Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Σωκράτης, ο φαρμακεύς…

 

«…Η λέξη φαρμακός (γόης, μάγος, δηλητηριαστής), είναι συνώνυμη με τη λέξη φαρμακεύς (που ο Πλάτων χρησιμοποιεί), η οποία διαθέτει την πρωτοτυπία να έχει επικαθοριστεί από τον ελληνικό πολιτισμό με μιαν άλλη λειτουργία. Με έναν άλλο ρόλο, και ρόλο τρομερό.

Έχουν συγκρίνει το πρόσωπο του φαρμακού με έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Το κακό και το εκτός, η αποπομπή του κακού, ο εξοβελισμός του εκτός του σώματος (και εκτός) της πόλης, αυτές είναι οι δύο μείζονες σημασίες του προσώπου και της ιερουργίας.

Ο Αρποκρατίων τις περιγράφει ως εξής, σχολιάζοντας τη λέξη φαρμακός: ‘Στην Αθήνα, δυο άνθρωποι αποπέμπονταν για να καθαρθεί η πόλη. Αυτό γινόταν κατά τα Θαργήλια, έναν απέπεμπαν για τους άντρες, έναν άλλον για τις γυναίκες’. Γενικώς, οι φαρμακοί θανατώνονταν. Αλλά φαίνεται πως δεν ήταν αυτός ο ουσιαστικός σκοπός της επιχείρησης. Ο θάνατος συνήθως προερχόταν σαν δευτερογενές αποτέλεσμα ενός πολύ γερού μαστιγώματος. Που είχε σαν αρχικό στόχο τα γεννητικά όργανα. Άπαξ και οι φαρμακοί είχαν αποκοπεί από το χώρο της πόλης, τα χτυπήματα έπρεπε πλέον να διώξουν ή να προσελκύσουν το κακό έξω από τα σώματά τους. Μήπως τους έκαιγαν επίσης σαν ένα είδος καθαρμού; Στις Χιλιάδες του, αναφερόμενος σε ορισμένα αποσπάσματα του σατιρικού ποιητή Ιππώνακτα, ο Τζέτζης περιγράφει με τον ακόλουθο τρόπο την τελετή: ‘Ο φαρμακός (εν. η ιερουργία του φαρμακού) ήταν μια από τις πιο παλιές πρακτικές καθαρμού. Αν μια συμφορά έπληττε την πόλη, εκφράζοντας την οργή του θεού, λιμός, λοιμός ή κάθε άλλη καταστροφή, προσέφεραν θυσία τον άνθρωπο τον πιο άσχημο από όλους σαν ένα είδος καθαρμού και σαν ίαμα για τα δεινά της πόλης. Έκαναν τη θυσία σε έναν καθορισμένο τόπο και έδιναν στον φαρμακό με τα χέρια τους τυρί, ένα γλύκισμα από κριθάρι και σύκα, και έπειτα τον χτυπούσαν από εφτά φορές με κρεμμυδόσκιλλα, με κλαδιά από αγριοσυκιές και από άλλα άγρια φυτά. Τέλος, τον έκαιγαν σε μια πυρά από κλαδιά άγριων δέντρων και σκόρπιζαν τις στάχτες του στη θάλασσα ή τον άνεμο, σαν ένα είδος καθαρμού, όπως είπα, για τα δεινά της πόλης’.

Το ίδιον σώμα της πόλης ανασυστήνει συνεπώς την ενότητά της, ξανακλείνεται στην ασφάλεια του βαθύτερου εντός της, αποδίδει στον εαυτό της τον λόγο που τη συνδέει με τον εαυτό της μες στα όρια της αγοράς αποκλείοντας βίαια από το έδαφός της τον αντιπρόσωπο της απειλής ή της επίθεσης από το εξωτερικό. Ο αντιπρόσωπος αντιπροσωπεύει δίχως αμφιβολία την ετερότητα του κακού που έρχεται να θίξει και να μολύνει το εντός, εισβάλλοντας απρόβλεπτα στο εσωτερικό του. Αλλά τον αντιπρόσωπο του εξωτερικού τον έχει επίσης συστήσει, τον έχει εντοπίσει σύμφωνα με κανόνες η κοινότητα, τον έχει επιλέξει, αν αυτό λέγεται, μέσα από τους κόλπους της, τον έχει συντηρήσει, τον έχει θρέψει η ίδια κλπ. Είναι αυτονόητο ότι τα παράσιτα είχαν γίνει τα κατοικίδια του ζωντανού οργανισμού που τα σιτίζει με δικές του δαπάνες. ‘Οι Αθηναίοι συντηρούσαν κανονικά, με έξοδα του Κράτους, έναν ορισμένο αριθμό εκφυλισμένων και άχρηστων ατόμων, και όταν κάποια συμφορά όπως ο λοιμός, η ξηρασία, ο λιμός, έπληττε την πόλη, θυσίαζαν δυο από αυτούς τους απόκληρους ως αποδιοπομπαίους τράγους’[1]

Η τελετή του φαρμακού συνεπώς παίζεται στο όριο του εντός και του εκτός και έχει ως λειτουργία να χαράζει και να ξαναχαράζει αδιάκοπα αυτό το όριο. Intra muros /extra muros. Προέλευση της διαφοράς και της διανομής, ο φαρμακός αναπαριστάνει / αντιπροσωπεύει το κακό που ενδοβάλλεται και προβάλλεται. Είναι ευεργετικός καθόσον θεραπεύει –και γι’αυτό το λόγο τον τιμούν και τον περιβάλλουν με φροντίδες-, είναι επιβλαβής καθόσον ενσαρκώνει τις δυνάμεις του κακού –και γι’αυτό είναι επίφοβος και περιβάλλεται με προφυλάξεις. Προκαλεί αγωνία και γαλήνη. Είναι ιερός και καταραμένος. Ή σύζευξη, η coincidentia oppositorum ξηλώνεται αδιάκοπα μέσα από το πέρασμα, την απόφαση, την κρίση. Η αποπομπή του κακού και της τρέλας αποκαθιστά τη σωφροσύνη.

Ο αποκλεισμός γινόταν τις κρίσιμες στιγμές (ξηρασία, λοιμός, λιμός). Η απόφαση τότε επαναλαμβανόταν. Αλλά η διατήρηση του ελέγχου κατά την κρίσιμη στιγμή απαιτεί η έκπληξη να έχει προβλεφθεί: από τον κανόνα, το νόμο, την κανονικότητα της επανάληψης, τη σταθερή ημερομηνία. Η ιερουργία, που γινόταν στα Άβδηρα, στη Θράκη, στη Μασσαλία, κλπ, επαναλαμβανόταν στην Αθήνα κάθε χρόνο. Ακόμα και τον 5ο αιώνα. Ο Αριστοφάνης και ο Λυσίας κάνουν σαφείς υπαινιγμούς. Ο Πλάτων δεν ήταν δυνατόν να την αγνοεί.

Η ημερομηνία της τελετής είναι αξιοσημείωτη: την έκτη μέρα του μηνός Θαργηλιώνος. Είναι η μέρα που γεννήθηκε εκείνος που η θανάτωσή του –και όχι μόνον επειδή ένα φάρμακον ήταν η άμεση αιτία της- μοιάζει με τη θανάτωση ενός φαρμακού του εσωτερικού: ο Σωκράτης.

Ο Σωκράτης, ο επονομαζόμενος φαρμακεύς στους διαλόγους του Πλάτωνα, ο Σωκράτης που, ενώπιον της καταγγελίας που ασκήθηκε εναντίον του, αρνήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αποποιήθηκε τη λογογραφική προσφορά του Λυσία, ‘του πιο ικανού από τους σύγχρονους συγγραφείς’, που του είχε προτείνει να ετοιμάσει μια γραπτή απολογία, ο Σωκράτης γεννήθηκε την έκτη μέρα του μηνός Θαργηλιώνος. Ο Διογένης Λαέρτιος καταθέτει τη μαρτυρία: ‘Γεννήθηκε την έκτη μέρα του μηνός Θαργηλιώνος, τη μέρα που οι Αθηναίοι κάνουν καθαρμούς στην πόλη’…»

  

Πηγή:  Jacques Derrida, Πλάτωνος Φαρμακεία (μετ: Χ.Γ. Λάζος, εκδ. ΑΓΡΑ)

 



[1] Frazer, Le Bouc émissaire.


Σάββατο 13 Μαΐου 2023

Η περιπέτεια του Σάτνι-Χάμουα

 

«...Η κρυπτογραφία, η μαγική ιατρική και η μορφή του φιδιού έχουν συμπλεχθεί σ’ένα εκπληκτικό λαϊκό παραμύθι που μετέγραψε ο G. Maspero στο Les Contes populaires de l’Égypte ancienne. Είναι η περιπέτεια του Σάτνι-Χάμουα με τις μούμιες. Ο Σάτνι-Χάμουα, γιος ενός βασιλιά, περνούσε τον καιρό του περιφερόμενος στη μητρόπολη της Μέμφιδος για να διαβάζει τα βιβλία που ήσαν γραμμένα με την ιερή γραφή και τα βιβλία του Διπλού οίκου της ζωής. Μια μέρα, ένας ευγενής άρχισε να τον κοροϊδεύει.

-Γιατί γελάς μαζί μου;

Ο ευγενής είπε:

-Δεν γελώ καθόλου μαζί σου. Αλλά μπορώ να μη γελάω όταν σε βλέπω να χάνεις τον καιρό σου εξηγώντας γραπτά που δεν έχουν καμιά δύναμη; Αν αληθινά επιθυμείς να διαβάσεις ένα γραπτό με μαγική δύναμη, έλα μαζί μου. Θα σε πάω στο μέρους που βρίσκεται το βιβλίο που έγραψε ο Θώθ με το ίδιο του το χέρι. Αυτό το βιβλίο θα σου δώσει τέτοια δύναμη που ανώτεροί σου θα είναι μόνον οι θεοί. Εκεί είναι γραμμένες δυο μαγικές φράσεις, αν απαγγείλεις την πρώτη, θα μαγέψεις τον ουρανό, τη γη, τον κόσμο της νύχτας, τα βουνά, τα νερά. Θα καταλαβαίνεις ό,τι λένε όλα τα πτηνά του ουρανού και τα ερπετά που υπάρχουν. Θα δεις όλα τα ψάρια, γιατί μια θεϊκή δύναμη θα τα κάνει να ανέβουν στην επιφάνεια του νερού. Αν διαβάσεις τη δεύτερη φράση, ακόμα κι αν είσαι μες στον τάφο, θα ξαναπάρεις τη μορφή που είχες πάνω στη γη. Θα ιδείς ακόμα και τον ήλιο να ανεβαίνει στον ουρανό, και τον κύκλο του, τη σελήνη με τη μορφή που έχει όταν φαίνεται.

Ο Σάτνι είπε:

-Μα τη ζωή μου! Ας μου πουν τι εύχεσαι να αποκτήσεις κι εγώ θα σου το δώσω. Αλλά οδήγησέ με στο μέρος που είναι το βιβλίο!

Ο ευγενής είπε στον Σάτνι:

-Το βιβλίο για το οποίο σου μιλώ δεν είναι δικό μου. Είναι στη μέση της νεκρόπολης, στον τάφο του Νενοφερκεπτάχ, του γιου του βασιλιά Μινεμπτάχ… Όμως πρόσεχε καλά μην του πάρεις το βιβλίο, γιατί θα σε βάλει να του το ξαναφέρεις πίσω, με μια φούρκα κι ένα ραβδί στο χέρι, μ’ένα αναμμένο μαγκάλι στο κεφάλι…

Στο βάθος του τάφου, το φως ανάβλυζε από το βιβλίο. Τα ομοιώματα του βασιλιά και της οικογένειάς του ήσαν γύρω του, ‘χάρη στη δύναμη του βιβλίου του Θώθ’… Όλα αυτά επαναλαμβάνονταν. Ο Νενοφερκεπτάχ είχε ήδη ξαναζήσει ο ίδιος την ιστορία του Σάτνι. Ο ιερέας του είχε πει:

-Το βιβλίο για το οποίο σου μιλάω είναι στη μέση της θάλασσας του Κόπτου, μέσα σ’ένα σιδερένιο κιβώτιο. Το σιδερένιο κιβώτιο περιέχει ένα μπρούτζινο κιβώτιο κι αυτό περιέχει με τη σειρά του ένα κιβώτιο από ξύλο κανέλας. Το κιβώτιο από ξύλο κανέλας περιέχει ένα κιβώτιο από ελεφαντόδοντο και έβενο. Αυτό με τη σειρά του περιέχει ένα ασημένιο κιβώτιο κι αυτό, τέλος, εγκλείει ένα κιβώτιο από χρυσό… Και σε απόσταση ενός σχοίνου [μέτρο μήκους που την εποχή των Πτολεμαίων ισοδυναμούσε περίπου με 12000 βασιλικούς πήχεις των 52 εκατοστών] γύρω από το κιβώτιο μέσα στο οποίο είναι το βιβλίο υπάρχουν φίδια, σκορπιοί κάθε είδους, ερπετά και υπάρχει ένα αθάνατο φίδι τυλιγμένο γύρω απ’το κιβώτιο για το οποίο σου μιλάω.

Ύστερα από τρεις προσπάθειες, ο ασύνετος ήρωας σκοτώνει το φίδι, πίνει το βιβλίο διαλυμένο μέσα σ’ένα είδος μπίρας και αποκτά έτσι την απεριόριστη γνώση. Ο Θώθ τότε προσφεύγει στον Ρα και προκαλεί τις χειρότερες τιμωρίες…»

 

 Πηγή: Jacques Derrida, Πλάτωνος Φαρμακεία (μετ: Χ.Γ. Λάζος, εκδ. ΑΓΡΑ)

Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

Αρθούρος Ρεμπώ

 Έγραφα σιωπές, νύχτες, σημείωνα το ανέκφραστο. 

Ακινητοποιούσα ιλίγγους...






Ξαναβρέθηκε! Τι;
Η αιωνιότη.
Είν'η θάλασσα μιχτή
Με τον ήλιο.

Ψυχή μου αθάνατη
Κράτα το τάμα σου
Κι άσε τη νύχτα μόνη
Και τη μέρα να φλέγεται

Λοιπόν λυτρώνεσαι
Από τις εκλογές του ανθρώπου
Απ'τις κοινές λαχτάρες
Πετάς σαν το...

-Ποτέ πια απαντοχή
Αίνος ποτέ
Υπομονή και γνώση
Σίγουρο το μαρτύριο

Δεν έχει επαύριο
Σατινένιες θρακιές
Η φλόγα σας
Λέγεται χρέος

Ξαναβρέθηκε! Τι;
Η αιωνιότη
Είν'η θάλασσα μιχτή
με τον ήλιο

(Αλχημεία του λόγου)

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

 


Άνοιξη του ‘45

(Αποσπάσματα από ένα φανταστικό ημερολόγιο)


…Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι μας απειλούν… δυόμισι εκατομμύρια οικογένειες προσδοκούν ένα γρήγορο τέλος, ένα τέλος πάνω από τα σώματά μας, προσδοκούν το θάνατό μας. Με τα μαύρα, πεινασμένα μάτια τους, δεν μας βλέπουν ηττημένους, μας βλέπουν κιόλας νεκρούς. Γιατί εμείς τους φέραμε το Χάρο πάνω απ’τα κεφάλια τους, εμείς τους αρπάξαμε τα αγόρια απ’τα σπίτια και τα σωριάσαμε κουβάρια σε φριχτές χωματερές στο Στάλινγκραντ και στο Χάρκοβο και στο Λένινγκραντ και αλλού. Εμείς βιάσαμε τα κορίτσια τους και εμείς σπάσαμε στους τοίχους τα κεφαλάκια των μικρών παιδιών τους. Εμείς τους φέραμε το θανατικό και τη τρέλα. Και τώρα, δυόμισι εκατομμύρια Ρωσομογγόλοι αφιονισμένοι, αγριεμένοι και γεμάτοι εκδίκηση, περιμένουν ένα σήμα για να διαβούν τον ποταμό Όντερ και να μας πνίξουν στο αίμα μας…
…Τούτη η Άνοιξη δεν μοιάζει με καμιά άλλη…
…Μας λένε να μην φοβόμαστε, μας λένε ότι το Ράιχ δεν πέθανε, είναι ανίκητο, δεν θα λυγίσει ποτέ κάτω από τις βρομερές ερπύστριες των πεινασμένων Ρώσων. Μας λένε πως ο Φύρερ δεν θα μας εγκαταλείψει, πως ετοιμάζει τα μυστικά του όπλα και θα συντρίψει τον Ζούκοφ και τον Κόνιεφ και τους Αμερικανούς που κοντοζυγώνουν στην πρωτεύουσα. Μας λένε να μην φοβόμαστε γιατί ο Φύρερ υποσχέθηκε ένα ένδοξο μέλλον για τα παιδιά μας και ως σήμερα τις κράτησε όλες τις υποσχέσεις του…
…Μέχρι προχτές μας βομβάρδιζαν οι Σύμμαχοι. Τώρα μας λιώνουν και οι Σοβιετικοί. Πόσο θα αντέξουμε; Όμορφο Βερολίνο, μοιάζεις πια με ένα κακάσχημο φάντασμα και δεν γοητεύεις κανέναν. Μακάρι να μην σε είχε δει κανείς στις δόξες σου…
…Τέλη Απρίλη. Αύριο, μεθαύριο θα δούμε κι εμείς τα φοβερά Ρώσικα τανκς. Μα δεν με απασχολεί πια τίποτε άλλο εκτός από την πείνα. Είδα την Ματίλντε σήμερα τουμπανιασμένη στο δρόμο. Με δυσκολία τη γνώρισα έτσι όπως είχε παραμορφωθεί. Η Μάτι… που ήταν η πιο ροδαλή στη γειτονιά κι όταν ο πατέρας της έκανε την γιορτή των αρραβώνων της με τον Κουρτ που υπηρετούσε στα τανκς του Γκουντέριαν, όλοι της έλεγαν να χάσει κανένα κιλό για να είναι πιο όμορφη. Και πέθανε από την πείνα. Κατέρρευσε ξαφνικά στη μέση του δρόμου και δεν την μάζεψε κανείς. Μα κι εγώ δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ. Μακάρι να φύγω στον ύπνο μου, όσο μπορεί να κοιμηθεί κανείς δηλαδή μέσα στους βομβαρδισμούς…
…Είμαι η Μαρία Νόισλερ, του Φράντς και της Ελένα, να το επαναλαμβάνω συνέχεια, να μην ξεχάσω ποια είμαι, είμαι η Μαρία Νόισλερ, 20 ετών, κόρη του Συνταγματάρχη Φραντς Νόισλερ που χάθηκε στο Στάλινγκραντ μαζί με την 6η Στρατιά του Πάουλους και της Ελένα Νόισλερ που χάθηκε στο Κένινγκσμπεργκ όταν μπήκαν οι Ρώσοι και κανείς δεν ξέρει που είναι… αχ, μητέρα που να βρίσκεσαι κι εσύ…
…Μέσα στις τρομερές παραισθήσεις που έχω από την εξάντληση, μου ήρθε στο σπίτι και ο μικρός Ράινερ, ο γιος του Ταγματάρχη Ρος. Μου ζήτησε να τον κρύψω γιατί τον κυνηγούν από την Διοίκηση επειδή τον βρήκαν να κρύβεται σε κάτι χαλάσματα στην Βίλχελμστράσσε. Τι ζητούν από ένα 15χρονο παιδί; Να γίνει ολοκαύτωμα για το παραλήρημά τους; Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν τελειώσει. Ευτυχώς ο μικρός μου έφερε λίγο ψωμί και ζάχαρη και θα συνέλθω. Αποφάσισα να τον κρατήσω στο σπίτι. Οι Ρος ήταν φίλοι του πατέρα. Κι ό,τι γίνει. Άλλωστε, δεν με ενδιαφέρει πια…Τίποτα δεν μ’ενδιαφέρει πια… Με δυσκολία γράφω και τούτες τις γραμμές. Για ποιον άραγε;…
…Τρία κτήνη βίασαν την κυρία Βέρνερ, του 3ου πατώματος. Μπροστά στο παιδί της. Κι ύστερα της έχωσαν μέσα της μια μολότωφ και την έκαψαν ζωντανή, γελώντας απαίσια. Κτήνη, βάρβαρα γουρούνια! Όλες οι γυναίκες βάζουν κάρβουνο στο πρόσωπο και μαντήλια στα κεφάλια τους για να μην δίνουν στόχο στα μεθυσμένα ανθρωποειδή του Στάλιν αλλά δεν μπορεί τίποτα να σε φυλάξει από το κακό. Ώστε αυτά που ακούγαμε για το Κένινγκσπεργκ είναι αληθινά. Θεέ μου, ας μην δείξει ο διάβολος την δική μου πόρτα στα κτήνη αυτά…
          …Ο μικρός Ρος είναι θησαυρός. Έκλεψε από τους Ρώσους λαρδί και ψωμί και λίγες σοκολάτες και αρχίζω να ελπίζω πως θα τα καταφέρουμε. Μάθαμε ότι ο Φύρερ έδωσε τέλος στη ζωή του μαζί με την Εύα Μπράουν, στο Φύρερμπούνκερ. Μετά τους έκαψαν στον κήπο της Καγκελαρίας. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Κανείς δεν δίνει πια σημασία σε όσα λένε από δω κι από κει. Ίσως να είναι ψέματα. Ο κος Μέλτερ, ο συγγραφέας, μου είπε πως είναι αδύνατον ένα ανθρωπάκι όπως ο Χίτλερ να βρήκε το κουράγιο να αυτοκτονήσει. Σίγουρα το έσκασε μαζί με το χρυσάφι των Εβραίων και θα ζήσει ζωή χαρισάμενη σε κάποια άλλη ήπειρο, μακριά από όλους και απ’όλα. Και δεν θα τον βρούμε ποτέ. Ίσως μάλιστα να είναι σχέδιο των Εγγλέζων και του Τρούμαν. Δεν ξέρω τι είναι αλήθεια και τι ψέματα. Το μόνο που ελπίζω είναι να σταματήσουν οι βόμβες και οι οβίδες να σκάνε στα κεφάλια μας. Να συνθηκολογήσουμε, επιτέλους, να συνθηκολογήσουμε…
           …Έχω φτάσει πια στα όριά μου. Δεν αντέχω άλλο, με δυσκολία περπατάω. Ο μικρός Ρος εξαφανίστηκε, μαζί και η λίγη τροφή που μας εξασφάλιζε. Το απόγευμα χτύπησαν την πόρτα, δεν ξέρω ποιοι ήταν, δεν επέμειναν. Ίσως να ήταν Ρώσοι που ψάχνουν για κρυμμένους στρατιώτες. Ήμουν ξαπλωμένη, δεν σηκώνομαι για κανέναν λόγο πια. Το ξέρω πως θα πεθάνω εδώ, σ’αυτό το κρεβάτι, το κρεβάτι που κάποτε κοίμιζε τον αδελφό μου πριν χαθεί σε κάποιο σκοτεινό βυθό στα υποβρύχια. Είναι πιο ωραία εδώ από το δικό μου δωμάτιο που έχει μισογκρεμιστεί. Τίποτε δεν έχει μείνει πια από το σπίτι. Κι αν ζήσω ακόμα δεν θα έχω τίποτα να περιμένω. Καλύτερα να πεθάνω. Πάνω στο κρεβάτι αυτό…
          …Και ξαφνικά τόση ησυχία…
…Ακούω από τα μεγάφωνα τις φωνές σαν να είναι μέσα σε σπηλιά… Να παραδοθούν όσοι ακόμη πολεμούν, συνθηκολογήσαμε, περιορισμοί στην κυκλοφορία. Δεν θα υπάρξουν άλλοι βομβαρδισμοί. Μαρία Νόισλερ, είσαι τυχερή, είσαι ζωντανή! Κι όμως, δεν γλίτωσες…
…Οι τελευταίες μου σκέψεις είναι για τον Τόνι, τον καλό μου γαλανομάτη αγαπημένο των εφηβικών μου χρόνων στην Φρανκφούρτη, στο σπίτι της γιαγιάς Έλσας… Θέλω να χαθώ μέσα στο μεγάλο, φωτεινό του χαμόγελο καθώς με κοιτούσε, με αγκάλιαζε και με φιλούσε. ‘Μαρία θα σε παντρευτώ μια μέρα’, μου έλεγε και τον κορόιδευα. Δεν πρόλαβες Τόνι, χάθηκες κι εσύ στον Βόλγα κάποιο πρωινό από μια σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή που διαπέρασε το κράνος σου και σε άφησε στο τόπο… Ούτε κι εγώ πρόλαβα Τόνι. Δεν με βρήκε η σφαίρα κανενός Ρώσου, με νίκησε η πείνα και οι αρρώστιες...νικήθηκα κι εγώ, έπεσα όπως το Βερολίνο...
...χαλάσματα κι ερείπια κι εγώ…
…Αντίο…


Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Horror vacui...

 
 

Σ

ε αυτή τη διάσταση που έχει κατισχύσει η σιωπή, όλα εργάζονται πια ένα αλλόκοτο φως. Κι αυτή αναδεικνύεται και πάλλεται ως η μοχθηρή ομορφιά τους. Καθώς τούτη η σιωπή δεν μοιάζει με καμιά άλλη που γνώρισε ποτέ έλλογο ον, είναι ταυτόχρονα δεσμός και ελευθερία, νόσος και θεραπεία, οίηση και ταπεινότητα. Σε τούτη τη διάσταση που τρόμος του κενού έχει αντικατασταθεί μέσα από μια μετουσίωση και μεταστοιχείωση σε τρόμο της απουσίας του κενού, όλα μοιάζουν να συνομιλούν με όλα. Συνομιλούν όμως μονάχα μέσα στον πανικό της φανέρωσής τους. Και η φανέρωσή τους, μέσα σε αυτό το αλλόμορφο φως που δεν είναι λευκό αλλά υποκρίνεται θαυμάσια τη λευκότητα και την ενδύεται χωρίς καμιά ενδοστρέφεια αλλά με την πεποίθηση και την βεβαιότητα του θριαμβευτή, ανάβει και σβήνει, έρχεται και φεύγει, απλώνεται και συρρικνώνεται. Διαρκώς. Σε μια ατελεύτητη διαλεκτική του κενού και της απουσίας του κενού.

Κανείς δεν θα γνωρίζει σε λίγο ποιο είναι τι και πώς γεννήθηκε το κάθε τι. Αυτός είναι ο υπέρτατος τρόμος. Να απολέσεις όλες τις αναφορές σου.

Κι αυτή είναι η ύστατη και υπέρ-ύστατη ελευθερία. Να ελευθερωθείς από τις αναφορές σου.

Και κανείς δεν θα μάχεται πια σε λίγο για τις πτυχώσεις του Αχανούς που κάποτε ρυτίδωναν την ύπαρξη με ρίγη ομορφιάς. Ομορφιά θα είναι πια το απόλυτο κενό.

Και κανείς δεν θα μπορεί να δει αλλιώς, να θαυμάσει αλλιώς, να απορήσει αλλιώς, να ερωτευτεί αλλιώς, να πεθάνει αλλιώς.

Άλλωστε ο θάνατος θα είναι σε πλήρη συμφωνία με την μεταξίωση των αξιών και την εγκαθιδρυμένη και ιερή και όσια κενότητα, η πλήρης και απόλυτη και οντική κατάφαση πως ο τρόμος του κενού αφανίστηκε.

Και τίποτε δεν μπορεί να πλημμυρίσει τον χώρο και τον χρόνο άλλο από το κενό.

Και τα πάντα, το κάθε τι ξεχωριστά μα και όλα σε μια αρμονική συμφωνία, θα ανασαίνουν ελεύθερα, ηδονικά, στους λυγρούς αιώνες που αργοσέρνονται, την υπο-μηδαμινότητά τους… την ασημαντότητά τους, την ουδενότητά τους… την ανυπαρξία τους… την υπέροχη και όλβια και λιπαρή ανυπαρξία τους...
 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2023

Δριμιά Ανάγκη

 



Εμείς, εδώ
στη Μεγάλη Μοναξιά
συζητούμε για σένα
κατεβήκαμε απ’το όνειρο
μ’ένα κομμάτι ουρανό
και γίναμε μια δρασκελιά φωτός
στο μαύρο χώμα

Σφυροκοπάει το μάταιο
τη ζωή στις φλέβες μας
αγγίζουμε τα νιάτα στη σάρκα
και γίνεται χρόνος
και χάνεται

λαμποκοπάει το μέταλλο του πόνου
παίρνει κεφάλια κάθε μέρα
κάθε λεπτό
ο Λήσταρχος που φλέγεται από πόθο
για το χαμόγελό μας

φωτιά και ύαινες
και άρπαγες και οιμωγές
και στερεώματα οργωμένα από βλέμματα
και προσευχές ιερές
κατάρες, φονικά
και αγκαλιές σαν ξέφωτα ήλιου

πλούσιο το τραπέζι μας…

Εμείς, εδώ
στη Δριμιά Ανάγκη
κάθε πρωινό συνωμοτούμε
κι εργαζόμαστε
το θάνατό σου

και κάθε βράδυ
σε γιορτάζουμε
κάνουμε έρωτα τον Έρωτα
και απλωνόμαστε

και το Όνειρο εκείνο
όνειρο κάνουμε
και μέσα του ξεχνιόμαστε…



Yosemite Spring

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023

Καταχνιά

 

 Brothers By Hans Wolfgang Müller

 
 

Πώς έγινε αλήθεια

έτσι να ζήσουμε

που είχαμε

το κάθε μας λεπτό

τόσο ακριβό

[και μυστικά]

τόσο μεγάλο

που το γνωρίζαμε μονάχα εμείς οι δυο

και συνωμοτικά γελούσαμε

με κάθε νέα ρυτίδα στον καθρέφτη

 

που είχαμε τόσο ανεπίγνωστη

της μοναξιάς τη δήωση

που την επικαλούμασταν

κρυφά μα διαρκώς

κάποτε κάποτε μάλιστα

σαν εξαρτημένοι

που τρέφονται μονάχα

απ’την καταχνιά τους

 

και πώς έγινε αλήθεια

να βγαίνω απ’το σπίτι αυτό

λαθραία σχεδόν

κάθε πρωί

με το αβέβαιο βάδισμα

ενός ανθρώπου που δεν ξέρει

αν ο ήλιος που πάνω του λάμπει

μπορεί να τον κάψει

ή να τον θεραπεύσει

 

να τον διαλύσει σε στάχτες

ή να τον γεννήσει ξανά…

 

μακάρι να μην πίστευα τόσο

αδελφέ μου

στη μαγεία των λέξεων

αληθινά στο λέω

 

ίσως τώρα να ήσουν δίπλα μου

εδώ

 

κι εγώ ας έμενα για πάντα πλέον

στη σιωπή…

 

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

Μέγας γαρ ο αγών...

 

  

Μέγας γαρ … ο αγών, ω φίλε Γλαύκων, μέγας, ούχ όσος δοκεί, το χρηστόν ή κακόν γενέσθαι, ώστε ούτε τιμή επαρθέντα ούτε χρήμασιν ούτε αρχή ουδεμιά ουδέ γε ποιητική άξιον αμελήσαι δικαιοσύνης τε και της άλλης αρετής…

[Γιατί είναι μεγάλος ο αγώνας, αγαπητέ μου Γλαύκων, μεγάλος όσο δεν φαντάζεσαι, αν θα γίνει κανείς καλός ή κακός, τόσο που ούτε από τιμές αξίζει να παρασυρθεί ούτε από χρήματα ούτε από αξιώματα ούτε κι από την ίδια την ποίηση, και να παραμελήσει τη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές…]

 Πλάτων, Πολιτεία [608b]

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

[Σοφοίς χρώ]... ως πότε;

Αυτός εδώ ο τόπος που εμείς οι… φρέσκοι ζούμε και αναπνέουμε, κάνουμε τα πρώτα μας βήματα, σπουδάζουμε, ερωτευόμαστε, παντρευόμαστε, κάνουμε παιδιά και τα μεγαλώνουμε με διαρκείς αυτοσχεδιασμούς αλλά στην καλύτερη περίπτωση με περίσσεια αγάπης, στη χειρότερη κακοποιώντας τα σωματοπνευματικώς, γερνάμε και πεθαίνουμε, δεν ήταν πάντοτε ένας τόπος φαιδρότητας, ανοησίας και κάθε λογής τενεκέδων ξεγάνωτων και βλακο-χαζο-ηλίθιων που παρελαύνουν νυχθημερόν από τους δέκτες τηλεοράσεων ή τα σόσιαλ ή δεν ξέρω από που αλλού διαμορφώνοντας συνειδήσεις και επηρεάζοντας τάσεις, μόδες και όλα τα σχετικά και συνήθως ελεεινά.

Κάποτε ζούσαν και δρούσαν και δίδασκαν γίγαντες σε αυτόν τον τόπο. Γίγαντες που θεμελίωσαν αυτό που σήμερα αποκαλείται ‘δυτικός τρόπος ζωής’, ή ελληνορωμαϊκό μοντέλο διοίκησης και χάραξαν νοοτροπίες, φιλοσοφικές οδούς και ατραπούς, φιλοτέχνησαν στερεώματα και σύμπαντα αξεπέραστου κάλλους.

Και ευτυχώς, μπορεί ακόμα, αν κανείς πνίγεται από τη δυσοσμία ή την βλακεία που τον περιζώνει και του σφίγγει σα θηλιά το λαιμό, να κάνει μια βουτιά σε τούτο τον ωκεανό σοφίας και να… ξεπλυθεί.

Ως πότε όμως; 


 

Ιωάννη Στοβαίου, Ανθολόγιον [Σωσιάδου των επτά σοφών υποθήκαι]