Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

OVERMINDER [1]



Τι θα κάνεις φίλε;

Τι θα κάνεις με το Χρόνο;

 

Τι θα κάνεις φίλε;

Τι θα κάνεις με το όνειρο;

 

Τι θα κάνεις λοιπόν;

Τι θα κάνεις με το σκοτάδι;

 

Τι θα κάνεις, πες μου

Τι θα κάνεις με τη μουσική;

 

Τι θα κάνεις φίλε;

Τι θα κάνεις με το Χρόνο;

 

 

 Έρποντας...

 Βρίσκομαι μέσα στο συνοικιακό μαγαζάκι με τα ανδρικά ρούχα που αυτοαποκαλείται με έπαρση "μπουτίκ" και περιμένω επί δύο λεπτά και τριάντα έξι δευτερόλεπτα κάποιον να με εξυπηρετήσει. Τελικά εμφανίζεται ένας νεαρός υπάλληλος γυμνός από τη μέση και πάνω, ξυπόλητος και φορώντας ένα δυσανάλογα μακρύ σορτς. Στο γυμνό του στήθος εμφανίζεται ξαφνικά με τεράστια κόκκινα γράμματα ένα παλλόμενο μήνυμα που με πληροφορεί: "ΕΙΜΑΙ ΤΥΠΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΕΙ ΓΡΗΓΟΡΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ". Το δεξί μπατζάκι του τεράστιου σορτς του είναι μωβ και το αριστερό λαχανί. Από την αριστερή του τσέπη ξεπροβάλλει με χάρη ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Τα πέλματά του είναι κατάμαυρα από την λίγδα και τα μαλλιά του είναι άναρχα και άπλυτα. Με πλησιάζει με έναν αλλόκοτο βηματισμό, σαν να καλπάζει στον αέρα και όταν φτάνει στο ένα μέτρο ανοίγει το στόμα του και μου λέει: "My name is Overminder, what's yours?". Ξαφνικά, ξεσπάει σε βροντερά χαχανητά που μου προκαλούν ρίγη και την στιγμή που εξαφανίζεται από μπροστά μου ακούγεται ένας τρομακτικός θόρυβος και αρχίζει το κτήριο να γκρεμίζεται ολόγυρά μου. Πέφτω κάτω και προστατεύω με τα χέρια μου το κεφάλι μου ενώ περνούν ακριβώς τριακόσια πενήντα δευτερόλεπτα πριν σηκώσω το βλέμμα μου ξανά και διαπιστώσω ότι βρίσκομαι πια σε ένα στενόμακρο και ημισκότεινο τούνελ. Ξεσκονίζοντας τους σοβάδες από το πουκάμισο και το κεφάλι μου, διακρίνω στο βάθος ένα γλυκό πορτοκαλί φως ενώ άξαφνα δεξιά μου εμφανίζεται ένας ροζ, τεράστιος αρουραίος, με το ένα του πόδι πιο κοντό από τα υπόλοιπα και έχοντας δεμένη στο κεφάλι του μια μικρή σημαιούλα της Αργεντινής. Με πλησιάζει και ανοίγοντας το απαίσιο στόμα του, μου λέει:

            "Θέλεις είκοσι χρόνια για να περάσεις στον Κόσμο των Αθέατων Νερουλών Ψυχών κι εσύ δεν βλέπεις παρά μονάχα πορτοκαλί φώτα!".

            Υστερα κάνει μεταβολή και με απίστευτη χάρη απομακρύνεται ενώ από το πουθενά ακούγεται ο σκοπός από ένα ταγκό και ο ροζ αρουραίος αρχίζει να λικνίζεται συντονίζοντας επιδέξια τα κουτσά του βήματα με τον υπέροχο ρυθμό. Διαπιστώνω ότι το ταγκό με έχει υπνωτίσει σχεδόν ενώ προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω όσα ήθελε να μου πει. Είμαι ακόμα μέσα στο κλειστοφοβικό αυτό περιβάλλον και αρχίζω να σέρνομαι προς το υπέροχο πορτοκαλί φως που όσο το πλησιάζω, γίνεται πιο έντονο, πάλλεται με απόκοσμη ομορφιά και έχω την απίστευτη βεβαιότητα ότι είναι ζωντανό! Με κάθε μου σούρσιμο αρχίζω να αντιλαμβάνομαι, όχι ακριβώς να ακούω, περισσότερο να αισθάνομαι κάποιες ψιλές φωνές που λες και βγαίνουν από μικρά ανθρωπάκια εγκατεστημένα μέσα μου που μιλούν μεταξύ τους και με κοροϊδεύουν. Σε λίγο οι φωνές γίνονται πιο έντονες και αρχίζω να "ακούω" πια ολοκληρωμένους κάποιους διαλόγους.

            "Είναι μικρός, είναι μικρός και θέλει να γίνει πορτοκαλί. Χε, χε!"

            "Είναι ανόητος και λερωμένος, είναι μικρός και γυμνωμένος. Ποτέ του δεν θα γίνει πορτοκαλί. Χο, χο!"

            "Ασ'τον, άσ'τον να πλησιάσει το Σπίτι και θα πονέσει από τις ρυτίδες του. Τρια-λα-ρι-λα-ρο!"

            Υστερα ξαφνικά αρχίζουν όλες μαζί οι φωνούλες να ουρλιάζουν:

            "ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΑΡΓΥΡΕ ΧΟΡΕΥΤΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΤΡΕΛΕ, ΥΠΕΡΦΥΑΛΕ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΧΕ, ΧΕ, ΧΙ, ΧΙ, ΧΑ

            ...ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΑΡΓΥΡΕ ΧΟΡΕΥΤΗ, ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΚΟΜΠΑΣΜΕΝΕ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ, ΠΕΣΕ ΣΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΧΕ, ΧΕ."...

          

 Γελάς και είσαι φίλος μου

Γελάς και είσαι εχθρός μου

 

Στόματα έχει πολλά η μοναξιά σου

Στόματα έχει πολλά η θλίψη σου

 

 Γέλασε φίλε

και διασκέδασε την ερημιά σου

Κλάψε φίλε

και σπάραξε την αποκοτιά σου

 

Στίγματα είναι πολλά στο κορμί σου

Στίγματα άφησαν πολλά οι στοχασμοί σου

 

Γέλασε φίλε

κι είμαι κοντά σου

 

Γέλασε φίλε

και γίνομαι η σκιά σου...

 

 

Ο Σανιδόψωμος...

 Είμαι ακόμα μέσα στο στενόμακρο και μισοσκότεινο αυτό τούνελ αλλά τώρα οι φωνές έχουν σωπάσει και ενώ συνεχίζω να έρπω πλησιάζοντας με αισιοδοξία το Σειρηνόμορφο πορτοκαλί φως που συνεχίζει να πάλλεται αργά και ρυθμικά σαν τεράστια καρδιά, κάπου στ'αριστερά μου συντελείται ένα μικρό θαύμα. Η επιφάνεια του περίεργου αυτού "αγωγού" αρχίζει να αλλοιώνεται και να παίρνει συνεχώς μορφές, την μια μετά την άλλη. Εκατομμύρια πρόσωπα εναλλάσσονται σε απίστευτα γρήγορους ρυθμούς. Μόλις που προλαβαίνω να διακρίνω τον Φιντέλ Κάστρο, τον Αϊνστάιν και τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Ομως, ξαφνικά, ο "τοίχος" σταθεροποιείται στην μορφή του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, μόνο που αυτός ο Γκόρμπι είναι κατακόκκινος και έχει τρία σάπια δόντια καθώς ανοίγει το στόμα του και αρχίζει να βρίζει χυδαία στα ελληνικά. Προσπαθώ να κλείσω τ'αυτιά μου και στρέφω πάλι το κεφάλι μου εμπρός μόνο που δεν έχω υπολογίσει ότι τα χέρια και τα πόδια μου είναι δεμένα στο δάπεδο του τούνελ και δεν μπορώ να μετακινηθώ πια ούτε εκατοστό! Αμέσως μετά την συνειδητοποίηση της αιχμαλωσίας μου βγάζω μια τρομακτική κραυγή που υλοποιείται σε ένα τεράστιο χάμπουργκερ και καταβροχθίζεται με ευχαρίστηση από την πορτοκαλί οντότητα στο βάθος. Προσπαθώ να ξαναφωνάξω κι αυτή τη φορά η φωνή μου γίνεται ένα μικρό μπουτάκι από γαλοπούλα που έχει ακριβώς την ίδια κατάληξη. Είμαι σε απόγνωση και η ανημποριά μου αρχίζει να με εκνευρίζει αφάνταστα. Ξαφνικά, δεν ξέρω πως, μου'ρχεται στο νου η λέξη "ΣΑΝΙΔΟΨΩΜΟΣ" και αρχίζω να την ψελλίζω. Ω του θαύματος, ένα κοντόσωμο ανθρωπάκι, μάλλον ένας νάνος με μπλέ καπέλο, καρό πράσινο πουκάμισο και ροζ φουστίτσα, εμφανίζεται στο οπτικό που πεδίο. Είναι ένα πολύ περίεργο πλασματάκι και στα τεράστια μάτια του διακρίνω ευφυία αλλά και δυσφορία για την αναγκαστική του παρουσία εμπρός μου. Χωρίς να χάσει χρόνο, βγάζει από την μία του τσεπούλα μια μικρή καραμούζα, σαλπίζει ένα φάλτσο σκοπό και ύστερα αρχίζει να μου μιλάει με ψιλή φωνή:

            "Με λένε σανιδόψωμο κι ο Χρόνος μου είναι λίγος. Σκέψου τι θέλεις όμως μην το πεις και θα το έχεις στο λεπτό".

            Πριν καν προλάβω να αντιδράσω, τα χέρια και τα πόδια μου είναι ελεύθερα πάλι και μια θαυμάσια αίσθηση με πλημμυρίζει. Θέλω να ευχαριστήσω τον μικροσκοπικό μου λυτρωτή όμως δεν φαίνεται πουθενά. Και τότε συνεχίζω να έρπω προς το άκρο του ατέλειωτου τούνελ...

 

 Τι συμβαίνει, πες μου

κι από δάκρυα έχεις χτίσει την κραυγή σου;

 

Σπάσε μπροστά μου

το πέτρινο όχυρό σου φίλε!

 

Σπάσε αν έχεις τα κότσια

το ξύλινο φρούριο της καρδιάς σου

 

Τι έχεις φίλε

και δεν χορεύεις πια;

 

Τι σου συμβαίνει

και δεν τραγουδάς πια;

 

Στάσου μπροστά μου

και φιλόξενη κάνε τη φρίκη!

 

Στάσου δίπλα μου

και αθέατη κάνε τη φρίκη!

 

Τι έχεις φίλε

και δεν κοιτάς πια τα λουλούδια;

 

Η καλύτερή μου φίλη...

 Είμαι εσωτερικά και εξωτερικά πλημμυρισμένος απ'αυτή την απίστευτα όμορφη πορτοκαλί θάλασσα όμως τα συναισθήματά μου είναι άσχημα και γρήγορα συνειδητοποιώ το γιατί. Τούτο το φως δεν είναι φως παρά μια μάζα, μια οντότητα μοχθηρή και άθλια. Γρήγορα καταλαβαίνω πως πάλλεται γιατί με απομυζεί ενεργειακά και αισθάνομαι όλο και περισσότερο κουρασμένος. Με δυσκολία κινώ τα μέλη μου και ως και οι σκέψεις μου μοιάζουν με ενεργοβόρα πλάσματα που με εξαντλούν ολοένα και περισσότερο. Εχω αρχίσει να φοβάμαι όμως η ύλη αυτή μπαίνει μέσα απ'τους πόρους του σώματός μου και με κάνει αδρανή και ράθυμο κι έτσι αρχίζω σε λιγάκι να χαλαρώνω μέσα στην απέραντη αυτή θάλασσα πορτοκαλί θανάτου. Κι ύστερα ακούω πάλι κάποιες φωνές, ψιλές και παιδικές, μόνο που δεν έρχονται με δύναμη ως τ'αυτιά μου, με δυσκολία σχηματίζονται οι συλλαβές και εξαντλούμαι ακόμα περισσότερο να τις ακούω.

            "Σκέψου λιγάκι, μην κρυφτείς, φίλε, σκέψου..."

            "Εχεις οπλές, έχεις δόντια αιχμηρά, έχεις μάτια που βλέπουν στην νύχτα, σκέψου φίλε, μην κρυφτείς, σκέψου..."

            "Σκέψου κάτι που θα σπάσει τη σιωπή, σκέψου φίλε, κάτι έξω απ'το χρόνο, σκέψου φίλε, κάτι έξω απ'το τώρα, σκέψου, μην κρυφτείς..."

            Και με το τελευταίο ίσως μόριο ενέργειας που μου είχε απομείνει, σκέφτηκα το πρόσωπο της καλύτερής μου φίλης...

  

Τι όμορφα που θα ήταν

να είχες γεννηθεί αιώνες πριν

 

Τι όμορφα που θα ήταν

να ήσουν αγέννητος και φωτεινός

 

Αλλά δεν είσαι μοιρασμένος

είσαι απλά πολύ κουρασμένος

 

Κι όμως δεν είσαι διαμελισμένος

είσαι απλά θυμωμένος

  

Τι όμορφα που θα ήταν

να σε είχαν ξαναβαφτίσει στη φωτιά

 

Τι όμορφα που θα ήταν

να σε είχαν μεγαλώσει κάποιες νυχτωδίες

 

Κι όμως δεν είσαι σκοτωμένος

είσαι απλά ποτισμένος θάνατο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: