Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Πώς μπορώ να ξέρω τι Θέλω αν δεν ξέρω ποιος Είμαι;



Κάποτε ο σκηνοθέτης Ρενέ Ζυμπέρ είχε απευθύνει στον μεγάλο Γκεόργκι Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (τον οποίο είχε γνωρίσει στο Παρίσι την περίοδο της γερμανικής κατοχής και υπήρξε μαθητής του) το ερώτημα 'Ποιος είσαι κύριε Γκουρτζίεφ;' για να εισπράξει αμέσως την απάντηση: 'Κι εσύ; Ποιος είσαι εσύ;'
Οι γνωστοί και άγνωστοι αληθινοί διδάσκαλοι της Ατραπού δεν προχωρούν ούτε βήμα παρακάτω όταν έχουν να κάνουν με την άγνοια ως υπέδαφος ή ως βάση εργασίας. Ναι, ακόμη και ως υπέδαφος η άγνοια του εαυτού είναι τόσο καταλυτικός παράγων που στην ουσία δεν έχει νόημα να ξεκινήσεις την παραμικρή ουσιαστική εργασία. Γιατί είναι σα να εργάζεσαι με έναν άλλο, έναν άγνωστο, έναν ξένο. Πρώτα θα πρέπει να γίνουν οι... συστάσεις, ύστερα να αρχίσει η εσωτερική χαρτογράφηση και κάποια στιγμή, η εργασία ξεκινά... η βαθύτερη εργασία δηλαδή κι όχι αυτή που εσύ, μέσα στην τυφλότητά σου νομίζεις ότι πρέπει να ξεκινήσει.
Δεν είναι καθόλου σπάνιο, σ'αυτό ακριβώς το πεδίο ο διδάσκαλος να χρησιμοποιήσει πολλά και... διασκεδαστικά τρικ για να επιτύχει αυτό που θέλει. Εσύ τον ρωτάς για την ύπαρξη, το είναι και το θεό κι αυτός σου λέει να πας στον κήπο και να σκάψεις λάκκους μέχρι να βγουν κάλοι στα χέρια σου. Εσύ επιμένεις να τον ρωτάς τι είναι ο χρόνος και σε τι διαφέρει το αληθινό από το πραγματικό κι αυτός σε στέλνει στην κουζίνα να βοηθάς με τη λάντζα... ένας πλήρης αποπροσανατολισμός δηλαδή... επιφανειακά βέβαια. Γιατί ο δάσκαλος γι αυτό υπάρχει κι εκεί έγκειται η όποια αξία του. Να μην είναι αυτό που θέλεις εσύ. Να μην είναι η προβολή των φαντασιώσεών σου. Να μην είναι αυτός που θα σε πάρει απ'το χεράκι για να σε οδηγήσει στα Μεγάλα Μυστήρια και να σε περιμένει μετά απ'έξω, σαν καλός μπαμπάς, να σε παραλάβει και να σου χαϊδέψει στοργικά το κεφάλι.
Ο Νίτσε έλεγε πως ο αληθινός φίλος είναι ένα σκληρό στρώμα κι όχι αυτό που θα βυθιστείς τεμπέλικα και θα πλαδαρέψεις με την ησυχία σου. Ο αληθινός διδάσκαλος δεν είναι η ησυχία σου, είναι η ανησυχία σου. Δεν είναι το τέλος της αγωνίας σου, είναι η αγωνία σου. Δεν είναι ο κόλακας φίλος, ο τρυφερός παππούς, ο χαμογελαστός γερούλης που θα σε κανακεύει και θα σου λέει συνέχει πως 'όλα θα πάνε καλά'. Είναι ο... τύραννός σου. Ο πονοκέφαλος και ο θυμός σου. Αν βρεις στο μονοπάτι κάποιον που δεν είναι έτσι, καλύτερα σήκω και φύγε. Γιατί εκεί που βρίσκεσαι άλλα ζητούν και περιμένουν από σένα. Και δεν δίνουν δεκάρα για σένα.
Ο μέγιστος Πυθαγόρας, στο περίφημο Ομακοείο του, επέβαλλε στους νεοφερμένους μια βασανιστική και τυραννική περίοδο πενταετούς σιγής. Γι αυτό και ως γνωστόν αποκαλούνταν Ακροαταί ή Ακουσματικοί. Έπρεπε να συμπληρωθούν λοιπόν πέντε ολόκληρα χρόνια για να μπορέσει ο μαθητής -δόκιμος αδελφός και μύστης- να μπορεί να αρθρώσει σκέψεις, απόψεις και θέσεις επί μυητικών θεμάτων. Δεν ήταν μια περίοδος απόλυτης αλαλίας όπως κάποιοι έχουν βλακωδώς γράψει. Ο Πυθαγόρας δεν αναζητούσε... μουγκούς στη σχολή του, η σιγή ήταν σχετική με τα ζητήματα που συζητούνταν, τις διδασκαλίες, τη μυστική γνώση που μοιράζονταν οι αδελφοί του Ομακοείου. Ο δόκιμος νεόφυτος είχε την μοναδική ευκαιρία, αφού είχε γίνει κατ'αρχήν δεκτός, να γίνει κοινωνός ενός τρόπου ζωής και διδασκαλιών που ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο είχαν καν ακούσει. Ταυτόχρονα ήταν η σπάνια ευκαιρία του να εργαστεί με τον εαυτό, να στρέψει το βλέμμα εντός, να πάψει να φλυαρεί, να θορυβεί και να μεγαλαυχεί και να επικεντρωθεί στα ουσιώδη και μείζονα ζητήματα της ύπαρξης και της ζωής. Μετά από την συμπλήρωση αυτής της περιόδου, έτσι κι αλλιώς θα ήταν πλέον ένας άλλος σε σχέση με αυτόν που αιτήθηκε την εισδοχή του στον κύκλο των Πυθαγορείων. Και έτσι, αν είχε αντέξει όλη αυτή την μακρόχρονη δοκιμασία και είχε καρπούς η εργασία του, στην ουσία πολύ λίγα θα είχε πια να πει. Και πολύ βαθύτερου περιεχομένου βέβαια.
Μερικοί πιστεύουν ότι οι μυητικές αδελφότητες έκρυβαν τα πάντα και ήταν βυθισμένες σε μια θάλασσα μυστικοπάθειας και διαρκούς εσωστρέφειας. Η πραγματικότητα νομίζω είναι διαφορετική. Αυτό που συνέβαινε είναι αυτό που συμβαίνει με κάθε οικογένεια. Τα ιερά μυστικά που δένουν και συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας δεν κοινοποιούνται, προστατεύονται για να προστατεύουν... Όσο 'μυστικοπαθής' και 'φιλομυστήριος' είναι ο πατέρας μιας οικογένειας άλλο τόσο είναι και ο ηγήτωρ μιας μυητικής αδελφότητας. Και αν το κόστος της έκθεσης στην πρώτη περίπτωση μπορεί να είναι σχετικό και με βλάβες που επανορθώνονται, στην δεύτερη περίπτωση μπορεί να σημαίνει τον αφανισμό μιας ολόκληρης παράδοσης, με την έννοια της βίαιης διακοπής του νήματος, του σπασίματος της αλύσου. Το κόστος είναι βαρύ και κάποιες φορές ιστορικά ανεπανόρθωτες οι βλάβες για γενιές ολόκληρες. Γνωρίζουμε πως αδελφότητες και τάγματα εξαφανίστηκαν για πολλά χρόνια ακόμα και για αιώνες επειδή κάποιοι πρόδωσαν την ιερή σχέση τους με τους αδελφούς τους και μόλυναν τους όρκους σιγής τους.
Για να το αντιληφθεί καλύτερα κάποιος αυτό ας αναφερθεί το εξής σχήμα: Αν μπορούν να διακριθούν οι σχέσεις σε Σχέσεις Αίματος, Σχέσεις Σπέρματος, Σχέσεις Πνεύματος, όλες ιερές και απαραβίαστες, οι σχέσεις των αδελφών της Αλύσου είναι Σχέσεις Ύπαρξης, Σχέσεις του Είναι, προσωπικά θα έλεγα πως μονάχα με το Αχανές μπορεί να συγκριθεί ποιοτικά η σχέση που αναπτύσσεται στην Άλυσο. Έχουν ως άξονες το Άπειρο, το Ιερό και το Άχρονο. Όμως, στο γήινο πεδίο, στο πεδίο εκδήλωσης όπου ο χονδροειδής μας φορέας έχει τον πρώτο λόγο -ώσπου να ολοκληρωθεί το μυητικό έργο- ο άνθρωπος είναι ευαίσθητος, ευόλισθος και ασταθής. Έτσι λοιπόν, η μόνη προστασία απέναντι στην ίδια την ατέλειά μας, είναι εργαλεία της ατέλειάς μας: ο φόβος, η απαγόρευση, η 'στρατιωτική' πειθαρχία. Εξωτερικά εργαλεία και ασπίδες για την προστασία του εσωτερικού έργου. Ποιος μπορεί να έχει αντίρρηση; Όταν υπάρχουν παράλογα μέτρα και απόρθητα θησαυροφυλάκια για τις 'πολύτιμες' πέτρες αυτού του πλανήτη, γιατί μας ενοχλεί που κάποιοι προσπαθούν να προστατεύσουν τα πνευματικά διαμάντια της άρρητης γνώσης του κόσμου;
Για τον πνευματικό δάσκαλο, ο κάθε 'μαθητής' είναι ένα ακατέργαστο διαμάντι. Ο ίδιος ο δόκιμος δεν το γνωρίζει ακόμα, η αρχαία φωνή δεν έχει γίνει τόσο δυνατή. Έχει τις ποιότητές της κάποιες στιγμές, 'συναισθάνεται' ή 'αντιλαμβάνεται' κάποιες δονήσεις αλλά αγνοεί και την πηγή και τη δύναμή της. Αγνοεί φυσικά και την αποστολή του, το ποιος πραγματικά είναι. Ξυπνάει, εργάζεται, τρώει, κάνει οικογένεια, κάνει παιδιά, κάνει λεφτά, κυνηγάει χίμαιρες, παλεύει για την κοινωνική καταξίωση, γερνάει και πεθαίνει μέσα στην άγνοια. Μια μηχανή που δεν μπόρεσε ποτέ να αυτο-συνειδητοποιηθεί. Μπορεί να εκλεπτύνθηκε μέσα στους αιώνες αλλά παρέμεινε μηχανή. Εξελίχθηκε χωρίς να αναπτυχθεί, καθώς θα έλεγε και ο μεγάλος Γκουρτζίεφ. Γιατί η ανάπτυξη σημαίνει πως αποκτάς γνώση, σιγά σιγά, σταδιακά κι άλλοτε αιφνίδια και αποκαλυπτικά της ίδιας της μηχανής. Έχεις εποπτεία της μηχανής... και έτσι μόνο παύεις να είσαι μηχανή. Ξεπερνάς τη μηχανή, απο-μηχανοποιείσαι. Χρησιμοποιείς τη μηχανή αλλά έχεις πλέον αποταυτιστεί. Αυτό είναι μέρος της ανάπτυξής σου. Μικρό αλλά απαραίτητο.
Η εξέλιξη συμβαίνει και χωρίς εσένα. Για την ακρίβεια, δεν θα ρωτήσει ποτέ εσένα. Συνέβαινε επί χιλιετηρίδες και αιώνες και είναι ένα βουβό κύμα που πάει μπροστά. Αλλά εσύ δεν συμμετέχεις, δεν καθορίζεις τίποτα. Μπορείς όμως να έχεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη. Στη δική σου ανάπτυξη. Κατά καιρούς αυτή η λέξη έχει ειπωθεί αλλιώς: Μύηση, Εργασία, Έργο (Opus), Άνοδος, κλπ.
Και χωρίς αυτό το μακρύ και ανηφορικό ταξίδι στο Όρος του Εαυτού, δεν μπορείς να έχεις θέαση του ποιος είσαι. Γιατί αν ξέρεις ποιος είσαι τότε έχεις απαντήσει σχεδόν στα πάντα. Τα ερωτήματα παύουν, ησυχάζουν, τελειώνουν.
Και τότε ξέρεις τι πραγματικά Θέλεις. Όχι τι επιθυμείς, τι ορέγεσαι, τι σε έλκει, τι σε ηδονίζει... αλλά τι Θέλεις.
Όσο είσαι ακόμα στους πρόποδες, ομοεπίπεδος και αιχμάλωτος της μερικότητας, των πραγματικοτήτων του νου, του θορύβου της δραστηριότητας, της μέριμνας και της διαρκούς κίνησης προς το ασήμαντο, αν δηλαδή, δεν ξέρεις ποιος είσαι, πώς μπορείς να ξέρεις τι Θέλεις;
Νομίζεις ότι ξέρεις αλλά δεν ξέρεις τίποτα.
Νομίζεις ότι βλέπεις αλλά είσαι τυφλός σαν κουτάβι.
Νομίζεις ότι ορίζεις τα πράγματα αλλά είσαι μια θλιβερή μαριονέτα στο κουκλοθέατρο της Ειμαρμένης.
Και ανασαίνεις το πεπερασμένο σου σα να είναι η αιωνιότητα... ενώ κάθε στιγμή που περνάει ζυγώνεις όλο και πιο κοντά στον αφανισμό σου...


(πιθανώς να έχει και συνέχεια)