Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010


«….— Άκουσα τη διήγηση ενός ανθρώπου που έκανε στη φυλακή κάπου δώδεκα χρόνια. Ήταν ένας απ' τους άρρωστους του καθηγητή μου κι έκανε θεραπεία. Τον έπιαναν κρίσεις, ώρες ‐ ώρες ήταν ανήσυχος, έκλαιγε, και μια φορά μάλιστα δοκίμασε ν' αυτοκτονήσει. Η ζωή του στη φυλακή ήταν πολύ θλιβερή, σας βεβαιώ, δε θα μπορούσες όμως με κανέναν τρόπο να την πεις ζωή της πεντάρας. Όλες κι όλες οι γνωριμίες του εκεί ήταν μια αράχνη κι ένα δεντράκι που μεγάλωσε κάτω απ' το παράθυρό του... ωστόσο, καλύτερα λέω να σας διηγηθώ για μια άλλη μου συνάντηση που είχα πέρσι μ' έναν άνθρωπο. Υπήρχε κάτι παράξενο σ' όλ' αυτά, ιδιαίτερα παράξενο γιατί σπάνια τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος αυτός έφτασε μια φορά ίσαμε τον τόπο των εκτελέσεων και του είχαν διαβάσει κιόλας την απόφαση του τουφεκισμού του για κάποιο πολιτικό έγκλημα. Κάπου είκοσι λεπτά αργότερα του διάβασαν και την απόφαση απονομής χάριτος και του ορίστηκε μια άλλη ποινή, ωστόσο όμως αυτός, στο διάστημα εκείνο, ανάμεσα στις δύο αποφάσεις, μέσα στα είκοσι κείνα λεπτά, ή τουλάχιστο στα δέκα πέντε, έζησε με την απόλυτη βεβαιότητα πως από στιγμή σε στιγμή θα πεθάνει. Τον άκουγα με τρομερή περιέργεια όταν καμιά φορά αναθυμόταν τις τοτινές του εντυπώσεις κι αρκετές φορές άρχιζα πρώτος εγώ και του 'κανα ερωτήσεις. Τα θυμόταν όλα πεντακάθαρα κι έλεγε πως ποτέ του δε θα ξεχάσει τίποτα από κείνες τις στιγμές. Κάπου είκοσι βήματα πιο δω απ' τον τόπο της εκτέλεσης —όπου στέκονταν κόσμος και στρατιώτες είχαν μπήξει στο χώμα τρεις πασσάλους γιατί οι κατάδικοι ήταν αρκετοί∙ τους τρεις πρώτους τους πήγαν στους πασσάλους, τους έδεσαν, τους φόρεσαν το ρούχο των μελλοθανάτων (άσπρες μακριές μπλούζες) και στα μάτια τους τους κατέβασαν άσπρες κουκούλες για να μη βλέπουν τα ντουφέκια. Ύστερα, απέναντι σε κάθε πάσσαλο παρατάχτηκε το εκτελεστικό απόσπασμα —αρκετοί στρατιώτες. Ο γνωστός μου στεκόταν όγδοος στη σειρά, έπρεπε λοιπόν να πάει στους πασσάλους με την τρίτη τριάδα. Ο ιερέας πέρασε μπροστά απ' όλους τους με το σταυρό. Όλα έδειχναν πως είχε να ζήσει κάπου πέντε λεπτά, όχι περισσότερο. Μου 'λεγε πως εκείνα τα πέντε λεπτά του φαίνονταν μια ατέλειωτη διορία, ένας τεράστιος θησαυρός∙ του φαινόταν πως μέσα σε κείνα τα πέντε λεπτά θα ζήσει τόσες ζωές, που προς το παρόν δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκέφτεται την τελευταία στιγμή, τόσο μάλιστα που πήρε ορισμένες αποφάσεις: υπολόγισε το χρόνο για ν' αποχαιρετήσει τους συντρόφους του, ξεχώρισε γι' αυτό δύο λεπτά πάνω ‐ κάτω, άλλα δύο λεπτά τα ξεχώρισε να σκεφτεί για τελευταία φορά για τον εαυτό του, κι ό,τι απόμενε, είπε να κοιτάξει για στερνή φορά γύρω του. Είχε πλήρη συνείδηση πως πήρε αυτές ακριβώς τις τρεις αποφάσεις και τα 'χε έτσι ακριβώς υπολογίσει όλα. Πέθαινε είκοσι εφτά χρονώ, γερός και δυνατός∙ αποχαιρετώντας τους συντρόφους του, θυμόταν πως σ' έναν απ' αυτούς είχε κάνει μια αρκετά άσχετη ερώτηση κι ενδιαφέρθηκε μάλιστα πολύ ν' ακούσει την απάντηση. Ύστερα, όταν αποχαιρέτησε τους συντρόφους του, ήρθε η σειρά για κείνα τα δυο λεπτά που τα 'χε υπολογίσει γ ι α  ν α σ κ ε φ τ ε ί  γ ι α  τ ο ν  ε α υ τ ό  τ ο υ ∙ ήξερε απ' τα πριν τι θα σκεφτόταν: λαχταρούσε όλη την ώρα να φανταστεί όσο μπορούσε πιο γρήγορα και πιο ζωηρά τούτο δω: πώς γίνεται αλήθεια κι είναι τώρα ζωντανός και σε τρία λεπτά θα 'ναι κιόλας κάτι, κάποιος ή κάτι, —μα ποιος; Πού; Αυτά λογάριαζε να τα ξεδιαλύνει μέσα σε κείνα τα δυο λεπτά! Λίγο μακρύτερα ήταν μια εκκλησία, κι η κορφή της μητρόπολης με τον επίχρυσο τρούλο λαμποκοπούσε μες στον ήλιο. Θυμόταν πως κοίταξε με τρομερή επιμονή κείνη τη στέγη και τις αχτίδες που αντανακλούσε το χρυσάφι της∙ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τη ματιά του απ' τις αχτίδες: του φαινόταν πως οι αχτίδες εκείνες ήταν η καινούργια του φύση, πως σε τρία λεπτά θα γίνει κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί τους... το άγνωστο κι η αποστροφή γι' αυτό το καινούργιο που θα γίνει και θα 'ρθει τώρ' αμέσως, ήταν κάτι το τρομερό∙ έλεγε ωστόσο πως εκείνη τη στιγμή δεν του βάραινε τίποτα τόσο την καρδιά όσο η αδιάκοπη σκέψη: «Τι θα γινόταν, αν δεν πέθαινα! Τι θα γινόταν, αν ξανακέρδιζα τη ζωή —τι αιωνιότητα! Κι όλ' αυτά θα 'ταν δικά μου! Τότε την κάθε στιγμή θα την είχα μεταβάλλει σε αιώνα, τίποτα δε θα 'χανα, την κάθε στιγμή θα την υπολόγιζα και θα τη λογάριαζα, τίποτα πια δε θα ξόδευα άσκοπα!» Έλεγε πως τελικά, η σκέψη κείνη μεταμορφώθηκε μέσα του σ' ένα τέτοιο μίσος που άρχισε να λαχταράει να τον ντουφεκίσουν μια ώρα αρχύτερα…»

F y o d o r  D o s t o y e v s k y  O  η λ ί θ ι ο ς’

6 σχόλια:

negentropist είπε...

Πολύ όμορφο απόσπασμα ...

Πάντα ένιωθα άβολα με τους κάθε λογής ρασοφόρους και τους παρελκόμενους "χυδαίους" χρυσούς τους τρούλους. Εξάλλου έρχονται σε αντίθεση με κάτι άλλο υπέροχο που έγραψε ο Fyodor Dostoevsky, στο Έγκλημα και Τιμωρία:

"Μόνον η ομορφιά θα σώσει τον Κόσμο"

Oρίστε ένα video με μία υπέροχη "συνάντηση" του υπέροχου Peter Ustinov με τον Fyodor Dostoyevsky:

Fyodor και Peter

Kαλό βράδυ !

:)

silena είπε...

καλημέρα, τί πιο δυνατό και αναπότρεπτο από τη στιγμή του θανάτου!Είναι μια ανάρτηση που μας θυμίζει πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις στιγμές μας, που όταν ενωθούν, όλες μαζί, μας φτιάχνουν αυτό που ονομάζουμε ζωή.
Τα παρακάτω λόγια, λένε τα πάντα...

"Τότε την κάθε στιγμή θα την είχα μεταβάλλει σε αιώνα, τίποτα δε θα 'χανα, την κάθε στιγμή θα την υπολόγιζα και θα τη λογάριαζα, τίποτα πια δε θα ξόδευα άσκοπα"

δεν ξέρω αλλά όταν διάβασα την ανάρτηση εντελώς αυθόρμητα μου ήρθε στο μυαλό το βιβλίο του Peter Handke "η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ"

nimertis είπε...

φίλε negentropist αν ανέβασα τούτο το απόσπασμα από τον Ηλίθιο του μεγάλου Φίοντορ, είναι γιατί, στην ουσία, μιλάει για τον εαυτό του και τις δραματικές στιγμές που έζησε όταν είχε καταδικαστεί από τον Τσάρο σε θάνατο αλλά την τελευταία στιγμή του χάρισαν τη ζωή -είχε ήδη λάβει χάρη αλλά κάποιοι διασκέδαζαν με το μαρτύριο των ανθρώπων μπροστά στο θάνατο... ακολούθησαν βέβαια 4 χρόνια -αν θυμάμαι καλά- στη Σιβηρία σε απάνθρωπες συνθήκες εξορίας... ένα μεγάλο ευχαριστώ για το βίντεο και τα σχόλιά σου...
----------------------------------
silena, συγκλονιστικός ο Φίοντορ, αληθινά!!... δεν το έχω διαβάσει το συγκεκριμένο πολύ γνωστό πάντως βιβλίο... αλλά ποτέ δεν είναι αργά ε; να'σαι καλά...

Δέσποινα Γιαννάκου είπε...

Πριν απο δύο χρόνια βρέθηκα στον προθάλαμο ενός χειρουργείου για κάποια επέμβαση..
Συνήθως οι γιατροί δεν είναι απαισιόδοξοι πριν μάθουν, πριν δουν κι αν μη τι άλλο δεν σου μεταδίδουν την όποια ανασφάλειά τους...
Ο δικός μου ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα συναντούσε κακοήθεια ...και σχεδόν μου το μετέφρασε όσο πιο ήπια μπορούσε...
Ομως αντί να ξεκινήσει την επέμβαση στην ώρα της κάποιο έκτακτο γεγονός την μετέθεσε δύο ώρες μετά...
Είχα έρθει αποφασισμένη και σίγουρη για τον εαυτό μου ...με θάρρος αρκετό...
Ομως εκείνες οι δύο ώρες έξω από εκείνη την πόρτα μέτρησαν βαριά επάνω μου....
Αναθεώρησα ,ζύγισα ,τρόμαξα κι ένιωσα όλα τα πιθανά και απίθανα συναισθήματα...
Κάνοντας ένα φλας μπακ σκέφτηκα όσα έζησα ..Την μια τα έβρισκα πολλά την άλλη λίγα..Οσα θα "άφηνα" ..τα βρήκα αρκετά τακτοποιημένα ..
και ανακάλυψα ότι πιο πολύ με πονούσαν όσα δεν πρόλαβα ....
Εκείνες τις δυο ώρες αναθεώρησα και υποσχέθηκα να το παλέψω για όσο ...
Να μην αφήσω ούτε ψίχουλο στιγμής, από δω και στο εξής να πάει χαμένο ...
Ολα πήγαν ευτυχώς καλά ..ο γιατρός είχε πέσει έξω στις προβλέψεις
εγώ όμως δεν ξέχασα ούτε θα ξεχάσω εκείνο το φοβερό δίωρο...
...........................
Ας μην αφήνουμε στιγμές να χαθούν κι ας μην τις ξοδεύουμε άσκοπα λοιπόν ...η ζωή είναι θείο δώρο και πρέπει να την υπολογίζουμε όπως της αξίζει !!!
Υπέροχο κείμενο Νημερτή
Σ ευχαριστούμε !!!

Ρένα είπε...

Ξεχωριστή τούτη η ανάρτηση.Πόσοι ήρωες βρέθηκαν σε παρόμοιες στιγμές.
Ισως μόνο εκεί καταλαβαίνεις πόσο κοντά βρίσκεται η ζωή από το θάνατο. Τότε εκτιμάς πόσο πολύτιμη είναι η κάθε στιγμή της ζωής.

nimertis είπε...

φίλη μου Δέσποινα, με μια έννοια, η δική σου ιστορία είναι σπουδαιότερη από αυτή του Ντοστογιέφκσι... σ'ευχαριστώ πολύ που την μοιράστηκες στη Περιοχή Μ... δεν έχω άλλο να πω, με αναστάτωσες... την καλησπέρα μου!!!
----------------------------------
έτσι είναι φίλη Ρένα... όμως αν δεν το βιώσει κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει... ο Φίοντορ το βίωσε με την προσωπική του περιπέτεια που αποτύπωσε στον Ηλίθιο και γι αυτό η αφήγηση είναι, πιστεύω, τόσο δυνατή...