Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

"Αγνάντια στο θάνατο οι ποιητές είναι οι πρωτόπλαστοι των ανθρώπων..."








...Πώς πέθανε ο ολύμπιος Γκαίτε; Εκείνος που έζησε στα ψηλά δώματα της τάξης κυκλωμένος από παραστάτες μαρμάρινους. Με τον κόσμο κάτωθέ του, τα δέντρα, τα χτηνά, τις πολιτείες να τραβούν και να χάνουνται στους Αποθέτες της πετρωτής σιωπής. Ξεψυχώντας ζήτησε, μας είπαν, ν'ανοίξουν τα παράθυρα, για να μπει περισσότερο φως: Damit mehr Licht hereinkomme...
          ...Παίρνει κανείς τους ποιητές για να κουβεντιάσει το θάνατο, όπως διαλέγει τις πολικές ζώνες, αν είναι να μιλήσει για το σέλας. Όχι πως οι άλλοι δεν τον γνωρίζουν, ή δεν αναμετριούνται μαζί του. Αλλά σε σχέση με τους πολλούς οι ποιητές είναι η διαλεχτή εμπροσθοφυλακή, η πολύ ξεκομμένη στα πρόσω. Ακροβολισμένοι, ασυντόνιστοι, μοναχικοί εθελοντές, και ο καθείς με τα όπλα του.
          Τα μιλλεούνια οι άλλοι ακολουθούν λεύγες πίσω. Στιφηδόν ή σε σχηματισμούς τακτικούς είναι αδιάφορο σχεδόν. Γιατί η αντάρα που μεταξύ τους σηκώνουν σκεπάζει τη βοή της γραμμής του μετώπου. Πέφτουν και μόλις που το νιώθουν.
          Αγνάντια στο θάνατο οι ποιητές είναι οι πρωτόπλαστοι των ανθρώπων. Χωρίς ενδιάμεσους προπάτορες, πλασμένοι κατ'ευθείαν από την πλευρά του Αδάμ, έχουν ακούσει την απειλή που εν όψει της παρακοής άκουσε πρώτος και και μόνος εκείνος: "ή δ'αν ημέρα φάγητε απ'αυτού, θανάτω αποθανείσθε"[1]. Κατά την έννοια αυτή οι ποιητές είναι οι μόνοι που αμάρτησαν. Αλλά είναι και οι μόνοι που άκουσαν τα βήματα του δειλινού και τη φωνή του θεού να τους κράζει ονομαστικά: "Αδάμ, που ει;".
          Το πρόβλημα δείχνεται και από την άλλη πλευρά του. Εάν στον Γκαίτε η ποίηση έδειξε το θάνατο, στο Σωκράτη ο θάνατος έδειξε την ποίηση. Ο Πλάτων μας λέει ότι το δαιμόνιο αυτού του δαιμόνιου άντρα που κατέβαινε πάντα για να τον αποτρέψει, ήρθε τώρα στη φυλακή, λίγο προτού πεθάνει, πρώτη φορά για να τον προτρέψει. Προτού φτάσεις μπροστά στο θάνατο, του υπέδειξε, να γράψεις ποιήματα. Και ο Σωκράτης υπάκουσε: "Των ποιημάτων ων πεποίηκας [...] επειδή δεύρο ήλθες εποίησας αυτά, πρότερον ουδέν πώποτε ποιήσας"[2].
          Ο θάνατος είναι βαρύς. Δεν εγεννήθηκε ακόμη ο εφευρέτης της ζυγαριάς του. Εάν δεν αδειάσει όλα τα φορτία του μέσα στον άνθρωπο, δε θα νικήσει ο άνθρωπος τη δική του βαρύτητα, ώστε να φτάσει να πάρει δρόμο από μόνος του.
          Πόσο βαρύς είναι ο θάνατος! Φανταστείτε τη μάζα της γης να πυκνώνει σύμφωνα με εκείνο το νόμο που οι αστροφυσικοί λένε ότι σχηματίζονται οι "μελανές οπές", μέσα στο σύμπαν. Να πυκνώνει συνέχεια. Όσο να φτάσει στο τέλος να γίνει μια σφαίρα με διάμετρο δυόμισυ εκατοστά. Φανταστείτε τούτο τον πυγμαίο βώλο να κλείνει μέσα του ολάκερη τη μάζα, ολάκερο το βάρος της γης.
          Τόσο βαρύς είναι ο θάνατος. Θα μετρήσεις την περπατηξιά και το θώρι του, όταν το μυαλό σου ανοιχτεί στους γαλαξίες. Όταν αγγίξει την ιδέα του άπειρου ορίου, και αρχίσει να συναγροικιέται πως αραιώνει ο χρόνος, αραιώνει συνέχεια, ώσπου ξαφνικά ακινητεί. Δεν ξεχωρίζεις πια αν έγινε χώρος ο χρόνος, ή χρόνος ο χώρος.

Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά κι ήταν μαρμαρωμένα
                                                                                                (Π268)

          Οι δυο αυτοί στίχοι από την Έγκωμη δείχνουν που συναντιούνται το γίγνεσθαι και το είναι.
          Έτσι περίπου γίνεται κι όταν πεθαίνει ένας ποιητής. Όταν πεθαίνει, δηλαδή, η συνείδηση που σαρκώνει την αρχανδρική εικόνα του ανθρώπου. Η στιγμή είναι ανυπολόγιστη...
          ... Όταν πεθαίνει ένας ποιητής, ο κάθε άνθρωπος που έσωσε να γίνει άνθρωπος δηλαδή, στην πραγματικότητα πεθαίνει το σύμπαν. Ό,τι αφανίζεται είναι ό,τι υπάρχει στη συνείδηση του ανθρώπου...
          ...Όταν στοχάζεσαι πως πεθαίνει ένας άνθρωπος, στην ουσία στοχάζεσαι πως πεθαίνει το σύμπαν. Μόνο αυτός ο χαλασμός απομαγνητίζει το βάρος του θανάτου. Ο θάνατος του ποιητή ισοδυναμεί με τη Συντέλεια του κόσμου. Στη διπλή όψη του αρχαίου στίχου:
          εγγύς μεν η ση περί πάντων λήθη,
          εγγύς δε η πάντων περί σου λήθη,
          (λίγο ακόμη, και θα τα ξεχάσεις όλα
          λίγο ακόμη, και θα σε ξεχάσουν όλα),[3]

          αυγάζει η ιδέα της χειραψίας που δίνουν βουβοί ο θνήσκοντας ποιητής και ο θνήσκοντας κόσμος...



[1]Γένεσ. Β', 17
[2]Πλάτ., Φαίδ. 60 d.
[3]Μ. Αυρήλιου, Εις εαυτόν, Ζ', 21



Δημήτρης Λιαντίνης  Ο Νηφομανής, η ποιητική του Σεφέρη

Δεν υπάρχουν σχόλια: