Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Ο Έσχατος Κύκλος



Ο Έσχατος Κύκλος



            Εφτασαν πάλι οι μέρες του άγιου Πασχα, κι ο Ιησούς κάθεται μόνος, στην αγαπημένη του μεριά, κάτω από ένα μυριόχρονο πλάτανο, στο Παράδεισο. Συλλογισμένος, σιωπηλός, που και που αναστενάζει κιόλας.
            Κείνη την ώρα τυχαία περνούσε από κει ο Πυθαγόρας, ο Σάμιος, ο μέγας φιλόσοφος, ο πανεπιστήμονας, που όλοι στο "άγιο περιβόλι" έχουν σε περισσή εκτίμηση και την συντροφιά του επιζητούν. Βλέπει τον Ναζωραίο μονάχο, σκεπτικό κι ένα μειδίαμα ανοίγεται στο γέρικο πρόσωπό του. Σκέφτεται να τον ζυγώσει πιο πολύ, το ξανασκέφτεται, ξέρει το χούι του Ραβί, να μην τον ενοχλεί κανείς όταν βυθίζεται στους στοχασμούς του, πάει να τον προσπεράσει αλλά ακούει φωνή και κοκαλώνει.
            "Για που τραβάς μωρέ φιλόσοφε; Με είδες αλλά δε θέλεις να ταράξεις την ησυχία μου, σωστά;"
            Στρέφει το βλέμμα κατά τον Γαλιλαίο ο Πυθαγόρας, χαμογελάει, τον πλησιάζει, βρίσκει χώρο και κάθεται σιμά του.
            "Καλά το είπες Δάσκαλε. Ξέρω τα χούγια σου, τα'μαθα πια. Δε θες να σ'ενοχλούν καθώς πλανιέσαι στις ομιχλώδεις χώρες του μυαλού σου, σεβαστό. Και'γω κάποτε το ίδιο θέλω, συχνά γίνομαι πιο ιδιότροπος από σένα".
            Για λίγο έπεσε σιωπή, ύστερα μίλησε ο Ιησούς.
            "Γιορτάζουν 'κάτω', είναι Πάσχα"
            "Το ξέρω. Που σημαίνει πρέπει να γιορτάζεις και του λόγου σου. Για σένα γίνονται όλ'αυτά".
            Γυρίζει το μακρυμάλλικο κεφάλι του ο Ιησούς, καρφώνονται τα δυό τεράστια μάτια του πάνω στον Πυθαγόρα, σκίρτησε εκείνος.
            "Τι λες μωρέ Σαμιώτη! Για μένα; Για μένα λες γίνονται όλ'ΑΥΤΑ;"
            Δεν ήξερε τι'ταν εκείνο που όργισε τώρα τον Εβραίο και δεν μίλησε ο φιλόσοφος. Περίεργη ψυχή, αλήθεια, γλυκός, μελίρρυτος τη μια, θάλασσα φουρτουνιασμένη στη στιγμή γινόταν, άπιαστος και απρόβλεπτος, δεν ήξερες που θα τον βρεις. Αποφάσισε τέλος να αποκριθεί.
            "Γιατί θυμώνεις δάσκαλε; Τι είπα; Αλήθεια δεν είναι; Ο μισός πλανήτης σε τιμά, τη σταύρωση και την ανάστασή σου. Είναι ή δεν είναι όπως τα'πα;"
            Γύρισε πάλι το κεφάλι του απ'την άλλη ο Ιησούς και όρθιος σηκώθηκε. Είχε ψυχή ανταριασμένη, είχε το θείο είναι του αναρπαχτεί από κάτι που δεν φανέρωνε.
            "Κι είμαι γι'αυτό πιο τυχερός από σένα ας πούμε Έλληνα;", ρώτησε βαδίζοντας χωρίς να ρίξει βλέμμα στον φιλόσοφο.
            "Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με ρωτάς Ραβί. Ξέρεις καλά πως η Ιεραρχία..."
            "Ασ'τους αυτούς! Εσένανε ρωτάω, θα'θελες τη δική σου την ζωή να'χουνε κάνει ολόκληρο γιορτάσι, πανηγυράκι και αρνιά στη σούβλα; Πες μου!"
            Έτριψε τα λευκά του γένια ο σοφός, αναστέναξε, σηκώθηκε κι αυτός κι άρχισε να γυρνάει γύρω απ'τον Ιησού. Τι σόι κουβέντα ήταν τώρα αυτή που'χε αρχινίσει ο Εβραίος; Πρώτη φορά του'χε τύχει να μοιραστεί μαζί του αυτές τις σκέψεις.
            "Ξέρεις τι λέω Ραβί; Χρόνια τα σκέφτομαι όσα έγιναν με σένα, δεν σού'χω πει, ποιος το τολμάει άλλωστε απ'όλους μας; Θέλεις λοιπόν να σου μιλήσω σήμερα καθαρά;"
            Στάθηκε ακίνητος ο Ιησούς και γύρισε το βλέμμα του στον Έλληνα.
            "Ναι μωρέ Πυθαγόρα, θέλω, μίλησέ μου και ξέρω ότι θ'ακούσω από σένα όσα χρειάζονται, ούτε ιώτα πάνω ή κάτω. Σεις οι γεωμέτρες τα μετράτε όσα λέτε και όσα κάνετε. Πες μου λοιπόν με ακρίβεια και παρρησία. Σ'ακούω"
            Κάθισε πάλι στη θέση του ο Πυθαγόρας κι άρχισε που'χε την άδεια πια, να λέει.
            "Το λοιπόν, μπορεί να θύμωσες πιο πριν μα εγώ επιμένω, έτσι το θέλησε η Ιεραρχία κι έτσι έπρεπε να γίνει. Δάσκαλος της Αχτίνας της Αγάπης είσαι και την αποστολή σου έφερες σε πέρας, με το παραπάνω θα'λεγα. Βρέθηκε ο Παύλος βέβαια, αυτός ο περίεργος Σαούλ που ήταν το ανάστημά του πιο μεγάλο κι απ'το θάρρος του και σε σεργιάνισε παντού, κι ύστερα όλα ήρθαν από μόνα τους, να μη τα λέμε, τα ξέρεις πιο καλά από μένα. Στα χρόνια που στάλθηκα εγώ ήταν αλλιώς τα πράγματα. Δεν είχε κλείσει ακόμη ο τελευταίος κύκλος, αγνοούσαν οι άνθρωποι τα βασικά, τα στοιχειώδη. Πάλεψα, ξέρεις, μόχθησα, έφτυσα αίμα να τους πείσω να σκέφτονται κι όχι μονάχα να λατρεύουν, να στύβουν το μυαλό τους για να βρουν την λύση κι όχι να περιμένουν το Δία και την Αθηνά να τους φωτίσει. Άγρια τα δικά μου χρόνια Ναζωραίε, όχι πως εσύ τράβηξες λίγα, το αντίθετο. Μα, είχες άλλη αποστολή εσύ, άλλη εγώ, άλλη ο Μουχαμέτης, άλλη ο Ινδός ο Πρίγκιπας, καλώς κακώς, έτσι τα μοίρασε το Συμβούλιο κι εσύ'σαι τώρα ο αγαπημένος του μισού πλανήτη όπως είπες κι εμένα με σπουδάζουν λίγοι κι αυτοί μ'έχουνε παραξηγήσει, άλλα είπα εγώ άλλα κατάλαβαν αυτοί. Έστω, τώρα ό,τι έγινε έγινε. Και Πάσχα που είναι, σημαίνει ότι εσύ είσαι ακόμη ισχυρός, κρατάς τα γκέμια..."
            Σώπασε ο Πυθαγόρας τη λογοδιάρροια, αισθάνθηκε πως είπε πολλά, κοίταξε τον Ιησού. Είχε καθίσει εκείνος κάτω απ'τον πλάτανό του πάλι, δεν μιλούσε.
            "Κρατώ τα γκέμια είπες γέρο σοφέ; Ποιά γκέμια; Όλων εκείνων που έφτιαξαν στρατούς και χύθηκαν να σφάξουν και να κλέψουν στ'όνομά μου; Όλων εκείνων που φτιάξαν λάβαρα με το σταυρό και όποιον έβρισκαν αλλόθρησκο, "άπιστο", μπροστά τους του παίρναν το κεφάλι; Όλων εκείνων που το βράδυ με επικαλούνται σιωπηλά και το πρωί με ξεφτιλίζουνε αδικώντας και πορνεύοντας χυδαία; Ποιά γκέμια Έλληνα φιλόσοφε; Θα προτιμούσα να με σπουδάζουν, όπως είπες, λίγοι κι εκλεκτοί και να είμαι ανάμεσά τους, όπως τότε, στην αρχή, που ήμασταν λίγοι αλλά σωστοί..."
            Έριξε χαμηλά το βλέμμα ο Πυθαγόρας, να πει δεν είχε λέξη. Τούτος ο χείμαρρος που'χε χιμήξει απ'τη θεία ψυχή τον είχε καθηλώσει. Ο Ιησούς ήταν ο πρώτος μεταξύ τους, ο πιο ισχυρός, ο πιο εκλεκτός αλλά και ο τραγικότερος. Τον αγαπούσε ο Σάμιος αλλά και την τύχη του δεν την ζήλευε. Στιγμή δεν είχε ησυχάσει από την στιγμή που'χε επιστρέψει στο 'περιβόλι' ο Ραβί. Όλα όσα γίνονταν αιώνες ανθρώπινους, όλοι αυτοί πόλεμοι, το αίμα που έρεε ποτάμι, η αδικία, ο όλεθρος... Τι να'βρισκε να πει εκείνος που δεν κλήθηκε ποτέ να βαστάξει το φορτίο αυτό στους ώμους του; "Ποιός να σε συμπονέσει, να σε καταλάβει Ναζωραίε", σκέφτηκε αλλά τη σκέψη κράτησε αφανέρωτη.
            "Είναι καιρός τώρα...", ακούστηκε η φωνή του Διδασκάλου και ατελείωτη έμεινε η φράση.
            "Μίλησες Ραβί;"
            "Είναι καιρός λέω τώρα, που το σκέφτομαι..."
            "Τι σκέφτεσαι δάσκαλε;"
            "Να το προτείνω στην Ιεραρχία. Να ξανακατέβω!"
            Πάγωσε το αίμα στις γέρικες φλέβες του φιλόσοφου. 
            "Τι είπες Ιησού; Ήρθαν καλά οι λέξεις ως τ'αυτιά μου ή και ο Παράδεισος με γέρασε πιότερο και ξεκούτιανα;"
            "Καλά άκουσες γέρο. Στο ξαναλέω, το θέλω, το πιστεύω, θα το προτείνω στο Συμβούλιο, θα..."
            "Τι θα προτείνεις Δάσκαλε; Ξεχνάς; Ξεχνάς πως από τότε που ανέβηκες ως εδώ αλλάξαν όλα, ξεχνάς πως το Συμβούλιο ετοιμάζει άλλες αχτίνες και πυρετώδικα δουλεύουν όλοι για να ανοίξουν τον Έσχατο Κύκλο; Αν τολμήσεις να ορθώσεις το ανάστημά σου..."
            "Ναι, θα το ορθώσω γεροφιλόσοφε, όπως τότε έτσι και τώρα! Θυμάσαι τότε; Σίγουρα θυμάσαι, πόσοι το θέλησαν να σταλώ στο κόσμο, πόσοι αντέδρασαν, τι έγινε, θυμάσαι;"
            "Θυμάμαι άρχοντα, θυμάμαι, αλλά..."
            "Δεν έχει αλλά Έλληνα. Περίμενα χρόνια, αιώνες, μακροθυμία δεν το λένε αυτό οι θεολόγοι, να περιμένεις ώσπου να 'γυρίσουν' όλοι, να δίνεις ευκαιρίες, να δίνεις τόπο στην οργή γιατί υπάρχουν πάντα περιθώρια να αλλάξει ο κόσμος, να ποια είν' τα περιθώρια σοφέ, τα ίδια χάλια προτού να έρθω, χειρότερα είναι τώρα, στην εποχή σου σε λοιδόρησαν, σε κορόιδεψαν, σε πήραν για τρελό. Τι έγινε με μένα; Θυμάσαι και κάτι άλλο, φιλόσοφε γεωμέτρη;"
            Δεν μίλαγε πια ο Πυθαγόρας, είχε λουφάξει και τρομαγμένος καρτερούσε τα χειρότερα. Τόση η οργή, η θεία μανία του Σωτήρα, τόση η θύελλα στην άγια, την πανάγια ψυχή του!
            "...'Όταν με αντίκρισε πρώτη φορά ο Ιωάννης στο ποτάμι, θυμάσαι τι μου είπε; Ιδού, ο αμνός του Θεού, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου. Έτσι του είπαν να πει, έτσι είπε και το πίστευε ο Πρόδρομος. Ποιες αμαρτίες λοιπόν πήρα επάνω μου σοφέ και ποιος ο κόσμος που αναμάρτητος πορεύτηκε από τότε; Όχι, στο είπα, αρκετά τεμπέλιασα εδώ πάνω. Θα κατέβω πάλι, σάρκα θα γίνω, αίμα και κόκαλα και ποιος με είδε και δε φοβήθηκε!"
            Αυτά ήταν τα λόγια τα στερνά του Ιησού και με κεφάλι που άχνιζε από ιερό θυμό και με ψυχή που φούσκωνε από αντάρα, γύρισε την πλάτη στον σοφό και αφανίστηκε.
            "Δυνάμεις του Καλού και Άρχοντες του Σύμπαντος, τι πρόκειται να ιδούμε ακόμα!", μονολόγησε ο Πυθαγόρας και έσκυψε το κεφάλι του στις παλάμες του σα να θρηνούσε.
            Πέρασε ώρα, πόση άραγε και πως να την μετρήσεις που στον Παράδεισο ο χρόνος δεν υπάρχει; Και τότε ένιωσε ο Σάμιος γέροντας να τον αγγίζει κάποιο χέρι τρυφερό, όχι αντρικό, γυναικείο ήταν και μια φωνή γεμάτη γλύκα, ωραία φωνή, την ήξερε, την είχε ξανακούσει.
            "Τι έχεις γέροντα και θρηνείς; Για το παιδί μου μήπως;"
            Κείνη ήταν, η λευκοντυμένη Δέσποινα, η μάνα του που έστεκε από πάνω του.
            "Ήρθες Κυρά μου αλλά άργησες. Ο γιος σου...", πήγε να ψελλίσει ο φιλόσοφος αλλά εκείνη αποτελείωσε τα λόγια του.
            "Ξέρω Έλληνα σοφέ, ξέρω. Πάντα του έτσι ήταν, άγριος, ατίθασος, δεν έπαιρνε από λόγια. Μα, δεν ανησυχώ, όχι, τούτη τη φορά δεν σκιρτάει η καρδιά μου από αγωνία"
            Σταράτα, σίγουρα τα λόγια της γυναίκας, ανασήκωσε το γέρικο κεφάλι ο γεωμέτρης, την κοίταξε αναθαρρεμένος.
            "Δεν σκιρτάς είπες; Μα, δεν κατάλαβες καλά, τρέχει στο Συμβούλιο να βάλει βέτο, να κατέβει πάλι, να..."
            "Ήδη είναι κάτω καλέ μου γέροντα, χρόνια τώρα, αμέτρητα, όσο στεναχωριόσουν συ εδώ, κάτω απ'τον πλάτανο, πέρασαν κιόλας αιώνες που κείνος ξανακατέβηκε στη Γη!"
            Γούρλωσε τα μάτια του ο Πυθαγόρας, έσφιξε τα χέρια της Παναγιάς στα δικά του, διψούσε ξαφνικά να πιει νερό απ'το στόμα της, να μάθει!
            "Και τι έγινε αλήθεια, πες μου Δέσποινα, λυπήσουμε με και πες μου"
            Σηκώθηκε η Παναγιά, βγήκε απ'τη σκιά του πλάτανου, μακρύνθηκε λιγάκι κι ύστερα άρχισε να μιλάει και η φωνή της χωνόταν σαν αύρα στα πνευμόνια του γερο σοφού.
            "Τι περίεργο αλήθεια, να μιλώ σε ένα γέροντα σοφό απ'την Ελλάδα, εγώ που γεννήθηκα Ιουδαία κι έμαθα να σας θεωρώ όλους εσάς ειδωλολάτρες και πλανεμένους απ'το δρόμο του Θεού. Ας έχει, έμαθα κι εγώ όσα εκείνος μας δίδαξε όλους και συγχώρα με σοφέ γιατί όσα εσείς μας δώσατε με την ωραία σας γνώση τώρα μονάχα πόσο σπουδαία ήταν βλέπω. Λοιπόν, σου έλεγα πως ο Σωτήρας ξανακατέβηκε στη Γη μα, τούτη τη φορά, πιο έξυπνα, πιο ορθά το έπραξε και δεν τον είδε, ξέρεις, κανένας, ούτε τον άγγιξε κανείς κι ούτε το άγιο του σαρκίο τόλμησε να τρυπήσει με καρφιά..."
            "Μα, τι λες Κυρά, τι έγινε δηλαδή αν δεν τον είδε κανείς;"
            "Είναι γιατί με άλλα σώματα γεννήθηκε, με άλλα μάτια κοίταξε τους ανθρώπους, με άλλα λόγια τους μίλησε και το έργο καλύτερο έγινε και ο σπόρος σε εύφορα χώματα άνθισε κι έγινε λουλούδια απ'ακρη σ'ακρη, όπου οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν!..."
            Άκουγε ο Πυθαγόρας μαγεμένος και να διακόψει δεν τολμούσε την άγια μάνα.
            "...Μπήκε σε σώματα σοφών, όπως εσύ, επιστημόνων που άνοιξαν δρόμους φωτεινούς, δώσαν στους ανθρώπους απαντήσεις για όσα ο Δημιουργός μας έπλασε, βοήθησαν οι αρρώστιες να γιατρεύονται, να γίνονται νόμοι δίκαιοι, να προοδεύει η ανθρωπότητα...κι ύστερα μπήκε σε σώματα άλλων, που υμνούν με την θεία μουσική τους το ωραίο και το ευγενικό, και σε ζωγράφων και ποιητών σώματα μπήκε, να εκλεπτύνονται τα πάθη, να ειρηνεύει ο νους, να ομορφαίνουν όλα, έξω και μέσα στων ανθρώπων τον τραχύ ανάβατο..."
            Φωτίστηκε ο νους του Πυθαγόρα ακούγοντας τούτα τα μεγάλα, τα σπουδαία λόγια της Παναγίας και όσο συλλάμβανε το τέλειο του θεϊκού σχεδίου, τόσο του ερχόταν να αρχίσει να χορεύει, εκείνος, σεβάσμιος γέροντας σα μικρό παιδί που είναι ευτυχισμένο.
            "Πες μου κι άλλα Κυρά, πες μου!", φώναζε και κείνη δεν του χάλασε το χατίρι.
            "...μα και στα σώματα των ερωτευμένων μπήκε, στου καθενός ξεχωριστά και απ'την αγάπη που κείνος δίδαξε έδιωξε την υποκρισία και την ενοχή, και στων δασκάλων τα σώματα μπήκε, για να περάσει στα παιδιά το αληθινά σπουδαίο και του Θεού το θέλημα, και στων αρχόντων τα σώματα μπήκε, να κυβερνούν καλύτερα, να συμπονούν το δράμα των ανθρώπων, να μην πλανώνται πως αθάνατοι είναι..."
            Ούρλιαζε από χαρά ο γερό Πυθαγόρας κι είχε στήσει γλέντι τρελό και χοροπήδαγε σαν ελάφι αλαφιασμένο. Και μεθυσμένος από ηδονή για όσα άκουγε και πάλι ζήταγε απ'τη μάνα του Θεού να του μιλάει και να του λέει ξανά τα ίδια απ'την αρχή και ατέλειωτο το γλέντι να είναι και ανεξάντλητη η ευτυχία και η χαρά που είχε πλημμυρίσει την αθάνατη ψυχή του...

***

heavenly sunrise
Daniel Portal

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

πονώ γιατί δεν έμαθα τίποτα…





Ήταν κοντά του με τον τρόπο εκείνο, με τη στάση εκείνη που απαιτούσε η στιγμή. Η συμπαντιαία στιγμή της τρομακτικής επίγνωσης ότι το να είσαι μόνος είναι μια διάσταση που τα εξακτινώνει όλα στην αρχή τους… στον πυρήνα τους.. στη γέννησή τους. Στο αδιαμόρφωτο είναι τους.

Ήταν σα να είχε μπροστά της το πέπλο του Ανεκδήλωτου. Ριγούσε. Έτρεμε στη σκέψη τι θα συνέβαινε εάν ανασήκωνε τούτο το πέπλο. Πόσο εύθραυστη ήταν η ίδια η στιγμή! Το δικό του βήμα προς την Άβυσσο, η δική της ανάσα που φοβόταν πως θα μπορούσε να τα καταστρέψει όλα…

«Πέθανα τόσες φορές», ανάσανε περισσότερο παρά μίλησε. «Τόσες φορές… και δεν αξιώθηκα ακόμα να ζήσω…»

Ήταν μια ολόκληρη Δημιουργία εκείνη η Στιγμή. Το Μηδέν που τα περιέχει όλα εν δυνάμει. Ποια βούληση και σε ποια κατεύθυνση θα στρέψει τη Δημιουργία όταν εκείνη μοιραία θα επισυμβεί; Ήταν μια στιγμή Απόλυτης Ενσυναίσθησης για εκείνη και το ένιωθε στα κόκκαλα και στους νεφρούς της. Δεν ανάσαινε πια από το στέρνο της. Εισέπνεε το μεγαλείο της Ώρας και το εξέπνεε από τους πόρους του κορμιού της. Με οδύνη. Με ωδίνες.

«Αν μπορούσα να αποδεχθώ ότι φοβάμαι… ανοίγομαι σ’ αυτό το βάραθρο… και δεν ξέρω αν είναι απλά ο επόμενος θάνατος… ή ίσως η μία και μόνη ζωή που αξιωνόμαστε…»

Τα δάχτυλά της σταμάτησαν στην αύρα του σώματος και δεν τόλμησε να την διαπεράσει για να ανταμωθεί με το δέρμα… πονούσε κι αυτό… ένα Τραύμα… το Αρχαίο Ρίγος είναι, τελικά, ένα Τραύμα… τα δάκρυά της ήταν ο δικός του πόνος… απόλυτη ενσυναίσθηση…

«Περπατώ μόνος όλους αυτούς τους αιώνες… δεν είχα βήμα, δεν διδάχθηκα την εναρμόνιση… δεν γονάτισα μπροστά στο Κατώφλι… ασεβής ίσως σκεφτείς… άσμενος περιπατητής… χαρούμενος... και λυπημένος… δεν διδάχθηκα τίποτα… πονώ γιατί δεν έμαθα τίποτα…»

Οι λέξεις διαχύνονταν στην ατμόσφαιρα όπως οι σταγόνες της βροχής από τη θύελλα. Λες κι αναζητούσαν να ταιριάξουν με άλλες λέξεις, να γονιμοποιηθούν, να φτιάξουν νέα στερεώματα…

Άρχισε να βαδίζει αργά… απομακρυνόταν…

Δεν θα τον έχανε από τα μάτια της… ποτέ… κοιτούσε πλέον μέσα απ’τα δικά του…


Der [ angler ]

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Κι έτσι προχωράς...



Θυμάσαι εκείνη την όμορφη εποχή;
Την εποχή της καθαρότητας; Της λιακάδας; Της ευδίας;
Θυμάσαι τον ήλιο της σχέσης μας;
Ήταν λαμπερός, θαλερός, παλλόμενος… σχεδόν θρασύς…
Εγώ θυμάμαι την ομίχλη…
Την ομίχλη που μας σκότωσε… την ομίχλη που μας τα πήρε όλα…
Αυτή θυμάμαι εγώ… και το ότι κάποια στιγμή… άγνωστο πως και γιατί, έπαψα να σε βλέπω…
Έπαψες κι εσύ να βλέπεις εμένα… αυτός που κοίταζες δεν ήμουν εγώ, αυτή που κοίταζα δεν ήσουν εσύ…
Προκειμένου να οικειωθούμε το μεταξύ μας, γίναμε ξένοι στον εαυτό μας…
Αναζητώντας προσκύρωση στο έμπεδο, χάσαμε το ροϊκό…
Ψηλαφώντας τις διαστάσεις του εαυτού, αρνηθήκαμε το εν τω αυτώ…
Δεν μας εκδικήθηκε το αύριο ούτε το χτες…
Μας αφάνισε το τώρα που πρώτοι εμείς περιφρονήσαμε…

Κι έπειτα
Κάποια μέρα
Δεν ξέρω το πώς και το γιατί…
Γεννήθηκε η ομίχλη…
Τα σκέπασε όλα, τα κατάπιε όλα…

Κι όταν την ανασάναμε τόσο ώστε να γίνουμε ένα μ’αυτήν…
Μας εγκατέλειψε…

Και πήρε μαζί της τα πρόσωπα
Τις ιαχές
Τις γεωμετρίες
Τα πιθανώς
Τα επιπλέον
Τα ενδεχομένως…
Ακόμα κι αυτά...

Στην ερημία που άφησε πίσω της
Ο χρόνος γενναιόδωρα
Και πάντα μοχθηρά
Σου προσφέρει την προίκα της επίγνωσης…

Κι έτσι προχωράς…

Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Ψυχονομείο



Ψυχονομείο

από τούτη την απόσταση
όλα μοιάζουν ένα λεβιαθανικό τοπίο
πέτρες θεόρατες
ριζωμένες σε πρόστυχα μωβ σύννεφα
με τις ριπές του χρόνου
να τις αναγκάζουν ν’ανθίσουν
όνειρα αρχαίων όντων…

ο χρόνος θολώνει τ’οπτικό πεδίο
και σαρκάζει το τεράστιο μελανογράφημα
στο σώμα μου
μα δεν είναι
τους φωνάζω
ποτέ δεν ήταν
το δικό μου σώμα!

ως ξενιστής αρκούμαι
να υποδέχομαι τις εποχές
σιωπηλά
μακελεύοντας όλες τις γλυκές στιγμές
που δραπετεύουν απ’το ψυχονομείο του Απείρου

από τούτη την απόσταση
έχω την πολυτέλεια του θρήνου
και την αφέλεια της ελπίδας

κι αρνούμαι πια να στερηθώ
το αρχαίο αυτό βλέμμα
ως ξενιστής το δανείστηκα
απ’το ήπαρ του Αχανούς
σαν δηλητήριο ενέσιμο ιχώρ
και μεταβολισμένο από όσα το άγγιγμα φανέρωσε
θα το παραδώσω καθαρό
στο επόμενο καλοκαίρι
που θα με αγκαλιάσει…



simplement... une petite fleur

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Σαχτούρης - Ὁ Ἐλεγκτὴς



Ὁ Ἐλεγκτὴς

Ἕνας μπαξὲς γεμᾶτος αἷμα εἶν' ὁ οὐρανὸς
καὶ λίγο χιόνι
ἔσφιξα τὰ σκοινιά μου
πρέπει καὶ πάλι νὰ ἐλέγξω
τ' ἀστέρια
ἐγώ
κληρονόμος πουλιῶν
πρέπει
ἔστω καὶ μὲ σπασμένα φτερά
νὰ πετάω.


Μ. Σαχτούρης


Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Η φυσική πορεία του άρτιου ανθρώπου...


Λέει η παράδοση πως ο Λάο Τσου γεννήθηκε γέρος με κάτασπρα μαλλιά, μα όσο προχωρούσε στην ηλικία γινόταν όλο και πιο νέος!
Οι μαθητές του παραξενεύονταν…
Μια μέρα ένας αποφάσισε το λοιπόν να τον ρωτήσει.
«Δάσκαλε», του είπε, «όταν γεννήθηκες είχες κάτασπρα μαλλιά και τώρα, όσο περνάει ο καιρός, τα μαλλιά σου μαυρίζουν. Γιατί;»
«Γιατί αρχίζω και καταλαβαίνω», αποκρίθηκε ο Λάου Τσου και χαμογελούσε πλατιά…

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Ποιά είναι η ορθή στάση μας απέναντι στις αρνητικές σκέψεις μας;



Αναδημοσιεύω από ΨΥΧΟΡΑΜΑ (http://psychorama-mg.blogspot.gr/2018/02/blog-post_97.html)


Ποιά είναι η ορθή στάση μας απέναντι στις αρνητικές σκέψεις μας; 

«Η στάση μας απέναντι στις αρνητικές σκέψεις πρέπει να είναι όμοια με αυτή που πρέπει να έχουμε απέναντι στους καλεσμένους μας. Οι σκέψεις μας είναι οι καλεσμένοι μας και εμείς ένας φιλόξενος οικοδεσπότης".

Οι σκέψεις μας δεν βρίσκονται τυχαία στον ιδιωτικό εσωτερικό μας “χώρο” αλλά έχουν “κάτι” να πουν για εμάς, κάτι να «αποκαλύψουν». Κάτι σχετικά με τις «ιδέες» και τις «πεποιθήσεις» που έχουμε διαμορφώσει για τον εαυτό μας, για τη ζωή και τον κόσμο.
Στην πραγματικότητα θέλουν να μας αποκαλύψουν ακριβώς αυτές τις “αρνητικές ιδέες” ή «αρνητικές πεποιθήσεις» τις οποίες έχουμε υιοθετήσει από το παρελθόν ή τις οποίες μάς έχουν εμφυτεύσει «τρίτοι» χωρίς καν να το γνωρίζουμε οι ίδιοι με αποτέλεσμα η ζωή μας να κυβερνάται ασυνείδητα από αυτές και να υποφέρουμε εξ αιτίας τους ψυχικά και πνευματικά.

Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι οι αρνητικές μας σκέψεις τις οποίες πρέπει με οποιοδήποτε τρόπο και ψυχικό κόστος να τις «ελέγξουμε», να τις «ξεφορτωθούμε» και να τις «αποδιώξουμε» όπως-όπως, αλλά η ορθή μας στάση απέναντι σε αυτές.
Άλλωστε, ο καθένας μπορεί να το διαπιστώσει και στην πράξη βιωματικά, ότι το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι να «απωθήσει» τις αρνητικές του σκέψεις, μπορεί να τις εκδιώξει "με τις κλωτσιές" από την πόρτα αλλά την επόμενη στιγμή θα βρίσκονται πάλι εκεί! Θα έχουν μπει αυτή τη φορά από το παράθυρο και θα είναι ακόμη πιο επίμονες και ισχυρές για να τραβήξουν την προσοχή μας ώστε  να εισακουστούν.
Αν εσύ τώρα γίνεις ακόμη πιο εχθρικός και πιο βίαιος απέναντι τους, μπορείς να τις ξανα-πετάξεις έξω, να ασφαλίσεις πόρτες και παράθυρα και να κλειδαμπαρωθείς για τα καλά μέσα. Το μόνο όμως που θα καταφέρεις έτσι θα είναι να εμποδίσεις κάθε «ακτίνα φωτός» να μπει στον «χώρο» σου και να χάσεις την ευκαιρία να “μάθεις σχετικά με εσένα”.
Εκείνες δεν πρόκειται ποτέ να το βάλουν κάτω. Θα αρχίσουν να πετούν πέτρες στα παράθυρα και στους τοίχους γιατί η αποστολή και το έργο τους είναι ακριβώς να σε «διδάξουν» και να «φωτίσουν» το δρόμο σου, τον δρόμο που περνά μέσα από εσένα...!

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι οι ίδιες οι αρνητικές σκέψεις αφού αποτελούν απλώς «αντανάκλαση» των λανθασμένων ιδεών και αντιλήψεων που έχει κανείς για τον εαυτό του. Το πρόβλημα δεν είναι ο θυμός μου και οι «σκέψεις θυμού» που κάνω αλλά η αγάπη που έχω ανάγκη και δεν παίρνω. Δεν είναι η ζήλια που αισθάνομαι και οι «σκέψεις ζήλιας» που κάνω αλλά η λανθασμένη αντίληψη μου ότι “είμαι κατώτερος από τους άλλους”. Δεν είναι το μίσος που αισθάνομαι και οι «σκέψεις μίσους» που κάνω αλλά ο φόβος μου να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Είναι ολοφάνερο ότι οι αρνητικές μας σκέψεις έχουν να πουν πολλά για εμάς...

Καταλήγοντας… θεωρώ ότι η «πρόκληση» δεν είναι να εκδιώξει κανείς από μέσα του τις «αρνητικές σκέψεις» αναπτύσσοντας  ένα «νευρωτικό είδος αυτοπειθαρχίας», αλλά να συμφιλιωθεί με αυτές προκειμένου να γνωρίσει τα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής του. Διαφορετικά, αυτοδικάζεται στο «σκοτάδι της άγνοιας” και στην κόλαση «των ανελέητων εσωτερικών συγκρούσεων» φράζοντας ο ίδιος τον δρόμο προς την ευτυχία, θυσιάζοντας ό,τι πολυτιμότερο έχει, δηλαδή την ψυχή του!

Προτείνω λοιπόν, ανεπιφύλακτα, να δοκιμάσει κανείς έστω ένα «κοινό και απολαυστικό γεύμα» με τις αρνητικές του σκέψεις ως «καλεσμένους», με την ειλικρινή όμως "διάθεση φιλοξενίας" δίνοντας τους με παρρησία το «λόγο» για όσα έχουν να πουν και να αποκαλύψουν…! Έστω, μία ημέρα μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ψυχωφελής. Αν όχι… δεν πειράζει! Τόσες και τόσες έχουν πάει ήδη χαμένες…

Ας πάψουμε, λοιπόν, επιτέλους να διχάζουμε τον εαυτό μας και την ψυχή μας διαιρώντας τον σε κομμάτια, θετικά και αρνητικά... σε καλό και κακό εαυτό... διότι «έναν εαυτό» έχουμε.... ας τον γνωρίσουμε, λοιπόν, ολοκληρωτικά... και ας τον αγαπήσουμε ολοκληρωτικά... 

Αθήνα, 31 Μαΐου 2012

Μάριος Γκόλιας 

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Rumi - My Soul is from Elsewhere



«Όλη την ημέρα το συλλογίζομαι κι ύστερα, τη νύχτα λέω…
Από πού ήρθα και τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω εδώ πέρα;
Δεν έχω ιδέα
Η ψυχή μου κατάγεται από αλλού, είμαι βέβαιος γι αυτό
Κι εκεί θα επιστρέψω κάποτε.

Τούτη η μέθη αρχίνισε σε κάποια άλλη ταβέρνα
Όταν θα γυρίσω σε κείνο το μέρος
Θα είμαι εντελώς νηφάλιος. Εν τω μεταξύ,
Μοιάζω με πουλί από κάποια άλλη ήπειρο που κάθεται σε τούτο το κλουβί.
Έρχεται η μέρα που θα πετάξω μακριά
Όμως ποιος είναι αυτός μέσα στ’αυτί μου που ακούει τη φωνή μου;
Ποιος λέει τις λέξεις με το στόμα μου;

Ποιος κοιτάζει με τα δικά μου μάτια; Η ψυχή τι είναι;
Δεν μπορώ να μην ρωτάω διαρκώς.
Εάν μπορούσα να γευτώ μια γουλιά απάντησης
Θα δραπέτευα απ’αυτή τη φυλακή για μεθυσμένους.
Δεν ήρθα εδώ από μόνος μου και δεν μπορώ να φύγω έτσι.
Όποιος με έφερε ως εδώ θα πρέπει να με πάει σπίτι.

Τούτη
η ποίηση. Ποτέ μου δεν ξέρω τι πρόκειται να πω.
Δεν το σχεδιάζω.
Όταν είμαι έξω από όλο τούτο, είμαι σιωπηλός πολύ και σπάνια μιλώ.

Έχουμε ένα τεράστιο βαρέλι με κρασί μα κούπες λιγοστές
Δεν μας πειράζει. Κάθε πρωί
Λάμπουμε και όταν βραδιάζει λάμπουμε ξανά»


- Rumi

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Ποιος θα είναι ο κόσμος που έρχεται;



Αυτοί που τον έχουν ήδη ετοιμάσει χαμογελούν σαδιστικά από μακριά και κάνουν νεύματα και χειρονομίες άσεμνες και ξερνούν χυδαιότητα και κυνισμό.
Ο κόσμος που θα έρθει θα είναι ένα ντελίριο κυνισμού. Σε κάθε τι, ως και την ελάχιστη λεπτομέρεια, την πιο κρυφή, την πιο αθέατη.
Αυτοί που απεργάζονται την αποκτήνωση, την αποθηρίωση των ανθρώπων, το προσκύνημα, την υποδούλωση, την αφαίμαξη, την απόλυτη κένωση…
είναι ήδη εδώ…
Πάντοτε ήταν… ποτέ δεν έφυγαν… μονάχα που σε κάποιες εποχές ανάσας κρύβονταν, λούφαζαν σε τρύπες, οργάνωναν την επιστροφή τους…
τη δυναμική, κυριαρχική, εκδικητική επιστροφή τους…
Κι όλοι εμείς τους βλέπαμε, τους νιώθαμε, τους ξέραμε αλλά δεν κάναμε το παραμικρό για να τους αντιμετωπίσουμε… γιατί με μια έννοια τους περιείχαμε, τους νταντεύαμε σαν παιδιά μας, τους κανακεύαμε με παραμύθια… τους ποτίζαμε με ιχώρ και γάλα της ψυχής μας…
Ήμασταν οι ξενιστές της ίδιας μας της φρίκης…
Και τώρα οι ρόλοι άλλαξαν ξανά…
Και η εποχή του Οφιόμορφου ανθρώπου ανατέλλει…
Κι εμείς έκπληκτοι, αδρανείς και αθωράκιστοι…
Ως την αυγή ενός άλλου ήλιου… αυτή τη φορά όχι με δάνειο φως… αλλά δικό μας!

Ίσως… 



Foto: http://albertoparada.electrofolio.com/en/c42/The-dawn-of-man#/gallery.4.People

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Ελευθερία και απελευθέρωση...



Αν το αίτημα της ελευθερίας δεν ήταν τόσο δυσδιάκριτο από ένα άλλο, όμορο αλλά σχεδόν κατοπτρικό, αυτό της απ-ελευθέρωσης, ίσως να μην υπήρχε καν αιτία και λόγος ύπαρξης φιλοσοφικών ερωτημάτων… γιατί ακόμη κι ο θάνατος που η μελέτη του, ως γνωστόν κατά τον Πλάτωνα, είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας, δεν έχει προβολικά σημεία, δεν έχει δηλαδή υπαρκτικές ορίζουσες που να είναι αντιληπτές από τον άνθρωπο, αν δεν τίθενται σε συνάφεια και συνοχή και… συνενοχή με το αίτημα της ελευθερίας… κι έτσι, με συνέπεια και ακολουθία, το ανθρώπινο ον, συγχέοντας την ελευθερία με την απελευθέρωση, στέκεται αλαζονικά και με έπαρση όρθιο και κοιτάζει τα άστρα… ενώ θα έπρεπε να κοιτάζει τα ένδον άστρα, τους ένδον γαλαξίες, τους ένδον κόσμους… ας πούμε ότι απελεύθερος είναι εκείνος που ρουφάει άπληστα το οξυγόνο της ζωής και παλεύει να την παρατείνει έστω κι ένα λεπτό όχι για να της δώσει ένα περιεχόμενο αλλά, απλώς για να ζήσει… πόσο απλό είναι αυτό το ‘απλώς’ είναι ένα άλλο ζήτημα… τουναντίον, ο ελεύθερος άνθρωπος δεν έχει καν την ανάγκη να ζήσει ή να μην ζήσει οτιδήποτε, να πράξει ή να μην πράξει, να σκεφτεί ή να αδρανήσει, να ομοιάσει με ένα ανώτερο Ον ή να παραμείνει σκυφτός και αθέατος στον ενικό του χώρο…

Με μια ανάστροφη πορεία, το οντολογικό ‘θέαμα’ δεν έχει καμιά άλλη προϋπόθεση παρά την ίδια τη βουλητική του ορμή… είναι αξιοθαύμαστο το πώς η ίδια η δίψα για ελευθερία οδηγεί στο έγκλημα κι εκεί ταυτίζεται με την πρώτη πράξη του δράματος που είναι η δράση της απελευθέρωσης… τα ζητήματα αυτά δεν είναι τόσο απλά, θα πει κάποιος… κι όμως, ενίοτε τίθενται και στον πιο ‘απλό’ νου… το ότι τα εγκαταλείπει γρήγορα λόγω περιπλοκότητος δεν σημαίνει ότι δεν ηγέρθησαν…

Κι ενώ η απελευθέρωση μοιάζει με την σκεπτόμενη δραστηριότητα, η ελευθερία είναι η καθαρή δράση… άλλο ένα χτυπητό παράδειγμα διαχωρισμού του βήματος του πλαδαρού και αναιμικού όντος που λέγεται ‘άνθρωπος’ και του σφριγηλού εκείνου αρχετύπου του, του πολεμιστή… γιατί ο πολεμιστής – που πρέπει να είναι πάντα ‘άψογος’ καθώς λέει και ο Δον Χουάν στον Καστανέντα – περιφρονεί κάθε κίνηση προς και απολαμβάνει την ίδια την κίνηση… δεν έχει να σκεφτεί τίποτα, δεν ρυπαίνει το είναι του με τα τοξικά απόβλητα του νου – τη σκέψη δηλαδή. Ο πολεμιστής είναι ελεύθερος ακόμη και στη φυλακή ή στο καλύβι του… ο καθημερινός άνθρωπος είναι σκλάβος ακόμη και στον ευρύτερο ωκεανό…

Και αν αποφασίσεις να αποδεσμευτείς από την βουλητική ορμή και να την τιθασέψεις, τι συμβαίνει; Ίσως αναρωτηθεί κάποιος… το ίδιο το ερώτημα όπως και τόσα άλλα ερωτήματα, αποτελέσματα νοητικών… κενώσεων, δεν έχουν καμία σημασία. Ο νους ρωτάει, ο νους απαντάει… Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει… ακόμα κι όταν έχει αποφασίσει ότι έπαυσαν οι ερωτήσεις και έχει δώσει επαρκείς 'απαντήσεις' και πάλι δικό του έργο είναι. Το σκηνοθέτησε, το επένδυσε μουσικά, πρωταγωνιστεί ο ίδιος – σε πολλές μορφές και όψεις – του δίνει την αρχή που θέλει και επίσης συνήθως ένα happy end που τον βολεύει… 

Η ελευθερία, αδελφή και ομογάλακτη του Αχανούς, δεν ζητάει, δεν απαιτεί, δεν θωπεύει, δεν συγχωρεί… και το πιο τρομακτικό, αδύνατον να το αφομοιώσει ο άνθρωπος... δεν ενδιαφέρεται...οι δονήσεις της είναι τόσο καθαρές που δεν τις μολύνει ποτέ ο ρόγχος του νου…

Όμως περιμένει… τους ημίτρελους, τους ήρωες, τους μύστες και τους ποιητές…

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Thank You for Your Service (2017)

Thank You for Your Service (2017)



Το φίδι τρώει την ουρά του. Αυτός είναι ο νόμος. Τον δίδαξαν οι παλαιοί διδάσκαλοι, τον κληροδότησαν οι παλαιοί αδελφοί. Δεν έγινε ποτέ ούτε θα γίνει διαφορετικά. Όπου κι αν πας θα ανταμώσεις τον εαυτό σου. Όπως κι αν λέγεται, όποιος κι αν είναι. Νέος ή γέρος, αρτιμελής ή όχι, υγιής ή πάσχων. Η κλίμακα που ανεβαίνεις σε όλη σου τη ζωή θα σε οδηγήσει τελικά σε σένα. Αυτός που βλέπεις στην κορυφή της κλίμακας δεν είναι κάποιος άλλος. Είσαι εσύ… μονάχα αλλιώς. Έτσι γινόταν, έτσι πάντοτε θα γίνεται. Χαμογελάς και κλαις, σου λείπουν οι κλεμμένες σου ημέρες, έχεις εφιάλτες από ένα δάνειο παρελθόν, φωνάζεις, κραυγάζεις… εσύ… μονάχα εσύ μπορείς να ακούσεις τη φωνή σου…
Το φίδι τρώει την ουρά του. Η ζωή που κάποτε ξεκίνησε μαζί σου θα τερματιστεί όταν καταναλωθούν όλα και γίνουν σύμβολο. Αυτή είναι η πορεία, το πέρας, ο σκοπός… το πιστεύεις ή όχι, το δέχεσαι ή όχι… αδιάφορο… όλα τείνουν να γίνουν σύμβολα…
Κάποια μέρα θα γίνεις κι εσύ σύμβολο του εαυτού σου… θα έχεις ‘θεραπευθεί’; Όχι βέβαια… Θα έχεις ελευθερωθεί; Άτοπο… Θα έχεις πεθάνει; Άγνωστο…
Τα σύμβολα ποτέ δεν ανακαλύπτονται… Αποκαλύπτονται… Και πάλι, και πάντα παραμένουν μυστικά, απρόσβλητα, αμιγή και ανόθευτα…

Κάπως σαν κι εσένα όταν… γεννιόσουν…

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

χειμωνιάτικες ημέρες




στις γιορτές ήταν πιο δύσκολο

και στις λιακάδες του Γενάρη
τις μέρες που ο ήλιος είναι έφηβος
θρασύς
και σου γελάει κατάμουτρα

τίποτα δεν μπορούσε
να σε κρύψει
από τίποτα

όπου κι αν γυρνούσα
ανάμεσα στους περαστικούς
πίσω απ'τα βιαστικά αυτοκίνητα
σε απόμερες γωνιές της πόλης
στις καφετέριες
εκεί που οι άνθρωποι
κάθονται σε συντροφιές
και αρνούνται
έστω για λίγο
και χλευάζουν
το αμετάκλητο του τέλους...

όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα
στα χαμόγελα των φοιτητών
που θορυβούσαν κατεβαίνοντας το δρόμο
στα δέντρα που είχαν σκιές μεγάλες
και είχαν δροσιά
και είχαν ζωή και ομορφιά
ανυπόφορη...

όπου κι αν πήγαινα
όπου κι αν καθόμουν να ξεκουραστώ

μου μιλούσες

μου γελούσες

τις χειμωνιάτικες ημέρες

ήταν πιο εύκολο

μπορούσα να προσποιηθώ πως έχεις μείνει πια
ολότελα κρυμμένη
στα καλοκαίρια

κι ευχόμουν ξέρεις
να μην έρθουν πάλι
όχι οι μεγάλες και ανελέητες νύχτες

μα οι φωτεινές εκείνες μέρες
που είναι σαν αγκαλιές
με τους λαμπρούς ορίζοντες
με τις ραντισμένες όλο ελπίδα καλημέρες

και τους έρωτες σαν δρόσινα στεφάνια
να προστατεύουν

όλες τις ευλογημένες ψευδαισθήσεις...



Humans