Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010


Καθόμασταν εδώ και ώρα σ'αυτό το μοναχικό παγκάκι, ο ένας ακουμπώντας στη πλάτη του άλλου και σιωπηλοί. Μου είχε πει κάποτε ότι δεν της άρεσαν οι σιωπές, ότι την έφερναν σε αμηχανία. Το καταλάβαινα αυτό. Πολλά μπορείς να πολεμήσεις, όχι όμως και τη σιωπή. Η σιωπή έχει πολεμιστές ανίκητους, αόρατους, δε σε σκοτώνει, σε αφανίζει. Δε σε αλλάζει, σε αλλοιώνει.
            Τούτο το απόγευμα όμως της άρεσε η σιωπή και δεν ήθελε να την προσβάλλει με κανένα τρόπο. Φαίνεται ότι δεν ένιωθε απόψε αμηχανία, ή απλά, είχε χαθεί σε άλλους κόσμους. Η παρουσία μου δίπλα της θα βοηθούσε στο να αισθάνεται ότι, όταν επιστρέψει από εκεί, δε θα είναι μόνη. Σημαντικό αυτό.
            Κάποια στιγμή, γύρισε το σώμα της αλλά εγώ δεν έκανα το ίδιο. Αισθάνθηκα στη πλάτη μου τα στήθη της και ήταν μια όμορφη αίσθηση. Πέρασε τα χέρια της στη κοιλιά μου και ακούμπησε το κεφάλι της στη βάση του δικού μου. Το πιο περίεργο ήταν όταν αισθάνθηκα την ανάσα της στο σβέρκο μου. Δε ξέρω γιατί αλλά εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ξαφνικά πως ένα άλλο ον, μια ζωντανή παλλόμενη οντότητα υπήρχε δίπλα μου, με ακουμπούσε, ζούσε εκείνα τα δευτερόλεπτα συντονισμένη με μένα αλλά και τελείως αυτόνομη, ήταν μια συνειδητοποίηση που με έκανε να ανατριχιάσω. Τι στο διάβολο είναι ο νους; Στα τσακίδια οι στοχασμοί, είπα από μέσα μου και αφέθηκα να απολαμβάνω τη στιγμή.
            Οι πρώτες της λέξεις μετά από τόση ώρα ήταν αυτές που δε θα ξεχάσω ποτέ:
            "Περνάω μέσα σου τώρα, θα με υποδεχθείς;"
            Δεν έκανα την παραμικρή κίνηση, δεν είπα τίποτα, μονάχα τρόμαξα...

 * * *

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010


Ονείρεμα
(Ο Γέροντας)

Μπήκα πάλι
στους κόσμους των εικόνων
και των ξεχασμένων τραγουδιών
κείνους τους κόσμους που επινόησα κάποτε
και που στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου
κείνους τους κόσμους που πια έχω μισήσει
αλλά δεμένοι είναι αχώριστα με μένα

περπάτησα πολύ και λίγο
σημασία δεν έχει
ό,τι κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια
όπου στεκόμουν άνυδρες χώρες
όπου ανάσαινα
μονάχα λίβας και σκόνη των αιώνων

κάποτε

βρήκα ένα γέροντα θλιμμένο
να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο
και τον πλησίασα δειλά
γύρισε και με κοίταξε
και είχε στο βλέμμα του
κουρνιάσει ένας λευκός θάνατος
κι είχε στο πρόσωπό του
ξεκουραστεί η αφθονία του τίποτα

"ήρθες ξανά" μου είπε
και με καλωσόρισε
"κάθισε δίπλα μου λοιπόν
γιατί είμαι μόνος αιώνες τώρα
και διψάω να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."

και κάθισα κοντά του

κάτω απ'το χάρτινο κείνο δέντρο
κι ένιωσα πως ο γέροντας αυτός
ήταν εκεί για μένα από πάντα
κι ένιωσα τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα
τόσο αλλόκοτα νεκρό
τόσο γεμάτο από Τίποτα...

"μη με κοιτάζεις όσο θα σου λέω
μη με αγγίξεις
τίποτε είμαι γεμάτος
και δε θα νιώσεις παρά τίποτα
μη με ρωτήσεις πόσο έζησα
γιατί το έχω ξεχάσει
μη με φοβάσαι
η μοναξιά και η έπαρση
προξενούν μονάχα θλίψη"

άρχισε να λέει

και η φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου
και σκιά δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...

"χρειάζεσαι ένα κόσμο αλλιώτικο
αυτός που ζεις είναι αυταπάτη
χρειάζεσαι πολέμους με άλλες μάχες
τούτες που δίνεις κιόλας σε κουράσανε
χρειάζεσαι ανθρώπους με καρδιά
αυτούς που αγάπησες
όλοι πεθάνανε..."

είπε ο γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια
και το κεφάλι μου σκυφτό
να μην με αρπάζει η τρέλα του τοπίου

"χρειάζεσαι άλλες μουσικές
τούτες που ακούς σε ανισορροπούν
είναι κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες
άλλες χρειάζεσαι αυγές
οι ήλιοι που ανατέλλουν στη ζωή σου
κι αυτοί ψεύτικοι είναι
όπως αυτό το δέντρο..."

είπε ξανά ο γέροντας και στο μυαλό μου
σφυροκοπούσε μια φρενήρης άρνηση
να μην αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά
να φύγω
να επιστρέψω
να ξυπνήσω!

"εμένα σύντομα θα με ξεχάσεις
τίποτε είμαι
και δεν γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου
εμένα γρήγορα θα με περάσεις
αλλά, πόσο σε συμπονώ,
μ'εσένα θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"

είπε ξανά και άκουσα το γέλιο του
κραυγή κι αυτό
παράφωνη οιμωγή απ'το τίποτα
και προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά
να τρέξω πίσω, να χαθώ,
να νιώσω εμένα ακέραιο,
να ξυπνήσω!

"κράτησε τούτο που σου λέω
πριν να ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες
όλα είναι όπως εγώ
τίποτε
αν δεν γεμίσουν από σένα
όλα είναι όπως το δέντρο αυτό
ψεύτικα
αν δεν δονούνται από σένα
όλα είναι χαμένα
όπως ο χρόνος σου μαζί μου
αν δεν ντυθούν αγάπη
από σένα!"

τούτα είπε ο γέροντας
πριν με αφήσει
και τον αφήσω κι εγώ
και έχω μια εικόνα τελευταία
πριν πάλι ευλογηθώ
στον κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω
ο γέροντας να εξαφανίζεται
το δέντρο να αφανίζεται
κι εμένα να στέκω ολομόναχος
σ'ένα απέραντο τοπίο
από περίεργο φως

και να μιλάω σε μένα...

16/7/2001

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010



Σκέφτομαι καμιά φορά
Τι θα γινόταν αν ξυπνούσα μια μέρα
Σε μια έρημη πόλη;

Αν άνοιγα το ραδιόφωνο
Και υπήρχαν μόνο παράσιτα
Αν άνοιγα την τηλεόραση
Και δεν υπήρχε σταθμός
Αν έβγαινα στο δρόμο
Και δεν υπήρχε κανείς;

Τι θα γινόταν άραγε
Αν ξυπνούσα μόνος;
Ολότελα μόνος στη πόλη;

Κι αν έπαιρνα το αυτοκίνητο
Και ταξίδευα στους άδειους δρόμους
Περνούσα από άδεια μαγαζιά
Κι από άδεια σχολεία
Προσπερνούσα ερημωμένες πλατείες
Και πάρκα που δεν έχουν πια ζωή
Τι θα γινόταν άραγε;
Και τι θα με πλημμύριζε;

Ο απόλυτος τρόμος;
Η απόλυτη ευτυχία;
Η απόλυτη μοναξιά;

Ποιος είμαι τότε;
Πως με λένε;
Τι σημασία έχει αν έχω παρελθόν;
Τι νόημα έχει να έχω μέλλον;
Ποιος ήμουν κάποτε;
Ποιος έχτισε όλα τούτα ολόγυρά μου;
Και γιατί τα εγκατέλειψαν όλοι;

Αν υπάρχει η αλφαβήτα του κόσμου
Ποιος θα μου διδάξει το ‘α’;

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010




Γιατί είχα…

πέθανα
γιατί’ χα σώμα
είδα το αίμα μου
πρώτη φορά
όταν κυλούσε ανασαίνοντας
ελεύθερο…

έζησα
πρώτη φορά
στο μηρό της Κίρκης
μονάχα που ήμουν ξενιστής
της Πηνελόπης
κρυφά
και δεν το’ξερα

πέθανα
γιατί’ χα βλέμμα
είδα τον κόσμο
πρώτη μου φορά
όταν με σπλαχνίστηκες
σκοτώνοντάς με…

έζησα ελεύθερος
στην αίγα που θυσίασα
στην είσοδο του Άδη
μοσχοβόλησαν τα σκοτεινά παλάτια
και η μητέρα του Οδυσσέα
μου ψέλλισε την μόνη Αλήθεια

πέθανα
γιατί’ χα τόσους αιώνες
όλες τις πληγές μου ανοιχτές
και σε καμιά
εσένα…

Ιούνιος 2009

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010


Δάχτυλα

Μου γέρασες πνοή μου
  
σου χαμογελώ πικρά
με βλέπεις;
μέσα απ’ το θολό σου βλέμμα
αντέχεις ακόμα να με βλέπεις;
κορίτσι των κερασένιων χειλιών
μεθυσμένο μου δέντρο
έχεις για ρίζες
όλες σου τις ματαιώσεις…

ένας Μιθριδάτης πόνος
φιλοξενείται στο υπογάστριο της ψυχής μου
μου γέρασες αιώνα μου
καθώς σε νανούριζα γλυκά
εσύ αργοπέθαινες…

αλλά δεν το’ξερε κανείς μας

Μου γέρασες φωνή μου
  
σε περίμενα μόνος
κείνο το πρωινό του Αυγούστου
είχα στην αγκαλιά μου
όσο ήλιο είχα καταφέρει να μαζέψω
μικρά λουλούδια
δάκρυα καυτά
κι εκείνο το ακατανόητο βλέμμα
που έχουν οι ετοιμοθάνατοι…

Μέσα στην αρχαία αγκαλιά μου
γέρασες ηδονή μου
και στάζεις μέλι κι αίμα

σώμα το σώμα
φόβο το φόβο
βλέμμα το βλέμμα

διαπερνάς τα δάχτυλά μου…

αυγ2010

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010



Χορευτές

Είμαι τυφλός
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου

έχω για μάτια δέκα δάχτυλα
και όλους του σώματος τους πόρους
ανοιχτούς
ν' απορροφώ τον κόσμο

δεν θα με πεις γυμνό
μόνο ανυπόδητο ίσως
θέλω να περπατώ στην απειρομήκη τούτη ερημιά
και να την νιώθω στο είναι μου
θέλω να περπατάει κι εκείνη μέσα
στο δικό μου απέραντο…

πάνε χρόνια
δεν θυμάμαι πόσα
που κάποια μέρα
περιπλανώμενος
η δουλειά μου είναι
έφτασα σε τούτο το Ναό
έτσι τον λέω κι ας μην είναι
χωμένος στο κόρφο του Αγνώστου
έρημο τον οσμίστηκα
να μην ανασαίνει
ούτε την αποφορά του χρόνου

δεν περιγράφεται η άφατη χαρά μου
όταν αγκάλιασα
κείνο τον χοντρό κίονα
με τις κάθετες ρυτίδες
να’ρχονται από τον ουρανό
και να μετρούν ως κάτω χαμηλά
το δέος μου
και την απαντοχή μου
έκλαιγα
σα μικρό παιδί
και αγκαλιά κοιμήθηκα κείνο το βράδυ
στη παγωνιά του Απείρου
αλλά ζεστός
στα μέσα μου
πρώτη φορά…

πέρασαν μήνες
πέρασαν λέω
χρόνια
και γύρισα τούτο τον περίπτερο ναό
ολόγυρα
μια θάλασσα από κίονες
ένας ωκεανός σκληρά ποδάρια

πιο μέσα
έλεγα
θα ρθει η στιγμή να πάω πιο μέσα
μπας κι αφουγκραστώ τα σώψυχά του
μπας και με αγγίξει η ανάσα του
κάνε το βήμα
έλεγα στον εαυτό μου
μην το φοβάσαι
το βήμα στα εντόσθιά του…

πέρασαν μήνες
λέω
και χρόνια
ποιος να μετράει το αμέτρητο
και δεν το αποφάσιζα
δειλός ο ερημίτης εαυτός μου
περίμενε την κλήση
κείνη τη μυστήρια αρχαία φωνή
που σε καλεί
που σε πέμπει
που σε ορμηνεύει…
περίμενα
γερνούσα
πέθαινα
για τούτο ζούσα…

τα πόδια μου άλλο δεν βαστούσαν
και ήρθε η ευλογημένη μέρα
που ξύπνησα σαν σε έκρηξη μιας θύελλας στο κεφάλι μου

έλα
το άκουσα ολοκάθαρα
έλα λοιπόν!

Προχώρησα
έψαξα
έβλεπαν τα κουρασμένα δάχτυλα
καλά ακόμα
το έμπα του ναού
σαν στόμα με περίμενε
ορθάνοιχτο
έστησα αυτί
άδειασα το θόρυβο από τα μέσα μου
σταμάτησα το χτύπο της καρδιάς μου
έστησα το είναι μου
και
άκουσα…

έλα
προχώρα!
και μπήκα

…με βήματα ισχνά
με πόδια βρόμικα
με τη ψυχή στο στόμα
μπήκα
και όλο το σύμπαν χόρευε γύρω μου
τούτος ο ναός
ήταν ακόμα ζωντανός!

Ένιωσα χρώματα
και μυρωδιές!
ένιωσα φωτιές
ένιωσα δίχτυα χρόνου
και ανθρώπων ιαχές
τίποτα δεν καταλάβαινα
μονάχα
τι παράξενο
τα πόδια μου αλαφρώναν
σηκώθηκαν από το πάτωμα
το σώμα μου σαν παιδιού μικρού
το ένιωσα να πλημμυρίζει ρώμη
χυνόταν μέσα μου ζωή
ζωή άγρια
με θράσος
με παφλασμό

είσαι έρωτας!
φώναξα
κι ήξερα
πρώτη μου φορά
για τι μιλούσα

τα χείλη μου
συσπάστηκαν σ’ένα μορφασμό πρωτόφαντο
που είχα ξεχάσει
χαμογελούσα
και ύστερα γελούσα
κι άρχισα να χορεύω
να στροβιλίζομαι
να πλημμυρίζω ποταμούς
στις φλέβες μου
να σκάσω πήγαινα
βούτηξα
σε χείμαρρο άστρων
και λίμνες από ασημένιες Νύχτες

οράματα από κοπέλες δροσερές
χτύπησαν τον έφηβο εαυτό μου
κι ένιωσα το μυρμήγκιασμα εκείνο
της ζωής ανάμεσα στα πόδια μου
με διαπέρασαν
καταρράκτες άπληστοι
από εικόνες
πρόσωπα
γνωστά
μα περισσότερο άγνωστα
άνθρωποι
θεοί
άγγελοι
δαίμονες

ζωές
θάνατοι
το χτες
το αύριο
το μηδέν
το ένα…

γέμιζα
ολοένα γέμιζα
χόρευα
ολοένα χόρευα…

το τελευταίο που θυμάμαι
ο δόλιος
είναι το αίμα μου
να αχνοφέγγει
να αλλάζει χρώματα
σαν Βόρειο Σέλας
και να με περιγράφει
ένα δάχτυλο
στο στερέωμα
και κάτω
στο πάτωμα
το άδειο μου κουφάρι
εγώ!

έβλεπα!

σε κλάσματα απειροστών στιγμών
σε μια φωλιά του Άχρονου
ρουφήχτηκα
σαν σκόνη στις ρωγμές των τοίχων
και έβλεπα
ξανά και ξανά
τον γέροντα εαυτό μου
στον πιο τρελό χορό
χοροπηδώντας πάνω στο περίεργο ψηφιδωτό
που στόλιζε ο αρχαίος αυτός Ναός

εμένα
και γύρω μου
χιλιάδες άνθρωποι
χορευτές ακίνητοι
ψηφίδες
κεφάλια
χαμόγελα
μάτια ορθάνοιχτα
χορευτές
όλοι μας χορευτές
κι όλοι ακίνητοι!

Είδα
και χαμογέλασα
ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός

δεν μπόρεσα να μην αναλυθώ
σε κλάματα
σε γέλια
σε κραυγές επίγνωσης!

ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός
ένας αέναος
τρελός
χορός…

Μαρ2010