Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ







Στη πολυθρόνα

Ξύπνησα βαθιά μέσα
σε μια πολυθρόνα
και μπροστά σε μια θάλασσα
Όπου κανείς
Μόνη κίνηση
το βλέμμα επάνω στα κύματα
όπου πήγαιναν
Έτσι έμεινα
Καλοκαίρια αθέατος
Και χειμώνες ολόκληρους
Κάπως έτσι γέρασα
Γιατί ποτέ δεν σηκώθηκα...

Για να αγαπήσεις τη γραφή του Γιάννη Βαρβέρη θα πρέπει να ανήκεις σε μια ξεχωριστή συντροφιά, σε μια ιδιαίτερη ‘παρέα’. Καθόλου ελιτίστικη, απλά επιλεγμένη. Καθόλου σνομπ, απλά κατασταλαγμένη για τον ορισμό του έντεχνου, του ακριβού, του σπάνιου. Καθόλου απρόσιτη, απλά δυσπρόσιτη και γι’αυτό ατίμητη. Τα τελευταία χρόνια γνώρισα τον σπουδαίο Έλληνα ποιητή της αργολίκνιστης θέασης της ζωής από ένα πρίσμα ατομικό αλλά και μαζί συντροφικό, προσωπικό και γι’αυτό αληθινό, μοναχικό αλλά όχι ερημικό. Και κείνο που αγάπησα περισσότερο σε κείνον, δεν το κρύβω, ήταν και το μαχαίρι που μπήγει στις δικές του πληγές, όχι όπως ο εξαίσιος Αλεξανδρινός που τον έχει επηρεάσει αλλά με ένταση, με ειρωνεία αποδομητική, με χλεύη…

Τελικά θα μπορούσα να είμαι
η γυναίκα μου
λόγω συμφωνίας χαρακτήρων
να με είχα παντρευτεί
με ωραία φωνή την οποία
και ακούω ευκρινέστατα.
Ευγενέστατος δε
και μαζί ευσυγκίνητος.
Τι λουλούδια θα μου 'κοβα.
Με λουλούδια θα μ' έκοβα
και με λόγια που εγώ θα περίμενα.
Και θα ήξερα εγώ
μέχρι πότε να δίσταζα, με τι νάζια
ώστε ποτέ να μη με χάσω.

Και ακόμη με συγκλονίζει αυτή η απόστατη κι όμως τόσο απλή και σχεδόν… καθημερινή συμ-παρουσία του θανάτου, των ίδιων των νεκρών που έρχονται, υπάρχουν, ενώνουν τούτο τον κόσμο με τον άλλο και πάλι δεν αποπνέουν την μακάβρια αίσθηση του νεκροταφείου αλλά την διατύπωση της ξεκάθαρης αλήθειας τους. Κάποτε υπήρξαν άρα πάντα θα υπάρχουν… αλλά και η αίσθηση, η ψευδαίσθηση, η συναίσθηση της πραγματικότητας του νεκρού, του πένθιμου, του νεκρώσιμου

Τι εφιάλτης κι αυτός
ενώ αγόρευα ο καλός σου
από την πολυθρόνα γλίστρησε
ο αγκώνας μου στον αέρα
ή μήπως είχα πεθάνει;

Αλλά και αυτό το… θανατηφόρο χιούμορ…

Αν έρθετε στην κηδεία μου
θα'ρθω κι εγώ στη δική σας.

Φυσικά Βαρβέρης δεν είναι μονάχα το άχθος της ζωής και η γειτνίαση με το θανατικό αλλά και κείνη η φοβερή ματιά, η διεισδυτική ερωτική και αποκαθηλωτική ματιά, η έγχυση του παιγνιώδους αλλά και του γελοίου στο κάθε τι που δεν ρυπαίνεται αλλά απλά εξοικειώνεται. Δεν θέλω από αυτή τη στήλη να παραθέσω αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, εργογραφία, βραβεύσεις, κλπ. Μέσα από το Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει σήμερα ό,τι θέλει και αν όχι έτσι, υπάρχουν ακόμη τα καλά βιβλιοπωλεία που έχουν όλο το έργο του. Κείνο που θέλω είναι να παραθέσω μερικούς στίχους του που αγαπώ πολύ και να πω ακόμη πως με τον Γιάννη Βαρβέρη, κι ας μην έχουμε συναντηθεί ποτέ, μας συνδέει κάτι πολύ δυνατό και ανώλεθρο. Ένας έρωτας βαθύς για μια ιδιαίτερη όψη της ζωής που δεν είναι εύκολο να την αναγνώσεις ούτε και να την αποδεχθείς ακόμη κι αν την αντιληφθείς. Ένα ένδυμα σπάνιο, όχι πολύχρωμο, ακριβό όμως και φροντισμένο ιδιαίτερα, κομμένο και ραμμένο από ένα πολύ μεγάλο μάστορα που δεν φείδεται σκληρόητας η ματιά του αλλά και που ξέρεις πως η ξεκούραση δεν είναι ένα απλό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο ανούσιες δράσεις αλλά μια πνευματική Πραλάγια έως ότου ξεκινήσει ο Μπράχμα να εκπνέει και πάλι…


ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ


Αυτές οι νότες
που σας στέλνω
με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα
μα κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυο
ως κάτω στο βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανείου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας

διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική·
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.

Το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού

-------------------------------

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
μια πλήξη πια, υγιείς εμείς
μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.
Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:
έχουμε τόσα
που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.
Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
μας παραδίδονται αφειδώς
γιατί το σφρίγος πάντοτε
ποθούσε τη σοφία.
Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Αυτό μονάχα μας παρηγορεί

5 σχόλια:

goofyMAGOUFH είπε...

Στρίμωξες, μα την αλήθεια,
τόσα πολλά πράγματα
σε τόσο περιορισμένο χώρο...
Με αρπάζει το ένα,
με διεκδικεί το άλλο,
υψώνει φωνή το παρ' άλλο...
Ποιο να πρωτοπροσέξω,
ποιο να πρωτοαγαπήσω!

nimertis είπε...

Γκούφη μου αυτές οι εικόνες, αυτή η ποιητική, αυτός ο ρυθμός και αυτή η γλώσσα είναι που αγαπώ πολύ... ήξερα πως θα σε άγγιζε...

dimitrisp(σε χρονο ενεστωτα) είπε...

Σ'ευχαριστούμε για την υπέροχη παρουσίαση ενός ποιητή που δεν είχα διαβάσει ποιήματά του αλλά βλέπω να γίνεταΙ αγαπημένος!
καλημέρα φίλε!

nimertis είπε...

φίλε Δημήτρη καλησπέρα... ε, λοιπόν και μόνο για το δικό σου σχόλιο, άξιζε το κόπο τούτη η ανάρτηση... χαίρομαι, αληθινά χαίρομαι...

ειρήνη είπε...

είναι και δικός μου αγαπημένος ποιητής ..
το "πιάνο βυθού" είναι εκπληκτικό ποίημα..