Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Oι Καθρέφτες στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες




από http://www.λέσχη.gr/forum/content.php


Είναι γνωστό πως οι καθρέφτες, οι λαβύρινθοι κι οι τίγρεις στοιχειώνουν τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges) κι έτσι τα συναντάμε πολύ συχνά στα κείμενά του. Ο καθρέφτης είναι για τον Μπόρχες αντικείμενο σπουδαίο και μαγικό και στο διήγημα "Ο Καθρέφτης κι η Μάσκα" (El Espejo y la Máscara) ο βασιλιάς ανταμείβει τον βάρδο για το καταπληκτικό του έργο με έναν καθρέφτη. Είναι επίσης ιερός έτσι που να μπορεί να βρεθεί μέσα σ’ έναν όρκο:
Εκείνες τις νύχτες ορκίστηκα στον θεό που βλέπει με δύο πρόσωπα και σ’ όλους τους θεούς τού πυρετού και των καθρεφτών να πλέξω έναν λαβύρινθο γύρω από άνθρωπο που φυλάκισε τον αδερφό μου.
Ο Θάνατος κι η Πυξίδα (La Muerte y la Brújula)
α) ο Φόβος για τον Καθρέφτη

Οι καθρέφτες λοιπόν απασχολούν τον αγαπημένο συγγραφέα και τον φοβίζουν, πράγμα που το ομολογεί άλλωστε κι ο ίδιος στο ποίημά του "Οι καθρέφτες" (Los Espejos):






Σήμερα, ύστερα από τόσα αμήχανα έτη
Που κάτω απ’ το φεγγάρι περιπλανιέμαι
Ποια τύχη και ποια μοίρα, αναρωτιέμαι
Μ’ έκανε τάχα να φοβάμαι τον καθρέφτη*

*(αυτή όπως και όλες οι άλλες μεταφράσεις στο παρόν κείμενο είναι δικές μου απευθείας από το πρωτότυπο κι ευχαριστώ που τις υπομένετε)

Γιατί μπορεί όμως τάχα κάποιος να φοβάται έναν καθρέφτη; Πιστεύω πως πρόκειται για τον τρόμο που νοιώθει μια ανεπτυγμένη αντίληψη όταν έρχεται αντιμέτωπη με το άπειρο και την απάνθρωπη πρόκληση να το κατανοήσει. Όμοια με όταν, για παράδειγμα, καλούμαστε να χωρέσουμε στο πεπερασμένο μυαλό μας πως το σύμπαν είναι άπειρο και δεν τελειώνει πουθενά. Θυμάμαι πως στο μπάνιο, στο σπίτι που μεγάλωσα, είχαμε πάνω από το νεροχύτη ένα ντουλαπάκι που τα τρία φύλλα του ήταν καθρέφτες και που όταν άνοιγες τα ακριανά οι καθρέφτες αυτοί έρχονταν αντιμέτωποι και κοιτούσα εντυπωσιασμένος το παιδικό μου είδωλο μέσα σ’ αυτούς να πολλαπλασιάζεται επ' άπειρον. 







...πολλαπλασιάστηκε επ’ άπειρον σε αντικριστούς καθρέφτες...
Ο Θάνατος κι η Πυξίδα (La Muerte y la Brújula)

Όμως καλύτερα για να δούμε πώς εξηγεί την φοβία του ο ίδιο ο Μπόρχες στο διήγημα "Οι Σκεπασμένοι Καθρέφτες" (Los Espejos Velados) :





Από παιδί γνώρισα αυτόν τον τρόμο τού διπλασιασμού ή τού φασματικού πολλαπλασιασμού τής πραγματικότητας, όμως μπροστά στους μεγάλους καθρέφτες. Η αλάθητη και συνεχής λειτουργία τους, η παρακολούθηση των πράξεών μου από αυτούς, η κοσμική παντομίμα τους, απ’ την στιγμή που βράδιαζε γίνονταν υπερφυσικές. Μια από τις επίμονες παρακλήσεις μου στον Θεό και στον φύλακα άγγελό μου ήταν να μην ονειρευτώ καθρέφτες. Εγώ ξέρω πως τους παρακολουθούσα μ’ ανησυχία. Υπήρξαν φορές που φοβήθηκα πως θ’ άρχιζαν ν’ αποκλίνουν απ’ την πραγματικότητα. Κι άλλες, πως θα ‘βλεπα δύσμορφο μέσα σ’ αυτούς, σαν από κάποια παράξενη αντιξοότητα, το πρόσωπό μου. Έμαθα πως αυτός ο φόβος γύρισε, σαν από θαύμα, πίσω στον κόσμο.

Κι έπειτα, στο τέλος τής συγκεκριμένης μικρής εξιστόρησης μαθαίνουμε πως οι καθρέφτες ώθησαν την φίλη τού Μπόρχες στην παράνοια.

β) Η Σύγχυση

Έτσι οι καθρέφτες είναι υπερφυσικοί και αποτελούν γενικότερα σημείο σύγχυσης. Αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε σχεδόν σε κάθε απλή αναφορά σε καθρέφτη μέσα στα διάφορα διηγήματα όπου οι καθρέφτες δίνουν μια ψευδή αίσθηση, αναστατώνουν, κρύβουν, εξαπατούν, μπερδεύουν, εκπλήσσουν:





Το σπίτι δεν είναι τόσο μεγάλο, σκέφτηκε. Το μεγαλώνουν το μισοσκόταδο, η συμμετρία, οι καθρέφτες, τα πολλά χρόνια, η δική μου άγνοια, η μοναξιά.
Ο Θάνατος κι η Πυξίδα (La Muerte y la Brújula)


Ο καθρέφτης αναστάτωνε το βάθος ενός διαδρόμου ενός εξοχικού στην οδό Γαόνα...
Tlön, Uqbar, Orbis Tertius


Ξανάρχισαν το ψάξιμο και ανακάλυψαν ένα στενό παράθυρο συγκαλυμμένο πίσω από έναν χάλκινο καθρέφτη.
Ο Αγενής Τελετάρχης Κοτσουκέ Νο Σουκέ (El Incivil Maestro de Ceremonias Kotsuké no Suké)


...το απατηλό βάθος των καθρεφτών...
Tlön, Uqbar, Orbis Tertius


Το ίδιο του το πρόσωπο στον καθρέφτη, τα ίδια του τα χέρια, τον εξέπλητταν κάθε φορά.
Φούνες ο Μνήμων (Funes el Memorioso)


...κατηφόριζαν προς έναν παράδεισο ή κήπο του οποίου οι μεταλλικοί καθρέφτες κι οι μπερδεμένοι φράχτες από κυπαρίσσια προδιέγραφαν ήδη τον λαβύρινθο.
Η Παραβολή τού Παλατιού (Parábola del Palacio)


Στο χολ υπάρχει ένας καθρέφτης, που διπλασιάζει πιστά τις όψεις. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να συμπεραίνουν από αυτόν τον καθρέφτη πως η Βιβλιοθήκη δεν είναι άπειρη (εάν πραγματικά ήταν προς τί αυτός ο απατηλός διπλασιασμός; )
Η Βιβλιοθήκη τής Βαβέλ (La Biblioteca de Babel)

γ) Ο Πολλαπλασιασμός τής Ανθρώπινης Οδύνης

Πιστεύω πως ο Μπόρχες θεωρούσε πως ο άνθρωπος είναι οδύνη και ματαιότητα πράγμα που το βλέπουμε και στην "Ουτοπία ενός Κουρασμένου Ανθρώπου" (Utopía de un Hombre que Está Cansado) όπου ο μελλοντικός άνθρωπος ομολογεί πως όλη η ανθρωπότητα έχει στα σχέδιά της μια μαζική αυτοκτονία. Έτσι δεν είναι παράξενο που στο διήγημα "Tlön, Uqbar, Orbis Tertius" διαβάζουμε το εξής:







Από το μακρινό βάθος τού διαδρόμου ο καθρέφτης μάς παρακολουθούσε. Ανακαλύψαμε (μέσ’ στην προχωρημένη νύχτα αυτή η ανακάλυψη είναι αναπόφευκτη) πως οι καθρέφτες έχουν κάτι το τερατώδες. Τότε ο Μπιόι Κασάρες θυμήθηκε πως ένας αιρεσιάρχης τής Ούκμπαρ είχε δηλώσει πως οι καθρέφτες κι η συνουσία είναι απεχθείς διότι πολλαπλασιάζουν τον αριθμό των ανθρώπων. Τον ρώτησα ποια ήταν η πηγή αυτής τής αξιομνημόνευτης φράσης και μου απάντησε πως την συνάντησε στην The Anglo-American Cyclopaedia, στο λήμμα Ούκμπαρ.

Δεν ξέρω κατά πόσο η απίθανη αυτή δοξασία, που εδώ πιο πάνω αποδίδεται στον φανταστικό αιρεσιάρχη, έχει την ρίζα της στο Ισλάμ αφού την ξανασυναντούμε στο διήγημα "Ο Προσωπιδοφόρος Βαφέας Χάκιμ από το Μερβ" (El Tintorero Enmascarado Hákim de Merv):







Η γη όπου κατοικούμε είναι ένα σφάλμα, μια μισερή παρωδία. Οι καθρέφτες κι η πατρότητα είναι απεχθείς διότι πολλαπλασιάζουν κι επιβεβαιώνουν.

δ) Το Σημείο τού Μαγικού Συγκερασμού

Εδώ μπορεί να γίνει μια υπέρβαση κι αν ο καθρέφτης παραλληλίζεται με την πατρότητα τότε, μαζί με τον άχρονό του χαρακτήρα (για παράδειγμα, η εικόνα ενός πίνακα γερνάει καθώς τα χρόνια περνούν, η εικόνα όμως ενός καθρέφτη που μεταβάλλεται συνεχώς, όχι) μπορεί να συγκεράσει σε έναν αντικατοπτρισμό όλη την γενεαλογική συνέχεια:





Στην πέμπτη συνάντησαν έναν καθρέφτη κυκλικού σχήματος, έργο τού Σολόμωντα, γυιου τού Δαβίδ –συγχωρεμένοι ας είναι κι οι δυο τους!-- ο οποίος είχε μεγάλη αξία καθότι ήταν φτιαγμένος από διάφορα μέταλλα και όποιος κοίταζε στο τζάμι του έβλεπε τα πρόσωπα των προγόνων και τον απογόνων του από τον πρώτο Αδάμ μέχρι αυτούς που θα ακούσουν την Σάλπιγγα.
"Η Αίθουσα των Αγαλμάτων" (La cámara de las Estatuas)

Αυτό ο Μπόρχες το πάει ακόμα πιο πέρα στο διήγημα "Ο Καθρέφτης από Μελάνη" (El Espejo de Tinta) όπου εκεί βλέπουμε μια σταξιά από μελάνη μέσ’ στην παλάμη να λειτουργεί σαν καθρέφτης μέσα στον οποίο κάποιος έχει την δυνατότητα να δει όλα τα πράγματα που υπάρχουν στον κόσμο. Πιστεύω πως ίσως αυτή να είναι η αρχική σύλληψη που οδήγησε τον Μπόρχες αργότερα να γράψει "το Άλεφ" (El Aleph, ένα απόσπασμα μπορείς να βρεις κι >> εδώ <<<), το μαγικό σημείο όπου συνυπάρχουν όλα τα χωροχρονικά σημεία τού σύμπαντος. Την πιο φιλοσοφική εκδοχή πάντως αυτής τής άχρονης αφαίρεσης την συναντάμε αναφορικά με τον θεό:





Πιθανόν, ένα χαρακτηριστικό τού σταυρωμένου προσώπου να ενεδρεύει σε κάθε καθρέφτη· πιθανόν το πρόσωπο πέθανε, σβήστηκε, για να είμαστε ο Θεός όλοι μας.
Παράδεισος ΧΧΧΙ, 108 (Paradiso, XXXI, 108)

Κι ας μην πιστέψει κανείς πως υπήρξα εξαντλητικός ως προς τις Μπορχεσικές αναφορές σε καθρέφτες.

ε) Η Απάντηση

Την απάντηση λοιπόν στην αρχική ερώτηση τού Μπόρχες, γιατί τάχα φοβάται τους καθρέφτες, την δίνει ο ίδιος στο ίδιο εκείνο ποίημα:





Ο θεός έφτιαξε τις νύχτες που γεμίζουν
Όνειρα, σχήματα στου κάτροπτου τα βάθη
Πως είναι είδωλο, ο άνθρωπος να μάθει,
και ματαιότητα. Γι’ αυτό και μας φοβίζουν

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010


Άλυσος

Το σώμα του μυαλού μου
Ο νους του σώματος…
Μια αλυσίδα έδεσες από την νότια σκέψη
Ως τη βορινή απουσία
και ο κάθε κρίκος
ωκεάνιος στεναγμός…

το βλέμμα του νου μου
η νόηση των ματιών μου…

έχω ακόμη ένα στάχυ
από την αρπαγή της Κόρης
έμεινε δυο χιλιετηρίδες ακέραιο
να σε περιμένει
έχω ακόμη ένα σταμνί
ολόδροσο νερό των καθαρμών
κι ένα λευκό σεντόνι
στα σεπτά μυστήρια αν ποτέ αξιωθώ
μύστης να εισέλθω
στην άλυσο των αδελφών
ο έσχατος εγώ…

ο ήχος του αλλόκοτου
το στερέωμα των φθόγγων…
Εκάς οι βέβηλοι!
κι όλοι οι αγαπημένοι
Μακριά!

Αν πρόκειται ακέραιος να σβήσω
Αν πρόκειται ν’αναλωθώ
Έχω ένα σώμα να αφανίσω
Και μια ψυχή που φλέγεται
Από δροσιά!
Ένα μεγάλο θάνατο
Έχω να ζήσω
Και το χαμόγελό σας
Με αποσπά…

Ιουλ 2009

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010





Γυμνὸ σῶμα


Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.
Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.
Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.
Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.
Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.
Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.
Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.
Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.
Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.
Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;
Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.
Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;
Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.
Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.
Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.
Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;
Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010


ΕΝΑΣ


Ψάχνω τη δική μου φωνή
και ψάχνοντας τη χάνω
ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες
που ακούω απ'την αρχή της ανθρωπότητας
να ξεπηδούν μέσα μου
κι έχω τόση ανάγκη
απ'τη δική μου φωνή!

Είμαι ένα ασθενικό κερί
σ'ένα πελώριο σκοτεινό δωμάτιο
και πρέπει να το φωτίσω ολόκληρο!
Περιοχές από βαθύ σκοτάδι
αρχέγονες, τρύπες θεόρατες
πηχτής άγνοιας χάσκουν
γωνιές με λερωμένα χτες
που με στοιχειώνουν
κι έχω τόση ανάγκη από χιλιάδες κεριά
να διαλύσω τούτα τα πέπλα!

Είμαι πολλοί
και λαχταρώ να γίνω ένας
Είμαι κομμάτια
που ποθούν την ένωσή τους
Είμαι χιλιάδες
και διψάω να χτίσω τον εαυτό μου
Μέσα από πόσους διαδρόμους
θα αναζητώ λωρίδες της ψυχής μου;

13/3/00

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010






A Dream Within A Dream



Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.



I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?
 

Edgar Allan Poe


ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ Σ' ΟΝΕΙΡΟ

Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπο σου πάρε
και άφησε με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω
Αλήθεια λες σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.
Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς
μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφού η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογιαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι
και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.
Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο?

 (μετάφραση ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ)

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010



Η προσευχή ενός ειδωλολάτρη

Α, μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!
Πάλι την κρύα μου ζέστανε ψυχή,
εσύ, Ηδονή, που τις καρδιές παιδεύεις!
ω Diva, supplicem exaudi!

Θεά που’σαι στ’αγέρι σκορπισμένη,
φλόγα στο σπήλαιό μας το κρυφό,
άκουσε μια ψυχή αποκαμωμένη,
που ύμνο σού προσφέρει από χαλκό.

Γίνου Ηδονή, μόνη βασίλισσά μου!
Σειρήνας μάσκα φόρεσε, Θεά μου,
με τη σαρκοβελούδινη ομορφιά,

ή χύσε τις βαρύπνιες σου σ’εμένα,
μες στ’άυλα κρασιά, τα μαγεμένα,
ω Ηδονή, άπιαστη εσύ σκιά!!!

Charles Baudelaire [Les Fleurs du Mal, 1861]
Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010



Welcome my son, welcome to the machine. 
Where have you been? 
It's alright we know where you've been. 
You've been in the pipeline, filling in time, 
Provided with toys and 'Scouting for Boys'. 
You brought a guitar to punish your ma, 
And you didn't like school, and you 
know you're nobody's fool, 
So welcome to the machine. 

Welcome my son, welcome to the machine. 
What did you dream? 
It's alright we told you what to dream. 
You dreamed of a big star, 
He played a mean gituar, 
He always ate in the Steak Bar. 
He loved to drive in his Jaguar. 
So welcome to the Machine.

Pink Floyd (Welcome to the Machine)

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010


«….— Άκουσα τη διήγηση ενός ανθρώπου που έκανε στη φυλακή κάπου δώδεκα χρόνια. Ήταν ένας απ' τους άρρωστους του καθηγητή μου κι έκανε θεραπεία. Τον έπιαναν κρίσεις, ώρες ‐ ώρες ήταν ανήσυχος, έκλαιγε, και μια φορά μάλιστα δοκίμασε ν' αυτοκτονήσει. Η ζωή του στη φυλακή ήταν πολύ θλιβερή, σας βεβαιώ, δε θα μπορούσες όμως με κανέναν τρόπο να την πεις ζωή της πεντάρας. Όλες κι όλες οι γνωριμίες του εκεί ήταν μια αράχνη κι ένα δεντράκι που μεγάλωσε κάτω απ' το παράθυρό του... ωστόσο, καλύτερα λέω να σας διηγηθώ για μια άλλη μου συνάντηση που είχα πέρσι μ' έναν άνθρωπο. Υπήρχε κάτι παράξενο σ' όλ' αυτά, ιδιαίτερα παράξενο γιατί σπάνια τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος αυτός έφτασε μια φορά ίσαμε τον τόπο των εκτελέσεων και του είχαν διαβάσει κιόλας την απόφαση του τουφεκισμού του για κάποιο πολιτικό έγκλημα. Κάπου είκοσι λεπτά αργότερα του διάβασαν και την απόφαση απονομής χάριτος και του ορίστηκε μια άλλη ποινή, ωστόσο όμως αυτός, στο διάστημα εκείνο, ανάμεσα στις δύο αποφάσεις, μέσα στα είκοσι κείνα λεπτά, ή τουλάχιστο στα δέκα πέντε, έζησε με την απόλυτη βεβαιότητα πως από στιγμή σε στιγμή θα πεθάνει. Τον άκουγα με τρομερή περιέργεια όταν καμιά φορά αναθυμόταν τις τοτινές του εντυπώσεις κι αρκετές φορές άρχιζα πρώτος εγώ και του 'κανα ερωτήσεις. Τα θυμόταν όλα πεντακάθαρα κι έλεγε πως ποτέ του δε θα ξεχάσει τίποτα από κείνες τις στιγμές. Κάπου είκοσι βήματα πιο δω απ' τον τόπο της εκτέλεσης —όπου στέκονταν κόσμος και στρατιώτες είχαν μπήξει στο χώμα τρεις πασσάλους γιατί οι κατάδικοι ήταν αρκετοί∙ τους τρεις πρώτους τους πήγαν στους πασσάλους, τους έδεσαν, τους φόρεσαν το ρούχο των μελλοθανάτων (άσπρες μακριές μπλούζες) και στα μάτια τους τους κατέβασαν άσπρες κουκούλες για να μη βλέπουν τα ντουφέκια. Ύστερα, απέναντι σε κάθε πάσσαλο παρατάχτηκε το εκτελεστικό απόσπασμα —αρκετοί στρατιώτες. Ο γνωστός μου στεκόταν όγδοος στη σειρά, έπρεπε λοιπόν να πάει στους πασσάλους με την τρίτη τριάδα. Ο ιερέας πέρασε μπροστά απ' όλους τους με το σταυρό. Όλα έδειχναν πως είχε να ζήσει κάπου πέντε λεπτά, όχι περισσότερο. Μου 'λεγε πως εκείνα τα πέντε λεπτά του φαίνονταν μια ατέλειωτη διορία, ένας τεράστιος θησαυρός∙ του φαινόταν πως μέσα σε κείνα τα πέντε λεπτά θα ζήσει τόσες ζωές, που προς το παρόν δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκέφτεται την τελευταία στιγμή, τόσο μάλιστα που πήρε ορισμένες αποφάσεις: υπολόγισε το χρόνο για ν' αποχαιρετήσει τους συντρόφους του, ξεχώρισε γι' αυτό δύο λεπτά πάνω ‐ κάτω, άλλα δύο λεπτά τα ξεχώρισε να σκεφτεί για τελευταία φορά για τον εαυτό του, κι ό,τι απόμενε, είπε να κοιτάξει για στερνή φορά γύρω του. Είχε πλήρη συνείδηση πως πήρε αυτές ακριβώς τις τρεις αποφάσεις και τα 'χε έτσι ακριβώς υπολογίσει όλα. Πέθαινε είκοσι εφτά χρονώ, γερός και δυνατός∙ αποχαιρετώντας τους συντρόφους του, θυμόταν πως σ' έναν απ' αυτούς είχε κάνει μια αρκετά άσχετη ερώτηση κι ενδιαφέρθηκε μάλιστα πολύ ν' ακούσει την απάντηση. Ύστερα, όταν αποχαιρέτησε τους συντρόφους του, ήρθε η σειρά για κείνα τα δυο λεπτά που τα 'χε υπολογίσει γ ι α  ν α σ κ ε φ τ ε ί  γ ι α  τ ο ν  ε α υ τ ό  τ ο υ ∙ ήξερε απ' τα πριν τι θα σκεφτόταν: λαχταρούσε όλη την ώρα να φανταστεί όσο μπορούσε πιο γρήγορα και πιο ζωηρά τούτο δω: πώς γίνεται αλήθεια κι είναι τώρα ζωντανός και σε τρία λεπτά θα 'ναι κιόλας κάτι, κάποιος ή κάτι, —μα ποιος; Πού; Αυτά λογάριαζε να τα ξεδιαλύνει μέσα σε κείνα τα δυο λεπτά! Λίγο μακρύτερα ήταν μια εκκλησία, κι η κορφή της μητρόπολης με τον επίχρυσο τρούλο λαμποκοπούσε μες στον ήλιο. Θυμόταν πως κοίταξε με τρομερή επιμονή κείνη τη στέγη και τις αχτίδες που αντανακλούσε το χρυσάφι της∙ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τη ματιά του απ' τις αχτίδες: του φαινόταν πως οι αχτίδες εκείνες ήταν η καινούργια του φύση, πως σε τρία λεπτά θα γίνει κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί τους... το άγνωστο κι η αποστροφή γι' αυτό το καινούργιο που θα γίνει και θα 'ρθει τώρ' αμέσως, ήταν κάτι το τρομερό∙ έλεγε ωστόσο πως εκείνη τη στιγμή δεν του βάραινε τίποτα τόσο την καρδιά όσο η αδιάκοπη σκέψη: «Τι θα γινόταν, αν δεν πέθαινα! Τι θα γινόταν, αν ξανακέρδιζα τη ζωή —τι αιωνιότητα! Κι όλ' αυτά θα 'ταν δικά μου! Τότε την κάθε στιγμή θα την είχα μεταβάλλει σε αιώνα, τίποτα δε θα 'χανα, την κάθε στιγμή θα την υπολόγιζα και θα τη λογάριαζα, τίποτα πια δε θα ξόδευα άσκοπα!» Έλεγε πως τελικά, η σκέψη κείνη μεταμορφώθηκε μέσα του σ' ένα τέτοιο μίσος που άρχισε να λαχταράει να τον ντουφεκίσουν μια ώρα αρχύτερα…»

F y o d o r  D o s t o y e v s k y  O  η λ ί θ ι ο ς’

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010




… Ποτέ δεν κοίταξες μέσα σου στον εαυτό σου να δεις ποιος είσαι. Δεν γνωρίζεις καν τον τρόπο να κοιτάξεις μέσα σου. Αυτή η εικόνα που σού έφτιαξαν είναι ψεύτικη, επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να ξέρει ποιος είσαι και κανένας άλλος δεν μπορεί να σου πει ποιος είσαι. Μόνο εσύ μπορείς να βρεις ποιος είσαι, μόνο σ΄ εσένα είναι διαθέσιμη η εσωτερική σου πραγματικότητα και σε κανέναν άλλο. Μόνο εσύ μπορείς να βρίσκεσαι εκεί. Την ημέρα που θα καταλάβεις, ότι η ταυτότητά σου είναι ψεύτικη, πως είναι ένα συνοθύλευμα από γνώμες, που έχεις μαζέψει από άλλους, τότε κάτσε σιωπηλά και σκέψου ποιος είσαι. Θα εμφανιστούν πολλές ιδέες. Απλά παρατήρησε από πού έρχονται και θα μπορέσεις να βρεις την πηγή. Τα περισσότερα έρχονται απ΄ την μητέρα σου περίπου 80%, κάτι απ΄ τον πατέρα σου, κάτι απ΄ τους δασκάλους σου στο σχολείο, κάτι έρχεται απ΄ τους φίλους σου και κάτι απ΄ την κοινωνία. Παρατήρησε, τίποτα δεν έρχεται από σένα, ούτε καν το 1%. Την ημέρα που καταλαβαίνεις αυτό αρχίζεις να ψάχνεις για μία τεχνική, για μία μέθοδο, ώστε να μπορέσεις να μπεις μέσα στην ύπαρξή σου, ώστε να μπορέσεις να γνωρίσεις με ακρίβεια και ουσιαστικά ποιος είσαι στ΄ αλήθεια. Μία απ΄ αυτές τις μεθόδους είναι ο διαλογισμός.

     Ποιος ο λόγος να ρωτάς τους άλλους για σένα; Και ποιον να ρωτήσεις; Οι άλλοι είναι τόσο αδαείς, όσο είσαι κι εσύ. Δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους. Πως μπορούν λοιπόν να γνωρίσουν εσένα; Απλά δες πως λειτουργούν τα πράγματα. Έχεις εξαπατηθεί, είσαι ριγμένος, ζεις μέσα στα ψέματα. Εκείνοι που σ΄ εξαπάτησαν πιθανότατα να μην το έκαναν συνειδητά. Μπορεί να εξαπατήθηκαν κι αυτοί από άλλους. Ο πατέρας σου, η μητέρα σου, οι δάσκαλοί σου, όλοι έχουν εξαπατηθεί απ΄ τους δικούς τους. Έτσι έχουν εξαπατήσει κι εσένα. Θα κάνεις κι εσύ το ίδιο με τα δικά σου τα παιδιά;

     Σ΄ ένα καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν θα κοιμούνται όρθιοι και θα είναι στοιχειωδώς έξυπνοι και αρκετά συνειδητοί, θα διδάσκουν στο παιδί, ότι η ιδέα τής ταυτότητας που γνωρίσαμε στην εποχή μας είναι ψεύτικη: «Χρειάζεται, θα στη δώσουμε, είναι για λίγο, μέχρι ν΄ ανακαλύψεις εσύ τον εαυτό σου και το ποιος είσαι». Πρέπει να πας εσύ και να σκάψεις βαθιά μέσα σου, στην ύπαρξη.
Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου. Και όσο συντομότερα ανακαλύψεις το ποιος είσαι, τόσο το καλύτερο για σένα. Η προσωπικότητα είναι ψεύτικη, είναι δανεική· η ατομικότητα και η αυθεντικότητα είναι αληθινές. Όσο συντομότερα μπορέσεις να εγκαταλείψεις την ψεύτική σου ταυτότητα, τόσο το καλύτερο, επειδή εκείνη τη στιγμή θα γεννηθείς στ΄ αλήθεια και θα γίνεις πραγματικά αυθεντικός, αληθινός. Μόνο τότε θα γίνεις άνθρωπος…

OSHO ‘Διαλογισμός, ταξίδι στο εδώ και τώρα’

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010



ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτε

 «Πώς τα πας; Είναι οι μέρες σου γρήγορες σαν αστραπή; Ζεις μέσα σε μία μέρα, χιλιάδες χρόνια; Είναι παράξενο το πόσο πραγματικό πρόβλημα είναι για τους περισσότερους ανθρώπους η βαρεμάρα. Πρέπει να κάνουν κάτι συνέχεια, να απασχολούνται με κάτι, κάποια δραστηριότητα, μ' ένα βιβλίο, στην κουζίνα, με τα παιδιά ή με το Θεό. Αλλιώς μένουν μόνοι τους με τους εαυτούς τους, πράγμα πολύ βαρετό. Όταν μένουν με τον εαυτό τους γίνονται εγωκεντρικοί, μπλέκονται, αρρωσταίνουν ή γίνονται βαρύθυμοι. Ένα μυαλό που δεν είναι απασχολημένο - όχι ένα αρνητικά άδειο μυαλό, αλλά ένα ξύπνιο παθιασμένο μυαλό, ένα ολοκληρωτικά κενό μυαλό - ένα τέτοιο μυαλό είναι πάντα φρέσκο, ικανό, με άπειρες δυνατότητες. Οι σκέψεις δεν είναι δημιουργικές, είναι πληκτικές, μάλλον κουτές. Μπορεί μια σκέψη να είναι έξυπνη, αλλά η εξυπνάδα είναι το ίδιο μ' ένα κοφτερό εργαλείο: γρήγορα φθείρεται· γι' αυτό οι έξυπνοι άνθρωποι είναι κουτοί.
  Άφησε το μυαλό χωρίς καμιά απασχόληση, χωρίς να του δίνεις σκόπιμα δουλειά· αυτό άφησέ το να γίνεται αντί να το καλλιεργείς. Διάβασέ το ετούτο συνειδητά κι άστο να συμβεί. Να σου πουν ή να διαβάσεις για το μη απασχολημένο μυαλό είναι σπουδαίο, αλλά είναι και πώς το διαβάζεις και πώς τ' ακούς.
  Εκείνο που έχει σημασία είναι να κάνεις το σωστό είδος ασκήσεων, να κοιμάσαι καλά κι η μέρα σου να έχει νόημα. Αλλά κανείς γλιστράει τόσο εύκολα στη ρουτίνα κι ύστερα λειτουργεί με βάση το εύκολο μοντέλο της αυταρέσκειας ή με το μοντέλο του εξαναγκασμού του εαυτού σου να κάνει το σωστό. Όλα όμως τα μοντέλα απονεκρώνουν, οδηγούν σε αργό μαρασμό. Να είσαι δημιουργικός σημαίνει να περάσεις μια πλούσια μέρα έχοντας απλώς επίγνωση χωρίς κανέναν εξαναγκασμό, χωρίς σύγκρουση, φόβο ή σύγκριση.
  Βλέπεις, υπάρχουν σπάνιες στιγμές που νιώθουμε έτσι και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας είναι φτιαγμένο από διαβρωτικές αναμνήσεις, απογοητεύσεις, μάταιες προσπάθειες, κι εκείνο που είναι αληθινό να προσπερνάει. Το σύννεφο της μονοτονίας καλύπτει τα πάντα, κι εκείνο που είναι αληθινό σβήνει. Είναι πράγματι αρκετά κοπιαστικό να διαπεράσεις αυτό το σύννεφο και να βρεθείς στο απλό, καθαρό φως. Απλώς δες τα όλα τούτα κι αυτό είναι όλο. Μην προσπαθήσεις να είσαι απλή. Αυτή η προσπάθεια το μόνο που καταφέρνει είναι να γεννάει περιπλοκές και δυστυχία. Προσπάθεια σημαίνει ότι θέλεις να γίνεις κάτι και το να θέλεις να γίνεις κάτι σημαίνει πάντοτε επιθυμία — με τις απογοητεύσεις της.
  Είναι πολύ σημαντικό να ελευθερώσει κανείς τον εαυτό του από κάθε συναισθηματική, ψυχολογική ταραχή, πράγμα που δεν σημαίνει ότι πρέπει να σκληρύνει απέναντι στη ζωή. Αυτού του είδους οι ταραχές χτίζουν σταδιακά ποικίλες ψυχολογικές αντιστάσεις που επηρεάζουν και το σώμα, φέρνοντας διάφορες αρρώστιες. Η ζωή είναι μια σειρά από γεγονότα (επιθυμητά και ανεπιθύμητα)· και όσο μαζεύουμε, όσο ξεδιαλέγουμε εκείνα που θα κρατήσουμε κι εκείνα που θα πετάξουμε, θα υπάρχει αναπόφευκτα η σύγκρουση (της δυαδικότητας) που αυτή η ίδια είναι η ταραχή. Και αυτή η σειρά από ταραχές σκληραίνει το νου, την καρδιά· είναι μια διαδικασία κλεισίματος στον εαυτό, οπότε υπάρχει πόνος. Χρειάζεται τεράστια επίγνωση για να επιτρέψεις στην κίνηση της ζωής να γίνει αποδεκτή χωρίς καμία επιλογή, χωρίς καμία κίνηση προς οτιδήποτε επιθυμητό ή ανεπιθύμητο. Το θέμα δεν είναι να προσπαθείς όλη την ώρα να έχεις επίγνωση, πράγμα που είναι κουραστικό, αλλά να δεις την αναγκαιότητα της αλήθειας που φέρνει η επίγνωση, οπότε θ' ανακαλύψεις ότι αυτή η ίδια η αναγκαιότητα ενεργεί χωρίς να πιέζεις τον εαυτό σου να έχει επίγνωση…
…Οι πιο μορφωμένοι άνθρωποι, εκείνοι που κατέχουν ατέλειωτες πληροφορίες και γνώση, κι εκείνοι που έχουν επιστημονική μόρφωση, έχουν νοημοσύνη; Δεν νομίζεις ότι η νοημοσύνη είναι κάτι τελείως διαφορετικό; Στην πραγματικότητα είναι ολοκληρωτική ελευθερία από το φόβο. Εκείνοι που η ηθική τους βασίζεται στο να νιώθουν ασφάλεια, κάθε είδους ασφάλεια, δεν είναι ηθικοί, γιατί η επιθυμία για ασφάλεια είναι αποτέλεσμα του φόβου. Ο φόβος και η συγκράτηση από το φόβο, πράγμα που το ονομάζουμε ηθική, στην πραγματικότητα δεν είναι ηθική. Νοημοσύνη είναι η ολοκληρωτική ελευθερία από το φόβο. Νοημοσύνη δεν είναι να είσαι καθωσπρέπει ούτε οι διάφορες αρετές που έχουν καλλιεργηθεί από φόβο. Στην κατανόηση του φόβου υπάρχει κάτι που είναι τελείως διαφορετικό από τις θεωρίες του νου…»




Κρισναμούρτι "Γράμματα σε μια νεαρή φίλη"
Ανάμεσα στο Ιούνιο του 1948 και τον Μάρτιο του 1960, ο Κρισναμούρτι έγραψε αυτά τα γράμματα σε μια νεαρή φίλη του, την Ναντίνι Μέτα. Αυτά τα δεκαοκτώ γράμματα εμφανίστηκαν για πρώτη  φορά στο βιβλίο της Pupul Jayakar (αδελφής της Ναντίνι Μέτα) “Krishnamurti – A Biography,” στο κεφάλαιο 23, με τον τίτλο, "Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα"

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010



απόγευμα

κοιμόσουν δίπλα μου
ανάσαινες αργά
η δροσιά του απογεύματος
ίσα που άγγιζε σαν χάδι
το μετάξι στο κορμί σου
σε κοιτούσα
είχα στα χέρια μου τα πόδια σου
είχα στη καρδιά μου ένα πυρήνα από παλλόμενο φως
στα μάτια μου είχα
το ομορφότερο θέαμα της ζωής μου

σκεφτόμουν
ένα κομμάτι τελειότητας
αξιώθηκα Κύριε να αγγίξω
από την ευσπλαχνία Σου
να το γευτώ
έκοψες ένα μικρό σου θαύμα
και μου το προσέφερες
εδώ μπροστά στα σάρκινά μου μάτια
και δεν ξέρω αν θα το αντέξω ως το τέλος
να μην τολμήσω να μιλήσω
να μην τολμήσω να σιωπήσω
να μην αδράξω ούτε τη στιγμή
να μην τη μαγαρίσω
να μην δειλιάσω
να μυρίσω τη ζωή
να μην σηκώσω ανάστημα
να αρπάξω αυτό το δώρο

εκστατικός
να μείνω
κι αυτό είναι...

ιχνηλάτη μ'εφερες
στην ατραπό των ρόδων
στην θάλασσα των προσευχών
με δοκιμάζεις;
με την ιέρεια της άπειρης στιγμής
να ξεκουράζεται
τόσο κοντά μου
που ανασταίνεται μέσα μου καινό
ατόφιο
στης δόξας το άκτιστο φως
ως και το παρελθόν μου!

κοιμόσουν δίπλα μου
ανάσαινες αργά
η δροσιά του δειλινού
ίσα που άγγιζε
σαν χάδι παιδικό
το μετάξι στο κορμί σου

σε κοιτούσα
σ'εκλεβα
είχα στα χέρια μου τα πόδια σου
είχα στη καρδιά μου έναν καινούργιο άνθρωπο

στα μάτια μου είχα
το ομορφότερο θέαμα της ζωής μου


ιουν2010



S o f t l y