Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009


Τόση σιωπή…


Σ’αυτή την ερημική στάση βρισκόμουν

και το ρολόι μου κοιτούσα ανυπόμονος

κάποιες φιγούρες γύρω μου

άνθρωποι

κτήρια

σκιές

επινοήθηκαν για λίγο

κι ύστερα σβήσαν...


στη στάση αυτή περίμενα το επόμενο λεωφορείο

καπνίζοντας

κι εσύ στεκόσουν δίπλα μου

όπως πάντα

και ο καπνός σε διαπερνούσε

γύρω μου παρουσίες

και κάποια μουσική από ένα αυτοκίνητο

δε τη θυμάμαι...


στη στάση αυτή

το λεωφορείο αργούσε

η νύχτα ερχόταν

ο ήλιος είχε κοιμηθεί

από ώρα πια

τα χέρια μου κοιτούσα

τα δάχτυλα κρατούσαν το τσιγάρο

κι εσύ χαμογελούσες δίπλα μου

και η σκέψη μου σε ανάσταινε

όλο και πιο στέρεη

όλο και πιο ζωντανή

όπως πάντα...


κάποιο μικρό παιδί ήρθε κοντά μου

κάτι μου είπε

το μικρό του χέρι είδα απλωμένο

και στο βλέμμα του

μια μελαγχολική, βουβή ικεσία

πέταξα το τσιγάρο

δραπέτευσα απ’το χρόνο

σου ξέφυγα για μια στιγμή

για να χαμογελάσω

σε τούτο το παιδί

του έδωσα λίγα χρήματα

δε θυμάμαι

γιατί’χα ανάγκη ένα χαμόγελο

έστω κι από έναν άγνωστο

λίγο στο πρόσωπο το άγγιξα

και ανατρίχιασα

που άγγιξα τόση μοναξιά

σε τούτο το προσωπάκι...


είδα το λεωφορείο να’ρχεται

ανάσανα βαθιά

το παιδί δεν είχε ακόμη φύγει

κοιτούσε στη μικρή του χούφτα τα λεφτά

δεν είπε τίποτα

και γω μπήκα στο άδειο λεωφορείο

μα όταν ξεκίνησε

άδειασα το βλέμμα μου

έξω απ’το παράθυρο

τα μάτια μου υγράνθηκαν

πόνεσα τόσο πολύ

σκέφτηκα

“πως μπορεί

πως γίνεται

τόση σιωπή

να την χωράει ένα παιδί…”


Δευτέρα 16/11/98

2 σχόλια:

Ειρήνη Παραδεισανού είπε...

ατόφιο συναίσθημα..

goofyMAGOUFH είπε...

Μου θύμισες, Νημερτή,
μια δική μου, πρόσφατη εμπειρία.
Μόνο που
η στάση ασφυκτιούσε από τον κόσμο.

Εκείνος ήταν πράγματι δίπλα μου.
Μου χαμογελούσε γενναιόδωρα.
Δεν χρειαζόταν να τον επινοήσω.
Ήταν υπαρκτός και μου κρατούσε το χέρι.

Η φιγούρα που τον πλησίασε,
με τη γνώριμη ζητιάνα κίνηση,
δεν ήταν παιδική.
Ένας δραπέτης του χρόνου
που εκλιπαρούσε για οίκτο και
για λίγη αγορασμένη ευτυχία.
Πως να του πει κάποιος πως
η ευτυχία δεν αγοράζεται;
Ακόμα και να βρεθεί να του το πει,
πως να τον πιστέψει;
Δεν χαμογέλασε στην προσφορά.
Δεν χαμογέλασε ούτε στο δότη.
Ξεχασμένη έκφραση από καιρό.
Μάλλον χαμένη πια στα τάρταρα του χρόνου.

Ήρθε το λεωφορείο που περιμέναμε,
μπήκε,
έφυγε.

Χωρίς τη ζεστασιά της ψυχής του,
που τόσο μαλακά τη διοχέτευε
μέσα από το άγγιγμά του,
ήρθα αντιμέτωπη με τη σιωπή,
η οποία εισέβαλε
με μια μαχαιριά στην πλάτη.
Ως παγωμένος αέρας πέρασε.
Με ακινητοποίησε.
Με βίασε.
Με λήστεψε.