικό, πρέπει να μάθουμε πώς να θρέφουμε τους ρόλους μας χωρίς ποτέ να τους σιτεύουμε σε βάρος μας.
«Να απορρίπτεις καθετί που δεν είναι αναγκαίο. Μη μπλέκεις τα πράγματα. Να επιδιώκεις να είσαι απλός. Χρησιμοποίησε όλη την συγκέντρωση που διαθέτεις για να αποφασίσεις αν θα μπεις ή όχι στην μάχη, γιατί κάθε μάχη είναι μάχη για την ίδια την ζωή. Ένας πολεμιστής πρέπει να είναι πρόθυμος και έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη εδώ και τώρα. Αλλά όχι με έναν άτακτο τρόπο.» (Δεύτερη και τρίτη αρχή της παραφύλαξης) 

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Πώς μπορώ να ξέρω τι θέλω όταν δεν ξέρω ποιος είμαι;



Κάποτε ο σκηνοθέτης Ρενέ Ζυμπέρ είχε απευθύνει στον μεγάλο Γκεόργκι Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (τον οποίο είχε γνωρίσει στο Παρίσι την περίοδο της γερμανικής κατοχής και υπήρξε μαθητής του) το ερώτημα 'Ποιος είσαι κύριε Γκουρτζίεφ;' για να εισπράξει αμέσως την απάντηση: 'Κι εσύ; Ποιος είσαι εσύ;'

Οι γνωστοί και άγνωστοι αληθινοί διδάσκαλοι της Ατραπού δεν προχωρούν ούτε βήμα παρακάτω όταν έχουν να κάνουν με την άγνοια ως υπέδαφος ή ως βάση εργασίας. Ναι, ακόμη και ως υπέδαφος η άγνοια του εαυτού είναι τόσο καταλυτικός παράγων που στην ουσία δεν έχει νόημα να ξεκινήσεις την παραμικρή ουσιαστική εργασία. Γιατί είναι σα να εργάζεσαι με έναν άλλο, έναν άγνωστο, έναν ξένο. Πρώτα θα πρέπει να γίνουν οι... συστάσεις, ύστερα να αρχίσει η εσωτερική χαρτογράφηση και κάποια στιγμή, η εργασία ξεκινά... η βαθύτερη εργασία δηλαδή κι όχι αυτή που εσύ, μέσα στην τυφλότητά σου νομίζεις ότι πρέπει να ξεκινήσει.

Δεν είναι καθόλου σπάνιο, σ'αυτό ακριβώς το πεδίο ο διδάσκαλος να χρησιμοποιήσει πολλά και... διασκεδαστικά τρικ για να επιτύχει αυτό που θέλει. Εσύ τον ρωτάς για την ύπαρξη, το είναι και το θεό κι αυτός σου λέει να πας στον κήπο και να σκάψεις λάκκους μέχρι να βγουν κάλοι στα χέρια σου. Εσύ επιμένεις να τον ρωτάς τι είναι ο χρόνος και σε τι διαφέρει το αληθινό από το πραγματικό κι αυτός σε στέλνει στην κουζίνα να βοηθάς με τη λάντζα... ένας πλήρης αποπροσανατολισμός δηλαδή... επιφανειακά βέβαια. Γιατί ο δάσκαλος γι αυτό υπάρχει κι εκεί έγκειται η όποια αξία του. Να μην είναι αυτό που θέλεις εσύ. Να μην είναι η προβολή των φαντασιώσεών σου. Να μην είναι αυτός που θα σε πάρει απ'το χεράκι για να σε οδηγήσει στα Μεγάλα Μυστήρια και να σε περιμένει μετά απ'έξω, σαν καλός μπαμπάς, να σε παραλάβει και να σου χαϊδέψει στοργικά το κεφάλι.

Ο Νίτσε έλεγε πως ο αληθινός φίλος είναι ένα σκληρό στρώμα κι όχι αυτό που θα βυθιστείς τεμπέλικα και θα πλαδαρέψεις με την ησυχία σου. Ο αληθινός διδάσκαλος δεν είναι η ησυχία σου, είναι η ανησυχία σου. Δεν είναι το τέλος της αγωνίας σου, είναι η αγωνία σου. Δεν είναι ο κόλακας φίλος, ο τρυφερός παππούς, ο χαμογελαστός γερούλης που θα σε κανακεύει και θα σου λέει συνέχει πως 'όλα θα πάνε καλά'. Είναι ο... τύραννός σου. Ο πονοκέφαλος και ο θυμός σου. Αν βρεις στο μονοπάτι κάποιον που δεν είναι έτσι, καλύτερα σήκω και φύγε. Γιατί εκεί που βρίσκεσαι άλλα ζητούν και περιμένουν από σένα. Και δεν δίνουν δεκάρα για σένα.

Ο μέγιστος Πυθαγόρας, στο περίφημο Ομακοείο του, επέβαλλε στους νεοφερμένους μια βασανιστική και τυραννική περίοδο πενταετούς σιγής. Γι αυτό και ως γνωστόν αποκαλούνταν Ακροαταί ή Ακουσματικοί. Έπρεπε να συμπληρωθούν λοιπόν πέντε ολόκληρα χρόνια για να μπορέσει ο μαθητής -δόκιμος αδελφός και μύστης- να μπορεί να αρθρώσει σκέψεις, απόψεις και θέσεις επί μυητικών θεμάτων. Δεν ήταν μια περίοδος απόλυτης αλαλίας όπως κάποιοι έχουν βλακωδώς γράψει. Ο Πυθαγόρας δεν αναζητούσε... μουγκούς στη σχολή του, η σιγή ήταν σχετική με τα ζητήματα που συζητούνταν, τις διδασκαλίες, τη μυστική γνώση που μοιράζονταν οι αδελφοί του Ομακοείου. Ο δόκιμος νεόφυτος είχε την μοναδική ευκαιρία, αφού είχε γίνει κατ'αρχήν δεκτός, να γίνει κοινωνός ενός τρόπου ζωής και διδασκαλιών που ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο είχαν καν ακούσει. Ταυτόχρονα ήταν η σπάνια ευκαιρία του να εργαστεί με τον εαυτό, να στρέψει το βλέμμα εντός, να πάψει να φλυαρεί, να θορυβεί και να μεγαλαυχεί και να επικεντρωθεί στα ουσιώδη και μείζονα ζητήματα της ύπαρξης και της ζωής. Μετά από την συμπλήρωση αυτής της περιόδου, έτσι κι αλλιώς θα ήταν πλέον ένας άλλος σε σχέση με αυτόν που αιτήθηκε την εισδοχή του στον κύκλο των Πυθαγορείων. Και έτσι, αν είχε αντέξει όλη αυτή την μακρόχρονη δοκιμασία και είχε καρπούς η εργασία του, στην ουσία πολύ λίγα θα είχε πια να πει. Και πολύ βαθύτερου περιεχομένου βέβαια.

Μερικοί πιστεύουν ότι οι μυητικές αδελφότητες έκρυβαν τα πάντα και ήταν βυθισμένες σε μια θάλασσα μυστικοπάθειας και διαρκούς εσωστρέφειας. Η πραγματικότητα νομίζω είναι διαφορετική. Αυτό που συνέβαινε είναι αυτό που συμβαίνει με κάθε οικογένεια. Τα ιερά μυστικά που δένουν και συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας δεν κοινοποιούνται, προστατεύονται για να προστατεύουν... Όσο 'μυστικοπαθής' και 'φιλομυστήριος' είναι ο πατέρας μιας οικογένειας άλλο τόσο είναι και ο ηγήτωρ μιας μυητικής αδελφότητας. Και αν το κόστος της έκθεσης στην πρώτη περίπτωση μπορεί να είναι σχετικό και με βλάβες που επανορθώνονται, στην δεύτερη περίπτωση μπορεί να σημαίνει τον αφανισμό μιας ολόκληρης παράδοσης, με την έννοια της βίαιης διακοπής του νήματος, του σπασίματος της αλύσου. Το κόστος είναι βαρύ και κάποιες φορές ιστορικά ανεπανόρθωτες οι βλάβες για γενιές ολόκληρες. Γνωρίζουμε πως αδελφότητες και τάγματα εξαφανίστηκαν για πολλά χρόνια ακόμα και για αιώνες επειδή κάποιοι πρόδωσαν την ιερή σχέση τους με τους αδελφούς τους και μόλυναν τους όρκους σιγής τους.

Για να το αντιληφθεί καλύτερα κάποιος αυτό ας αναφερθεί το εξής σχήμα: Αν μπορούν να διακριθούν οι σχέσεις σε Σχέσεις Αίματος, Σχέσεις Σπέρματος, Σχέσεις Πνεύματος, όλες ιερές και απαραβίαστες, οι σχέσεις των αδελφών της Αλύσου είναι Σχέσεις Ύπαρξης, Σχέσεις του Είναι, προσωπικά θα έλεγα πως μονάχα με το Αχανές μπορεί να συγκριθεί ποιοτικά η σχέση που αναπτύσσεται στην Άλυσο. Έχουν ως άξονες το Άπειρο, το Ιερό και το Άχρονο. Όμως, στο γήινο πεδίο, στο πεδίο εκδήλωσης όπου ο χονδροειδής μας φορέας έχει τον πρώτο λόγο -ώσπου να ολοκληρωθεί το μυητικό έργο- ο άνθρωπος είναι ευαίσθητος, ευόλισθος και ασταθής. Έτσι λοιπόν, η μόνη προστασία απέναντι στην ίδια την ατέλειά μας, είναι εργαλεία της ατέλειάς μας: ο φόβος, η απαγόρευση, η 'στρατιωτική' πειθαρχία. Εξωτερικά εργαλεία και ασπίδες για την προστασία του εσωτερικού έργου. Ποιος μπορεί να έχει αντίρρηση; Όταν υπάρχουν παράλογα μέτρα και απόρθητα θησαυροφυλάκια για τις 'πολύτιμες' πέτρες αυτού του πλανήτη, γιατί μας ενοχλεί που κάποιοι προσπαθούν να προστατεύσουν τα πνευματικά διαμάντια της άρρητης γνώσης του κόσμου;
Για τον πνευματικό δάσκαλο, ο κάθε 'μαθητής' είναι ένα ακατέργαστο διαμάντι. Ο ίδιος ο δόκιμος δεν το γνωρίζει ακόμα, η αρχαία φωνή δεν έχει γίνει τόσο δυνατή. Έχει τις ποιότητές της κάποιες στιγμές, 'συναισθάνεται' ή 'αντιλαμβάνεται' κάποιες δονήσεις αλλά αγνοεί και την πηγή και τη δύναμή της. Αγνοεί φυσικά και την αποστολή του, το ποιος πραγματικά είναι. Ξυπνάει, εργάζεται, τρώει, κάνει οικογένεια, κάνει παιδιά, κάνει λεφτά, κυνηγάει χίμαιρες, παλεύει για την κοινωνική καταξίωση, γερνάει και πεθαίνει μέσα στην άγνοια. Μια μηχανή που δεν μπόρεσε ποτέ να αυτο-συνειδητοποιηθεί. Μπορεί να εκλεπτύνθηκε μέσα στους αιώνες αλλά παρέμεινε μηχανή. Εξελίχθηκε χωρίς να αναπτυχθεί, καθώς θα έλεγε και ο μεγάλος Γκουρτζίεφ. Γιατί η ανάπτυξη σημαίνει πως αποκτάς γνώση, σιγά σιγά, σταδιακά κι άλλοτε αιφνίδια και αποκαλυπτικά της ίδιας της μηχανής. Έχεις εποπτεία της μηχανής... και έτσι μόνο παύεις να είσαι μηχανή. Ξεπερνάς τη μηχανή, απο-μηχανοποιείσαι. Χρησιμοποιείς τη μηχανή αλλά έχεις πλέον αποταυτιστεί. Αυτό είναι μέρος της ανάπτυξής σου. Μικρό αλλά απαραίτητο.

Η εξέλιξη συμβαίνει και χωρίς εσένα. Για την ακρίβεια, δεν θα ρωτήσει ποτέ εσένα. Συνέβαινε επί χιλιετηρίδες και αιώνες και είναι ένα βουβό κύμα που πάει μπροστά. Αλλά εσύ δεν συμμετέχεις, δεν καθορίζεις τίποτα. Μπορείς όμως να έχεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη. Στη δική σου ανάπτυξη. Κατά καιρούς αυτή η λέξη έχει ειπωθεί αλλιώς: Μύηση, Εργασία, Έργο (Opus), Άνοδος, κλπ.

Και χωρίς αυτό το μακρύ και ανηφορικό ταξίδι στο Όρος του Εαυτού, δεν μπορείς να έχεις θέαση του ποιος είσαι. Γιατί αν ξέρεις ποιος είσαι τότε έχεις απαντήσει σχεδόν στα πάντα. Τα ερωτήματα παύουν, ησυχάζουν, τελειώνουν.

Και τότε ξέρεις τι πραγματικά Θέλεις. Όχι τι επιθυμείς, τι ορέγεσαι, τι σε έλκει, τι σε ηδονίζει... αλλά τι Θέλεις.

Όσο είσαι ακόμα στους πρόποδες, ομοεπίπεδος και αιχμάλωτος της μερικότητας, των πραγματικοτήτων του νου, του θορύβου της δραστηριότητας, της μέριμνας και της διαρκούς κίνησης προς το ασήμαντο, αν δηλαδή, δεν ξέρεις ποιος είσαι, πώς μπορείς να ξέρεις τι Θέλεις;

Νομίζεις ότι ξέρεις αλλά δεν ξέρεις τίποτα.

Νομίζεις ότι βλέπεις αλλά είσαι τυφλός σαν κουτάβι.

Νομίζεις ότι ορίζεις τα πράγματα αλλά είσαι μια θλιβερή μαριονέτα στο κουκλοθέατρο της Ειμαρμένης.

Και ανασαίνεις το πεπερασμένο σου σα να είναι η αιωνιότητα... ενώ κάθε στιγμή που περνάει ζυγώνεις όλο και πιο κοντά στον αφανισμό σου...

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Η εγκατάλειψη του πνευματικού εαυτού




«Κ
άποτε εμείς οι δυο είχαμε μια σχέση… τη θυμάσαι;»
«Και βέβαια τη θυμάμαι…»
«Μην το θεωρείς δεδομένο… ας πούμε ότι απόψε έχουμε, ως άσκηση, ‘παρκάρει’ όλες μας τις βεβαιότητες κάπου… σε ένα μέρος που μπορούμε εύκολα να επιστρέψουμε για να τις ξαναβρούμε… μην ανησυχείς, οι βεβαιότητες είναι εκεί… αλλά απόψε ας περπατήσουμε λίγο χωρίς αυτές… συμφωνείς;»
«Εσύ αποφασίζεις… εγώ ακολουθώ… συμφωνούμε… αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρη με το τι εννοείς ‘βεβαιότητες’… »
«Θα φανεί στην πορεία… Κάποτε λοιπόν είχαμε μια σχέση… Αυτό που σου έλεγα τότε ισχύει και σήμερα… τη σχέση την εγκατέλειψες γιατί δεν ήσουν διατεθειμένη να εργαστείς γι αυτήν…»
«Μια στιγμή…»
«Δεν την εγκατέλειψες γιατί έπαψες να έχεις συναισθήματα… συναισθήματα υπήρχαν και υπάρχουν και ξέρουμε ότι δεν αποσύρονται τη στιγμή που το αποφασίζει ο νους… δεν την εγκατέλειψες γιατί ανακάλυψες ότι ‘δεν ταιριάζουμε’… αυτό ήταν γνωστό από την πρώτη στιγμή… εάν ‘ταιριάζαμε’ δεν θα είχαμε επιχειρήσει καν να σχετιστούμε… την εγκατέλειψες γιατί η σχέση αυτή αποδείχθηκε βαρύ φορτίο για τους ώμους σου…»
«Μα… μισό λεπτό… δεν ήλθα απόψε… θέλω να πω δεν θέλησα να ξαναβρεθούμε απόψε μετά από τόσα χρόνια…»
«Για να περάσεις από δίκη… αυτό δεν θέλεις να πεις;»
«Ναι… δηλαδή… έχεις έναν τρόπο με τις λέξεις…»
«Δεν είναι τυχαίο που στο αναφέρω αυτό… αυτό με τη δική μας παρατημένη σχέση… όταν λέμε ότι ‘με παράτησε’ ή ‘θα την παρατήσω’, στην ουσία λέμε, ‘κουράστηκα να εργάζομαι, τεμπελιάζω, θέλω να γυρίσω στη μόνωση και την ξεγνοιασιά της ανευθυνότητάς μου’… δεν γίνεται καμιά δίκη εδώ… γίνεται απλώς μια σήμανση… γιατί νομίζω πως όσα θέλεις να μου πεις σχετίζονται με την τωρινή σου σχέση…»
«…»
«Βλέπεις, οι μηχανισμοί είναι οι ίδιοι… εμείς είμαστε στον πυρήνα μας ίδιοι… πώς σχετιζόμαστε; Ακολουθούμε ένα πλάνο, ένα σχήμα, ένα σχέδιο που καταστρώνει το γενικό επιτελείο… το μοτίβο είναι τόσο πληκτικά ίδιο που μας προκαλεί έκπληξη ότι ‘επαναλάβαμε πάλι τα ίδια λάθη’… δεν επαναλάβαμε ‘τα ίδια λάθη’… επαναλάβαμε τον εαυτό μας… αυτόν έχουμε με αυτόν πάμε στη ‘μάχη’… επειδή άλλαξε ο απέναντι δεν σημαίνει ότι αλλάξαμε κι εμείς…»
«Κι όμως… αλλάζουμε»
«Ναι, σε ένα επίπεδο αλλάζουμε, γινόμαστε λίγο πιο σοφοί, πιο έξυπνοι, πιο επιφυλακτικοί… ταυτόχρονα πιο κυνικοί, πιο καχύποπτοι, πιο άκαμπτοι… δεν θέλουμε να πληγωθούμε ξανά κι όμως αυτό δεν μας εμποδίζει να πληγώσουμε ξανά…»
«Ναι, όμως… μην τρέχεις τόσο πολύ… σε παρακαλώ… σε ό,τι αφορά εμάς… πέρασαν πολλά χρόνια, σκέφτηκα πολλά… άλλαξα σε πολλά… και πράγματι άλλαξα… εσύ θα πεις ίσως ότι γέρασα… έστω, το δέχομαι… όμως νιώθω πως στη σχέση που… με συγχωρείς αν θέλω να αναφερθώ σ’αυτήν… θα το καταλάβω αν δεν θέλεις να μιλήσουμε και θα φύγω…»
«Προς το παρόν δεν έχω πρόβλημα… ξέρεις πως οι ‘καλοί τρόποι’ και η αστική ευγένεια δεν με εμποδίζουν να εκφράσω με συμβατότητα και γνησιότητα με το είναι μου όσα νιώθω ότι θέλω να ειπωθούν…»
«Ναι, το ξέρω… και με το ρίσκο ότι μπορεί να μου ‘τα ψάλλεις’ απόψε, θέλησα να σε ξαναδώ… στο κάτω κάτω δεν ξεχνώ ότι ήσουν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα να μιλήσω… και να πάρω πράγματα… και αληθινά το εκτιμούσα κάθε φορά που μού μιλούσες… έστω και αν κάποτε θύμωνες…»
«Πήρες το ρίσκο λοιπόν, σήμερα, μετά από 12 σχεδόν χρόνια να με αναζητήσεις για να συζητήσουμε… αυτό είναι στα υπέρ και στα κατά σου… εξίσου… πάντως το ότι ανέλαβες αυτή την ευθύνη της υπέρβασης σημαίνει πως η ανάγκη θα πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη…»
«Η ανάγκη;»
«Η ανάγκη που γεννά τις υπερβάσεις… την υπέρβαση της ντροπής, ας πούμε… αν πεινάω υπερβολικά δεν θα ντραπώ να χτυπήσω μια πόρτα για λίγο φαγητό… η ανάγκη του να μην καταρρεύσει το σώμα υπερβαίνει κάθε αστικό καθωσπρεπισμό… ακόμα και κτήνος μπορεί να γίνω προκειμένου να επιβιώσω… τα ξέρουμε όλ’αυτά, χάνουμε χρόνο με ‘ εννοιολογικές συστάσεις’…»
«Θέλω μονάχα αν μπορείς να με πηγαίνεις όπως τότε… σιγά σιγά… θυμάσαι; Μου έλεγες ‘θα σε πηγαίνω σιγά σιγά μη φοβάσαι’… εσύ έτρεχες, εγώ έμενα πίσω αλλά πάντα γυρνούσες, σαν αληθινός τζέντλεμαν και με έπαιρνες από το χέρι για να προχωρήσω… φαντάζομαι ότι σε αυτά τα 12 χρόνια θα έχεις προχωρήσει ακόμη περισσότερο… είμαι βέβαιη γι αυτό… ενώ εγώ…»
«Εάν δεν είχες εγκαταλείψει τον πνευματικό σου εαυτό τότε προκειμένου να ικανοποιήσεις τις ρηχές νανο-φιλοδοξίες σου δεν θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα ‘φιλοσοφικής σύμπτωσης’ σήμερα… σε σένα δεν είχα δει μονάχα μια σαρκική πάρευνη αλλά και μια πνευματική συνοδοιπόρο…»
«Έχω άγνωστες λέξεις πάλι…»
«Ξέχνα τες και προχωρούμε…»
«Ναι… καλά… όμως με κρίνεις… γιατί οι δικές μου φιλοδοξίες ήταν ρηχές;»
«Γιατί όπου πατώνει ο μικρός εαυτός μας είναι ρηχά… κι όπου βυθίζεται ο πνευματικός εαυτός μας είναι βαθιά…»
«Οκ… δεν είναι εύκολο να συνεννοηθούμε… μπορείς σε παρακαλώ τουλάχιστον γι απόψε να μην είσαι τόσο σκληρός; Το ξέρω ότι αν το θέλεις μπορείς να είσαι ο πιο τρυφερός άνθρωπος του κόσμου… Κι όταν πάλι στραβώσεις…»
«Αφήνω τη χαρά των αξιολογικών κρίσεων κομμωτηρίου παρακεί και σε ακούω… δεν υπόσχομαι ούτε τρυφερότητα, πάει να πει κανάκεμα και χαϊδολόγημα, ούτε μη γόνιμη σκληρότητα πάει να πει εξωστρεφή εκδικητικότητα… σου υπόσχομαι όμως γνησιότητα… παίρνεις το πακέτο και σου προσφέρω το χρόνο μου που ειλικρινά σου λέω, είναι πλέον υπερ-πολύτιμος για μένα… δεν παίρνεις το πακέτο και αναζητάς μια φιλενάδα σου ή κάποιον άλλο για κανακέματα, παρηγόριες της δεκάρας και τιποτολογίες πυγμαίων στοχασμών… σε ακούω»
«Πω, πω… είσαι σε φόρμα απόψε ρε παιδάκι μου… μου φαίνεται ότι και μόνο που με είδες ‘φόρτωσες’ κανονικά… έστω… κάτσε να τα βάλω μέσα μου σε μια σειρά… αφού μπήκα στο χορό θα χορέψω…»
«Εντάξει… χόρεψε λοιπόν…»
«Ουφ… Λοιπόν… περνάω μια πολύ δύσκολη φάση ξέρεις… Είχα μια σχέση τα τελευταία πέντε χρόνια… ήταν κάτι… νόμιζα δηλαδή πως ήταν αυτό που έψαχνα… μια σχέση που θα πήγαινε κάπου καλά… εν τω μεταξύ, πριν τρία χρόνια έχασα τον πατέρα μου και για ένα διάστημα φιλοξενούσα τη μητέρα μου στο σπίτι… θυμάσαι, το ίδιο εκείνο σπίτι που είχαμε μείνει για λίγο μαζί… η μητέρα μου έχασε τη γη κάτω απ’τα πόδια της… ο πατέρας ήταν τα πάντα για εκείνη… ήταν παντρεμένοι σχεδόν μισό αιώνα… αυτό το διάστημα φαίνεται πως επέδρασε αρνητικά στο δεσμό μου… πίστευα πως είχα να κάνω με έναν άνθρωπο που θα καταλάβαινε… όμως όταν άρχισε να συνέρχεται σιγά σιγά η μητέρα μου ανακάλυψα πως εκείνος ήταν πια μακριά… αλλού… είχε κλειστεί, είχε ψυχρανθεί… δεν ήμασταν πια όπως πριν… κι ενώ με είχε κάνει να πιστέψω ότι ίσως να παντρευόμασταν, εκείνος απομακρυνόταν πλέον όλο και πιο πολύ…»
«Ναι…»
«Μετά άρχισαν τα προβλήματα… αλυσιδωτά… καβγάδες… τσακωμοί για το παραμικρό… με έπιασε πανικός… είμαι σαράντα χρόνων πλέον… σαράντα ενός για την ακρίβεια… το τρένο έφυγε, το νιώθω… κι αυτό με έριξε σε μια απόγνωση και κατάθλιψη… άρχισα τις επισκέψεις σε ψυχολόγους, να παίρνω και φάρμακα… το ένα έφερνε το άλλο, η μια στραβή την επόμενη… ώσπου…»
«Ώσπου εκείνος μια ωραία πρωία την κοπάνησε και σε άφησε στο κενό…»
«Ναι… δηλαδή κάπως έτσι… με πρόσχημα ένα ταξίδι στον αδελφό του στο Γκέτεμποργκ… από κει μου έστειλε τα… μαντάτα… όσο ήταν εδώ δεν τολμούσε να μου τα πει στα ίσια… έπρεπε να πάει χιλιάδες μίλια μακριά για να το ξεστομίσει…»
«Πότε έγινε αυτό; Το τελευταίο δηλαδή;»
«Πριν οχτώ μήνες…»
«Και οι λογισμοί αυτοκτονίας πότε άρχισαν;»
«Πώς;»
«Θέλεις να μιλήσουμε ή θέλεις απλά να σε ακούω;»
«Δηλαδή… ναι… μού το πέταξες κάπως ξαφνικά… δεν είναι τόσο απλό να τα εξομολογείται κανείς αυτά…»
«Όμως δεν υπάρχει και άλλος τρόπος…»
«Τον τελευταίο καιρό υπάρχουν έντονες τέτοιες σκέψεις… δεν το αρνούμαι…»
«Βλέπεις ακόμη κάποιο ψυχολόγο ή ψυχίατρο ή ψυχοθεραπευτή;»
«Όχι… δεν με βοηθούσε τελικά…»
«Η ψυχοθεραπεία θα σε βοηθούσε… είμαι βέβαιος… έστω… τι άλλο θέλεις να μου πεις;»
«…»
«Ας καθίσουμε εδώ…»
«Πάντα σου άρεσαν τέτοια σημεία… τα παγκάκια δίπλα στη θάλασσα…»
«Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη μερικά»
«Ωραία είναι εδώ… Ξέρεις… μου είχε λείψει…»
«Τι πράγμα;»
«Να… η συντροφιά σου… η φωνή σου… όλα αυτά τα περίεργα και καμιά φορά αλλόκοτα που μου έλεγες… κι εγώ θυμάμαι ξάπλωνα στα πόδια σου και άρχιζα τις χαζοερωτήσεις μου… γιατί εκείνο, γιατί το άλλο… καμιά φορά σε τσάντιζα με την άγνοιά μου για πράγματα εντελώς στοιχειώδη για σένα… άλλες φορές το έκανα επίτηδες… όταν θύμωνες τα μάτια σου σκοτείνιαζαν, τα φρύδια σου έσμιγαν… κι αυτό… με έφτιαχνε… το θυμάμαι… ήταν το πιο σεξουαλικό στοιχείο πάνω σου… το βλέμμα σου… καμιά φορά…»
«Ως εδώ… ως εδώ σε παρακαλώ… μην το κάνουμε αυτό… καθόμαστε απλά σε ένα παγκάκι… είμαστε δυο φίλοι που κάποτε μοιραστήκαμε κάτι πολύ ιδιαίτερο, πολύ ξεχωριστό… όμως τώρα είμαστε απλά δυο φίλοι που συζητούν… αποδεχόμαστε τη συνθήκη ή όχι;»
«Ναι… με συγχωρείς…»
«Δεν ξέρω τι θέλεις να σου πω όμως… τι καινούργιο θα μπορούσα να σου πω… ο πυρήνας είναι αυτός που σου ανέφερα και πριν…»
«Για την άρνηση να εργαστεί κάποιος μέσα σε μια σχέση;»
«Ακριβώς… ξέρεις… όταν χωρίσαμε βίωσα όλο φάσμα της ειδεχθούς αυτής διάστασης του πένθους… το βίωσα ως τα βαθύτερα επίπεδα του είναι μου… όχι μόνο αυτό… επέτρεψα στον εαυτό μου να φτάσει ως τα ακροσύνορα της ύπαρξης… ως εκείνο τον ερημότοπο, τον σπαρμένο με βράχους και κόκκαλα, τον άνυδρο ξερότοπο του είναι που βρίσκεται ακριβώς πριν την επίγνωση… ο πόνος ήταν τρομακτικός, σκίστηκα στα δυο και στα τέσσερα και στα χίλια κομμάτια του εαυτού μου… θέλησα αμέτρητες φορές να ακυρώσω την ύπαρξή μου, να σταματήσω τη διαδρομή μου, να αφαιρέσω κάθε ίχνος ζωής από μέσα μου… έζησα σε κείνο τον αφιλόξενο πλανήτη χιλιάδες ώρες, χιλιάδες αιωνιότητες… όμως, όσο περνούσε ο καιρός, το στερέωμα γινόταν από κατάμαυρο και γεμάτο σύννεφα όξινης βροχής, πιο φωτεινό, πιο φιλικό… ξημέρωνε σιγά σιγά η ακριβή επίγνωση… αυτήν περίμενα, αυτήν ποθούσα πλέον… κλαις;»
«… δεν… μην… μην δίνεις σημασία σε παρακαλώ… πες μου…»
«Ήρθες απόψε ως εδώ για να μου πεις και τελικά σου λέω εγώ… μα όσα μοιραζόμαστε προέρχονται να ξέρεις από τον ίδιο αυτό ερημότοπο… μπορεί να μην το ξέρουμε και να μην το συνειδητοποιούμε αλλά μοιάζουμε πολύ… όλοι μας… όσο μεγαλώνουμε το καταλαβαίνουμε, το ψηλαφούμε πια… γίνεται αισθητό και ανάγλυφο όπως οι πληγές πάνω στη σάρκα, τα πυρογραφήματα από τις εμπειρίες μας, τα τραύματα από τις ματαιώσεις μας… μοιάζουμε τόσο πολύ που σιγά σιγά αναγνωρίζουμε στον άλλον τον εαυτό μας… ίσως γι αυτό ο άνθρωπος αυτός απέδρασε στο Γκέτεμποργκ… ίσως γι αυτό αποδρά κανείς ξαφνικά με μια βαλίτσα στο χέρι και τρέχει μακριά από ό,τι αγάπησε περισσότερο στη ζωή του… έλα, σκούπισε τα μάτια σου…»
«Δεν φεύγουν όλοι όμως… όχι όλοι…»
«Δεν φεύγουν πράγματι όλοι… μένουν οι πιο δυνατοί… ίσως πάλι να συμβαίνει το αντίθετο… να μένουν οι πιο αδύνατοι…»
«…»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Θυμήθηκα ένα κείμενό σου… πόσο με είχε παραξενέψει τότε που το πρωτοδιάβασα… ένα κείμενό σου για τη σιωπή… πως οι άνθρωποι στην ουσία μένουν σε όλη τους τη ζωή σιωπηλοί… υπάρχουν κάποιες σπάνιες στιγμές που επικοινωνούν με τη γλώσσα, με τις λέξεις μα… δεν θυμάμαι ακριβώς… με άλλους τρόπους πιο πολύ μεταδίδουν όσα αληθινά σκέφτονται και νιώθουν… θυμάμαι ότι το σκεφτόμουν αυτό όταν φιλοξενούσα τη μητέρα μου… όλα όσα μου έλεγε τότε δεν τα είχε πει στον πατέρα μου… έζησε πενήντα χρόνια σχεδόν μαζί του μέσα στη σιωπή… και σε μένα, μέσα σε λίγους μήνες έλεγε, έλεγε… έκλαιγε και μιλούσε για κείνον… τι μας συμβαίνει, αναρωτήθηκα… τι μας συμβαίνει και δεν συντονιζόμαστε ποτέ με την καρδιά και την ψυχή μας; Γιατί το κάνουμε αυτό; Γιατί σπαταλάμε τη ζωή μας μέσα σ’αυτή τη σιωπή;»
«…»
«Έμεινες κι εσύ τώρα σιωπηλός… τα κατάφερα λοιπόν να σε κάνω να σιγήσεις…»
«Σκεφτόμουν… είμαστε λίγη ώρα ξανά μαζί μετά από τόσα χρόνια και ήδη εργάζεσαι ξανά… όπως τότε… επέστρεψε ο πνευματικός σου εαυτός που εγκατέλειψες και η εποπτεία που με τόσο κόπο είχες αναπτύξει… με συγκινεί όλο τούτο…»
«Φταίει η συναναστροφή μαζί σου καλέ μου… τι άλλο;»
«Περιπλανηθήκαμε αρκετά απόψε όμως το επίκεντρο θαρρώ ήταν άλλο… θέσε ξανά το επίκεντρο αν θέλεις να εστιάσουμε…»
«Δεν με νοιάζει και τόσο… αλήθεια στο λέω… είχα ξεχάσει πως μαζί σου μπορεί να αλλάζουμε θέματα, να πηγαίνουμε από το ένα στο άλλο όμως όλα συνδέονται με έναν τρόπο, όλα κάτι διδάσκουν… από όσα κιόλας είπαμε νιώθω πως κέρδισα, νιώθω πως μπήκαν σε τάξη αρκετά… άλλωστε πιστεύω πως το τραύμα μου είναι ακόμα νωπό… περισσότερο από όλα χρειάζομαι χρόνο… έτσι δεν είναι;»
«Βεβαίως όμως περισσότερο κι από την ευεργετική και παράλληλη δράση του χρόνου, σε καλώ να επιστρέψεις σε αυτό που είναι ανεξάρτητο από το καιρικό, το εξωτερικό, το τυχηματικό…»
«Δηλαδή;»
«Στην εσωτερική εποπτεία… ό,τι κι αν συμβαίνει που προκαλείται από δράσεις δικές μας ή άλλων, δεν επιτρέπουμε σε καμιά περίπτωση την παρατεταμένη απώλεια της εποπτείας… ακόμα και όταν ευρισκόμεθα υπό διαρκή πολιορκία δεν εγκαταλείπουμε τις θέσεις μας για την ασφάλεια του καταφυγίου που αποδεικνύεται μια πλάνη… όταν θα καταληφθεί η πόλη ως και οι κρυπτόμενοι αποκαλύπτονται και κανένα καταφύγιο δεν μπορεί να τους σώσει… και μάλιστα ο θάνατός τους θα είναι διπλός και πολλαπλός… θα έχει προηγηθεί ο εναγώνιος αργός και οδυνηρός θάνατος της δειλίας πριν επέλθει ο φυσικός και πραγματικός από τα χέρια του εχθρού… κανένα κέρδος λοιπόν δεν αποκομίζει ο κρυπτόμενος παρά την φενάκη της αποφυγής των συνεπειών της κατάληψης του όλου εαυτού από τον όποιο εχθρό…»
«Διαρκώς στις επάλξεις λοιπόν;»
«Οπωσδήποτε… εν αγρυπνία διαρκή και πολεμική ετοιμότητα… ο υπερ-μέγιστος των μεγίστων ‘σκοτεινός’ Εφέσιος διδάσκαλος μάς το κληροδότησε και μέσω της αλύσου όλοι οι αδελφοί στους αιώνες το υπερασπιζόμαστε και το φυλάττουμε ως μυητική αλήθεια υψηλής τάξης… εποπτεία, ισχύς…»
«… κι ευελιξία… ναι, το θυμάμαι…»
«Το ότι πρόκειται να απαλλοτριωθεί το σώμα το γνωρίζουμε και το αναμένουμε… θα επισυμβεί… όσον αφορά όμως την ακηδία και τον πνευματικό θάνατο, για τούτο την ευθύνη φέρουμε αποκλειστικά εμείς… εγκατάλειψη του πνευματικού εαυτού σημαίνει παραχώρηση στο Αχανές όλων των προκεχωρημένων φυλακίων της ύπαρξης… σημαίνει έπειτα την ένδον προδοσία των ιερών μας και τέλος σημαίνει την αναξιοπρέπεια του σύνολου θανάτου σε κατάσταση βυθιαίας νάρκης…»
«Καλά το είπα πως ήσουν σε φόρμα σήμερα…»
«Ας πηγαίνουμε τώρα, τι λες;»
«Ναι… εγώ πήρα αρκετή δουλειά για το σπίτι… και σ’ ευχαριστώ… έχω πολλά να σκεφτώ, να οργανώσω, να δω απ’την αρχή…»
«Με λιγότερες ‘βεβαιότητες’…»
«Ναι…»
«Σου υπόσχομαι να είμαι εδώ όταν και όποτε θελήσεις για να μοιραζόμαστε ανάλογες στιγμές…»



 * * *