Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

τροχιές...



ήταν ένας αναπτήρας zippo... τον θυμάμαι... ένας μαύρος αναπτήρας με μια λευκή σταμπαρισμένη νεκροκεφαλή... τον είχα αγοράσει από το κυλικείο (που είχε και μια μικρή 'μπουτίκ' με ναυτικά είδη) του Κέντρου Προπαίδευσης του Πόρου εκείνες τις πρώτες παράξενες ημέρες της θητείας... στην ουσία δεν τον είχα χρησιμοποιήσει ποτέ... το συνήθιζα να αγοράζω μικρά αντικείμενα που κάτι 'μου έλεγαν' στο μάτι έστω κι αν ποτέ στην ουσία δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό... ο συγκεκριμένος αναπτήρας είχε μια ωραία 'ματ' επίστρωση κάτω από το υπόλευκο σχέδιο της πειρατικής νεκροκεφαλής και μάλλον αυτό ήταν που μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον... ίσως... ίσως ήταν απλά και μια προσπάθεια καταναλωτικής εκτόνωσης της αμηχανίας και της νευρικότητας εκείνων των ημερών της γενικής αναστάτωσης στη ζωή μου...

όταν πήγα κάμποσο καιρό αργότερα στο 'Αβέρωφ' για να ξεκινήσει η κανονική μου θητεία, ο μικρός αναπτήρας ήταν πάντα κοντά μου... πήγαινε από τσέπη σε τσέπη, από σάκο σε σάκο, από ερμάριο σε ερμάριο... δεν χάθηκε ποτέ... περιέργως... κι ας τον είχα σχεδόν σε αχρηστία... μερικά πράγματα τελικά επιμένουν να μας ακολουθούν με μια μυστηριώδη εμμονή...

ίσως γιατί περιμένουν
περιμένουν τη στιγμή που θα βρούν τον κατάλληλο κάτοχο…

ο Αχιλλέας ήταν ο 'Η' (Ηλ/γος) του πλοίου... ένας από τους ναύτες με αυτή την ειδικότητα... και ήταν ένα μοναχικό παιδί... κοιμόταν τον περισσότερο καιρό στη κουκέτα από πάνω μου... δεν τον συναναστρέφονταν πολλοί και μάλλον από δική του επιλογή δεν βρισκόταν σε ιδιαίτερη συνάφεια με κανέναν… ένας από τους ανθρώπους εκείνους που περισσότερο σου μένουν στη μνήμη για την 'απουσία' τους παρά για την παρουσία τους... όταν είσαι παρατηρητικός βέβαια... ή ίσως κι όταν έχεις μια ανεπτυγμένη αίσθηση συντροφικότητας, ειδικά κάτω από ανάλογες συνθήκες υποχρεωτικής συμβίωσης...

τον συμπαθούσα τον Αχιλλέα… θα έλεγα κάτι παραπάνω, τον εκτιμούσα, τον σεβόμουν και ως υπεύθυνος του Οπλονομείου προσπαθούσα, όσο μπορούσα, να τον έχω σε 'ξεκούραστες' βάρδιες χωρίς να αδικώ ή να ρίχνω κανέναν... τον συμπαθούσα γιατί ήταν σιωπηλός, έκανε τη δουλειά του, δεν ζητούσε την εξαίρεση ποτέ, δεν γόγγυζε, δεν ενοχλούσε...  κι είχε κι εκείνο το συρτό βήμα που το άκουγες από μακριά και ήξερες πως ήταν το δικό του...

κάποια μέρα αποφάσισα να του δωρίσω, έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτώ, τον μαύρο αναπτήρα με την νεκροκεφαλή... ήξερα ότι ήταν λάτρης των συμβόλων αυτών και της death metal μουσικής... δεν θυμάμαι πως το ήξερα αυτό... μάλλον θα είχαμε κάνει κάποια σχετική συζήτηση... ίσως αυτό με παρακίνησε να του τον δώσω... σε κείνον άρμοζε περισσότερο να τον έχει... ίσως πάλι γιατί απλά τον είχα συμπαθήσει και πολλά χρόνια μετά κατάλαβα πως το 90% των ενεργειών μας δεν είναι γιατί 'συνειδητά' τις αποφασίσαμε αλλά γιατί... το αποφάσισαν εκείνες... και γιατί, ανεξήγητα συμπαθούμε ή αντιπαθούμε τους ανθρώπους... στους πρώτους δικαιολογούμε πρόθυμα όσα δεν συγχωρούμε στους δεύτερους... γιατί; άγνωστον... γιατί έτσι... απλά...

θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια του Αχιλλέα όταν του τον προσέφερα... τον πήρε σαν μικρό παιδί στα χέρια του, τον κοίταξε σιωπηλός αλλά γεμάτος απροσδόκητη χαρά και μετά κοίταξε εμένα... μου είπε ένα κάπως διστακτικό αλλά φορτισμένο 'ευχαριστώ φίλε' και ύστερα με ακόμη πιο αργά βήματα απ'ό,τι συνήθως, απομακρύνθηκε...

κάποιες νύχτες μετά...
όταν πλησίασα στο φυλάκιο της προβλήτας που έκανε βάρδια ο Αχιλλέας, τον είδα μέσα από το τζαμάκι να είναι σκυφτός κοιτάζοντας κάτι... όταν πλησίασα χωρίς να κάνω θόρυβο, τον είδα να έχει στα χέρια του τον μικρό αναπτήρα και να τον χαϊδεύει... δεν ξέρω γιατί αλλά συγκινήθηκα... σχεδόν με έπιασε ένας λυγμός... απομακρύνθηκα κλεφτοπατώντας...
άρχισα να βαδίζω στην προβλήτα που είναι δεμένος ο γερο-Αβέρωφ καπνίζοντας… αναρωτήθηκα τι είναι αυτό που μας δίνει τόση χαρά σε ένα μικρό αντικείμενο... είναι η προσφορά από κάποιον που δεν το περιμέναμε γιατί ούτε φίλος μας ήταν ούτε είχε καμιά 'υποχρέωση' να μας δωρίσει οτιδήποτε;
είναι το ίδιο το αντικείμενο που μας αποφορτίζει από την στιγμή και συμβολίζει την διάσπαση της συμπάγειας της 'καταραμένης' στιγμής και την έξοδο σε μια πιο δροσερή διαφυγή;
είναι ίσως το ότι η σκέψη ενός ανθρώπου ακούμπησε για λίγο πάνω μας... ακόμα και αν τα κίνητρά του δεν είχαν τόσο βάθος, για μας η χειρονομία του είναι ακριβή και ατίμητη...
και ας μην το μάθει ποτέ...
δεν τον ξανάδα ποτέ από τότε που απολυθήκαμε... πόσες ανάλογες τροχιές έχουμε διανύσει όλοι από τότε και πόσες φορές ανταμωθήκαμε με ανθρώπους που ήρθαν για λίγο και έφυγαν πάλι...

έχουν δίκιο οι βουδιστές που λένε λοιπόν πως οι ζωές των ανθρώπων μοιάζουν με τις τροχιές των κομητών στο στερέωμα... μοναχικές, σχεδόν μελαγχολικές τροχιές που κάποια στιγμή τέμνονται, έτσι, για λίγο και μετά συνεχίζουν τη μοναχική τους ρότα...

και δεν ξανασυναντιούνται ποτέ…