Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Migozαrαd!




Migozαrαd!
(Θα περάσει)
Σύνθημα στον τοίχο καφενείου της Καμπούλ


Πρόταση γάμου

Όταν ο Σουλτάν Χαν ένιωσε πως είχε φτάσει η ώρα να βρει καινούργια γυναίκα, κανείς δεν φάνηκε πρόθυμος να τον βοηθήσει. Πρώτα απευθύνθηκε στη μητέρα του.
«Σου φτάνει αυτή που έχεις», του είπε.
Μετά πήγε στη μεγαλύτερη αδερφή του.
«Συμπαθώ τόσο πολύ την πρώτη σου γυναίκα», του απάντησε.
Την ίδια απάντηση πήρε και από τις άλλες αδερφές του.
"Είναι ντροπή για τη Σαρίφω", του είπε η θεία του.
Ο Σουλτάν χρειαζόταν βοήθεια. Ο γαμπρός δεν επιτρέπεται να ζητήσει μόνος του το χέρι της μέλλουσας νύφης. Είναι το αφγανικό έθιμο να κάνουν οι γυναίκες της οικογένειας την πρόταση στη νύφη και να φέρνουν τις πληροφορίες για το αν είναι έξυπνη, καλοαναθρεμμένη και κατάλληλη για να γίνει καλή σύζυγος. Αλλά καμιά από τις γυναίκες στην οικογένεια του Σουλτάν δεν ήθελε να ανακατευτεί σ' αυτό τον αρραβώνα.
Ο Σουλτάν είχε στον νου του τρεις νεαρές κοπέλες που θα μπορούσαν να γίνουν οι καινούργιες του σύζυγοι. Ήταν όλες όμορφες, γεμάτες φρεσκάδα και, το σημαντικότερο, ήταν συγγενείς του. Στην οικογένεια του Σουλτάν παντρεύονταν μόνο
κατ' εξαίρεση κάποιον που δεν ήταν της οικογένειας. Το θεωρούσαν πιο ασφαλές να παντρεύεται κανείς συγγενή του και κατά προτίμηση ξάδερφο ή ξαδέρφη του.
Ξεκίνησε την αναζήτησή του απ' τη δεκαεξάχρονη Σόνια. Είχε σκούρα αμυγδαλωτά μάτια και γυαλιστερά μαύρα μαλλιά. Ήταν παχουλή, καλοαναθρεμμένη και εργατική. Έτσι έλεγαν, τουλάχιστον. Η οικογένειά της ήταν φτωχή. Η προγιαγιά της και η προγιαγιά του Σουλτάν ήταν αδερφές.
Ενώ ο Σουλτάν σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα ζητήσει το χέρι της κοπέλας χωρίς την υποστήριξη των γυναικών της οικογένειας, η γυναίκα του ήταν ανυποψίαστη και δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μια κοπελίτσα, γεννημένη την ίδια χρονιά που εκείνη παντρευόταν τον Σουλτάν, απασχολούσε τώρα το μυαλό του άντρα της. Η Σαρίφα είχε αρχίσει να γερνάει. Όπως και ο Σουλτάν, είχε περάσει τα πενήντα και του είχε χαρίσει τρεις γιους και μια κόρη. Για έναν άντρα της ηλικίας του και της θέσης του είχε έρθει η στιγμή να βρει νέα σύζυγο.
«Τι κάθεσαι, λοιπόν; Πήγαινε μόνος σου», του είπε ο αδερφός του.
Αφού το σκέφτηκε λίγο, ο Σουλτάν συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η μόνη λύση. Ένα πρωί ξεκίνησε μόνος του για το σπίτι της δεκαεξάχρονης κοπέλας. Οι γονείς της τον υποδέχτηκαν με χαρά. Θεωρούσαν τον Σουλτάν γενναιόδωρο άντρα και οι επισκέψεις του ήταν πάντα καλοδεχούμενες. Η μητέρα της Σόνια έβρασε νερό για το τσάι. Κάθισαν σε μαξιλάρες που ήταν aπλωμένες στους τοίχους της χωμάτινης καλύβας.
Αντάλλαξαν φιλοφρονήσεις και ευχές μέχρι που ο Σουλτάν aποφάσισε ν' ανακοινώσει τον λόγο της επίσκεψής του.
«Έχω ένα φίλο που θέλει να παντρευτεί τη Σόνια», είπε στους γονείς της.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος ζητούσε το χέρι της κόρης τους. Ήταν όμορφη και εργατική, αλλά οι γονείς της πίστευαν πως ήταν ακόμη πολύ μικρή για γάμο. Ο πατέρας της Σόνια είχε μείνει ανάπηρος μετά από έναν καβγά. Κάποιος τον μαχαίρωσε και πειράχτηκαν κάποια νεύρα της σπονδυλικής του στήλης. Δεν μπορούσε πια να δουλέψει. Μπορούσε να ζητήσει πολλά για να δεχτεί να παντρέψει την όμορφη κόρη του, Οι γονείς περίμεναν καλύτερες προσφορές aπό αυτές που τους είχαν ήδη γίνει.
«Είναι πλούσιος», άρχισε να λέει ο Σουλτάν. «Κάνουμε το ίδιο επάγγελμα. Είναι μορφωμένος και έχει τρεις γιους, αλλά η γυναίκα του άρχισε να γερνάει».
«Πώς είναι τα δόντια του;» ρώτησαν οι γονείς πονηρά για να καταλάβουν την ηλικία του φίλου του.
«Περίπου σαν τα δικά μου», απάντησε.
Μεγάλος, σκέφτηκαν οι γονείς. Αλλ' αυτό δεν ήταν απαραίτητα μειονέκτημα. Όσο πιο μεγάλος ο γαμπρός, τόσο μεγαλύτερη τιμή θα ζητούσαν για την κόρη τους. Η τιμή της νύφης υπολογίζεται σύμφωνα με την ηλικία, την ομορφιά και την κατάσταση της οικογένειας.
Όταν ο Σουλτάν Χαν ολοκλήρωσε την πρότασή του, του είπαν κάτι που περίμενε:
«Μα, είναι πολύ νέα».
Αλλιώς θα την πουλούσαν φτηνά σ' αυτό τον πλούσιο άγνωστο για τον οποίο τόσο καλά λόγια τους είχε πει ο Σουλτάν. Πάντως, δεν έπρεπε να φανούν ανυπόμονοι. Ήξεραν ότι ο Σουλτάν θα επανερχόταν, γιατί η Σόνια ήταν νέα και όμορφη.
Την επόμενη μέρα ο Σουλτάν ήταν πάλι εκεί και τους έκανε ξανά την ίδια πρόταση. Η ίδια συζήτηση, η ίδια απάντηση. Με τη διαφορά ότι αυτήν τη φορά συνάντησε τη Σόνια, που είχε να τη δει από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι. Από σεβασμό στον μεγαλύτερο σε ηλικία συγγενή της, εκείνη του φίλησε το χέρι και αυτός της έδωσε την ευλογία του φιλώντας τη στα μαλλιά. Η Σόνια ένιωθε τη φορτισμένη ατμόσφαιρα και ανατρίχιασε κάτω απ' το εξεταστικό βλέμμα του θείου Σουλτάν.
«Σου βρήκα έναν πλούσιο άντρα, τι λες;» τη ρώτησε.
Εκείνη κοίταξε το πάτωμα. Αν απαντούσε, θα σήμαινε ότι περιφρονούσε όλους τους φραγμούς. Μια νέα κοπέλα δεν μπορεί να έχει γνώμη για τον υποψήφιο γαμπρό.
Όταν ο Σουλτάν επέστρεψε για τρίτη φορά, τους ανακοίνωσε την προσφορά του γαμπρού.
Ένα δαχτυλίδι, ένα κολιέ, σκουλαρίκια, βραχιόλια – όλα από κόκκινο χρυσό. Όσα ρούχα επιθυμεί, 300 κιλά ρύζι, 150 κιλά λάδι, μια αγελάδα, μερικά πρόβατα και 15 εκατομμύρια αβγανί (περίπου 500 ευρώ).
Ο πατέρας της Σόνια ήταν παραπάνω από ευχαριστημένος με την προσφορά και ζήτησε να γνωρίσει τον μυστηριώδη άντρα που ήταν διατεθειμένος να προσφέρει τόσα πολλά για να αποκτήσει την κόρη του. Ο Σουλτάν τους είχε διαβεβαιώσει ότι ο άντρας ανήκε στη φάρα τους, μολονότι εκείνοι δεν μπορούσαν να θυμηθούν πού και πότε τον είχαν συναντήσει.
«Αύριο», τους είπε, «θα σας δείξω και τη φωτογραφία του».
Την επόμενη μέρα η θεία του Σουλτάν, μ' ένα μπαξίσι από τον ανιψιό της, πήγε να δει τους γονείς της κοπέλας για να τους αποκαλύψει την ταυτότητα του γαμπρού. Πήρε μαζί της μια φωτογραφία του και τους μετέφερε το αυστηρό του μήνυμα:
«Σε μία ώρα πρέπει να αποφασίσετε». Αν απαντούσαν ναι, θα τους ήταν ευγνώμων, αλλά ακόμη και αν απαντούσαν όχι, δεν υπήρχε λόγος να χαλάσουν τις καρδιές τους. Το μόνο που δεν επιθυμούσε ήταν διαπραγματεύσεις του τύπου: «Μπορεί ναι, μπορεί και όχι ... ».
Οι γονείς έδωσαν τη συγκατάθεσή τους πριν περάσει μία ώρα. Εκτιμούσαν τον Σουλτάν, τη θέση του και τα χρήματα. Η Σόνια περίμενε στη σοφίτα. Όταν το μυστήριο γύρω από το όνομα του γαμπρού λύθηκε και οι γονείς της τον αποδέχτηκαν, ο αδερφός του πατέρα της ανέβηκε στη σοφίτα για να τη δει ...
«Είναι ο θείος Σουλτάν που σου κάνει πρόταση γάμου», της είπε. «Δέχεσαι;»
Η κοπέλα έμεινε άφωνη. Καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, κρυμμένο κάτω από το μακρύ σάλι, και τα δάκρυα κυλούσαν στα μάτια της. «Αυτή είναι η μοναδική σου ευκαιρία να πεις κι εσύ τη γνώμη σου». Είχε πετρώσει, παράλυτη από τον φόβο. Δεν τον ήθελε, αλλά ήξερε ότι έπρεπε να υπακούσει τους γονείς της.
Αν γινόταν γυναίκα του Σουλτάν Χαν, θα αναβαθμιζόταν κοινωνικά. Η προίκα που θα έπαιρνε από τον γαμπρό θα έλυνε πολλά από τα προβλήματα της οικογένειας. Με τα μετρητά που θα έπαιρναν οι γονείς της, θα βοηθούσαν τους αδερφούς της ν' αγοράσουν καλές συζύγους.
Η Σόνια σώπαινε. Από εκείνη τη στιγμή η μοίρα της είχε προδιαγραφεί. Αν σωπαίνεις, σημαίνει πως συμφωνείς. Η συμφωνία είχε κλείσει, η ημερομηνία του γάμου είχε οριστεί.
Ο Σουλτάν πήγε σπίτι για ν' ανακοινώσει το μεγάλο νέο στην οικογένειά του. Βρήκε τη γυναίκα του, τη Σαρίφα, τη μητέρα και τις αδερφές του να κάθονται γύρω από ένα δίσκο με σπανακόρυζο. Η Σαρίφα νόμιζε πως της έκανε πλάκα, γελούσε και του απαντούσε με αστεία. Η μάνα του γελούσε κι εκείνη. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι είχε κάνει πρόταση γάμου χωρίς την έγκρισή της. Οι αδερφές του τον κοίταζαν άφωνες.
Κανείς δεν ήθελε να τον πιστέψει. Μέχρι τη στιγμή που τους έδειξε την απόδειξη του αρραβώνα. Την πετσέτα με τα γλυκίσματα που δίνουν τα πεθερικά στον γαμπρό για τ' αρραβωνιάσματα.
Η Σαρίφα έκλαιγε για είκοσι μέρες. Ποιο ήταν το σφάλμα μου; Τι ντροπή! Γιατί δεν είναι ευχαριστημένος από μένα; Ο Σουλτάν την παρακάλεσε να ηρεμήσει. Κανείς στην οικογένεια δεν τον υποστήριζε. Ούτε καν οι γιοι του. Ωστόσο, κανείς δεν τολμούσε και να του φέρει αντίρρηση. Οι επιθυμίες του Σουλτάν έπρεπε πάντα να ικανοποιούνται.
Η Σαρίφα ήταν απαρηγόρητη. Αυτό που της στοίχισε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι ο άντρας της διάλεξε μια αναλφάβητη, που δεν είχε τελειώσει ούτε την πρώτη δημοτικού. Η ίδια ήταν πτυχιούχος, δασκάλα περσικών. «Τι έχει αυτή που δεν το έχω εγώ;» ρωτούσε μέσα στ' αναφιλητά της.
Ο Σουλτάν έκανε πως δεν έβλεπε τα δάκρυα της γυναίκας του. Κανείς δεν ήθελε να πάει στη γιορτή του αρραβώνα, αλλά η Σαρίφα έπρεπε να κρύψει την ντροπή της και να γίνει όμορφη για την περίσταση.
«Θέλω όλοι να δουν ότι συμφωνείς μαζί μου και με υποστηρίζεις.
Στο μέλλον θα ζούμε όλοι μαζί και πρέπει να δείξεις ότι η Σόνια είναι ευπρόσδεκτη», τη διέταξε. Η Σαρίφα ήταν πάντα πισtή στον άντρα της. Ακόμη και τώρα, που έπρεπε να τον παραχωρήσει σε κάποια άλλη, υπέκυψε. Ο Σουλτάν είχε και την απαίτηση να τους αλλάξει η Σαρίφα τις βέρες.
Είκοσι μέρες μετά την πρόταση γάμου ακολούθησε ο μεγαλοπρεπής αρραβώνας. Η Σαρίφα βρήκε τη δύναμη και αποφάσισε να δείξει γενναία. Οι γυναίκες της οικογένειας έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την ταράξουν. «Πόσο άδικο είναι για σένα», της έλεγαν. «Τι κακό εκ μέρους του ... Θα πρέπει να είσαι πολύ δυστυχισμένη ... ».
Δύο μήνες μετά τον αρραβώνα, ανήμερα Πρωτοχρονιά των μουσουλμάνων, έγινε ο γάμος. Αυτήν τη φορά η Σαρίφα αρνήθηκε να παρευρεθεί.
«Δεν το αντέχω», είπε στον άντρα της.
Οι γυναίκες της οικογένειας της συμπαραστάθηκαν. Καμιά δεν αγόρασε καινούργιο φόρεμα, ούτε βάφτηκε έντονα, όπως συνηθίζεται στους γάμους. Είχαν απλά χτενίσματα και παγωμένα χαμόγελα - από σεβασμό στην πληγωμένη σύζυγο, που δεν θα μοιραζόταν πια το ίδιο κρεβάτι με τον Σουλτάν Χαν.
Τώρα το κρεβάτι περίμενε να υποδεχτεί τη νεαρή, έντρομη νύφη. Ωστόσο, θα μοιράζονταν όλοι την ίδια στέγη μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος (…)



Όσνε Σέιερσταντ  Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ
εκδ. Κριτική (μτφ Άννα Παπαφίγκου)

4 σχόλια:

misoagnosti είπε...

Θα το αναζητήσω, φαίνεται πολύ ενδιαφέρον... :)

Νimertis είπε...

και πραγματικά είναι... μήπως το θέλεις σε e-book?

misoagnosti είπε...

Ναι, φυσικά! Πού μπορώ να το βρω; (ma_mi_hla_pi_na_ta_pai@yahoo.gr)

Νimertis είπε...

θα στο στείλω εγώ φίλη μου...