Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012



Άλυσος


Το σώμα του μυαλού μου
Ο νους του σώματος…
Μια αλυσίδα έδεσες από την νότια σκέψη
Ως τη βορινή απουσία
και ο κάθε κρίκος
ωκεάνιος στεναγμός…

το βλέμμα του νου μου
η νόηση των ματιών μου…

έχω ακόμη ένα στάχυ
από την αρπαγή της Κόρης
έμεινε δυο χιλιετηρίδες ακέραιο
να σε περιμένει
έχω ακόμη ένα σταμνί
ολόδροσο νερό των καθαρμών
κι ένα λευκό σεντόνι
στα σεπτά μυστήρια αν ποτέ αξιωθώ
μύστης να εισέλθω
στην άλυσο των αδελφών
ο έσχατος εγώ…

ο ήχος του αλλόκοτου
το στερέωμα των φθόγγων…
Εκάς οι βέβηλοι!
κι όλοι οι αγαπημένοι
Μακριά!

Αν πρόκειται ακέραιος να σβήσω
Αν πρόκειται ν’αναλωθώ
Έχω ένα σώμα να αφανίσω
Και μια ψυχή που φλέγεται
Από δροσιά!
Ένα μεγάλο θάνατο
Έχω να ζήσω
Και το χαμόγελό σας
Με αποσπά…

Ιουλ 2009

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012






Εκλειπτική του Αχανούς 

(επιλεγμένα αποσπάσματα)


Ο άνθρωπος συνομιλεί με τον εαυτό του τροχιοδρομώντας αέναα στην εκλειπτική του Αχανούς…


Αχανές δεν είναι μονάχα ό,τι δεν μπορεί να περι-οριστεί, να τοπογραφηθεί με τον θεοδόλιχο του νου και να υψομετρηθεί με τον χωροβάτη της αντίληψης.

Αχανές είναι ο μητροπολιτικός κόσμος της υπερ-Αντίληψης…

Αχανές δεν είναι απλά ένας μη-μετρήσιμος γεω-χώρος, φυσικός ή φαντασιακός. Στην πραγματικότητα, Αχανές είναι ο μόνος αληθινός χώρος και ας μην είναι ‘πραγματικός’. Δεν τον αναγνωρίζει η μεθοδολογία του νου, δεν τον εμπεριέχει στην ΄διδαδκτέα’ του ύλη, τον απορρίπτει εξ αρχής.
Αχανές είναι οτιδήποτε αναφέρεται στη ματιά. Είναι, με άλλα λόγια, το υποκείμενο και το αντικείμενο σε μια ταυτότητα δι-ύπαρξης στο διηνεκές… εντατική, δυναμική, αλληλοπεριχωρική δι-ύπαρξη.

Ο άνθρωπος που συναντήθηκε με το Αχανές έγινε ο ίδιος αχανής και ελευθερώθηκε…

Στο αχανές, η συνομιλία με τον εαυτό δεν υπόκειται σε ψυχαναλυτικούς όρους και η συνομιλία με το θείο δεν έχει την μηχανιστική επαναληπτικότητα του διαλογισμού.
Ακόμη και η προσευχή, δεν ανήκει στο αχανές. Ακόμη και ο έρωτας, ο άπτερος έρωτας, ο θείος έρωτας, δεν ανήκουν στο αχανές. Γιατί στο αχανές έχει την πανάρχαια γλώσσα του ωκεάνιου βιώματος. Μια γλώσσα ακατάληπτη, άγνωστη, ξεχασμένη, απρόσιτη από οτιδήποτε μπορεί να γίνει μέρος της κοινής αντίληψης.

Μονάχα η Αγάπη γνωρίζει το Αχανές και το Αχανές την Αγάπη.

Αγάπη και όχι… αγάπη. Γιατί δεν πρόκειται για μια ακόμη συναισθηματική, ευγενής έστω και εκλεπτυσμένη έκφραση του ανώτερου εαυτού. Ακόμη και ο ανώτερος εαυτός είναι μολυσμένος από τα κατάλοιπα της σαρκικής όρασης, δεν μπορεί να δει τόσο βαθιά, στα έγκατα του αχανούς.
Η συναισθηματική αγάπη είναι ένα απλό και μειονεκτούν υποσύνολο της Αγάπης. Είναι η κατακτητική, εγωτική, άπληστη ‘αγάπη’ της ηδονολατρείας, της ηδυπάθειας, της περιέργειας, της επεκτατικής δράσης του συναισθήματος. Η πλημμυρική της φύση δεν έχει τη δύναμη να πληρώσει σε βάθος τίποτε. Μοιάζει με ένα ρηχό ρυάκι που παλεύει να ξεδιψάσει ένα απειράριθμο στρατό. Τούτη η άγρια και επιδρομική αγάπη δεν έχει σχέση με το μεγαλείο και το Ολύμπιο ύψος του Αχανούς.
Το Αχανές προϋπήρχε της αγάπης.
Το Αχανές, γεννήθηκε όταν όλα βρίσκονταν στο γνόφο του σκότους.


Συνομιλώ με το Αχανές σημαίνει ότι έχω υπερβεί το σημείο τομής της εκλειπτικής του Χρόνου με την εκλειπτική του Αχανούς… πέρα από τούτο το σημείο, όλα επιστρέφουν σε μένα και όλα απομακρύνονται από μένα.

Πως μπορεί να συνομιλήσει κανείς με το Αχανές; Πως μπορεί να βυθιστεί ένας κόκκος ζάχαρης στη θάλασσα και να μην διαλυθεί, να μην αφανιστεί; Πως μπορεί μια πυρετική ψυχή να εμπιστευτεί την ανάσα της στο άπειρο και να μην σκορπίσει σε εκατομμύρια και δις εκατομμύρια φλόγες που τίποτε δεν μπορούν να ζεστάνουν και κανέναν χώρο να φωτίσουν;
Το να μιλάς για το Αχανές είναι μια δράση αυτό-υπονομευόμενη. Είναι μια δοκιμασία μαζί και μια πρόκληση του νου να εισέλθει στο παράδοξο. Μοιάζει με το ταξίδι στο παρελθόν. Είναι αδύνατο και μαζί δυνατό. Η σκέψη γυρίζει στο παρελθόν καταργώντας όλους τους περιορισμούς, ανεμπόδιστη, θριαμβική, υπερπηδά κάθε φράγμα και επιτυγχάνει εκείνο που το σώμα δεν μπορεί. Η σκέψη καταργεί κάθε έννοια παράδοξου και δεν γνωρίζει νόμους φυσικούς ή μετα-φυσικούς. Η σκέψη όμως δεν μπορεί να εισέλθει στο Αχανές. Γιατί εκεί, ο χρόνος και ο χώρος, οι δυο άξονες που «κατασκευαστικά» απαιτούνται για να μπορεί να τροχιοδρομεί η σκέψη, δεν υπάρχουν, είναι ανύπαρκτοι και μαζί υπαρκτοί…

Μιλώντας για το Αχανές, ο άνθρωπος τεντώνεται, η διάνοιά του ανοίγει, εκτείνεται, εκπτύσσεται, όμως και πάλι, δεν μπορεί παρά να αγγίξει τους τοίχους του αυτό-ορισμού του. Όπως ακριβώς ο έγκλειστος με τα χέρια σε έκταση αγγίζει ίσως το πολύ πολύ τα ασφυκτικά όρια της φυλακής του

Στο πρώτο σημείο τομής των εκλειπτικών η γέννηση
Στο δεύτερο ο θάνατος…


Άνοιξη 2012

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Κυάμων απέχου...



Το Τάγμα του Κρότωνος

Πτυχές της Πυθαγορείου Διδασκαλίας μέσω των περίφημων ‘ακουσμάτων’ του


Το Μυστικό Των Κυάμων

Τ
ο περίφημο κυάμων απέχου είναι ένα από τα πλέον μυστηριώδη "Ακούσματα" του Πυθαγόρα και οι μαρτυρίες είναι αρκετές. Τρεις απ'αυτές είναι και οι πλέον αδιαμφισβήτητες. Ο Πορφύριος στον Βίο Πυθαγόρου αναφέρει: "Ισα δε κυάμων παρήνει απέχεσθαι, καθάπερ ανθρωπίνων σαρκών", ο δε Διογένης Λαέρτιος διασώζει ότι "Φησί δε Αριστοτέλης εν τω περί Πυθαγορείων παραγγέλειν αυτόν απέχεσθαι των κυάμων, ότι «ιδίοις εισίν όμοιοι ή ότι Αδου πύλαις...". Ένας δε από τους πιο αυθεντικούς συνεχιστές της Πυθαγόρειας Διδασκαλίας, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, με σθένος εξαγγέλλει: "Δειλοί, πάνδειλοι, κυάμων από χείρας έχεσθαι", (Καθαρμοί, απόσπ. 141).
Η παραίνεση, συμβουλή ή και απαγόρευση του Σαμίου Διδασκάλου παραμένει ακόμη και σήμερα ένα μεγάλο αίνιγμα. Ποιός ήταν ο πραγματικός λόγος που ο Πυθαγόρας απέτρεπε την βρώση των οσπρίων αυτών; Οι ιστορικοί και οι μελετητές που έχουν ασχοληθεί διχάζονται όπως άλλωστε διχάζονταν και. οι σύγχρονοι ή κάπως μεταγενέστεροι του Πυθαγόρα, φιλόσοφοι.
Από την ύστερη αρχαιότητα κιόλας κάποιοι προσπάθησαν να αποδώσουν φυσιολογικές αιτίες στην απαγόρευση αυτή. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς), εκφράζει την πεποίθηση ότι οι Πυθαγόρειοι δεν επέτρεπαν την βρώση των κυάμων επειδή κυρίως "οι κύαμοι καθιστούν αγόνους τας γυναίκας που τρέφονται δι'αυτών...".
Ο μεγάλος Κικέρων (De Dmnatione), πίστευε ότι οι κύαμοι εμπόδιζαν τους ανθρώπους να έχουν μαντικά όνειρα και ότι προκαλούσαν εφιάλτες.
Ο Πλούταρχος (Ρωμαϊκά Προβλήματα, αρ. 95), διερωτάται κι αυτός για την φύση της απαγόρευσης και μεταξύ των πιθανών ερμηνειών που αναφέρει είναι και η εξής: "Μήπως αυτό είναι συνέχεια της συνήθειας των Πυθαγορείων, οι οποίοι απηχθάνοντο τα πίσα (μπιζέλια) και του ερεβίνθους (ρεβίθια), ένεκα της συγγενείας των ονομάτων με την Λήθην και το Έρεβος; Ή ένεκα του ότι κατά τα νεκρώσιμα δείπνα και τας νεκρικάς επικλήσεις, ποιούνται χρήσιν των οσπρίων τούτων;"
Στο πολύ ενδιαφέρον έργο του: Le végétarisme et l' occultismeο EdBertholet ερμηνεύει καθαρά από την ιατρική σκοπιά τον ρόλο των κυάμων λέγοντας μεταξύ άλλων ότι οι κύαμοι "πέπτονται δυσκόλως, προκαλούν τρομακτικά όνειρα και προξενούν βήχα". Ο συγγραφέας όμως αναφέρει και μια άλλη ιδιότητα των κυάμων, την αφροδισιακή. Αναρωτιέται λοιπόν "μήπως ο Πυθαγόρας φοβόταν το άρωμα του άνθους των κυάμων του οποίου η ενέργεια προκαλεί την ανάσχεση πάσης αντιδράσεως".
Αξίζει βέβαια εδώ να αναφέρουμε ότι και στα Χρυσά Έπη που υποτίθεται ότι απηχούν συμπυκνωμένη σε 72 στίχους την πεμπτουσία της Πυθαγόρειας σκέψης, διαβάζουμε:
"...κρατείν δ'ειθίζεο τώνδε·
γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου και λαγνείης τε και θυμού..."
(...συνήθιζε δε να είσαι κύριος των εξής·
πρώτα πρώτα μεν της κοιλίας και του ύπνου και των αφροδισίων και του θυμού...)
(Πυθαγόρου Χρυσά Έπη, στ. 9-11)
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Λόγος XXIII), περνώντας σε μιαν εντελώς διαφορετική διάσταση, αποδίδει στην απαγόρευση την σημασία ότι δεν πρέπει να αναμιγνύεται κανείς στην πολιτική και σε ηγετικές δημόσιες θέσεις ή αξιώματα καθώς στην αρχαιότητα οι πολιτικοί ψηφίζονταν διά λευκών ή μελανών κυάμων.
Μια άλλη διάσταση επίσης δίνουν ο Λουκιανός και ο Αριστοτέλης καθώς το άνθος του κυάμου υπενθυμίζει κατ'αυτούς τα γεννητικά όργανα και η ομοιότης αυτή ήταν δυνατόν να εμπνέει στους μύστες σκέψεις ζωώδεις. Η ερμηνεία λοιπόν που βασίζεται σ'αυτήν την "αναλογική" σημασία των κυάμων έχει να κάνει με την αποχή από σαρκικές απολαύσεις και την απεξάρτηση από την τυραννία των αισθήσεων.
Η πλέον ενδιαφέρουσα όμως είναι η θρησκευτική ή μυστηριακή καλύτερα σημασία που αποδίδονταν στους κυάμους κατά την αρχαιότητα κάτι που φαίνεται ότι οδήγησε τον Πυθαγόρα στην απαγόρευση της βρώσης αυτών των οσπρίων.
Ο Σέξτος ο Εμπειρικός μας λέγει ότι "Οι Αιγύπτιοι ιερείς, ευκολώτερον ήθελον φάγει τας σάρκας των πατέρων των, παρά να αποφασίσουν να τραφούν διά των οσπρίων τούτων", ενώ ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν "ακάθαρτον" το φυτό των κυάμων. Δεν είναι δύσκολο να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο Πυθαγόρας που μυήθηκε στα μυστήρια της Αιγύπτου επί δέκα ολόκληρα χρόνια πέρασε αυτή την διδασκαλία στους μαθητές του.
Ο Πορφύριος και ο Ιππόλυτος αναγράφουν τις ανθρωπογονικές θεωρίες του Αντωνίου Διογένους και του Ζαράτα ότι "εν αρχή ο άνθρωπος και ο κύαμος είχαν εμφανισθεί ταυτόχρονα και ότι αμφότεροι είχαν γεννηθεί από το αυτό Χάος και με την βοήθεια της ίδιας ζυμώσεως". (Πορφύριος, Βίος Πυθαγόρου, 44 - Ιππόλυτος, Κατά Αιρέσεων, I, 2, 14), ενώ είναι εντυπωσιακό ότι ο Πλίνιος αποκαλεί τους κυάμους "υποδοχείς των ψυχών των τεθνεώντων"!!
Ποιά είναι η σχέση της μετενσάρκωσης -αξονικής θεώρησης στην μεταφυσική των Πυθαγορείων- και των κυάμων; Μια παλιά ινδική παράδοση αναφέρει ότι “οι ψυχές που πρόκειται να μετενσαρκωθούν, πίπτουν εξ ουρανού με την βροχή και αναγεννώνται υπό μορφή ορύζης, σπόρων ή κυάμων και εισέρχονται έτσι μαζί με τις τροφές στον οργανισμό του γεννήτορος”.
Οι Ορφικοί κάνουν νύξεις επί του μυστηρίου αυτού ενώ ο Λουκιανός αναφέρει ότι το να τρώει κανείς κυάμους ισοδυναμεί με το να τρώει την κεφαλή ενός προγόνου!!
Ο Jean Mallinger που έχει μελετήσει ενδελεχώς τις Πυθαγόρειες διδασκαλίες, εσωτερικές και εξωτερικές και έχει αφιερώσει τη ζωή του στην Πυθαγόρεια παράδοση, πάνω σ'αυτό ακριβώς το σημείο, αναφέρει κάποια θεώρηση των Αρχαίων, σύμφωνα με την οποία: "Ο Πατήρ, ο γεννήτωρ, απορροφά τη νέα ψυχή διά της βρώσεως ορισμένων τροφών, φορτισμένων με την ζώσα εκείνη πραγματικότητα. Αυτός δε ο ίδιος, θα καταθέσει το έμψυχο σπέρμα εις το κατάλληλο περιβάλλον, εξασφαλίζοντας έτσι την διαιώνιση του είδους...".
Παρακάτω όμως διερωτάται: "Χωρίς αμφιβολία, οι γεννήτορες έτρωγαν κι άλλες τροφές εκτός από κυάμους. Γιατί μόνον αυτοί αναφέρονται στο Άκουσμα του Διδασκάλου; Μήπως γιατί διά της μορφής των υπενθυμίζουν το αυγό εκ του οποίου προήλθε ο Κόσμος και εκ του οποίου πρόκειται μια μέρα να προβάλει και ο μικρός άνθρωπος; Ή επειδή οι Αρχαίοι διεφύλασσαν στους κυάμους το οδυνηρό προνόμιο να συνεργάζονται στην μετενσάρκωση των ιδιαζόντως μοχθηρών ψυχών;"

από την εσωτερική διδασκαλία

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012




Παρόντες

Είμαστε άνθρωποι
Μες στη συμπόνια μας
Στριμωγμένοι ήχοι των πόλεων
Στοιβαγμένοι μετανάστες φόβοι
Από τις μαύρες χώρες της καρδιακής ανατολής
Αλλοτριωμένοι
Ζωντανοί ωστόσο
Και άλκιμοι εισέτι
Χαμογελαστοί…

Όπως οι γαμπροί
Και οι νύφες
Λίγο πριν παραδοθούν
Ευδαίμονες
απ’τον μυητικό τεμαχισμό τους
Στα ‘έσονται εις σάρκαν μίαν’
Άηχα φιλιά τους…

Είμαστε άνθρωποι
Μες στα παλτά μας
Κουρνιασμένοι οι ερωδιοί
Και οι παραδείσιοι παπαγάλοι
Όλων των παιδικών βιβλίων μας
Όλων των εφηβικών ονείρων μας
Όλων των νεανικών σκοταδιών μας
Όλων των ενήλικων θανάτων μας…

Και πάνω από τα κλουβιά
Με τα πρησμένα οικόσιτα κουνέλια
Που θα κακοποιήσουν τα υπέρβαρα παιδιά μας
Εμείς χαράζουμε οδούς
Και ορθώνουμε οικοδομήματα
Τέλειας βιοκλιματικής απόδοσης
Ώστε το ψύχος της ζωής μας
Να ισορροπείται έντεχνα
Και υπέροχα
Από την θέρμη
Των ευφυών κατασκευών μας

Είμαστε
Ωστόσο
Άνθρωποι
Και αρνητές μελίρρυτοι
Των πιο γενναιοφρόνων
Από τις μοναχικές προκρούστιες
Ευχές μας 
Οδεύουμε υπερήφανοι
Τυφλοί από πάντα
Αλλά ευθυτενείς
Στη προγραμματισμένη καύση μας
Παρόντες 
Πρώτη μας φορά
Συνειδητοί…

Ιαν 2010


The Game
© Sounak

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012



Χορευτές


Είμαι τυφλός
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου

έχω για μάτια δέκα δάχτυλα
και όλους του σώματος τους πόρους
ανοιχτούς
ν' απορροφώ τον κόσμο

δεν θα με πεις γυμνό
μόνο ανυπόδητο ίσως
θέλω να περπατώ στην απειρομήκη τούτη ερημιά
και να την νιώθω στο είναι μου
θέλω να περπατάει κι εκείνη μέσα
στο δικό μου απέραντο…

πάνε χρόνια
δεν θυμάμαι πόσα
που κάποια μέρα
περιπλανώμενος
η δουλειά μου είναι
έφτασα σε τούτο το Ναό
έτσι τον λέω κι ας μην είναι
χωμένος στο κόρφο του Αγνώστου
έρημο τον οσμίστηκα
να μην ανασαίνει
ούτε την αποφορά του χρόνου

δεν περιγράφεται η άφατη χαρά μου
όταν αγκάλιασα
κείνο τον χοντρό κίονα
με τις κάθετες ρυτίδες
να’ρχονται από τον ουρανό
και να μετρούν ως κάτω χαμηλά
το δέος μου
και την απαντοχή μου
έκλαιγα
σα μικρό παιδί
και αγκαλιά κοιμήθηκα κείνο το βράδυ
στη παγωνιά του Απείρου
αλλά ζεστός
στα μέσα μου
πρώτη φορά…

πέρασαν μήνες
πέρασαν λέω
χρόνια
και γύρισα τούτο τον περίπτερο ναό
ολόγυρα
μια θάλασσα από κίονες
ένας ωκεανός σκληρά ποδάρια

πιο μέσα
έλεγα
θα ρθει η στιγμή να πάω πιο μέσα
μπας κι αφουγκραστώ τα σώψυχά του
μπας και με αγγίξει η ανάσα του
κάνε το βήμα
έλεγα στον εαυτό μου
μην το φοβάσαι
το βήμα στα εντόσθιά του…

πέρασαν μήνες
λέω
και χρόνια
ποιος να μετράει το αμέτρητο
και δεν το αποφάσιζα
δειλός ο ερημίτης εαυτός μου
περίμενε την κλήση
κείνη τη μυστήρια αρχαία φωνή
που σε καλεί
που σε πέμπει
που σε ορμηνεύει…
περίμενα
γερνούσα
πέθαινα
για τούτο ζούσα…

τα πόδια μου άλλο δεν βαστούσαν
και ήρθε η ευλογημένη μέρα
που ξύπνησα σαν σε έκρηξη μιας θύελλας στο κεφάλι μου

έλα
το άκουσα ολοκάθαρα
έλα λοιπόν!

Προχώρησα
έψαξα
έβλεπαν τα κουρασμένα δάχτυλα
καλά ακόμα
το έμπα του ναού
σαν στόμα με περίμενε
ορθάνοιχτο
έστησα αυτί
άδειασα το θόρυβο από τα μέσα μου
σταμάτησα το χτύπο της καρδιάς μου
έστησα το είναι μου
και
άκουσα…

έλα
προχώρα!
και μπήκα

…με βήματα ισχνά
με πόδια βρόμικα
με τη ψυχή στο στόμα
μπήκα
και όλο το σύμπαν χόρευε γύρω μου
τούτος ο ναός
ήταν ακόμα ζωντανός!

Ένιωσα χρώματα
και μυρωδιές!
ένιωσα φωτιές
ένιωσα δίχτυα χρόνου
και ανθρώπων ιαχές
τίποτα δεν καταλάβαινα
μονάχα
τι παράξενο
τα πόδια μου αλαφρώναν
σηκώθηκαν από το πάτωμα
το σώμα μου σαν παιδιού μικρού
το ένιωσα να πλημμυρίζει ρώμη
χυνόταν μέσα μου ζωή
ζωή άγρια
με θράσος
με παφλασμό

είσαι έρωτας!
φώναξα
κι ήξερα
πρώτη μου φορά
για τι μιλούσα

τα χείλη μου
συσπάστηκαν σ’ένα μορφασμό πρωτόφαντο
που είχα ξεχάσει
χαμογελούσα
και ύστερα γελούσα
κι άρχισα να χορεύω
να στροβιλίζομαι
να πλημμυρίζω ποταμούς
στις φλέβες μου
να σκάσω πήγαινα
βούτηξα
σε χείμαρρο άστρων
και λίμνες από ασημένιες Νύχτες

οράματα από κοπέλες δροσερές
χτύπησαν τον έφηβο εαυτό μου
κι ένιωσα το μυρμήγκιασμα εκείνο
της ζωής ανάμεσα στα πόδια μου
με διαπέρασαν
καταρράκτες άπληστοι
από εικόνες
πρόσωπα
γνωστά
μα περισσότερο άγνωστα
άνθρωποι
θεοί
άγγελοι
δαίμονες

ζωές
θάνατοι
το χτες
το αύριο
το μηδέν
το ένα…

γέμιζα
ολοένα γέμιζα
χόρευα
ολοένα χόρευα…

το τελευταίο που θυμάμαι
ο δόλιος
είναι το αίμα μου
να αχνοφέγγει
να αλλάζει χρώματα
σαν Βόρειο Σέλας
και να με περιγράφει
ένα δάχτυλο
στο στερέωμα
και κάτω
στο πάτωμα
το άδειο μου κουφάρι
εγώ!

έβλεπα!

σε κλάσματα απειροστών στιγμών
σε μια φωλιά του Άχρονου
ρουφήχτηκα
σαν σκόνη στις ρωγμές των τοίχων
και έβλεπα
ξανά και ξανά
τον γέροντα εαυτό μου
στον πιο τρελό χορό
χοροπηδώντας πάνω στο περίεργο ψηφιδωτό
που στόλιζε ο αρχαίος αυτός Ναός

εμένα
και γύρω μου
χιλιάδες άνθρωποι
χορευτές ακίνητοι
ψηφίδες
κεφάλια
χαμόγελα
μάτια ορθάνοιχτα
χορευτές
όλοι μας χορευτές
κι όλοι ακίνητοι!

Είδα
και χαμογέλασα
ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός

δεν μπόρεσα να μην αναλυθώ
σε κλάματα
σε γέλια
σε κραυγές επίγνωσης!

ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός
ένας αέναος
τρελός
χορός…

Μαρ2010