Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Οι περιπέτειες ενός σοφού Σανυάσιν


Οι δυο αδελφές

Ξημέρωμα ήταν και ο σοφός Τσου-Τσου καθόταν σιμά στο ήσυχο ποταμάκι, παιδί του Γάγγη, καθαρό και βλογημένο και διαλογιζόταν. Τι όμορφη ώρα, γαλήνια, κανείς δεν διέκοπτε το άγιο έργο. Κάποια στιγμή, ήχοι από πάφλασμα νερού, ταραχή και φασαρία ενόχλησαν το βύθισμα του γέροντα, άνοιξ'τα μάτια του, σμίξαν τα φρύδια του, πήγε να πει καμιά κουβέντα, ύστερα κρατήθηκε. Έψαξε με το βλέμμα του να ιδεί από που ερχόταν αυτή η κοσμοχαλασιά. Κι είδαν τα μάτια του το θέαμα που δεν έπρεπε να ιδεί κανείς και μοναχός ιδιαίτερα. Δυο όμορφες κοπέλες, θεόγυμνες, πλατσούριζαν χαρούμενα, κακάριζαν και έπαιζαν, απολαμβάνοντας το δροσερό νερό και τα χρυσά τους νιάτα. Έσκυψε τη κεφαλή ο άγιος, κάτι μουρμούρισε, σηκώθηκε να φύγει. "Κοίτα που με βρήκε ο Μάρα και μούστειλε τις μικρές να με αναταράξουν, φτου!", είπε και μάζεψε τη κουβέρτα του που είχε απλώσει. Ευθύς αμέσως άκουσε όμως φωνή, σάστισε, γύρισε να ιδεί ποιος τον φωνάζει.

- Ε, άγιε γέροντα, παππού! Μη φεύγεις, κάτσε, θέλουμε να σε δούμε!

Η μια κοπέλα φώναζε, είχε βγει απ'το νερό κιόλας και πλησίαζε τον γέρο.

- Κάλυψ'τη γύμνια σου γυναίκα! Μη με ζυγώνεις!, βρυχήθηκε ο Τσου-Τσου και έκλεισε τα μάτια.

- Έρχομαι, ντύθηκα γέρο κι έρχομαι μαζί και η αδελφή μου.

Πράγματι, οι δυο αδερφές, ντυμένες, δροσερές, με τις ωραίες κορακάτες πλεξούδες λυτές ακόμα να γυαλίζουν στον πρωινό ήλιο, τα μάτια όμορφα, τα χείλη κόκκινα, φλογερά. Λιγνόκορμες, ψηλές, τις έλουζε ο ήλιος και χαιρόταν να τις βλέπει.

- Τι θέλετε μωρέ κοπέλες, για τις γυναίκες άλλα, όχι αυτά που με στεναχωρούν εμένα. Γάμος, παιδιά και σπίτια, να τι είναι για σας, αφήστε με να φύγω.

Η πιο μικρή απ'τις αδελφές, γύρισε στον παππού, επίμονη, πεισματάρα.

- Κάτσε παππού, που πας; Το ξέρουμε, είσαι μοναχός από τα βόρεια μέρη, ψάχνεις μέσ'στα σκοτάδια σου να βρεις το φως που είναι άσβεστο, πάει να πει την μόνη αλήθεια, κείνο που δεν μαραίνει ο χρόνος, κείνο που η Μάγια δεν το πιάνει. Κι εμείς, κοπέλες αλλά όχι κατώτερες από τους άντρες, δικαιούμαστε να ακούσουμε το κάτι τις, να μάθουμε τι υπάρχει και τι όχι.

Ύστερα, πήρε σκυτάλη η μεγαλύτερη, να μην κρυώσει ο λόγος στ'αυτιά του γέρου.

- Καλά τα λέει η μικρή γέρο-σοφέ, έτσι είναι κι ακόμα κάτι θέλω να σου πω. Γιατί οι γυναίκες για το σεξ υπεύθυνες να ικανοποιούν τον άντρα; Την τέχνη την ερωτική που οι σούτρες μας διδάσκουν εσείς οι ασκητές έχετε απαρνηθεί, γιατί όμως γέρο; Μπας κι είστε εσείς πιο βλογημένοι από μας τα θηλυκά; Ίδιοι θεοί δεν είναι για όλους;

Άκουγε τα λόγια ο σοφός, κούναγε το κεφάλι. "Μπελά που βρήκα με τούτες εδώ τις αδερφάδες!", είπε να κάτσει όμως ξανά στον όχτο και να αποκριθεί, δεν ήθελε να φύγει καταδιωγμένος.

- Μωρέ, κορίτσια είστε εσείς ή σερνικά; Ρωτήματα τέτοια δεν ακούς παρά μονάχα από μουστακεμένα χείλια. Σεις θέλετε να μάθετε λοιπόν γιατί του άντρα διαφορετικός απ'της γυναίκας ο δρόμος; Ανοίξτε αυτιά ν'ακούσετε, μαζέψτε τις πλεξούδες να μην κάτσει η φωνή μου στις τρίχες σας και δεν έμπει στο μυαλό σας. Αν ήμαστουν λοιπόν εσείς κι εγώ τα ίδια, τα σπίτια θα ρήμαζαν, οι δουλειές κατά διαόλου, παιδιά πως θα γινόντουσαν μωρέ; Ο Άγιος Βούδας δίδαξε για όλους μα όπως ο άντρας σπέρνει έτσι η κυρά γεννάει κι όπως ο άντρας αδύνατον να φουσκώσει απ'τη σπορά του νέου γόνου, έτσι η γυναίκα που ασχολείται με τα θεϊκά είναι μισή γυναίκα. Ωραία μαλλιά, κορμιά, καπούλια και άτριχο δέρμα έδωσε σε σας ο Νόμος, οι Θεοί. Στον άντρα έναν προορισμό, να βγει στον κόσμο, να ρωτήσει, να μάθει, να παιδεύεται, να γυρνάει το βράδυ με την τροφή στο στόμα, να την παίρνει η μάνα, το παιδί κι άιντε πάλι απ'την αρχή, δουλειά να μην μας λείπει. Έτσι με την τροφή της σάρκας, έτσι και με τούτη της ψυχής. Σεις πάλι, χτένισμα, βάψιμο, χάδι ερωτικό να αποκοιμιέται ο δαίμονας της σάρκας σαν ξυπνάει. Τι θες, τι τα γυρεύεις, άμα πουν κάτι οι Απάνω, μεις θα σηκώσουμε κεφάλι, οι ασήμαντοι;

Άκουγαν τα λόγια οι κοπελιές, δείχνανε σκεφτικές, είχαν ρωτήματα. Μίλησε πρώτα η μεγάλη τώρα, άλλαξαν σειρά.

- Και σεις οι μοναχοί, οι σανυάσιν όπως σας λένε, αφού υπάρχει ο Νόμος, οι Θεοί, τα πάντα ωραία καμωμένα, τι ζητάτε το λοιπόν, γιατί απαρνιέστε τη ζωή, τα ωραία φαγιά, τον έρωτα, τη σπιτική τη ζέστη; Τι ψάχνετε να βρείτε, κουρελήδες, άπλυτοι, γυρνάτε πεινασμένοι, ελεημοσύνες παίρνετε κι όλο εμάς ελέγχετε γιατί'μαστε στις απολαύσεις βουτηγμένοι;

Πήρε σειρά η δεύτερη, να ακούει ο σοφός να ζαλίζεται.

- Κι αυτό, όχι μονάχα. Εμάς τις γυναίκες λέτε ότι διάλεξε ο Μάρα να παίρνουμε μορφή δαιμονική, απειλή για σας, μας έχετε ξορκισμένες, βρίζετε άμα μας βλέπετε, να μην σας φύγει ο λογισμός απ'τους θεούς και πάει στη σάρκα. Τι το κακό μωρέ παππού έχει λοιπόν η σάρκα;

Στέναξε, αργοφύσηξε ο Τσου-Τσου, κατάλαβε. "Με τούτες δεν τα βγάζω εύκολα πέρα. Είναι και δύο, εγώ μονάχος, Πρίγκιπα βόηθα!". Πήρε ανάσα πιο βαθιά, σήκωσε τη φωνή.

- Βλέπω να μένω ως αργά σ'αυτό το χορτοτόπι, να σας ξηγάω κείνα που ακόμα κι εγώ καμιά φορά σαστίζω να ερμηνεύω. Για βάλτε όμως με το μυαλό, καλόγερο που λέει πως είναι αγνός και αμόλευτος να υποκύπτει στις φτηνές και χαμηλές ορέξεις! Κείνος που αναζητάει γυναίκες, το Ιερό πρέπει να είναι ιερός κι ο ίδιος. Κείνος που ζητάει το Αγνό πρέπει έτσι κι ο ίδιος. Κείνος που κυνηγάει το Πνευματικό, πνεύμα κι ο ίδιος. Γι'αυτό και ο αναχωρητής αγιάζει μακριά, όσο ψηλά καλύτερα, να λαχανιάζει ο δαίμονας, να τα βροντάει κάτω, να γυρίζει πίσω στα δώματα που είναι κουρνιασμένος.

Σηκώθηκε απάνω η αδερφή η μεγάλη, αγριοκοίταξε τον σοφό, πέταξε την κουβέντα.

- Εγώ λέω πως όλοι εσείς τεμπέληδες, ανίκανα κορμιά. Ούτε δουλειά, ούτε παιδιά, μονάχα ζήτουλες και έχει ο Βούδας! Σύρε μωρέ γέρο από δω, πάγαινε, μη μας βλέπεις και μολύνεσαι.

Πετάχτηκε πάνω κι η μικρή, στο ίδιο τέμπο η φωνή της.

- Έτσι είναι αδελφούλα μου, γέρασε τούτος ο γέρος απόστρέφοντας το βλέμμα απ'της γυναίκας τα μεριά να μην τονε λερώσουν. Λες και δεν είναι ιερό ο άντρας να γίνεται πατέρας και η γυναίκα μάνα. Λες και δεν είναι ιερό το αγόρι άντρας να γίνεται, η κοπελιά γυναίκα. Βλέπεις μωρέ τίποτες ιερό στου γέρου αυτού την όψη; Μονάχα ένα βλέπω εγώ. Υποκρισία, να μας λείπει αυτή!

Τα μάζεψαν και με δυο δρασκελιές έφυγαν οι γυναίκες. Έμεινε μόνος ο Τσου-Τσου να κουνάει το άσπρο κεφάλι. Κι ύστερα, σηκώθηκε, άκεφος πια, πικραμένος να πάρει πάλι τα δρομιά. "Σήκω τεμπέλη, καλά σε είπε η κοπελούδα, σήκω άθλιε γέρο σε άλλο τόπο να σε δουν, να ρίξουν ξεροκόμματο, να πεις κάποια ωραία λόγια, έμπορας κι εσύ, με άλλη πραμάτια, σήκω λοιπόν, πάρε τα πόδια σου, καλά σου κάναν σήμερα, δυο θηλυκά σε φέρανε καπάκι!".

***

2 σχόλια:

λογια εικονες τραγουδια είπε...

καλημερα! δε μπορω να μη χαιρομαι οταν σε διαβαζω, δε μπορω φιλε, τι ωραια που τοφερες, τι καλα που τοπες, "εμπορας κι εσυ μ αλλη πραματεια". αν κι εδω που τα λεμε κι ενα θηλυκο αρκει..οπως και ναχει τα γραπτα σου, ακομα κι οταν διδασκουν ειναι σε συνεχη διαλογο με τον αναγνωστη...ειπα να μη κανω αλλες φιλοφρονησεις, αλλα ο θαυμασμος μου ειναι μεγαλος κι ανυποκριτος για το περιβολι που περιδιαβαινω εδω...καλημερα και παλι

nimertis είπε...

να'σαι καλά φίλε μου... έρχονται κι άλλες περιπέτειες του Τσου-Τσου...