Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

‘Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται’…

 

Behind the reality (goldmedal) TRIER... Franziskus Pfleghart


«Όταν οι χριστιανοί σταυροφόροι στην Ανατολή προσέκρουσαν σ’εκείνο το ανίκητο τάγμα των Ασσασσίνων, εκείνο το κατ’εξοχήν τάγμα των ελεύθερων πνευμάτων, του οποίου τα κατώτερα μέλη υπάκουσαν σε τέτοια πειθαρχία που όμοιά της δεν γνώρισε ποτέ άλλο μοναχικό τάγμα, πήραν, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, κάποιες πληροφορίες για εκείνο το σύμβολο και σύνθημα το οποίο προοριζόταν μόνο για τα ανώτερα μέλη του τάγματος, ως secretum [μυστικό] τους: ‘Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται’…»

Φρ. Νίτσε, Γενεαλογία της ηθικής
(μετ.: Ζήσης Σαρίκας, Νησίδες)



Κ
ανείς δεν γύρισε πίσω 'αναζητώντας την αλήθεια'.

Ο δρόμος που τάχα οδηγεί στην αλήθεια δεν υπάρχει. Απλά, δεν υφίσταται. Δεν ορίζεται. Δεν έχει ‘χάραξη’, δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη. Και αν ακόμη υπήρχε δεν θα ήταν… διπλής κατεύθυνσης. Αν υπήρχε θα ήταν μια ατραπός που θα χανόταν μυστηριακώς με το κάθε βήμα του διαβάτη. Θα γυρνούσε πίσω του και δεν θα έβλεπε τίποτε. Θα ήταν ένα μονοπάτι που θα το επινοούσε εκείνη τη στιγμή. Και την αμέσως επόμενη θα εξαφανιζόταν.

Μπορεί να μην υπάρχει ο δρόμος αλλά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ο μύθος για έναν τέτοιο δρόμο. Και το παράδοξο της μυθολογίας του υπερβαίνει την αναγκαιότητα ύπαρξης της ίδιας της αλήθειας. Είναι σαν να θρυλείται η ύπαρξη ενός ορυχείου χρυσού και εκκρεμεί η εύρεση του χάρτη με τον δρόμο που οδηγεί σ’αυτό. Δεν μας ενδιαφέρει αν όντως υπάρχει το ορυχείο και αν τωόντι έχει χρυσό. Μας ενδιαφέρει ο πυρετόςΟ πυρετός είναι ο δρόμος και όχι ο ίδιος ο χρυσός. Με μια άλλη έννοια, το ρίγος είναι η γνώση του δρόμου και όχι η ύπαρξη ή μη του τελικού προορισμού. Γιατί έχουμε τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τι είναι αυτό που αναζητούμε και το μόνο που μας λείπει είναι αυτός που θα μας δείξει τον δρόμο. Αυτός ή αυτό. Ένας χάρτης, ένας μύθος, ένα παραμύθι, μια αφήγηση.

Η αλήθεια χάνει τη σημασία της και αποτελεί ένα αιώρημα, μια θολή φιγούρα, ένα είδωλο ή ένα φετίχ. Δεν έχει νοηματοδοτηθεί από εμάς, υπήρξαν άλλοι, πολύ πριν από εμάς που υποτίθεται έφτασαν στο μυθικό Ελ Ντοράντο. Κανείς δεν γύρισε βέβαια για να μας το περιγράψει. Δεν μας απασχολεί. Ο νους κάνει τη δουλειά του σεναριογράφου, του σκηνοθέτη, του ειδικού των ‘σπέσιαλ εφέ’. Τα ζούμε όλα φαντασιακά πριν τα βιώσουμε. Τι σημασία έχει εδώ το βίωμα όταν έχει προοικονομηθεί το όλον; Το βίωμα είναι για τους τυχοδιώκτες που αναζητούν το απρόβλεπτο σε κάθε στροφή του δρόμου. Έχουμε όμως μολυνθεί από τον πυρετό του ταξιδιού και αν ανταμωθούμε με κάποιον που υποτίθεται πως γύρισε από τη μαγική χώρα θέλουμε όσο τίποτε άλλο να μας πει.

Ο Πιλάτος, με μια έννοια, πίστεψε πως για μια στιγμή τα είχε όλα. Ή σχεδόν όλα. Ο Ιησούς ήταν ο δρόμος. Ή αυτό τουλάχιστον φημολογείτο. Ήταν μια πιθανότητα που έπρεπε να εξεταστεί. Ο Ιησούς μπορεί να ήταν αληθινά ο δρόμος. Άρα το μόνο που απέμενε ήταν ο ίδιος ο χρυσός… Η ερώτηση ήταν ‘τι είναι η αλήθεια’ και εκεί ο Ιησούς (η Οδός) έμεινε σιωπηλός… Απογοήτευση. Ο παγανιστής Πιλάτος δεν αντέχει τη σιωπή και ο στοχασμός της σιωπής είναι πρόβλημα και όχι ευκαιρία για έναν διοικητή, για έναν ηγέτη, για έναν δικαστή, για έναν στρατιωτικό. Ο Πιλάτος ήθελε τον Ιησού συγκεκριμένο, ήθελε το Δρόμο να μιλήσει, να εκφραστεί με σαφήνεια, με ενάργεια. Ο παγανιστικός κόσμος είχε τα παλαιά μυστήρια προστατευμένα πίσω από το πέπλο της Ιεράς Σιγής με ποινή θανάτου. Και ξαφνικά ο Πιλάτος, στη ‘χώρα του πουθενά’ ανταμώνεται με τον παράξενο άνθρωπο από τη Ναζαρέτ που ισχυρίζεται πως είναι η Οδός. Η ευκαιρία είναι μεθυστική, σχεδόν τοξική. Κι όμως, σιωπή. Αυτό μας παρεδόθη τουλάχιστον, αυτό γνωρίζουμε.
Ο Πιλάτος όμως αγνοούσε πως η ‘αλήθεια’ –ό,τι κι αν είναι, όπως κι αν νοείται ή πραγματώνεται- δεν ‘μαθαίνεται’. Δεν ‘διδάσκεται’, δεν περνάει απ’τον ένα στον άλλο, από στόμα σε αυτί ή από χέρι σε χέρι. Το είχε αποσαφηνίσει απόλυτα ο Αριστοτέλης αιώνες πριν… οὐ μαθεῖν τι ἀλλὰ παθεῖν καὶ διατεθῆναι... Δεν πρόκειται να μάθεις λοιπόν αλλά οφείλεις να αφεθείς και να πάθεις… Κι αυτό όμως ο Σταγειρίτης δεν το δωρίζει σε όλους… γενομένους δηλονότι ἐπιτηδείους… μονάχα κάποιοι, οι επιτήδειοι, οι ικανοί, οι άξιοι με άλλα λόγια θα μπορέσουν να γευθούν τους καρπούς της μύησης… ‘στενή και τεθλιμμένη η οδός’ και όχι ‘πλατεία κέλευθος’… από τότε…

Το σκάνδαλο όμως παραμένει… αν δεν υπάρχει Ελ Ντοράντο τότε δεν υπάρχει τίποτε. Αν δεν υπάρχει τίποτε τότε όλα είναι κίβδηλα, ‘ψεύτικα’, α-νόητα, ασήμαντα, θνησιγενή και με μια έννοια, ήδη νεκρά.
Ο ίδιος ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι… όλα όσα αγαπούμε, ποθούμε, αγωνιούμε γι’ αυτά… Όλα λοιπόν;
Και τότε προς τι τα Σεμνά Όργια, προς τι οι μυήσεις, τα καταβάσια, τα πέπλα σιγής;
Προς τι όλος αυτός ο μύθος, οι κατασκευές, τα οικοδομήματα και οι παραδόσεις;

Η ελπίδα ίσως; Η ελπίδα πως μετά όλα θα είναι αληθινά, επιτέλους;

Η ελπίδα πως αυτό που ακολουθεί είναι κάτι άλλο, διαφορετικό, αληθινό;

Και μη νομίζει κανείς πως οι χριστιανοί ανακάλυψαν την ελπίδα… «…καί περὶ τῆς τελευτῆς ἡδίους ἔχει τὰς ἐλπίδας ὡς ἄμεινον διάγοντας, καὶ οὐκ ἐν τῷ σκότει τε καὶ τὸ βορβόρῳ κεεσομένους, ἄ δὴ τοὺς ἀμυήτους ἀναμένει...» (Αριστείδη, Ελευσίνιος Λόγος)
Τις πιο γλυκές ελπίδες έχουν [οι μυημένοι] σχετικά με το θάνατο πως εκείνοι θα περάσουν καλύτερα και πως δεν θα βρίσκονται στο σκότος και δεν θα κείτονται στο βόρβορο, καταστάσεις που περιμένουν τους αμύητους.

Φαίνεται το λοιπόν πως δεν είναι μονάχα πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Γεννιέται και πρώτη. Πριν την αλήθεια.

Πριν από οτιδήποτε…

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

Μυστική προσευχή

  

 

Τον είδα πάλι

σε μια στάση λεωφορείων

ορθός, ασπρομάλλης

φορούσε εκείνο το μπουφάν που του άρεσε

και τα παπούτσια του

τα αθλητικά

που του είχα αγοράσει κάποτε

πριν μια αιωνιότητα

 

τον πλησίασα λοιπόν

ήξερα πως δεν είναι αυτός

κι όμως

ήθελα να τον δω

να δω το πρόσωπό του

 

χαμογελούσε άραγε αυτός;

είχε το βλέμμα γλυκό

ή τραχύ;

 

να είχε άραγε πρόσωπο;

ή μήπως ήταν άλλη μια σκιά

άλλος ένας αισθητοποιημένος μου λυγμός

άλλη μια πελεκημένη στα σύννεφα

μυστική μου προσευχή;

 

να υπήρχε άραγε κανείς

με σάρκα και οστά

μέσα σ’αυτό το μπουφάν;

 

δεν το έμαθα ποτέ

 

Κάθισα αποκαμωμένος

σε μια γωνιά

κι έβγαλα μέσα απ’την ανάσα μου

σαν εκτόπλασμα

όλο τον πόνο

τον σμίλεψα για ώρα

μοναχός

 

ώσπου να πάρει την μορφή του

και το γλυκό χαμόγελο που είχε

 

και ξεχάστηκα…

 

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

Κάποια στιγμή το Άπειρο επιλέγει...

 

 

Ο Διδάσκαλος τους κοίταξε όλους…
έναν προς έναν…
πολύ προσεκτικά…

Κάποια στιγμή το Άπειρο επιλέγει
Δεν είσαι εσύ που θα γραπώσεις αστρόσκονη για να την κάνεις σάρκα
Είναι η Materia Prima που θα σε διαλέξει
Για να την κάνεις Έρωτα

Ο Διδάσκαλος κοίταξε τον Ιωάννη
Δεν είναι τα βήματα του μελαγχολικού ποιητή
Να περπατήσουν σ’όλο τον κόσμο
Η πυρετώδης νηνεμία που φωλιάζει σε τούτο το παιδί
Έχει καταρριχήσεις μετρημένες μέσα της
Και αν το νυν δεν τραγουδηθεί ως αεί
Απ’τα χείλη των χοϊκών
Το νερό δεν θα γίνει ποτέ κρασί…

Κάποια στιγμή ο Αρχαίος των Ημερών εκπνέει
Κάποτε αγαπούσες τον ύπνο κάτω απ΄τις υποσχέσεις
Κάποτε έπλενες τα πόδια των αδελφών σου
Και αγρόν αγόραζες
Την ώρα που οι σάλπιγγες σε καλούσαν
Έπαιξες με τους πεσσούς
Την ίδια σου την ύπαρξη
Έχασες
Και ο μανδύας του Δικέρατου
Σε διώκει ακόμα

Ο Διδάσκαλος κοίταξε τον Ιάκωβο
Οι αδελφοί των Ιερών κι οι παλαιοί νομομαθείς
Έχουν τη φορεσιά τους ρυπαρή
Μα τιμημένη
Έχει αποστολή ο Φύλακας
Μένει στέρεος σε κείνο που περιγράφει το βλέμμα
Εδραίος μένει ο λογισμός
Και η καρδιά ατάραχη
Αλλιώς
Το πνεύμα αγκυρώνεται στο σκότος
Και αποσπάται το θνήσιο βλέμμα
Απ΄το απεριχώρητο…

Κάποια στιγμή ο Φονιάς του Χρόνου γονιμοποιεί τον εαυτό του
Αν έχεις ήπαρ από εφιάλτες
Και φλέβες από προσευχές λεπρών
Κείνο που θα μεταβολίζεις πάντα
Θα είναι η αδικαίωτη ανάσα σου
Τα χέρια σου δεν μπορούν ν’αγκαλιάσουν
Κείνη τη πρώτη μέρα
Που εξορίστηκες απ΄τον Κήπο
Και κατήλθες στο προγεφύρωμα του πόνου…

Ο Διδάσκαλος κοίταξε το Σίμωνα
Ο άνθρωπος δεν έχει α κεφαλαίο
Αλλιώς είναι απρόσιτος βράχος
Κοφτερός
Και μόνον οι μυστικοί τολμούν την ανάβαση
Κι ας χάσουν όλο τους το αίμα
Ο άνθρωπος έχει ακόμα το α του μικρό
Θέλει τη σάρκα για να ηρεμεί το νου
Θέλει το νύχτιο πόθο για να ονειρεύεται
Θέλει το γνωστό
Για να μπολιάζει το Άγνωστο
Στα έγκατα του είναι του

Κάποια στιγμή το Άπειρο επιλέγει
Και αλίμονο αν η φωνή του έχει περισσότερη φωτιά
Απ΄τη ματιά του
Κι αλίμονο αν στο Σπήλαιο του Δράκου
Πλησιάσεις ανυπόδητος, γυμνός
Χωρίς τις ημέρες σου
Χωρίς την ιαχή σου…

Και δίνει τα κλειδιά
Σε κείνον που το χαμόγελο
Δεν έχει χαρακωθεί ακόμα
Απ’το Άμορφο του Αιώνιου…

Σε κείνον
Που άντρας γεννήθηκε
Για να πεθάνει παιδί…

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2024

το ήπαρ του Αχανούς...

 



από τούτη την απόσταση
όλα μοιάζουν ένα λεβιαθανικό τοπίο
πέτρες θεόρατες
ριζωμένες σε πρόστυχα μωβ σύννεφα
με τις ριπές του χρόνου
να τις αναγκάζουν ν’ανθίσουν
όνειρα αρχαίων όντων…

ο χρόνος θολώνει τ’οπτικό πεδίο
και σαρκάζει το τεράστιο μελανογράφημα
στο σώμα μου
μα δεν είναι
τους φωνάζω
ποτέ δεν ήταν
το δικό μου σώμα!

ως ξενιστής αρκούμαι
να υποδέχομαι τις εποχές
σιωπηλά
μακελεύοντας όλες τις γλυκές στιγμές
που δραπετεύουν απ’το ψυχονομείο του Απείρου

από τούτη την απόσταση
έχω την πολυτέλεια του θρήνου
και την αφέλεια της ελπίδας

κι αρνούμαι πια να στερηθώ
το αρχαίο αυτό βλέμμα
ως ξενιστής το δανείστηκα
απ’το ήπαρ του Αχανούς
σαν δηλητήριο ενέσιμο ιχώρ
και μεταβολισμένο από όσα το άγγιγμα φανέρωσε
θα το παραδώσω καθαρό
στο επόμενο καλοκαίρι
που θα με αγκαλιάσει…



simplement... une petite fleur

 

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Οι δυο θεμελιώδεις ψευδαισθήσεις της συνείδησης...

 

«…Επειδή λοιπόν η συνείδηση είναι φύσει συνείδηση των ανεντελών ιδεών που έχουμε, συγκεχυμένων και ακρωτηριασμένων, σε αυτήν εδράζονται δυο θεμελιώδεις ψευδαισθήσεις: 1) Η ψυχολογική ψευδαίσθηση της ελευθερίας: εφόσον η συνείδηση δεν συγκρατεί παρά μόνο αποτελέσματα τις αιτίες των οποίων κατ’ουσίαν αγνοεί, μπορεί να νομίσει πως είναι ελεύθερη, και προσφέρει στο πνεύμα μια φαντασιακή εξουσία επί του σώματος, ενώ δεν ξέρει καν τι ‘δύναται’ το σώμα σε συνάρτηση με τις αιτίες που το κάνουν πραγματικά να ενεργεί. 2) Η θεολογική ψευδαίσθηση της σκοπιμότητας: εφόσον η συνείδηση δεν συλλαμβάνει το conatus ή την όρεξη παρά μόνον υπό μορφή παθημάτων που καθορίζονται από τις ιδέες των παθήσεων, μπορεί να νομίσει πως αυτές οι ιδέες των παθημάτων, καθόσον εκφράζουν τα αποτελέσματα των εξωτερικών σωμάτων στο δικό μας, είναι στ’αλήθεια πρωταρχικές, είναι πραγματικά τελικά αίτια, και, πως, ακόμη και στους τομείς όπου δεν είμαστε ελεύθεροι, ένας προνοητικός Θεός διευθέτησε τα πάντα σύμφωνα με τις σχέσεις μέσων – σκοπού. Τότε η επιθυμία φαίνεται να είναι δεύτερη ως προς την ιδέα του πράγματος που κρίνεται καλό.

Ακριβώς επειδή η συνείδηση είναι ανάκλαση της ιδέας και έχει απλώς και μόνον όση αξία έχει η πρώτη ιδέα, η συνειδητοποίηση δεν έχει αφ’εαυτής καμία δύναμη. Και όπως το ψευδές ως ψευδές δεν έχει μορφή, η ανεντελής ιδέα δεν ανακλάται χωρίς να αποδεσμεύσει ό,τι θετικό εμπεριέχει: είναι ψευδές το ότι ο ήλιος είναι διακόσια πόδια μακριά αλλά είναι αληθές ότι βλέπω τον ήλιο στα διακόσια πόδια. Αυτός ακριβώς ο θετικός πυρήνας της ανεντελούς ιδέας μέσα στη συνείδηση μπορεί να αποτελέσει τη ρυθμιστική αρχή για να γνωρίσουμε το ασυνείδητο, δηλαδή για να ερευνήσουμε τι δύνανται τα σώματα, για να καθορίσουμε τις αιτίες και να σχηματίσουμε τις κοινές έννοιες. Και από τη στιγμή που θα φτάσουμε σε τέτοιες εντελείς ιδέες, προσαρτάμε τα αποτελέσματα στις αληθινές τους αιτίες, ενώ η συνείδηση που έχει γίνει ανάκλαση της εντελούς ιδέας είναι ικανή να ξεπεράσει τις ψευδαισθήσεις της σχηματίζοντας για τις παθήσεις και τα πάθη που δοκίμαζε διαυγείς και ευδιάκριτες έννοιες. Ή μάλλον αντικαθιστά τα παθητικά παθήματα από ενεργητικά παθήματα, τα οποία απορρέουν από την κοινή έννοια και δεν διακρίνονται από τα παθητικά παρά μόνον από την αιτία, άρα μέσω μιας διάκρισης λόγου. Αυτός είναι ο στόχος του δευτέρου είδους γνώσης. Και το αντικείμενο του τρίτου είναι να αποκτήσουμε συνείδηση της ιδέας του Θεού, του εαυτού μας και των άλλων πραγμάτων, δηλαδή να κατορθώσουμε ώστε οι ιδέες αυτές, όπως είναι στον Θεό, έτσι να ανακλώνται και σ’εμάς (sui et Dei et rerum conscious)…»

 Ζιλ Ντελέζ, Σπινόζα – Πρακτική φιλοσοφία

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Πλάτων, Αριστοτέλης και Καντ...


  

Το να ασχοληθείς με ένα κυκλώπειο και δυσάντητο έργο όπως αυτό του Καντ απαιτεί να έχεις ανάστημα γίγαντα γιατί για έναν γίγαντα θα γράψεις. Και αυτό ο Ernst Cassirer το διέθετε το δίχως άλλο. Μα εκείνο που εντυπωσιάζει είναι αληθινά πως διαλέγει ο σπουδαίος συγγραφέας και φιλόσοφος, ολοκληρώνοντας το μελέτημά του, να τοποθετήσει τον Καντ αν όχι ανάμεσα οπωσδήποτε όμως σε ένα ανάλογο ύψος με δυο άλλους γίγαντες, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Για τον μόνο που ‘συγχωρείται’ μια τέτοια ενέργεια είναι για τον υπερ-μέγιστο γερμανό φιλόσοφο που προσωπικά θεωρώ μετά τον θείο Πλάτωνα ως τον δεύτερο πυλώνα της φιλοσοφίας μέσα στους αιώνες.

Τέτοια υψη είναι σήμερα αδιανόητα για τον μελετητή αν δεν έχει αμέτρητες ώρες πτήσης ή αλλιώς, χιλιάδες ώρες κατάδυσης στα μεγάλα βάθη της διανόησης και της σκέψης που απαιτεί από τον αναγνώστη υπομονή, μεθοδικότητα και ‘ν το πλήθος’ επαναλήψεις… επιστροφή ξανά και ξανά στα ίδια σκοτεινά και δυσπρόσιτα σημεία… δεν γίνεται αλλιώς… όμως τελικά αποζημιώνεται… γιατί το ρίγος σε αυτές τις κορυφές, σε αυτά τα βάθη, είναι πρωτόγνωρο, το βίωμα πλημμυρικό, λυτρωτικό… και έτσι συνεχίζεις…

Να το λοιπόν πως τελειώνει το πόνημά του ο Cassirer [οι υπογραμμίσεις δικές μου]:

«…Στον γνωστό παραλληλισμό που κάνει -στη Θεωρία των Χρωμάτων- μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ο Γκαίτε αντιπαρέθεσε δυο θεμελιώδεις τύπους φιλοσοφικής θεώρησης: 

‘Ο Πλάτων σχετίζεται προς τον κόσμο ως όσιο πνεύμα που του είναι αρεστό να περνά λίγο χρόνο σ’αυτόν. Απασχολείται με το να τον γνωρίσει, όχι τόσο επειδή δήθεν τον προϋποθέτει ήση, όσο μάλλον για να του ανακοινώσει φιλικά τί φέρνει μαζί του ο ίδιος και τι λείπει στον κόσμο. Εισχωρεί στα βάθη μάλλον για να τα γεμίσει με τη δική του ουσία παρά για να τα εξερευνήσει. Κινείται προς τα ύψη με νοσταλγία να μετάσχει και πάλι της καταγωγής του. Ό,τι εκδηλώνει αφορά κάτι το αιώνια πλήρες, αγαθό, αληθές, ωραίο, του οποίου την αξίσωση φιλοδοξεί να εγείρει σε όλων τα στήθη… Ο Αριστοτέλης απεναντίας στέκει απέναντι στον κόσμο ως άνδρας αρχιτεκτονικός. Μιας και του έτυχε να βρεθεί εδώ, εδώ θέλει να δράσει και να εργαστεί. Πληροφορείται περί του εδάφους, όχι όμως πέρα απ’το υπόβαθρο που βρίσκει. Από αυτό ως το κέντρο της γης, το υπόλοιπο του είναι αδιάφορο. Σέρνει έναν γιγάντιο κύκλο για τα θεμέλια του κτίσματός του, προσπορίζεται πανταχόθεν υλικά, τα κατατάσσει, τα επισωρεύει και ανεβαίνει πυραμιδοειδώς στα ύψη, ενώ ο Πλάτων όμοια με οβελίσκο, με πύρινη ρομφαία μάλιστα, ζητεί τον ουρανό. Όταν εμφανίζονταν δυο τέτοιοι άνδρες, οι οποίοι με μια έννοια χαρίστηκαν στην ανθρωπότητα, ως χωριστοί εκπρόσωποι εξόχων ιδιοτήτων που δεν είναι εύκολο να συμβιβαστούν, όταν ευτυχούσαν να απολαύουν πλήρους παιδείας, να εκφράζουν ό,τι διαμορφώθηκε μέσα τους και όχι βέβαια σε σύντομες λακωνικές προτάσεις όμοιες με χρησμούς μαντείου αλλά σε διεξοδικά, περατωμένα κεφάλια, ποικίλα έργα, όταν αυτά τα έργα παρέμεναν για το άριστο της ανθρωπότητας, και λίγο ως πολύ συνεχώς σπουδάζονταν και θεωρούνταν, φυσικά έπεται ότι ο κόσμος στο μέτρο που πρέπει να θεωρείται αισθητικός και διανοητικός, ήταν αναγκασμένος να παραδοθεί στον έναν ή στον άλλον, να αναγνωρίσει τον έναν ή τον άλλο ως κύρη, δάσκαλο, αρχηγό’.

Είναι χαρακτηριστικό για το εύρος και το βάθος της φιλοσοφικής ευφυίας του Καντ, ότι ο Καντ, ως προς τη θεμελιώδη κατεύθυνση του πνεύματός του στέκει εκτός της οικουμενικής αντίθεσης της ιστορίας του πνεύματος την οποία ο Γκαίτε εκφράζει εδώ με τυπικό τρόπο. Η εναλλακτική λύση που προτείνεται εδώ δεν διέθετε γι’αυτόν δύναμη ούτε εγκυρότητα. Αντί της ως τώρα κοσμοϊστορικής διαμάχης των διανοητικών μοτίβων της φιλοσοφίας, ένας νέος κοσμοϊστορικός συμβιβασμός παίρνει το δρόμο του. Ενώ ο Πλάτων και ο Αριστοτελης έμοιαζαν να χαρίζονται στον κόσμο ως εκπρόσωποι χωριστών επιστημών, ο Καντ στο φιλοσοφικό του έργο ορθώνει μια νέα συνολική έννοια όσων είναι δυνατά και εφικτά στν ανθρωπότητα, συλλαμβάνουσα και τελούσα, νοούσα και πράττουσα. Ίσως να βρίσκεται εδώ το ιδιαίτερο μυστικό της ιστορικής επίδρασης που άσκησε η φιλοσοφία του. Μια παμπάλαια διχογνωμία που διαπερνούσε τη σύνολη ιστορία της διανόησης έμοιαζε τώρα να έχει για πρώτη φορά ξεπεραστεί και λυθεί. 

Διότι όντως στον Καντ συναρμόζονται και αλληλοδιαπερνώνται οι θεμελιώδεις τάσεις τις οποίες ο Γκαίτε αντιπαράθεσε στη χαρακτηριολογία του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα έτσι ώστε οι δυο τους να στέκονται εδώ σε τόσο τέλεια ισορροπία που να μην μπορεί να γίνεται πια λόγος για αμοιβαία προτεραιότητα της μιας απέναντι στην άλλη.  

Ο ίδιος ο Κάντ ένιωθε, κυρίως στη θεμελίωση της ηθικής του, πλατωνικός. Στη δε Κριτική του Καθαρού Λόγου, εξηγήθηκε με δύναμη κι αποφασιστικότητα υπέρ του δικαίου της πλατωνικής ‘ιδέας’ κι ενάντια σε όλες τις ενστάσεις εναντίον της, οι οποίες πηγάζουν από την ‘οχλοκρατική επίκληση της δήθεν εναντιούμενης εμπειρίας’. Όταν όμως το ρεύμα της ημέρας και της μόδας ζήτησε να λάβει αντί του διαλεκτικού και ηθικού Πλάτωνα τον μυστικό θεολόγο, ο Σλόσερ υπ’αυτήν την έννοια επαίνεσε τον Πλάτωνα ως τον φιλόσοφο του υπεραισθητού και της ‘διανοητικής εποπτείας’, ο Καντ, με όχι μικρότερη ενεργητικότητα, οικειοποιήθηκε τον ‘εργάτη’ Αριστοτέλη, τον οποίο θεωρούσε πως μπορούσε να κοιτάει αφ’υψηλού εκείνη η ‘φιλοσοφία σοβαρού τόνου’. 

‘Κανενός άλλου δεν μπορεί να περάσει απ’το μυαλό να παριστάνει το σοβαρό, παρά του φιλοσόφου της εποπτείας, ο οποίος εκτίθεται όχι με την ηράκλεια εργασία της αυτογνωσίας από κάτω προς τα πάνω, αλλά άνωθεν, υπεριπτάμενος της εργασίας με μια αποθέωση που δεν του κοστίζει τίποτε. Κι αυτό επειδή μιλώντας για τη δική του θέαση δεν υποχρεούται να λογοδοτεί σε κανέναν’. Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι απεναντίας εργασία: διότι ο στόχος του μεταφυσικού Αριστοτέλη είναι σε κάθε περίπτωση να ανατέμνει τη γνώση a priori στα στοιχεία της, ανεξαρτήτως του αν και μέσω τίνος το πετυχαίνει, καθώς και η ανάκτηση και η σύνθεσή της απ’αυτά τα στοιχεία. Εδώ χαρακτηρίζεται με μια και μοναδική λέξη η διπλή κατεύθυνση της φιλοσοφίας στον Καντ. Και η κριτική φιλοσοφία αποζητεί το ‘νοητό’ ξεκινώντας από το εμπειρικοαισθητηριακό και βρίσκει την τελείωση και την πραγματικής περάτωσή της στο νοητό πρώτα – πρώτα της ιδέας της ελευθερίας. Ο δρόμος προς αυτό τον στόχο όμως οδηγεί δια μέσου της ‘ηράκλειας εργασίας της αυτογνωσίας’. 

Εδώ συνεπώς ούτε ‘πτήσεις της ευφυίας’ ούτε επίκληση κάποιων ενορατικών φωτίσεων ισχύουν. Αντιθέτως εδώ κυριαρχούν οι αυστηρές αξιώσεις και αναγκαιότητες της έννοιας. Εδώ δεν αποφασίζει κάποιο ψυχολογικό ή μυστικιστικό άμεσο συναίσθημα προφάνειας αλλά αντιθέτως η μεθοδικά τελούμενη επιστημονική ανάλυση και η ‘υπερβατολογική παραγωγή’ των θεμελιωδών μορφών της γνώσης. Το γνήσιο νοητό, το οποίο ‘υπόκειται ως βάση’ της εμπειρίας, προσεγγίζεται τώρα στη διατράνωση κι εξασφάλιση, στην πλήρη κριτική κατανόηση ακριβώς αυτής της ίδιας της εμπειρίας. Ο ίδιος ακριβώς κόπος, ο οποίος οδηγεί πέρα από την εμπειρία στο υπεραισθητό και στην ‘ιδέα’ μας ανάγει άρα όλο και πιο βαθιά στο ‘γόνιμο βάθος της εμπειρίας’. Τώρα πια αποδεικνύεται ως η δύναμη της ιδέας και του ιδεαλισμού το εξής: ότι και τα δυο, ανυψωνόμενα πάνω από την εμπειρία, τότε πια πρωτπαρουσιάζουν πλήρως κατανοητά τη μορφή και τον δομικό τους νόμο. Η ιδέα κατατείνει στο απόλυτο και άνευ όρων, το κριτικό όμως πιστεύω βρίσκει ότι το αληθινό άνευ όρων δεν είναι ποτέ δεδομένο αλλά πάντοτε παραδεδομένο και ότι συμπίπτει υπ’αυτή την έννοια με την αξίσωση του να μας παραδοθούν όλοι οι όροι. Αρκεί άρα για να προβούμε στο άπειρο να πάρουμε όλες τις κατευθύνσεις εντός του πεπερασμένου. Η εμπειρία η ίδια οδηγεί, πλήρως ανεπτυγμένη, σε ‘μεταφυσική’ καθώς και η μεταφυσική υπό την υπερβατολογική έννοια δεν θέλει να παριστά και να αποφαίνεται παρά το πλήρες περιεχόμενο της εμπειρίας. 

Η ορμή προς το άνευ όρων είναι εγγενές και ιθαγενές στοιχείο του λόγου. Όμως ως το έσχατο άνευ όρων μέχρι το οποίο μπορούμε να εισχωρήσουμε αποδεικνύεται το ίδιο το πλήρες σύστημα των όρων του θεωρητικού και του πρακτικού λόγου. Υπ’αυτή την έννοια αλληπεριορίζονται και αλληλοπροσδιορί-ζονται στη θεωρία του Καντ η έννοια του ‘διερευνήσιμου’ και του ‘αδιερεύνητου’. Κάτι τα αδιερεύνητο παραμένει αναγνω-ρισμένο, δεν στέκει όμως πια ως απλή άρνηση εκεί, αλλά γίνεται ρυθμιστικό της γνώσης και της πράξης. Δεν είναι πια η έκφραση ενός ανενεργού και απέλπιδος σκεπτικισμού, αντιθέτως θέλει να δείξει τον δρόμο και την κατεύθυνση που πρέπει να κινηθεί και να αναπτυχθεί ολόπλευρα η έννοια. Έτσι στα όρια του όντως νοητού, στα όρια του νοητού της αποστολής του λόγου, ο κόσμος του Είναι μεταβάλλεται για μας σε κόσμο της πράξης. Σε αυτή τη νέα σχέση μεταξύ του υπό όρους και του άνευ όρων, μεταξύ πεπερασμένου και απείρου, μεταξύ εμπειρίας και εικασίας, ο Καντ δημιούργησε απέναντι στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη έναν νέο τύπο φιλοσοφικής σκέψης: η κατ’είδος νεωτερική έννοια του ιδεαλισμού, η οποία είχε πρωτοτεθεί στον Ντεκάρτ και στον Λάιμπνιτς, σε αυτόν έφτασε σε συστηματική τελειότητα και πληρότητα...»


Ernst Cassirer, Kants Leben und Lehre [Καντ, Η Ζωή και το Έργο του], μετ-σχόλια: Σ. Γερογιωργάκης,  Ίνδικτος, Αθήνα

 

 

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023