Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Αν δεν είχε αυτό το σακατιλίκι...





Σ
τη Χαλκίδα ζει κι ανασαίνει ένας κόσμος μαλακός, αργοβάδιστος. Φτύνει πάνω απ' τη γέφυρά του με τ' ανήσυχα νερά, κάνει τα σουλάτσα του στο κρηπίδωμα και το βράδυ κάθεται σ' ένα τραπεζάκι —όπως ο θρήσκος μπροστά στο προσευχητάρι του— και πίνει γλυκά γλυκά το κρασί του. Το πίνει ευλαβικά, συσταζούμενα όπως ο παπάς το «ζέον» στην Αγία Τράπεζα.
Ένα μεσημέρι ο ήλιος ήταν πολύ καυτερός. Μπορούσε να κάψει και την προβιά του γαϊδάρου, να βάλει φωτιά και στο μαλλί του κεφαλιού σου. Ο Ζούπακας έφερε μια καλαθιά ρώγες και πέσαμε όλοι στη βοσκή. Μ' όσες περισσέψανε παίξαμε πετροπόλεμο. Τα ρούχα μας είχαν γεμίσει ζουμιά κι οι μύγες χίμησαν απάνου μας να μας πιουν. Στις δυο όλοι είχανε γείρει στη ρίζα του πλατανιού και τον πήραν βαριά και μερακλίδικα. Δεν είχα τίποτα να κάνω. Έβγαλα απ' τον κόρφο μου ένα βιβλίο κι άρχισα να το διαβάζω. Το μικρό, σουβλερό μάτι του Ζούπακα με πήρε μυρωδιά.
— Κάνεις και τέτοια, ε;... μου λέει πονηρά.
— Τι «τέτοια»;
— Να, διαβάζεις φυλλάδες. Ξέρεις ότι έχουμε κι εδώ έναν απ' αυτούς τους «παλαβούς» που γράφουνε βιβλία;
— Όχι, πώς τον λένε;
— Κυρ Γιάννη.
— Κυρ Γιάννη; Κι αλλιώς;
— Χα. Άλλο δεν ξέρω.
— Κατάλαβα. Θα είναι ο Γιάννης ο Σκαρίμπας. Το ξέρω. Έχω διαβάσει και κάνα δυο απ' αυτές τις «φυλλάδες» του, που λες.
— Ε... αυτός είναι... Ξέρεις τι δουλειά κάνει; Εχτελωνιστής. Να, εκειδαπά στην «Παλίρροια» το 'χει το γραφείο. Καλός άνθρωπος. Αν δεν είχε αυτό το σακατιλίκι θα 'τανε διαμάντι μοναχό. Αλλά βλέπεις ο κάθε άνθρωπος έχει και το σακατιλίκι του. Να, δεν παίρνεις παράδειγμα τον Πρόεδρα; Τζιμάνι παιδί. Πες του να πέσει στον πάτο της θάλασσας και να σου φέρει ένα σουγιά σκουργιασμένο που σου 'πεσε∙ θα το κάνει. Μα βάλ' τον να σου κουβαλήσει με πλερωμή μισή οκά πράμα θα σε σφάξει με το κασαπομάχαιρο.
— Και δε μου λες, φίλε Ζούπακα. Μιλιέται ο Σκαρίμπας, μιλιέται;
— Τι θα πει «μιλιέται»;
— Να... θέλω να πω δηλαδή, είναι βολικός;
— Βολικός; πρόβατο! Σκύβει και τον καβαλικεύεις. Αλλά... είπαμε. Έχει κείνο το «σακατιλίκι»... Κρίμας.
— Μακάρι να το είχαν κι άλλοι. Είδες που το είπες και μόνος σου; «Διαμάντι»!
— Λοιπόν, έχω που λες αδερφέ μου, ένα μεράκι με τα βιβλία... Ούτε και μπορώ να τα μετρήσω πόσα περάσανε απ' τα χέρια μου! Σ' ένα έλεγε: «Το πετρωμένο φίδι αγίνωτο»... Αρχαίο είναι μα είναι πολύ καλό.
— Το καταλαβαίνεις;
— Πώς δεν το καταλαβαίνω! Να, άμα το φίδι πετρώσει, δε... ματαγίνεται φίδι. Ματαγίνεται;
— Σε κατάλαβα. «Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον».
— Βλέπεις λοιπόν... Ναι, αυτό είναι. Αλλά βλέπεις δε σ' αφήνουνε οι μάγκες. Κουρντίζουνε τα λαρύγγια τους, ξεροβήχουνε, πετάνε πόντους. Να, κάτι τέτοια έχω σιχαθεί και τα παράτησα τα βιβλία. Όμορφο πράμα όμως, ό,τι και να πεις. Είχα μια φορά ένα στον κόρφο μου... Ξέρεις τι θα πει να στρώνεσαι κάτου από μια ετιά... να σαλιώνεις το δάχτυλο, και να ξεφυλλίζεις; Αχ... Ήτανε κι αντίκρυ  το  παραθύρι  της...  Εφτά  φορές  μια  μέρα  το  ξεφύλλισα, να με κάψει ο Θεός αν λέω ψέματα!... Μου σώθηκε το σάλιο να ξεφυλλίζω.
— Και γιατί το ξεφύλλιζες;
— Τι να κάνω αφού έπρεπε να με βλέπει;
— Να το διάβαζες.
— Άιντεεε!... Και με τι; Με το σκεπάρνι;
— Δεν ξέρεις γράμματα; Καθόλου;
— Ε, όχι και καθόλου... Δυο τρία τα βγάζω. Να, την Ωμέγα... και στου διαβόλου την τρύπα να πάει να κρυφτεί την ξετρυπώνω! Αμ το Δέλτα! Και ξέρεις πώς το ξεχωρίζω; Μοιάζει με το τριγωνάκι που παίζουνε τα πιτσιρίκια τα κάλαντα...
— Ώστε έτσι λοιπόν, φουκαρά μου, ε; Δεν ξέρεις γράμματα... Καλά, και το «πετρωμένο φίδι» πού το 'μαθες;
— Τ' άκουσα από 'να δάσκαλο.
— Και γιατί να ξεφυλλίζεις κάτω απ' το παραθύρι της;
— Για να την κάψω! Στάθηκα και τον κοίταξα συλλογισμένος.
— Και... δεν την έκαψες, ε;
— Όχι... Πώς το κατάλαβες;
— Απ' το ξεφύλλισμα. Δεν έπρεπε καημένε να το ξεφυλλίζεις. Σε μυρίστηκε.
— Και τι έπρεπε να κάνω;
— Ναα, να το 'χεις μπροστά σου ανοιχτό, και να το κοιτάζεις.
— Το δοκίμασα κι αυτό μα δακρύσανε τα μάτια μου και τ' άφηκα... Μέσα απ' τα χέρια μου, που λες, την έχασα. Και ξέρεις τι γοργόνα ήτανε!... Να τη βλέπεις και να βλογάς το Θεό που σου 'δωκε μάτια.
— Δεν είναι για μας αυτά τα πλάσματα, καημένε Ζούπακα. Αυτές έχουνε τα μάτια τους γυρισμένα αλλού.
— Ναι, μα —σε περικαλώ— μια γυναίκα δε μου πέφτει και μένα στο μοιράδι μου;
— Ναι, αλλά δε θα είναι τέτοια.
— Α! Και τι θα είναι; ρετάλι; Α... έτσι λοιπόν, ε; Εμείς δηλαδή τα πίτουρα κι οι άλλοι τις φραντζόλες, ε; Ε ρε κόσμε άδικε!
— Πες το κι άλλη μια φορά. Ξαφνικά κάποιος της κομπανίας έκανε να ξυπνήσει κι ο Ζούπακας με τράβηξε απ' το ρούχο.
— Ψτ! Κρύφ' τηνα τώρα τη φυλλάδα! Κρύφ' τηνα ντε που σου λέω! Θέλεις να σε πιάσουνε στην πατσαβούρα τους; Τώρα δουλειά δεν έχει που δεν έχει. Τράβα αντίκρυ στα πευκάκια, στρώσου στο γρασίδι να χορτάσεις και ξάπλα. Εδώ η δουλειά αρχινάει απ' τις έξι κι ύστερα.
— Καλά. Δίκιο έχεις. Είναι κι όμορφα εκεί. Είδες που δεν το σκέφτηκα... Μοναξιά, θάλασσα.

Σκέπασα το κασελάκι με μια εφημερίδα κι έφυγα. Ναι. Δεν είναι μακριά το δασάκι. Περνάς τη γέφυρα, ύστερα το ξενοδοχείο «Φλοίσβος», και χώνεσαι στα πεύκα. Η μοναξιά εκεί είναι ολομόναχη. Ακόμη κι οι σκύλοι κοιμούνται το μεσημεριανό τους ύπνο. Κάτω από ένα πευκάκι ο κόσμος γίνεται απέραντος. Σωπαίνουν όλες οι φωνές που είχες μέσα σου. Γίνεται ησυχία. Οι ιδέες που βουίζουν μες στ' αφτιά σου... τα παράπονα που φουσκώνουν το στήθος σου... Οι έγνοιες που 'χουν εκεί μέσα τη φωλιά τους... Όλα πέφτουν στο νερό, σκορπούνε, χάνονται. Ακουμπάς στη ρίζα, αντίκρυ στην πεντάμορφη πόλη. Ύστερα κλείνεις την πόλη όξω απ' τα μάτια σου, και φέρνεις στη θέση της έναν κήπο. Δάσος οι νεραντζιές... και το παγκάκι ολομόναχο κάτω από μια νεραντζιά. Είναι τα μάτια της λαμπερά και σε λούζουν. Κείνη λέει τ' όνομά σου πολλές φορές. Ακουμπάει το χέρι της στην άκρη των μαλλιών σου —έτσι. Κι εσύ νιώθεις —το χέρι της!— το νιώθεις να κοκκινίζει απ' την ντροπή. Τόσο όμορφο, τόσο ντροπαλό χέρι... πάει, δεν είναι πια για να ξαναγίνει. Ύστερα κάτι γίνεται κι όλα σταματούν... Οι νεραντζιές απόμειναν σκυφτές από πάνω μας... Το φιλί της μοσκοβολούσε νιότη!... Αλίκη... Τ' όνομά σου έμεινε στα χείλη μου σαν το κλαδάκι της βραδινής μας νεραντζιάς. Το κρατώ και μοσκοβολά ο κόσμος. Τώρα (αγάπη μου... αγάπη μου...), τώρα ζηλεύω το παγκάκι που ακούμπησε το φουστάνι σου... Και ζηλεύω και τον εαυτό μου που ήταν εκεί και το 'δε... Αλίκη... θέλω να πω ένα τραγούδι και φοβάμαι μην καεί το στόμα μου. «Αλίκη»!... Μια μπενζίνα πέρασε ντουφεκώντας ξοπίσω της κάτι τόπια καπνού. Μ' αυτήν ήταν που ήρθα απ'την Αθήνα; Δεν ξέρω...
Τώρα είμαι ξανά στη Χαλκίδα και κάθομαι με τα μάτια μου αντίκρυ της. Οι νεραντζιές λείπουν. Έγιναν καΐκια; άνθρωποι;... δεν ξέρω. Μα εγώ θέλω να της πω δυο λόγια. Θα τα φυλακίσω σ' ένα χαρτί και θα της τα στείλω. Χαρτί  έχω. Και μοναξιά... Στο κάθε γραμματάκι ακουμπώ το μολύβι στα χείλη μου. Είναι ένα γράμμα φιλημένο. Δεν κάθομαι πια ούτε και να το συλλογιστώ πώς θ' αρχίσω. Με πάει μόνο του το μολύβι, το στέλνουν τα χείλη μου. «Δεσποινίς, αφ' ης ανεχώρησα εξ Αθηνών, μολονότι ούτε έστω και επί μίαν στιγμήν διελογίσθην ότι ήτο  δυνατόν  να  υπάρξει  εκ  νέου  οιαδήποτε  μεταξύ  μας  επαφή, εν τούτοις ιδού  εγώ διά της παρούσης μου αθετώ κάθε προγενεστέραν μου υπόσχεσιν. Διερωτώμαι: Τι  ήταν  αυτό που επέδρασε τόσον πολύ εις την υπαναχώρησίν μου; Και η απορία μου μένει αναπάντητος. Ιδού λοιπόν ότι αποδεικνύομαι ολιγότερον σταθερός απ' όσον επιθυμούσα. Εν τούτοις προέχει η ανάγκη να έχω μίαν σαφή εξήγησιν της συμπεριφοράς σας —αυτή και μόνον είναι η αφορμή ήτις με παρεκίνησε να σας απευθύνω την παρούσαν μου. Ανεκάλεσα δις εις την τάξιν τον εαυτόν μου διά τα νυκτερινάς εκείνας παρεκτροπάς μου. Τέλος πάντων, αυτό ήθελα να πληροφορηθώ, δεσποινίς: Με αγαπάτε ή όχι; Επί της απαντήσεώς σας ταύτης πέπρωται να καθορίσω και την περαιτέρω στάσιν μου. Και επί τούτοις διατελώ, αναμένων διευκρινίσεις σας. Όλως υμέτερος».
Το 'κλεισα και το ταχυδρόμησα την ίδια ώρα. Έτσι εξηγούνται οι άνθρωποι! Όχι, έπρεπε να το καταλάβει! Επειδή δηλαδή εγίναμε λούστροι πά' να πει ότι ξεχάσαμε και τη μόρφωσή μας; Ας ερχόταν ένας κύριος και να μου έλεγε ότι τα καταφέρνει καλύτερα από μένα το λούστρο, στην επίσημη γλώσσα! Δε χωράει αμφιβολία... θα τα χάσει! «Μωρέ μπράβο! Τέτοια μόρφωση έχει κείνος ο λούστρος της Χαλκίδας! Κι εγώ να μην του το πω καθαρά ότι τον λατρεύω». Μα λίγο κράτησε αυτή η περηφάνια. Σαν απόμεινα το βράδυ μόνος και πήρα τον ανήφορο του Καράμπαμπα, κατάλαβα να με ζώνουν οι ντροπές. Αν αυτό ήταν γράμμα, αν αυτό το φέρσιμο ήταν ανθρώπου που σέβεται τον εαυτό του, τότε εγώ ήθελα πέταγμα στη θάλασσα, ήθελα φκυάρισμα. Σκέπασα τα μάτια μου ενώ δε μ' έβλεπε κανένας. Μόνο τα σπερδούκλια τίναζαν κατά τον ουρανό τις ανθισμένες φουντίτσες τους. Δε γίνεται, δεν μπορούσε να γίνει. Έπρεπε να διορθώσω την ανοησία μου. Μα πώς; Το γράμμα πια θα 'χει φτάσει. Ένα τηλεγράφημα... Μα τι να πεις και πώς να το πεις μέσα σ' ένα τηλεγράφημα; Αυτό έλειπε... να σου πιάνουνε ολόκληρη γραμμή για να στέλνεις εσύ στην Αθήνα τα σάλια σου. Τότε σκέφτηκα το τηλέφωνο. Γίνονται κάτι τέτοια. Καλείς έναν —όποιον θέλεις— και του λες «αύριον στας 5 τηλεφωνική συνδιάλεξις»... Πας στις πέντε η ώρα, κάθεσαι μπρος στο ακουστικό και τα λες όλα!
Αφήνω το κασελάκι και κατρακυλώ πίσω στην πόλη. Μα ένας υπάλληλος, που ήταν το «προσωπικόν νυκτός», με κοίταξε σαν τσόφλι και μ' έδιωξε. Είχε φαίνεται και κοιλόπονο —όλο έπιανε το στομάχι του. «Αύριο... μου είπε κρύα. Μη σκας, δε φεύγει η Αθήνα απ' τη θέση της». Δίκιο είχε ο άνθρωπος. Γιατί έτσι άρον άρον νυχτιάτικα; Η μέρα έχει πιο πολλά μάτια. Στρώνεις το ζήτημά σου μπροστά σου και το μελετάς. Το χτυπάς από δω, το χτυπάς από κει. Ε καλά, το γράμμα κείνο ήταν για  να το κλαις. Και να το  φτύνεις —δε  χρειαζότανε φιλοσοφία. Μα το μπάλωμα που θα το διόρθωνε έπρεπε να είναι γερό. Αύριο που θα ξεθόλωνε ο νους μου, που θα 'φευγαν απ' το λιμάνι οι καπνοί, κι η Χαλκίδα θα πρόβαλε στο παραθύρι της νύχτας λαμπερή σαν πρωτοξύπνητη παρθένα... η καρδιά μου θα ξαναγύριζε στο λυπημένο μου στήθος φέρνοντας μαζί της την ευωδία των νεραντζιών. Τώρα ήταν καιρός για ψόφο, καιρός γι' ανήφορο, για μικρό αγκυροβόλημα. Μα την καρδιά δεν την παίρνει ο ύπνος. Ποιο το όφελος να πάρω τον ανήφορο αφού δεν είναι για να κοιμηθώ; Α, αυτός ο υπάλληλος με το δύσκολο ύφος, αν δε συμπονούσε μόνο τα έντερά του, αν συμπονούσε λιγάκι και μένα... Θα 'παιρνε την πρόσκλησή μου. Κι εγώ θα ησύχαζα. Και —να δεις τότε— θα τον έβγαζα τον ανήφορο σαν το πουλί. Γύρισα ξανά πίσω. Κείνος καθόταν στο γραφείο και ζέσταινε με τις παλάμες του τ' αφτιά του. Μόλις με είδε πίσω απ' το τζαμάκι στάθηκε λίγο και συλλογίστηκε. Ύστερα άνοιξε το πορτόνι και μ' έκραξε με το μολύβι να πάω κοντά του.
— Έλα δω... μου λέει. Δε θέλω να το 'χω βάρος στη συνείδησή μου. Για να κάνεις εσύ έτσι κάτι θα τρέχει, ε; Είναι για θάνατο;
— Χειρότερο...
Τράβηξε μπροστά του ένα μπλοκ. Έβαλε κάτω ένα χιλιοτριμμένο καρμπόν, έγραψε κάνα δυο λέξεις, έσκισε το μισό, και μου τ' άπλωσε.
— Πάρ' το... μου λέει. Η συνδιάλεξις θα πραγματοποιηθεί αύριον στας εξ.
— Ευχαριστώ, του λέω. Ευχαριστώ πολύ... πολύ...
Ήμουν πια στην πόρτα... Ξαφνικά όμως τον ακούω να με ξαναφωνάζει:
— Για έλα δω, μου λέει. Θαρρώ πως πρωτύτερα που σε ρώτησα για θάνατο, μου είπες «κάτι χειρότερο». Τι πράμα είναι χειρότερο απ' το θάνατο;
— Η αγάπη!... του λέω.
Σηκώθηκε σαν αγριεμένη φουρτούνα.
— Αχ.... μου λέει. Τι να σου κάνω; Τώρα πια πάει, την έκανα την μποσικάδα! Κανένας άλλος δε φταίει. Εγώ φταίω. Έλα ξανά από δω και τα λέμε.
Βρε διώχ' τους!... Ήμουν πια μακριά. Μα η φωνή του, τσιριχτή, κακιωμένη, συνέχιζε να με κυνηγά. Ξεβόλεψα ένα ανθρωπάκι απ' το καθημερινό του καβουρντιστήρι —μια ταπεινή, ξέχωρη, μονότονη ζωή. Ήταν σαν να τον άρπαξα σαν μια παλιά μπατανία και να τον τίναξα απ' τις στάχτες του. «βρε διωχ' τους!» Έτσι να κάνεις, λογικέ μου, κανονικέ μου, ανύπαρκτε μου πολίτη... γραναζάκι παλιό και άβουλο μιας μηχανής τακτικής, βολικής και άχρηστης. «Βρε διωχ' τους!» Καλά μου 'κανες. Πήρα πάλι το ανέβασμα για το Γολγοθά μου, που εδώ λέγεται Καράμπαμπας. Τα σπερδούκλια μου κόβουν το δρόμο. Βρομούν. Αλίκη... Αχ Αλίκη... Αλίκη... πώς τα 'κανες αυτά τα ωραία κρίνα και βρομούν;

Μενέλαου Λουντέμη, ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΜΟΥΣ (απόσπασμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια: