Δευτέρα, Φεβρουάριος 08, 2010


μην σταματάς να λαξεύεις το άγαλμά σου
Πλωτίνος


Εργαστήρι

Άρχισες δουλειά με το είναι σου
μικρός ακόμα
απαίδευτος
κι έπιασες να εργάζεσαι
πάνω στη πέτρα της ύπαρξης
με βλέμμα άδολο
με πνεύμα αμόλυντο
κι είχες για πρότυπό σου
μια αξόδευτη ψυχή
πώς να την προτυπώσεις
πώς να την αποδώσεις
ανάγλυφη
στερεωμένη
εύμορφη
απρόσμικτη

τις λέξεις έψαχνες
τα εργαλεία
διάβασες
μελέτησες
μόχθησες
ξενύχτησες πάνω
από ηρώων φωτιές
και ποιητών κραυγές
νύμφες χόρευαν
στο αρχαίο σου δάσος
και στάλαζαν οι ουρανοί
του κόσμου σου
οιμωγές Τιτάνων
και του Προμηθέα
το κοχλασμένο αίμα

απρόσιτος
θα πει κανείς
έγγλυφος
στο δώμα του εαυτού σου
όνειρος θεός
και δαιμόνων βλέμμα
αρπάχτηκες στου Χρόνου τις πόρπες
και αμάθητος που ήσουν
γκρεμίστηκες στα Τάρταρα
της ξιπασιάς σου
αλλά δεν έσβησες εκεί
ανάμεσα στις Άρπυιες
και στις Γραίες του Άδη
είχες στο νου σου
έν’άγαλμα
να φτιάξεις
με τα ίδια σου τα χέρια
ικέτεψες το Διόνυσο
κρασί ν’αρμέξει απ’τον παγκόσμιο πόνο
είχες μαζί σου την Εκάτη
κι αγνώριστος κυκλοφορούσες
νύχτες
στις ερημιές του νου…

σηκώθηκες
οι φλεγμονές σου
έχυναν πύο
τα μάτια σου
δάκρυζαν αίμα
κι όμως
σηκώθηκες

είχες ψυχή
ούρλιαζες
είχες μνήμη
και θυμήθηκες
είχες περπατησιά
και βάδισες
τη σκοτεινή ατραπό σου…

ορθώθηκες
έπιασες πάλι τη δουλειά
στο εργαστήρι του Ανθρώπου
ξανάρθες
αυτό το πρόπλασμα
σε περίμενε
ατελείωτο
λειψό
δεν είχες θάρρητα
να το κοιτάζεις
δεν είχες τόση ανάσα
για να το ζεστάνεις
κι όμως
σιγά σιγά
οι συλλαβές γυρίζαν
οι φθόγγοι
οι λέξεις
σχηματίζονταν ξανά
ερχόσουν πάλι
επέστρεφες

το φως που αρνήθηκες
εδώ είναι πάντα
δώσε στον κάθε χτύπο
του σφυριού
το χτύπο της καρδιάς σου
με το Αιώνιο συντονίσου
άλλο απ’αυτό δεν έχεις
αγάπησέ το!
Και το άγαλμα του είναι σου
ως το τέλος

Λάξευσέ το!

Φεβ 2010

Σάββατο, Φεβρουάριος 06, 2010


Ενοδία Εκάτη

Μην μας ξεχάσεις
πριγκίπισσα με το κίτρινο πέπλο
έλα!
ενθουσιασμένη
να χορέψεις ανάμεσα στους νεκρούς
εμάς
όλους που σε επικαλούμαστε
έλα!
να μας γητέψεις
φιλέρημη
σκοτεινοβλέμματη
παράξενη οντότητα
όλων των κόσμων που αγάπησαν
το φως της ανάσας σου
έλα!
ακαταμάχητη, ανίκητη
της Νύχτας δέσποινα
της Νύχτας που αλυχτάει
της Νύχτας των σκύλων
της Νύχτας των νεκρών
έλα!
μέγιστη Άνασσα των κόσμων
άκουσέ μας!
λυπήσου μας
στέρξε μας!
οδήγησέ μας!
εδώ
στα σταυροδρόμια που σε συναντά κανείς
εδώ είμαστε ξανά
και σε εκλιπαρούμε
για μια σταγόνα Νύχτας
για ένα βλεφάρων άνοιγμα
για μιας στιγμής άπειρη ηδονή
να χορέψεις μαζί μας!
Νύμφη πανέμορφη!
που δεν ξεχνάς στις υπώρειες του ύπνου
τα παιδιά
που δεν φοβάσαι τις σκιές
και τα αρχαία δάση
νυχτοβάτισσα δεινή
έλα!
Γίναμε όλοι μας παιδιά ξανά
και στων ματιών σου τις ανταύγιες
στη τελευταία μας μάχη
ηρωικά αναλωνόμαστε
προσμένοντάς σε!
μάγισσα των βαθύτερων εαυτών
τα ίχνη σου ενδιαίτημα έχουμε
και κατοικία μας αιώνια
τον όλο αθανασία
χορό σου!

Φεβ 2010

Κυριακή, Ιανουάριος 31, 2010


συμπαγείς
στο χρόνο
αρηγμάτωτοι
θρασείς
στο πόνο
από αισθήματα
ξαρμάτωτοι
μελετούμε τον άνθρωπο
τι ψεύτες !
ανθρωποποιούμαστε
στο διηνεκές…

συγχώρεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
ιερή αλυσίδα του αιτίου και του αιτιατού
μη μας φυλακίζεις στην αθανασία άλλο
δεν το βαστάμε
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…

πολεμιστές φωτός
και άθλιοι σαρκοβόροι
τεμαχισμένοι Προμηθείς
έκπτωτοι Εωσφόροι
δεν έχουμε άλλη περπατησιά
ξεμάθαμε
ως και το βλέμμα
ακατάδεχτοι;
μην πεις
ελεεινοί
πένητες πυροφόροι
έχουμε το μερτικό μας στο φθαρτό
και αλήθεια
ορφανέψαμε νωρίς

συμπόνεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
που έχεις τα κλειδιά της πτώσης
και της ανόδου
και της σπηλιάς την έξοδο γνωρίζεις
διώξε μας
τούτο το φορτίο μας λύγισε
δεν το βαστάμε
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…

Ιαν 2010

Τρίτη, Ιανουάριος 26, 2010

clip_image002

Υ

Ύπαρξη…

Υψιπετής

Υετός

Υποδέχομαι και

Υφαίνω την

Ύπαρξη…

Υγιής

Υιός

Υλακή

Ύλης

Ύμνος

Υμένα

Υπακοή

Ύπατος

Υπέχω

Υποταγής

Υψιπετής και

Υψιπέτης

Ύψιλον

Κυριακή, Ιανουάριος 17, 2010




Στὸν πραγματικὸ Γλάρο Ἰωνάθαν,
ποὺ ζεῖ στὸν καθένα μας


Ἦταν πρωὶ κι ὁ καινούργιος ἥλιος λαμπύριζε χρυσαφένιος πάνω στοὺς κυματισμοὺς μιᾶς ἤρεμης θάλασσας.

Ἕνα μίλι ἀπ᾿ τὴν ἀκτή, μιὰ ψαρόβαρκα ἔπαιζε μὲ τὸ νερό, καὶ τὸ σύνθημα νὰ μαζευτεῖ τὸ σμῆνος γιὰ πρόγευμα πέρασε σὰν ἀστραπὴ στὸν ἀέρα, καὶ τότε ἕνα σύννεφο ἀπὸ χίλιους γλάρους ᾖρθε νὰ παλέψει πονηρὰ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει κάποια κομμάτια τροφῆς. Ἄρχιζε μιὰ καινούργια μέρα γεμάτη δουλειά. Πολὺ πιὸ πέρα ὅμως, ὁλομόναχος, πετώντας μακριὰ ἀπ᾿ τὴ βάρκα καὶ τὴν ἀκτή, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος συνέχιζε τὶς ἀσκήσεις του. Ἀπὸ ὕψος ἑκατὸ πόδια, ψηλὰ στὸν οὐρανό, χαμήλωσε τὰ παλαμωτά του πόδια, σήκωσε τὸ ράμφος του καὶ πάσχισε νὰ ἐπιβάλει στὰ φτερά του μιὰ ὀδυνηρή, δύσκολη, στριφτὴ καμπύλη. Μιὰ τέτοια καμπύλη τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πετάξει μὲ μικρὴ ταχύτητα καὶ τώρα πετοῦσε ὅλο καὶ πιὸ ἀργὰ ὥσπου ὁ ἄνεμος ἔγινε ἕνα ψιθύρισμα στὸ πρόσωπό του, ὥσπου τὸ πέλαγο στάθηκε ἀκίνητο κάτω. Στένεψε τὰ μάτια του σὲ ἐντατικὴ αὐτοσυγκέντρωση, κράτησε τὴν ἀνάσα του, μὲ δύναμη θέλησε νὰ δώση... ἕνα... ἀκόμα... ἑκατοστό... κλίσης... στὴν καμπύλη. Ὕστερα τὰ φτερά του ζάρωσαν, ἔχασε τὸν ἔλεγχο κι᾿ ἔπεσε.
Οἱ γλάροι, ὅπως ξέρετε, δὲν χάνουν ποτὲ τὴ σταθερότητα, δὲν χάνουν ποτὲ τὸν ἔλεγχό τους. Νὰ χάσουν τὸν ἔλεγχο τῆς πτήσης τους εἶναι γι᾿ αὐτοὺς ντροπή, εἶναι ἐξευτελισμός.
Ὅμως ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος, ποὺ δίχως ντροπὴ ἅπλωσε ξανὰ τὶς φτεροῦγες του πετώντας στὴν ἴδια κείνη τρεμάμενη δύσκολη καμπύλη - ὅλο καὶ πιὸ ἀργά, πιὸ ἀργὰ καὶ πάλι χάνοντας τὸν ἔλεγχό του - δὲν ἦταν ἕνα κοινὸ πουλί.
Οἱ περισσότεροι γλάροι δὲ νοιάζονται νὰ μάθουν παρὰ μόνο τὰ πιὸ βασικὰ πράγματα γιὰ τὸ πέταγμα — πῶς νὰ πετοῦν ἀπ᾿ τὴν ἀκτή στὴν τροφή τους καὶ πίσω πάλι. Γιὰ τοὺς περισσότερους γλάρους σημασία δὲν £ἔχει τὸ πέταγμα, ἀλλὰ τὸ φαγητό. Γιὰ τοῦτον, ὅμως, τὸ γλάρο σημασία δὲν εἶχε τὸ φαγητό, ἀλλὰ τὸ πέταγμα. Πάνω ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ἀγαποῦσε νὰ πετάει.
Ἕνας τέτοιος τρόπος σκέψης δὲν ἦταν, καθὼς ἀνακάλυψε, τὸ καλύτερο μέσο γιὰ νὰ γίνεις ἀγαπητὸς στ᾿ ἄλλα πουλιά. Ἀκόμα καὶ οἱ γονεῖς του ἔνιωθαν ἀπογοήτευση ὅταν ὁ Ἰωνάθαν περνοῦσε μέρες ὁλόκληρες μόνος, κάνοντας ἑκατοντάδες χαμηλὲς πτήσεις μὲ ἀκίνητα φτερά, κάνοντας δοκιμές.
Δὲν ἤξερε λόγου χάρη τὸ γιατί, ὅμως, ὅταν πετοῦσε πάνω ἀπ᾿ τὸ νερό, σὲ ὕψος μικρότερο ἀπ᾿ τὸ μισὸ ἄνοιγμα τῶν φτερῶν του, μποροῦσε νὰ μείνει στὸν ἀέρα περισσότερο καὶ μὲ μικρότερη προσπάθεια. Οἱ πτήσεις μὲ ἀκίνητα τὰ φτερά του τέλειωναν ὄχι μὲ τὸ συνηθισμένο πλατσούρισμα τῶν ποδιῶν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ μ᾿ ἕνα μακρύ, πλατὺ αὐλάκι καθὼς ἄγγιζε τὴν ἐπιφάνεια μὲ τὰ πόδια του ἀεροδυναμικὰ δεμένα πάνω στὸ κορμί του. Ὅταν ἄρχισε νὰ γλιστρᾷ γιὰ νὰ προσγειωθεῖ μὲ μαζεμένα τὰ πόδια του στὴν παραλία, ὅταν δρασκέλιζε τὸ μῆκος τῆς γλίστρας του στὴν ἄμμο, οἱ γονεῖς του ἦσαν ἀλήθεια πολὺ ἀπογοητευμένοι.
«Γιατί Ἴων, γιατί;» ρωτοῦσε ἡ μάνα του. «Γιατί εἶναι τόσο δύσκολο, Ἴων, νὰ εἶσαι ὅπως ὅλα τ᾿ ἄλλα πουλιὰ στὸ σμῆνος; Γιατί δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀφήσεις τὸ χαμηλὸ πέταγμα στοὺς ἄλμπατρος, στοὺς πελεκάνους; Γιατί δὲν τρῷς; Γιόκα μου, εἶσαι φτερὸ καὶ κόκαλο!».
«Μάνα, δὲ μὲ πειράζει νἆμαι φτερὸ καὶ κόκαλο. Θέλω μόνο νὰ ξέρω τί μπορῶ καὶ τί δὲ μπορῶ νὰ κατορθώσω στὸν ἀέρα. Τίποτ᾿ ἄλλο. Θέλω νὰ ξέρω».
«Ἄκου ἐδῶ Ἰωνάθαν», εἶπε ὁ πατέρας του, ὄχι δίχως καλοσύνη. «Ὁ χειμῶνας πλησιάζει. Οἱ βάρκες θἆναι λιγοστὲς καὶ τ᾿ ἀφρόψαρα θὰ κολυμποῦν βαθιά. Ἂν πρέπει κάτι νὰ μελετήσεις, μελέτα τὴν τροφὴ καὶ πῶς νὰ τὴν ἐξασφαλίσεις. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεση μὲ τὶς πτήσεις εἶναι πολὺ καλή, ἀλλὰ μιὰ πτήση μ᾿ ἀκίνητα φτερὰ δὲν τρώγεται. Τὸ ξέρεις. Μὴ ξεχνᾷς πὼς ἂν πετᾶς εἶναι γιὰ νὰ τρῶς».
Ὁ Ἰωνάθαν ἔσκυψε τὸ κεφάλι ὑπάκουα. Γιὰ λίγες μέρες προσπάθησε νὰ φερθεῖ ὅπως οἱ ἄλλοι γλάροι· προσπάθησε στ᾿ ἀλήθεια, κρώζοντας καὶ πολεμώντας μὲ τὸ σμῆνος γύρω στὶς ἀποβάθρες καὶ τὶς ψαρόβαρκες, βουτώντας πάνω σὲ ἀποκόμματα ψάρι καὶ ψωμί. Κι᾿ ὅμως δὲν τὰ κατάφερνε.
Δὲν ἔχει κανένα νόημα, σκέφτηκε, ἀφήνοντας σκόπιμα νὰ πέσει, ἀφοῦ τὴν κέρδισε μὲ χίλιους κόπους, μιὰ ἀντσούγια σ᾿ ἕναν πεινασμένο γερογλάρο ποὺ τὸν κυνηγοῦσε. Θὰ μποροῦσα ν᾿ ἀσχοληθῶ ὅλ᾿ αὐτὸ τὸ διάστημα μαθαίνοντας νὰ πετάω. Ἔχει τόσα νὰ μάθει κανείς!
Καὶ πολὺ σύντομα ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ξανάφυγε μόνος πάλι, πέρα στ᾿ ἀνοιχτά, πεινασμένος, εὐτυχισμένος, μαθαίνοντας.
Θέμα ἦταν ἡ ταχύτητα, καὶ μὲ μία βδομάδα ἐξάσκηση ἔμαθε γιὰ τὴν ταχύτητα πολλὰ περισσότερα ἀπὸ τὸν πιὸ γρήγορο γλάρο στὸν κόσμο.
Ἀπὸ χίλια πόδια ὕψος, ἀφοῦ κουνοῦσε τὰ φτερά του ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦσε, ξεκινοῦσε μίαν ἀκάθεκτη κατάδυση πρὸς τὰ κύματα, καὶ μάθαινε γιατὶ οἱ γλάροι δὲν κάνουν κάθετες καταδύσεις μ᾿ ὅλη τους τὴν ὁρμή. Σ᾿ ἕξη μόλις δευτερόλεπτα πετοῦσε μ᾿ ἑβδομῆντα μίλια τὴν ὥρα καὶ στὴν ταχύτητα αὐτὴ ἡ φτεροῦγα «παίζει», ὅταν βρίσκεται στὴν πάνω της κίνηση.
Αὐτὸ ἔγινε ξανὰ καὶ ξανά. Καθὼς ἦταν προσεχτικός, καὶ καθὼς δούλευε ἐξαντλώντας ὅλες του τὶς ἱκανότητες, ἔχανε τὸν ἔλεγχό του σὲ πολὺ μεγάλη ταχύτητα.
Ἀνέβαινε χίλια πόδια ψηλά. Μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη πετοῦσε πρῶτα μπροστά, κι᾿ ὑστέρα μονομιᾶς, φτερουγίζοντας, ἄρχιζε τὴν κάθετη βουτιά. Τότε, κάθε φορά, ἡ ἀριστερὴ φτεροῦγα του ἔχανε τὸν ἔλεγχο στὴν πάνω κίνηση, κατρακυλοῦσε κεῖνος ἀπότομα ἀριστερά, ἔχανε τὸν ἔλεγχο τῆς δεξιᾶς φτερούγας προσπαθώντας νὰ τὴν ἐπαναφέρει, καὶ τιναζόταν σὰν φωτιὰ σ᾿ ἕνα τρελλὸ στριφτὸ κουτρουβάλιασμα πρὸς τὰ δεξιά.
Ὅλη του ἡ προσοχὴ δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ ἐλέγξει ἐκείνη τὴν κίνηση τῆς φτερούγας. Προσπάθησε δέκα φορές, καὶ κάθε φορά, καθὼς ξεπερνοῦσε τὰ ἑβδομήντα μίλια τὴν ὥρα, γινόταν ξαφνικὰ μιὰ ἀνάκατη μάζα ἀπὸ φτερά, δίχως ἔλεγχο, ποὺ γκρεμιζόταν στὴ θάλασσα.
Τὸ κλειδί, σκέφτηκε στὸ τέλος, μούσκεμα ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ νερό, θὰ εἶναι νὰ κρατᾷς τὰ φτερὰ ἀκίνητα στὶς μεγάλες ταχύτητες - νὰ φτερουγίζεις ὡς τὰ πενήντα κι ὕστερα νὰ κρατᾶς τὰ φτερὰ ἀκίνητα.
Ξαναδοκίμασε ἀπὸ τὰ δυὸ χιλιάδες πόδια, κατρακυλώντας στὴ βουτιά του, μὲ τὸ ράμφος ἴσια κάτω, τὶς φτεροῦγες ὀρθάνοιχτες καὶ σταθερὲς μόλις πάτησε τὰ πενήντα μίλια τὴν ὥρα. Χρειάστηκε τρομακτικὴ δύναμη, ἀλλὰ τὸ πέτυχε. Σὲ δέκα δευτερόλεπτα πέρασε σὰν καπνὸς ἐνενήντα μίλια τὴν ὥρα. Ὁ Ἰωνάθαν εἶχε πετύχει μιὰ παγκόσμια ἐπίδοση ταχύτητας γιὰ γλάρους!
Ἡ νίκη, ὅμως, δὲν βάσταξε πολύ. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἄρχισε τὴν ἀνάδυση, τὴ στιγμὴ ποὺ ἄλλαξε τὴ γωνία τῶν φτερῶν του, ἀντιμετώπισε τὴν ἴδια τρομαχτικὴ ἀνεξέλεγκτη καταστροφή, ποὺ μὲ ταχύτητα ἐνενήντα μίλια τὴν ὥρα τὸν κτύπησε σὰν κεραυνός. Ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἔσκασε στὸν ἀέρα καὶ γκρεμοτσακίστηκε πάνω σὲ μιὰ θάλασσα σκληρὴ σὰν πέτρα.
Ὅταν συνῆλθε εἶχε πιὰ νυχτώσει, κι᾿ ἔπλεε στὸ φεγγαρόφωτο πάνω στὴν ἐπιφάνεια τοῦ πελάγου. Οἱ φτεροῦγες του ἦσαν σὰ κουρελιασμένα κομμάτια μολύβι, ἀλλὰ τὸ βάρος τῆς ἀποτυχίας ἦταν πάνω στὴν πλάτη του ἀκόμα πιὸ βαρύ. Θἄθελε, ἔτσι ἀδύναμος, τὸ βάρος νὰ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τὸν παρασύρει ἀπαλὰ ὡς τὸ βυθό, καὶ νὰ τελειώναν ὅλα.
Καθὼς βούλιαξε χαμηλὰ στὸ νερό, μιὰ παράξενη κούφια φωνὴ ἀντήχησε μέσα του. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ξεφύγω. Εἶμαι γλάρος. Εἶμαι ἀπ᾿ τὴν φύση μου περιορισμένος. Ἂν ἤμουν φτιαγμένος νὰ μάθω τόσα πολλὰ γιὰ τὸ πέταγμα θἆχα διαγράμματα ἀντὶ γιὰ μυαλό. Ἂν ἤμουν φτιαγμένος νὰ πετάω σὲ τέτοιες ταχύτητες, θἆχα μικρὲς φτεροῦγες ὅπως τὸ γεράκι καὶ θἄτρωγα ποντίκια, ὄχι ψάρια. Ὁ πατέρας μου εἶχε δίκιο. Πρέπει νὰ τὶς ξεχάσω αὐτὲς τὶς τρέλες. Πρέπει νὰ πετάξω πίσω στὸ σμῆνος καὶ ν᾿ ἀρκεσθῶ σ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶμαι, ἕνας φουκαριάρης γλάρος.
Ἡ φωνὴ ἔσβησε, ὁ Ἰωνάθαν συμφώνησε. Ἡ θέση ἑνὸς γλάρου τὴ νύχτα εἶναι στὴ στεριά, κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴ στιγμή, ὁρκίστηκε, θὰ γινόταν ἕνας φυσιολογικὸς γλάρος. Ὅλοι θἆταν ἔτσι πιὸ εὐτυχισμένοι. Κουρασμένος ἔφυγε ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ νερὰ καὶ πέταξε πρὸς τὴ στεριά, κι᾿ εὐγνωμονοῦσε τὰ ὅσα εἶχε μάθει γιὰ τὸ ξεκούραστο χαμηλὸ πέταγμα.
Ὅμως ὄχι, συλλογίστηκε. Πάει, τέλειωσα μ᾿ ὅ,τι ἤμουν, πάει, τέλειωσα μ᾿ ὅ,τι ἔμαθα. Εἶμαι γλάρος ὅπως κάθε ἄλλος γλάρος καὶ θὰ πετάω σὰ γλάρος. Κι᾿ ἔτσι ἀνέβηκε μὲ κόπο ἑκατὸ πόδια ψηλὰ καὶ φτερούγισε πιὸ δυνατά, γιὰ νὰ φτάση γρήγορα στὴν ἀκτή.
Ἔνιωσε καλύτερα μὲ τὴν ἀπόφασή του νὰ εἶναι μόνο ἕνα ἁπλὸ μέλος στὸ σμῆνος. Δὲν θὰ ἦταν πιὰ δεμένος στὴ δύναμη ποὺ τὸν τράβηξε στὴ μάθηση, δὲν θὰ ὑπῆρχαν ἄλλες προκλήσεις κι ἄλλες ἀποτυχίες. Κι ἦταν ὄμορφο νὰ μὴ σκέφτεσαι, καὶ νὰ πετᾶς στὸ σκοτάδι πρὸς τὰ φῶτα πάνω ἀπ᾿ τὴν ἀκτή.
Σκοτάδι! Ἡ κούφια φωνὴ στρίγγλισε τρομαγμένη. Οἱ γλάροι ποτὲ δὲν πετοῦν στὸ σκοτάδι!
Ὁ Ἰωνάθαν δὲν εἶχε τὴν προδιάθεση ν᾿ ἀκούσει. Τί ὄμορφα ποὺ εἶναι, σκέφτηκε. Τὸ φεγγάρι καὶ τὰ φῶτα νὰ τρεμοσβήνουν πάνω στὸ νερό, καὶ ν᾿ ἁπλώνουν μέσ᾿ στὴ νύχτα φωτερὰ μονοπάτια, κι ὅλα τόσο εἰρηνικὰ κι᾿ ἀκίνητα...
Κατέβα! Οἱ γλάροι δὲν πετοῦν ποτὲ στὰ σκοτεινά! Ἂν ἤσουν φτιαγμένος γιὰ νὰ πετᾶς στὸ σκοτάδι θά 'χες μάτια κουκουβάγιας! Θά 'χες σχεδιαγράμματα στὸ κεφάλι σου, ὄχι μυαλό! Θὰ 'χες κοντὰ φτερὰ ὅπως τὸ γεράκι!
Ἐκεῖ, μέσα στὴ νύχτα, ἑκατὸ πόδια ψηλὰ στὸν ἀέρα, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ἔπαιξε τὸ μάτι. Ὁ πόνος του, οἱ ἀποφάσεις του ἔγιναν καπνός. Κοντὰ φτερά. Κοντὰ φτερὰ ὅπως τὸ γεράκι! Νὰ ἡ λύση! Τί βλάκας ποὺ ἤμουν! Μοῦ ἀρκεῖ ἕνα τόσο δὰ φτερό, ἀρκεῖ ν᾿ ἀναδιπλώσω τὶς φτεροῦγες μου καὶ νὰ πετάω μόνο μὲ τὶς ἄκρες τους! Κοντὰ φτερά!
Ἀνέβηκε δυὸ χιλιάδες πόδια πάνω ἀπ᾿ τὴ σκοτεινὴ θάλασσα καὶ δίχως νὰ συλλογιστεῖ οὔτε στιγμὴ τὴν ἀποτυχία ἢ τὸ θάνατο, ἔφερε τὸ μπρὸς μέρος τῆς κάθε του φτερούγας σφιχτὰ πάνω στὸ σῶμα του, ἄφησε μόνο σὰ στενὰ λεπίδια τὶς ἄκρες τους νὰ ξεπεταχτοῦν στὸν ἀέρα, καὶ ἔπεσε σὲ κάθετη πτήση.
Ὁ ἀέρας μούγγριζε σὰ θεριὸ στὸ κεφάλι του. Ἑβδομήντα μίλια τὴν ὥρα, ἐνενήντα, ἑκατὸν εἴκοσι καὶ πιὸ γρήγορα ἀκόμα. Τώρα ἡ πίεση τοῦ ἀέρα, στὰ ἑκατὸ σαράντα μίλια τὴν ὥρα, ἦταν πολὺ λιγότερη ἀπ᾿ ὅ,τι πρὶν στὰ ἑβδομῆντα, καὶ μὲ μιὰ ἐλάχιστη στροφὴ στὶς ἄκρες τῶν φτερῶν του βγῆκε ἄνετα ἀπ᾿ τὴν κατάδυσή του καὶ τινάχτηκε πρὸς τὰ πάνω, μακριὰ ἀπ᾿ τὰ κύματα, σὰ μιὰ σταχτιὰ ὀβίδα στὸ φεγγαρόφωτο.
Ἔκλεισε σχεδὸν ὁλότελα τὰ μάτια του ἀπέναντι στὸν ἄνεμο κι᾿ ἔνιωσε χαρά. Ἑκατὸ σαράντα μίλια τὴν ὥρα! καὶ μὲ ἀπόλυτο ἔλεγχο! Ἂν βουτήξω ἀπὸ τὰ πέντε χιλιάδες πόδια, ἀντὶ ἀπὸ τὰ δυὸ χιλιάδες, πόσο γρήγορα ἄραγε...
Οἱ προηγούμενοι ὅρκοι του ξεχάστηκαν, σκορπίστηκαν μακριὰ μέσα στὸ μεγάλο γρήγορο ἄνεμο. Κι᾿ ὅμως δὲν ἔνιωσε ἔνοχος, καθὼς καταπατοῦσε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε δώσει. Τέτοιες ὑποσχέσεις εἶναι μόνο γιὰ τοὺς γλάρους ποὺ ἀποδέχονται τὰ συνηθισμένα. Ὅποιος ἀρίστευσε μαθαίνοντας, δὲν χρειάζεται τέτοιες ὑποσχέσεις.
Μὲ τὴν ἀνατολή, ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἄρχισε πάλι τὴν ἐξάσκησή του. Ἀπὸ ὕψος πέντε χιλιάδες πόδια οἱ ψαρόβαρκες ἦσαν βουλίτσες πάνω στὸ λεῖο γαλανὸ νερό, τὸ Σμῆνος στὸ Πρόγευμα ἕνα ἀχνὸ σύννεφο ἀπὸ μικροσκοπικὰ σκονάκια, νὰ στροβιλίζονται. Ἦταν ζωντανός, τρέμοντας λίγο ἀπὸ χαρά, περήφανος ποὺ κυριαρχοῦσε τώρα πάνω στὸ φόβο του. Ὕστερα δίχως ἐπισημότητες μάζεψε τὶς φτεροῦγες του, ἅπλωσε τὶς κοντὲς λοξὲς ἄκρες τῶν φτερῶν του καὶ βούτηξε ἀμέσως πρὸς τὴ θάλασσα. Ὅταν πέρασε τὶς τέσσερεις χιλιάδες πόδια, εἶχε φτάσει τὴν ὁριακὴ ταχύτητα, ὁ ἀέρας ἦταν ἕνα στέρεο φράγμα ἤχου ἀπέναντι στὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ κινηθεῖ πιὸ γρήγορα. Πετοῦσε τώρα ἴσια κάτω, μὲ ταχύτητα διακόσια δεκατέσσερα μίλια τὴν ὥρα. Ξεροκατάπιε, γιατί ἤξερε πὼς ἂν τὰ φτερά του ἄνοιγαν σ᾿ αὐτὴ τὴ ταχύτητα, θὰ γινόταν ἕνα ἑκατομμύριο κομματάκια γλάρου. Ἡ ταχύτητα ὅμως ἦταν δύναμη, καὶ ἡ ταχύτητα ἦταν χαρά, καὶ ἡ ταχύτητα ἦταν ἀπόλυτη ὀμορφιά.
Ἄρχισε τὴν ἀνάσχεση στὰ χίλια πόδια, οἱ ἄκρες τῶν φτερῶν του ἔτριζαν κι᾿ ἄναβαν σ᾿ αὐτὸ τὸν τρομακτικὸ ἄνεμο, ἡ βάρκα καὶ τὸ πλῆθος τῶν γλάρων ἔρχονταν κατὰ πάνω του καὶ μεγάλωναν μὲ ἀστραπιαία ταχύτητα, πάνω στὸ δρόμο του.
Δὲν μποροῦσε νὰ σταματήσει· δὲν ἤξερε ἀκόμα οὔτε πῶς νὰ στρίψει μ᾿ αὐτὴ τὴν ταχύτητα.
Ἡ σύγκρουση θὰ σήμαινε ἀκαριαῖο θάνατο. Κι᾿ ἔτσι ἔκλεισε τὰ μάτια του.
Συνέβηκε κεῖνο τὸ πρωί, τότε, μόλις μετὰ τὸ ξημέρωμα, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος νὰ περάσει σὰ σφαῖρα ἀπ᾿ τὸ κέντρο ἀκριβῶς τῆς συνάθροισης γιὰ Πρόγευμα τοῦ Σμήνους, σὰν ἀστραπὴ μὲ διακόσια δώδεκα μίλια τὴν ὥρα, μὲ τὰ μάτια κλειστά, σ᾿ ἕνα ἄγριο βουητὸ ἀπὸ ἀέρα καὶ φτερά. Ὁ Γλάρος Τύχη τοῦ χαμογέλασε γιὰ μιὰ φορὰ καὶ κανένας δὲ σκοτώθηκε.
Ὅταν πιὰ σήκωσε τὸ ράμφος του πρὸς τὸν οὐρανό, ἐξακολουθοῦσε νὰ κινεῖται σὰ πύρινη σφαῖρα μὲ ταχύτητα ἑκατὸν ἑξήντα μίλια τὴν ὥρα. Ὅταν σιγὰ σιγὰ ἔφτασε στὰ εἴκοσι μίλια καὶ ἅπλωσε ξανὰ ἐπιτέλους τὰ φτερά του, ἡ βάρκα ἦταν σὰ ψίχουλο πάνω στὴ θάλασσα, τέσσερεις χιλιάδες πόδια κάτω. Σκέφτηκε τὸ θρίαμβο. Ὁριακὴ ταχύτητα! Ἕνας γλάρος πετᾶ μὲ ταχύτητα διακόσια δέκα τέσσερα μίλια τὴν ὥρα! Ἦταν μιὰ Κατάκτηση, ἦταν ἡ πιὸ μεγάλη, ἡ μοναδικὴ στιγμὴ στὴν ἱστορία του Σμήνους, καὶ κείνη τὴ στιγμὴ μία καινούργια ἐποχὴ ἄνοιξε γιὰ τὸν Ἰωνάθαν Γλάρο. Ἀφοῦ πέταξε στὸ ἐρημικὸ τόπο τῆς ἐξάσκησής του, διπλώνοντας τὰ φτερά του γιὰ νὰ βουτήξει ἀπὸ ὀχτὼ χιλιάδες πόδια, βάλθηκε ἀμέσως ν᾿ ἀνακαλύψει πῶς νὰ στρίβει.
Ἀνακάλυψε πὼς ἕνα καὶ μόνο ἀκρινὸ φτερὸ ἂν κινηθεῖ ἀνὰ χιλιοστό, προκαλεῖ μία ὁμαλὴ μεγαλόπρεπη καμπύλη σὲ τρομαχτικὴ ταχύτητα. Πρὶν τὸ μάθει αὐτό, ὡστόσο, ἀνακάλυψε πὼς ἂν κουνήσει περισσότερα ἀπὸ ἕνα φτερὸ σ᾿ αὐτὴ τὴν ταχύτητα, στροβιλίζεσαι σὰ σφαίρα ὅπλου... Καὶ ὁ Ἰωνάθαν εἶχε ἔτσι γίνει ὁ πρῶτος ἀκροβάτης τοῦ ἀέρα, πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλο γλάρο στὸν κόσμο.
Δὲν ἔχασε καιρὸ κείνη τὴ μέρα σὲ κουβέντες μὲ ἄλλους γλάρους ἀλλὰ συνέχισε νὰ πετᾶ ὥσπου νύχτωσε. Ἀνακάλυψε τὴν ἀκροβατικὴ στροφή, τὴν ἀργὴ περιστροφή, τὴν ἀνάποδη στροφή, τὸ στροβίλισμα, τὴν τούμπα.
Ὅταν ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἔφτασε κοντὰ στὸ Σμῆνος στὴν παραλία, ἦταν νύχτα βαθιά. Ἦταν ζαλισμένος καὶ φοβερὰ κουρασμένος. Κι᾿ ὅμως άπ᾿ τὴ χαρά του προσγειώθηκε μὲ ἀκροβασία καὶ πραγματοποιώντας λίγο πρὶν ἀγγίξει τὸ ἔδαφος, μιὰ ξαφνικὴ ἀπότομη περιστροφή.
Ὅταν μάθουν, σκέφτηκε, τὴν Κατάκτηση θὰ ξετρελαθοῦν ἀπὸ χαρά. Πόσο πιὸ πλούσια γίνεται τώρα ἡ ζωή μας! Ἀντὶ γιὰ τὸ μονότονο κοπιαστικὸ πήγαινε κι᾿ ἔλα στὶς ψαρόβαρκες, ὑπάρχει ἕνα νόημα στὴ ζωή! Μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τὴν ἄγνοια, μποροῦμε ν᾿ ἀναγνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν ὄντα ξεχωριστά, ἔξυπνα καὶ ἐπιδέξια.Μποροῦμε νὰ εἴμαστε λεύτεροι! Μποροῦμε νὰ μάθουμε νὰ πετοῦμε!...



Richard Bach "Ο γλάρος Ιωνάθαν"
(απόσπασμα από το Πρώτο Μέρος)

Δευτέρα, Ιανουάριος 11, 2010

...να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου...





Επιστρέφω απόγευμα στο κρεβάτι, ανοίγω το τελευταίο βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι. Μεσάνυχτα όλη μέρα. Εξ αφορμής μιας πρότασης στο οπισθόφυλλο το πήρα. «Είμαστε αλάθητοι», λέει, «στην επιλογή του εραστή μας, ιδιαίτερα όταν αξιώνουμε το λάθος πρόσωπο. Υπάρχει ένα ένστικτο, μαγνήτης ή αερικό, που γυρεύει το αταίριαστο».

***

Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει – αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου. Την ισόβια συνύπαρξη, ιδίως.

***

Η λάθος επιλογή σού διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο τού να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιό σου. Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι....Πένθος αμετάκλητο μετά».


Σε κάθε συνάντησή σου με ίσο σου άνθρωπο θα βάζεις μπροστά σαν πανοπλία το άξεστο πλάσμα. Ο λίγος ίσκιος σου θα σε θωρακίζει από την οδυνηρή συνάφεια με τον παρεμφερή σου. Κανονικά πρέπει να χρωστάς ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό στην άξεστη αγάπη σου. «Σε ευχαριστώ, ακαλλιέργητο πλάσμα, που η επινοημένη μου εμμονή για σένα με προστάτεψε. Δεν πήγα να καώ με την καλή περίπτωση. Να χάσω την ανεξαρτησία μου. Τη μαγκιά μου. Να γίνω κουρέλι». Αν δεν υπήρχε το φάντασμα του άξεστου ανθρώπου, θα αναγκαζόσουν κάποια στιγμή να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου...το οδυνηρό πράγμα που λέγεται ζευγάρι...θα αναγκαζόσουν να είσαι τρυφερός...να αγαπήσεις στ΄ αλήθεια.



Μαλβίνα Κάραλη


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΌ http://gomedusa.blogspot.com/

Κυριακή, Ιανουάριος 10, 2010





Εμείς
Οι εγκλωβισμένοι του Χθες
Στο φρικαλέο τριγμό του Σήμερα
Επικαλούμαστε ένα διωγμό
Ένα ανάθεμα
Ή μια ανάσα εφιάλτη
Για να επιστρέψουμε εκεί
Όπου βιώνουμε το Υπέροχο
Το Απόλυτο
Το Αληθινό
Και κατοικία μας είναι
Όχι ο χρόνος
Ούτε ο πόνος
Αλλά οι στίχοι απ’τα τραγούδια
Των βάρδων…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’ οποιονδήποτε ‘άλλο’
Εμείς ξέρουμε καλύτερα
Τι σημαίνει ν’ανήκεις στο Χθες
Και να προσδοκάς το Αύριο
Να επιστρέφεις
Για να ησυχάσεις
Και να γαληνέψεις
Κι όχι για να βιώσεις ξανά
Ό,τι για πάντα χάθηκε…

Περισσότερο απ’όλους
Κι από καθέναν χωριστά
Σ’εμάς ανήκει το Αύριο
Γιατί θυσιάσαμε όλη μας την ακεραιότητα
Κι όλη μας τη ρώμη
Οραματιζόμενοι ευρύχωρους κόσμους
Από ηδονές και αγιοσύνη
Γιατί δεν ρίξαμε κάτω
Τις ασπίδες στις ήττες
Γιατί δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Όπως το αξίζαμε
Στους λιγοστούς θριάμβους…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’όλους τους άλλους
Εμείς
Αγαπήσαμε τη ματαιότητα
Λατρέψαμε το πρόσκαιρο
Υμνήσαμε το φθαρτό
Σμιλέψαμε το Απρόσιτο
Και κατοικήσαμε μέσα του
Και σήμερα μπορούμε
Αν το θελήσουμε αληθινά
Ν’αναστηθούμε από τη τέφρα μας
Να σηκωθούμε αγέρωχοι
Να ξεκινήσουμε ξανά
Να στοχαστούμε απ’την αρχή
Όχι σ’ένα τέλος που θα αρμόζει
Στην αποκοτιά μας
Να υπάρχουμε
Μα σ’ένα πέρας μυητικό
Ένα ολοκαύτωμα ανδρείο
Ένα στροβίλισμα φωτός και χάους
Πριν σφαίρες γίνουμε
Από αστρόσκονη και Νύχτα
Κι αναλωθούμε οριστικά
Και υπέροχα…

2003 - 2010

Πέμπτη, Ιανουάριος 07, 2010

'ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ...'




"You are the world, the neighbour, the friend, the so-called enemy. If you would understand, you must first understand yourself, for in you is the root of all understanding. In you is the beginning and the end."
"If you are very clear, if you are inwardly a light unto yourself, you will never follow anyone"


-- J. Krishnamurti

Πέμπτη, Δεκέμβριος 31, 2009



Η Νύχτα της Αλήθειας





Τους είδα καθισμένους σε κείνο το μοναχικό παγκάκι. Ήταν σιωπηλοί. Εκείνος, ντυμένος απλά, με ένα τζιν παντελόνι -το αγαπημένο του- και ένα επίσης τζιν τζάκετ, βλέμμα χαμηλωμένο, έτριβε νευρικά τα δάχτυλά του. Απέφευγε να της ρίξει έστω και μια ματιά. Εκείνη, είκοσι πόντους δίπλα του, με ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι και ένα όμορφο λευκό πουλόβερ που τόνιζε τα υπέροχα χαρακτηριστικά της και αναδείκνυε την κορακάτη χαίτη της που ξαπλωνόταν στην πλάτη και στο στήθος της. Ούτε εκείνη τον κοιτούσε. Καθόταν σιωπηλή, βυθισμένη στις σκέψεις της.
        Δεν ξέρω πως ένιωσα που τους είδα έτσι. Το σκηνικό μου θύμισε κινηματογραφική ταινία. Μου φάνηκε στημένο, ψεύτικο. Ίσως γιατί δεν τους ταίριαζε, ίσως γιατί τους είχα συνηθίσει διαφορετικά,  ίσως γιατί όλη αυτή η σιωπή διογκώνει τα συναισθήματα και μεταμορφώνει το ασήμαντο σε σημαντικό.
        Όμως, αυτό που τους συνέβαινε, δεν είχε ανάγκη της σιωπής για να γίνει σημαντικό ή μεγάλο. Ήταν από μόνο του ήδη πελώριο και, φαντάζομαι, δυσβάσταχτο και για τους δυο.
        Μια σκέψη μου πέρασε απ'το μυαλό έτσι όπως τους παρατηρούσα. Τι είναι τελικά μια συνάντηση χωρισμού; Η προσπάθεια να απαλλαγείς από το βάρος του "πτώματος" της σχέσης, να το μετακυλίσεις, να το ξεφορτωθείς, να το φορτώσεις στον άλλο. "Το βάρος του πτώματος της σχέσης", επανέλαβα στον εαυτό μου και μου φάνηκε απίστευτο που το έλεγα για τα δυο αυτά παιδιά. Όπως απίστευτα και ακατανόητα είναι πάντα ο θάνατος, η απώλεια, η απόρριψη και η μοναξιά. Ακατανόητα και τόσο καθημερινά!
        Ύστερα σιώπησαν και οι δικές μου σκέψεις. Ο λόγος έπρεπε να δοθεί σε κείνους. Πρώτη, αποφάσισε να μιλήσει η Στεφανία. Μου φαίνεται πως πάντα κάπως έτσι συμβαίνει. Οι γυναίκες αποταμιεύουν πάντα θάρρος και το αποδεικνύουν και στις πιο δύσκολες στιγμές γιατί είναι οι πρώτες που αποφασίζουν να μπουν βάλουν τα πόδια τους στη φωτιά.

-Δεν θα πεις τίποτα;
- Τι να πω;...
- Τι σκεφτόσουν;
- Πότε;
- Τώρα... όση ώρα με περίμενες;
- Κάτι άσχετο.
- Με μας;
- Ναι.
-Τι;
- Ότι μάλλον θα ξαναρχίσω το κάπνισμα.
- Δεν είναι και τόσο άσχετο αυτό.
- Ναι, τελικά δεν είναι.
- Αλλά δεν πρόκειται να το κάνεις.
- Μάλλον θα το κάνω. Κι αυτή τη στιγμή έχω ανάγκη ένα τσιγάρο.
- Ξέχασέ το.
- Δε θέλω να το ξεχάσω. Καλύτερα να έχω αυτό στο μυαλό μου. Καλύτερα από...
- Από τι;
- Ασ'το.
- Δεν ήρθα απόψε εδώ για να αφήσω τίποτα Μάνο. Τρία χρόνια που "τα αφήναμε" όλα να που φτάσαμε.
- Άρχισες βλέπω.
- Ναι, άρχισα. Κάποιος θα πρέπει να κάνει την αρχή...

        Η Στεφανία ήταν η πρώτη που "άρχισε" αλλά ο Μάνος ήταν ο πρώτος απ'τους δυο που αποφάσισε να γυρίσει το βλέμμα του και να το αφήσει να συναντήσει το δικό της. Θα πρέπει να ήταν μια οδυνηρή απόφαση. Μια απόφαση που χρειάστηκε αποθέματα ενέργειας και τόλμης. 

- Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί συναντηθήκαμε απόψε εδώ;
- Για να μιλήσουμε.
- Όχι, συναντηθήκαμε για να χωρίσουμε.
- Έστω...
- Και γιατί εδώ;
- Έχει σημασία;
- Όλα έχουν σημασία.
- Μάνο...
- Σ'αυτό το παγκάκι, πριν από τρία χρόνια...
- Ωραία, ας πάμε κάπου αλλού...
- Στεφανία, κάθισε σε παρακαλώ. Αν πρόκειται να χωρίσουμε, ας χωρίσουμε εδώ. Το θέλω να γίνει εδώ.
- Το σημαντικό δεν είναι το παγκάκι.
- Τότε ήταν.
- Ούτε τότε ήταν.
- Τότε ήταν όλα σημαντικά. Ακόμη κι εμείς...

Ήταν η στιγμή που η ένταση έπεσε, η σιωπή επανήλθε και η ατμόσφαιρα ήταν τόσο φορτισμένη που νόμιζες πως αν άναβες ένα σπίρτο θα γινόταν έκρηξη. Η έκρηξη όμως δεν είχε συμβεί ακόμη και η εσωτερική φόρτιση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Ο Μάνος έδειχνε να παλεύει να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και, φαντάζομαι πως πάλευε για κάτι ακόμη δυσκολότερο. Να εμποδίσει τον "κακό" εαυτό του να χρησιμοποιήσει το οπλοστάσιό του. Ίσως να αγαπούσε ακόμη αυτή τη γυναίκα και να μην ήθελε να την σκοτώσει.
        Αλλά μάλλον είχα άδικο.

- Ξέρεις Μάνο, ίσως να... ίσως να μην είναι ανάγκη να πούμε πολλά. Ίσως να...
- Ίσως να μην ήταν ανάγκη τελικά, να συναντηθούμε καν. Γιατί δεν το ομολογείς; Δεν σου αρέσει αυτή η συζήτηση και κυρίως, δεν σου αρέσει η συνέχειά της.
- Γιατί να μην μου αρέσει η συνέχειά της; Τι θέλεις να πεις;
- Στέφι, ας μην...
- Έχεις τόσο καιρό να με πεις έτσι...

Ο Μάνος εδώ κόμπιασε. Οι λέξεις που είχαν ανέβει στο στόμα δεν βγήκαν έξω, δεν ντύθηκαν ήχο, δεν έγιναν βέλη που θα εκτοξεύονταν στον αντίπαλο. Ο Μάνος χαμήλωσε ξανά το βλέμμα και αισθάνθηκε τα μάτια του να υγραίνονται.

-Μην το κάνεις αυτό σε παρακαλώ.
- Ποιο;
- Μην παίζεις με το συναίσθημά μου. Όχι πάλι!
- Πάλι;
- Στεφανία...
- Να που ξανάρθαμε στα ίσα μας. Από Στέφι Στεφανία... λέγε λοιπόν, σ'ακούω. Πες μου για το συναίσθημά σου. Πόσο ευαίσθητο είναι, πόσο ξεχωριστό το δικό σου συναίσθημα. Πες, βγάλε ένα από εκείνα τα τρομερά λογύδριά σου που κάνουν τους πάντες να μένουν με το στόμα ανοιχτό! Που τους κάνουν όλους να σε θαυμάζουν! Πες λοιπόν, άλλωστε έχεις μεγάλο ταλέντο σ'αυτό!
- Στεφανία!

Κι εδώ ακολούθησε μια μικρή παύση. Τα πνεύματα έχουν κιόλας ανάψει. Τώρα πια κανείς δεν κάθεται σιωπηλός, κανείς δεν κοιτάζει το κενό ή τα δέντρα και τον ουρανό. Τώρα έχουν πάρει και οι δυο θέσεις μάχης. Τώρα βγαίνουν τα βέλη απ'τη φαρέτρα, τώρα θα ειπωθούν όλα.

- Είπαμε να συναντηθούμε απόψε εδώ για να "μιλήσουμε".
- Αυτό δεν κάνουμε;
- Όχι, δεν κάνουμε αυτό. Έχουμε αρχίσει να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο, αυτό κάνουμε. Και θα πρέπει να το σταματήσουμε. Τώρα. Πριν πούμε κι άλλα. Πιο επώδυνα και πιο...
- Αληθινά;
- Στεφανία. Τόσο πολύ λοιπόν σε έχω πληγώσει; Τόσο πολύ έξω έπεσες για μένα; Τόσο δυστυχισμένη έγινες κοντά μου όλα αυτά τα χρόνια;
- Να σου πω κάτι; Κανείς, κανείς άλλος, κανείς έξω από εμάς δεν μπορεί να μας κάνει δυστυχισμένους. Αν νιώθω ότι αυτά τα τρία χρόνια κατέληξαν σε ένα φιάσκο, μάλλον τελικά, δεν φταις εσύ.
- Φιάσκο;
- Τέλος πάντων...
- Φιάσκο! Περίμενα ότι απόψε θα ακούσω πολλά αλλά όχι κι αυτό. Φιάσκο... Αυτό που λες με πληγώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
- Δεν με ενδιαφέρει αν σε πληγώνει ή όχι. Τρία χρόνια τώρα, μονάχα εσύ πληγώνεσαι, μονάχα εσύ είσαι ευαίσθητος, μονάχα εσύ έχεις συναισθήματα. Εγώ που ήμουν αυτά τα χρόνια;
- Ήσουν και θα παραμείνεις η πιο σημαντική...
- Ασ'τα ρε Μάνο αυτά, να χαρείς. Μην μου μιλάς σαν συγγραφέας πάλι. Όταν είσαι απλά ο Μάνος, σε προτιμώ, το ξέρεις άλλωστε αυτό.
- Ναι, το ξέρω. Όπως ξέρω πολύ καλά το σύμπλεγμά σου απέναντι στον "συγγραφέα" Μάνο, τον "ποιητή" Μάνο. Κι όπως ξέρω πολύ καλά πόσο πολύ μόχθησες όλα αυτά τα χρόνια να ακυρώσεις αυτή την ιδιότητά μου γιατί σε έκανε να νιώθεις μειονεκτικά. Ο "συγγραφέας" που κοροϊδεύει και ο Μάνος που είναι αληθινός. Ο "ποιητής" που ντύνει με ωραίες λέξεις τα ψέματά του και ο Μάνος που δεν ξέρει να λέει ψέματα. Ναι, σε έμαθα πια.
- Μπορείς απόψε να βγάλεις όλη σου τη χολή. Δεν θα ξαναβρείς άλλη ευκαιρία. Εμπρός λοιπόν, επιστράτευσε όλο σου το λεκτικό οπλοστάσιο, είσαι τόσο ικανός σ'αυτό, ψάξε να βρεις όλες τις δύσκολες λέξεις που έμαθες διαβάζοντας τόσα χρόνια και...ρίξε! Θα το υποστώ. Για τελευταία φορά. Είμαι όλη δική σου! Θα κάνεις και προπόνηση για τις επόμενες σχέσεις σου. Εμπρός λοιπόν!

Το μόνο που ακούστηκε από τον Μάνο ήταν ένας αναστεναγμός. Η βραδιά εξελισσόταν σε αληθινή τραγωδία, σε ένα φοβερό ναυάγιο, σε μια καταστροφική μάχη χωρίς νικητές αλλά μονάχα με ηττημένους. Ο Μάνος πήγε και στάθηκε όρθιος λίγα μέτρα μακριά από την γυναίκα που, λίγο καιρό πριν, αποκαλούσε "αγάπη" του και είχε αποφασίσει να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του μαζί της. Στάθηκε μακριά της και με την πλάτη γυρισμένη ανασαίνοντας γρήγορα. Τα χέρια του έψαχναν το τζάκετ του και το παντελόνι του για το πακέτο με τα τσιγάρα του.  Η Στεφανία τον παρατηρούσε ανέκφραστη, σχεδόν παγερή.

- ...το κερατό μου!
- Μην ψάχνεις, το τελευταίο πακέτο το αγόρασες στα γενέθλιά σου, πριν από τρεις μήνες και το πετάξαμε μαζί το ίδιο βράδυ. Εκτός κι αν καπνίζεις κρυφά και δεν το ξέρω.
- Πολλά είναι αυτά που δεν ξέρεις και που δεν έμαθες ποτέ για μένα. Κι αυτό γιατί δεν ενδιαφέρθηκες ποτέ αληθινά για μένα, για τον Μάνο. Για την πάρτη σου νοιαζόσουν μόνο.
- Τι μας λέτε κύριε! Σοβαρά; Ώστε έτσι ε;
- Μην παίρνεις αυτό το ύφος και μην ειρωνεύεσαι γιατί δεν σου πάει. Τέλος πάντων. Θα πάω να πάρω τσιγάρα.
- Και θα μ'αφήσεις εδώ μόνη;
- Νομίζω πως τελειώσαμε Στεφανία. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε τελειώσει. Μόνη σου το είπες πως απόψε είναι η τελευταία μας βραδιά.
- Θα προτιμούσα να μείνεις εδώ και να τα πούμε όλα.
- Τι άλλο έχουμε να πούμε;
- Πολλά.
- Όπως;
- Όπως...για μας. Τις τελευταίες μέρες σκέφτηκα πολύ.
- Δεν το συνήθιζες παλιά.
- Κρυάδες! Λοιπόν, πέρασα μαζί σου φιλαράκο τρία χρόνια και δυο μήνες. Και ξέρεις τι μου "τη δίνει" περισσότερο; Ότι μπορεί να έκανα λάθος όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή η σκέψη μου έχει κολλήσει. Μπορείς να εξηγήσεις το γιατί;
- Δεν νομίζω.
- Απίστευτο! Εσύ που μπορείς και τα αναλύεις όλα; Εσύ που έχεις ψαχτεί τόσο πολύ;
- Πάλι με ειρωνεύεσαι και το στιλάκι αυτό, στο ξαναλέω, δεν σου πάει. Αν θέλεις να μιλήσουμε, εντάξει, κάθισε να μιλήσουμε. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να μιλήσουμε πραγματικά.
- Ο.Κ. Ας καθίσουμε λοιπόν.

Και να που τα δυο παιδιά φαίνεται να επανακτούν ένα βαθμό ψυχραιμίας και να επιζητούν μια οδό επικοινωνίας. "Μια οδό επικοινωνίας", επανέλαβα στον εαυτό μου. Περίεργο δεν είναι; Καμιά φορά το αυτονόητο είναι και πιο δύσκολο! Να θέλεις να επικοινωνήσεις με τον άλλο, όχι απλά να συζητάς, να ανταλλάσσεις λέξεις και φράσεις αλλά να επικοινωνείς. Και φαίνεται πως στα διαλείμματα της μάχης, οι άνθρωποι επιζητούν την επαφή και την επικοινωνία. Ίσως για να αναδιατάσσουν τις δυνάμεις τους. Ίσως πάλι γιατί ο πόλεμος κουράζει και εξαντλεί. Ή πάλι, γιατί τελικά, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την συνεννόηση, την επαφή, την συνύπαρξη τελικά. Ωραία και η αμπελοφιλοσοφία αλλά ας επιστρέψουμε στα παιδιά. Έχουν ξανακαθίσει στο παγκάκι, προσπαθούν να ρυθμίσουν την αναπνοή τους, να ταξινομήσουν τις σκέψεις τους. Το πιο ενδιαφέρον μέρος της βραδιάς δεν άρχισε ακόμη!

-Κρυώνεις;
-Λίγο... δεν με ενοχλεί.
-Πάντα σε ενοχλούσε το κρύο...
-Και σένα η ζέστη.
-Μάλιστα. Αρχίσαμε με τα δελτία καιρού.  Που θα πάμε μετά; Στα διατροφικά;
-Ας πάμε όπου θέλεις... Να σου πω κάτι; Θέλω κι εγώ ένα τσιγάρο τώρα...
- Ναι αλλά κι εσύ το'χεις κόψει. Και μάλιστα πριν από μένα. Θυμάμαι μάλιστα...
-Τι πράγμα;
-Χμμ... εκείνο το βράδυ στην Αράχοβα; Στο σπίτι της κυρά Διονυσίας; Θυμάσαι;
- Μμμμ...
-Θυμάσαι που μου είχες πει τότε για το πως είχες κόψει το τσιγάρο; Έτσι, με μια ακαριαία απόφαση. Με μια απλή κίνηση, πήρες το πακέτο και το πέταξες από το παράθυρο.
-Ναι... είχα πει πολλά εκείνο το βράδυ. Δεν κράταγα βλέπεις και το στοματάκι μου κλειστό.
-Μμμ, και όχι μόνο το στοματάκι σου...
- Μάνο!
-Κι όμως, σε είχα τοποθετήσει πολύ ψηλά μέσα μου εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω πως έγινε, το κατάλαβα πολύ αργότερα. Όσα μου είπες εκείνη τη βραδιά, δίπλα στο τζάκι της κυρα Διονυσίας, όσα μου είπες και όσα μου έκανες βέβαια!
-Μάνο!
-Ναι, έτσι είναι Στέφι. Μπορεί να υπήρξα ένας ηλίθιος υπερεγωιστής ως τώρα αλλά...
-Τι είναι; Μην το κόβεις τώρα πανάθεμά σε! Για μια φορά στη ζωή σου, μίλα και ολοκλήρωσε αυτό που λες!
-Τι θες να πεις; Ότι...
-Τα σκάτωσες πάλι ρε Μάνο! Ως συνήθως!
-Πάω για τσιγάρα. Οριστικά αυτή τη φορά.
-Μην σηκώνεσαι. Κάτσε.
-Τι είναι;
-Θέλω κάτι να σου πω.
-Ωραία λοιπόν. Ας ξανακαθίσω.
-Θα στο πω αυτό και μετά θα αποφασίσουμε. Μαζί.
-Τι θα αποφασίσουμε Στέφι;
-Αν θα χωρίσουμε ή όχι.
-Κι αυτό που θα μου πεις τώρα θα παίξει τέτοιο ρόλο;
-Ναι. Κι έχει σχέση με κείνη τη βραδιά στο σπίτι της Αράχωβας. Με το αναμμένο τζάκι και το χιόνι που έπεφτε έξω και...
-Οκ, οκ.

Θα πρέπει να είναι η κρισιμότερη στιγμή της βραδιάς. Η σχέση των δυο παιδιών βρίσκεται ένα βήμα μονάχα πριν το γκρεμό και αρκεί ένα απλό άγγιγμα, μια ανάσα αέρα για να γκρεμιστεί για πάντα. Η σιγή πριν από την καταιγίδα, η φορτισμένη, πυκνή ατμόσφαιρα που είναι σχεδόν αποπνικτική αλλά και συγκλονιστική μαζί.
        Περίεργο, αναρίθμητες βραδιές ήρθαν και έφυγαν στην σχέση των δυο αυτών ανθρώπων αλλά τώρα, όλα κρέμονται σε μια στιγμή, σε ένα απειροελάχιστο κομματάκι του χρόνου...

-Ξέρεις Μάνο, εκείνο το βράδυ...
-Ναι...
-Μη με πιέζεις, δεν είναι και τόσο απλό να βρω τις λέξεις... για σένα ίσως να ήταν ευκολότερο...
-Στέφι!
-Δεν φεύγω από το θέμα, μη φοβάσαι. Λοιπόν, ξέρεις εκείνη τη βραδιά... σου είπα ένα μεγάλο ψέμα και μαζί... μια μεγάλη αλήθεια. Ούτε το ένα κατάλαβες ούτε το άλλο.
-Πως;
-Ναι, έτσι είναι.
-Λοιπόν...
-Λοιπόν, από που θες να ξεκινήσω;
-Δεν ξέρω. Έχω πάθει σοκ.
-Μα, δεν άκουσες ακόμα.
-Θα πρέπει να έχω χλομιάσει...
-Να μην σου πω τίποτε τότε...
-Τότε είναι που θα λιποθυμήσω. Λέγε ρε γαμώτο!
-Εντάξει. Το μεγάλο ψέμα πρώτα. Σου είχα πει ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. Πως είχα δεχθεί την πρότασή σου για αυτή την εκδρομή στην Αράχοβα γιατί... τέλος πάντων γιατί ήθελα να είμαστε μαζί και όλα αυτά. Δεν ήταν αλήθεια. Ορθά τότε στην εκδρομή για να... γιατί με κυνηγούσε ακόμη μια σκιά. Ένα φάντασμα μάλλον.
-Φάντασμα;
-Το φάντασμα ενός άλλου.
-Του...
-Ναι. Δεν ένιωθα τίποτε εκείνο το καιρό για σένα. Κι όταν κάναμε έρωτα...
-Το έκανες για να τον εκδικηθείς.
-Ναι... δηλαδή κάπως έτσι...
-Μάλιστα.
-Θύμωσες;
-Δεν ξέρω. Είναι νωρίς για να καταγράψω "θύματα ή ζημιές" ακόμα. Συνέχισε.
-Είσαι σίγουρος;
-Ούτε κι αυτό το ξέρω. Εσύ συνέχισε πάντως.
-Λοιπόν. Ας πούμε πως σε γενικές γραμμές αυτό ήταν το ψέμα μου. Το ξέρω πως φέρθηκα ανήθικα. Εσύ ήσουν τόσο ερωτευμένος μαζί μου, τόσο ενθουσιασμένος, τόσο ζεστός...
-Και τόσο μαλάκας βέβαια!
-Ωραία, το κόβω. Το'ξερα πως...
-Μην τολμήσεις και κόψεις τίποτε! Τέρμα στη λογοκρισία πλέον. Απόψε είναι η νύχτα της αλήθειας! Και στις νύχτες της αλήθειας, θα πρέπει να αποκαλύπτονται τα φοβερότερα ψέματα!


Στις νύχτες της αλήθειας θα πρέπει να αποκαλύπτονται τα φοβερότερα ψέματα! Εκπληκτικό αν και πικρό μαζί. Προσπαθώ να φανταστώ, να νιώσω τον εσωτερικό κόσμο του Μάνου. Μου είναι δύσκολο. Πολύς πόνος, πολλή απογοήτευση αλλά και ματαίωση. Ίσως να καταρρέουν πράγματα μέσα του, οικοδομήματα που σωριάζονται μέσα σε σύννεφα σκόνης και σεισμικών δονήσεων άγνωστων λοιπών συνεπειών.
        Μα θέλω να δω και τον αντίστοιχο κόσμο της Στεφανίας. Ενοχές, αμηχανία αλλά και μια παράλογη σχεδόν μανία εκτόνωσης, εξομολόγησης, λύτρωσης και εξόδου στην αλήθεια!
        Είπαμε, είναι η νύχτα της αλήθειας!

-Μάνο...
-Έλα...
-Είσαι καλά;
-Όχι. Αλλά ποιος είναι καλά εδώ και καιρό;
-Σε απογοήτευσα... μα υπάρχει και η μεγάλη αλήθεια. Δεν θες να την ακούσεις;
-Παρηγοριά στον άρρωστο;
-Στην άρρωστη μάλλον.
-Εντάξει. Ρίξε τη χρυσόσκονη να ξεγελάσουμε το βομβαρδισμό. Μπορεί και να επιβιώσω στο τέλος, είμαι γερό σκαρί εγώ!
-Γίνεσαι πικρός.
-Αυτό είναι το λιγότερο. Τέλος πάντων. Θα συνεχίσεις ή θα μας βρει ο Δήμος Αθηναίων το ξημέρωμα στο παγκάκι ξυλιασμένους;
-Εντάξει. Συνεχίζω. Εκείνη η βραδιά ήταν για μένα μια αποκάλυψη. Ένα πέρασμα. Ένιωσα πως μια πόρτα έκλεινε οριστικά πίσω μου και μάλιστα με θόρυβο και οργή και μια καινούργια ανοιγόταν. Μπορεί να την άνοιξα σαν διαρρήκτης, όμως τι σημασία έχει; Τότε δεν είχε τουλάχιστον. Σημασία τότε ξέρεις τι είχε;
-Τι; Ότι δεν ακούστηκε ο συναγερμός;
-Όχι. Ότι ο νοικοκύρης ήταν εκεί και με περίμενε. Και με περίμενε με μια αγκαλιά ανοιχτή και ένα χαμόγελο ζεστό και... ειλικρινές. Και είχε και κάτι άλλο σημασία μάτια μου.
-Τι;
-Ότι αυτός ο ανυποψίαστος νοικοκύρης, εκείνο το βράδυ, μου έσωσε τη ζωή!
-!!!
-Γουρλώνεις τα μάτια σου ή μου φαίνεται; Μην το κάνεις μωρό μου. Σε προτιμώ με κείνο το περίεργο στοχαστικό σκοτεινό σου βλέμμα, εκείνο που ερωτεύτηκα τρέλα, εκείνο που διαπερνάει τη ψυχή μου κάθε φορά που... Μάνο;
-Μη με κοιτάζεις. Σε παρακαλώ...
-Κλαις;
-Δεν... σου είπα, μην....
-Είχες δίκιο, είναι απόψε η νύχτα της αλήθειας. Αλλά πέρα απ'αυτό ακριβέ μου, είναι και κάτι άλλο, μεγαλύτερο, σπουδαιότερο και ομορφότερο!
-Δηλαδή;
-Είναι η νύχτα η δική μας, αγάπη μου. Η νύχτα που θα αποφασίσουμε αν θα κλείσουμε τα χέρια μας ο ένας του άλλου και θα κάνουμε το επόμενο βήμα μαζί ή...
-Δεν ήθελα να γίνει αυτό... γαμώ το, δεν το ήθελα!
-Έχουν υγρανθεί τα μάτια μας αλλά, κοίτα, έχει γλυκάνει η ψυχή μας!
-Γίναμε μελό δηλαδή;
-Τι κακό υπάρχει να είμαστε μελό;

Και τους βλέπω να πλησιάζουν, να αγγίζονται ξανά τρυφερά, ερωτικά, σαν αναβαπτισμένοι, σαν ξαναγεννημένοι, καθαροί και όμορφοι, λυτρωμένοι, ανάλαφροι, σαν να έχουν απαλλαγεί από τόνους βάρους και φιλιούνται. Σ'αυτό το ίδιο παγκάκι που πριν από χρόνια γνωρίστηκαν, μια νύχτα σαν κι αυτή και που δεν ήξεραν πως θα διασταύρωναν τις μοναχικές τους τροχιές στο ερημικό σύμπαν της ζωής τους.
        Έδωσαν πολλά φιλιά, παθιασμένα και γλυκά, άγρια αλλά και απαλά, και γελούσαν και έπαιζαν και ξανάβρισκαν τους χυμούς εκείνους που νόμιζαν πως είχαν χάσει για πάντα.
        Ο Μάνος φτερούγιζε σε ένα στερέωμα ευδαιμονίας και η Στεφανία φώτιζε τα σκοτεινά διαμερίσματα της ψυχής της με ένα φως πρωτόγνωρο, Εδεμικό, αιώνιο.
        Κάποια στιγμή χώρισαν για λίγο και αγκαλιασμένοι αφέθηκαν στην απόλαυση της βραδιάς αλλά και της ροής των πιο όμορφων συναισθημάτων που είχαν δοκιμάσει ποτέ. Και η απόλαυση ήταν ατελείωτη, μεθυστική και ολοκληρωτική.
        Κανένας δεν κρύωνε πια τούτη τη νύχτα.

-Μάνο...
-Ναι μικρή μου...
-Τι σκέφτεσαι;
-Πως ξέρεις ότι κάτι σκέφτομαι;
-Εσύ πάντα σκέφτεσαι... έλα, πες μου...
-Ε, λοιπόν, ξέρεις τι σκέφτομαι;
-Τι;
-Πως ξαφνικά, δεν θέλω να ξανακαπνίσω!
-Μόνο αυτό;
-Τι άλλο;
-Μανο!
-Εντάξει και κάτι άλλο.
-Τι;
-Πως είναι περίεργη η αίσθηση να είσαι φωτεινός και... διάφανος!
-Έτσι νιώθεις;
-Ναι. Και ξέρεις γιατί είναι περίεργο;
-Γιατί;
-Γιατί, ξαφνικά, σαν από θαύμα, σαν αποκάλυψη, μπορείς να την δεις!
-Ποια;
-Και να την νιώσεις!
-Ποια; Σε ρωτάω!
-...να της κλείσεις το μάτι συνωμοτικά και να της χαμογελάσεις!
-Μάνο!
-...και να της πεις: συγχώρεσέ με που δεν πίστευα πως υπάρχεις. Ήταν γιατί το σκοτάδι του εαυτού μου δεν σε άφηνε!
-Σε ποια θα το πεις αυτό;
-Μα... στην αγάπη μωρό μου. Στην αγάπη!


2003
* * *

Τετάρτη, Δεκέμβριος 23, 2009



Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ' τον άμμο
για σάς χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ' τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σάς
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.


Τάσος Λειβαδίτης, Ποιητική
Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)





[αφιερωμένο στην Ε... που ένα μαγικό βράδυ μου απήγγειλε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη
και μου χάρισε στιγμές αθανασίας]

Δευτέρα, Δεκέμβριος 21, 2009




Ύε - Κύε!

Έχεις άλλο βλέμμα για μας;
Άλλο τοπίο
Έχεις για τις ανάσες μας;
Για τις πόρνες ελπίδες μας
Έχεις άλλο ψέμα;

Στο δαίμονα όσα
Με στιγμάτισαν για προδότη

Κίβδηλη πίστη
Ήταν το μαύρο αίμα
Που λέρωσε την άσφαλτο
Βρέξε λοιπόν
Και πλύνε όσα γέννησε
Η σάπια
Σιχαμένη γενιά σου!

Εγώ – ταυτός
Ψέλλισες;
Αποκλείεται
Γιατί φωνή έχεις
Τη δική μου…

Δεκ 2009

Πέμπτη, Δεκέμβριος 17, 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ







Στη πολυθρόνα

Ξύπνησα βαθιά μέσα
σε μια πολυθρόνα
και μπροστά σε μια θάλασσα
Όπου κανείς
Μόνη κίνηση
το βλέμμα επάνω στα κύματα
όπου πήγαιναν
Έτσι έμεινα
Καλοκαίρια αθέατος
Και χειμώνες ολόκληρους
Κάπως έτσι γέρασα
Γιατί ποτέ δεν σηκώθηκα...

Για να αγαπήσεις τη γραφή του Γιάννη Βαρβέρη θα πρέπει να ανήκεις σε μια ξεχωριστή συντροφιά, σε μια ιδιαίτερη ‘παρέα’. Καθόλου ελιτίστικη, απλά επιλεγμένη. Καθόλου σνομπ, απλά κατασταλαγμένη για τον ορισμό του έντεχνου, του ακριβού, του σπάνιου. Καθόλου απρόσιτη, απλά δυσπρόσιτη και γι’αυτό ατίμητη. Τα τελευταία χρόνια γνώρισα τον σπουδαίο Έλληνα ποιητή της αργολίκνιστης θέασης της ζωής από ένα πρίσμα ατομικό αλλά και μαζί συντροφικό, προσωπικό και γι’αυτό αληθινό, μοναχικό αλλά όχι ερημικό. Και κείνο που αγάπησα περισσότερο σε κείνον, δεν το κρύβω, ήταν και το μαχαίρι που μπήγει στις δικές του πληγές, όχι όπως ο εξαίσιος Αλεξανδρινός που τον έχει επηρεάσει αλλά με ένταση, με ειρωνεία αποδομητική, με χλεύη…

Τελικά θα μπορούσα να είμαι
η γυναίκα μου
λόγω συμφωνίας χαρακτήρων
να με είχα παντρευτεί
με ωραία φωνή την οποία
και ακούω ευκρινέστατα.
Ευγενέστατος δε
και μαζί ευσυγκίνητος.
Τι λουλούδια θα μου 'κοβα.
Με λουλούδια θα μ' έκοβα
και με λόγια που εγώ θα περίμενα.
Και θα ήξερα εγώ
μέχρι πότε να δίσταζα, με τι νάζια
ώστε ποτέ να μη με χάσω.

Και ακόμη με συγκλονίζει αυτή η απόστατη κι όμως τόσο απλή και σχεδόν… καθημερινή συμ-παρουσία του θανάτου, των ίδιων των νεκρών που έρχονται, υπάρχουν, ενώνουν τούτο τον κόσμο με τον άλλο και πάλι δεν αποπνέουν την μακάβρια αίσθηση του νεκροταφείου αλλά την διατύπωση της ξεκάθαρης αλήθειας τους. Κάποτε υπήρξαν άρα πάντα θα υπάρχουν… αλλά και η αίσθηση, η ψευδαίσθηση, η συναίσθηση της πραγματικότητας του νεκρού, του πένθιμου, του νεκρώσιμου

Τι εφιάλτης κι αυτός
ενώ αγόρευα ο καλός σου
από την πολυθρόνα γλίστρησε
ο αγκώνας μου στον αέρα
ή μήπως είχα πεθάνει;

Αλλά και αυτό το… θανατηφόρο χιούμορ…

Αν έρθετε στην κηδεία μου
θα'ρθω κι εγώ στη δική σας.

Φυσικά Βαρβέρης δεν είναι μονάχα το άχθος της ζωής και η γειτνίαση με το θανατικό αλλά και κείνη η φοβερή ματιά, η διεισδυτική ερωτική και αποκαθηλωτική ματιά, η έγχυση του παιγνιώδους αλλά και του γελοίου στο κάθε τι που δεν ρυπαίνεται αλλά απλά εξοικειώνεται. Δεν θέλω από αυτή τη στήλη να παραθέσω αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, εργογραφία, βραβεύσεις, κλπ. Μέσα από το Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει σήμερα ό,τι θέλει και αν όχι έτσι, υπάρχουν ακόμη τα καλά βιβλιοπωλεία που έχουν όλο το έργο του. Κείνο που θέλω είναι να παραθέσω μερικούς στίχους του που αγαπώ πολύ και να πω ακόμη πως με τον Γιάννη Βαρβέρη, κι ας μην έχουμε συναντηθεί ποτέ, μας συνδέει κάτι πολύ δυνατό και ανώλεθρο. Ένας έρωτας βαθύς για μια ιδιαίτερη όψη της ζωής που δεν είναι εύκολο να την αναγνώσεις ούτε και να την αποδεχθείς ακόμη κι αν την αντιληφθείς. Ένα ένδυμα σπάνιο, όχι πολύχρωμο, ακριβό όμως και φροντισμένο ιδιαίτερα, κομμένο και ραμμένο από ένα πολύ μεγάλο μάστορα που δεν φείδεται σκληρόητας η ματιά του αλλά και που ξέρεις πως η ξεκούραση δεν είναι ένα απλό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο ανούσιες δράσεις αλλά μια πνευματική Πραλάγια έως ότου ξεκινήσει ο Μπράχμα να εκπνέει και πάλι…


ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ


Αυτές οι νότες
που σας στέλνω
με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα
μα κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυο
ως κάτω στο βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανείου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας

διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική·
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.

Το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού

-------------------------------

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
μια πλήξη πια, υγιείς εμείς
μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.
Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:
έχουμε τόσα
που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.
Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
μας παραδίδονται αφειδώς
γιατί το σφρίγος πάντοτε
ποθούσε τη σοφία.
Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Αυτό μονάχα μας παρηγορεί

Παρασκευή, Δεκέμβριος 11, 2009



Αυτές τις ρίζες
που τις χυμώνει η οίηση
ενός μολυσμένου χώματος
που τις ξεπλένει ένας ποταμός
άρρωστης φωτιάς
δεν τις χρειάζομαι άλλο

τα χέρια μου έχουν πληγές
και δεν τολμώ
ν’ αγγίξω το σώμα μου
η σκέψη μου έχει ζοφερές νεοπλασίες
και αρνείται να τις απορρίψει

δηλητηριάστηκα…

αν σε κοίταξα τόσο βαθιά
και πρόσβαλα το πυρήνα σου
δεν ήταν γιατί ζήλεψα τα φτερά σου
αλλά γιατί δρόσισες για λίγο τα δικά μου
και ξεχάστηκα…

Δεκ 2009

Πέμπτη, Δεκέμβριος 10, 2009




...The lunatic is in the hall
The lunatics are in my hall
The paper holds their folded faces to the floor
And every day the paper boy brings more

And if the dam breaks open many years too soon
And if there is no room upon the hill
And if your head explodes with dark forebodings too
I'll see you on the dark side of the moon...



[Pink Floyd, Brain Damage]

Δευτέρα, Δεκέμβριος 07, 2009




Ξένε
με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ' άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις εν' άστρο κόκκινο μεσ' το κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χαθήκαν
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χαθήκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μεσ' την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλι
αν τ' αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

(Μίλτος Σαχτούρης)

Κυριακή, Νοέμβριος 29, 2009





Τι μας έδωσε ο χρόνος;


μας πήρε σάρκα για να μας δώσει γνώση,
μας πήρε αίμα για να μας δώσει συνειδητότητα,
μας πήρε όνειρα για να μας δώσει φόβο…

για να μας προσφέρει μια στάλα όρασης
μας γέμισε ρυτιδιασμένα βλέφαρα
για να μας δώσει μια σταγόνα ομορφιάς
μας κέρασε αλλοιωμένα κορμιά
για να μας επιστρέψει μια αχτίδα ελπίδας
μας έπνιξε σ’ένα ωκεανό απόγνωσης…



τι μας έδωσε ο χρόνος


όχι ό,τι δεν είχαμε
ό,τι δεν ζητήσαμε
όχι ό,τι δεν θελήσαμε
ό,τι δεν ευχηθήκαμε

κουρασμένα χέρια
που κρατούν άλλα κουρασμένα χέρια
ακυρωμένα ταξίδια
κρύους, λερωμένους τοίχους
με ξεθωριασμένα ‘σ’αγαπώ’…

τι μας έδωσε ο χρόνος
που κιόλας δεν είχαμε;…


19/09/2005

Σάββατο, Νοέμβριος 21, 2009





Απλώς αυτό…

Το να δεσμεύεις αχτίδες απ’τον ήλιο
Είναι η πιο σιχαμερή κλεψιά

Δεν είναι για εσένα το αμαυρωμένο παρελθόν
Αλλά έχεις ένα μέλλον να εκπορνεύσεις
Ό,τι κι αν πω
Ό,τι κι αν σου πω
Εσύ θα εκδίδεσαι
Όχι από ανάγκη πια
Από ηδονή…

Απλώς αυτό…

Σε σένα ήρθα κάποτε
Και βρήκα τη πόρτα κλειστή
Όχι το άδειο σου βλέμμα
Δεν σε κοίταξα
Δεν πρόλαβα να σε ληστέψω
Να σε χαράξω, να σε αρπάξω απ’τις ενοχές σου
Να σε σκοτώσω με τα όπλα που μου έδωσες
Τόσο γενναιόδωρα
Όσο με αγαπούσες
Όχι, δεν πρόλαβα
Τίποτα να πω
Πίσω απ’τη κλειστή σου πόρτα…

Απλώς αυτό…

Έλεγες πως δεν υπάρχεις
Όχι αληθινά
Έλεγες πως δε θα με ενοχλείς
Όχι στ’αλήθεια
Έλεγες πως δεν θα με επινοήσεις
Όχι αν δεν υπάρχει κάποιος λόγος σοβαρός

Τι άλλαξε;

Απλώς αυτό…

Παιδιά
Παιδιά παντού ολόγυρα
Ένα χαμόγελο κρεμασμένο
Σ’ένα άδειο πρόσωπο
Ένα βλέμμα σκοτωμένο
Απ’το αλκοόλ της θλίψης
Ένα μαχαίρι στο τραπέζι
Που έκοψε κάποιες φλέβες
Πριν λίγες ώρες

Μεγάλε ήλιε
Έχεις δύσει πια
Κι αν φωτίζεις ακόμη
Είναι από ελεεινή φιλαυτία

Απλώς αυτό…

Σε ξεσκεπάζω
Να αποκαλύψω θέλω
Τα κάλλη σου εμπρός μου
Κι εσύ δεν είσαι εδώ
Έχεις αφήσει
Ένα περίεργο αποτύπωμα
Στο μπεζ σεντόνι
Όχι σαν αίμα
Μοιάζει σαν σκοτωμένο χάδι
Στοιχειωμένο κιόλας
Άσαρκο ρετάλι
Ενός ωραίου γάμου

Μην μου το αφήνεις άλλο
Δίπλα μου
Σε παρακαλώ
Με ξελογιάζει
Και με έχει δέσμιο…

Απλώς αυτό…

Ένας δρόμος
Ήταν μονάχα ένας δρόμος
Είχε κόστος να τον περπατήσεις
Αλλά δεν είχε αδιέξοδα

Μονάχα λίγο μόχθο
Να αντέχεις
Να ανέχεσαι
Να προχωράς
Να σηκώνεσαι

Ένας δρόμος
Και στο πρώτο βήμα του
Έκανες πίσω

Στο πουθενά…

Απλώς αυτό…

Παντού γύρω μου
Ένα κουρασμένο τοπίο
Όμως εγώ χαμογελάω
Και θέλω τούτο να το εκτιμήσεις

Εάν μπορούσαμε λοιπόν
Να φιληθούμε ακόμη μια φορά
Στις διασταυρώσεις δρόμων με περίεργα ονόματα
Για να τους θυμόμαστε πάντα
Και μαζί τη γεύση απ΄τα ανυπόμονα χείλη

Απλώς αυτό…

Θαύμαζες κάποτε
Την απερισκεψία των ανθρώπων
Να μη μεταβολίζουν την ενέργεια σε σκέψη
Αλλά τη ζωή σε επιβίωση
Λες και η ύπαρξη είναι πράξη αντίστασης
Λες και ο θάνατος είναι κάτι που προηγείται του τέλους
Έτσι πίστευες
Και ένιωθες την ανάγκη
Στην μέγιστη συνέπειά σου
Να είσαι κι εσύ ασυνεπής
Με το θάνατό σου…

Απλώς αυτό…

Δεν τελειώνουν οι λέξεις
Δεν εξαντλούνται οι ματιές
Όσο είσαι εκεί θα σε βλέπω
Όσο είμαι εδώ θα με αγγίζεις
Όσο θα αντέχουμε θα πληρώνουμε

Δεν τελειώνουν τα απογεύματα
Τα μοναχικά πρωινά
Δεν μας προσπερνά τίποτε
Που δεν το επιτρέπουμε

Απλώς αυτό…

Έστω κι αν νόμιζες πως το ήξερες
Το όνομά μου σου έμεινε κρυφό
Κι εγώ δεν έμαθα ποτέ
Το αληθινό σου όνομα

Συναντηθήκαμε γνωστοί
Και χωρίσαμε ξένοι…

Απλώς αυτό…

Είδα χθες
Ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
Σαν ψεύτικο ήταν
Έτσι όπως έλιωνε ο ήλιος
Πάνω στον ορίζοντα
Νόμιζες πως ήταν η αιώνια λάβα
Που ξεχύθηκε από το πουθενά
Για να σαρκώσει ένα νέο σύμπαν

Ένα καλούπι νέο
Ένας κόσμος καινός

Και είχα την αίσθηση
Πως ξαναγεννιέμαι
Από το λιωμένο παρελθόν μου
Από το διάπυρο παρόν μου

Σε κάτι που πάλι αύριο
Χθες θα είναι

Απλώς αυτό…


Δεκ 2006

Πέμπτη, Νοέμβριος 19, 2009



Είμαι στ’αλήθεια εγώ ή μήπως κάποιος άλλος που προσποιείται ότι είναι… εγώ;

[1]

Το πρόβλημα με τις ανθρώπινες σχέσεις όσο περνάει ο χρόνος –προϊόντος του χρόνου το λένε οι σπουδαγμένοι- είναι ότι σε αναγκάζει αυτός ο άτιμος γενειοφόρος γέρων να τα επαναπροσδιορίσεις όλα.

Και όταν λέμε όλα, το εννοούμε.

Όλα!

Ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ, που λέει και το τραγούδι.

Ποιος ήμουν όταν κίνησα, ποιος είμαι τώρα, ποιος θα είμαι αύριο σαν ξημερώσει με το καλό και με την αριθμητική τα πηγαίνω καλά κι έχω δυο χέρια, δυο πόδια και ένα κεφάλι που στέκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το χώμα και ακριβώς στη μέση πάνω από τους ώμους μου.

Δεν είναι φόβητρο ο χρόνος … φόβητρο είμαστε εμείς και όλα αυτά που γεννιούνται μέσα μας κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή.

Πώς να τα μαζέψεις όλα αυτά, πώς να τα οργανώσεις, να τα βάλεις σε μια σειρά, όπως τα βιβλία στη προθήκη, τακτοποιημένα ωραία ωραία, ανά κατηγορία, θέμα, περιεχόμενο, συγγραφέα;

Πώς να μαζέψεις τον εαυτό σου, τους εαυτούς σου, τα χιλιάδες σύμπαντα που περιέχεις, που δεν ήξερες ότι τα περιέχεις αλλά πίστευες – ω αφελή!- ότι ήσουν απλά ένα μετέωρο, ένα θραύσμα, μια πιστολιά στον αέρα της Δημιουργίας;

Πώς να αποδεχθείς όλα τούτα που αισθάνεσαι, πώς να αποδεχθείς ότι αισθάνεσαι τόσα πολλά, τόσο αντιφατικά, τόσο περίεργα και εξωφρενικά;

Πώς γεννήθηκαν όλα αυτά τα τέρατα μέσα σου;

Πώς χώρεσαν;

Και πώς συμβιώνουν μεταξύ τους;

Η αλήθεια κε Γουώτσον, η προφανής και κρυστάλλινη αλήθεια, καθώς θα έλεγε ο μέγας Σέρλοκ Χολμς. Η αλήθεια που μας διαφεύγει, που επιμένει να μας ξεγελάει, να μας κοροιδεύει, να χασκογελάει με θράσος μπροστά μας.

Όπως και ο χρόνος, ο παππούς που λέγαμε.

Ο χρόνος γεννάει όλα αυτά τα τέρατα.

Και ο χρόνος γεννάει και την αλήθεια.

Ή μάλλον, την αποκαλύπτει.

Δεν είμαστε ανεύθυνοι για όλες τούτες τις τερατογενέσεις, δεν είμαστε ανεύθυνοι για την σκιά τους, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών –καθώς θα έλεγαν πάλι οι περισπούδαστοι- για την ολέθρια δράση τους στον ψυχικό μας κόσμο.

Και ο φόβος;

Ο φόβος είναι ένας καλός σύμμαχος.

Θολώνει το μυαλό, παραλύει τα μπράτσα και τα γόνατα, σφαλίζει τα χείλη, παγώνει την κόλαση που βράζει μέσα μας, όλα καλά και όλα ωραία.

Όταν φοβάσαι δεν έχεις πρόβλημα. Κρύβεσαι, μαζεύεσαι στην γνωστή στάση εμβρύου και δεν σε αγγίζει τίποτα.

Όταν δεν φοβάσαι είναι το πρόβλημα.

Γιατί όταν δεν φοβάσαι όλα είναι ανοιχτά, επικίνδυνα, απρόσμενα, απρόβλεπτα, ρευστά…

Όταν δεν φοβάσαι ξανοίγεσαι στα άγνωστα πελάγη του εαυτού σου και όποιον πάρει ο Χάρος!

Και ο Χάρος παίρνει συνήθως εσένα!

Και μαζί με την άγνοια φόβου, υπάρχει και η άγνοια δράσης.

Γιατί μονάχα όσοι δεν φοβούνται ερωτεύονται, όσοι δεν φοβούνται αγαπούν.

Μόλις συνειδητοποιήσεις τι έχεις κάνει, παύεις να εκτίθεσαι, συρρικνώνεσαι, οπισθοχωρείς όπως ο Ναπολέων στο Βατερλώ, το βάζεις στα πόδια –εις μάτην.

Μόλις συνειδητοποιήσεις ότι μπορείς να αγαπάς, ότι είσαι ικανός να αγαπάς, έρχεται η πρώτη κρίση πανικού.

Η αγάπη σε πετάει στο αρχιπέλαγος του εαυτού σου και βγάλτα πέρα μόνος σου.

Ωραία η αλμύρα, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, αλλά και με τη γεύση της αρμύρας –καθώς θα έλεγε και ο Γκουζγκούνης ο θεός- στο στόμα δεν παύει το στερέωμα να είναι μουντό, δυσοίωνο, καταθλιπτικό.

Τώρα είναι που νιώθω στο πετσί μου τον ‘πολυμήχανο’ Οδυσσέα που έτρεμε κάθε φορά που ξανοιγόταν ένα μίλι μακριά από τις ακρογιαλιές και δεν είχε καμιά ποιητική διάθεση ανάλογη του Ομήρου, είναι βέβαιο...


[2]

...Τι είναι πιο χαοτικό; Ο εαυτός ή ο κόσμος;

Το ενδον-σύμπαν ή το… outerspace;

Ο λεγόμενος ‘μικρόκοσμος’ ή ο περίφημος ‘μακρόκοσμος’;

Το σπίτι της ψυχής μας ή οι απέραντες πολιτείες του ‘έξω’ κόσμου;

Όταν χάνομαι, χάνομαι στα αμέτρητα διαμερίσματα του εσωτερικού μου σπιτιού, δεν χάνομαι στους δρόμους και στα σοκάκια της ‘εχθρικής’ πόλης που με περικλείει.

Τα πιο αβέβαια βήματα είναι τα βήματα της αναζήτησης του πυρήνα μου και όχι τα βήματα στον επαγγελματικό ή κοινωνικό στίβο που είναι ‘ζούγκλα’ κλπ, κλπ.

Ποιος είπε άλλωστε ότι στη ζούγκλα –της ψεύτρας κοινωνίας δηλ.- είναι χειρότερα απ’ότι μια μέρα αληθινής ενδοσκόπησης, ειλικρινούς καταβύθισης στα θολά ύδατα του ασυνειδήτου;

Τι είναι αυτό που αληθινά μπορεί να σε τρομοκρατήσει σε μια ζούγκλα; Η αδυναμία προσανατολισμού και εξόδου απ’αυτήν. Και η πιθανή συνάντηση με κάποιο μοχθηρό τέρας, κάποιο παμφάγο ερπετό, κάποιο πεινασμένο θηρίο. Όλα αυτά μπορούν να συμβούν φυσικά αν και οι πιθανότητες δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Και μπορείς κάλλιστα να διέλθεις την ζούγκλα ή και να διαβιώσεις εντός της με σχετική ασφάλεια. Αρκεί να διαχειριστείς τον πανικό σου και να οργανώσεις τον εαυτό σου. Οργανώνεσαι εσωτερικά και αντιμετωπίζεις τα εξωτερικά.

Τι συμβαίνει αντίστοιχα με την ένδον ζούγκλα; Είναι μια ζούγκλα άγνωστη, σκοτεινή, απέραντη, ασύνορη και μοιάζει περισσότερο με μια ζοφερή, άγρια θάλασσα. Το τι θα συναντήσεις, το τι θα αντιμετωπίσεις και αν θα καταφέρεις να επιστρέψεις σώος και αρτιμελής είναι εντελώς αβέβαιο. Ούτε σημεία προσανατολισμού υπάρχουν για να πιαστείς, ούτε καν ο ουράνιος θόλος με τα αστέρια του για να βρεις ένα ρημαδο-Βορρά και να τον ακολουθήσεις. Complete Chaos! Δεν μπορείς να οργανωθείς εσωτερικά για να αντιμετωπίσεις τα… εσωτερικά. Και όλα αυτά μονάχα σε μια μέρα ενδοσκόπησης!

Κι όμως, έχω νομίζω την λύση στο ακανθώδες αυτό αίνιγμα, στο αγωνιώδες και… αλγώδες αυτό ζήτημα. Και το μυστικό είναι… ο μίτος της Αριάδνης και ο καλός μύθος του Μινώταυρου. Ναι, εκεί είναι το μυστικό. Και το ρόλο του μίτου στην περίπτωσή μας, του σωτηρίου νήματος δηλαδή που θα μας συνδέσει με την έξοδο –και είσοδο μαζί- του λαβύρινθού μας, θα τον αναλάβει μια λέξη–κλειδί, μια φράση-κλειδί, πιθανώς μια εικόνα-κλειδί. Την στιγμή που θα βρισκόμαστε χαμένοι στο εσωτερικό μας διάστημα και αγωνιούντες και απελπισμένοι θα αναζητούμε την διέξοδο, με την επίκληση αυτής της λέξης, φράσης ή με την ανάσυρση αυτής της εικόνας, αμέσως θα επιστρέψουμε στα… ρηχά, ή στην έξοδο του τούνελ, του λαβυρίνθου και θα αντικρίσουμε ξανά το ευλογημένο φως του… έξω κόσμου, ούτως ειπείν της καθημερινότητας, της απλοϊκής επανάληψης των ίδιων και ίδιων καταστάσεων καθ’ εκάστην κλπ, κλπ.

Το όλο πράγμα απαιτεί απλώς ολίγη προπόνηση και μια διάθεση παιγνιώδη θα έλεγα. Κι όπως ο αμύητος στα μυστικά της κολύμβησης πρώτα επιχειρεί να δροσίσει τα πόδια του στα ρηχά, μετά ξεθαρρεύει και βυθίζει όλο του το σώμα και σιγά σιγά μαθαίνει –πίνοντας και αρκετές γουλιές ύδατος- να χρησιμοποιεί πόδια και χέρια κατά τον ορθό τρόπο ώστε να μην βουλιάζει αλλά να διασχίζει ως δελφίνι με χάρη και αυτοπεποίθηση τα νερά, έτσι και ο αμύητος στα της ενδοσκόπησης πρέπει να πράξει. Γιατί η βύθιση στον εαυτό, η περιπλάνηση στα σκοτεινά δωμάτια της ψυχής είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Συναρπαστικό ίσως, αλλά επικίνδυνο. Και η εισχώρηση στον απέραντο και επικίνδυνο αυτό κόσμο θα πρέπει να γίνει με μέθοδο, σύνεση και πρόγραμμα. Και βέβαια, αργά και ήρεμα. Δεν μπορείς να εξερευνήσεις τα της ψυχής σου όταν είσαι οργισμένος, αγχωμένος, εκνευρισμένος ή τεθλιμμένος. Ακόμα και ένα χαμένο νόμισμα ή αναπτήρα δεν μπορείς να βρεις όταν τον αναζητάς με άγχος και ανυπομονησία. Στην αναζήτηση, στην εκζήτηση, στην αναδίφηση και στην ανασκαφή, χρειάζεται ηρεμία, υπομονή, μέθοδος και προγραμματισμός. Και βέβαια πειθαρχία. Ίσως γι’αυτό οι Γερμανοί είναι οι καλύτεροι αρχαιολόγοι του κόσμου. Γιατί συγκεντρώνουν όλες αυτές τις αρετές που για μας τους Έλληνες είναι σπάνιες. Αλλά ας επιστρέψω στα του λαβυρίνθου που με ενδιαφέρουν πολύ.

Είναι γνωστό ότι ο Λαβύρινθος είναι από τα σπουδαιότερα ψυχολογικά σύμβολα και ταυτόχρονα, από τους πανάρχαιους χρόνους, ένα άριστο αποτύπωμα ολόκληρου του σύμπαντος. Ο λαβύρινθος συμβολίζει και απεικονίζει τόσο το ένδον όσο και το εξωτερικό σύμπαν. Και ο μύθος του λαβυρίνθου και του Μινώταυρου τι άλλο είναι από την ονειρική –ή διαλογιστική, δηλαδή ενδοσκοπική- κατάδυση του ανθρώπου στα βαθύτερα διαμερίσματα του ασυνειδήτου και την αντιμετώπιση όλων των τεράτων που κρύβονται εκεί καλά και μας απειλούν; Φόβοι, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, απωθημένες συγκρούσεις, ματαιώσεις, απογοητεύσεις, ακυρώσεις, κλπ, κλπ. Νομίζω ότι όλο αυτό το εκρηκτικό υλικό ο Γιουγκ το ονομάζει ‘ψυχικό παράγωγο’ και μοιάζει με την λάβα ενός ηφαιστείου που παραμένει πάντα ενεργό και ενίοτε εκρήγνυται. Και τι συμβαίνει όταν εκρήγνυται;

Είναι δουλειά των ψυχιάτρων από κει και πέρα.

Βλέπουμε ότι οι Έλληνες και μόνον αυτοί, είχαν προηγηθεί του περίφημου Ελβετού ψυχιάτρου κατά 3000 χρόνια και είχαν χαρτογραφήσει όλες αυτές τις χαοτικές εσωτερικές καταστάσεις. Τις είχαν συμπυκνώσει με θαυμάσιο τρόπο στον μύθο του Λαβυρίνθου, του Θησέα και του Μινώταυρου και έδωσαν και την λύση με τον μίτο της Αριάδνης. Ποια είναι η Αριάδνη; Το λογικόν μέρος της ψυχής, ο Λόγος που περιμένει τον Θυμό, το Αστρικό μας σώμα, στο ταξίδι του στο Ασυνείδητο και την επιστροφή του στο Φως. Οι αποκρυφιστές μετά από χίλια χρόνια απεικόνισαν τον μίτο με μια ασημένια κλωστή που συνδέει το αστρικό σώμα με τoν υλικό φορέα όταν αυτό, κατά την διάρκεια του ύπνου –ή κάποιας σοβαρής ασθένειας ή άλλου δυνατού σοκ- αποχωρίζεται το σώμα και ταξιδεύει σε άλλες διαστάσεις. Μοιάζει με τον σωλήνα που συνέδεε τους παλιούς δύτες με την επιφάνεια και τους χορηγούσε οξυγόνο.

Κατά την άποψη ενός αγαπημένου φίλου και αδελφού στην εσωτερική Ατραπό, ο μίτος μπορεί να είναι αυτή καθ’αυτή η επισκοπή, η παρατήρηση, η εποπτεία. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει –και αληθινά ισχύει- όταν η αναζήτηση είναι επιφανειακή, σύντομη, σε ασφαλή και ‘ρηχά νερά’. Είναι σαν να εισέρχεσαι σε ένα σκοτεινό τούνελ. Στην αρχή έχεις πίσω σου την είσοδο και το φως. Όσο προχωράς η είσοδος απομακρύνεται και κάποια στιγμή εξαφανίζεται. Από το σημείο αυτό και μετά η πρόταση του αγαπημένου φίλου, δεν ισχύει, δεν επαρκεί. Η μεθοδολογία, η διαδικασία παρατήρησης, η εποπτεία της αναζήτησης δεν μπορεί πια να αποτελεί κρίκο σύνδεσης με τον Λόγο, με τον Κόσμο, με το Φως της Εγρήγορσης. Από κει και μετά, χρειάζονται άλλα όπλα, άλλες λειτουργίες, ισχυρότερες, ασφαλέστερες, δυναμικότερες.

Όπως και να’χει, ο εσωτερικός μας λαβύρινθος, ένας αρχέγονος, «προϊστορικός» τόπος, γεμάτος με τέρατα αλλά και με απαντήσεις σε χίλια δυο ζητήματα που μας απασχολούν και μας ανισορροπούν, είναι μια από τις δυναμικότερες συμπυκνώσεις και συνθέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Γνωστές είναι και οι Βουδιστικές Μαντάλα άλλωστε που μοιάζουν πολύ με τους γνωστούς μας λαβύρινθους και έχουν πολλούς συμβολισμούς.

Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ. Οι κίνδυνοι πάντα θα υπάρχουν, γιατί όποιος δεν θέλει να ρισκάρει ποτέ και τίποτα, δεν μπορεί και να πάρει τίποτε. Ο δρόμος υπάρχει, η ψυχή περιμένει, το ε ί ν α ι λαχταρά να ενωθεί με το Όλον, η Αλήθεια να αποκαλυφθεί στον ειλικρινή σκαπανέα, στον τολμηρό πιονέρο.

Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.

Το θέμα είναι όμως να αποφασίσει κανείς κάποια στιγμή να αρχίσει.

Μάιος 2006


Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009


Λένε

δε πρέπει να'σαι τόσο ευαίσθητος

μπορεί να σπάσεις

να'σαι σκληρός

να γελάς ακόμη και στη θλίψη

να είσαι ευαίσθητος

σε τίποτε δε θα σε ωφελήσει

να γράφεις ποιήματα

είναι ξεπερασμένο

όπως και κάθε τι

που αντλεί ομορφιά

μόνο απ'τον εαυτό του...


Λένε

δε πρέπει να είσαι τόσο απόμακρος

να είσαι τόσο πια μοναχικός

θα σβήσεις όλο σου το φως

μέσα στη μοναξιά σου

θα πλύνεις όλη τη χαρά σου

με το Απέραντο που'χεις νανούρισμα

να γράφεις για τον έρωτα

είναι επικίνδυνο

όπως και κάθε τι

που αρπάζεται απ'το χρόνο

τη φωτιά

και τη κραυγή...


Λένε

δε πρέπει να αγαπάς τόσο πολύ

τόσο βαθιά

τόσο απόλυτα

μπορεί να συντριφτείς

μπορεί να μην αντέξεις

όλο αυτό το πόνο

δεν είσαι υπεράνθρωπος

δεν είσαι Άτλαντας

στους ώμους σου να σηκώνεις

τόσους αιώνες σκοτεινιάς

να γράφεις για κείνο που έχασες

είναι αυτοκτονία

όπως και κάθε τι

που τρέφεται απ'τα μαστάρια της Νύχτας

που πεθαίνει απ'το σπαραγμό της θύμησης...

4 Σεπ 2000

Πέμπτη, Νοέμβριος 12, 2009

Ταξίδι


Μπήκα στο αρχαίο δάσος

ήσουν κρυμμένη κάπου

και με φώναζες

έψαχνα ανάμεσα στα θεόρατα δέντρα

και απολάμβανα την περιπλάνηση

μα δεν σ'έβλεπα

σ'άκουγα μόνο που με καλούσες δυνατά

και είχε μια όμορφη μουσική η φωνή σου

λες και τη γεννούσε η άρπα

του αδελφού μου Ορφέα


έψαχνα ώρες

μέρες

χρόνια

και χάθηκα στον απέραντό σου κόσμο

ένας ταξιδευτής μονάχος αλλά ευτυχισμένος

που κάποια στιγμή θα σε αντίκριζε

και πια για πάντα μαζί σου θα ατένιζε

τις τροχιές του ήλιου

και της σελήνης τα περάσματα


έψαχνα χρόνια ατέλειωτα

και αιώνες

και δεν παραπονέθηκα ποτέ

που κουρασμένος κάθε βράδυ

έπεφτα μόνος για να κοιμηθώ

και άκουγα μέσα μου τη φωνή σου

γλυκά να τραγουδάει

το σκοπό της ύπαρξης

το δρόμο της ψυχής


έψαξα ενιαυτούς αμέτρητους

κι έφτασα κάποτε σ'ένα ποτάμι ταραγμένο

και άκουσα πάλι να μου λες

να μην φοβηθώ

στην αγκαλιά του να χωθώ

και ν'αφεθώ ελεύθερος στα βάθη του

κι εκεί θα είσαι

και θα με περιμένεις

και η μουσική σου ένα με τη δική μου θα γίνουν

το χτες με το αύριο να ενωθούν

και η αγάπη μας το αιώνιο ταξίδι

που θα μας βγάλει εκεί που λαχταράμε

να ζήσουμε μαζί

σ'ένα μακρινό Γαλαξία

από ευτυχία

και Άπειρο...

Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009


clip_image002

clip_image002[4]

Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009

Παράξενες μέρες μας έχουν γονατίσει
Πάνε να καταστρέψουν
τις πρόσκαιρες χαρές μας.
Να συνεχίσουμε να παίζουμε
ή να βρούμε μια νέα πόλη.
Παράξενα δωμάτια γεμάτα παράξενα μάτια.
Φωνές θα δώσουν το σύνθημα
για το κουρασμένο τέλος τους.
Η οικοδέσποινα χαμογελά,
Οι καλεσμένοι κοιμούνται
κουρασμένοι από τις αμαρτίες.
Ακούστε με να μιλάω για αμαρτία,
και θα καταλάβετε, αυτό είναι.
Παράξενες μέρες μας έχουν βρει,
Και μέσα στις παράξενες ώρες τους
αργοπεθαίνουμε μόνοι.
Σώματα συγχυσμένα,
μνήμες κακομεταχειρισμένες
καθώς από την ημέρα καταφεύγουμε
σε μια παράξενη νύχτα από πέτρα.

(Strange Days, Doors, 1967)

Δευτέρα, Οκτώβριος 26, 2009



...Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δυο στιγμές απόλυτα μοναδικές για τον καθένα μας. Ποτέ δε γίνεται να ζήσουν δυο άνθρωποι την ερωτική τους βίωση με όμοιο τρόπο. Αλλά με όμοιο τρόπο ποτέ δε γίνεται να ζήσουν και τη βίωση του θανάτου...

...Κάθε φορά που ερωτεύονται δυο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύονται δυο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.

Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova...

...'Εξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δυο στοιχεία εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής και ισχυρή βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.

Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου.

Γι'αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δυο όψεις του ίδιου προσώπου...

...Την απόκρυψη και την καταφυγή από τον πανικό φόβο του θανάτου ο άνθρωπος την εβάφτισε θεούς και θρησκείες. Και ζωή μετά θάνατο.

Προπαντός αυτό. Η πίστη στη ζωή μετά θάνατο είναι το σύστημα ανάρτηση, είναι η ραχοκοκαλιά όλων των θρησκειών.

Βρες μου μια θρησκεία, που ο ιδρυτής της να μην εστερέωσε το οικοδόμημα της απάνου στην θεμέλια πέτρα της πίστης για μια ζωή μετά θάνατο, κι εγώ θα σου δείξω πως αυτή η θρησκεία αυτή δεν έχει οπαδό ούτε τον ίδιο τον ιδρυτή της. Δε μιλώ για το Βούδα. Γιατί η νιρβάνα είναι εγκατάλειψη, δεν είναι περηφάνεια.

Με τους θεούς και τις θρησκείες ευρήκαν το δρόμο τους, κι εμπήκαν στο δρόμο τους όλα τα λερωμένα και τ'άπλυτα της ιστορίας.

Ιερατείο, συναγωγή, κατήχηση. (Δε λέω την ωραία λέξη εκκλησία, γιατί είναι ελληνική και δηλώνει τον αγνό και ρωμαλέο δήμο). Το αφιόνι, η παράκρουση, ο φανατισμός. Το θεολογικό μίσος, το odium theologicum. Και από κοντά η δυσειδής μορφή και η δυσώδης σάρκα όλων αυτών των λειτουργημάτων. Το κηφηναριό δηλαδή και η παρασίτιση. Οι ομφαλοσκόποι, οι θεόπτες, οι δαιμονόβλαβοι και οι δαιμονοκρουσμένοι. Και ψηλά, ψηλά, εκεί πια είναι και δεν είναι. Εκεί θα ιδείς τα ινστιτούτα της αμάθειας, και τις λαμπρές ακαδημίες του σκότους. Τις θεολογικές σχολές και την ιερή Σύνοδο...


Ο ΕΛΛΗΝΟΕΛΛΗΝΑΣ

...Οι νεοέλληνες είμαστε ένα γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι, ούτε όνοι, ούτε όνισσες, ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια. Και τα μουλάρια δε γεννούν.

Ότι οι νεοέλληνες είμαστε ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε εβραίοι...

...Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική αϊδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος.

Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του ΟΗΕ σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη.

Δεν είναι τυχαίο που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού... Όχι, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι έλληνες, ονομάζονται έλληνες. Η έρευνά μας έδειξε ότι μόνο έλληνες δεν είναι. Γιατί τους έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.

Φευ, και παπαί, και ουαί, και άλλοί. Φελλάχοι, και παπούας, και βουσμάνοι, και αλήδες...

...Ο Θεοδόσιος εγκρέμισε τους ναούς, έσπασε τα αγάλματα, έκλεισε τα στάδια, τα θέατρα, τα ελληνικά σχολεία. Όλες τις πηγές που ποτίζανε την ελληνική αντίληψη ζωής. Γι αυτό τον εβαφτίσανε Μέγας. Όπως εβαφτίσανε Μέγας και τον προαγωγό του, με τη διπλή σημασία της λέξης, τον Κωνσταντίνο. Τον καίσαρα που έσφαξε τη γυναίκα του και το γιο του. Και τους εβάφτισαν Μέγας, εκείνοι που εβάφτισαν Μέγας και τους Αθανάσιους, τους Βασίλειους, και όσους τέτοιους. Όλοι τους γκρεμιστάδες, παραχαράκτες, αλάριχοι, βάνδαλοι της ελληνικής ιδέας.

Η άλλη φωνή, που λέει ότι τίποτα δεν εσήμαιναν ετούτες οι φρικαλεότητες των χριστιανών κατά των ελλήνων, για όσους δεν εξεφτίσανε σε εβραιοέλληνες αλλά έμειναν ελληνοέλληνες, έρχεται από πολύ μακρυά και την ακούνε λίγοι:

Γιατί τα σπάσαμε τ'αγάλματά των,

γιατί τους διώξαμεν απ'τους ναούς των,

διόλου δεν πέθαναν γι'αυτό οι θεοί.

Καβάφης είναι αυτός, αναγνώστη μου, δεν είναι σαράφης. Ούτε Βούδας, ούτε Κούδας. Και το ποίημα λέγεται Ιωνικόν. Δε λέγεται Χερουβικόν.

Ο κακουργημός και η εξόντωση του κλασικού έλληνα από τον εβραιόφρονα χριστιανό εκράτησε από το Θεοδόσιο ως την αυγούστα Ευδοξία. Ως το 843 που έγινε η επίσημη αναστύλωση των εικόνων.

Η γιορτή της Ορθοδοξίας που γιορτάζεται κάθε χρόνο από τότε, στο έμπα της άνοιξης!, πολύ λαμπρά και με την παρουσία όλης της επιφάνειας του κράτους, ως και οι ξένοι πρεσβευτάδες!, στο θετικό της συμβολίζει το θρίαμβο των χριστιανών. Στο αρνητικό της όμως δηλώνει την τελική κατακρεούργηση κάθε Ελληνικού. Είναι η ταφόπετρα της ελληνικής ιδέας.

Η τελευταία αντίσταση του μετρημένου "έλληνα" στο ασιατικό τέρας ήταν ο Λέων Γ' ο Ίσαυρος. Εξύπνησε ο άνθρωπος ένα πρωί, και είδε το μισό πληθυσμό της χώρας τουρλωτούς παπάδες και παχυμουλαράτους καλόγερους. Τότε, σαν το Χριστό με το φραγγέλιο, σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία. Και τελείωσε με το χαμό του φωτός και το σωσμό του σκότους. Με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ή την ταυτότητα του νεοέλληνα.

Έλληνες λοιπόν το δέρμα. Και εβραίοι στα κόκαλα και στο αίμα, στην καρδιά, στα άντερα και στη χολή. Ιδού το κλειδί, η αιτία, ο λόγος της εθνικής σχιζοφρένειας...


ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ!

...Ο κλασικός κόσμος των ελλήνων είναι σιωπηλή ανάγνωση θανάτου. Όλα τα έργα τους, είτε ωσάν ενεργήματα ζωής είτε ωσάν καταθέσεις στοχασμού, τα διατάζει και τα διοικεί η κατανόηση ότι πεθαίνουν και χάνουνται.

Μη το άλας της απορητικής του θανάτου, ο πολιτισμός των ελλήνων θα'τανε ένα άγαλμα από χαλκό ή μάρμαρο, που θα του'λειπε ο χαλκός ή το μάρμαρο. Gravitas imaginata δηλαδή. Ήγουν ανεμογκάστρι...

...Τότε, μέσα στις πέτρες του όρους, ο Εμπεδοκλής εφώναξε. Και η φωνή του αντήχησε ιαχή. Και γλώσσα θριάμβου:

-Μονάχα όποιος ενίκησε τον εγωισμό του δεν φοβάται θάνατο. Ο φόβος του θανάτου στον άνθρωπο είναι η σκεπασμένη όψη του εγωισμού του. Ο εγωισμός των ανθρώπων κρατά ολοζωής το εγώ τους αποκομμένο από τη διαλεκτική του σμίξη με την ιερή φύση. Όπως το ψάρι που το πέταξες στη στεριά, αποκομμένο από τη θάλασσα, σπαρταράει και φρίσσει. Όμοια και ο άνθρωπος που δεν απόσβεσε τον εγωισμό του, αποκομμένος από την ιερή φύση, μπροστά στο θάνατο σπαρταράει και φρίσσει. Και πεθαίνει αισχρός και ατιμασμένος. Η ζωή μας είναι σωστή πορεία προς το τέλος της, κατά την έννοια ότι είναι συνεχής απόσβεση του εγωισμού μας. Ο εγωισμός στο ηθικό επίπεδο, στην περιοχή δηλαδή της ιστορίας, είναι η μετεξέλιξη εκείνης της ρίζας και της ορμής που στο φυσικό επίπεδο, στην περιοχή δηλαδή της φύσης, την ονομάζουμε ένστικτο αυτοσυντήρησης ή ορμή προς διατήρηση του είδους.

Η εξήγηση που έδωσε ο Εμπεδοκλής στο θάνατο του Διγενή Ακρίτα τον οδήγησε στην πιο μεγάλη αποκάλυψη. Στην ελληνική Αποκάλυψη: Αποκάλυψε, δηλαδή, πως οι ποιητές, η πιο υψηλή σάρκωση του ανθρώπινου είδους, δεν είναι οι φυτουργοί του όντος, αλλά οι ειδωλοποιοί του[1]. Ότι δεν ιδρύουν τα αρχέτυπα, αλλά κατασκευάζουν τα παραδείγματα των αρχετύπων. Οι ποιητές δεν δημιουργούν πράγματα. Κατασκευάζουν τους ίσκιους των πραγμάτων. Αυτό βέβαια δεν αφαιρεί κεραία από την αξία τους. Πάντα τους απέχουν σε τιμή και σε ευγένεια σαράντα χιλιάδες λεύγες από όλους τους άλλους ανθρώπους. Οι αληθινοί ποιητές.

Ωσάν έφτασε σε τούτη την κατανόηση ο Εμπεδοκλής επήδηξε στη μέση το Πετράλωνο. Εστάθηκε ατάραγος στη στάση του φρουρού της πόλης μπροστά στη πιο μεγάλη πύλη. Εκοίταξε κατά την Ανατολή, και είπε δυνατά τα τελευταία λόγια:

- Δε σε στεφανώνω, πολίτη Αισχύλε, γιατί έπλασες τον Προμηθέα Δεσμώτη. Όφειλες ο ίδιος εσύ να πασσαλωθείς στο βράχο του Καύκασου!

- Δε σε στεφανώνω, θείε Πλάτωνα, γιατί ιστόρησες το θάνατο του Σωκράτη. Όφειλες ο ίδιος εσύ να πεθάνεις το θάνατο του Σωκράτη!

- Δε σε στεφανώνω, άρχοντα Σοφοκλή, με στεφάνι δάφνης, γιατί παράστησες το θάνατο του Οιδίποδα στον Κολωνό. Όφειλες ο ίδιος εσύ να πεθάνεις το θάνατο του Οιδίποδα στον Κολωνό!

- Δε σε στεφανώνω, κόμη Σολωμέ, γιατί τραγούδησες με τη δίκαιη λύρα την Εξοδο του Μεσολογγιού. Χρώσταγες ο ίδιος εσύ να πηδήξεις στο χάσμα της Εξόδου. Με το σπαθί του αρχάγγελου στο χέρι να σκίσεις τη νύχτα, και να σφάξεις το σκοτάδι!...

...Το πήδηγμα του Εμπεδοκλή στη μήτρα του Χάους άγγιξε την πιο ανθρώπινη πράξη που έπραξε ο άνθρωπος.

Γιατί; Γιατί εκεί και τότε παίχτηκε στα ζάρια το αρχέτυπο, και όχι το παράδειγμα.

Πως; Το πως μας το άφηκε αίνιγμα και δώρο...


[ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ 'ΓΚΕΜΜΑ', επιλεγμένα αποσπάσματα]

[1]Ο Πλάτων το λέει στην Πολιτεία πως ο ποιητής ειδωλοποιεί είδωλα. Ωστόσο στο προκείμενο, όχι να στοχάζεσαι και να λες αλλά να στοχάζεσαι και να κάνεις, η διαφορά ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον Εμπεδοκλή είναι όση και η διαφορά ανάμεσα στο λόγο και στην πράξη. Ακόμη και ο θάνατος του ίδιου Σωκράτη δεν είναι η περίπτωση του αρχετύπου. Γιατί ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Δεν αυτοκτόνησε. Δεν αχρήστεψε, δηλαδή, την αναγκαιότητα της φύσης για το θάνατο με την αυτοκτονία του. Με το να αυτοκτονήσει, για να προλάβει και να ακυρώσει την αναγκαιότητα της φύσης.


Πέμπτη, Οκτώβριος 15, 2009



Από την ήττα

τίποτε δεν υπάρχει πιο αληθινό…


Στο ξεχέρσωμα του χθες

δεν βρίσκεις σύσκηνο τον εαυτό σου,

στρατιώτης που απέδρασε

από ένα ερειπωμένο στρατόπεδο,

αναρωτιέσαι για την δραστηριότητα

που δεν έγινε δράση,

για την επαναστατικότητα

που δεν έγινε επανάσταση,

για την ορμή

που δεν έγινε πράξη,

για τον έρωτα

που δεν έγινε αγάπη…


Στο συναπάντημα του ακέραιου ονείρου

δεν βρίσκεις συνένοχο το βλέμμα,

προδομένος εραστής που υμνεί μονάχα πια

τον ματωμένο χρόνο,

αναρωτιέσαι για την σάρκα

που δεν έγινε σώμα,

για την διαφορετικότητα

που δεν έγινε διαφορά,

για το άγγιγμα

που δεν έγινε επαφή

για την λέξη

που δεν έγινε λόγος,

για το ψέμα

που δεν έγινε αλήθεια…